© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Ανεβαίνοντας σαρτζάδες ή κατεβαίνοντας καλντερίμια;

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Γράφαμε στο προηγούμενο κείμενό μας, της περασμένης βδομάδας πως, για να κάνεις πολιτισμό, απαιτείται πολλαπλή παιδεία και σωστή γνώση. Με λίγα λόγια, είναι ακριβώς όπως και στον χώρο της υγείας, που αν αρρωστήσεις – χτυπάω ξύλο – δεν θα πας στην μαμή του χωριού, αλλά στον πιο καλό γιατρό, γιατί διαφορετικά κινδυνεύεις.
   Επανερχόμαστε, λοιπόν, στο καυτό αυτό θέμα, μια και ο πολιτισμός είναι τόσο πολύτιμος, όσο και η ζωή, μ’ ένα θέμα, που επιβεβαιώνει τα όσα πριν μέρες ισχυριστήκαμε.
   Κυκλοφόρησε πριν από καιρό δελτίο τύπου – δεν έχει πια σημασία το πού και το από ποιους – που έλεγε πως στα πλαίσια της καλυτέρευσης της ζωής των κατοίκων μιας περιοχής, θα ξαναγίνονταν τα παραδοσιακά … καλντερίμια. Καλή η πρωτοβουλία, αλλά να που χρειάζεται και η ιστορική γνώση.
   Καλντερίμια στη Ζάκυνθο και μάλιστα … παραδοσιακά είναι αδύνατον να υπάρξουν. Και αυτό γιατί η λέξη, όπως τα λεξικά σημειώνουν, είναι τούρκικης προέλευσης και στο νησί μας δεν είχε ποτέ, για ευνόητους λόγους, χρησιμοποιηθεί. Για του λόγου το αληθές, μάλιστα, ανοίγουμε το γνωστό λεξικό των εκδόσεων Τεγόπουλος – Φυτράκης και από τις σελίδες του αντιγράφουμε το σχετικό λήμμα: «καλντερίμι (το) ουσ. [τουρκ. Kaldirim] λιθόστρωτο με ανώμαλη επιφάνεια: κι ήτανε σαν ξωτάρικο ξόμπλι και σαν κιλίμι, Σιδερή, στην αυλόπορτα μπροστά το καλντερίμι (Κ. Βελμύρας)».
  Και επειδή ο άγνωστος στους περισσότερους Κωστής Βελμύρας, που χωρίο τού έργου του χρησιμοποιεί, ως συνήθως, το παραπάνω λεξικό, για να τεκμηριώσει τα γραφόμενά του, είναι μάλλον ξένος προς τη νοοτροπία των ιόνιων δημιουργών, εμείς σας θυμίζουμε την ντόπια λέξη και ομολογούμε πως αυτήν θα προτιμούσαμε να χρησιμοποιούμε στο νησί μας, αν θέλουμε να μιλάμε για παράδοση και να καυχιόμαστε ότι συνεχίζουμε την ιστορία μας.
   Η λέξη η δική μας για το «λιθόστρωτο» είναι η «σαρτζάδα» και αυτήν χρησιμοποιούσαν, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, στην καθημερινότητά τους και οι πρόγονοί μας. Για επιβεβαίωση ανοίξτε το περίφημο «Λεξικόν» του Λεωνίδα Χ. Ζώη, τον Β΄ τόμο (Λαογραφικά), στην σελίδα 420 και θα το επιβεβαιώσετε.
   Εμείς σήμερα, για να τεκμηριώσουμε τα γραφόμενά μας, θα καταφύγουμε στον κώδικα της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου του Ανδρίτση –«Αντρίτζη», είναι γραμμένο σ’ αυτόν– και θα δούμε μια συνάθροιση των μελών του «αδελφάτου», όπου επιβεβαιώνει τα γραφόμενά μας. Το απόσπασμα αυτό είναι άγνωστο και δημοσιεύεται για πρώτη φορά εδώ.
   Στις 16 Απριλίου 1755, κατά τα σημειούμενα, στον παραπάνω ιστορικό ναό, «εσηνάχθισαν μέρος αρκετόν της συναδελφότητας», ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα των «προκουρατόρων» ή «γαστάλδων» (επιτρόπων) Αναστασίου Κουρούμαλου και Σάββα Καραβουσιάνου, «κατά την συνήθειαν», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, «για να απεράσομεν ταις κάτοθεν πάρταις». Το κάλεσμα έγινε με το γνωστό τρόπο, με την καμπάνα δηλαδή της εκκλησίας, που χτύπησε αποβραδίς, μετά τον εσπερινό και το πρωί, πριν την λειτουργία και οι επίτροποι της οργανωμένης αδελφότητας του ναού έθεσαν για ψήφιση, όπως η γνήσια δημοκρατία απαιτεί, τα διαφόρων θεμάτων, που την αφορούσαν.
   Ανάμεσα στ’ άλλα διαβάζουμε, με την ορθογραφία, βέβαια, του γραμματικού και τα εξής, που αφορούν το θέμα μας: «Είταν πολλά χριαζόμενον να φτιασθή η  sαλτζάδα από το σπήτη του τζώρτζη  Sκούρτα εος κάτου εις σπήτη του λικαρδόπουλου όντας παντελός χαλασμενοι δια το κόμοδον των χριστιανών όπου έρχονται εις την εκκλησίαν την οποίαν φτιανοντάς την εξοδιάσαμε ριάλια δοδεκα και άσπρα 58 ος φένεται εις το λ[ίμπρ]ο ΓΓιορνάλε στην πρ[ώ]τη οκτωβρίου και 10 δικεμβρίου 1754 και λυπόν το προσφέρομεν εις την σηναδελφότητα ανίσος και αΓρικά να μας απρομπάρουν την αυτήν σπέτζα οπού εκάμαμεν».
   Συνεχίζοντας την ανάγνωση του φθαρμένου από τον καρό κώδικα, διαπιστώνουμε πως οι συναδελφοί του ναού εκτίμησαν την ανάγκη του έργου και το ενέκριναν με ζηλευτή πλειοψηφία: «υπήγεν ο μπούσουλας Γύρωθεν δια την απρομπατζιόν της σπέζας της σαλτζάδας και επίρε εις το δεσί (το ναι) μπάλαις 190, και εις το δενό (το όχι) 2».
   Έτσι το έργο και τα έξοδά του εγκρίθηκαν και προς τον Άγιο Αντώνη υπήρχε, για την εξυπηρέτηση των πιστών, σαρτζάδα και όχι καλντερίμι.
   Ίσως κάποιοι ισχυριστούν πως όλα αυτά είναι λεπτομέρειες. Μα σε αυτές βασίζεται η επιτυχία. Διαφορετικά θα παραπαίουμε σαν λαός με «παραδοσιακές» βασιλόπιτες στη Ζάκυνθο, «πατροπαράδοτους» οβελίες την Λαμπρή και καψουροτράγουδα στις ταβέρνες της καντάδας.
   Τότε θα είμαστε σαν το παιδί που μπερδεύει τον πατέρα του με τον εραστή της μητέρας του.

   Την συνέχεια μπορείτε μόνοι σας να την καταλάβετε.

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΕΥΜΑΤΑ... (3 ποιήματα)



1
Γιά νά γράφεις

Στήν ἀξιότιμη κυρία Μαρία Κοτοπούλη, ἀντίδωρο τιμῆς

Θέλω νά γράψω,
νά πῶ αὐτά πού εἶδα,
πού πρόσφερα, μοῦ πρόσφεραν
κι ὅσ᾿ ἀκόμα ἄφησα
νά  περιμένουν.
Ὅμως σᾶς βεβαιώνω,
δέν τό μπορῶ.
Τό μολύβι ἔπαψε νά γράφει
γιατί τά δάκρυα
τήν ἐπιφάνεια τοῦ χαρτιοῦ πλημμύρισαν.
Βλέπεις
καί στό γράψιμο, ψυχραιμία ἀπαιτεῖται...
Γιατί, πιστέψτε με, παρακαλῶ,
τόν ἰσχυρό τοῦ βιώματος
κυματισμό
πῶς νὰ τιθασεύσω;

2
Ἄγνοια...

Ἄνοιξα τίς πόρτες
Γιά νά εἰσοδεύσει ὁ ἥλιος
-ἄνοιξη εἴχαμε.
Μόνο πού δέν πρόσεξα
 τά δελτία τοῦ καιροῦ
πού καταιγίδες προμηνοῦσαν καί θύελλες.
Γι᾿ αὐτό καί μέχρι σήμερα
μαζεύουμε νερά...

3
Κάθε φορά

Στή Μνήμη τῆς Μητέρας μου

Τά μεσημέρια τοῦ Σαββάτου
ὁπού πήγαινα, στό μπαλκόνι στεκόταν
κι εὔχονταν,  «Καλό Σαββατοκύριακο».
Κι ὕστερα χανόταν στά δίχτυα τῆς μοναξιᾶς.
Χρόνια στήθηκε αὐτή ἡ εἰκόνα,
μέχρι πού κάποιο Σάββατο πού βρέθηκα ἐκεῖ,
τό μπαλκόνι τό εἶδα ἄδειο
τή Μάνα φευγάτη,
κι ἐμένα ν᾿ ἀναζητῶ, στό χάος τοῦ σήμερα,
κάποιαν εὐχή...


Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

ΣΟΝΑΤΕΣ ΤΟΥ ΜΠΕΤΟΒΕΝ [1770-1827] ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟ ΠΙΑΝΙΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΛΗΟ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ


ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Η απόφαση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών να συμπεριλάβει στο πρόγραμμά του και τις 32 Σονάτες του Μπετόβεν είναι εξαιρετικά σημαντική, γιατί δίδει την ευκαιρία στο κοινό ν’ ακούσει το σύνολο μεγάλων έργων της φιλολογίας του πιάνου από σπουδαίους ερμηνευτές και ν’ ανακαλύψει τις ευεργετικές επιρροές που δέχτηκε ο Τιτάνας της Μουσικής, ώσπου να φτάσει στο δικό του μοναδικό και ανεπανάληπτο τρόπο γραφής, που θα μείνει ες αεί στην ιστορία της Μουσικής σαν υπόδειγμα πνευματικής δημιουργίας.

«Εμείς οι θνητοί με το απεριόριστο πνεύμα», είχε πει με πλήρη αυτογνωσία ο Μπετόβεν. Τίποτα δεν ήταν αρκετό για εκείνον και πάντα ζητούσε κάτι περισσότερο, γι’ αυτό, όταν τελείωσε το αριστούργημά του, τη Σονάτα Hammerklavier είπε: «Κι όμως το πιάνο αποδείχθηκε ανεπαρκές  για να αποδοθεί η σύνθεση». 

 Τις 32 Σονάτες του ο Μπετόβεν συνέθεσε ανάμεσα σε δυο  επαναστάσεις λαών με μεγάλο πολιτισμό, του Γαλλικού και του Ελληνικού, αφού είναι γραμμένες μεταξύ των ετών 1793-1822. Ίσως γι’  αυτό ν’ αποπνέουν έναν αέρα Ελευθερίας, χαρακτηριστικό αξεχώριστο και της προσωπικότητα του Συνθέτη.

Από τα σπουδαιότερα έργα για πιάνο στην ιστορία της μουσικής, oι σονάτες του Μπετόβεν δεν χαρακτηρίστηκαν άδικα από έναν μεγάλο μαέστρο, πιανίστα και συνθέτη, τον Hans von Bulow [1830-1894], «Καινή Διαθήκη» της Μουσικής. Η «Παλαιά Διαθήκη» ήταν το «Καλώς Συγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο» του J. S. Bach. Θεώρησε μάλιστα ότι οι Σονάτες λειτούργησαν σαν γέφυρα ανάμεσα στις κοινωνικές συναναστροφές των σαλονιών, όπου πρωτοπαίχτηκαν και στις αίθουσες συναυλιών που μεταπήδησαν, για να πάρουν τη θέση τους ανάμεσα στα μεγάλα έργα τέχνης της ανθρωπότητας. Ο Hans von Bulow ήταν ο πρώτος που έπαιξε και τις 32 σονάτες από μνήμης.

