© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

ERT - END ή Το τελευταίο 24ωρο του φασισμού

Γράφει ο Στέργιος Ζυγούρας

Ας υποθέσουμε ότι κάποιο άγνωστο προς το παρόν, μείζονος εθνικής (λέμε τώρα) σημασίας γεγονός προασπίζει ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος με την συνέργεια του συνονόματου Αντώνη Μανιτάκη αποφασίζει ένα 24ωρο μετά την νέα άφιξη της τρόικας να κλείσει εντός 24 ωρών την δημόσια Ραδιοτηλεόραση. Ας το υποθέσουμε, λέμε, επειδή αυτή η απόφαση συμπίπτει με την κήρυξη του διαγωνισμού πώλησης ΔΕΠΑ-ΔΕΣΦΑ ως άγονου, πράγμα που δραματικά επιβεβαιώθηκε από την εσπευσμένη ανεύρεση του ευρωπαϊκού δεκανικίου που λέγεται Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, ο οποίος ήρθε στην Αθήνα για να πει στα έκπληκτα αυτιά μας ότι μπορεί και να φταίει η Κομισιόν, η Ευρωκυβέρνηση δηλαδή, για την “αποτυχία” του διαγωνισμού. Ας σημειώσουμε εδώ, ότι σαν να ήταν όλοι οι δημοσιογράφοι χρυσόψαρα σε διατεταγμένη υπηρεσία χθες, τόνιζαν και ξανατόνιζαν πόσο φιλέλληνας είναι ο Γιούνκερ και πόσο βοήθησε την Ελλάδα από την αρχή της κρίσης. Ξέχασαν λες, ποιος είπε την φράση “The game is over. We need serious statistics” το 2009, αμέσως μόλις ανέλαβαν οι Ζορό της κάθαρσης Παπανδρέου - Παπακωνσταντίνου και εντός 24ώρου “ανακάλυψαν” ότι το έλλειμμα ήταν τόσο αντί τόσο… Τόσο γρήγορα “πείστηκε” o κύριος Γιούνκερ ότι τα ψέματα τα έλεγαν οι Σημίτης-Καραμανλής… Τέλος πάντων, ας πούμε ότι κι αυτό μπορεί να έχει μια εξήγηση εθνικής σημασίας, αφού πολλά παίζονται σήμερα κλπ κλπ.

Υποθέτοντας λοιπόν ότι οι Σαμαράς-Μανιτάκης έδρασαν φασιστικά (πράξη νομοθετικού περιεχομένου) για κάποιο ανώτερο καλό, (άγνωστο σήμερα σε μας) και υπέρ του δημόσιου συμφέροντος, τότε παραμένει ένα μικρό ερώτημα: τι νόημα είχε το υβρεολόγιο και ο οχετός των συκοφαντιών και ο χείμαρρος των παραπλανήσεων των δυο προαναφερόμενων πολιτικών που εκστομίστηκε μέσα από το αρμόδιο στόμα του εκφωνητή Σίμου Κεδίκογλου; Πάλι φταίνε οι εργαζόμενοι; Πάλι θα μας σώσει η κυβέρνηση; Πάλι θα “πληρώσουμε λιγότερα” (με τον νέο φορέα), ώστε να ευχαριστηθούμε που κάποιος χάνει την δουλειά του; Πάλι θα αναβαθμιστούμε; Πάλι θα γίνουμε εφάμιλλοι των καλυτέρων ευρωπαϊκών – συγγνώμη, των καλυτέρων κρατών παγκοσμίων; Πάλι θα αναλάβει την αξιοκρατία ο ΑΣΕΠ; Πάλι υπήρχαν “προβλήματα” που τα δημιούργησαν οι από κάτω και όχι οι από πάνω; Πάλι χρειαζόμαστε εξορθολογισμό; Και όντως, πάλι υπήρχε τέτοιο ζήτημα; Συγγνώμην και πάλι, αλλά από το 1823 πάνε ακριβώς 190 χρόνια δυτικού φιλελληνισμού, εθνικών συκοφαντιών και εκσυγχρονισμού του ραγιά που άξαφνα έγινε πολίτης, αλλά όχι ακόμα όσο πρέπει…

Ας μην μπούμε σε επί μέρους θέματα σχετικά με την επιχορήγηση της ΕΡΤ κλπ κλπ Ας σημειώσουμε μόνον ότι μέσα στον ολοκληρωτισμό της ενημέρωσης, η ΕΡΤ προσπάθησε μετά τα μνημόνια να περάσει κάποια μηνύματα, έμμεσα, αφού άμεσα δεν είχε την δυνατότητα. Αλλά ούτε κι αυτό είναι το μείζον τούτη τη στιγμή. Ετούτη την στιγμή το μείζον ίσως είναι να αναλογιστούμε ποιος πίσω από τους Σαμαράδες, τους Παπανδρέου και όλους τους άλλους, εκστομίζει τα περί “τεμπέληδων, επίορκων, κοπανατζήδωνκαι όλοι μαζί τα φάγαμε”, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα και βιάζοντας την κοινή λογική. Ας υποχωρήσει πια η παραφροσύνη του αυτομαστιγωτικού εκσυγχρονιστικού οράματος που μόνον τον κυβερνητικό φασισμό εκτρέφει και σε αδιέξοδα οδηγεί. Σε ένα 24ωρο δεν απολύονται μόνον 2.500 εργαζόμενοι. Σε ένα 24ωρο ιδιωτικοποιείται σε σημαντικό βαθμό ο δημόσιος βίος μας. Γιατί; Για να αυξηθεί το δημόσιο χρέος των τεμπέληδων; Εκχώρησαν οι “τεμπέληδες” κανένα δικαίωμα στον πρωθυπουργό να ορίζει την ζωή μας εντός 24ώρου με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου; Κι αφού κάθε τροϊκανή επιθυμία είναι “για το καλό μας”, τότε γιατί επαναλαμβάνει ασταμάτητα τα ψέματα και τις έξωθεν οργανωμένες ύβρεις;
11.6.2013

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Ζαχαρία Στουφή: ΤΕΣΣΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ ΣΑΤΙΡΙΚΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ


Από την εποχή των προσολωμικών ποιητών η Ζάκυνθος γνώριζε μεγάλη άνθιση στη σατιρική ποίηση. Αυτή την παράδοση τη συνέχισε και ο ίδιος ο Σολωμός καθώς και οι μεταγενέστεροί του. Το υλικό που συγκεντρώνει το νησί σχετικά με την σατιρική ποίηση είναι μεγάλο. Εδώ θα προσεγγίσουμε μόνο τέσσερα σατιρικά επιγράμματα που γράφτηκαν για να σατιρίσουν την αυτοκτονία.
Δεν ξέρω και δεν νομίζω, τουλάχιστον για την εποχή εκείνη, να υπάρχει αλλού σατιρική ποίηση και γενικότερα τέχνη που να σατιρίζει το πιο σκληρό έγκλημα του ανθρώπου, την αυτοκτονία του. Το παρόν κείμενο έχει σκοπό να τοποθετήσει αυτά τα τέσσερα σατιρικά επιγράμματα για την αυτοκτονία στο χρόνο που πραγματικά ανήκουν (αρχές του 20ού αιώνα) καθώς και στην τοπική πραγματικότητα που επικρατούσε τον καιρό εκείνο στο νησί. Έτσι, ίσως γίνει κατανοητό γιατί αυτές οι δύο περιπτώσεις των ποιητών σατίρισαν τον εν δυνάμει αυτόχειρα και την πράξη του.

1.

Η μία περίπτωση είναι τα επιγράμματα του ποιητή Αντρέα Μαρτζώκη[1].


Συκοφαντία[2]

Ειπώθη πως η ευαίσθητη Μαρία
επήρε σουλιμά για ν’ αποθάνει
Κόσμε ψεύτη! Ανόητη Κοινωνία!
το σουλιμά δεν ξέρεις τί τον κάνει;

Σε μια νεροκουβαλίστρα που επνίγηκε[3]

Με το νερό ελιμότρωγε τ’ ολόπικρο ψωμί της,
Και στο νερό ηθέλησε να σβύσει τη ζωή της.


Μαζί με τα σατιρικά επιγράμματα του Ιωάννη Τσιλιμίγκρα είναι τα μόνα ποιήματα που προσεγγίζουν το τραγικό θέμα της αυτοκτονίας με τον καυστικό τρόπο της σάτιρας. Τα σατιρικά επιγράμματα της εποχής εκείνης σατιρίζουν μονάχα πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, έτσι όπως συμβαίνει κατά πάσα πιθανότητα και με το επίγραμμα Συκοφαντία. Πριν περάσω στην ανάλυσή τους, θεωρώ απαραίτητη τη γνωριμία με τη δηλητηριώδη ουσία που λέγεται σουλιμάς. Ο σουλιμάς είναι μια ουσία που διατίθεται για καλλωπισμό. Ο Λ. Ζώης αναφέρει: Σουλιμάς, Sublimato, υπερχλωρούχος ή διχλωρούχος υδράργυρος – κατασκεύασμα εξ υδραργύρου, το λευκόν του μολύβδου, χρησιμεύον ως ψιμύθιον των γυναικών.
            Ας πάρουμε, όμως, έναν έναν τους στίχους του επιγράμματος, προκειμένου να εντοπίσουμε τη σατιρική οξυδέρκεια του Α. Μαρτζώκη.

Ειπώθη πως η ευαίσθητη Μαρία

Εδώ η λέξη ευαίσθητη είναι το κλειδί του στίχου. Για την εποχή εκείνη ο χαρακτηρισμός μιας γυναίκας ως ευαίσθητης σήμαινε πως η γυναίκα αυτή είχε την αφέλεια ή τη βλακεία να κάνει το λάθος να εκφράσει δημόσια τα ευαίσθητα συναισθήματά της. Αυτό ήταν απαγορευμένο για μία καθωσπρέπει γυναίκα και σήμαινε πως ο ευάλωτος και αφελής χαρακτήρας της μπορούσε εύκολα να την καταστήσει θύμα στις ορέξεις του όποιου πονηρού και δόλιου εκμεταλλευτή.

Επήρε σουλιμά για ν’ αποθάνει

Εδώ η λέξη επήρε σημαίνει πως αγόρασε από κάποιο μαγαζί και κάποιος που την είδε (ειπώθη - λέει ο πρώτος στίχος) εξέφρασε τον φόβο του για αυτήν την ευαίσθητη γυναίκα, μήπως τον πήρε για να αυτοκτονήσει.

Κόσμε ψεύτη! Ανόητη Κοινωνία!

Εδώ ο ποιητής παίρνει τον λόγο και διαψεύδει τον κόσμο ως ψεύτη και ανόητο για να κάνει την παρακάτω δημόσια ερώτηση.

το σουλιμά δεν ξέρεις τί τον κάνει;

Την εποχή εκείνη όλοι γνώριζαν τη χρήση του σουλιμά, δηλαδή ότι χρησίμευε στον καλλωπισμό των γυναικών. Ο ποιητής, όμως, αποκαλεί ανόητη την κοινωνία που σκέφτηκε πως η ευαίσθητη - αλαφρόμυαλη Μαρία μπορεί και να αυτοκτονούσε. Για τον Μαρτζώκη μοιάζει αδύνατον αυτή η γυναίκα να μπορεί να σκεφτεί την αυτοκτονία, ίσως λόγω χαρακτήρα. Η κοινωνία, όμως, που πιθανώς να γνωρίζει τις αναποδιές που μπορεί να της συμβούν λόγω της ευαισθησίας της, έχει αντίθετη, και κατά τον ποιητή, λαθεμένη άποψη, αφού δείχνει να πιστεύει πως τη σκέψη της αυτοκτονίας την κάνουν λογικοί και σοβαροί άνθρωποι. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, η Μαρία σαν πραγματικό πρόσωπο να ήταν ένας τραγικός ήρωας της καθημερινότητας της Ζακύνθου, ο ποιητής, όμως, γνωρίζει καλά πως ο τραγικός ήρωας ακροβατεί ανάμεσα από τον χαρακτήρα του ελεεινού και τον χαρακτήρα του τιποτένιου. Όσο ο ήρωας βρίσκεται ανάμεσα από αυτούς τους δύο χαρακτήρες, δεν μπορεί να έχει επίγνωση της τραγικότητάς του.  Όταν το έγκλημά του ολοκληρωθεί, τότε έρχεται σε επαφή με την ηθική του συνείδηση και συνήθως αυτοκτονεί. Αλλά στην περίπτωση που ο τραγικός ήρωας είναι ηλίθιος, ούτε που θα καταλάβει ποτέ το κακό που έκανε και φυσικά για αυτοτιμωρία ούτε λόγος.
Με αυτήν την προσέγγιση, λοιπόν, η κατά όπως φαίνεται ηλίθια Μαρία, ενώ θα μπορούσε να αυτοκτονήσει με τον σουλιμά, προκειμένου να δώσει ένα τέλος στον καθημερινό της (κατά πάσα πιθανότητα) διασυρμό, αυτή συνεχίζει να τον χρησιμοποιεί για τον καλλωπισμό της.
            Η αυτοκτονία με σουλιμά έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον για τη ζακυνθινή πραγματικότητα της εποχής εκείνης. Ο περιηγητής Λουδοβίκος Σαλβατόρ[4] στις λίγες αράδες που αφιερώνει για την αυτοκτονία γράφει:

 Εξαιρετικά σπάνια σημειώνονται αυτοκτονίες στη Ζάκυνθο. Εάν μια αυτοκτονία γίνει από γυναίκα, έχει ως επί το πλείστον την αιτία της στην ερωτική απογοήτευση και τότε παίρνει δηλητήριο. Χρησιμοποιούν για τέτοιο το Corrosiv-Sublimat, που εδώ το λένε σουλιμά. Αυτή τη δηλητηριώδη ουσία τη μεταχειρίζονται και για καλλωπισμό, αφού την ανακατέψουν με ασπράδι αυγού και με το μείγμα αυτό πλένουν το πρόσωπο, για τούτο πωλείται σε μερικά καταστήματα. Εάν στους άνδρες συμβεί μια αυτοκτονία, αυτοί χρησιμοποιούν πιστόλι ή ρεβόλβερ.

Για την αυτοκτονία των ανδρών με όπλο, η καταγραφή του Σαλβατόρ έχει κάποια σχέση με την πραγματικότητα, ενώ για την περίπτωση των γυναικών φαίνεται να στηρίχτηκε σε φήμη και όχι σε έρευνα. Η άποψη του Σαλβατόρ καταρρίπτεται από τον Διονύσιο Κλάδη[5], ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέγραψε και τις αυτοκτονίες των τελευταίων τριάντα χρόνων του 19ου αιώνα. Το διάστημα εκείνο οι αυτοκτονίες των γυναικών γινόντουσαν ως επί τω πλείστον δια του πνιγμού, στα χωριά μέσα στα πηγάδια και στην πόλη στη θάλασσα. Σε ό,τι αφορά στις αυτοκτονίες γυναικών που προήλθαν από δηλητηρίαση, την εποχή εκείνη ο σουλιμάς δεν ήταν η μόνη δηλητηριώδης ουσία, στην οποία είχαν πρόσβαση οι υποψήφιες αυτόχειρες. Η φήμη, λοιπόν, ότι οι γυναίκες αυτοκτονούν με σουλιμά, πιθανόν να προήλθε από τις απειλές που κατά καιρούς οι ίδιες ξεστόμιζαν, προκειμένου να τρομάξουν τους εραστές τους ή το φιλικό τους περιβάλλον. Μία από αυτές πιθανότατα να ήταν και η Μαρία που σατιρίζει στο εν λόγω επίγραμμά του ο Α. Μαρτζώκης.

