© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Κάποια γεγονότα που δεν πρέπει να ξεχνιούνται...

Του καθηγητή - συγγραφέα Αριστείδη Πανώτη
Άρχοντος Μ. Ιερομνήμονος της Μ.τ.Χ.Ε.

Ιστολόγια που κατευθύνονται από κύκλους «κορυβαντιώντων» κάθε προελεύσεως, συμφερόντων και ανατροφής, εκθέτουν πρόσφατα στο διαδίκτυο τα υποπροϊόντα τους με συλλογισμούς που διασύρουν την Εκκλησία της Ελλάδος ως αναρχούμενη από κάποιο εσμό φανατικών ακριβολατρών (φονταμενταλιστών) που τρομοκρατούν με κροτίδες «αποτειχίσεών» τους ενταύθα εκκλησιαστικούς επαΐοντες. Το φαινόμενο αυτό το είχα ήδη επισημάνει στην αρχή του, πριν 47 χρόνια, στο περιοδικό που εξέδιδα τότε, την Ορθόδοξη Παρουσία (1964), όταν το αυγό του άρχισε να εκκολάπτεται από διάφορους χρησμολόγους που υποδύονταν από τότε τον «μάντη των κακών» για το μέλλον της ορθοδοξίας της Εκκλησίας μας, συνεχώς διαψευδόμενοι από τα γεγονότα επί μισό αιώνα. Οι σημερινοί μιμητές τους και πάλιν έχουν πορισμό την ευσεβεία του λαού μας χωρίς ν’ αλλάξουν και γνώμη, αλλά μόνον τρόπο μεταδόσεως των παραληρημάτων τους, εφαρμόζοντας την φαρισαϊκή μεθοδολογία του περιάγειν τους αιθέρας «ποιήσαι ένα προσήλυτον» (Ματθ. κγ΄15).

Στόχος τους είναι να παρεμβαίνουν σε κάθε ευκαιρία με το λαπ-τοπ στα γόνατα, για να περιπλέκουν τα εκκλησιαστικά πράγματα και να τα συσκοτίζουν, για να παραμένουν πάντα άλυτα! Μάλιστα και κάποιοι πρόσφεραν και άσυλο σε καταδικασμένο σε καθαίρεση από την οικεία εκκλησιαστική αρχή του μόνον και μόνον γιατί αυτός από χρόνια εμφανιζόταν ως μανιακός ομοϊδεάτης τους! Οι κύκλοι αυτοί, για να τρομάξουν την ιεραρχία, εμφανίζονται ως κλώνοι του μαινόμενου Αίαντος του Τελαμώνιου και υποδύονται τον «γιγαντόσωμο φράκτη» κατά του φάσματος του Οικουμενισμού, αλλά και κατά πάσης άλλης φιλάδελφης εκδηλώσεως «ίνα μή μυανθώσιν, αλλ’ ίνα φάγωσι το Πάσχα»!

Γι’αυτό και λοιδορούν κάθε διϊστάμενο με τις αστήρικτες θέσεις τους για δήθεν «ξεπούλημα της Ορθοδοξίας» και «προσχώρηση στον παπισμό», αντιγράφοντες εαυτούς και αλλήλους και διαδίδοντες διάφορες εμπορεύσιμες φλυαρίες. Μια απ’ αυτές ήταν και η ψευδεπίγραφη «Ομολογία πίστεως», που παρέσυρε και μερικούς αρχιερείς οι οποίοι δεν υποψιάστηκαν τη δολιότητά της, αφού τους εμφάνιζε ως επίορκους των φρικτών όρκων που έδωσαν κατά την χειροτονία τους για να λάβουν την αρχιερατική αξία! Όμως υπάρχουν και κάποιοι που αφού έδωσαν αυτούς τους όρκους δεν άντεχαν την «ξενητειά» και επανέκαμψαν όχι στην μετάνοιά τους, αλλά διολίσθησαν σε «ευάλωτα περιβάλλοντα» προς «αξιοποίησή» τους! Άλλοι πάλι ουδένα «ανθενωτικόν» λογισμό κατέθεταν πριν αποκτήσουν την επαγγελματική τους μονιμότητα! Όμως δεν πρέπει να λησμονείται ότι κανένας από τους κληρικούς και θεολόγους που μετεκπαιδεύτηκαν σε ετερόδοξες Σχολές, δεν απεσκίρτησε από το «πατροπαράδοτο σέβας», ούτε και απέκλινε σε αλλότριες πεποιθήσεις.