Η Σονάτα έλκει την καταγωγή της από τον 16ο αιώνα, όπου σήμαινε ό,τι παίζεται και δεν τραγουδιέται. Βρέθηκε στο απόγειό της με τις 550 σονάτες του D. Scarlatti [1685-1757], γραμμένες   σε ένα μόνο μέρος   και του  C. P. E. Bach [1714-1788]. Οι Σονάτες για πιάνο συνήθως έχουν τρία  μέρη όπως του Haydn και του Mozart. Ο Μπετόβεν είναι εκείνος που εισάγει το  τέταρτο μέρος, το Μενουέτο και αργότερα το Σκέρτσο και τη Φούγκα [μορφή πολυφωνίας]. Νεότεροι συνθέτες όπως ο Scriabin [1872-1915]  έγραψαν κι εκείνοι σονάτες με ένα  μόνο μέρος.

Ο χαρισματικός πιανίστας, Απόστολος Παληός, χρειάστηκε μόνο έξη ημέρες για να μας  καθηλώσει δύο φορές. Την πρώτη [26-10-12], στην αποχαιρετιστήρια, τιμητική συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών   για τον διακεκριμένο Μαέστρο Δημήτρη Αγραφιώτη, όπου με τη λεπταίσθητη ερμηνεία του, απέδωσε συναρπαστικά  το δημοφιλέστατο  Κοντσέρτο για Πιάνο και Ορχήστρα αρ.2 του Φρεντερίκ Σοπέν και τη δεύτερη[31-10-12], στο ρεσιτάλ του, στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος του Μεγάρου Μουσικής  Αθηνών, με Σονάτες του Μπετόβεν.

Ο νεαρός Σολίστ επέλεξε τρεις από τις σημαντικότερες και απαιτητικές σονάτες του Μπετόβεν, γραμμένες σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του, με πρώτη τη Σονάτα αρ.13 «Quasi una fantasia» σε μι ύφεση μείζονα, έργο 27/1 [1800-1801]. Εδώ το όνειρο, η οπτασία,  τα μυστήρια συνυπάρχουν σε χορευτικούς ρυθμούς. Οι νότες ρέουν μέσα από τα ακροδάχτυλα του πιανίστα, αναζητούν στους αιθέρες εκείνη τη Μούσα που θα δεχτεί τη μελωδία και θα την  ανυψώνει σε αίνο.

Να θυμίσουμε ότι το έργο 27 αποτελείται από δύο Σονάτες, την προαναφερθείσα και την δημοφιλέστατη Clair de Lune [Υπό το Σεληνόφως].

Στο κενό των τεσσάρων χρόνων που μεσολάβησε  μετά την 5η και 6η Συμφωνία του και, ώσπου να επανέλθει στη συμφωνική γραφή, ο Μπετόβεν συνέθεσε σπουδαία έργα   όπως το Τρίο του Αρχιδούκα, το Αυτοκρατορικό Κοντσέρτο για πιάνο, τη σκηνική μουσική στον Έγκμοντ, τα Ερείπια των Αθηνών και τη  Σονάτα του Αποχαιρετισμού, «Les  adieux» [1809-1810].

Ο Απόστολος Παληός, σε μια ζωντανή, πυκνή ερμηνεία της Σονάτας «Les adieux», εξέφρασε το ρίγος της θλίψης του αποχωρισμού, την κραυγή της αναζήτησης της ανθρώπινης  παρουσίας με συγκλονιστικό παλμό και διάφανο ηχόχρωμα. Στη συνέχεια ο εξαίρετος  πιανίστας με απίστευτη άνεση, με σιωπές γεμάτες ένταση και προσμονή ερμήνευσε τη δυσκολότατη και σπάνια παιζόμενη Σονάτα αρ. 29 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 106 «Hammerklavier» [1817-1818], αφιερωμένη στον Αρχιδούκα Ροδόλφο, έργο που κατατάσσεται στην κορυφή της πυραμίδας της πιανιστικής τέχνης.

Ο Απόστολος Παληός, μέσα από τις νότες σκιαγράφησε την προσωπικότητα του Δημιουργού, το δυναμικό και επικό στοιχείο του, τις δυνατές αντιθέσεις, τις εναλλαγές των θεμάτων του. Έπαιξε αισθαντικά το λυρικό μέρος. Κράτησε εκπληκτικές ταχύτητες, όσες ακριβώς έπρεπε, στο γρήγορο, ταραγμένο Σκέρτσο για να μας μυήσει  με το Adagio sostenuto στα «Άγια των Αγίων της τέχνης του Δασκάλου», όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε ο μουσικοκριτικός Λεντς.

Στη  θριαμβική Φούγκα - ύμνο στο πνεύμα του πολιτισμού και στις απαρχές του- ο Συνθέτης με την ευεργετική διαμεσολάβηση και δεξιότητα του Σολίστ, γεφύρωσε την εποχή του Μπαχ με τη δική του, αλλά και απέδωσε τιμές στο Μεγάλο Κάντορα για την πλούσια κληρονομιά που άφησε σε όλες τις γενεές, όχι μόνο των  Μουσικών αλλά και ολόκληρης της ανθρωπότητας.  

Ο προικισμένος καλλιτέχνης, εκτός από την άριστη γνώση του οργάνου και τον πλούτο του συναισθηματικού του κόσμου, έχει το μεγάλο προσόν της  διανοητικής προσέγγισης της σύνθεσης, που του επιτρέπει να εκφράσει τη βαθιά φιλοσοφική σκέψη του Μεγάλου Οργισμένου, την ουμανιστική του θεώρηση και το λεπτό πνεύμα, το διάχυτο στο μουσικό σύμπαν του. Και είναι η αρμονική αυτή ανάδειξη της πνευματικής διάστασης του έργου που  κάνει εντελώς ξεχωριστές τις ερμηνείες του Απόστολου Παληού.


Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Πρωτοπρεσβυτέρου Αδαμαντίου Αυγουστίδη: "Ο ξεπεσμός και η υποτέλεια δεν αρμόζουν στον άνθρωπο"

[Ομιλία στον ιερό Βράχο της Ακροπόλεως, 29 Ιουνίου 2011]

«Τοὺς μὲν οὖν χρόνους τῆς ἀγνοίας ὑπεριδὼν ὁ Θεὸς τὰ νῦν παραγγέλλει τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι πανταχοῦ μετανοεῖν, διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ ἐν ἀνδρὶ ᾧ ὥρισε, πίστιν παρασχὼν πᾶσιν ἀναστήσας αὐτὸν ἐκ νεκρῶν». (Πράξ. 17, 30-31)

Ο ξεπεσμός και η υποτέλεια δεν αρμόζουν στον άνθρωπο! Ο άνθρωπος πλάστηκε να είναι ελεύθερος. Στον Αδάμ, δηλαδή στον χοϊκό άνθρωπο, δόθηκε το προνόμιο να συνδιαλέγεται με τον Θεό πρόσωπο προς πρόσωπο. Στο πλάσμα χαρίστηκε η πλάση ολάκερη για να τη διαφεντεύει ευχαριστιακά.

Μέχρι που θέριεψε μέσα του η αλαζονεία˙ και τον κυρίευσε˙ και πίστεψε ότι δεν χρειάζεται πια τον Θεό˙ ότι μπορεί να είναι ο ίδιος Θεός χωρίς τον Θεό.

Από τότε η ανθρωπότητα πορεύεται μέσα στους αιώνες υποτελής στις τραγικές επιπτώσεις της κακοδιαχείρισης της ελευθερίας. Το αφύσικο και το φθαρτό έγιναν τα μέτρα που καθορίζουν την υπαρξιακή μας υποταγή στην αναγκαιότητα. Ο χαρισματικός βίος υποβαθμίστηκε σε αγώνα επιβίωσης.

Η ιστορική πορεία του γένους των ανθρώπων φέρει βαθειά τα σημάδια της διαρραγής της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό και με τον άλλον άνθρωπο. Η ιστορία γράφεται πια «ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου» [1]. Ο θάνατος σημαδεύει και δυναστεύει κάθε μορφή ζωής και δημιουργίας.

Αυτήν την τραγωδία του εκούσιου ξεπεσμού η θεολογία περιγράφει με μια και μόνο πικρή λέξη: την ονομάζει «Πτώση». Ο άνθρωπος είναι πια πεπτωκώς και μαζί του «πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν» [2]. Ο άνθρωπος ξέπεσε και η κτίση ολόκληρη τον ακολούθησε στην πτώση του.

Έκτοτε η Οικουμένη αγωνίζεται να ξαναβρεί τη χαμένη ποιότητα του χαρισματικού βίου. Αναζητά τρόπους να ξεπεράσει τις θλιβερές συνέπειες του ξεπεσμού. Πασχίζει να βρει τρόπους για να αποκατασταθεί και πάλι η αμεσότητα της σχέσης με το Θεό και η ενότητα μεταξύ των ανθρώπων. Και πάνω από όλα, ποθεί και ονειρεύεται να πάψει ο θάνατος να καταπίνει τη ζωή και να εξουσιάζει την ανθρώπινη ύπαρξη.

Έκτοτε η παγκόσμια ιστορία πορεύεται από κρίση σε κρίση. Τα λαμπρά επιτεύγματα κάθε εποχής ακολουθούν καταστροφές, πίσω από τις οποίες κρύβονται σχεδόν πάντοτε συγκεκριμένες επιλογές φίλαυτης ιδιοτέλειας.

Στο διάβα των αιώνων ο άνθρωπος προσπάθησε να αποκαταστήσει τη σχέση του με το Θεό. Και παραμένοντας εγκλωβισμένος στους περιορισμούς της φθαρτότητάς του δημιούργησε θεούς κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωση του θνητού εαυτού του. Κατασκεύασε θρησκείες με κριτήρια τις ανάγκες του, τους φόβους του, τις ενοχές του ή τις ωφελιμιστικές κοντόφθαλμες προσδοκίες του.

Οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώ γνώρισαν τον Θεό, δεν τον τίμησαν ως Θεό ούτε τον ευχαρίστησαν, αλλά με τις σκέψεις τους παραδόθηκαν σε μάταια πράγματα και σκοτίσθηκε η ανόητη διάνοιά τους. Ενώ έλεγαν ότι είναι σοφοί, έγιναν μωροί, «καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦἀνθρώπου καὶπετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν» [3].

Κι έτσι κύλισαν οι αιώνες. Και οι θρησκείες έγιναν και συνεχίζουν να γίνονται μέσο και δικαιολογία για να διαιωνίζεται η βία, η αντιπαλότητα, ο διχασμός, οι δεισιδαιμονίες και η μοιρολατρία. Χωρίς τον Χριστό, -χωρίς αληθινή και ουσιαστική σχέση με τον Χριστό˙ δηλαδή εκτός Εκκλησίας-, κάθε απόπειρα κοινωνίας με τον Θεό γίνεται στο τέλος ειδωλολατρία και η ελπίδα για αγάπη και ενότητα μεταξύ των λαών και των ανθρώπων σβήνει και μετατρέπεται σε έχθρα και θρησκευτικό φανατισμό.

Χωρίς τον Χριστό και η πιο καλοπροαίρετη φιλοθεΐα εκπίπτει αργά ή γρήγορα σε ειδωλολατρικό ωφελισμό και η φιλαδελφεία συρρικνώνεται στα έως θανάτου ασφυκτικά όρια της ιδιοτελούς φιλαυτίας.

Στο διάβα των αιώνων ο άνθρωπος προσπαθεί να αποκαταστήσει την αγαπητική συνύπαρξη των ανθρώπων. Αγωνίζεται απεγνωσμένα να ανακαλύψει πώς θα ξαναβρούν οι άνθρωποι τη χαμένη ενότητα της κοινής τους φύσης. Οι άνθρωποι πασχίζουν να εφεύρουν τρόπους ώστε να πάψουν να αλληλοσπαράζονται και να κατορθώσουν να ζήσουν ειρηνικά και με ομόνοια.

Ψάχνουν λύσεις για να πάψει ο άνθρωπος να είναι λύκος για τον άλλο άνθρωπο [4]. Να μην είναι ο ένας η κόλαση του άλλου [5].

Η παγκόσμια ιστορία βρίθει από ατέρμονες προσπάθειες διατυπώσεως φιλοσοφικών προτάσεων, δημιουργίας κοινωνικών συστημάτων και πολιτικών και ιδεολογικών σχεδιασμών˙από επαναστάσεις και ενθουσιαστικά κινήματα που υπόσχονται λύσεις και υπερβάσεις της δυστυχίας που επιφέρει η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο και η αλαζονική διαχείριση του περιβάλλοντος.