      Το δεύτερο επίγραμμα που ανθολογείται εδώ είναι γραμμένο για μια νεροκουβαλίστρα που επνίγηκε. Ο ποιητής καυτηριάζει την τραγική ειρωνεία του ανθρώπου που χρησιμοποιεί σαν μέσο αυτοθανάτωσης το στοιχείο εκείνο που τον τρέφει. Εκτός από την κυριολεκτική σχέση που έχει το νερό με τη ζωή, πρόκειται για το παλαιό πλέον επάγγελμα της νεροκουβαλίστρας που στη συγκεκριμένη περίπτωση της εξασφάλιζε το ψωμί του βίου. Πιθανότατα αυτό το επίγραμμα να αναφέρεται σε πραγματικό περιστατικό και να μαρτυρεί τον επικρατέστερο τρόπο αυτοκτονίας των γυναικών της εποχής εκείνης, που ανταποκρίνεται, τόσο στις μαρτυρίες που συνέλεξα από γέροντες και γερόντισσες της Ζακύνθου, όσο και στις γραπτές μαρτυρίες του Διονυσίου Κλάδη (που προανέφερα).
Οι νεαρές απελπισμένες γυναίκες πέφτανε να πνιγούν στα πηγάδια και τις στέρνες. Η αυτοκτονία δια του πνιγμού μέσα στο πηγάδι χαρακτηρίζεται με τη λέξη «επνίγηκε», ενώ για την περίπτωση που ο πνιγμός γινότανε μέσα σε στέρνα, εκτός από τη λέξη «επνίγηκε», στην ορεινή Ζάκυνθο συναντούμε και τη λέξη «εστερνιάστηκε», που δηλώνει την πτώση ανθρώπου μέσα στη στέρνα, χωρίς απαραίτητα αυτό να γίνεται με τη θέλησή του, αλλά πολλές φορές ήταν ατύχημα που συνέβαινε σε μικρά παιδιά.
Με αφορμή, λοιπόν, αυτό το επίγραμμα, θέλω να περιγράψω τα βασικά χαρακτηριστικά των αυτοκτονικών πνιγμών του παλιού καιρού. Καταρχήν, σε αυτόν τον τρόπο αυτοκτονίας κατέφευγαν κυρίως νεαρές γυναίκες και ο λόγος ήταν πάντα η απελπισία που τους προκαλούσε η αφόρητη και με κάθε τρόπο καταπίεση που δέχονταν από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Κύρια αιτιολογία συνιστούσαν τα  ζητήματα ηθικής φύσης, κοινωνικής τάξης και άλλες αηδίες που πίστευαν οι άνθρωποι τότε, έχοντας σαν αποτέλεσμα να γίνονται οι δήμιοι των παιδιών τους. Οι νεαρές αυτόχειρες δεν προειδοποιούσαν για την πράξη τους, ούτε άφηναν αποχαιρετιστήρια επιστολή. Η οικογένεια, αρχικά, διαπίστωνε την εξαφάνιση της κοπέλας. Οι πρώτες εικασίες ήταν μήπως κλέφτηκε με κάποιον με τον οποίο είχε κρυφή ερωτική σχέση ή πάλι μήπως έγινε κάποιο ατύχημα και τραυματισμένη λιποθύμησε ή δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει στο σπίτι. Υποψιαζόντουσαν όμως και το κακό, γι’ αυτό έψαχναν και στα πηγάδια της γύρω περιοχής. Και καθώς έψαχναν, αντίκριζαν το πηγάδι στο οποίο υπήρχαν, πάνω στο φιλιατρό του, τα παπούτσια της κόρης.
Έχει παρατηρηθεί πως το κοινό σημείο που ενώνει όλους τους τρόπους αυτοχειρίας είναι ότι ο αυτόχειρας λίγο πριν τελειώσει τη ζωή του, φροντίζει να βγάλει τα παπούτσια του. Άλλοι πιστεύουν πως αυτό συμβαίνει μόνο με όσους πνίγονται, άλλοι λένε πως δεν είναι απόλυτο, απλά, συμβαίνει συχνά. Κανένας όμως δεν μπορεί να μας πει με βεβαιότητα γιατί συμβαίνει αυτό.


2.

Η άλλη περίπτωση είναι αυτή του ποιητή Ιωάννη Τσιλιμίγκρα[6].


Υποψήφιος αυτόχειρ[7]

Ώς εις τα εχθές μας έλεε πως ποθεί
το θάνατο, αφού είδε αυτός νεκρή
τη σύντροφό του, τη γλυκιά Μαρία.
Κι’ ήταν ο πρώτος που έφυγε από εδώ
συντροφιασμένος για τη Βραζιλία.
Όχι για να ζητήσει θάνατο ή πνιγμό,
αλλά  από φόβο στο βομβαρδισμό,
και μη υποφέρει πείνα και νηστεία.

Δίκαιος σκοτωμός

Αν να σκοτώσεις ήθελες
τον πιο μεγάλο εχθρό σου,
άδειασε την πιστόλα σου
στον ίδιο τον εαυτό σου.

Δύο σατιρικά επιγράμματα σχετικά με την αυτοκτονία, έγραψε ο Ιωάννης Τσιλιμίγκρας. Στο πρώτο με τίτλο Υποψήφιος Αυτόχειρ σατιρίζει κατά πάσα πιθανότητα κάποιο πραγματικό πρόσωπο που μετά τον θάνατο της γυναίκας του κοινοποιεί στον περίγυρό του τη θέλησή του να πεθάνει. Αντί να αφεθεί στη θλίψη του και να παραιτηθεί από τη φροντίδα του εαυτού του, φοβάται τόσο πολύ το ενδεχόμενο του θανάτου που μπορεί να τον βρει από τον επικείμενο βομβαρδισμό του πολέμου και ανησυχεί τόσο πολύ για την πείνα που συνοδεύει τον πόλεμο, με αποτέλεσμα να φύγει για την άλλη άκρη του κόσμου (τη Βραζιλία), προκειμένου να γλιτώσει το κεφάλι του.
      Αυτός ο πιθανότατα υπαρκτός χαρακτήρας του επιγράμματος είναι ο κλασικός φοβιτσιάρης-δειλός, που μπροστά στη θέα του πτώματος της νεκρής γυναίκας του τον τρομάζει τόσο πολύ ο φόβος της μοναξιάς και της ανασφάλειας ώστε δηλώνει δημόσια την πρόθεσή του να πάψει να ζει. Αυτός ο χαρακτήρας μπαίνει στο στόχαστρο της σάτιρας διότι οι πραγματικοί λόγοι που τον κάνουν να σκέφτεται την αυτοκτονία, δεν είναι τα μεγάλα και καταστρεπτικά αδιέξοδα της ζωής (που άνετα θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να ήταν και ο θάνατος της γυναίκας του), αλλά απλά και μόνον επειδή χάνει τη βολή του και την καλοπέρασή του με τον θάνατό της.
      Το γεγονός ότι απειλεί δημόσια τον εαυτό του με θάνατο, το κάνει περισσότερο για να αυτοφοβηθεί και να ενεργοποιηθούν τα αντισώματα εκείνα, που θα τον σπρώξουν, το συντομότερο δυνατόν, στην αποκατάσταση του πρότερου βίου. Πράγματι, αντί να πεθάνει επιστρέφει στις μεγάλες του αξίες: ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Τότε είναι που γίνεται βορά στο αχόρταγο πνεύμα του σατιρικού ποιητή. Φυσικά κανένας ποιητής δεν θέλει, ούτε χαίρεται την αυτοκτονία των ανθρώπων, αλλά επειδή γνωρίζει τη βαρύτητα της πράξης αυτής, δεν διστάζει να σατιρίσει αυτόν που χωρίς σοβαρό λόγο δηλώνει δημόσια την πρόθεσή του να αυτοκτονήσει.
      Στο δεύτερο επίγραμμα ο Ι. Τσιλιμίγκρας συστήνει την αυτοκτονία σε κάποιον για το καλό των υπολοίπων. Και πάλι, μόνο ένας ποιητής θα τολμούσε να συστήσει σε κάποιον την αυτοκτονία, πράγμα τελείως αντιφατικό για την περίπτωση του Ι. Τσιλιμίγκρα που δεν ήταν μόνο ποιητής, αλλά και γιατρός. Με την ιδιότητα του γιατρού, η προτροπή προς την αυτοκτονία είναι τουλάχιστον αδιανόητη.
Εδώ, το πρόσωπο του επιγράμματος είναι πιθανότατα πραγματικό, πρόκειται για κάποιον που έχει βαλθεί να σκοτώσει τον εχθρό του και είναι κάτοχος πιστολιού. Πέρα από το εάν είναι ή όχι πραγματικό αυτό το πρόσωπο, στη Ζάκυνθο της εποχής εκείνης υπήρχαν δεκάδες τέτοια πρόσωπα, άνθρωποι δηλαδή που οπλοφορούσαν και έλυναν τις διαφορές τους με τα όπλα.
Για την ιστορία, να πούμε, πως αυτές τις μαφιόζικες κλίκες τις τροφοδοτούσαν με όπλα και χρήμα οι αριστοκρατικές οικογένειες του νησιού. Ο κάθε κόντες, δηλαδή, είχε τους δικούς του εγκληματίες που του εκτελούσαν συμβόλαια θανάτου και ξυλοδαρμούς, αλλά και κάθε άλλη βρώμικη πράξη που θα εξασφάλιζε την τιμή, τον πλούτο και την ισχύ της οικογένειάς του. Αυτή η σχέση συμμοριών – αριστοκρατών διαλύθηκε με τους σεισμούς του 1953 που ανάγκασε πολλούς αριστοκράτες να εγκαταλείψουν το νησί και πολλούς χωριάτες να κατοικήσουν στην πόλη. Αυτή η ανακατάταξη πλούτου και πληθυσμού έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αποκοπή των συμμοριών από την αριστοκρατία. Ουσιαστικά, εξαφανίστηκε από το νησί αυτή η κοινωνική τάξη που αργότερα αντικαταστάθηκε από τους «νεόπλουτους». Οι μαφιόζικες συμμορίες, αντίθετα από τους εργοδότες τους, παρέμειναν οπλισμένοι στο νησί και δημιούργησαν ένα νέο κύκλο βίας. Αρχικά πολέμησαν μεταξύ τους για να επικρατήσει η ισχυρότερη, αλλά χωρίς τις πλάτες του κόντε, η αστυνομία τους φυλάκιζε και έτσι, μέχρι σήμερα, που υπάρχει μεγάλη εγκληματικότητα και οπλοχρησία στη Ζάκυνθο, είναι αυτοσχέδιες συμμορίες που εγκληματούν, κυρίως, για προσωπικό τους όφελος και άντε, το πολύ πολύ, να τους χρησιμοποιήσει και κανένας τοκογλύφος για εκφοβισμό.
Σε έναν γκάγκστερ της εποχής του απευθύνεται, λοιπόν, ο Ι. Τσιλιμίγκρας. Σε έναν άνθρωπο άκρως επικίνδυνο που μπορεί να σκοτώσει για μια μικρή αμοιβή ή για να επιβεβαιώσει την ισχύ του και το νταηλίκι του. Έτσι λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος που δεν έχει πραγματικούς εχθρούς παρά μόνο κατασκευασμένους, είτε στο μυαλό του είτε στο πορτοφόλι του, του είναι αδύνατον να αναζητήσει στο βάθος της ψυχής του τους πραγματικούς του εχθρούς, οπότε αναλαμβάνει το έργο αυτό ο ποιητής για λογαριασμό του. Σκύβει στη ψυχή του πληρωμένου φονιά και ανακαλύπτει τον μεγάλο του εχθρό, που είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Μόνον έτσι θα βρει την ησυχία και αυτός και οι συμπολίτες του, μονάχα αν αδειάσει την πιστόλα του στον ίδιο τον εαυτό του.



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Ο ποιητής Αντρέας Μαρτζώκης γεννήθηκε από Ιταλούς γονείς στην Ζάκυνθο το 1849. Μορφώθηκε στον τόπο του και έγινε καθηγητής της ιταλικής και γαλλικής γλώσσας. Υπήρξε ένας από τους πολυγραφότερους ζακυνθινούς ποιητές και μεταξύ άλλων έγραψε ευφυέστατα σατιρικά επιγράμματα που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά και ημερολόγια με το ψευδώνυμο Υάκινθος. Έζησε στη σκιά του φημισμένου ποιητή και αδελφού του Στέφανου Μαρτζώκη και η φήμη του δεν ξεπέρασε τα όρια του νησιού του. Πέθανε στη Ζάκυνθο το 1921.
[2] Το επίγραμμα Συκοφαντία προέρχεται από το βιβλίο του Ντίνου Κονόμου, Ζακυνθινοί σατιρογράφοι, Αθήνα 1962.
[3] Το επίγραμμα Σε μια νεροκουβαλίστρα που επνίγηκε προέρχεται από το βιβλίο του Γιάννη Τσιλιμίγκρα (1872-1947),  ΑΠΑΝΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, επιμέλεια εκτύπωσης  Δημοσθένη Ζαδέ, Αθήνα 1973.
[4] Από τον 1ο Τόμο ZANTE του Λουδοβίκου Σαλβατόρ, σε μετάφραση Ζαφείρη Ακτύπη, εκδόσεις Μπάστα, Ζάκυνθος 2007.
[5] Πρόκειται για το βιβλίο του Ιωάννη Μ. Δεμέτη, Τα κυριότερα συμβάντα της νήσου Ζακύνθου 1874-1907. Υπό Διονυσίου Κλάδη, του Ιερέως Παναγιώτη, εκδόσεις ΤΡΙΜΟΡΦΟ, Ζάκυνθος 2004.
[6] Ο Ιωάννης Τσιλιμίγκρας γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1872. Σπούδασε ιατρική στην Αθήνα και το Παρίσι και απόκτησε μεγάλη φήμη στον επιστημονικό κύκλο της εποχής του. Έγραψε λυρικά ποιήματα, πεζά και σατιρικά που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες, περιοδικά και ημερολόγια, συνήθως με τα ψευδώνυμα Ίων, Τσάλμας, Τιμίρας. Το 1912 παντρεύτηκε με την πριγκίπισσα Λουΐζα Βίβες, μετακόμισε στο Μιαμάρ της Μαγιόρκας (Ισπανία) και έζησε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του το 1947.
[7] Τα ποιήματα που ανθολογούνται εδώ, προέρχονται από το βιβλίο ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΙΛΙΜΙΓΚΡΑ (1872-1947), ΑΠΑΝΤΑ,ΠΟΙΗΜΑΤΑ, επιμέλεια εκτύπωσης Δημοσθένη  Ζαδέ, Αθήνα 1973.