Η συντηρητική πτέρυγα της Θεολογικής Σχολής και όχι η Φιλελεύθερη μάς άνοιξε τα μάτια να προσέξουμε πόσο ανά τους αιώνες διακριτικά πολιτεύθηκε η Εκκλησία μας απέναντι στη Παλαιά Ρώμη. Παράδειγμα οι περίφημες Εγκύκλιοι του 19ου αιώνα, όπου παρά την σκληρή επισήμανση των ρωμαϊκών καινοτομιών, ποτέ δεν εξετράπησαν σε απαξιωτικούς και υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για την Ρωμαϊκή Εκκλησία. Όσοι μαθητεύσαμε σε συντηρητικούς διδασκάλους στην Αθήνα, όπως ήταν ο Παναγιώτης Μπρατσίωτης και ο Παναγιώτης Τρεμπέλας κ.ά. στα αυτιά μας ακόμη αντηχούν οι χαρακτηρισμοί τους για την Δυτική Εκκλησία, ότι πρόκειται περί «της σεβασμίας Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας»! Αυτή η θέση ενισχύθηκε σε εμένα και κατά την μετεκπαίδευσή μου στον Άγιο Σέργιο στο Παρίσι από τον Κατάνης Κασσιανό και τον Αθανάσιο Καρτασώφ κ.ά., οι οποίοι ποτέ δεν εκστόμισαν τέτοιες ανιστόρητες ασυναρτησίες σαν αυτές περί της «δυτικής παρασυναγωγής» και άλλα ευτελή ακούσματα που κάνουν την Οικουμένη να καγχάζει σε βάρος του επιπέδου της Εκκλησίας μας. Δυστυχώς, οι λεκτικοί εξωφρενισμοί αναιρούν και τις θέσεις και αυτού του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, ο οποίος θεωρούσε την Παλαιά Ρώμη κανονική Εκκλησία και τον επίσκοπό της ως Πρώτον της, παρά την και τότε διαπιστωμένη ετεροδοξία της! Οι γραπτές μαρτυρίες του Συρόπουλου δείχνουν ότι ο Εφέσου συμμετείχε στην Σύνοδο της Φλωρεντίας με συνείδηση ότι συμπράττει σε κανονική Οικουμενική Σύνοδο μέχρι τις αντορθόδοξες αποφάσεις της. Γι’ αυτό και συμπροσευχόταν χωρίς την άρση της θλιβερής ιστορίας του 1054 μεταξύ του μοναχού Νικήτα και του καρδιναλίου Ουμβέρτου, ιστορίας που μέχρι τα χρόνια μου παρουσιαζόταν από ζηλωτική παραπληροφόρηση ως εμπόδιο στην καταλλαγή και παρέσυρε τους πάντες, ακόμη και τον π. Αυγουστίνο, να πιστεύει ότι υπήρχε αμοιβαίο Ανάθεμα! Όμως η ιστορική έρευνα διαπίστωσε ότι η «ακοινωνησία» των δύο Εκκλησιών δεν προήλθε από Αναθέματα και έπρεπε να απομυθοποιηθεί το παρελθόν και γι’αυτό έγινε και η γνωστή άρση τους ως μια απόφαση εκκλησιαστικής σκοπιμότητας! Ήδη ο παπά-Χαραλάμπης είχε αρχίσει τις αγρυπνίες του στη μονή Πετράκη και απειλούσε με τους ζηλωτές του, συνασπισμό των παρεκκλησιαστικών παρατάξεων για την επανάληψη των Ημερολογιακών ασχημιών του Αγίου Όρους των ετών 1927-1928. Αλίμονο αν κάποτε καταγράψω την ιστορία και την θεολογική ποιότητα του ελλαδικού «ανθενωτισμού» !

Ο αλληλοσεβασμός μεταξύ των δύο Εκκλησιών δεν χάθηκε και μετά την απόρριψη των πεπραγμένων της Φλωρεντίας, όπως φαίνεται από την ήδη δημοσιευμένη αλληλογραφία του πατριάρχη Ιερεμία Β΄ και του πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄. Και μετά ταύτα έχουμε αποδείξεις της συγγενείας των δύο Εκκλησιών κάτι που αγνοούν οι πολλοί όπως είναι: η αμοιβαία σιωπηρή αναγνώριση της κανονικότητος των χειροτονιών όλων των βαθμών. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι εκείνο του περίφημου κανονολόγου Καλλίνικου Δελικάνη, μετά μητροπολίτη Καισαρείας, πού όταν τον έστειλε το Φανάρι στο Άγιον Όρος για να μάθει την ορθόδοξη τάξη οι Αγιορείτες εξέλαβαν την παρουσία του ως προσπάθεια «εξουνιτισμού» και αντέδρασαν! Αυτό καταδεικνύει πόσον «κύμβαλα αλαλάζοντα» είναι όσοι μιμούνται τον στείρο και άκριτο ζηλωτισμό του Νικήτα του ΙΑ΄αιώνα και τα του Αυξεντίου του 18ου αιώνα, ίσως γιατί ποτέ δεν πρόσεξαν την τίμια συμβουλή του νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ: «μή ποτε και θεομάχοι ευρεθούν» (Πραξ. ε΄ 39)! Με την πείρα των ετών μου συχνά διερωτώμαι: αν κάποιοι από τους αυτόκλητους «αμύντωρες των πατρίων» είχαν γεννηθεί σε κάποια ετερόδοξη Εκκλησία θα υποστήριζαν τις ίδιες ιδέες ή και πάλι θα υπεραμύνονταν τις εντελώς αντίθετες με τις δικές μας;

Ας έλθουμε τώρα σε ένα πονηρό άρθρο που πρόσφατα δημοσιεύθηκε για να αμφισβητήσει την ύπαρξη της κανονικής τάξεως της «Πενταρχίας» την οποία η κατ’ Ανατολάς Εκκλησία θεωρεί ως τιμαλφές πατροπαράδοτο πολίτευμα, το οποίο στήριξε και μετά την απομάκρυνση της Παλαιάς Ρώμης από την αδελφότητα των πέντε αποστολικών Θρόνων. Κατά την β΄ χιλιετία της Χριστιανοσύνης, μετά το μεγάλο Σχίσμα, η Ανατολή δεν εξέλεξε ποτέ Επίσκοπο Ρώμης έτσι ώστε να συμφωνήσει μαζί του για την σύγκληση νέας Οικουμενικής Συνόδου. Έτσι, ο τόπος του «Πρώτου Επισκόπου» παρέμεινε πάντα ανοικτός και αναπληρώθηκε στην Ανατολή από τον έχοντα τα «ίσα πρεσβεία τιμής», αρχιεπίσκοπον της Νέας Ρώμης. Όμως ο επίσκοπος της Π. Ρώμης δεν άντεξε αυτήν την απομόνωσή του, αφού τα «πατριαρχεία» της Ακυηλίας και της Βενετίας ήταν απλές σκιές. Έτσι κατέφυγε στην κατασκευή αντιγράφων της «Πενταρχίας» από «πατριαρχικούς θρόνους» που προέκυψαν από τις διαστάσεις υποψηφίων διεκδικητών αυτών των θρόνων ή και από την ανάγκη διεθνούς προστασίας των χριστιανών στη Μέση Ανατολή λόγω του κινδύνου των εξισλαμισμών. Στην Ανατολική Ευρώπη η αφομοιωτική τακτική της τσαρικής και αργότερα της σοβιετικής παρεμβάσεως συσπείρωσε το εθνικό φρόνημα όμορων λαών και τους έκανε να αναζητήσουν προστασία στη Ρώμη. Έτσι δημιουργήθηκε το πολυδαίδαλο «Ουνιτικό πρόβλημα», που μερικοί το απλοποιούν γνωρίζοντας μόνον την ελλαδική εκδοχή του, πρόβλημα που τώρα αποτελεί πραγματικό «σκόλωπα» στην αγαθή εξέλιξη των σχέσεων των δύο Θρόνων της μιας Ρώμης.