Πέρα από τα πεδία των μαχών, πίσω από τις αιματοβαμμένες απόπειρες αλλαγής του κόσμου, πίσω από τα πολιτικά συστήματα και τις ιδεολογίες, αλλά ακόμη και πίσω από την τρομοκρατία και τα κάθε λογής απολυταρχικά καθεστώτα, κρύβονται συνήθως μεγαλόπνοες ιδέες και μεγαλόστομες προτάσεις οραμάτων συλλογικής ευτυχίας.

Ο σύγχρονος άνθρωπος, γνήσιο τέκνο του νεωτερικού ανθρωποκεντρισμού, πίστεψε ότι αφού απέκτησε γνώσεις και τεχνολογία, αφού λαλεί «ταῖς γλώσσαις τῶνἀνθρώπων» [6], αφού έχει πια τη δύναμη και την τεχνολογία ώστε ακόμη και «ὄρη μεθιστάνειν» [7] δεν χρειάζεται πια τον Θεό. Και ξέχασε ότι όλα αυτά χωρίς αγάπη τρέφουν την αλαζονεία και ο άνθρωπος καταντά «χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον» [8].

Όμως αυτή είναι η ωμή αλήθεια: «Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶτῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι» [9].

Με αυτήν ακριβώς την αλαλάζουσα υπεροψία οι σοφοί του κόσμου διακήρυξαν ότι ο Θεός πέθανε. «Τί άλλο είναι λοιπόν αυτές οι εκκλησίες παρά οι τάφοι και τα μνήματα του Θεού;» [10] αναρωτιέται ο κοσμικός προφήτης του θανάτου του Θεού.

Τις συνέπειες αυτών των επιλογών τις ζήσαμε και τις ζούμε όλο και πιο οδυνηρά.

Πώς αλλιώς ερμηνεύονται οι διαρκείς πόλεμοι, η φτώχια, η εκμετάλλευση και η μηδενιστική εξαθλίωση της ανθρώπινης ύπαρξης; Τί άλλο υποδεικνύει η κρίση που διέρχεται σήμερα ο τόπος μας και ο κόσμος ολάκερος παρά την αποτυχία των ιδεολογικών και των πολιτικο-οικονομικών συστημάτων; Δεν είναι όλα όσα βιώνουμε μια χειροπιαστή απόδειξη για το πού οδηγεί η φίλαυτη και εγωκεντρική διαχείριση του ανθρώπινου βίου;

Όσα συμβαίνουν γύρω μας δεν κραυγάζουν περί των συνεπειών της απληστίας; Δεν μαρτυρούν περί της αντιμετωπίσεως του ανθρώπου ως αναλώσιμης παραγωγικής μονάδας και μόνο;

Δεν διδάσκουν περί των συνεπειών της υπερίσχυσης της φιλαυτίας επί της φιλαδελφείας και της φιλανθρωπίας;

Ποιος μπορεί, λοιπόν, να αμφισβητήσει ότι βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής; Ποιος δεν βλέπει ότι ο πολιτισμός μέσα στον οποίο αναπτυχθήκαμε, οι ιδεολογίες που καθόρισαν την ιστορική μας πορεία, οι οικονομικές και κοινωνικές θεωρίες που προσδιόρισαν τον τρόπο του βίου μας σχεδόν ολοκλήρωσαν τον ιστορικό τους κύκλο και τώρα πια αδυνατούν να διαλεχθούν δημιουργικά με τον κόσμο που έρχεται και να προτείνουν λύσεις στα προβλήματα που σωρεύτηκαν;

Τί θα είχαμε άραγε να απολογηθούμε στον απόστολο Παύλο, αν στεκόταν πάλι εδώ ανάμεσά μας και επαναλάμβανε κοιτώντας μας κατάματα: «Τοῦτο δὲ γίνωσκε, ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί· ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, ἀχάριστοι, ἀνόσιοι, ἄστοργοι, ἄσπονδοι, διάβολοι, ἀκρατεῖς, ἀνήμεροι, ἀφιλάγαθοι, προδόται, προπετεῖς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι, ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι» [11];

Πώς θα αντιμετωπίζαμε τον απόστολο των εθνών σήμερα, αν πάνω σ’ αυτόν εδώ τον βράχο, όπως πριν από είκοσι αιώνες, έλεγε και πάλι: «O Θεός παραγγέλλει τώρα σε όλους τους ανθρώπους, παντού, να μετανοήσουν, γιατί όρισε μια μέρα, κατά την οποία θα κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη μέσω ενός άνδρα που όρισε ο ίδιος. Και έδωσε πειστική απόδειξη γι’ αυτό σε όλους, ανασταίνοντας τον από τους νεκρούς» [12].

Μήπως και πάλι, όπως και τότε, πολλοί θα γυρίζαμε την πλάτη επαναλαμβάνοντας κι εμείς με την σειρά μας: «Ἀκουσόμεθά σου πάλιν περὶ τούτου» [13];

Και τούτο όχι διότι μας διαφεύγει ότι ο θάνατος παραμένει ο μεγαλύτερος και ο έσχατος εχθρός. Αλλά διότι η άλλη αλαζονική φαντασίωση της εποχής μας είναι ότι και ο θάνατος μπορεί να νικηθεί με τη δύναμη της επιστήμης.

Έτσι τα όντως θαυμαστά αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας και οι εντυπωσιακές και απολύτως ευεργετικές πρόοδοι και ανακαλύψεις της Ιατρικής και των λοιπών επιστημών της υγείας, αντί να γίνονται αφορμή δοξολογίας και ευγνωμοσύνης προς Τον Δοτήρα παντός αγαθού «ὑπὲρ πάντων ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν, τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων» [14], χρησιμοποιούνται για να θρέφουν τις ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας και ψευτο-αυτάρκειας.

Κι έτσι παραμένουμε ταλαίπωροι˙ και ταυτοχρόνως πολύ εγωιστές για να τολμήσουμε να επαναλάβουμε μαζί με τον ταπεινό και γι’ αυτό μέγα Παύλο: «Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» [15].

Όμως όλα τα ψέματα τελειώνουν κάποτε. Το τέλος της εποχής μας είναι ήδη ορατό και το αύριο άγνωστο.

Και τώρα τί κάνουμε; Τώρα πού να στραφούμε; Τώρα πώς να πορευτούμε;

Ας τολμήσουμε λοιπόν να εγκαταλείψουμε για μια στιγμή τις συλλογικές μας ψευδαισθήσεις αυτάρκειας και παντοδυναμίας. Ας αφήσουμε για μια στιγμή την ύπαρξη μας ανοικτή στο πέρα και το πάνω από μας.

Και έτσι, βρίσκοντας τον τόπο και τον τρόπο της προσωπικής μας σχέσης με τον Θεό, ενωμένοι μαζί Του στην Θεία Ευχαριστία, βρίσκουμε ταυτοχρόνως και τον πιο άμεσο τρόπο αποκατάστασης της χαμένης ενότητας των ανθρώπων. Διότι τότε «εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱπολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν» [19]. Διότι μέσα στην Θεία Λειτουργία μαθαίνουμε τα όρια της αληθινής ζωής και της αγαπητικής συνύπαρξης. Διότι εκεί ο άλλος γίνεται συνδαιτυμόνας στην κοινή τράπεζα μετοχής στο Θείο και δεν είναι πια κόλαση αλλά αδελφός και αδελφή. Εκεί, στον τόπο και τον χρόνο της ευλογημένης βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, στο πλαίσιο που ορίζει η λατρευτική ευχαριστιακή σύναξη του λαού του Θεού, η φιλαυτία και η ιδιοτέλεια δεν έχουν μέρος να σταθούν και τρόπο να επιβιώσουν. Διότι εκεί η θυσιαστική αγάπη ορίζει απόλυτα το ήθος και τον τρόπο της συνάντησης με τον άλλο.

Κι όλα αυτά γιατί γνωρίζουμε, και εκεί το επιβεβαιώνουμε συνεχώς, ότι ο θάνατος έχει νικηθεί. Ο Χριστός είναι αναστημένος και το Άγιο Πνεύμα όπου θέλει πνεί. Η πίστη των ανθρώπων δεν είναι πια χωρίς νόημα και το κήρυγμα της εκκλησίας δεν είναι κούφια λόγια.

Υπάρχει ελπίδα.
Υπάρχει μέλλον.
Υπάρχει το πού να στρέψουμε το βλέμμα μας.
Υπάρχει το πώς να πορευτούμε.
Υπάρχει το τι πρέπει να κάνουμε.
Υπάρχει μια ζωντανή παράδοση που δείχνει πώς η αλήθεια γίνεται τρόπος ζωής και πώς η πίστη γεννά ήθος και πολιτισμό. Κοντολογίς, πώς η ζωή νικά τον θάνατο.

Έτσι ζήσαμε και επιβιώσαμε σε αυτόν εδώ τον τόπο σε δύσκολους καιρούς και έτσι θα ξαναβρούμε τον δρόμο μας για το μέλλον.

Όταν το 1964, δηλαδή πάλι σε καιρούς δύσκολους, ο Γ. Σεφέρης αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα από την Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης, είπε μεταξύ άλλων: «Είμαστε ένας λαός με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη; Θα το παραδεχθούμε τάχα να γίνουμε απόκληροι; Δεν γυρεύω μήτε το σταμάτημα, μήτε το γύρισμα προς τα πίσω, γυρεύω το νου, την ευαισθησία και το κουράγιο των ανθρώπων που προχωρούν εμπρός».

Οι άνθρωποι της Εκκλησίας είναι αυτοί που εμπνέονται από τα έσχατα και έτσι έχουν το κουράγιο να προχωρούν πάντα εμπρός.

Παρά την πολλαπλότητα και την περιπλοκότητα όσων υπέθαλψε ή επινόησε η εκ γενετής επιθανάτια αγωνία του πεπτωκότος ανθρώπου για να διασκεδάσει το άγος του, το θεμελιώδες ζήτημα παραμένει συγκλονιστικά απλό: εάν ο Χριστός δεν είχε αναστηθεί, τότε η πίστη μας θα ήταν χωρίς νόημα και εμείς θα είμαστε «ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων» [20].

Όμως, όταν η νοσταλγία για την αληθινή ζωή ξεπεράσει τη λήθη, στην οποία καταφεύγουμε για να αντέξουμε την οδυνηρή μας καθημερινότητα, τότε δεν μένει παρά να αναζητήσουμε ξανά το κέντρο της ζωής μας.

Τη μετοχή μας στο μέγα μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Να ζήσουμε με ήθος ευχαριστιακό.

Τότε μπορούμε να προσπαθήσουμε να αγαπήσουμε.

Διότι «Ὑμεῖς γὰρ ἐπ' ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί· μόνον μὴ τὴν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμὴν τῇ σαρκί, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις» [21]. Διότι δεν υπάρχει πια θάνατος. Διότι κι ο θάνατος είναι πια γεμάτος απ᾿ τον Θεό. Διότι ο Θεός «ἔστησεν ἡμέραν ἐν ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ ἐν ἀνδρὶ ᾧ ὥρισε, πίστιν παρασχὼν πᾶσιν ἀναστήσας αὐτὸνἐκ νεκρῶν» [22].

Ὁ Ιησούς είναι αναστημένος και «τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ͵ καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις͵ ἀλλ΄ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁγεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος» [23].

Φεύγοντας απόψε από αυτόν τον αγιασμένο τόπο ας κρατήσουμε στην καρδιά μας πολύτιμο φυλακτό την παραίνεση του διδασκάλου των Αθηναίων και της Οικουμένης:

«Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἸησοῦΧριστοῦ, ἵνα τὸαὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ» [24].