Η Γκιόστρα της Ζακύνθου και ο μύθος των Κυθήρων

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Στην φετινή Γκιόστρα της Ζακύνθου, που θα πραγματοποιηθεί, όπως τελευταία έχει καθιερωθεί, το τετραήμερο του Αγίου Πνεύματος (20 έως 23 Ιουνίου), εκτός από τις γνωστές χώρες (Ιταλία, Σαν Μαρίνο και Σλοβακία) και τα μέχρι τώρα νησιά του Ιονίου (Κέρκυρα και Κεφαλονιά), τα οποία από την προηγούμενη χρονιά (2012) συμμετείχαν στις εκδηλώσεις, φέτος θα προστεθούν και τα Κύθηρα, για πρώτη φορά και με σκοπό να παίρνουν πάντα μέρος στην ευρωπαϊκή και πανεπτανησιακή αυτή διοργάνωση.
   Η επιλογή αυτή δεν έγινε τυχαία από την διοργανώτρια Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, η οποία σε μια άριστη συνεργασία με το Δήμο Ζακυνθίων (εκείνο το αγράμματο «Ζακύνθου» του Υπουργείου σκοπίμως το αποφεύγω!) διοργανώνει τους ιστορικούς, έφιππους αγώνες, σε  μια προσπάθειά της για την σωστή αναζήτηση της ντόπιας ιδιαιτερότητας και της γνωριμίας μας με τον γνήσιο πολιτισμό μας.
   Θα μπορούσαμε, επιδερμικά σκεπτόμενοι (και συγχωρέστε μου το πρώτο πληθυντικό, μια και είμαι ο πρόεδρος του Δ. Σ. της Εταιρείας) να καλέσουμε φέτος, σαν τρίτο νησί (μια και σκοπό μας έχουμε κάθε χρόνο να προσθέτουμε και ένα) την Λευκάδα, που σε έκταση έπεται των άλλων δύο ή την Ιθάκη, λόγω της ιστορίας της και της παγκόσμιας φήμης της, σαν πατρίδα του πολύκροτου Οδυσσέα.
   Επιλέξαμε, όμως, το νησί που διεκδικεί και αυτό την προέλευση της Αφροδίτης, επειδή απλά και μόνο, ενώ ανήκει και ιστορικά και πολιτιστικά στο δικό μας, Ιόνιο σύμπλεγμα, τελευταία οι άσχετοι και επιπόλαιοι κυβερνώντες προσπαθούν να το αποκόψουν και να το απογαλακτίσουν από την μητέρα του, που είναι η Επτάνησος και να το αναπροσανατολίσουν, προσορμίζοντάς το στο νομό Πειραιά!
   Μα τα Κύθηρα είναι δικά μας και κομμάτι από τη σάρκα μας. Όποιος τα έχει επισκεφθεί, το έχει διαπιστώσει και αρκεί και μόνο ν’ αναφέρουμε πως στο τέμπλο της εκκλησίας της πολιούχου του νησιού, της Παναγίας της Μυρτιώτισσας, υπάρχουν ιστορημένοι, σαν φύλακες και πυλωροί, οι τρεις Άγιοι της Επτανήσου (Σπυρίδων, Διονύσιος, Γεράσιμος) και πως το Αιγαίο εκεί υστερεί, ως προς το Ιόνιο, το οποίο κυλά στο αίμα των κατοίκων του και στιγματίζει την ταυτότητά τους.
   Μακρόχρονοι είναι και οι δεσμοί του νησιού μας, της Ζακύνθου με τ’ ακριτικά (για τον δικό μας χώρο) Κύθηρα. Πολλοί είναι οι εδώ μεταναστεύσαντες (το επίθετο «Τσιριγώτης» το επιβεβαιώνει) και πολλοί αντίστοιχα και οι δικοί μας, που διάλεξαν να συνεχίσουν εκεί τη ζωή τους. Οι πρόγονοι του Ποιητή μας, του Διονυσίου Σολωμού, σκάλωσαν στα χώματα αυτού του νησιού, πριν εγκατασταθούν στην Ζάκυνθο και γίνουν κάτοικοί της. Οι Άγιοι Πάντες, προσεισμικά και σήμερα ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Νικολάου των Ξένων, έχουν σαν εφέστια Παναγία τους την δική τους προστάτιδα, η οποία είχε δώσει τ’ όνομά της και σε πολλά καράβια, αλλά και την έμπνευση στον ποιητή των τζαντιώτικων αντετιών, τον πολυτάλαντο Γιάννη Τσακασιάνο, σαν άκουγε το «στερνό τ’ απόγιομα» της Μεγάλης Σαρακοστής «το θλιβερό καμπάνισμα απ’ την Μερτιώτισσά» του, να προσθέσει έναν χαρακτηριστικό στίχο στους μοναδικούς και περίφημους «Σπουργίτες» του.
   Έτσι το μικρό, αλλά μεγάλο σε ιστορία και πολιτισμό αυτό νησί των Επτά Νησιών θα βρεθεί φέτος για ένα τετραήμερο κοντά μας, θα εκπροσωπηθεί μ’ έναν ιππότη μας, που θ’ αγωνισθεί γι’ αυτό στην Γκιόστρα μας, η οποία πράγματι γίνεται Επτανησιακή και στο τέλος, εκεί στην λήξη των εκδηλώσεων, θα λάβει μέρος, μαζί με τ’ άλλα νησιά και τ’ άλλα κράτη στο άναμμα της συμβολικής «φουγκαρίας», που θ’ ανάψει συνεχίζοντας μια παράδοση αιώνων, μια και φέτος η μέρα της αποκορύφωσης και των κεντρικών αγώνων της Γκιόστρας της Ζακύνθου συμπίπτει με την γιορτή του Άι-Γιαννιού του Λουμπαρδιάρη και την παραμονή της γιορτής της γέννησης του πριν τον Άγιό μας προστάτη του νησιού μας.
    Εμείς φέτος θυμηθήκαμε το Κύθηρα και τα καλέσαμε κοντά μας. Έτσι τονίζουμε την ενότητα της Ιόνιας Περιφέρειας, που κάποιοι ανιστόρητοι και ασεβείς προσπαθούν ν’ αποκόψουν και να ενώσουν τα νησιά μας με τις απέναντι στεριές, έχοντας σαν παράδειγμά τους  και διδαχή τους το παραδοθέν από τον Καραγκιόζη «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι»!
   Την επόμενη χρονιά, το 2014, θα προστεθεί και η Λευκάδα. Αργότερα η Ιθάκη, οι Παξοί και μετά και τ’ άλλα, τα μικρότερα νησιά. Έτσι η Γκιόστρα της Ζακύνθου θα ενώνει το δυτικό κομμάτι της χώρας μας και θα διεκδικεί την διαφορετικότητα του πολιτισμού του.
   Μα πριν κλείσουμε το σημερινό μας κείμενο πρέπει να επισημάνουμε και κάτι το πολύ σημαντικό για μας. Το νησί των Κυθήρων, ανταποδίδοντας την πρόσκλησή μας και φερόμενο σαν γνήσιο κομμάτι του επτανησιακού χώρου, με την αρχοντιά και την ευγένειά του, έχει από καιρό ετοιμάσει από δικό του ταξιδιωτικό γραφείο εκδρομή στο νησί μας, για τις ημέρες της Γκιόστρας μας. Έτσι ενισχύει και τον τουρισμό μας!
   Να γιατί εμείς οι διοργανωτές των τετραήμερων αυτών εκδηλώσεων ισχυριζόμαστε συχνά πως η Γκιόστρα της Ζακύνθου μπορεί ν’ αποτελέσει για τον τόπο μας και πολιτιστικό και τουριστικό πόλο έλξης και σωστής προβολής. Όποιοι διάβασαν την περασμένη Κυριακή το ολοσέλιδο κείμενο που υπήρχε στην αθηναϊκή εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», το σχετικό με τις εκδηλώσεις μας, θα είδαν πως αυτό ακριβώς επεσήμανε.
   Ο Δήμος Ζακυνθίων από καιρό το έχει καταλάβει και είναι ενεργά κοντά μας. Ας το καταλάβουν και όσοι θέλουν το καλό του νησιού μας.
   Τέτοιες ποιοτικού επιπέδου εκδηλώσεις, μπορούν αληθινά να μας ξελασπώσουν. 

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΠΟΥΛΙΑ ΣΤΙΣ ΠΛΑΤΕΙΕΣ

Το τσίρκο έφτασε στην πόλη του Μπουένος Άιρες. Θα εγκατασταθεί κοντά στην αγορά Αβάστο. Εκεί βρίσκεται το άγαλμα του λυρικού Κάρλος Γκαρδέλ που σκοτώθηκε πριν από χρόνια σε ένα αεροπορικό δυστύχημα και έκτοτε οι γυναίκες μιας κάποιας ηλικίας σιγοτραγουδούν τους σκοπούς του και σκουπίζουν τα μάτια τους. Οι γυναίκες του Μπουένος Άιρες είναι βαθιά πληγωμένες. Ορισμένες πασχίζουν χρόνια να μάθουν την τύχη του μονάκριβου παιδιού τους και γυρνούν με τα λευκά μαντήλια, ρημαγμένες γυναίκες του Μπουένος Άιρες.
Το τσίρκο είναι πασίγνωστο για τα παράτολμα νούμερά του. Διαθέτει ορισμένους από τους πιο φημισμένους ακροβάτες, εκείνοι εκτελούν σπουδαίες στα αλήθεια αιωρήσεις ή βαδίζουν αργά, στην πλατεία κομμένη η ανάσα του κοινού, περπατούν πάνω σε τεντωμένα σύρματα και φωτίζονται με τις μεγάλες, βιομηχανικές λάμπες, καταχειροκροτούνται και έπειτα πετούν μέχρι τη γη, κάποιοι ίσως χάσουν την ισορροπία τους εκεί κοντά στις επικίνδυνες περιοχές. Όσοι δεν κατορθώνουν να ολοκληρώσουν την παρουσίαση καταχωνιάζονται στις λάσπες σε πολλές πόλεις του κόσμου, με ένα σταυρό, τη χρονολογία της γέννησής του και κάτω την επισήμανση εργάστηκε με επιτυχία στο τσίρκο Mirador.
Από το πρωί υπάρχει μεγάλη ζήτηση για τη βραδινή παράσταση. Πρόκειται να πραγματοποιηθεί μια αναλογία του μεγάλου ύπνου, πάει να πει ένας σπουδαίος εκτελεστής θα μιμηθεί την αίσθηση του θανάτου και για λίγη ώρα θα οδηγηθεί στις αιώνιες μονές. Έπειτα με ιατρικά μέσα θα τον επαναφέρουν στη ζωή και ετούτο δεν έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στο παρελθόν. Η περιοχή Αβάστο είναι ίσως κακόφημη, ίσως πάλι εκεί συχνάζουν τις νύχτες οι πλούσιοι έφηβοι και γοητεύουν τα νεαρά κορίτσια της εργατικής τάξεως. Εκεί βρίσκεται το άγαλμα του Κάρλος Γαρδέλ και μια δημιουργία του χρωστήρα, παλιό θεμέλιο του έρωτα ο Κάρλος Γαρδέλ, βυθισμένος μες στο σώμα του δράκου με όλα τα χρώματα, λευκά δόντια και ωραίο στόμα και το αμερικάνικο καπέλο. Γοητευτικέ Κάρλος Γαρδέλ, τι καλά θα ήταν αν απόψε βρισκόσουν και εσύ ανάμεσά μας και σηκωνόσουν λίγο να σε χειροκροτήσουμε με όλα τα φώτα των προβολέων στο ερωτικό σου πρόσωπο.
Καταφτάνουν άνθρωποι από όλες τις γωνιές της πόλης. Κρατούν οι άντρες τα σακάκια τους και οι γυναίκες ντυμένες με λουλουδάτα φορέματα και τρυφερές «καλησπέρες», οι γυναίκες του Μπουένος Άιρες είναι φορτωμένες την πίκρα του φύλου τους, οι γυναίκες του Μπουένος Άιρες θέλουν πολύ να τους ζητηθεί ένας χορός τάνγκο, μυρίζουν θάλασσα και λυπούνται πάντα όταν φτάνει το κρύο. Φυσά πολύ απόψε και η τέντα του τσίρκου τινάζεται προκαλώντας έναν πολύ ανησυχητικό θόρυβο. Όμως τίποτε δεν ακούγεται ούτε νοιάζεται κανείς γιατί τώρα χαιρετούν το πλήθος οι παράτολμοι ακροβάτες, οι άγιοι ακροβάτες Κάρλος και το πλήθος μες στους ιδρώτες και το στρίμωγμα  παθιάζεται, όμορφα, οξεία πρόσωπα σαν κεριά που θρέφουν μεγάλες, ανίκητες φλόγες Κάρλος, μπήκαν κάποια πουλιά μες στο τσίρκο και ένας που είναι επιστάτης τα κυνηγά με τις μεγάλες ξώβεργες και σε λίγο όλα κείτονται νεκρά, σφαγμένα πάνω στο πέταγμά τους τα λαθραία πουλιά, το πλήθος χειροκροτεί παθιασμένα τώρα, τράφηκε με αίμα Κάρλος και τώρα θα μπορούσαν να σταθούν, καθώς εκείνα τα απομακρυσμένα πρόσωπα του Έντουαρντ Χόπερ που κοιτούν τον ήλιο ήμερα στις σεζλόνγκ ή βρίσκονται σε επαρχιακούς σταθμούς ανεφοδιασμού κάπου στην αμερικανική ενδοχώρα προσμένοντας να πεθάνουν χριστιανικά.
Οι ακροβάτες εκτελούν το νούμερο, ισορροπούν πολλά μέτρα πάνω από τη γη σε σύρματα, με μικρές κραυγές όπως πουλιών το πλήθος επευφημεί την αυτοσυγκράτησή τους, χειροκροτούν και έπειτα κάνουν μια πολύ μεγάλη ησυχία. Ένας είπε, ετούτη η ησυχία μοιάζει με την επικήδεια που κανείς δεν μιλά, μόνον κοιτάζει το λείψανο και αργά το απόγευμα αποχαιρετά το συντριμμένο σπίτι με μια ακατανίκητη έλξη για σκοτάδι και έρωτα και πάθη. Όμως απόψε ο πιο σπουδαίος ακροβάτης πρόκειται να σκοτωθεί. Ένα λάθος βήμα, τα πουλιά που εισέβαλαν εκδικητικά σαν αρρώστιες μέσα από τα ανοίγματα της τέντας, πρόλαβαν και κατασπάραξαν τα μάτια του, το θέαμα ήταν φοβερό, έτσι εξαρθρωμένος ο ακροβάτης, τα μάτια του καρφωμένο στο κενό, λίγο αίμα από τη μύτη και τα φαγωμένα μάτια Κάρλος, τα πουλιά ρήμαξαν τα μάτια του, τώρα δυο πηγάδια στα περιβόλια και μέσα τα αίματα και ένας που πνίγεται.
Το πλήθος αποφασίζει την περιφορά του σώματος του ακροβάτη. Θα πορευτούν καθώς είναι προς το ναό. Πάει να πει τα κορίτσια με τις φλοράλ ενδυμασίες, οι ιδρωμένοι συνοδοί τους, όλοι θα κατευθυνθούν προς το ναό της Μπόκα με το σώμα του ακροβάτη στα χέρια τους, έλα και εσύ Κάρλος και εσείς χαμένα παιδιά του Μπουένος Άιρες και ούτε καλοί άνεμοι πια ούτε τίποτα, μόνο λυκοθηράρχες στους δρόμους ή ένα κοπάδι ανθρώπινο ή ποτάμι που τώρα θα ξεσχίσει τις ακτές, εσείς κυνηγοί προσέξτε τα ρεύματα που κουβαλούν νεκρούς και κορίτσια με λουλουδένια φουστάνια. Εκεί που θα γίνει η ταφή υπάρχουν ομαδικοί τάφοι με κόκαλα και σιαγόνες σκύλων, νεανικά κρανία με τις οπές ανάμεσα στα μάτια, γύρω ανεμίζουν οι γάζες, τέτοιες πληγές Κάρλος δεν επουλώνονται. Από μια πάροδο καταφτάνουν οι μανάδες των εξαφανισμένων, δεν τραγουδούν, μοιάζουν χαμένα πρόσωπα μες στα μαιναδικά σκοτάδια. Έλα και εσύ Κάρλος και οι ναύτες από τα άνεργα καράβια, ελάτε όλοι σε τούτη την πορεία, στολιστείτε με λουλούδια και στεφάνια εσείς που είστε πιο ανθρώπινοι από όλους και έχετε την ευθύνη επιτέλους να λήξετε ετούτη την εποχή.

Το πρόσωπο του ακροβάτη φέρει μια ανείπωτη λευκότητα, μνημειακή. Έπειτα από χρόνια θα λατρεύεται σαν θεός.

[Εικαστικό σχόλιο στο κείμενο: Γιάννης Στεφανάκις]

ΛΑΜΠΕΡΗ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕ ΤΟΝ «ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΟΛΛΑΝΔΟ» ΤΟΥ ΡΙΧΑΡΝΤ ΒΑΓΚΝΕΡ [1813-1883] ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Με την αίσθηση του ακροατή γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Μια από τις δημοφιλέστερες όπερες του Ρίχαρντ Βάγκνερ, τον «Ιπτάμενο Ολλανδό», είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στις 7 Ιουνίου του 2013 στο Θέατρο Ηρώδου του Αττικού, στη λαμπερή εναρκτήρια παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών από την Εθνική Λυρική Σκηνή, σε σκηνοθεσία του διάσημου Έλληνα σκηνοθέτη και σκηνογράφου Γιάννη Κόκκου και μουσική διεύθυνση του καταξιωμένου αρχιμουσικού Λουκά Καρυτινού. Με την παράσταση αυτή το Φεστιβάλ Αθηνών και η Εθνική Λυρική Σκηνή συμμετέχουν στον εορτασμό των 200 χρόνων από τη γέννηση του Γερμανού Συνθέτη.