Μήπως είναι αποκύημα της παλαιάς «φυλετικής φαντασίας» η πρόσφατη άποψη γνωστού «χώρου» διεκδικήσεων, πως δεν υπάρχει για την σύγχρονη ορθόδοξη εκκλησιολογία η «Πενταρχία»;

Οι συντάκτες και οι υποκινητές αυτού του άρθρου θέλουν να αγνοούν την κανονική προσήλωση των παλαίφατων Πατριαρχείων της Ανατολής στην τήρηση της τάξεως των Διπτύχων της Εκκλησίας μας;

Μήπως αγνοούν πόσον επιμελώς συντηρείται η παραχάραξη της «Πενταρχίας» από την Παλαιά Ρώμη;

Η «Πενταρχία» για τους Ορθοδόξους παραμένει αμετακίνητος θεσμός οικουμενικής και πατερικής κληρονομιάς στη Δύση και στην Ανατολή.

Όμως επί του θέματος ενδέχεται κάποτε να προκύψουν Κανονικά ζητήματα, ίσως με πρωτοβουλία της Παλαιάς Ρώμης, για όλα τα Πατριαρχεία και τις αυτοκέφαλες Εκκλησίες της ανατολική Ευρώπης που προέκυψαν από τον 15ο αιώνα μέσα στη δικαιοδοσία της Νέας Ρώμης.

Μήπως αυτά εκπροσωπούνται από την Μητέρα Εκκλησία τους στις Οικουμενικές Συνόδους, όπως γινόταν στην αρχαιότητα για τα δυτικά πατριαρχεία Ακυϊλίας και Βενετίας;

Επομένως, όσοι αναμοχλεύουν το θέμα του ήδη παγιωμένου αυτού θεσμού ας αναλογιστούν τι θα συμβεί όταν πραγματικά βελτιωθούν οι σχέσεις των δύο κορυφαίων αρχαίων Εκκλησιών. Τότε τα εσωτερικά κάθε εκκλησιαστικής διοικήσεως θα ρυθμιστούν όχι με το πληθυσμιακό μέγεθος, αλλά με καθαρά κανονικά, εκκλησιολογικά και ιστορικά κριτήρια στα πλαίσια της «Πενταρχίας»!


[Πηγή άρθρου: amen.gr / Εικονογράφηση: Fundamentalism, έργο του Kyle Ethan Fischer]

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Όταν η γειτονιά γίνεται και πάλι σκοντράδα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Έκλεισαν και φέτος, με επιτυχία θέλω να πιστεύω, οι τριήμερες εκδηλώσεις, που με τον τίτλο «Η Γκιόστρα τ’ Άι-Γιωργιού», οργανώθηκαν, για δεύτερη φορά – και γι’ αυτό αρχίζουν να γίνονται θεσμός – από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Giostra di Zante». Πρόκειται, όπως και άλλες φορές έχουμε ξαναγράψει, για τους έφιππους αγώνες, οι οποίοι στην ουσία είναι η εξέλιξη της άλλης, της μεγάλης Γκιόστρας, η οποία από το 2005 έχει και αυτή αναβιώσει και έως και την χρονιά των καταστρεπτικών σεισμών του 1953 πλαισίωναν το πανηγύρι της ιστορικής εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου, στην «Όξω Μερία» και συγκεκριμένα στην νότια άκρη της σημερινής οδού Κάλβου, λίγο πιο πάνω από εκεί που στις μέρες μας υπάρχει ο φούρνος με το όνομα της εκκλησίας και του μεγαλομάρτυρα.

Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πραγματικά συγκινητική. Στο πρόχειρο πανηγύρι που στήθηκε το απόγευμα του Σαββάτου στη γειτονιά της αδικοχαμένης εκκλησίας –ας επαναλάβουμε πως δεν την γκρέμισε ο σεισμός, ούτε την έκαψε η φωτιά, αλλά την ισοπεδώσαμε εμείς– με ψητά, φιτούρες, μυρτιές και σινιάλα, για πρώτη φορά ακούστηκε στο χώρο, μετά από πενήντα οκτώ ολόκληρα χρόνια, ο αναστάσιμος χαιρετισμός, μαζί με τα λόγια του απολυτίκιου του Τροπαιοφόρου, από τον σεμνό ιερέα Παναγιώτη Πόθο, ο οποίος έκανε μια σύντομη παράκληση και ευλόγησε τα άλογα, αλλά και ο ήχος των πετάλων, ο τόσο γνωστός στον έφιππο και εαρινό Άγιο.

Είκοσι δύο άλογα, με τους ανάλογους καβαλάρηδες, ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Σωματείου και η απόμερη συνοικία έγινε και πάλι σκοντράδα. Μετά από μισό και βάλε αιώνα σιωπής οι γείτονες του Άι-Γιώργη ξανάγιναν πανηγυριώτες και μια πανάρχαια συνήθεια ξαναζωντάνεψε, θυμίζοντας στους παλιότερους και γνωρίζοντας στους νεότερους.

Η μεγαλύτερη χαρά και ικανοποίηση όλων εμάς, που οργανώσαμε την εκδήλωση, μεγαλύτερη ακόμα και από την επιτυχία της, ήταν, πιστεύω, τα δάκρυα εκείνων των λίγων, που γι’ αυτούς γύρισε ο χρόνος πίσω και αναπόλησαν και η ικανοποίησή τους, που και πάλι ο δρόμος της εκκλησίας τους έμεινε δίχως αυτοκίνητα και θορύβους και επέτρεψε να ξανακουστούν ποδοβολητά και ήχοι καθαρά εόρτιοι.

«Ήρθα εδώ πάνω», μου είπε μια σεβάσμια κυρία, «γιατί από μικρή μ’ έφερνε εδώ ο πατέρας μου και πάντα ερχόμαστε εδώ, για να δούμε τους αγώνες». «Μπράβο παιδιά», μας είπε μια άλλη, «να ξέρατε τι μας θυμίσατε»! Και αυτά, νομίζω, είναι τα πιο πολύτιμα έπαθλα της Εταιρείας, για την σκέψη της να αναβιώσει τους λαϊκούς αυτούς αγώνες, ισάξια, αν όχι και πιο ακριβή, από την καλοζυμωμένη κουλούρα, με τη ζάχαρη και τα ζαχαρόκουκα, που πρόσφεραν τότε στον νικητή.