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ματθ. 4, 16.
[2] Ρωμ. 8, 2.
[3] Ρωμ. 1, 21-23: «γνόντες τὸν Θεὸν οὐχ ὡς Θεὸν ἐδόξασαν ἢ εὐχαρίστησαν, ἀλλ' ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν, καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία· φάσκοντες εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν, καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν».
[4] Titus Maccius Plautus, Asinaria (495) (The comedy of asses, a play in English and Latin - Latin Edition), Kindle Edition: «lupus est homo homini». T. Hobbes, DeCive (1642) (the citizen), R. Royston, London, 1651: «Man to Man is an arrant. Wolfe».
[5] J.- P. Sartre, “Huis clos”, suivi de "Les Mouches" (1947), Gallimard, Paris 2000, 93: «L'enfer, c'est les autres» («η κόλαση είναι οι άλλοι»).
[6] Α΄ Κορ. , 13, 1.
[7] Α΄ Κορ. , 13, 2.
[8] Α΄ Κορ., 13, 1.
[9] Α΄ Κορ., 13, 1-2.
[10] F. Nietzsche, The Gay Science (1882, 1887), (ed. - trans.) W. Kaufmann, Vintage, New York, 1974, 182: «What after all are these churches now if they are not the tombs and sepulchers of God?».
[11] Β΄ Τιμ. 3, 1-5.
[12] Πράξ. 17, 30-31.
[13] Πράξ. 17, 32.
[14] Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Θεία Λειτουργία, Π. ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ, Αἱ τρεῖς Λειτουργίαι κατὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις κώδικας, Ἀδελφότης Θεολόγων ὁ Σωτήρ, Ἀθῆναι, 1982, σελ. 105.
[15] Ρωμ. 7, 24.
[16] Ιωάν. 3, 8.
[17] Πράξ. 17, 27.
[18] Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως, Fragmenta in epistulam ad Romanos, K. Staab, Pauluskommentar aus der griechischen Kirche (1933), Aschendorff, Münster, 1984, 493: «ἀλλὰ πόθεν ὁ θεῖος ἔρως ἐκεῖνος ἐκκέχυται καὶ ὅλην ἐμπεριείληφε τὴν ἡμῶν καρδίαν; Ἐκ τοῦ παναγίου πνεύματος τοῦ δοθέντος ἡμῖν͵ ὥστε τὸ ὅλον τῆς ἄνω χάριτος. Ἀλλὰκαὶ χρεωστοῦμεν ὑπερερᾶν αὐτοῦ͵ κἄν τι δέοι παθεῖν͵ μὴ ἀφίστασθαι τοῦ πρὸς αὐτὸν ἔρωτος. Διὰ τί; Ὅτι αὐτὸς ἡμῶν ἠράσθη πρῶτος. Καὶ τότε τίνων; Ἐχθρῶν καὶπολεμίων ὑπαρχόντων. Εἶδες ὑπερβολήν͵ εἶδες πόσον τὸ χρέος. πρόσθες καὶ τὸ ἔτι μεῖζον· οὐκ ἠράσθη μόνον ἀλλὰ καὶ ἠτιμάσθη ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἐρραπίσθη καὶ ἐσταυρώθη καὶ ἐν νεκροῖς ἐλογίσθη. Διὰ τούτων ἁπάντων τὸν περὶ ἡμᾶς αὐτοῦ παρέστησεν ἔρωτα».
[19] Α΄ Κορ. 10, 17.
[20] Α΄ Κορ. 15, 19: «Εἰ ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἠλπικότες ἐσμὲν ἐν Χριστῷ μόνον͵ ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων ἐσμέν».
[21] Γαλ. 5, 13.
[22] Πράξ. 17, 30-31.
[23] Ιωάν. 3, 8.
[24] Α΄ Κορ. 1, 10.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Έρσης Λάγκε: ΣΥΣΚΟΤΙΣΗ (ανέκδοτο διήγημα)

Καθόταν μόνη κι έβλεπε τηλεόραση, όταν ξαφνικά έσβησε. Ταυτόχρονα ακούστηκε σύριγμα, σαν κάτι που πέρασε ξύνοντας την ταράτσα, κάτι που χάθηκε αμέσως κι όλη η χαμηλή συνοικία έμεινε σε απόλυτο σκοτάδι. 
Η Λένη στο διώροφο. Γεροντοκόρη εδώ και χρόνια, μ’ έναν αρραβωνιαστικό άφαντο, βυθισμένον μαζί με τα καράβια, γύρευε σε ποιους ορίζοντες… Η Λένη περίμενε με την βεβαιότητα τού κακομαθημένου ανθρώπου του 21ου αιώνα, που άλλοι φροντίζουν γι’ αυτόν, άλλοι ανοίγουν τους διακόπτες, φτάνει εκείνη… βέβαια… να πλήρωνε ταχτικά τους φόρους και τους λογαριασμούς. Περίμενε. Αν ήταν η διακοπή στο τοπικό δίκτυο του νησιού, θα τέλειωνε σε πέντε, το πολύ δέκα, λεπτά.
Τίποτα. Απεργία δεν είχαν ανακοινώσει… Μισόκλεισε τα μάτια να ξεθαμπωθεί από την TV και τ’ άνοιξε πάλι. Ο κόσμος είχε κολλήσει πάνω της. Είχε χάσει απότομα όλο το βάθος. Ποτέ δεν υπήρξαν μεσάνυχτα τόσο σκοτεινά. Κ’ η νύχτα ποτέ δεν είχε μπει τόσο βαθιά στο φωτεινό της σπίτι. Τώρα το γέμιζε με όλη της τη μαύρη μεγαλοπρέπεια. Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουνε νύχτες πια!
Σηκώθηκε ψηλαφητά. Κάπου υπήρχε απολειφάδι κεριού Ανάστασης και στο συρτάρι της κουζίνας είχε βάλει, πέρσι, σπίρτα. Πασπάτεψε. Βρήκε και το κερί, το στήριξε σ’ ένα ποτήρι… Θαυμάσια! Χρυσό φως γαλήνιο και κάπως σαν να σε φύλαγε, φώτισε το γνωστό τραπέζι. Μπορούσε να περιμένει. Ίσως και να ξάπλωνε κομμάτι.
«Όχι», σκέφτηκε, «δεν θα κοιμηθώ απ’ τις εννιάμιση. Αμάν πια…» Κι όμως, υπήρχε νύστα γύρω και κάτι επιτακτικό τής έλεγε για ύπνο και ότι «κουκουλώσου Λένη – Λενάκι, στο κρεβάτι έχει πάντα ασφάλεια».
Αντιστάθηκε και βγήκε στη βεράντα. Η συνοικία χαμένη. Δεν υπήρχε απολύτως τίποτα που να θυμίζει δρόμους – σπίτια – γειτόνους. Το ίδιο το νησί είχε βουλιάξει στο ανεξέλεγκτο της θάλασσας. Πάνω, κατάστικτος κι ακόμα πιο πολύ, ολόφωτος ο ουρανός και μια ανεξήγητη μοναξιά γύρω, μαζί με γαλήνη, ότι έτσι έπρεπε κι εκείνη τώρα δα είχε βρει την ισορροπία του εαυτού της.
- Δε βαριέμαι πια, είπε δυνατά. Δεν ψάχνω τι να κάνω; Νύχτα του Θεού είναι κι εγώ υπάρχω.
Κουνούπια ζουζούνισαν. Μπήκε μέσα κι άνοιξε τις κουρτίνες. Ήρθε φεγγάρι λειψό, πορτοκαλί κι ανάσκελο. Φεγγάρι της βαθιάς νύχτας, ποτισμένο υγρασία, μαζί κι ένα φως μύθου ατέλειωτου. Έτσι κάπως, έτσι κάπως… Δεν μπορούσε να θυμηθεί.
Κάθισε στον καναπέ, μπροστά στην μπαλκονόπορτα της βεράντας και προσπαθούσε πιεστικά να φθάσει κάπου με τη μνήμη. Δυσκολευόταν. Φεύγαν τα πρόσωπα πηδώντας και προεξοφλώντας κάτι που είχε γίνει και δεν υπήρχε πια.
Ο άντρας της σε τέτοιον φωτισμό άφωτο την κράταγε απ’ τους ώμους. Πώς ήταν το πρόσωπό του; Δεν είχε μείνει εικόνα καμιά. Και τη μάνα, γιατί να την βλέπει μόνον γριά, όπως αβοήθητη τραγουδούσε πρίμο-σεκόντο με τη θεία (πάει κι αυτή…), καθώς αρμένιζε σχεδόν φλόγινο το τοτινό φεγγάρι, μια σπιθαμή απ΄ τον ορίζοντα, τρομαχτικό στην απόλυτα βουβή του όψη;
- Μα τέτοια, τέτοια σιωπή…, είπε.
Δεν είχε τριζόνια, γκιώνηδες, δεν πέρναγαν μηχανάκια, παιδιά να κλαιν, μαρσαρίσματα, έστω θρόισμα στα καλάμια. Μονάχα αυτό το βουβό φεγγάρι, που ανέβαινε ανύπαρχτο ανήφορο μπρος στα παράθυρά της, σκορπώντας στη θάλασσα ουρά χρυσή, συνοδεία παραπλάνησης, όπως όλα δα στον κόσμο τούτο.
Πέρασε σ’ άλλη διάσταση πιο μαύρη, ανόνειρη, σαν να κόλλησε πάνω της καταπακτή κι εξαφανίστηκε. Αυτή, η Λένη των 45 χρόνων, το Λενιώ των 20, το Λενάκι των 10.
Τα πήρε όλα μαζί της, τυλιγμένα γύρω της σαν τα ρούχα που φόραγε. Κι ο χρόνος στάθηκε. Το φεγγάρι είχε γλιστρήσει κ’ είχε πια χαθεί.

Ζάκυνθος 2010
[Εικαστικό σχόλιο στο διήγημα: Stomer Matthias (c. 1600 – after 1652) / Old Woman with a Candle]

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Τα θεμέλια και το οικοδόμημα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