Εμβληματική μορφή ο Ρίχαρντ Βάγκνερ γεννήθηκε στη Λειψία στις 22 Μαΐου του 1813. Την ίδια χρονιά γεννιέται στο Λε Ρόνκολε της βόρειας Ιταλίας ο Τζουζέπε Βέρντι, ο άρχων της Ιταλικής Όπερας. Στα δέκα πέντε χρόνια του ο Βάγκνερ συγκλονίζεται ακούγοντας την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν, ίσως τότε να ανακάλυψε το όριο ανάμεσα στην ποίηση και στη μουσική κι αυτό να ξύπνησε το μουσικό του δαιμόνιο που τον έσπρωξε στη σύνθεση. Η Ενάτη Συμφωνία παραμένει το ίνδαλμά του για όλη του τη ζωή και πιστεύει ότι είναι το  «Ευαγγέλιο» της   ανθρώπινης Μουσικής Τέχνης. Πιστεύει ακόμα ότι οι όπερές του ήταν η συνέχεια της Μεγάλης αυτής Συμφωνίας. 

Ο Βάγκνερ εντυπωσιάζεται επίσης στα νεανικά χρόνια του από τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό και κυρίως από τα αθάνατα έργα του Αισχύλου και οραματίζεται μια τέχνη πάνω στα αρχαιοελληνικά πρότυπα  με υψηλά νοήματα και διδακτικό περιεχόμενο, που όσο βαθύ κι αν είναι εκφράζεται με σαφήνεια και γίνεται κατανοητό. Ακολουθώντας τα διδάγματα  των μεγάλων τραγικών αναζητά τον τρόπο συγκερασμού και σύγκλισης των τεχνών για την επίτευξη ενός αληθινού έργου τέχνης που φέρει μέσα του  την «ψυχαγωγία», την αγωγή της ψυχής. Παράλληλα συμμετέχει στο μεγάλο κίνημα των κορυφαίων του ρομαντισμού (Σίλερ, Χάινε, Χαίλντερλιν, Σέλλεϋ και Χόφμαν) και εμπνέεται από τα μεσαιωνικά μυστήρια, τους  θρύλους και τους μύθους, τα αρχέγονα ανώνυμα λαϊκά ποιήματα. Δημιουργεί εξ ολοκλήρου το έργο του, γράφοντας εκτός από τη μουσική και το λιμπρέτο το οποίο θέλει να καθιερώσει ως «Μουσικό Δράμα». Με την πρωτοποριακή σύλληψη των ποιητικών κειμένων του, αλλά κυρίως με την ευρηματικότητα και τις μουσικές καινοτομίες του,  επηρεάζει τις τέχνες και τα γράμματα αλλά και τον τρόπο  σκέψης των συγχρόνων του. Αναλύει την τέχνη του, κάτι που έκαναν μεγάλες μορφές της ζωγραφικής, όπως ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι και ο σύγχρονος του συνθέτη Γάλλος ζωγράφος Ευγένιος Ντελακρουά, για να μην αναφέρουμε τους μεγάλους ποιητές και κριτικούς τέχνης Σαίξπηρ και Γκαίτε. Στο έργο του συνδυάζει ποίηση, θέατρο και μουσική σε μια προσπάθεια να εκφράσει τη συλλογική συνείδηση του Γερμανικού Λαού, τον οποίο και θεωρεί λαό ανώτερο, περιούσιο, στοιχείο που θα οικειοποιηθούν αργότερα οι ναζιστές.

Ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» ή «Πλοίο Φάντασμα», ρομαντική όπερα σε τρεις πράξεις, ορόσημο για το Γερμανικό πολιτισμό και για τον ίδιο το συνθέτη, που οδηγείται στην αναζήτηση νέων αξιών, γράφτηκε  το καλοκαίρι του 1839 κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του από τη Ρίγα στο Λονδίνο, ταξιδιού «γεμάτο περιπέτειες και γνώση». Το ποιητικό κείμενο της όπερας εμπνεύστηκε ο Βάγκνερ από τη σατιρική νουβέλα του Χάινριχ Χάινε «Τα απομνημονεύματα του κυρίου Σναμπελεβόπσκι» (1833). Η πρεμιέρα της όπερας έγινε στη Δρέσδη, στις 2 Ιανουαρίου 1843, στο Βασιλικό Θέατρο της  Αυλής της Σαξονίας, υπό την διεύθυνση του συνθέτη.

Με κεντρικό θέμα τη λύτρωση, ο Βάγκνερ αφήνεται στο θρύλο και αναπτύσσει, πέρα από τη συμβατική μορφή, το μύθο  του «καταραμένου» ήρωα, του  Ολλανδού ναυτικού που ασεβεί στη δύναμη της φύσης όταν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού έρχεται αντιμέτωπος με μια τρομακτική θύελλα που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της. Εκείνος ορκίζεται στο Σατανά ότι θα αναμετρηθεί μαζί της και θα διασχίσει το ακρωτήριο με οποιοδήποτε κόστος κι αν ακόμα χρειαστεί να ταξιδεύει ως τη Δευτέρα Παρουσία. Αντί του Δέους, η Ύβρις κυριαρχεί στην ψυχή του Ολλανδού! Και ο Σατανάς, τιμωρός, θα τον καταραστεί για την υπεροψία και θα γίνει φάντασμα, που θα πλανιέται αενάως στις θάλασσες και μόνο κάθε επτά χρόνια θα πιάνει στεριά. Η δε κατάρα του δε θα λυθεί παρά μόνο αν βρεθεί μια γυναίκα και του ορκιστεί αιώνια πίστη. Φτάνοντας στη στεριά σχεδόν υβρίζει τον Ωκεανό. «Ξιπασμένε Ωκεανέ σε λίγες μέρες θα με ξαναδεχτείς. Δεν έχω τάφο πουθενά». Να όμως, που δίπλα στο πλοίο φάντασμα αγκυροβολεί ένα νορβηγικό πλοίο. Οι δυο καπεταναίοι γνωρίζονται και ο Ολλανδός  προσφέρει πλούσια δώρα στον Νορβηγό για να τον φιλοξενήσει και όταν μαθαίνει ότι έχει μια κόρη την ζητά σε γάμο προσφέροντάς του όλα του τα πλούτη. Η συμφωνία κλείνεται. Η κόρη του Νορβηγού καπετάνιου, η Ζέντα,  επηρεασμένη από το λαϊκό θρύλο και από ένα πορτραίτο του «Ιπτάμενου Ολλανδού»που κρέμεται στο δωμάτιό της διακατέχεται από μία μυστηριακή φαντασίωση ότι ο αγαπημένος της θα φτάσει από τις θάλασσες και τραγουδά μαζί με τις φίλες της τη μπαλάντα του θαλασσοδαρμένου ναυτικού και μέσα στον οίστρο της αναφωνεί «Ας είμαι εγώ αυτή που θα σε λυτρώσει». Και να, που ο αρραβωνιαστικός της θα είναι  ο άνδρας του πορτραίτου και εκείνη, πλάσμα ευτυχισμένο, με μεγαλείο ψυχής, αγαπά έναν δυστυχισμένο για τα ασήκωτα πάθια του και  του δίδει μόλις τον αντικρίσει όρκο πίστης και αγάπης ως το θάνατό της. Για να μην παραβεί αυτό της τον όρκο και για να τον βεβαιώσει για την πίστη της,  πέφτει στη θάλασσα και  πνίγεται. Η δύναμη της αγάπης  θριαμβεύει και  δαμάζει τις υπερφυσικές δυνάμεις. Η θυσία της νέα γυναίκας λύνει την βαριά κατάρα, το πλοίο φάντασμα χάνεται, ο «καταραμένος» Ολλανδός αξιώνεται τη Λύτρωση και η εξαϋλωμένη «ιδανική» μορφή  της νέας ανυψώνεται πάνω από τα κύματα στους ουρανούς.


Ο Γιάννης Κόκκος, στην πρώτη του συνεργασία με τη Εθνική Λυρική Σκηνή, σε μια εξαιρετική παράσταση ερμήνευσε τον Ιπτάμενο Ολλανδό μέσα από μια διαχρονική πανανθρώπινη διάσταση. Ο Σκηνοθέτης με τις ελληνικές καταβολές του προσεγγίζει τον «προμηθεϊκό», όπως τον αποκαλεί, ήρωα  μέσα από το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα  προβάλλοντας την ύβρη, τον έρωτα, τη λύτρωση, το θάνατο μέσα από μια υψηλή, αισθητική θεώρηση, αποκαλύπτοντας  στο θεατή τα ουσιώδη και συγκλονιστικά στοιχεία της Όπερας, τον προβληματισμό και το μεγαλείο της  αξεπέραστης τέχνης του Βάγκνερ. Με την εκπληκτική σκηνογραφία του και το video wall του Ερίκ Ντυραντώ, μοιάζει σα να βρήκε την αντιστοιχία των αρμονικών ζωγραφικών τόνων μ’ εκείνες  των μουσικών ήχων που επενεργούν λυτρωτικά στον πυρήνα των αισθήσεων. Με την ενδυματολογική του δε πρόταση σε άσπρο μαύρο εντείνει ακόμα περισσότερο την αγωνία και την πάλη με τους  εσωτερικούς εφιάλτες.

Ο Γερμανός βαρύτονος Τόμας Μάγιερ, επιβλητικός, με πλούσιο ήχο και θεατρικότητα ερμήνευσε επάξια το δύσκολο ρόλο του Ολλανδού και καταχειροκροτήθηκε. Η Αμερικανίδα υψίφωνος Ζαν-Μισέλ Σαρμπονέ, με τη γλυκιά και δραματική φωνή της στο ρόλο της Ζέντα συγκίνησε ιδιαίτερα και καθήλωσε τους θεατές, τόσο στην εξαιρετικά σκηνοθετημένη σκηνή στο σπίτι της με το ροδάνι όσο και στην υπόλοιπη παράσταση. Δεν υστέρησαν στις ερμηνείες τους ο Αμερικανός βαθύφωνος Γκρέγκορυ Φρανκ στο ρόλο του Νορβηγού ναυτικού  Ντόλαντ, Ο Βρετανός τενόρος  Ίαν Στόρεϋ, στο ρόλο του κυνηγού  Έρικ, η  μεσόφωνος Ελισάβετ Κλονόβσκαγια στο ρόλο της παραμάνας της Ζέντα και ο πάντα εξαιρετικός τενόρος Αντώνης  Κορωναίος, τιμονιέρης του Ντόλαντ. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι η κυρία Τζένη Μαστοράκη, απέδωσε, με τη μεταφραστική της ικανότητα, πιστά το κείμενο των υπερτίτλων, χωρίς όμως την ακαμψία και την ξηρότητα που συνήθως χαρακτηρίζει αυτές τις μεταφράσεις, αντιθέτως κόσμησε το κείμενο με ευκαμψία και γλαφυρότητα.  

Ο Λουκάς Καρυτινός, με την αστραφτερή μπαγκέτα του πρόβαλε  την μεγαλοπρέπεια της Όπερας, το κολοσσιαίο και διαυγές πάθος της σύνθεσης  και ώθησε τους ερμηνευτές του να φωτίσουν  τον πνευματικό, εσωτερικό κόσμο των ηρώων του Βάγκνερ. Το δυνατό χειροκρότημα ήταν για το σκηνοθέτη, το μαέστρο, την θαυμάσια ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, την εξίσου θαυμάσια Χορωδία και τον διευθυντή της Αγαθάγγελο Γεωργακάτο, η επιβράβευση των κόπων τους.

Με την εξαίσια μουσική, το ύφος και το χαρακτήρα της παράστασης μας αποκάλυψαν ένα κόσμο ονειρικό τον οποίο μόνο η τέχνη μπορεί αληθινά να προσεγγίσει μέσα από διανοητικές και ψυχικές διεργασίες. Και φαντάζει φτωχός ο λόγος, για ν’ αποδώσει το μεγαλείο της Μουσικής, εκτός και αν ανατρέξουμε  στο μεγάλο Μπωντλαίρ, που θεωρεί τον Ποιητή «καλύτερο από όλους τους κριτικούς» και αναζητήσουμε κι εμείς έναν Ποιητή για να εκφράσει τα συναισθήματά μας!


Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Αχιλλέας Κατσαρός: ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ ΣΤΟΥΦΗ (μελέτημα)


Μια προοπτική προσέγγισης της ποιητικής συλλογής Νιρβάνα

Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή κρύβει πάντοτε πίσω του μια κλιμάκωση. Ζωή - Θάνατος οι δύο άξονες της φάρσας. Και φυσικά πάντοτε η κλιμάκωση ξεκινάει με μια προσμονή.
Η πρώτη αίσθηση ήταν όχι δύσκολη ποίηση, δύσκολος χορός. Χορός και μουσική με βήματα γυμνά πάνω σε καρφιά για να βγαίνει αίμα. Γυμνός χορός.
Ουσιαστικός χορός.
Το προφανές, η ειρωνεία στον τίτλο. Νιρβάνα. Η απόλυτη ευτυχία. Δε θα σταθώ στο προφανές. Η Νιρβάνα δε ξέρω πώς θα λεγόταν με αναγραμματισμό αλλά ας δοκιμάσουμε ένα όνομα. Αναβρίν.  Χάος. Μόλις δημιουργήθηκε κάτι αντίθετο της ευτυχίας.
Άραγε είναι αυτό που ορίζουμε ως δυστυχία; Πολλά ερωτήματα. Χορός με φαντάσματα. Ναι, κάποιοι κυνηγάμε φαντάσματα στο χρόνο που οι άλλοι κοιμούνται. Ας ξαναγυρίσουμε λοιπόν στο φυσιολογικό όνομα. Νιρβάνα. Φιλοσοφική θεώρηση. Την παρακάμπτω τη φιλοσοφία για την ώρα.
Ας πιάσουμε το ποίημα Προσμονή. Δε θα σχολιάσω επίσης το φανερό της καλαισθησίας της έκδοσης με το πλαίσιο ή με το έντονο κόκκινο (χωρίς να σημαίνει πάντα το κόκκινο ότι τονίζεται συγκεκριμένο μέρος του ποιήματος). Η Προσμονή μοιάζει ερωτικό ποίημα. Δεν είναι. Είναι ποίημα θανάτου.
Ο ποιητής δεν περιμένει τη μούσα - οπτασία. Περιμένει το θάνατο να αναμετρηθεί μαζί του. Κεντρικό σημείο για μένα εδώ το δίστιχο της τελευταίας στροφής

 γιατί θα στεγάζομαι σε όστρακα κοχυλιών

 Προκύπτουν δύο θεωρήσεις : Η μια: γίνομαι τόσο μικρός όσο η σιωπή μου και χωράω στο όστρακο. Η δεύτερη: το όστρακο - κέλυφος σπάζει ή φθείρεται , άρα ουσιαστικά είμαι άνευ ασφάλειας. Και σε προσμένω.
Στο ποίημα Η Συνάντηση, αφιερωμένο στον Τάσο Λειβαδίτη. Το εύρημα του σκύλου - ανθρώπου απαντά ήδη στην αρχαία ελληνική λυρική ποίηση (Ξενοφάνης) , ωστόσο το να μιλά εδώ τρόπον τινά ο Λειβαδίτης για την προσωπική μου οπτική λειτουργεί ως ένας προπομπός ή ως ένα διάκενο με το εκεί ή με το επέκεινα. Ο ποιητής είναι προ της εισόδου ή της καταβυθίσεως στον Άδη. Ο σκύλος λειτουργεί συντροφικά ή ως ανάμνηση ή ακόμα ως πλεύση με ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Φυσικά ακούγεται εδώ και η Οδύσσεια, ιδωμένη από μια διαφορετική οπτική.
Στην καταβύθιση, λοιπόν, αυτή προβάλλει το ποίημα Η Μαρία και η Θάλασσα. Όχι 2 υποκείμενα. Ένα. Ένα και το αυτό. Στο όνομα δε Μαρία ακούγεται και το λατινικό mare ( η θάλασσα). Εδώ ο ποιητής διχοτομεί. Οφείλει να διχοτομήσει για να βρει το χρέος του. Να μετρήσει τα δε θέλω του και να αντιμετωπίσει τα θέλω του. Η Μαρία - Θάλασσα δεν έχει ιστορία. Είναι πριν την ιστορία και θα είναι και μετά. Η Μαρία - Θάλασσα είναι ένας κόσμος δίχως ηλικία απ' τον οποίο θηλάζουμε τον έρωτα. Θηλάζουμε. Προσέξτε το. Στη ζήση μας περνάμε και θηλάζουμε. Σώματα.
Μια στάση και στο ποίημα Ουρανία. Εδώ κάτω, λοιπόν, σε ένα χώρο νεκρών, το να βλέπεις λίγο ουρανό σε κάνει να πάρεις θέση απέναντι στο χάος. Σημειώνω εδώ 2 σημεία :

Το πρώτο :  Το χάος είναι ό, τι δεν είναι
                     και ό, τι είναι αδύνατο να φανταστούμε.