Στην γειτονιά του Άι-Γιώργη του Πετρούτσου ευωδίασε ξανά η φρεσκοκομμένη μερτία, ακούστηκαν και πάλι τα «χρόνια πολλά» και το «Χριστός ανέστη» και η τσίκνα του ψητού, μαζί με την οικεία σε όλους εμάς τους ζακυνθινούς μυρωδιά της φιτούρας θύμισε γιορτή και σμίξη ανθρώπων, οι οποίοι ενάντια στην κρίση ή και με αφορμή, αν θέλετε, την κρίση, επανήλθαν στα οικεία και γνώρισαν πόσο ανέξοδη είναι η αληθινή διασκέδαση και πόσο πολύτιμη η σωστή και σωστική επαφή.

Ο αντιδήμαρχός μας, μάλιστα, ο αιώνια αεικίνητος και δραστήριος Άκης Λαδικός, που πάντα βρίσκεται κοντά, αρωγός και συμμέτοχος, αλλά και συνεορταστής της κάθε πολιτιστικής προσπάθειας, πήρε παστέλι και φιτούρες, όπως ο κάθε καλός ζακυνθινός συνηθίζει σε παρόμοιες περιπτώσεις, για να τα πάει στην πεθερά του, που μένει λίγο πιο πάνω. Αυτό ήταν μια εικόνα, που επιβεβαίωσε την επιτυχία της εκδήλωσης, απομάκρυνε το στημένο και έδωσε υπόσταση στην επαναφορά. Και δεν ήταν η μόνη. Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα μια συνοικία της πόλης πήρε ζωή και το απόκεντρο έγινε κεντρικό. Οι παλιότεροι γύρισαν πίσω την μνήμη και οι νεότεροι έμαθαν.

Εκτός από τον Άγιο Γεώργιο των Φιλικών, υπήρχε και αυτός του Πετρούτσου, όπου έκανε πανηγύρι με Γκιόστρα και αυτή φέτος ξέφυγε από τις σελίδες του βιβλίου του Γιάννη Πομόνη–Τζαγκλαρά, που την διαφύλαξε και από χθες έγιναν σήμερα. Σ’ αυτήν, μάλιστα, συμμετείχε διακριτικά, κάπου εκεί μετά τους είκοσι δύο συνέφιππους και ο ίδιος ο Μεγαλομάρτυρας, με το ανοιχτόχρωμα καφετί άτι του, αμέτοχος της διεκδίκησης της νίκης σαν απ’ αιώνος νικητής, αλλά συμμέτοχος του αγώνα και συνεορταστής του.

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, όπως μας πληροφορεί ο χρονικογράφος Διονύσιος Βαρβιάνης, υπήρχε από το 1478, στην ίδια θέση και ήταν παραθαλάσσια. Το 1505, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του Ντίνου Κονόμου «Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο», αναφέρεται σε συμβόλαιο του Αλ. Ραφτόπουλου και λίγα χρόνια αργότερα, το 1513, παραχωρήθηκε από την Βενετική Διοίκηση στην οικογένεια Πετρούτσου, σαν jus patronato, η οποία την ανακαίνισε από τα θεμέλια, με δικά της έξοδα.

Στις 18 Απριλίου 1776, λίγες μέρες δηλαδή πριν την γιορτή της, ο κτήτοράς της Θωμάς Κολέττης, σύζυγος της μοναδικής απογόνου της οικογένειας Πετρούτσου, όπου ζούσε, της Νικολέτας ποτέ ιερέως Αρσενίου Πετρούτσου, λόγω της κακής κατάστασης του ναού, τον παραχώρησε σε αδελφάτο. Ξαναχτίστηκε το 1783 πανύψηλη, με ωραιότατη πύλη και ανάλογα σκαλισμένα στην πέτρα παράθυρα. Πάνω από την είσοδό της υπήρχε η επιγραφή με το όνομα του τεχνίτη και η χρονολογία της εργασίας του: «Ιω. Κασσιμάτης / κτήτωρ αψπγ [1783]».

Από τις πιο αξιόλογες εικόνες της ήταν αυτές του Θείου Πάθους, έργα του μεγάλου Νικολάου Κουτούζη, στην πάνω ζώνη του τέμπλου, όπου άλλες από αυτές βρίσκονται στην σημερινή εκκλησία της Ανάληψης, όπου και το τέμπλο και άλλες στο μετασεισμικό μας Μουσείο.

Σήμερα την ύπαρξη της ιερής αυτής στέγης μας την θυμίζει ο ομώνυμος, όπως προαναφέραμε, φούρνος και ένα μικρό προσκυνητάρι, κάπου εκεί κοντά, όχι βέβαια έργο των αρμοδίων, αλλά κάποιων ευαίσθητων γειτόνων.

Ας ελπίσουμε η εκδήλωση αυτή της Γκιόστρας του Άι-Γιωργιού να γίνει θεσμός και να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, έτσι ώστε να μην χαθεί η ιστορική μνήμη.

Η αξιόλογη αυτή εκκλησία θα μπορούσε να σωθεί, αλλά θυσιάστηκε και αυτή στην νεοελληνική μας νοοτροπία. Και άλλα κομμάτια της πόλης και του νησιού μας θα μπορούσαν μα συντηρηθούν και να βοηθούν στο να μην χαθεί η συνέχεια. Δυστυχώς, όμως, αποκτήσαμε μια μπετόν πραγματικότητα.

Έσχατη αντίσταση η διατήρηση της παράδοσής μας. Σ’ αυτά τα πλαίσια κινείται και η επαναφορά της Γκιόστρας του Αγίου Γεωργίου.

Να είμαστε καλά και του χρόνου να την ξανακάνουμε. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Μιμίκας Σταμίρη: ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ (ποιητική μυθοπλασία)

Τερψιχόρη, Μούσα της Μουσικής και του Χορού, έργο Jean-Marc Nattier, 1739

Στη χώρα του παραμυθιού, στην απλωσιά του μύθου
ο Δίας κοσμοκράτορας και κοσμοπλάστης μέγας.
Αντάμα σε ξεφάντωση με Απόλλωνα και Μούσες,
με νύμφες και θεότητες βρισκότανε μια μέρα.
Κι η μουσική απλωνότανε με νότες και τραγούδια,
φωνές και όργανα μελωδικά και δυνατές ορχήστρες.
Και πρώτη και καλύτερη η Μούσα η Τερψιχόρη
στη μέση εκαθότανε καμαρωτή κι ακέρια.
Είχε στην προστασία της κείνο το πανηγύρι
κι έδινε λάμψη κι έμπνευση μες τους πανηγυριώτες.
Αιθέρια και κατάλευκη με το μακρύ της πέπλο
με κάθε πιέτα σκέπαζε όλης της γης τους τόπους.