   Για να γίνει πολιτισμός, όπως και οτιδήποτε άλλο, δεν χρειάζεται μόνο θέληση, αλλά και γνώση και πολύπλευρη παιδεία. Διαφορετικά κάνεις «μια τρύπα στο νερό» και σκορπάς άσκοπα, αν όχι επικίνδυνα - προ πάντων για τους άλλους - το χρόνο σου.
   Δεν φτάνει το να οργανώνεις κάτι, που η άγνοια, η δική σου και της πλειοψηφίας των συμπολιτών σου, το ονομάζουν εκδήλωση. Ούτε δίνουν τίποτα, στην ουσία, οι ευκαιριακές εμφανίσεις μετριοτήτων, που μη γνωρίζοντας το πόσο λίγο είναι το πολύ, στην απαιτητική αυτή υπόθεση, κομπάζουν και καυχώνται σαν «γύφτικα σκεπάρνια», επειδή απλά και μόνο έκαναν κάτι, που ευκαιριακά και προσωρινά τους ανέβασε στο πάρκο. Κάτι τέτοιο «ουδέν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται», όπως λέει και το ευαγγέλιο και καλύτερα είναι σε τέτοιες περιπτώσεις να μένεις σπίτι σου και εσύ και οι κακόμοιροι οι θεατές σου, παρά να φρενάρεις την εξέλιξη και να εμποδίζεις την δημιουργία.
   Για να δημιουργηθεί κάτι το ουσιαστικό απαιτείται γνώση, μέθοδος, προγραμματισμός και όραμα. Προ πάντων δε επανάληψη και μονιμότητα.
   Στα πλαίσια αυτά κινούμενος και ο ιερωμένος και ποιητής π. Παναγιώτης Καποδίστριας –όλοι οι άλλοι τίτλοι του είναι, πιστεύω, δευτερεύοντες– δημιούργησε από την περασμένη χρονιά στην ενορία και αγρυπνία του, το Μπανάτο, το Κέντρο Λόγου «Αληθώς» και μια φορά το μήνα προσφέρει στους συντοπίτες του, όχι βέβαια μόνο του χωριού του, αλλά όλου του νησιού και των μετοικούντων αυτό, την ουσιαστική γνώση πάνω σ’ ένα θέμα, το οποίο παρουσιάζουν οι πιο έγκυροι και κατηρτισμένοι ομιλητές.
   Όλα αυτά, βέβαια, γιατί ο π. Παναγιώτης είναι ποιητής, αλλά προπάντων γιατί ζει στη Ζάκυνθο και τα Επτάνησα, που η εκκλησία αποτέλεσε πάντοτε φωτεινό φάρο και στο χώρο του πολιτισμού και όχι αιτία καθυστέρησης και σκοταδισμού, όπως αλλού συχνά, δυστυχώς, συμβαίνει.
   Την περασμένη Κυριακή,  λοιπόν, 28 Οκτωβρίου 2012, επέτειο της έσχατης εθνικής μας γιορτής, το «Αληθώς» τίμησε την ημέρα με μια πολύπλευρη και πολύμορφη εκδήλωση. Στην εκκλησία της Παναγούλας η αρχαιολόγος και Διευθύντρια του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, Κατερίνα Δεμέτη παρουσίασε με επιστημονική μέθοδο και γλαφυρότητα την συμβολή των ντόπιων εικαστικών στον πόλεμο του Σαράντα και στη συνέχεια ο μουσικός Διονύσης Μπουκουβάλας μάς παρουσίασε τον Ζακύνθιο συνθέτη της Αντίστασης, Αλέκο Ξένο, που φέτος το νησί μας έχει αφιερώσει τη χρονιά που διανύουμε στην επέτειο της συμπλήρωσης εκατό χρόνων από το θάνατό του και αυτό ποικιλότροπα το γιορτάζει.
    Η βραδιά – μυσταγωγία έκλεισε με τραγούδια του τιμώμενου συνθέτη, τα οποία απέδωσαν άψογα δύο νέα και ταλαντούχα ζακυνθινόπουλα, η Κατερίνα Μποτώνη και ο Αλέξανδρος Αμανατίδης, τα οποία έδειξαν στο κοινό πως δίπλα στις καλοπληρωμένες μολόχες των κακοκαλλιεργημένων περιβολιών μπορούν ν’ ανθίσουν ανάργυρα και τα πιο ευωδιαστά κρίνα της θάλασσας.
  Δεν είναι σκοπός αυτού του κειμένου να κάνει κριτική και αποτίμηση της συγκεκριμένης αυτής εκδήλωσης, ούτε να αξιολογήσει την ποιότητα και το ταλέντο των συντελεστών της. Ο κόσμος, κατά καιρούς, τους έχει κρίνει και αυτό αρκεί.
   Σκοπός του σημερινού μας σημειώματος είναι να πούμε πως, εκτός από την απαραίτητη γνώση και παιδεία, που θίξαμε και στην αρχή, απαιτείται και οργάνωση και πως, αν θες πράγματι να προσφέρεις, πρέπει να κουραστείς και να ιδρώσεις. Είναι αυτός ακριβώς που θησαυρίζει η τζαντιώτικη λαϊκή σοφία λέγοντας, πως «ο πηλός αν δεν δαρθεί, δεν κάνει κεραμίδι».
   Υλικό, όπως συχνά τελευταία διαπιστώνουμε, υπάρχει και πάλι στο νησί μας. Ξεφύγαμε πια, ευτυχώς, από την πρώτη, μετασεισμική περίοδο του ερασιτεχνισμού και προχωράμε προς την επαγγελματική αντιμετώπιση των απαιτήσεων.
   Εκείνο το βράδυ, στην εκκλησία της Παναγούλας του Μπανάτου, ακούγοντας την Κατερίνα Δεμέτη, κατάλαβα καλύτερα την εικαστική μοναδικότητα –στην όποια της αξία– των εικόνων του Χρίστου Ρουσέα, που κοσμούσαν την ουρανία και το ταπέτσο του ναού που μας φιλοξενούσε και, αισθανόμενος τις νότες του Ξένου, από το ταλέντο των δαχτύλων του Μπουκουβάλα και τις «εξαίσιες φωνές», τις όμοιες με τις αποχρώσεις των εικόνων της πίσωθεν προσπετίβας, της Μποτώνη και του Αμανατίδη, κατάλαβα πως ακόμα μπορούμε να ελπίζουμε σε τούτο το νησί, που από εσχατιά, κάποτε, της Ευρώπης, κινδυνεύει να γίνει απρόσωπη ανυπαρξία και τόπος εκτόνωσης παντοειδών καταπιεσμένων της εσπερίας.
   Το είχε επιχειρήσει και ξεκινήσει παλιότερα η Θεοδώρα Παπαδάτου , με τις μουσικές βραδιές στα ΤΕΙ. Το συνεχίζει σήμερα ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας στο Μπανάτο. Μεθοδικά και με επαναλήψεις θεμελιώνουν πολιτισμό.
    Αν βρεθούν και άλλοι, μπορούμε να ελπίζουμε σε οικοδόμημα.

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Κατερίνας Δεμέτη: Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΖΑΚΥΝΘΙΩΝ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑ


[Διάλεξη κατά την 3η σύναξη τού β΄ κύκλου δράσεων τού Κέντρου Λόγου «Αληθώς»,
Μπανάτο 28 Οκτωβρίου 2012]

Σεβασμιότατε Ζακύνθου κ. Διονύσιε, Σεβασμιότατε Δωδώνης κ. Χρυσόστομε,
Γενικέ Αρχιερατικέ Επίτροπε της Ι. Μητροπόλεως  Ζακύνθου, Ψυχή και Αυτουργέ τού ΑΛΗΘΩΣ,
Άγιοι Πατέρες, Κυρίες και Κύριοι,
                                                                                                        
Η τρίτη συνάντηση του φετινού ΑΛΗΘΩΣ οδηγεί απόψε τα βήματά μας ξανά μέσα στον φιλόξενο ναό της Παναγούλας Μπανάτου, που, σαν ιερό «κέλυφος», αναλαμβάνει να τιμήσει  την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο: επιλέγει να προβάλει την εικαστική και μουσική γλώσσα Ζακυνθινών καλλιτεχνών, προσπαθώντας να ενεργοποιήσει την συλλογική μας μνήμη, σε μια εποχή που η ενότητα και η ομοψυχία κρίνονται περισσότερο από ποτέ απαραίτητες, προκειμένου ν’ αντισταθούμε σαν λαός στις κάθε λογής δυνάμεις ΚΑΤΟΧΗΣ.
Με εργαλείο μας τις νότες και τα χρώματα και οδηγό την εικαστική και τη μουσική θέαση του κόσμου, θα προσπαθήσουμε, μέσ’ από δημοσιευμένο και αδημοσίευτο υλικό, να ερμηνεύσουμε την αιτία που ένας άνθρωπος μέσα σ’ ένα μικρό κομμάτι χαρτί, μουσαμά ή ξύλο, μετατρέπει με τις νότες και τα πινέλα του, την αίσθησή του για την ιστορικά βιωμένη πραγματικότητα σε έργο τέχνης, ικανό να συγκινήσει, να αφυπνίσει και γιατί όχι, να οδηγήσει σε πράξεις αυτοθυσίας…
            Για τα της μουσικής υπεύθυνος γι’ απόψε είναι ο φίλος συνθέτης Διονύσης Μπουκουβάλας.
            Εμείς θα εστιάσουμε στις εικαστικές τέχνες και θα ξεκινήσουμε τη διερεύνησή μας, στηριζόμενοι στη μαρτυρία μιας γλύπτριας, που δεν είναι Ζακυνθινή, παντρεύτηκε όμως Ζακυνθινό και αγάπησε το νησί μας τόσο πολύ ώστε να δωρίσει σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους: το 1981, το 1991 και το 1997, στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, την σπουδαία συλλογή χαρακτικών της οικογενείας της. Πρόκειται για την Ειρήνη Χαριάτη, το γένος Πραμαντιώτη, την πρώτη γυναίκα γλύπτρια των Κυκλάδων, η γλυπτοθήκη της οποίας βρίσκεται στην είσοδο του χωριού Πύργος της Τήνου από τον Αύγουστο του 1990 και σύζυγο του Θεοδώρου Χαριάτη, αδελφού  της άλλης σπουδαίας εικαστικού Κατερίνας Χαριάτη-Σισμάνη.


Γράφει η Ειρήνη Πραμαντιώτη-Χαριάτη,  στο βιβλίο της ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ τα εν Ελλάδι…1940-2000 (χωρίς φόβο και πάθος) για την «Είσοδο των κατακτητών στην Αθήνα»:
«Τυχερός όποιος δεν έζησε αυτή την ημέρα. Ήταν Απρίλης 1941 και στ’ αυτιά μας ηχούσαν ακόμα οι ιαχές της νίκης και της δόξας του αλβανικού Έπους. Ύμνοι των εμπόλεμων δυνάμεων για την ανδρεία των Ελλήνων, της Ελλάδας τα παιδιά, που αντιστάθηκαν, περισσότερο από κάθε άλλη Ευρωπαϊκή χώρα, στον σιδερόφρακτο άξονα Γερμανίας – Ιταλίας. Τότε που ο Τσώρτσιλ έλεγε ότι εις το εξής θα λέμε, όχι ότι «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΕΜΑΝΕ ΣΑΝ ΗΡΩΕΣ ΑΛΛΑ ΟΤΙ ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΠΟΛΕΜΑΝΕ ΣΑΝ ΕΛΛΗΝΕΣ».
            Και ξαφνικά στ’ αυτιά μας ήχησαν οι μπότες της Βέρμαχτ. Ήταν ένα πρωινό που η Αθήνα ήταν άψυχη, στους δρόμους δεν βρισκόταν άνθρωπος, τα σπίτια κλειδωμένα δεν ήθελαν ν’ αφήσουν ούτε ακτίνα φωτός να μπει μέσα. Μόνο ένας τραγικός ήχος κατόρθωνε ν’ ακουστεί, παρά τα κλειστά τζάμια: Ήταν ο ήχος της Βέρμαχτ, της μπότας του κατακτητή, που στολισμένος, με τη σημαία του μπροστά βάδιζε προς τον ιερό βράχο. Ανεβαίνοντας εκεί, βρήκε έναν Έλληνα νεαρό στρατιώτη- φρουρό της σημαίας του. Τον διέταξε να την κατεβάσει για ν’ ανεβεί η δική του. Ο φρουρός, αφού σκέφτηκε λίγο την κατέβασε, την τύλιξε στο σώμα του κα πήδηξε από εκεί ψηλά, σ’ ένα σημείο που ακόμη δεν στήθηκε ένα μνημείο για την ιστορία…»
            «Μια εικόνα», συνεχίζει η Χαριάτη, «μπορεί να σε συγκλονίσει ολόκληρο: Πρόσφατα βγαίνοντας από τον υπόγειο στο Μοναστηράκι, το μάτι μου έπεσε πάνω σε κρεμασμένες, προς πώληση μπότες τύπου Βέρμαχτ. Ήταν αδύνατο να συγκρατήσω τη μνήμη μου, να μην πισωγυρίσει στην τραγική εκείνη ημέρα. Τα μίση έχουν ευτυχώς ξεχαστεί κι εγώ η ίδια, που συγκλονίζομαι από τη θέα μιας μπότας, επί χρόνια συνεργάζομαι καλλιτεχνικά, με τους απογόνους των κατακτητών, ακόμα και τώρα το 2000 στη Βαϊμάρη. Οι αναμνήσεις όμως είναι κάτι άλλο πέρα από τη λογική  σου, τα πρέποντα και τα επιβαλλόμενα, είναι αυτές που δεν σβήνουν παρά μόνο μαζί σου».
Η αυτοκτονία του  Κωνσταντίνου Κουκίδη, (είναι το όνομα του ευζώνου, που επέλεξε να γκρεμοτσακιστεί από τον Ιερό Βράχο τυλιγμένος με τη σημαία μας), έλαβε χώρα στις 27 Απριλίου 1941, η μαρτυρία της Χαριάτη γράφτηκε το 2000, και αναφέρεται σε ένα γεγονός που ηθελημένα ή ασυνείδητα έχει περάσει στα ψηλά γράμματα της Ιστορίας, αναγνώστηκε δε απόψε, δώδεκα χρόνια μετά, για να φωτίσει τον τρόπο που η ατομική μνήμη ενεργοποιεί το χέρι του καλλιτέχνη και φιλοτεχνεί το έργο που βλέπετε στη διαφάνεια. Κυρίως όμως  για να ερμηνεύσει την αντιπάθεια που υφέρπει για τις συμπεριφορές των πολιτισμένων ετέρων μας, που παρ’ όλο που όπως ομολογεί η  Χαριάτη συνεργάζεται η ίδια καλλιτεχνικά με τους απογόνους τους, ωστόσο φτάνει η θέαση της μπότας τύπου Βέρμαχτ για να τη συγκλονίσει ολόκληρη…
Τι περίεργο πλάσμα που είναι ο καλλιτέχνης, κυρίες και κύριοι! Και με τι ανεξάντλητους τρόπους μπορεί να δώσει έκφραση στα φαντάσματα που τον στοιχειώνουν!
Απόψε όμως θα έχουμε τη χαρά να απολαύσουμε και την καλλιτεχνική φύση εν τη γενέσει της, αφού με την άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, θα δούμε 14 παιδικά σχέδια και 1 χειροποίητο τετράδιο ζωγραφικής της γνωστής ζωγράφου Μαρίας Ρουσέα, τα οποία δώρισε, τον φετινό Ιούλιο στο Μουσείο, όλα με θέματα εμπνευσμένα από τα χρόνια της Κατοχής.
Και είναι πράγματι σπάνιο να έχεις την τύχη να  γνωρίζεις τις πρώτες πινελιές ενός καλλιτέχνη! Ωστόσο χρειάζεται και μεγάλη προσπάθεια, όταν έχουμε γνωρίσει το κατοπινό της έργο να θυμόμαστε κάθε φορά ότι τα σχέδια αυτά τα έκανε πριν ακόμα ακολουθήσει επίσημες σπουδές στη Ζωγραφική!!!