Το δεύτερο : Όλοι μας
                     υπάρχοντες και μη
                      είμαστε το ίδιο κάτοικοι του χάους.

Το Αμπέλι είναι ποίημα σχολείου. Όταν χρησιμοποιώ την έκφραση αυτή το θεωρώ σπουδαίο ποίημα, που αξίζει να διδαχθεί. Το Αμπέλι και το δίπολο γήρας νιότη ή μνήμη και λήθη έντονα διαμορφωμένο εδώ ως ανάγλυφη εικόνα.
Αύγουστος. Μήνας τελετουργίας.
Δε θα πάω ξανά στο προφανές (τρύγος, κρασί, να πιούμε εις ανάμνηση). Ποια ανάμνηση; Μα την ώρα που σηκώνεις το ποτήρι να πιεις εις ανάμνηση ο νεκρός είναι ήδη εκεί. Και σε φτύνει όχι γιατί δεν τον βλέπεις, αλλά γιατί νομίζεις ότι δε θυμάται να πίνει κρασί. Αυτό είναι το χάος. Και αυτή είναι η ομορφιά του χάους.
Δεύτερο μεγάλο ποίημα σ’ αυτή τη λιτή και ώριμη συλλογή (είμαστε 2003 και η πρώτη συλλογή του Ζαχαρία Στουφή είναι ήδη πίσω στο 1996). Το ποίημα Νιρβάνα. Ελεγείο ολόκληρο. Σιωπή. Δίχως σχόλια.
Για τη σχέση Ποιητή και ποιήματος ή για την αντίληψη της ποίησης δηλωτικό το συγκεκριμένο σχεδόν ομότιτλο ποίημα. Απομονώνω τους τελευταίους στίχους:

 Η αιωνιότητα του χάρισε στη ζωή τα προνόμια του θανάτου
έχει το ταλέντο να ζει νεκρός , και πεθαμένος να υπάρχει.
Για τον ποιητή δεν υπάρχει θάνατος
και η ζωή μοιάζει ξένη.

Το χάος. Τάξη ή αταξία; Κόσμος ή ά - κοσμος;  Εύ - σχημος ή ά - σχημος;

Το χάος είναι η πιο ζεστή αγκαλιά
αυτή του έρωτα και του θανάτου.

Άραγε τι παραπάνω να πεις;
Δύο σημεία . Δύο τελείες.
Σημείο Α΄  Πορεία προς τα εκεί.
Σημείο Β΄   Αντίστροφη πορεία προς τα εκεί.
Χάος.
Στην Εξομολόγηση επιχειρείται για μένα ένα προφανές κατηγορώ στον « Πατέρα » που ήδη υπάρχει κι ένα εντελώς αφανές κατηγορώ στον « Πατέρα » που δεν υπάρχει ή στον «Πατέρα» που θα γίνουμε. Κανείς «Πατέρας» δε «σκοτώνει» το παιδί του. Μα θα μου πεις πώς το σκοτώνεις ; Το βάζεις να μεταλάβει πραγματικότητα. Αν το μάθεις ή αν μάθεις κι εσύ να είσαι άνθρωπος , θα την αντέξουμε την πραγματικότητα.
Στο ποίημα Αυτοκτηνογραφία. Το εσωτερικό κτήνος. Πώς θα συμφιλιωθείς; Πώς θα το αποδεχτείς για να αποδεχτείς και τον άλλον;
Η έννοια της αγάπης είναι ακριβώς ετούτη. Να αγαπήσεις το Κτήνος σου για να μπορέσεις να αγαπήσεις το Κτήνος του άλλου. Τα υπόλοιπα είναι κοσμητικά επίθετα κι έρωτες γαρνιτούρες.
Στο Δυστυχία, το προφανές εδώ πάλι. Να θεωρήσουμε πεσιμισμό. Κανένας πεσιμισμός. Είναι η δυστυχία του να μην υπάρχει ευτυχία.

Η ευτυχία δεν έχει χώρα.

Δε χωράει η ευτυχία. Αυτό που λέμε ευτυχία και βλέπουμε φωτογραφίες και γελάμε (χαιρόμαστε) είναι συναισθήματα. Ανάλυση λέξης ετυμολογικά.
Ευ - τυχειν δηλ. καλή τύχη. Ποια είναι η καλή τύχη; Η θεώρηση των αρχαίων μας - για να μη τα ξεχνάμε - καλή τύχη ίσον καλός θάνατος. Αν στο ενδιάμεσο έχεις καλή ζωή είναι επίσης θέμα προβληματικής.
Ακολουθεί το ποίημα Αποχαιρετιστήρια επιστολή

Ποτέ δεν κατάλαβα τίποτα
και πάνε χρόνια που έχω να βάλω τα κλάματα.

Ένα σχεδόν « επιτύμβιο» με τη συνείδηση, προσπάθησα να απαντήσω, απάντησα άραγε; ακόμα έχω απορίες
 Στην Κόλαση, δεσπόζει η τραγική επίγνωση ο χρόνος περνάει αλλά μοιάζει τόσο ακίνητος.

Και καθώς ο χρόνος δεν περνούσε
όλο και πιο πολύ σκοτάδι γινόμουν
όλο και πιο πολύ τίποτα.

Και ως Nosferatu ο ποιητής θα πει:

 Έχει κι ο θάνατος λοιπόν το θάνατό του
γι' αυτό και οι νεκροί ξαναπεθαίνουν. 

Με άλλα λόγια , μεταξύ 2ου και 3ου θανάτου μεσολαβεί η πρώτη ζωή και ο πρώτος θάνατος να μεταφράσω. Η κλιμάκωση φτάνει στο τέλος (φτάνει άραγε;) με τη Φάρσα.

Η φάρσα είναι οτιδήποτε τελειώνει
ακόμα και το τέλος του τέλους.

Έρωτα πέθανες. Θάνατε πέθανες. Τέλος. Έρωτας και Θάνατος. Ζωή και Θάνατος. 2 σημεία. Φάρσα. Νιρβάνα. Ζαχαρίας Στουφής.

 *Η Νιρβάνα του Ζαχαρία Στουφή εκδόθηκε από το περιοδικό της Ζακύνθου ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ τον Νοέμβριο του 2003.


Ερμηνευτικά και ανερμήνευτα

Θα μπορούσα να ξεκινήσω Ονειροπληξία μια τριλογία από τον Ζαχαρία Στουφή αλλά με παιδεύει αυτό το δαιμονικό γαλάζιο εξώφυλλο, που αν και μιλά για θάνατο, μήπως τελικά μιλάει για τη ζωή; Το να είσαι τόσο συνοπτικός και ουσιαστικός είναι προσόν. Ας επιχειρήσω όμως ένα ξεκίνημα. Τριλογία. Να υποθέσουμε ότι μιλούν 3 φωνές του ποιητή που ζει εξοικειωμένος με την έννοια του θανάτου.
Η Ονειροπληξία είναι αφιερωμένη στον Ορέστη Αλεξάκη, «το δάσκαλο του» όπως του αρέσει να τον αποκαλεί και μαζί η υπόδειξη του ποιητή ότι, η ονειροπληξία είναι η ανοιχτή συνομιλία με τη Νυχτοφιλία του «δασκάλου του».
Δυισμός : Ύλη – Πνεύμα σε 4 στίχους μια σύνοψη αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.
2 τα υλικά του Πνεύματος. Το όνειρο κι ο θάνατος.
Έτσι είναι. Όνειρα που ξεκινούν, πορεύονται, τελειώνουν, αρχίζουν ξανά. Ο θάνατος είναι      η πραγματικότητα του ονείρου. Με άλλα λόγια, μια που πατάς στον αέρα και μια που πατάς στο χώμα. Κι όταν πατάς στο χώμα, αυτό το χώμα γίνεται και δικό σου. Του σκουληκιού σου. Τι να κάνουμε; Βλέπετε ο ουρανός δεν έχει ή δε χωρά σκουλήκια. Δεν έφτασαν ως εκεί. Δεν πετάνε. Ο ουρανός έχει μόνο όνειρα.

Είναι και κάποιοι / μ’ άλλη λογική / που επενδύουν / στην απάτη των ονείρων.

Απάτη δεν είναι μόνο το ξεγέλασμα. Δε μπορείς και να το πατήσεις το όνειρο. Μπορείς μόνο να πας προς τα εκεί. Και αν έστω και λίγο καταφέρεις να πορευθείς στην πορεία του, τότε ναι υπάρχει μια κάποια ευτυχία. Γιατί απόλυτη ευτυχία δεν υπάρχει ένεκα θανάτου.

Κι έχεις μετά δικιά σου όλη τη θλίψη:

Είναι η θλίψη που δεν πρόκειται να μου ή μας πάρει κανείς, όπως συνηθίζω να λέω. Ναι,  η θλίψη είναι δική μου, όπως ο θάνατός μου. Προσέξτε το μου , την κτητική αντωνυμία. Είναι ίσως το μόνο πράγμα (δεν είναι πράγμα ακριβώς) ο θάνατος που είναι απόλυτα δικό μας. Δε μπορεί να πεθάνει άλλος για μας όπως και δεν μπορεί να ζήσει άλλος για μας. Και δε μπορούμε να πάρουμε τα χρόνια του. Άλλωστε γινόμαστε νεκροί έτσι κι αλλιώς. Ποιος θα ήθελε για παρέα έναν επαναλαμβανόμενο νεκρό, που μάλιστα θα είχε και την εμπειρία του θανάτου ; Θα ξεχείλιζε αλήθειες και θα έκανες χαρακίρι. Ναι πιστεύω θα έβρισκες τιμή να κάνεις χαρακίρι.

Η εκφορά περίπατος στο σύμπαν.

Η εκφορά δεν έχει ίσκιο. Η εκφορά και συννεφιά να είναι, είσαι έξω (στον ήλιο ίσως), πάντως είσαι έξω , άρα εκτίθεσαι. Άρα, να περπατάς.
Το ζητιανεύει δάκρυα σα μοτίβο το βλέπω και στον Αλέξανδρο Δαμουλιάνο και επισημαίνω εδώ τις ομοιότητες , καθώς είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι ο ένας δεν έχει διαβάσει τον άλλον. Ζητιάνος θάνατος ως μοτίβο μου αρέσει επίσης και είναι από αυτά που επεξεργάζομαι. Σίγουρα απαντάει και αλλού.

Χορεύει ο τρελός στο πανηγύρι του.

Μοτίβο που απαντά και στον Ράινερ Μαρία Ρίλκε ή άνθρωπο του Ρήνου όπως τον λέω. Θα δώσω το σχετικό κομμάτι σε μορφή link στο τέλος σα βιβλιογραφία. Βέβαια πριν το Ρίλκε καλό είναι να ξαναδούμε Σολωμό και πριν το Σολωμό (και αυτές είναι οι εκπλήξεις μου) ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Θα παραθέσω κι εδώ το συγκεκριμένο ποίημα στο τέλος.

Όσοι τη ρότα / του ονείρου ακολουθήσανε / βούλιαξαν στη σκληρή /πραγματικότητα.

Δεν είναι απαισιοδοξία ούτε μελαγχολία. Είναι το ίδιο το όνειρο που είναι εκ φύσεως σκληρό και άτεγκτο, εφόσον έχει και θάνατο μέσα του. Συνήθως είμαστε μόνο ρομαντικοί και το βλέπουμε μόνο με τη μια πλευρά το όνειρο. Ίσως το βλέπουμε μόνο Ύλη ή Σώμα. Είναι και Πνεύμα. Έχει και θάνατο μέσα. Το δικό του θάνατο. Δε χρειάζεται έξωθεν θάνατο. Αυτήν την αντίφαση οφείλουμε όχι να ερμηνεύσουμε γιατί τίποτα δε θα πούμε , αλλά να αποδεχτούμε και να επιχειρήσουμε να πορευθούμε. Άλλο αν θα μείνουμε ακίνητοι. Το πιθανότερο είναι αυτό.

Το όνειρο, το κιάλι που ο θεός / μας έδωσε να βλέπουμε το χάος.

Χάος τα ατελεύτητα όνειρα. Όνειρο η δεύτερη ζωή. Όνειρο η ζωή του Παραδείσου ή της Κολάσεως. Όνειρο η ζωή που θέλω να ζήσω. Όνειρο η ζωή που ζω.
Να βάλουμε κι άλλα όνειρα.
Θέλω να ζήσω ή ζω μόνος.
Θέλω να ζήσω με σένα.
Θέλω να ζήσω χωρίς εσένα.
Μου λείπεις ζωντανή ή νεκρή φαρμακολύτρια αγαπημένη.
Πώς είναι ο θάνατος με σένα; Χωρίς εσένα;
Προεκτάσεις ονείρων. Καλώδια παντού. Ηλεκτροπληξία. Γιατί τα όνειρα είναι γυμνά και σε σκοτώνουν.
Η Ονειροπληξία τελειώνει με το μοτίβο του «τέλους».
Ένα τέλος που έρχεται ή δεν έρχεται . Ένα τέλος που είναι μετά – τέλος ουσιαστικά, γιατί ποτέ δε σε βρίσκει έτοιμο, άρα περνάει για να σε ξαναβρεί (μετατίθεται) αλλά φυσικά ποτέ δε σε βρίσκει έτοιμο – το επαναλαμβάνω. Και δεν εννοώ εδώ το να είσαι στο κρεβάτι ήρεμος ή με πόνους, άντε να έχεις σταυρώσει και τα χέρια, να περιμένεις να ακούσεις τον ήχο του ρόγχου σου.
Δε σε βρίσκει έτοιμο γιατί θα φύγεις χωρίς να έχεις γράψει τα ωραιότερα ποιήματα. Και δυστυχώς το ξέρεις. Έχεις το γνώθι σαυτόν. Για μένα ωραιότερα ποιήματα είναι τα Αγαπώ που δεν είπαμε ή οι αγάπες – όνειρα που δεν πρόλαβαν να γεννηθούν. Γιατί; Γιατί παρέμειναν Ονειρικές ή Άσπιλες. Και με αυτή την έννοια δεν πέθαναν.

Η Χαωδία, το δεύτερο μέρος της τριλογίας, αφιερωμένη στη μνήμη του Σωκράτη Καψάσκη όπου και εδώ η αφιέρωση λειτουργεί σαν υπόδιξη στη Σκάλα του συμπατριώτη του ποιητή, μιας και η Χαωδία είναι το «ημερολόγιο» που ο Ζ. Στουφής κρατούσε κατεβαίνοντας την Σκάλα του. Ελεγεία τη θεωρώ. Και εμβάθυνση στη θεωρία του Χάους όπως αναπτύσσεται στη Νιρβάνα.

Επιτύμβια κι επιγραμματικά:

- Όλα συμβαίνουν στ’ όνειρο
ακόμα κι η πραγματικότητα.

- Δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο
μα είμαστε μόνοι στο χάος.

-Και το σύμπαν μοναξιά είναι
κι ο θάνατος.