Κάποια στιγμή χαρούμενη ακούγεται η φωνής της:
- Δία, εσύ πατέρα μου, Απόλλωνα, μητέρα μου Αρμονία
θα ιδείτε πόσα πρόσωπα η κόρη σας κατέχει.
Όπου στον κόσμο κι αν σταθώ αλλάζει η μορφή μου
σε κάθε τόπο και στιγμή παίρνω και άλλη όψη.

Κι ευθύς κουνεί το πέπλο της και φαίνονται ανθρώποι
με όργανα που παίζανε και τρανταχτή ορχήστρα.
Παιάνες κι εμβατήρια φεύγανε στον αγέρα
και νύμφες εχορεύανε με τους θνητούς αντάμα.

Το βλέμμα και το πέπλο της στρέφει σε άλλα μέρη.
Εκεί που η Ευρώπη έψαχνε για την χαμένη αγάπη
κι αλλοπαρμένη έτρεχε της Ήρας να ξεφύγει.
Στην Αλβιόνα στάθηκε, στης Αυσονίας τον τόπο,
απ’ τα Παρίσια πέρασε και την «αιώνια πόλη».
Μάζεψε ήχους και ρυθμούς, νότες και μελωδίες
στα σύννεφα που εφτάνανε κι αγάλλιαζε η πλάση.

Κι έπειτα η Μούσα άπλωσε το αιθέριο φόρεμά της
στο Ιόνιο το πέλαγο με τα εφτά νησιά του.
Καντάδες ακουγόντανε σε ούλα τα καντούνια
για τον καημό του έρωτα, τση αγάπης τις σκοτούρες.
Βάρκες εσεριανίζανε του γαλανού πελάγου
και γιασεμιά μυρίζανε στους κήπους των ανθρώπων.
Κιθάρες τραγουδούσανε παρέα με μαντολίνα,
κορίτσα σεριανίζανε φορώντας κρινολίνα.

Σαν αητός σηκώθηκε κι άπλωσε τις φτερούγες
η Τερψιχόρη η ορχηστρική σ’ όλη την οικουμένη.
Στάθηκε κι αφουγκράστηκε τις μουσικές του κόσμου
για ελπίδες , για τα βάσανα, τα γέλια
που τραγουδάει ο άνθρωπος σ’ όλη της γης τα μέρη.
Ήχοι εβγαίνανε λεπτοί από ξυλοτεχνίες,
ταμπούρλα, αυλούς κι όργανα που ξέρουν να μιλούνε.

Με το δεξί το χέρι της κουνεί πάλι το πέπλο
και τότε ξεχυθήκανε γαληνεμένοι ήχοι.
Βιολιά και πλήκτρα μαγικά επαίζανε αντάμα.
Χέρια με τέχνη σκάβανε του δοξαριού τα λούκια.
Και μια μαγεία απλώθηκε σε τόπο και σ’ ανθρώπους
που νιώθανε μες την ψυχή γαλήνη κι ηρεμία.

Τ’ αριστερό το χέρι της σηκώνει με βιασύνη
καθώς του πέπλου ακούμπησε την άλλη του την άκρη.
Κι εκεί με μιας ξεπρόβαλε μια ζωντανή εικόνα.
Ανθρώποι τραγουδούσανε απλοί, βασανισμένοι
στου μπουζουκιού τη συντροφιά χαρά αναζητώντας.
Κι ο πόνος τους ξεχείλιζε κι ο έρωτας πονούσε
κι έκανε για τραγούδι του καθένας τον καημό του.

Και ξαφνικά σταμάτησε της Μούσας το ταξίδι.
Κι όλοι μείναν άναυδοι με τις πολλές της όψεις.
Κι ο πατέρας των θεών εγύρισε και είπε:

- Κόρη μου της μουσικής, εσύ που είσαι μία,
αλήθεια δεν περίμενα πόσες μορφές αλλάζεις.
Εγώ όμως σε έπλασα να εμπνέεις τους ανθρώπους,
να τραγουδάνε την καρδιά, τον πόνο, την ελπίδα.
Ν’ ανοίγουνε τα χέρια τους και την ψυχή παρέα
με κάθε τους τραγούδισμα να ’ναι ξαλαφρωμένοι.
Κι αν είσαι έτσι ή κι αλλιώς, με μία ή άλλη όψη
για με είσαι η θυγατέρα μου η Μούσα η Τερψιχόρη.

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Γεωργίου Σκορδίλη: Σαράντα Μάρτυρες, 1657

Επιστημονική Ανακοίνωση του Δρ ΓΙΑΝΝΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ  (πρώτη δημοσίευση εδώ)

Niemand
zeugt für den
Zeugen
(«Κανείς
δεν μαρτυρεί για τον
μάρτυρα»
μετάφραση: Στέλλα Νικολούδη)

Οι τρεις αυτοί στίχοι είναι οι καταληκτικοί του ποιήματος του Paul Celan (1920-1970): “Aschenglοrie” που μεταφράζεται: Δόξα από στάχτες. Ερμηνευτικά σχόλια του ποιήματος αυτού βλ. στου: Jacques Derrida, Μαρτυρία και μετάφραση. Επιβιώνοντας ποιητικά. Και τέσσερις αναγνώσεις: Γ. Βέλτσος-Χ. Γ. Λάζος, Α. Μπαλτάς-Β. Μιπιτσώρης. Μετάφραση-Σημειώσεις: Β. Μπιτσώρης, Αθήνα 1996, σποράδην.

Το ποίημα: Δόξα από στάχτες, δημοσιεύεται και μεταφράζεται ολόκληρο από τη Στέλλα Νικολούδη, τον André du Bonchet και Derrida στο τέλος του βιβλίου του Derrida.