1.   α΄ όψη: «Ιταλία», 1941,
      β΄ όψη: «Το πρώτο κτύπημα», 1941
Τα περισσότερα είναι καμωμένα με μολύβι και ξυλομπογιές κι έχουν διαστάσεις 25Χ17,5 εκ. και είναι ζωγραφισμένα και στις δύο όψεις του χαρτιού. Στις διαφάνειες παρουσιάζονται και οι δύο όψεις μαζί για να διευκολύνεται ο θεατής. Το συγκεκριμένο ζωγραφίστηκε όταν η Μαρία ήταν 12 ετών!
Ένας εφιαλτικός κόσμος αναδύεται μέσα από την παιδική της ψυχή και μας φέρνει στο νου τα ψυχολογικά τεστ των ειδικών που διαβάζουν μέσα από τις ζωγραφιές των παιδιών τα τραύματα, τις αγωνίες και τους κακούς που τα βασανίζουν. Εδώ η Γερμανία παρουσιάζεται με μπότες και κεφάλι-κρανίο να στέλνει κεραυνούς προς πάσα κατεύθυνση, ενώ η Ιταλία είναι έτοιμη να πηδήσει σε ένα αιμάτινο ποτάμι.


2.    α΄ όψη: «…και σε λίγο τα τείχη πέφτουν: Ζήτω η Αγγλία»
      β΄ όψη: Αρχαίο αγγείο: Στάμνος, 1939.
            Το επόμενο σχέδιο είναι ζωγραφισμένο σε  παλαιότερο χαρτί του 1939 σε ηλικία μόλις 10 ετών! Η παράσταση της β΄ όψης μοιάζει με το έργο του Ζωγράφου του Κλεοφώντος, 430 π. Χ., στο Μόναχο και είναι φανερή η επίδραση του πατέρα της Χρήστου, που την έβαζε να  ζωγραφίζει και να μελετά από τα βιβλία του εργαστηρίου του. Οι μορφές άλλωστε του  αγγείου επαναλαμβάνονται σε όλα τα σχέδια, γεγονός που οδηγεί στη σκέψη ότι οι μορφές από τα αρχαία  αγγεία ήταν τα πρώτα της μοντέλα. Εδώ βλέπουμε την  Ελλάδα αλυσοδεμένη και γονατισμένα μπροστά της, τα γεωγραφικά διαμερίσματα.


3.  α΄ όψη: Προσχέδιο για το βιβλίο του Δ. Στραβόλαιμου: «ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ», 1949
      β΄ όψη: Κάποια σχέδια με μολύβι
            Η επόμενη διαφάνεια είναι αξιοπρόσεχτη γιατί αφορά ένα σχέδιο του 1949 και αποτελεί σπουδή για το βιβλίο του Δ. Στραβόλεμου: «ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ», το οποίο τελικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο: «Η Ζάκυνθος στα χρόνια της σκλαβιάς» και θα το δούμε παρακάτω. Η Μαρία είναι τώρα 20 ετών και ετοιμάζεται για σπουδές στην Ανώτατη Σχολή Καλών τεχνών. Έτσι ο πατέρας της τής δίνει να φτιάξει το εξώφυλλο του βιβλίου που του είχε αναθέσει ο Διον. Στραβόλεμος. Δεν συμφωνεί όμως με την σύνθεσή της, ίσως τη βρίσκει αρκετά «μοντέρνα» και έτσι αποφασίζει να το κάνει όπως θα δούμε ο ίδιος.


4.    α΄ όψη: Μολύβι , Οι Βασιλιάδες της Ελλάδας και της Αγγλίας. Πάνω αριστερά τα δύο στέμματα (ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΉΘΑΝΑΤΟΣ)
      β΄ όψη: Μολύβι: Οι σημαίες των δύο Συμμάχων
Στο επόμενο σχέδιο έχει γράψει έτος, μήνα και ημέρα: Παρασκευή 19/2/42 και παρουσιάζει τους δύο Βασιλείς: Ελλάδας και Αγγλίας και την απογοητευμένη φράση: «και είμεθα ακόμα σκλαβωμένοι». Είναι μόλις 13 ετών και ελπίζει στη συμμαχική βοήθεια. Δεν γνωρίζω το πόσο πολιτικοποιημένα ήταν τα παιδιά της εποχής της, το σίγουρο όμως είναι ότι για να ασχολείται με τα θέματα αυτά σε τόσο μικρή ηλικία, διάβαζε, παρακολουθούσε, αλλά κυρίως ζούσε στον παλμό της εποχής της. Πόσο δυστυχισμένα είναι τα σημερινά παιδιά που εγκλωβισμένα μέσα στον κόσμο  του διαδικτύου ζουν αποκομμένα από την ιστορία του τόπου τους! Στην πίσω όψη παρουσιάζονται οι σημαίες των δύο συμμάχων.


5.   α΄ όψη: «Αγγλία, Κυβέρνα Βρεττανία»
      β΄ όψη: «Ελλάς, αθάνατη θα ζη».
Στο επόμενο σχέδιο οι δύο συμμάχοι, προσωποποιημένες, με μολύβι και χρωματιστές ξυλομπογιές: από τη μια πλευρά η Αγγλία με την προτροπή: «Κυβέρνα Βρεττανία» και στην άλλη η «Ελλάς, που αθάνατη θα ζη». Από κάτω με μολύβι στίχοι του Κ. Παλαμά. Φανερή η επίδραση κι εδώ της αρχαίας Ελλάδας και των μορφών που έβλεπε στην αγγειογραφία.


6. α΄ όψη: «Χιτλερική Γερμανία»
      β΄ όψη: «Φασιστική Ιταλία».
Στο επόμενο σχέδιο ζωγραφισμένες με μολύβι και χρωματιστές ξυλομπογιές σαν άσχημες ηλικιωμένες γυναίκες οι δύο εχθροί της Ελλάδας. Στο σχέδιο με την Ιταλία γράφει: «Είδωλα! Φαντασίες! Όνειρα! Να ό,τι κάθε αυγή πεθαίνει! Αυτό πέθανε της 28.10.1940».


7.    α΄ όψη: «Ξεθεμέλιωμα: Ύστερα από το νικητήριο τέλος του πολέμου!!!», 1946
      β΄ όψη: «Το τραγούδι της Ειρήνης», 1945.
Το επόμενο σχέδιο, που το ζωγράφισε σε ηλικία 16 ετών παρουσιάζεται προφητικό: Η μία όψη είναι ζωγραφισμένη το 1945: «Το τραγούδι της Ειρήνης», ενώ η άλλη το 1946: «Ύστερα από το νικητήριο τέλος του πολέμου!!!», με μια ματωμένη ελληνική σημαία που πέφτει στο γκρεμό, σαφής  αναφορά για τον αδελφοκτόνο εμφύλιο πόλεμο που ρήμαξε τη χώρα. Όλα τα σχέδια έχουν συμβολικά μοτίβα όπως ο σταυρός στην άκρη του γκρεμού και η πεταλούδα που ξεψυχά στο κάτω μέρος του σχεδίου.


8.    α΄ όψη: «Η Σημαία: Από τα κύματα μέσα βγαλμένη καθάριο σύννεφο στον ουρανό»
      β΄ όψη: «…Απ’ τα κόκκαλα…χαίρε Λευτεριά!». 
Στην επόμενη διαφάνεια βλέπουμε το σχέδιο που ζωγράφισε για τη Σημαία, το οποίο έχει και τη δεύτερη στροφή από το ποίημα: «Λευκή σαν όνειρο»: «Από τα κύματα μέσα βγαλμένη, καθάριο σύννεφο στον ουρανό …» , ενώ στην άλλη όψη εικονίζει την Ελευθερία από τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» του Διον. Σολωμού: Εδώ παρουσιάζονται οι εποποιίες της Ελλάδας, στην Πίνδο (1940), στο Μεσολόγγι (1821), στον Όλυμπο (1941), στη Λαμία (1941).


9.   α΄ όψη: «Απελευθέρωσις της Γαλλίας», 1940
      β΄ όψη: «Η ακτή και το κύμα»
Το επόμενο σχέδιο είναι ζωγραφισμένο το 1940. Πριν από 72 χρόνια. Η Μαρία είναι μόλις 11 ετών! Και όμως έχει το βλέμμα της στραμμένο στην Ευρώπη. Εδώ η απελευθέρωση της Γαλλίας και η ναζιστική σημαία ποδοπατιέται από μία αρχαιοελληνική φιγούρα. Στο βάθος οι σημαίες των συμμάχων. Στην άλλη όψη και σε οριζόντια διάταξη ένα μυθολογικό θέμα: «Η ακτή και το κύμα».


10. α΄ όψη: «Σίμπαρλ Άγγλος. Ζήτω η Αγγλία», 1940
       β΄ όψη: Δικαιοσύνη
Την ίδια χρονιά ζωγραφίζει και τα επόμενα σχέδια. Στην πρώτη πλευρά έχει τον πρώτο Άγγλο αεροπόρο που έπεσε στο πεδίο της μάχης όταν καταρρίφθηκε το αεροπλάνο του, ενώ στη δεύτερη πλευρά προσπαθεί να βρει Δικαιοσύνη. Δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τα τεκταινόμενα και πολύ περισσότερο με τον πρόωρο θάνατο ενός νέου.


11. α΄ όψη: «ΕΛΛΗΝ Σακελλαρίου, που η άλλη μάνα η Ελλάς τον κράτησε κοντά της», 1940
      β΄ όψη: Εν τούτω νίκα, 1940-194…
Με το ίδιο θέμα και το επόμενο σχέδιο, που παρουσιάζει τώρα τον πρώτο Έλληνα αεροπόρο που πέφτει στη μάχη, έργο και αυτό  του 1940, ενώ στην άλλη όψη σε οριζόντια διάταξη η Ελλάδα κάτω από το βυζαντινό «Εν τούτω νίκα» αποκρούει τους Γερμανούς που κρατώντας τη ναζιστική σημαία γονατίζουν μπροστά στο σταυρό και το σπαθί  και την δάδα που καίει το ελληνικό φως. Τα σύμβολα αυτά θα τα δούμε και στα έργα του πατέρα Ρουσέα που φαίνεται ότι καθοδηγεί το χέρι της μικρής Μαρίας ώστε να εξασκείται στην ανεκδοτολογική παρουσίαση ολόκληρης ιστορίας και όχι απλά στην σχεδιαστική αποτύπωση ενός θέματος. Κυρίαρχη η ελληνική ιστορία, που μετά τη λάμψη της αρχαίας Ελλάδας προχωρά στα Βυζαντινά χρόνια.


12. Νίκη, Χριστούγεννα 1944, παστέλ, διαστάσεις:28,5Χ20,5 εκ.
Το επόμενο σχέδιο είναι φτιαγμένο με παστέλ, βαρύ υλικό, γι’ αυτό ζωγραφίζει μόνο την μία πλευρά του χαρτιού. Είναι Χριστούγεννα του ’44 και μέσα από τους καπνούς και τις φλόγες, άγγελοι στεφανώνουν τους νικητές. Τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής δεν επιτρέπουν στη 15χρονη Μαρία να πανηγυρίσει. Έτσι τα χρώματα προβάλλουν σε σκούρες αποχρώσεις. Στο βάθος η ελληνική και η αγγλική σημαία.


13. Ιταλία, 1940-1943, παστέλ, διαστάσεις:28,5Χ20,5 εκ.
Ακόμα πιο εφιαλτικό το επόμενο σχέδιο, πάλι σε παστέλ με την Ιταλία να καταβαραθρώνεται από τον αγκυλωτό σταυρό.


14. Στο τελευταίο σχέδιο του 1944, η Ζάκυνθος λευτερώνεται. Είναι παστέλ με διαστάσεις:28,5Χ20,5 εκ. Στο βουνό διακρίνεται η Χρυσοπηγή που τόσο καλά γνώριζε η Ρουσέα, ενώ κυριαρχούν τα ζεστά χρώματα. Το καράβι που φέρνει το μήνυμα της Ελευθερίας έχει για πανί του ένα μεγάλο σταυρό με τα χρώματα της ελληνικής σημαίας.