-Η μνήμη είναι παγίδα.

-Κι αν φτάσαμε εδώ που φτάσαμε
είναι γιατί εκεί δεν ήμασταν καλά.

Σελ. 18-22 έχω πραγματικά δυσκολία να διαλέξω στίχους γιατί είναι Ανάσα ολόκληρη. Πώς να κόψω την Ανάσα;
Έρχομαι σε ένα φαινομενικά περίεργο σημείο. Ούτε η αυτοχειρία βάζει ΤΕΛΟΣ. Μου έρχεται το εξής σχόλιο. Ο ποιητής οφείλει να ζει ως αυτόχειρ. Όχι με την έννοια του ζω κάθε μέρα σα να πρόκειται να πεθάνω. Αλλά με την έννοια του δίνω 2 σπαθιά στον Έρωτα και το Θάνατο. Δε θα τους έδινα ισομεγέθη σπαθιά; Θα προτιμούσα κάποιον; Κι αν προτιμούσα κάποιον , δε θα με μάλωνε ο άλλος και με το δίκιο του; Γιατί δε μου έδωσες ίσο σπαθί;
Με αυτή την έννοια και υπό κρυπτόμενης αμφιβολίας ειπώθηκε πριν και είναι θέμα ευρύτερης φιλοσοφικής ανάλυσης. Ο θάνατός μου. Το ότι έχω την επιλογή να πεθάνω (αυτόχειρ) αυτό κάνει δικό μου τον θάνατο; Αυτό τον δεσμεύει; Προφανώς όχι.
Γι’ αυτό και η αυτοχειρία δεν είναι το τέλος. Και δε βάζει τέλος. Η αυτοχειρία σημαίνει ότι είσαι έτοιμος. Πότε έγινες έτοιμος;
Ποιος είσαι εσύ που με ξεγελάς ,θα σου έλεγε ο θάνατος , και θα σε κυνηγούσε. Κι άντε να βρεις νιρβάνα τότε. Γι’ αυτό και οι αυτόχειρες (ειδικά ποιητές) δε νομίζω ότι βρίσκουν ησυχία με έναν θάνατο να κυνηγάει. Όσοι δε( το δε επιτατικό με την έννοια του μάλιστα) κατορθώνουν να το ζουν αυτό ως μια έννοια καταστροφής μέσα τους,  αυτοί νομίζω είναι οι πραγματικά μεγάλοι… οι διαχρονικοί …και αυτοί των οποίων το έργο έμεινε και θα μείνει.
Να συναντήσω κάποτε κι εγώ το θάνατό μου λέει μια μαντινάδα. Συμπληρώνω: σε σεργιανίζει ο θάνατος στα γιασεμιά σου. Εκεί είναι. Βρες δικαιολογίες να πεις έζησα.

Τα Νεκρώσιμα, αφιερωμένα στη μνήμη ενός «άλλου» συμπατριώτη του, του Γιάννη Χρυσικόπουλου.
Στίχοι που μιλάνε:

-Ο θάνατος ποτέ δε βάζει τέλος,
Και οι νεκροί δεν πέφτουνε για ύπνο.

-Είναι σαν τάφοι ζωντανοί οι ποιητές,
Που όταν πεθαίνουν χάνουν τη σιωπή τους.

-Ιόνιο πέλαγος υπάρχει και στον Άδη,
Γεμάτο καλοκαίρι και νεκρούς.

Είναι ωραία η παραλία των νεκρών. Την είπανε κι αγαπημένη Νεκύια. Μιλάς. Σου μιλάνε. Παίρνεις μαθήματα σιωπής. Έτσι γυρνάς σε αυτή την ονειρική ζωή κατά τα άλλα και προσπαθείς να γράψεις, να ζήσεις, να ερωτευθείς, να φτιάξεις σπίτια, να αγοράσεις, να πουλήσεις, να γίνεις ή να μη γίνεις, να φιλήσεις ή να μη φιλήσεις , να πετάξεις ή να μην πετάξεις.
Να κολυμπήσεις ή να μην κολυμπήσεις. Θάλασσα. Ο τόπος μου. Κοιμητήριο.
Τα μαλλιά μου είναι τα φύκια μου και τα όνειρά μου οι λευκοί γλάροι μου. Κι οι ταραχές των κυμάτων οι φωνές σας νεκροί μου.
Μη τρομάζετε. Θάνατος είναι. Μετά – τέλος. Ουσιαστική μελέτη. Ονειροπληξία. Τριλογία.


Εν είδει βιβλιογραφίας:

1. H Ονειροπληξία έχει εκδοθεί το 2001.

2.  Η Χαωδία από το 2003 ως το 2005. Εδώ με μικρές τροποποιήσεις.

3. Τα Νεκρώσιμα είναι έργο του 2006.

4. Το απόσπασμα του Γρηγορίου του Θεολόγου είναι αυτό και το παραθέτω ολόκληρο.

Γρηγόριος Θεολόγος: μες στη μαυρίλα αρμενίζω και φως πουθενά
Ερωτάς πώς τα ημέτερα. Και λίαν πικρώς. Βασίλειον ουκ έχω, Καισάριον ουκ έχω, τον πνευματικόν αδελφόν και τον σωματικόν. ";Ο πατήρ μου και μήτηρ μου εγκατέλειπόν με";, μετά του Δαβίδ φθέγγομαι. Τα του σώματος πονηρώς έχει, το γήρας υπέρ κεφαλής, φροντίδων επιπλοκαί, πραγμάτων επιδρομαί, τα των φίλων άπιστα, τα της Εκκλησίας αποίμαντα. Έρρει τα καλά, γυμνά τα κακά, ο πλούς εν νυκτί, πυρσός ουδαμού, Χριστός καθεύδει. Τί χρή παθείν; Μία μοι των κακών λύσις, ο θάνατος. Και τα εκείθεν μοι φοβερά, τοις εντεύθεν τεκμαιρομένω"; [Επιστολή προς τον ρήτορα Ευδόξιο].
                                        
Μεταγραφή
Ρωτάς πώς τα πάω; άσε, πολλή πίκρα. Μού λείπει ο Βασίλειος, ο πνευματικός μου αδερφός, και ο Καισάριος, ο βιολογικός μου αδερφός. «Ο πατέρας και η μητέρα μου μ’ έχουν εγκαταλείψει», για να το πω με τα λόγια του Δαυίδ. Σωματικά δεν είμαι καλά, τα γηρατιά επικρέμονται πάνω από το κεφάλι μου, οι υποχρεώσεις με εξαντλούν, τα προβλήματα συσσωρεύονται, οι φίλοι με προδίδουν, η Εκκλησία αποίμαντη. Χάθηκαν τα καλά, έμειναν τα στραβά, μέσα στη μαύρη νύχτα αρμενίζω, και φως πουθενά, ο Χριστός κοιμάται. Τι άλλο πρέπει πια να πάθω; μια μόνο λύση υπάρχει για τα βάσανά μου, ο θάνατος. Αλλά αν κρίνω με βάση τα εδώ, κι εκεί χάλια θα είναι.
Ζήστε όπως ο Ρίλκε του Αναστάση Βιστωνίτη.
6.      Ράινερ Μαρία Ρίλκε , Οι Ελεγείες του Ντουίνο.
Απόσπασμα από την πρώτη ελεγεία :
Παράξενο, ό, τι λαχταρούσες, να μην λαχταράς πια!
Παράξενο, όλα, το κάθε τι που ήταν δεμένο, τόσο ελεύθερο να βλέπεις να κυματίζει.
Κοπιαστικό ‘ναι και το νεκρός να ‘σαι κι είναι επανόρθωση γιομάτο,
 έτσι, ώστε , λίγο-λίγο λίγη να νιώσεις αιωνιότητα:
Μα οι ζωντανοί, όλοι, 
πέφτουν στο λάθος, περίσσια να τους ξεχωρίζουν.
Οι άγγελοι, (λένε) , δε θα ‘ξεραν, πολλές φορές, αν περπατάνε 
ανάμεσα σε ζωντανούς ή πεθαμένους..
Το αιώνιο ρέμα, περνώντας κι απ’ τα δυο Βασίλεια, παρασέρνει, πάντα, 
όλες τις ηλικίες και, πάνω κι απ’ τα δύο Βασίλεια, δεσπόζει η φωνή του.

7.        Και από Διονύσιο Σολωμό από τα ιταλικά σχεδιάσματα εκεί που μιλά ο Πνευματικός
για μένα είναι λόγια προσέγγισης της ιδέας του θανάτου, παραθέτω το ακόλουθο:

Ἂν τύχει νὰ γίνει κάτι ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ τώρα μοιάζει ἀνέφικτο, θὰ τὸ συνοδέψει τὸ μαρτύριο καὶ τὸ αἷμα. Γιατὶ μοῦ φαίνεται ἀδύνατο νὰ μπορέσει νὰ περάσει ἀπέναντι καὶ ἕνας μόνο ἀπὸ μᾶς.

Ανέφικτη η κατανόηση του θανάτου. Μαρτύριο και αίμα. Σε σεργιανίζει. Να περάσεις απέναντι. Το προσπαθείς. Αν παλεύουμε να κατανοήσουμε κάτι σε αυτή τη ζωή είναι αυτή η προσπάθεια και αυτή η πάλη.

8.       Το δίνω ως παράλληλο δικό μου αν και δεν το συνηθίζω. Έρχεται από ανέκδοτη ποιητική συλλογή με τίτλο « Ελεγεία για τα παιδιά του Ουρανού » γραμμένη το 2003.
                                                                  
Νεκρολογία 2003

Άραγε θα κάνω κάτι σωστό πριν το θάνατο ;
Ή κι ο θάνατος θα είναι το λάθος μου ;
Δεν έχει πατρίδες και σύνορα το λάθος.
Η μόνη πατρίδα σύνορο είναι η Αγάπη.
Πόσο μάλλον και να αγαπάς τα Λάθη σου.
Απόγονος και πρόγονος το λάθος
με σεργιανίζει από την πρώτη στιγμή
της πλάσης μου.
Η πλάση μου κι αυτή ένα λάθος.
Αλλά τι να με έκανε, αυτός ο Φτωχός,
που τον ονομάσαμε Θεό,
τι άλλο εκτός από άνθρωπο ;
Το γιασεμί ως επιλογή μου περπατάει
από λάθος σε σωστό
και πάλι λάθος βγαίνει.
Και πάλι ένα λάθος είμαι.
Όλος χάος. Όλος λάθος.
                                           Αχιλλέας Κατσαρός



«Μυστικό Νεκροταφείο»


Πρόκειται για 26 επιγράμματα σε ηλεκτρονική μορφή στο προσωπικό ιστολόγιο του ποιητή http://mystikonekrotafeio.gr .
Εδώ θα ξεκινήσω με τα μαθηματικά. Ο νεκρός – το εικονίδιο πάνω από το κρανίο φέρει τον αριθμό 7. Τώρα αν είναι 7 ζωές, 7 όνειρα, ιδού η απορία. 26 επιγράμματα. 2+6=8, το 8 είναι ο τυχερός αριθμός των Ιαπώνων. Φαινομενικά άσχετο. Όμως, αν αφαιρέσουμε έναν τον γράφοντα  -Ζαχαρία Στουφή- έχουμε πάλι τον νεκρό σκέτο με τα σκέτα 7άρια του. Κάτι σαν εξάσφαιρα δηλαδή.
Εδώ θα παραθέσω ολόκληρο το εισαγωγικό ποίημα της συγκεκριμένης συλλογής γιατί είναι ζηλευτό.

26 επιγράμματα του Ζαχαρία Στουφή

τα σχέδια στις ταφόπλακες φιλοτέχνησε η Βασιλική Γεροκώστα
τη μουσική έγραψαν οι
Διονύσης Μπουκουβάλας, Λευτέρης Παπαδημητρίου

Το έφτιαξα σε ανύπαρκτη ακρογιαλιά.
Το κάθε μνήμα είναι ένα μικρό περιβόλι με διαφορετικά δέντρα
που βρίσκονται σε περίοδο Άνοιξης και Φθινοπώρου ταυτόχρονα.
Εκεί έχω θάψει τους καλύτερούς μου φίλους
τους ωραιότερους έρωτες
και ό,τι παντοτινά έχει τελειώσει.
Ανοίγω μόνος μου τους τάφους με την τσάπα
και μετά από κάνα μέτρο βρίσκω το νερό της θάλασσας
δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους νεκρούς μου να πνιγούν.
Γι’ αυτό δεν χρησιμοποιώ φέρετρα
αλλά σάπιες βάρκες που ανασύρω από βυθούς
για το αιώνιο ναυάγιο των χαμένων.
Κάθε απόγιομα ανάβω τα καντηλάκια
και περιποιούμαι τα δέντρα των παράλιων τάφων μου
μα σε όποια ταφόπλακα κι αν ακουμπήσω το αυτί μου
εκτός από τη σιωπή του θανάτου
ακούω και τον ήχο της θάλασσας.

Επισημαίνω και την προειδοποίηση, περιεχόμενο ακατάλληλο για κάτω των 18 και πάσα ομοιότητα αποτελεί σύμπτωση.

Στίχος σκληρός στον 1ο τάφο και το ερώτημα είναι πού το πάει. Διότι, δεν είναι δυνατόν φυσικά να αναιρεί τη σοβαρότητα και το ήθος τόσο των προηγούμενων συλλογών, όσο και το ήθος της προσωπικότητας. Προσωπική θεώρηση ότι στον Πρώτο Τάφο μιλάει η χώρα, ο τόπος, ίσως η γη, ίσως μάλιστα και η ίδια η Ελλάδα, που καθημερινά αυτοκτονεί.

Ο 2ος τάφος ακούει τον «Καιόμενο» του Τάκη Σινόπουλου. Η γλώσσα φαινομενικά σκληρή ως βωμολοχική (αριστοφανική υπό μια έννοια) σαφώς με πρόθεση. Την πρόθεση όχι του να αυτοκτονήσουμε φυσικά (ίσως αυτό υποστηρίξουν περίεργων συμφερόντων άνθρωποι ότι προτρέπει σε αυτοκτονία). Ο Ζαχαρίας δε λέει αυτό φυσικά. Αναλύει αριστοφανικά -και εδώ είναι άκρως πολιτικός- την τάση της κοινωνίας μας (γονείς, εκπαιδευτικοί,  μ.μ.ε.) να καλλιεργούν στα παιδιά την έννοια της μετριότητας κι όχι του μέτρου. Είσαι μέτριος, μην προσπαθείς, αυτό προστάζουν οι σειρήνες της εποχής, για να σε και μας ελέγχουν. Αυτό που επισημαίνει λοιπόν ο ποιητής είναι πως είσαι ήδη νεκρός. Οπότε δράσε. Γίνε ζωή και πάρε τη ζωή στα χέρια σου. Αυτή φρονώ είναι η οπτική του και σε αυτό το σκοπό υποτάσσει τη βωμολοχική χρήση της γλώσσας.

Τρίτος τάφος και εδώ θα μπορούσαμε να τον θεωρήσουμε μέχρι και αιρετικό. Αλλά μήπως αυτά που λέει συμβαίνουν; Γεγονότα. Μωρά πέθαναν αβάφτιστα και πετάχτηκαν στα σκουπίδια. Άλλο ζήτημα. Αιμομιξίες. Πάμε λίγο πιο βαθιά. Δεν αγαπάμε ακόμα και το ίδιο μας το αίμα. Αν είχα μια αμφιβολία λίγο πριν να χαρακτηρίσω ποιος μιλάει – ποιος αφηγείται πέραν του Ζαχαρία, τώρα θα πω σίγουρα η Ελλάδα. Μα, μια αιμομιξία δεν είμαστε διαχρονικά; Τόσες φυλές, τόσο αίμα και σπέρμα χυμένο και χαμένο. Καμία ταυτότητα ή μάλλον μια. Ελλάδα. Έλληνας. Και αμέσως ακόμα και το ελάχιστο αρνητικό «αιμομιξία» το σκεπάζει ο «Ήλιος», η «Μυρσίνη», η «Θάλασσα».
Επανέρχομαι. Αιμομιξία. Θέμα διαχρονικό. Διαπραγμάτευση Αρχαίας Τραγωδίας. Οιδίπους του Σοφοκλή. Αιμομιξία. Τώρα μπορείς ν’ αυτοκτονήσεις. Κάτι έμαθες. Αιρετικός στη φράση «ο Θεός είναι GAY». Εδώ πρέπει υποχρεωτικά να τεθεί το ερώτημα τι θέλει να πει; Ο Θεός είναι κάτι υπέρτερο. Άρα, ίσως τα πράγματα που δε γνωρίζουμε, ας προσπαθήσουμε απλώς να τα αισθανόμαστε, κι ας μην τα ονοματίζουμε εμείς οι παντογνώστες.