Βραχύ ερμηνευτικό σχόλιο του τρίστιχου. Πρόκειται για το αναντικατάστατο του μοναδικού μάρτυρα• πιθανόν αναφέρεται σε συμβάντα και εμπειρίες του ποιητή Paul Celan που μόνον αυτός μπορεί να μαρτυρήσει γι’ αυτά που συνέβησαν στο Ausschwitz και για καθετί που αφάνισε η φωτιά και έκανε στάχτες αμέτρητες υπάρξεις αποτεφρώνοντας μαζί με το όνομα και με τη μνήμη ακόμη και την ασφαλή δυνατότητα της μαρτυρίας.

Διαστ. 88,5 x 67 x 2,8 εκ.
Ζάκυνθος. Μουσείο. ΜΖ 227.

Προέλευση: Ο Σισιλιάνος πληροφορεί (1935, 193) ότι η εικόνα των Αγίων Τεσσράκοντα «βρίσκεται εν τη Αγία Κυριακή των Κήπων εν Ζακύνθω». Ο Ζώης τη συμπεριέλαβε στο βιβλίου του: Zante et son Musée, Zante 1935, 25, αρ. 114. Άρα η εικόνα των Σαράντα Μαρτύρων (στο εξής: Σ.Μ.) υπήρχε πριν από το 1635 στο ναό των Σ.Μ. και από το 1935 στο παλαιό Μουσείο της Ζακύνθου, στο ναό του Παντοκράτορος.

Γιατί όμως η εικόνα αυτή και άλλες του ίδιου ζωγράφου, του Γεωργίου Σκορδίλη απομακρύνθηκαν από το ναό των Σ.Μ.; Ο Κονόμος γράφει (1967, 142): «Οι κυριότερες εικόνες [του ναού των Σ.Μ.] είχαν μεταφερθεί, πριν από τους σεισμούς του 1953, στο μουσείο και κατεστράφηκαν. Σώθηκε ωστόσο, ένα σημαντικό έργο αρίστης βυζαντινοκρητικής τέχνης του Γεωργίου Σκορδίλη, με την απεικόνιση των Αγίων Τεσσαράκοντα... και τώρα βρίσκεται για επιδιόρθωση στο νέο Μουσείο...». Του ίδιου αγιογράφου υπήρχαν επίσης και άλλες αξιόλογες εικόνες στην εκκλησία των Σ.Μ. (βεβαιώνει ο Κονόμος 1988, 80) αλλά δεν κατονομάζονται.

Την εικόνα γνώριζε ο Κονόμος από φωτογραφία που του παραχώρησε ο Άγγελος Προκοπίου και την οποία δημοσίευσε (ο Κονόμος, ό.π., εικ. 41). Η εικόνα ήταν ακαθάριστη και η δημοσιευθείσα φωτογραφία δεν επιτρέπει στον παρατηρητή να ταυτίσει επιμέρους θεματικά πεδία της «ιστορίας» των Σ.Μ. ούτε ασφαλώς να εκτιμήσει την τεχνική ποιότητα της εικόνας και τις στυλιστικές της αρετές. Η εικόνα συντηρήθηκε και μας επιτρέπει με μεγαλύτερη ασφάλεια να την περιγράψουμε και να την εκτιμήσουμε.

Πριν όμως προβούμε σε περιγραφή και εικονογραφική ανάλυση της εικόνας των Σ.Μ., δε θεωρώ περιττό να αναφερθώ στην πιθανή περιπέτεια της εικόνας πριν καταλήξει στο ναό των Σ.Μ. Σχετικές πληροφορίες αντλώ από δημοσίευμα του Λ. Ζώη, «Ναοί Κρητών εν Ζακύνθω», ΕΕΚρ. Σ. Γ΄ 1940, 181-183: «... Μεταξύ των πολυτιμοτέρων λειψάνων της ατυχούς Κρήτης, των μετενεχθέντων ενταύθα μετά την πανώλεθρον άλωσιν αυτής, συγκαταριθμείται και η θαυματόβρυτος εικών υπερευλογημένης Παρθένου Μαρίας ονομαζομένης Επισκοπιανή ήτις υπηρετείτο υπό πολλών συναδέλφων οίτινες... μετήγαγον την εικόνα αυτής και όσα ιερά σκεύη και έπιπλα το βεβιασμένον του χρόνου και της επιβάσεως αυτοίς επέτρεψεν. Μη έχοντες δε τόπον απέθεσαν αυτά προσκαίρως εν τω ναώ των Αγίων Τεσσαράκοντα εις τους Κήπους του ονομαζομένου του Καλέκα...». Να υποθέσουμε ότι ανάμεσα στην εικόνα της Επισκοπιανής και τα ιερά σκεύη και έπιπλα που «απέθεσαν» στο ναό των Σ.Μ. ήταν και η εικόνα των Σ.Μ. του Γεωργίου Σκορδίλη;

Αν η εικασία αυτή έχει κάποια βάση, τότε η εικόνα των Σ.Μ. θα ζωγραφίστηκε στην Κρήτη το 1657 και όχι στη Ζάκυνθο. Επίσης η εικόνα αυτή δε θα χρησιμοποιήθηκε ως δεσποτική, επειδή θα υπήρχε δεσποτική ήδη από το 1628 στο ναό των Σ.Μ., ιδιοκτησία των αδελφών Καλέκα (Κονόμος 1967, 142).

Η παραδοχή της υπόθεσης αυτής για την προέλευση της εικόνας του Γ. Σκορδίλη από το Χάνδακα θα προσανατόλιζε την έρευνα να ασχοληθεί με προβλήματα σχετικά με τα δάνεια του ζωγράφου. Γι’ αυτά θα γίνει λόγος σε άλλο μέρος της μελέτης αυτής.


Υπογραφή και χρονολογία της εικόνας

Η υπογραφή του ζωγράφου και η χρονολογία της εικόνας γράφονται με μαύρα κεφαλαία γράμματα σε λευκό χαρτί που αναδιπλώνεται ελαφρά στα άκρα του στο κάτω μέρος της εικόνας: ΠΟΙΗΜΑ ΧΕΙΡΟC ΓΕΟΡ/ΓΙΟΥ CΚΟΡΔΗΛΗ. ,αχνζ΄ [=1657] (Εικόνα 2).

Βιβλιογραφία: Σισιλιάνος 1935, 193• Zois, Zante et son Musée, Zante 1935, 25, αρ. 114. Κονόμος 1967, 142• του ίδιου 1988, 80, εικ. 41 και Χατζηδάκης-Δρακοπούλου 1997, 355.