Η επόμενη διαφάνεια προέρχεται από την ίδια δωρεά του Ιουλίου 2012 προς το Μουσείο και παρουσιάζει το εσωτερικό του εξωφύλλου, την πρώτη σελίδα και το οπισθόφυλλο ενός χειροποίητου τετραδίου ζωγραφικής, αποτελούμενου από 5 σελίδες, με τη χρονολογία 23 Μαΐου 1944, που το έφτιαξε η Ρουσέα με σκοπό να το δώσει στους Άγγλους συμμάχους ελευθερωτές, όπως πίστευε  τότε: «…Άνοιξε πόρτα της σκλαβιάς, η Λευτεριά είμ’ εγώ…». Παντού στίχοι από τον Ύμνο εις την Ελευθερία του Διον. Σολωμού. Οι διαστάσεις του είναι : 24,5Χ18 εκ.
Το ακαδημαϊκό έτος 1951-1952 η Μαρία άρχισε σπουδές Ζωγραφικής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (Α.Σ.Κ.Τ.), αφού προηγουμένως είχε παρακολουθήσει το προκαταρκτικό έτος με καθηγητή το Γιάννη Μόραλη, ενώ τα επόμενα τέσσερα χρόνια φοιτά δίπλα στον Ανδρέα Γεωργιάδη, το Γιάννη Κεφαλληνό, το Γιάννη Παππά, τον Παύλο Μυλωνά και τον Παντελή Πρεβελάκη. Το 1954 πήρε έπαινο για τις σπουδές υπαίθρου και στις διπλωματικές εξετάσεις τιμήθηκε με έπαινο για τη σπουδή γυμνού νυκτός, ενώ το 1962 αναχώρησε για σπουδές στην Ιταλία με τριετή υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών. Σπούδασε συντήρηση στη Ρώμη στο Instituto Centrale del Restauro και τοιχογραφία στη Scuola San Giacomo, ενώ από το Institutto della Patologia del Libro συντήρηση χαρτιού, καθώς και συντήρηση πινάκων σε μουσαμά στο Donner Institut του Μονάχου.
Θα μου πείτε, γιατί τα αναφέρεις αυτά; Είναι μάλλον αχρείαστα:  η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη.
Από μικρό παιδάκι ζωγράφιζε, και είχε εκπαιδευτεί από τον πατέρα της να μπορεί μέσα σ’ ένα χαρτί διαστάσεων 25Χ17,5 εκ. να καταθέτει την ψυχή της.
Συμπέρασμα: η Ζωγραφική και κάθε είδους Τέχνη, θέλει ταλέντο, αλλά και γνώση της τεχνικής.


Δεν υπάρχει καλύτερη συνέχεια για να περάσουμε σε έναν άλλο Ζακυνθινό εικαστικό που ασχολήθηκε με την ίδια θεματολογία, από τον πατέρα της, το ζωγράφο-αγιογράφο Χρήστο Ρουσέα (1896-1978), ο οποίος εικονογράφησε το βιβλίο «Η Ζάκυνθος στα χρόνια της σκλαβιάς (1 Μαΐου 1941-27 Μαρτίου 1945)» του Διονυσίου Χ. Στραβόλεμου και εκδόθηκε στη Ζάκυνθο, τον Απρίλιο του 1949, από το Τυπογραφείο Φ. Κοντόγιωργα και σήμερα φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.


Το βιβλίο αυτό με αύξοντα αριθμό καταγραφής 124 προέρχεται από τη Βιβλιοθήκη του Μαρίνου Σιγούρου, πρώτου Προέδρου του Διοικητικού του Συμβουλίου και δωρίθηκε μαζί με τα υπόλοιπα βιβλία του Σιγούρου στο Μουσείο.
Στο εσώφυλλο φέρει ιδιόχειρη αφιέρωση του συγγραφέα: «Αξιότιμον Κύριον Μάριον Σιγούρον μετά βαθυτάτου σεβασμού._ Ζάκυνθος 31/12/49 Στραβόλεμος»,


ενώ ο συγγραφέας το αφιερώνει «ΣΤΟΝ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΖΑΚΥΝΘΟΥ Κον ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΦΕΡΕ ΣΤΟ ΠΟΙΜΝΙΟΝ ΤΟΥ ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΡΑΣΙΝ ΚΑΙ ΑΞΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΑΝΕΔΕΙΧΘΗ Μ’ ΕΥΒΛΑΒΕΙΑ ΑΦΙΕΡΟΙ – Ο ΓΡΑΨΑΣ».


            Μέσα σε 572 σελίδες, ο Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος καταγράφει με μάτι ερευνητικό και με κάθε λεπτομέρεια, όλα τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο νησί μας από τον Μάιο του 1941, όταν ήρθαν οι Ιταλοί φασίστες έως το Μάρτιο του 1945, που «ξεπρόβαλλε η Λευτεριά». Ο Διονύσιος Στραβόλεμος δεν γράφει ιστορία. Το βιβλίο του όμως  είναι μία ξεχωριστή μαρτυρία για την εποχή του. Θα μπορούσαμε χωρίς αμφιβολία να το εντάξουμε στις πηγές, στο πρωτογενές δηλαδή υλικό της συγγραφής της ιστορίας για την περίοδο αυτή. Το ύφος του μάλιστα, που είναι ιδιαίτερα γλαφυρό, μάς επιτρέπει να το διαβάσουμε ευχάριστα και πολλές φορές καταφέρνει με την πιστότητα της περιγραφής του να μας συγκινήσει.
            Στον Πίνακα Περιεχομένων διαβάζουμε: «Η εικών του εξωφύλλου και τα σκίτσα του παρόντος βιβλίου εφιλοτεχνήθησαν παρά του καλλιτέχνου κ. Χρήστου Ρουσέα».


Γι’ αυτή την εικόνα του εξωφύλλου ο Ρουσέας είχε διαφορετική γνώμη από τη Μαρία. Εδώ βλέπουμε σε λεπτομέρεια το όμορφο λιμάνι της Ζακύνθου και από πάνω της τα αιματοβαμμένα σύμβολα του κατακτητή. Είναι φανερή η επίδρασή του στην κόρη του μέσα από αυτή την ισορροπημένη σύνθεση. Πολλά θα μπορούσαμε να πούμε για το έργο του Ρουσέα, αλλά ο χρόνος δεν μας το επιτρέπει. Θα περιοριστούμε μόνο να διατυπώσουμε την άποψη ότι το έργο του καταφέρνει να μετασχηματίσει την ιστορικά βιωμένη πραγματικότητα σε έργο τέχνης, ικανό να συγκινήσει, να αφυπνίσει και γιατί όχι, να οδηγήσει σε πράξεις αυτοθυσίας, αυτό δηλαδή που επιχειρούμε να εξετάσουμε στο αποψινό μας εγχείρημα.
            Μέσα στο βιβλίο φιλοτεχνεί και οκτώ σχέδια, τα οποία αναφέρονται σε συγκεκριμένες περιγραφές του συγγραφέα του. Προφανώς αυτά ο καλλιτέχνης θεώρησε ως πιο άξια για να δουλευτούν από το μολύβι του. Κάτω από κάθε σχέδιο είναι το σχετικό απόσπασμα του βιβλίου. Ας δούμε μερικά από αυτά:


· «…Στις 3 την νύκτα παρά την τρομερή καταιγίδα, στρατιωτική δύναμις μεταφέρει τον Μητροπολίτην στο άκρον του λιμενοβραχίονος όπου ευρίσκεται το Ιταλικόν Ιστιοφόρον “Tre fratelli”»(σελ. 235)


· «…η βόμβα έπεσε μεταξύ του Ναού Αγίου Διονυσίου και Κωδωνοστασίου, εξερράγη, ήνοιξε μίαν οπήν 20 μ. βάθους, αλλά δεν επροξένησεν ουδεμία ζημία…»(σελ. 291)


· «…τον παίρνουν και τον πάνε πίσω από το Δημοτικό Θέατρον, βάζουν μπροστά το αυτόματον και τον εκτελούν…» (σελ. 309)


·  «…φωτιά, εκπυρσοκροτήσεις, φωνές, καπνοί, θρήνοι, νεκροί, τραυματίαι, ερείπια, είναι η εικών της όλης καταστάσεως…» (σελ.341)


· «…το αυτοκίνητον με τους τρεις Γερμανούς αξιωματικούς εφαρπάζεται υπό των φλογών και τα εκκρηγνυόμενα πυρομαχικά, το εκσφενδονίζουν πολύ υψηλά και διαμελίζονται…» (σελ. 433)


·  «…ένας Γερμανός στρατιώτης τους θέτει στο λαιμό τα σχοινιά τα οποία προσδένονται εις το μπαλκόνι της άνωθεν του Κουρείου Ιωάννου Πατρικίου οικίας Κοντονή και πίπτουν εις το κενόν κρεμασμένοι από τον λαιμό…» (σελ. 405)
Η ποιότητα δυστυχώς της εικόνας επηρεάζεται από την ποιότητα του χαρτιού της έκδοσης και θα ήταν σφάλμα να επιχειρήσουμε περαιτέρω ανάλυση των έργων αυτών, σεβόμενοι άλλωστε και τον χρόνο που μας καταδιώκει. Έγινε ωστόσο σαφές ότι ο Χρήστος Ρουσέας στα έργα αυτά αποστάζει τα γραφόμενα του Στραβόλεμου, αφού άλλωστε βιώνει ο ίδιος τα γεγονότα.
            Η πάνω δεξιά φωτογραφία στη διαφάνεια εικονίζει τη σημερινή υπομνηστική στήλη ανάμεσα από τα τραπεζοκαθίσματα γνωστού καφέ της πόλης μας.

           
Και δεν την τοποθετήσαμε τυχαία. Με αυτήν ξαναπιάνουμε το νήμα που ενώνει το τότε με το σήμερα, αφού τα υπαίθρια γλυπτά της σημερινής πόλης καλούνται να παίξουν μέσα από την τρισδιάστατη τέχνη της γλυπτικής και του έξεργου αναγλύφου, το ρόλο της χρονομηχανής που θα μάς ταξιδέψει στο παρελθόν για να μάς υπενθυμίσει στιγμές ηρωικές.
Εδώ βλέπουμε αριστερά την αναμνηστική στήλη για τους έντεκα έφεδρους αξιωματικούς που πνίγηκαν στο Στενό του Οτράντο της Αδριατικής, όταν το πλοίο που τους μετέφερε σαν εξόριστους στην Ιταλία τορπιλίστηκε από τους Συμμάχους, στις 21 Ιανουαρίου 1943, και δεξιά το μνημείο για την Εθνική Αντίσταση στην πλατεία Σολωμού, που στις τρεις πλευρές του είναι σκαλισμένα τα ονόματα των Ζακυνθινών που σκοτώθηκαν στις διάφορες μάχες που έγιναν  στο νησί στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης.


Με φρέσκα ακόμα τα στεφάνια του φετινού στεφανώματος της 28ης Οκτωβρίου, στη Στήλη για τους απανταχού συμπολίτες μας που έπεσαν στα πεδία των μαχών, η επόμενη διαφάνεια υπογραμμίζει την τελετουργία για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και προβάλει ως μάλλον εξωραϊστική υπενθύμιση τραγικών στιγμών, σε αντίθεση με τις εικόνες που επέλεξε να αποτυπώσει ο χαράκτης Γιάννης Κεφαλληνός (1894 Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου-1957 Αθήνα).


Για τον καταγόμενο από τη μεριά  του πατέρα του από το χωριό Σκουλικάδο μεγάλο χαράκτη και «δάσκαλο» της ελληνικής χαρακτικής, τον από το 1932-1957 Καθηγητή της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, τον άνθρωπο, για τον οποίον ο αντίπαλός του στην υποψηφιότητα για την έδρα της Χαρακτικής της Α.Σ.Κ.Τ. Άγγελος Θεοδωρόπουλος θα πει «Το πέρασμά του Κεφαλληνού θα μείνει θρύλος στην ιστορία της Σχολής», για τον καλλιτέχνη που έδωσε την ψυχή του στην τέχνη του γραμματοσήμου, θα μπορούσε κανείς να μιλάει για ώρες. Δεν είναι όμως του παρόντος.