4ος τάφος
Σία και υπαινιγμός σε δυο επίπεδα. Σία, Σούλα, Αθανασία. Ποια αθανασία;
Σία (χαφιές – πληροφοριοδότης)
Αντιγόνη ( σύμβολο αναρχίας ήδη από την αρχαία τραγωδία)
Η απομυθοποίηση της σύγχρονης ζωής. Μιας ζωής που δεν ορίζεις εσύ τα θέλω. Εσύ δεν επιτρέπεται να έχεις θέλω. Και αν έχεις θέλω θα είναι μόνο υλιστικά – ατομικιστικά , για να μην ενδιαφερθείς για τον δίπλα. Μια ζωή μπουρδέλο.
Γύρω από τη λέξη «κώλος» ενδεικτικά αναφέρω ότι ακούγεται κώλον ή κόλον ( τμήμα του παχέος εντέρου), επομένως είναι καλό να έχουμε υπόψη μας και την ιατρική σημασία της λέξης.

5ος τάφος
Γεγονότα ξανά. Τελευταίο παρόμοιο περιστατικό στην Αμερική ο νεαρός που σκότωσε πόσους συμμαθητές του. Με λόγια απλά. Το ηθικό και πνευματικό ή απλά τέλμα του σύγχρονου ανθρώπου.

6ος τάφος
Φυσικά δεν ειρωνεύεται τον Μακρυγιάννη. Άρα ; Η διαφορά του τότε και τώρα. Τότε ήταν εκείνο το λεβέντικο «για τούτες τις πέτρες πολεμήσαμε». Τώρα τι ; Για ποιες πέτρες ; Έχουμε πέτρες; Όσο για το πολεμήσαμε ρήμα από άλλο ανέκδοτο.
Πείτε το αυτό στα μικρά μεγάλα παιδάκια με το βλέμμα αγελάδας  - δε μου φταίει το συμπαθές τετράποδο -  και το πιο βαθύ βλέμμα του καφέ, το αραχτό. Την βολέψαμε και σήμερα. Τη βόλεψες. Αυτοκτόνησε ή άντε και γαμήσου.

7ος τάφος
Κι εδώ φυσικά ειρωνεία. Κι εδώ γεγονότα. Θα μπορούσε να μην είναι η Κρήτη και να ήταν οποιοσδήποτε άλλος τόπος, αλλά το γεγονός συνέβηκε στην Κρήτη. Το όνομα «Ηρακλής» για την παραπομπή στον μυθικό ήρωα. Εδώ επεξεργασία του μύθου σα να μην είναι ένας γνωστός μύθος. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει μομφή εναντίον των ομοφυλόφιλων εδώ. Ίσα ίσα που πεθαίνουν μαζί. Άρα πεθαίνουν εν αγάπη. Υπάρχει γενικότερη μομφή κατά των λανθασμένων προτύπων και ίσως του τρόπου προβολής τους από τα μ.μ.ε.

8ος τάφος
Ο Σωκράτης των 33 ετών με τον εμφανή συμβολισμό του 33. Ο Σωκράτης φαινομενικά προτρέπει τους νέους ν’ αυτοκτονήσουν. Είναι όμως έτσι ; Το κεφάλαιο δεν υπάρχουν ιδανικά ή επιτυχία έχει να κάνει με το εξής. Ανατινάξου. Να γίνεις ερείπιο. Να βγάλεις άνθη. Στα νέα αυτά άνθη θα βρεθούν ιδανικά. Φυσικά και υπάρχουν ιδανικά και αξίες. Να τα διαμορφώνει όμως ο προσωπικός και συλλογικός μόχθος και όχι η ευμάρεια.

9ος τάφος
Να τονίσω εδώ γιατί είναι εμφανές. Αξίζει να σταθούμε και στο εικαστικό κομμάτι – την εικόνα που συνοδεύει το κάθε επίγραμμα, διότι εδώ η εικόνα είναι σαφώς απόδειξη το ποιους ειρωνεύεται ο ποιητής. Ρήτορας ο κάθε «μέγας μικρός» πολιτικός που ψηφοθηρεί και τίποτε παραπέρα. Τίποτε πιο ουσιαστικό.

10ος τάφος
Μέχρι τώρα δεν είχε χρειαστεί να πω εδώ νομίζω, αλλά στο Μυστικό Νεκροταφείο, είναι ένα εκ των ων ουκ άνευ. Μιλά για τη σιωπή, ίσως και τη σιωπή της χώρας. Μια χώρα που παγώνει (παγωμένο μέλλον) και ομολογία της αποτυχίας.
«δεν κατάφερα να την αναστήσω
μα πριν τη θάψουν, κατάφερα
να κρυφτώ παντοτινά στο φέρετρό της».
Εδώ ακούγεται και Beckett :
«Προσπάθησες. Απέτυχες.
Άνευ σημασίας.
Να προσπαθήσεις ξανά.
Να αποτύχεις ξανά.
Να αποτύχεις καλύτερα».
Είναι ξεκάθαρη λοιπόν ότι υπάρχει μια εσωτερική αρχιτεκτονική στο ποίημα. Επιφανειακή βωμολοχία και ειρωνεία για να μπει στο πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα.

11ος τάφος
Η ευμάρεια καθαρή εδώ. Η υπερ-κατα-ν-άλωση (κούκλες, Βibibo, εκατομμύριο σκουλήκια).
Ερώτημα : Η ευμάρεια είναι το παν;
Η μοναξιά και στο θάνατο ακόμα είναι η 2η οπτική εδώ. Επιμένω όμως στη μηδαμινότητα του χρήματος και των υλικών αγαθών σε πρώτο πλάνο.

12ος τάφος
Εδώ υπάρχει συμβολισμός που δεν αναγνωρίζω. Τον εντοπίζω στα ονόματα Δημήτριο και Γεώργιο.

13ος τάφος
Η θέση του ποιητή απέναντι στον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν ορισμένοι το AIDS. Ακούγεται για 2η φορά Σινόπουλος.

14ος τάφος
Δριμύ κατηγορώ στην υποκρισία των ανθρώπων της Εκκλησίας. Προσέξτε το αυτό. Των ανθρώπων. Όχι της Εκκλησίας καθεαυτής. Αυτή είναι ιερή.
«Σατανισμός» : η κυριολεκτική σημασία αναφορά στα γεγονότα εκείνα που είχαν ταράξει το πανελλήνιο τότε και η μεταφορική ό, τι μας πλάνεψε και συνεχίζει να μας δημιουργεί πλάνες ή ομίχλες ώστε να μην έχουμε πρότυπα.

15ος τάφος
Ακόμη πιο φανερή η αποδόμηση. Θα γκρέμιζα. Θα σκότωνα. Θα έκανα κακό. Γιατί ;
Για να φτάσω στα ερείπια μέσα μου. Για να μπορώ να χτίσω. Χτίζω ήδη σε μια πρώτη αντίληψη ότι ο παγκόσμιος πόλεμος του ελέγχου του πλήθους και του διαχωρισμού των λαών ποτέ δεν τελείωσε.

16ος τάφος
Πώς θα μιλούσε ένα παιδί ; Ένα παιδί νεκρό από τους ίδιους τους γονείς και «γονείς»;
Μάθημα αγάπης εδώ.
«Θα σας αγαπώ».

17ος τάφος
Το ιδιαίτερο περιβάλλον της Ζακύνθου και οι λυκοφιλίες μέχρι και διενέξεις με το λογοτεχνικό, χριστιανικό, μασονικό περιβάλλον τοπικά στο νησί.

18ος τάφος
Τι θα κάναμε για τη δημοσιότητα ;
Reality shows.
Mε απλά λόγια: Ξεγελάς έναν λαό με τα ριάλιτι, τον παίζεις σημαντική – ασήμαντη είδηση εναλλάξ. Του στερείς την ικανότητα αντίληψης και διαμαρτυρίας. Φανταστείτε να είχε συμβεί αυτό που περιγράφεται εδώ.
Μα γιατί αυτοκτόνησε η Κατερίνα; Εν κάμερα; 22 ετών.
Πού τη βρήκε τη χειροβομβίδα ; Μήπως ήταν μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης;
Πώς την έχωσε στα γεννητικά της όργανα ; Κι άλλα ερωτήματα. Και πόσο καιρό θα ασχολούμασταν ε ;

19ος τάφος
Φυσικά ύμνος στον Διονύσιο Σολωμό. Ναι περίεργος ύμνος γιατί αρχίζει με βωμολοχία πάλι. Αλλά :
«πήδηξα από τον έβδομο,
μα αντί να πέσω,
πέταξα όπως στα όνειρά μου.
Τώρα, ψηλά στον ουρανό
που βρίσκομαι…».
Είναι ολοφάνερος θαυμασμός και σεβασμός προς την παράδοση που εκφράζει ο Διονύσιος Σολωμός.

20ός τάφος
Εδώ διαφωνώ με έναν συγκεκριμένο στίχο και οι λόγοι είναι καθαρά προσωπικοί. Παρόλα αυτά επειδή κατανοώ  - θέλω να πιστεύω -  που το πάει νοηματικά ο Ζαχαρίας Στουφής θα πω αυτό : Mετανάστες είμαστε όλοι μας.
Από ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου με τίτλο «Ιερουσαλήμ» και το αναφέρω γιατί υπάρχει παράλληλο εδώ, θα πω :
Κάνεις Επανάσταση
Για να γίνεις δοχείο ή
Έστω ένα κάτι
Να τους χωράς λες όλους
Και φτάνεις στο σήμερα
Για να είσαι
Ξένος ξένη ξένο
Κι όχι ξένιος
Στο ίδιο δοχείο.

21ος τάφος
Ειρωνεία του γιατί να υπηρετήσει ένας Έλληνας ένας Λεωνίδας σε μια Γαλλική λεγεώνα. Ή πιο βαθιά ποιος ο λόγος να υπηρετήσεις ξένα συμφέροντα;

22ος τάφος
Ειρωνεία στον Αλέξανδρο, το γνωστό Μέγα Αλέξανδρο.

23ος τάφος
Εδώ θεωρώ ότι ειρωνεύεται ότι πέρασε ως δάνειο στον πολιτισμό μας από τους Εβραίους. Κυρίως η θρησκεία.

24ος τάφος
Το κλειδί ερμηνείας εδώ θεωρώ πως είναι το δίπολο Δίωξη – Εξαφανίσεις αλλά δε θα κάνω περαιτέρω ανάλυση του τι θέλει να πει. Είναι κάτι υποκειμενικό.

25ος τάφος
Μασονία και φασισμός.
Είναι ξεκάθαρη εδώ η θέση του ποιητή. Και στα δυο αντιτίθεμαι.

26ος τάφος
Έχει γραφεί 27/5/2008 και ακούγεται 3η φορά ο Σινόπουλος. Και φυσικά η απέχθεια φανερή ή κρυφή που έχουμε όλοι μας για τους 300 της βουλής αλλά δεν κάνουμε και τίποτα για να βάλουμε τίμιους εκεί μέσα. Ναι υπάρχουν τίμιοι.
Θα δώσω παράλληλο και να μου επιτρέψεις ξανά να πω αυτό που λες με το δικό μου τρόπο.
2η συλλογή ετοιμάζεται για το 2014 και ποίημα με τίτλο «Μαινάδες».

Μαινάδες
300
ΜΑΝΙΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΤΙΣΤΑΘΗΚΑΝ ΚΑΠΟΤΕ
ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΛΛΙΩΣ
ΕΝΑ ΑΣΤΡΟ ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΕ ΦΩΤΙΣΕ
ΜΗ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΤΩΡΑ ΤΙ
ΤΩΡΑ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΖΕΤΑΙ Η ΣΙΩΠΗ
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΙ ΑΛΛΟΙ
300
ΓΙΑ ΣΦΑΞΙΜΟ
ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΤΙΝΟΙ
ΛΕΞΕΙΣ ΜΑΝΙΑΣΜΕΝΕΣ
ΠΕΡΑΣΑΝ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΤΣΙ ΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ
ΜΕ ΕΦΙΑΛΤΕΣ
ΠΟΣΟΥΣ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΓΑΛΑΝΕ ΜΟΥ
ΠΟΣΟΥΣ ΑΚΟΜΑ

Επίλογος
Διαφωνώ ξεκάθαρα όχι με τις ιδέες και τα ζητήματα που θίγει το Μυστικό Νεκροταφείο. Διαφωνώ με την Αισθητική και μόνο. Είναι πολύ πιθανόν, αν ζούσα εποχή Αριστοφάνη να διαφωνούσα και με Αριστοφάνη. Για τα δικά μου κριτήρια την Ποίηση την έχω με ένα συγκεκριμένο ήθος.


«Γράμματα σε νεκρό ποιητή»