Περιγραφή και εικονογραφική ανάλυση

Στα γαλαζοπράσινα νερά της λίμνης πατάνε μισόγυμνοι οι Σ.Μ. με μόνο ένα λευκό περίζωμα. Στα αριστερά ο φιλόζωος εικονίζεται να εισέρχεται στο λουτρώνα. Δεξιά δύο στρατιώτες• ο ένας κάθεται στηρίζοντας το κεφάλι του στο δεξί του χέρι• ο άλλος όρθιος κρατεί ακόντιο στο δεξιό του χέρι, ενώ το άλλο έχει δε διάταξη δέησης. Πάνω δεξιά η πόλη Σεβάστεια. Στ’ αριστερά της πόλης άμαξα που μεταφέρει τα λείψανα των Σ.Μ. Την άμαξα ακολουθεί η μητέρα με τον υιό της στους ώμους της. Κάτω από την άμαξα ξύλα και φωτιά για την καύση των Σ.Μ. Στο επάνω μέρος της εικόνας ο Χριστός σε σύννεφα ευλογεί και με τα δύο του χέρια. Στέμματα κατέρχονται από τον ουρανό για τη στέψη των Σ.Μ.

Παραθέτω επιλεκτικά το Συναξάριο των Σ.Μ. από το Μηναίο της 9ης Μαρτίου:

Συναξάριον τῇ θ΄, Μνήμη τῶν Ἁγίων Μεγάλων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, τῶν ἐν Σεβαστείᾳ τῇ πόλει μαρτυρησάντων,

Οὗτοι οἱ Ἅγιοι ἐκ διαφόρων πατρίδων ὄντες, ἐφ’ ἑνὶ τάγματι ἐστρατεύοντο. Διὰ δὲ τὴν εἰς Χριστόν ὁμολογίαν κατασχεθέντες καὶ εἰς ἐξέτασιν ἀχθέντες, καὶ μὴ πεισθέντες θῦσαι τοῖς εἰδώλοις, λίθοις τὰς ὄψεις καὶ τὸ στόμα πρότερον βάλλονται…

Ἔπειτα ἐν ᾥρᾳ χειμερινῇ, γυμνοὶ διανυκτερεύειν κατεδικάσθησαν μέσον τῆς λίμνης, τῆς πρὸ τῆς πόλεως. Ἔνθα ἑνός αὐτῶν φιλοψυχήσαντος, καὶ πρὸς τὸ πλησίον βαλανεῖον προσδραμόντος, καὶ ἅμα τῇ προσβολῇ τῆς θέρμης διαλυθέντος, ὁ παρατηρῶν αὐτοὺς δήμιος καὶ φυλάττων, εὐθύς μετὰ τῶν Ἁγίων, ἀντί τοῦ λιπόντος, κατέστησεν ἑαυτόν, φῶς ἐν νυκτί περὶ τοὺς Μάρτυρας ἰδών, καὶ στεφάνους ἐφ’ ἕκαστον αὐτῶν κατιόντας.

Η συνέχεια του κειμένου του Συναξαρίου που παραθέτω επίσης επιλεκτικά θα βοηθήσει να παρακολουθήσουμε τη συνέχεια της «ιστορίας» των Σ.Μ.

Ἤδη δὲ τῆς ἡμέρας ἐπιφανείσης, ὡς λειποψυχοῦντες ἦσαν μὲν οἱ Ἅγιοι, ἔτι δὲ ἐμπνέοντες ὤφθησαν, τὰ σκέλη θλασθέντες, τὸν τοῦ μαρτυρίου στέφανον ἐκομίσαντο. Οὕτω δὲ ἄρα αὐτοῖς ἀσπαστός καὶ καθ’ ἡδονήν ὁ θάνατος ἐγνωρίζετο, ὡς καταλειφθέντα τινὰ παρὰ τοῦ Τυράννου, δι’ ἡλικίαν καὶ ῥώμην σώματος ἔτι ἐμπνέοντα, νομίσαντος αὐτὸν ἴσως μεταβουλεύσεσθαι. Ἡ δὲ μήτηρ αὐτοῦ παρέμενεν αὐτοῖς πάσχουσι, παῖδα τὸν ἑαυτῆς βλέπουσα• καὶ γὰρ ἦν οὗτος ὑπέρ πάντας τὴν ἡλικίαν νεώτερος, καὶ ἐδεδοίκει, μήποτε δειλίαν αὐτῷ ἐμποιήσει τὸ νεαρὸν καὶ φιλόζωον, καὶ ἀνάξιος τῆς τῶν συστρατιωτῶν τάξεὼς τε καὶ τιμῆς εὑρεθῇ.

Ἵστατο οὖν ἀτενὴς ὁρῶσα σχήματί τε καὶ βλέμματι, ὅπως εἶκε, θάρσος αὐτῷ ἐμβάλλουσα… καὶ λέγουσα… μὴ φοβηθῇς τὰς βασάνους• […] πάντα ἐκεῖνα παρῆλθον, πάντα ταῦτα τῇ σῇ νενίκηκας γενναιότητι…

Οἱ οὖν Ἅγιοι, συντριβέντες τὰ σκέλη, τῷ Θεῷ παρέθεντο τὰς ψυχὰς• οἱ δὲ στρατιῶται ἁμάξας ἐνεγκόντες, καὶ ταύταις τὰ ἱερά σώματα ἐπιθέντες παρὰ τὸ χεῖλος τοῦ ἐκ γειτόνων ποταμοῦ ἄγουσι. Τὸν μὲν τοι νέον ἐκεῖνον, ᾧ Μελίτων ὄνομα, ἐμπνέοντα ἔτι κατιδόντες, καταλείπουσι, τοῦ ζήσεσθαι• ὅν ἡ μήτηρ μόνον ὑπολειφθέντα θεασαμένη… τὸν υἱὸν ἐπ’ ὤμων ἀραμένη, ταῖς ἁμάξαις ἠκολούθει μεγαλοψύχως, τότε ζήσειν οἰομένη, ὅταν νεκρὸν μᾶλλον καὶ εκλελοιπότα θεάσαιτο.