Εμείς θα σταθούμε σε δύο μόνο σταθμούς του έργου του. Ο πρώτος είναι η συμμετοχή του στη Β΄ Επαγγελματική Καλλιτεχνική Έκθεση που εγκαινιάστηκε στις 18 Μαρτίου 1942, στην οποία ο Κεφαλληνός λαβαίνει μέρος με τρία σχέδια, εμπνευσμένα από το δράμα του λιμού.
«Το πρώτο σχέδιο είχε καθαρά συμβολικό χαρακτήρα: σ’ ένα άξενο τοπίο, έξω από τα τείχη της Σιών σαπίζει το κουφάρι ενός ζώου, ίσως αλόγου. Τρία όρνια και δύο ύαινες (οι υπαινιγμοί είναι σαφείς)», γράφει ο Ε. Χ. Κάσδαγλης, στην εξαίρετη μελέτη του: «Γιάννης Κεφαλληνός, ο Χαράκτης», έκδοση  του Μ.Ι.Ε.Τ., «τριγυρίζουν τα γυμνά κόκαλα. Ένα τέταρτο όρνιο ραμφίζει το τελευταίο ζωντανό απομεινάρι, το μάτι του αλόγου. Στο βάθος αχνοφαίνεται να λάμπει ο Παρθενώνας».


«Τα άλλα δύο σχέδια του Κεφαλληνού είχαν ως μοντέλο συνηθισμένα ανώνυμα πρόσωπα της πεινασμένης Αθήνας. Δύο νεκροί- ένας ώριμος άντρας κι ένα νέο κορίτσι- με σταυρωμένα και δεμένα τα χέρια, θύματα του λιμού». Η αποτύπωση στα έργα αυτά της τραγικής κατάστασης, στην οποία είχε περιέλθει η χώρα, προκάλεσε τη βίαιη αντίδραση των ιταλικών αρχών που κατέληξε στη σύλληψή του μαζί με άλλους τρεις καλλιτέχνες: των μαθητών του,  Α. Τάσσου και Αλέξανδρου Κορογιαννάκη και του ζωγράφου Αντώνη Κανά.


            Οδηγήθηκαν στις φυλακές Αβέρωφ, γιατί σύμφωνα με το κατηγορητήριο με τα έργα τους: δημιουργούσαν πνεύμα ηττοπάθειας στα  μετόπισθεν εν καιρώ πολέμου. Το πιθανότερο είναι ότι συνελήφθηκαν γιατί τα έργα δημοσιεύτηκαν στο παράνομο έντυπο Καλλιτέχνης, το οποίο εξέδιδε το ΕΑΜ καλλιτεχνών. Στη διαφάνεια:  ο Γ. Κεφαλληνός στη φυλακή σε σχέδιο του Αντώνη Κανά, 1942.
            Για την αποφυλάκιση των τεσσάρων καλλιτεχνών υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Απόψε θα σας μεταφέρω εκείνη που εμπλέκεται ένας άλλος Ζακυνθινός. Όπως λέει ο  Α. Κανάς: «όταν κλειστήκαμε στις φυλακές ο συχωρεμένος ο Δημήτρης Πελεκάσης, ο αγιογράφος από τη Ζάκυνθο, αυθεντία στο είδος του και θαυμάσιος άνθρωπος, πάει και βρίσκει τον παιδικό του φίλο, τον Δον Φιλιππούση, εφημέριο τότε στον Άγιο Διονύσιο των καθολικών και πνευματικό του στρατηγού Τζελόζο, ανώτατου διοικητή των ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα, και τον παρακαλεί να μεσολαβήσει για την αποφυλάκιση των τεσσάρων καλλιτεχνών που είχαν συλληφθεί.».  Έτσι ο Κεφαλληνός αποφυλακίζεται.
            Ο δεύτερος σταθμός στο έργο του είναι δυο χρόνια νωρίτερα, όταν σε συνεδρία του σώματος των καθηγητών της Α.Σ.Κ.Τ., στις 20 Νοεμβρίου 1940, αποφασίστηκε  να γίνουν από το Εργαστήριο Χαρακτικής του Γ. Κεφαλληνού «διαφημιστικοί πίνακες εθνικής σκοπιμότητος», μακέτες αφισών, που θα τυπώνονταν λιθογραφημένες, για τον πόλεμο των Ελλήνων εναντίον των Ιταλών.  Η απόφαση σκόπευε στο να εξαρθούν τα κατορθώματα των Ελλήνων στρατιωτών, να εμψυχωθεί ο άμαχος πληθυσμός και να ενθαρρυνθούν οι συγγενείς των στρατιωτών του μετώπου. Στα μέσα Ιανουαρίου 1942 είχαν επιλεγεί  από τον Κεφαλληνό οι μαθητές που θα δούλευαν τις αφίσες. Μετά από διαγωνισμό τυπώθηκαν οι τέσσερις καλύτερες αφίσες έργα των Κώστα Γραμματόπουλου, Α. Τάσσου και Βάσως Κατράκη στο λιθογραφείο Β. Παπαχρυσάνθου.


Εργαστήριο Χαρακτικής  Γιάννη Κεφαλληνού,  Κώστας Γραμματόπουλος, «Οι Ηρωίδες του 1940», 1941, έγχρωμη λιθογραφημένη αφίσα. Πέντε φορτωμένες πυρομαχικά γυναίκες, Ηπειρώτισσες, καθώς φορούν τα ζαγορίτικα σεγκούνια τους, σκαρφαλώνουν σκυφτές από το βάρος των φορτίων, ενώ η μία στέκεται να ξαποστάσει.


Εργαστήριο Χαρακτικής Γιάννη Κεφαλληνού, Βάσω Κατράκη, «Για τους στρατιώτες», 1941, έγχρωμη λιθογραφημένη αφίσα. Αναφέρεται στην επιστράτευση των γυναικών, που έπλεκαν σε πόλεις και χωριά τη φανέλα του στρατιώτη, για να συγκεντρώσουν ρουχισμό για τους στρατιώτες του μετώπου.


Εργαστήριο Χαρακτικής Γιάννη Κεφαλληνού, Κώστας Γραμματόπουλος, «Έλα να τα πάρης», 1941, έγχρωμη λιθογραφημένη αφίσα. Η φράση διαγώνια στο έδαφος, αποτελεί υπόμνηση του «Μολών Λαβέ» του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες.


Εργαστήριο Χαρακτικής Γιάννη Κεφαλληνού, Τάσσος Αλεβίζος, «Έδωσες ΕΣΥ;», 1941, έγχρωμη λιθογραφημένη αφίσα. Η αφίσα αυτή πρόκειται για διαφήμιση του «Εράνου Κοινωνικής Πρόνοιας», που είχε αποφασίσει να ξεκινήσει η Κυβέρνηση από τις πρώτες μέρες του αγώνα, για να καλύψει τις ανάγκες του στρατού.
Ο Κεφαλληνός όμως είχε και ένα δεύτερο στόχο με το Εργαστήρι Χαρακτικής. Ήθελε να κρατήσει τους μαθητές του μακριά από τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Αξίζει επίσης να προσθέσουμε ότι η Α.Σ.Κ.Τ. ανταποκρίθηκε  ενεργά, στο γενικό σάλπισμα για οικονομική συνεισφορά, αφού όταν το κράτος έθεσε σε κυκλοφορία για την περίθαλψη των οικογενειών των στρατευμένων και για τις ανάγκες του πολέμου το Μεγάλο Πολεμικό Λαχείο, το Λαχείο Υπέρ του Στόλου και το Εθνικό Λαχείο, συνέδραμε με την προσφορά του 1/30 του μισθού των καθηγητών, πριν ακόμα αυτό ζητηθεί με επίσημη εγκύκλιο από την κυβέρνηση.


Τη μοίρα των καλλιτεχνών που εξ αιτίας των πολιτικών τους πεποιθήσεων εξορίστηκαν στην Ικαρία, τη Χίο, το Τρίκερι Βόλου και τη Μακρόνησο, ακολούθησε και μια άλλη σπουδαία Ζακυνθινή ζωγράφος και λογοτέχνης, που της αξίζει ένα ιδιαίτερο αφιέρωμα για να τιμηθεί το πολυδιάστατο έργο της, και κυρίως η συμβολή της στο Επτανησιακό Λαϊκό Θέατρο. Ο λόγος για την Κατερίνα Χαριάτη-Σισμάνη (1911-1990), που όταν η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, κήρυξε το 1975, ως Διεθνές Έτος Γυναικών, εξέδωσε το περίφημο Λεύκωμα της εξορίας 1948-1952: «Γυναίκες από όλη την Ελλάδα», που ήταν αφιερωμένο στο παγκόσμιο έτος της Γυναίκας.
Στη διαφάνεια το έργο της Κατερίνας Χαριάτη-Σισμάνη, Η Μάικω, σχέδιο με μολύβι, 1948-1949, Μουσείο Πολιτικών Εξορίστων Άη Στράτη.
            Διαλέξαμε το συγκεκριμένο έργο για να κλείσουμε την αποψινή μας ομιλία για το έργο των Ζακυνθινών Εικαστικών στον πόλεμο  του Σαράντα γιατί πιστεύουμε ότι συγγενεύει περισσότερο με το δεύτερο μέρος της αποψινής βραδιάς που είναι αφιερωμένη στον συνθέτη της Αντίστασης Αλέκο Ξένο.

Συμπερασματικά, εάν θελήσουμε να δώσουμε απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα, δηλαδή στο κατά πόσον ένας καλλιτέχνης, εικαστικός εν προκειμένω, επιτυγχάνει μέσα από το έργο του να συμβάλει στην αφύπνιση της συλλογικής μνήμης της εκάστοτε εποχής, θα σας παραπέμψω και πάλι στη μαρτυρία της Ειρήνης Χαριάτη, όταν βγαίνοντας από τον υπόγειο στο Μοναστηράκι έκανε τις συγκεκριμένες σκέψεις βλέποντας τις μπότες τύπου Βέρμαχτ: βγαίνοντας από τον Οίκο του Θεού, που φιλόστοργα αγκάλιασε την αποψινή μας εκδήλωση, μέσα από τις νότες και τις εικόνες που μας πλημμύρισαν, με τι μάτια θ’ αντικρύσουμε τη Νέα Κατοχή;


Βιβλιογραφία
·  Γιάννη Γιαννέλλη-Θεοδοσιάδη, Ο Λαός εικονογραφεί την ιστορία του, Συλλογή  Γ. Γιανέλλη-Θεοδοσιάδη, Ινστιτούτο  Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής, εκδ. Ι. Σιδέρης, 2003
  • Κατερίνα Δεμέτη, Aπό το Inlook στο Outlook: 82 κείμενα από τη ζωή των μορφών, εκδ. Τρίμορφο, Ζάκυνθος 2012.
  • Ε. Χ. Κάσδαγλη, Γιάννης Κεφαλληνός, ο Χαράκτης, Μορφωτικό ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1991.
  • Ψηφιακό αρχείο Τάκη Κεφαλληνού, Εκπαιδευτικού και του ιδίου: Οι ερειπωμένες μνήμες δεν ησυχάζουν. Ως πότε θα περιφέρουν τη σιωπή τους; από το ψηφιακό πολυπεριοδικό: http://www.parathemata.com/2012/02/blog-post_18.html
  • Δώρα Φ. Μαρκάτου, Η ζωγράφος Μαρία Ρουσέα, έκδ. Γ.Α.Κ. Αρχεία Ν. Ζακύνθου - Δημοσία Ιστορική Βιβλιοθήκη Ζακύνθου - Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2011
  • Ειρήνη Θ. Χαριάτη,  ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ τα εν Ελλάδι…1940-2000 (χωρίς φόβο και πάθος), εκδ. «συλλογές» - Αργύρης Βουρνάς, Αθήνα 2000
  • Κατερίνα Χαριάτη-Σισμάνη, Δύο Ζακυνθινά σαλόνια όπως τα είδε ο Στάθης Χαριάτης το 1925, εκδ. ΕΣΤΙΑΣ, 1991
  • Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος, Η Ζάκυνθος στα χρόνια της σκλαβιάς (1 Μαΐου 1941-27 Μαρτίου 1945), Ζάκυνθος, 1949
  • Χρύσανθος Χρήστου, Νεοελληνική Χαρακτική, στη σειρά της Εκδοτικής Αθηνών Ελληνική Τέχνη, Αθήνα 1994
Related Posts with Thumbnails