Όχι , δε θα ξεκινήσω με τα γράμματα. Απεκδύομαι τη γλωσσολογία των νεκρών ποιητών. Θα ξεκινήσω με τα Α-γράμματα. Πρόκειται για την 9η ποιητική συλλογή του Ζαχαρία Στουφή (Ιανουάριος 2009) και τη θεωρώ την έως τώρα πιο ώριμη.
Αναρωτήθηκα αρχικά, πάλι Ρίλκε; Δεν ήταν η σωστή ερώτηση. Μα φυσικά Ρίλκε, αφού κι ο Ρίλκε διάβαζε Σολωμό. Η ερώτηση λοιπόν θα έπρεπε να είναι με αναφορά στον Σολωμό.
Αλλά ας γυρίσουμε στον Ρίλκε. Από τα «Γράμματα σε Νέο Ποιητή» διαλέγω ένα συγκεκριμένο απόσπασμα, σχετικά μικρό και εύστοχο, που θα το δώσω ως παράλληλο στο τέλος.
Πρέπει να δικαιολογήσω κάπως το πιο ώριμη. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι το προφανές εδώ περί έρωτος και θανάτου. Είναι ότι συνειδητά ο ποιητής εδώ γράφει λίγο πιο ερωτικά, όχι γιατί αποκρίνεται σε ένα υποκείμενο απαραίτητα, αλλά είναι ερωτευμένος ήδη με τη γραφή. Αυτό εξηγεί και η πρώτη λέξη : Γράμματα που ταυτόχρονα είναι και Α-γράμματα, διότι δεν απευθύνονται σε Νέο ή Ζώντα αλλά σε νεκρό, που σημαίνει ότι υπάρχουν 2 επιλογές. Ή ο νεκρός να μάθει να μιλάει ( ξέρει αλλά απαιτείται να μάθω κι εγώ τη γλώσσα του ) ή να γυρίσουν πίσω στον αποστολέα τα γράμματα. Λέξη κλειδί το ρήμα «έσκαβες», καθώς και η παρενθετική χρήση των δευτερευουσών υποθετικών προτάσεων. Φαινομενικά παρενθετική. Δομικά από την άποψη του νοήματος απόλυτα απαραίτητη η υπόθεση (επίθετο αμνήμων, ηχηρό εν σιωπή, στο κέντρο δεσπόζον).
Μνήμη και φαντασία ένας άξονας. Για μένα όνειρο και θάνατος ονείρου ή πιο απλά ζωή και αλλαγή ζωής. Στη σελ. 7, καθώς έχουμε μικρά, επιγραμματικά σχεδόν ποιήματα, δεσπόζει ο στίχος :
«στα μεγάλα κενά του λόγου σου / στην απουσία σου από τη γραφή». Εδώ ειδικά στο «απουσία από τη γραφή» είναι κόμβος. Περνάει το Είναι. Περνάει το Μη είναι. Περνάει ο Χρόνος. Περνάει η γραφή. Ναι, ακόμα κι αν λείπεις.
Η σελ. 8 θεωρώ επιβεβαιώνει αυτό που ειπώθηκε ( επιτηδευμένα ερωτικός όχι με υποκείμενο αλλά με την ίδια τη γραφή ) . Σημαντικό ρόλο βέβαια σε αυτό έχει και το β΄ενικό πρόσωπο, κάτι που δε μας είχε συνηθίσει μέχρι τώρα, και σίγουρα όχι σε τέτοια έκταση. 
Απομονώνω πάλι ορισμένους στίχους γιατί μου πιστοποιούν το ζήτημα των επιλογών στο οποίο αναφέρθηκα.
«ίσως γιατί δεν φτάνει εκεί ταχυδρόμος / δεν απαντάς στα γράμματά μου / ίσως γιατί δε σου τα στέλνω».
Η σελ.9 κι αν έχει σχολιασμό. Καταρχήν μου θυμίζει έντονα το ακόλουθο σύντομο ποίημα του Χένρι Ντέιβιντ Θόρο:
«Πήγα στα δάση, γιατί ήθελα να ζήσω λεύτερος, γιατί ήθελα ν' αντικρίζω μόνο την ουσία της ζωής, και ήθελα να δοκιμάσω, αν μπορώ να μάθω εκείνο που είχα χρέος να διδάξω. Και τότε ένοιωσα πως, ενώ πήγα να πεθάνω κοντά τους δεν είχα ακόμη ζήσει.»
Και ουσιαστικός στίχος για μένα εδώ «Τόσοι δάσκαλοι πνιγήκανε στο άρρητο». Μου θυμίζει αυτό που λέγανε στο χωριό μου αν είχα χωριό… πίνεις νερό νομίζεις / μα το νεράκι μέσα θε σου… Δάσκαλος μετανάστης με όνομα ή χωρίς όνομα. Δάσκαλος μετανάστης. Τι ποίημα να γράψεις μπροστά στο άρρητο;
«κι ο Δάντης»
Να σου κι η Θεία Κωμωδία. Και μαζί με το Δάντη, ίπταται αθόρυβα ένας Καβάφης «για να επιστρέφεις» ή το καβαφικό «επέστρεφε».
Ταΰγετος : επόμενος στίχος και συνεχίζονται οι απανωτές πιστολιές. Αναφορά σε ένα σύμβολο του Ν. Βρεττάκου. Γενικότερα, ο Ταύγετος, ενώ δεν είναι το ψηλότερο βουνό, ίσως είναι το πιο σκληρό της ελληνικής γης. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που εδώ γυμνάζονταν οι Σπαρτιάτες.

1

Σύμφωνα με τη μυθολογία της φιλοσοφίας επίσης είναι και ο τόπος θανάτου του Εμπεδοκλή. Στη διαχρονία των συμβολισμών στο ίδιο βουνό τοποθετείται και ο θάνατος του τελευταίου ίσως μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου του καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη, τον οποίο ευτύχησα να έχω καθηγητή. Να θυμηθώ μια ρήση που έχει άμεση σχέση με  τον σχολιασμό των παραπάνω στίχων. Είναι δε πιθανό να γράφηκε σε κάποιον από τους περιπάτους στο βουνό. Έλεγε λοιπόν ο καθηγητής «Να σέβεσαι ένα δέντρο περισσότερο από ένα βιβλίο». Κλείνω εδώ την παρένθεση για το άρρητο.                                                               
Από το «αφιέρωσε το πνεύμα σου στην κάθοδο» σελ.9 ως και ολόκληρη η σελ.10 , διαβάζει σωστά ο Ζαχαρίας τη ραψωδία Λ της Οδύσσειας ( Νέκυια) με την έννοια ότι η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη δεν είναι τίποτε άλλο παρά ουσιαστική μελέτη της ιδέας του θανάτου. Ιδέα που δουλεύτηκε αρκετά εν συνεχεία κυρίως από την τραγική ποίηση στο σημείο μάλιστα να αναπαρίσταται ακόμα και ο θάνατος πάνω στη σκηνή όχι για να προκληθεί σοκ αλλά για να εξοικειωθεί ο θεατής και να προβληματιστεί στο τρίπτυχο πράξεις – επιλογές – θάνατος. Δεν επιλέγω στίχους  εδώ, ολόκληρη η σελ.10 είναι ένα άρτιο ποίημα. Σχεδόν το ίδιο για τη σελ.11 , εδώ απομονώνω 1 σημείο «ναυάγια ποιήματα κάτω από ποιήματα». Σελ.12 καβαφικού ήχου ανάγνωσμα «Να μ’ επισκέπτεσαι». Η σελ.13 επίσης άρτιο με έμφαση στους 3-4 πρώτους και τον ένα τελευταίο στίχο. Σελίδα 14 οι διπλοί άξονες Κορυφή – Κάθοδος, Ύψος – Πτώση, τόπος Καιάδας.
Και θ΄ αναρωτηθώ εδώ  η πτώση μας δεν ήταν πάντοτε το αρχικό σημείο ανάμνησης του πόνου για να ξεκινήσει η πορεία προς τη κορυφή και πάλι αμφίδρομα πίσω ;
Παγκόσμια γλώσσα όπως λες παγκόσμια καρδιά. Απόλυτη ποίηση. Η σελ.15 θα μπορούσε να θεωρηθεί κάπως τολμηρή αλλά για να τη συλλάβουμε πλήρως πρέπει να φτάσουμε στο τέλος και στη φράση από «λάθος σε λάθος». Δε θα πω εδώ θέλει να πει. Αυτό είναι ουτοπικό διότι δεν είναι μαθηματικά ή αρχαία να συντάξουμε απόλυτα. Όμως η ίδια η Ποίηση αφεαυτή είναι Απόλυτη. Και ως Απόλυτη θα μαστιγώσει, αν δεν πας με σιωπή. Ή αν δεν πας μ’ ένα  45αρι με πολλούς γεμιστήρες να εκτελείς αυτά που νομίζεις ότι ήξερες. Τίποτα δεν ξέρεις και τίποτα δε θα μάθεις.
Η σελ.17 άρτια. Δεν έχω λόγια και δεν είναι θαυμασμός. Και η σελ.18 το ίδιο δυνατή.
Η σελ.19 εμφανίζει για πρώτη φορά την λέξη έρωτα στο στίχο «καμένα χωράφια οι πληγές του έρωτα / κι εγώ ξυπόλητος».
Πλέει ο ποιητής στον έρωτα. Πλέει ο άνθρωπος. Δε μπορεί να μην αποδεχτεί την πλευστότητα του έρωτα. Ο έρωτας τον παρασύρει. Ωστόσο ο έρωτας είναι « πέλαγος απύθμενο», οπότε μάλλον θα ναυαγήσεις στη στεριά.
Η σελ.20 επίσης άρτια – παραβολή με τον Ιωνά «προφήτης ποιητής με κήτος τη σιωπή».        
Η σελ.22 … ο άξονας είναι το Φεύγω – Έρχομαι με άλλες μορφές είτε άσπρο και μαύρο είτε σε ρήματα – καλωσορίσω, καταπίνει. Έντονη χρήση αντιθέσεων.
Η σελ.23 «αυτό που ακούγεται είναι ο φόβος» δεσπόζων στίχος εδώ.
Η σελ.24 πραγματικά υπέροχη. Είναι κομμάτια που θα ήθελα να τα έχω γράψει. Σε αφήνει με την αίσθηση ότι αυτά δεν είναι ημερολόγια σιωπής.
Γιατί δεν είναι ;
Θα τα έλεγα ημερολόγια καταστρώματος όχι για να παραπέμψω στον Γ. Σεφέρη. Τι καταστρώνεται εδώ ; Όλα αυτά που δεν ολοκλήρωσα. Αυτό είναι το άρρητο. Αυτό είναι το απόλυτο. Αυτό είναι ο Έρωτας κι ο Θάνατος. Πώς να μην είναι ερωτευμένος με αυτό ο ποιητής;  Το   -δεν -  εδώ υπάρχει 7 φορές. Δεν είναι τυχαίο. Επτά. Κάθε μέρα δημιουργίας αντιστοιχεί σε ένα δεν.
Κάθε δεν και όλα τα δεν
Ενώνονται σε ένα δεν
Δεν έγραψα ( όχι δεν πρόλαβα να γράψω ή δεν τα κατάφερα λόγω δυνατοτήτων αλλά δεν έγραψα… με νίκησε το άρρητο).

2

Εδώ προστίθεται κι ένα Μετατέλος με ελάχιστα επιγραμματικά.
Στη σελ.26 η φράση « μόνο με πένθος προσεγγίζεις τη σιωπή» απηχεί βαθιά και ουσιαστική φιλοσοφία της ζωής, άρα και του θανάτου. Για να εξασκηθείς στη σιωπή , χρειάζεται θάνατος. Άρα κάτι ήξεραν οι αρχαίοι τραγωδοί που μιλούσαν για κάθαρση. Κάθαρση ο θάνατος. Πένθος. Και αρχίζεις να μελετάς τη σιωπή. Η τέλος μετά – τέλος περίοδος στη σελ.27 είναι η αρχή. Η επανάληψη. Ουσιαστικά δεν έχουμε γραφή. Έχουμε επ-ανα-γραφή. 
Κλείνοντας με τα υπέροχα ολοκληρωμένα από άποψη δαιμονικής πυρίτιδας ποιήματα των σελίδων 28-29 τα οποία και παραθέτω αυτούσια:

σελ.28

Στο μετατέλος δεν βγαίνουν δάκρυα
δεν υπάρχουν αξίες
Εκεί που τίποτα κανείς δεν περιμένει
τίποτα δεν κοστίζει σε κανέναν
Περιττές οι επαναστάσεις
Είναι το πιο ακίνητο ταξίδι
μέσα στις μαύρες τρύπες του μυαλού
εκεί που αναβλύζουν τα ποιήματα

Η σιωπή είναι η μόνη ένδειξή του

και σελ.29

Ενώ εσύ μπορεί να μη ζεις
εγώ μπορεί να μην έχω πεθάνει
βρισκόμαστε πάλι
στη μακρινή πατρίδα των χαμένων
Ό, τι τελειώνει δεν σημαίνει πως πεθαίνει

 σας αφήνω με τον επίλογο σκέψη κρυφοερώτηση αγωνία του Ζαχαρία Στουφή:

«Το τέλος δεν αρκεί να δοξαστούμε
 στο μετατέλος επενδύουμε το λαμπρό».

Πραγματικά εδώ αισθάνομαι ότι δε θέλω να μιλήσω άλλο. Μόνο να διαβάσω ξανά και ξανά, όχι ότι θα καταλάβω, αλλά να, κάπως έτσι περπατά γυμνοσάλιαγκας η σιωπή στο πέλαγο.


3

Δίνω και το σχετικό παράλληλο από το ποίημα Γράμμα σε Νέο Ποιητή του Ράινερ Μαρία Ρίλκε για το συγκεκριμένο σημείο, στο οποίο αναφέρθηκα και όχι για ολόκληρο το έργο του Ζαχαρία.


«Πιστεύω πως όλες σχεδόν οι θλίψεις μας είναι στιγμές ψυχικής έντασης, που τις υπομένουμε σα να μας πέτρωσε κάποια παράλυση, τρομαγμένοι επειδή νοιώθουμε πως τα ξαφνιασμένα αισθήματά μας δε ζούνε πια· επειδή μείναμε μόνοι με το Ξένο εκείνο που εισχώρησε μέσα μας· επειδή στερηθήκαμε όλα κείνα που μας είχε δέσει μαζί τους η συνήθεια και η εμπιστοσύνη· επειδή στεκόμαστε καταμεσής σ' ένα πέρασμα, όπου δε μπορούμε να σταθούμε άλλο. Γ' αυτό περνάει η θλίψη από κει: το Καινούργιο, το Άγνωστο, πού χει σταλάξει εντός μας, εισχώρησε στην καρδιά μας, έφτασε ως τις πιο μύχιες γωνιές της, και μάλιστα δεν είναι πια εκεί, - είναι στο αίμα μας μέσα.
Κι έτσι δεν ξέρουμε τι έτρεξε. Εύκολα θα μπορούσαν να μας πείσουν πως δεν έτρεξε τίποτα, κι ωστόσο έχουμε αλλάξει όπως αλλάζει ένα σπίτι άμα μπει κάποιος ξένος μέσα. Δε μπορούμε να πούμε  π ο ι ο ς  ήρθε, δε θα το μάθουμε ίσως ποτέ, πλήθος σημάδια όμως δείχνουν, πως έτσι, μ' αυτόν τον τρόπο, εισχώρησε εντός μας το Αύριο, για να μεταμορφωθεί μέσα στη δική μας υπόσταση πολύ πριν έρθει η ώρα του να πραγματωθεί στην εξωτερική μορφή του.                   
Να γιατί είναι τόσο σημαντική η μοναξιά και η αυτοσυγκέντρωση σαν είσαι θλιμμένος: επειδή η στιγμή αυτή που μοιάζει (επιφανειακά) άδεια και πετρωμένη, η στιγμή αυτή όπου το Αύριο σταλάζει εντός μας, είναι πολύ κοντύτερα στη ζωή από κείνη την άλλη στιγμή, όπου το Αύριο μας έρχεται μέσα στο θόρυβο, τυχαία και μοιραία λες, σα να μας το επιβάλλουν απ' έξω.                         
Όσο πιο σιωπηλοί, πιο καρτερικοί, πιο συγκεντρωμένοι είμαστε τις ώρες της θλίψης μας, τόσο εισχωρεί πιο βαθιά και πιο άσφαλτα το Καινούργιο, το Άγνωστο, εντός μας, τόσο το καταχτούμε πιο πλέρια, τόσο περισσότερο γίνεται, αυτό,  Μ ο ί ρ α  μας· κι όταν μια μέρα, αργότερα, η μοίρα μας «πραγματωθεί» (δηλαδή ξεφύγει από μέσα μας και «προβληθεί» στους άλλους), τότε θα νοιώσουμε πως συγγενεύει στενά με το εσώτατο Είναι μας. Κι έτσι πρέπει. Πρέπει – κι αυτός είναι ο δρόμος που θα διαβεί η εξέλιξή μας – να μην ανταμώσουμε στην πορεία μας παρά μόνο εκείνο που μας ανήκει από πολύν καρό τώρα. Η επιστήμη αναγκάστηκε τόσες και τόσες φορές ν’ αλλάξει τις ιδέες της πάνω στην κίνηση·  έτσι κι εδώ, σιγά-σιγά θα διδαχτούμε πως αυτό που ονομάζεται Μοίρα δεν έρχεται απ’ έξω στον άνθρωπο, μα βγαίνει από τον άνθρωπο τον ίδιο.      
Επειδή τόσοι και τόσοι δεν «απορροφήσανε»  τη μοίρα τους, όταν ήταν ακόμα εντός τους, και δε μεταμορφωθήκανε στα μύχια τους – γι’ αυτό και μόνο, δεν την αναγνωρίσανε την ώρα που ξέφευγε από μέσα τους για να «πραγματωθεί». Τους φάνηκε, τότε, τόσο ξένη που, μέσα στην ταραχή και τον τρόμο τους, νόμισαν πως η μοίρα αυτή τους άγγιζε τώρα μόλις για πρώτη φορά – τώρα που θα μπορούσαν να ορκιστούν πως ποτέ πριν δεν είχαν ανταμώσει εντός τους κάτι όμοιό της. Όπως τόσον καιρό γελιόμαστε πάνω στην κίνηση του ήλιου, έτσι γελιόμαστε, ακόμα τώρα, πάνω στην πορεία των μελλούμενων. Το Αύριο στέκει ασάλευτο, (...), ε μ ε ί ς κινούμαστε αδιάκοπα μέσα στο απέραντο διάστημα...»

Related Posts with Thumbnails