Ἐπεὶ οὖν οὕτω φερόμενος ὑπ’ αὐτῆς ἀφῆκε τὸ πνεῦμα, τότε δὴ τῶν φροντίδων ἡ μήτηρ ἑαυτὴν λύσασα… μέχρι τοῦ τόπου, οὐ τὰ σώματα τῶν Ἁγίων ἦν, ἀπενέγκασα τὸν τοῦ φιλτάτου νεκρὸν, ἐπάνω αὐτῶν τίθησι, καὶ τοῖς ἄλλοις συναριθμεῖ… Μέγα δὲ πῦρ ἀνάψαντες οἱ τῷ ἀντικειμένῳ ὑπηρετούμενοι, τὰ τῶν Ἁγίων σώματα κατακαίουσιν• εἶτα τῶν λειψάνων Χριστιανοῖς φθονοῦντες εἰς τὸν ποταμὸν αὐτά ἀφιᾶσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖ θείᾳ πάντως οἰκονομίᾳ, ἐχόμενα κρημνοῦ συνήχθη ὑπό τινος• καὶ Χριστιανῶν ταῦτα χεῖρες ἑλόμεναι, πλοῦτον ἡμῖν ἄσυλον ἐδωρήσαντο…

Εικονογραφική ανάλυση

1. Συστατικά στοιχεία της «ιστορίας» των Σ.Μ.: η λίμνη στην οποία καταδικάστηκαν να περάσουν οι Σ.Μ. μια παγωμένη νύχτα του χειμώνα «Ἔπειτα ἐν ᾥρα χειμερινῇ, γυμνοὶ διανυκτερεύειν κατεδικάσθησαν».


Η πόλη Σεβάστεια πλησίον της οποίας βρισκόταν η λίμνη (Εικόνα 3). Το βαλανείο (ο λουτρώνας) στο οποίο κατέφυγε ο φιλόζωος για να ζεσταθεί. Ο προσήλυτος, ο δήμιος και ο φύλακας των Σ.Μ. που πήρε τη θέση του φιλόζωου. Η καύση των Σ.Μ. Η μητέρα και ο υιός της Μελίτων• η ρίψη των λειψάνων των Σ.Μ. στον ποταμό και η περισυλλογή τους. Ο Χριστός (Θεοφάνεια) και τα στέμματα.

2. Συνθετικά σχήματα ανάπτυξης του εικονογραφικού θέματος των Σ.Μ.

Ι. Στατικό και
ΙΙ αφηγηματικό σχήμα.

Ι. Στο στατικό συνθετικό σχήμα παρουσιάζεται το μαρτύριο των Σ.Μ. με μια εικόνα που συμπληρώνεται με «περιθωριακές» σκηνές, όπως του φιλόζωου και του προσήλυτου. Το πρωιμότερο παράδειγμα του συνθετικού αυτού τρόπου υπάρχει στο παρεκκλήσιο των Σ.Μ. στην εκκλησία της Santa Maria Antiqua στη Ρώμη, του έβδομου ή του όγδοου αιώνα (O. Demus, “Two Palaeologian Mosaic Icons in the Dumbarton Oaks Collection” στο Dumbarton Oaks Pap 14 [1960], 101, εικ. 6) (στο εξής: Demus).

ΙΙ Στο αφηγηματικό συνθετικό σχήμα το κεντρικό θέμα των Σ.Μ. συνοδεύεται με τις εξής σκηνές:

α) με τη μεταφορά των νεκρών μαρτύρων,
β) με τη μητέρα που ακολουθεί την άμαξα «τὸν υἱὸν ἐπ’ ὤμων ἀραμένη» (Συναξάριο),
γ) με την καύση των μαρτύρων,
δ) με τη ρίψη των λειψάνων στον ποταμό και

ε) την περισυλλογή των λειψάνων των Σ.Μ.

[οι δ΄ και ε΄ δεν υπάρχουν(;) στην εικόνα].

3. Τρόποι διάταξης των Σ.Μ.

Ι Οριζόντια διάταξη και
ΙΙ Κάθετη διάταξη.

Ι. Της οριζόντιας ανάπτυξης-διάταξης των Σ.Μ. σε παραλληλόγραμμο σχήμα βλ. πιο πάνω στη Santa Maria Antiqua.

ΙΙ. Της καθ’ ύψος διάταξης των Σ.Μ. τα πρωιμότερα παραδείγματα έχουμε σε δύο ελεφαντοστά: του Βερολίνου και του Ερμιτάζ (Demus, ό.π. εικ. 12 και 13).

Ο Γ. Σκορδίλης στην εικόνα του προτιμά τη διάταξη των Σ.Μ. σε ύψος• ακολουθεί τρόπους που χρησιμοποιήθηκαν και στο 16ο και 17ο αιώνα.

Παραδείγματα:

Εικόνα Πάτμου (Μ. Χατζηδάκης, Εικόνες της Πάτμου μέσα 16ου αιώνα, Αθήνα 1977, αρ. 48, πίν. 36, 37),

Εικόνα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας του τέλους του 16ου αιώνα (Chatzidakis, Icones de Saint-Georges des Grecs et de la Collection de l’Institut, Venise 1962, αρ. 82, πίν. 56.

Εικόνα του Θεοδώρου Πουλάκη, του δεύτερου μισού του 17ου αιώνα στη μονή Φανερωμένης στη Σαλαμίνα (Ρηγόπουλος 1979, 162, αρ. 39), εικόνα που αποδίδουμε στον Εμμ. Σκορδίλη, του δευτέρου μισού του 17ου αιώνα στο ναό του Ιωάννου του Προδρόμου στα Βατικιώτικα της Τήνου (Ρηγόπουλος, Φλαμανδικές επιδράσεις στη μεταβυζαντινή ζωγραφική. Προβλήματα πολιτιστικού συγκρητισμού, Αθήναι 2006Β΄, τ. Β΄, 117-119, εικ. 245-248) και άλλες.

Συνήθως η διάταξη των Σ.Μ. μέσα στο συνθετικό σχήμα δεν είναι σε σειρές-ζώνες• συμμετρική, αλλά ταραγμένη• ασύμμετρη. Τη δεύτερη προτιμά ο Γ. Σκορδίλης.

4. Σε οργανική σχέση με την ταραγμένη, ασύμμετρη διάταξη των Σ.Μ. διαμορφώνονται οι στάσεις, οι χειρονομίες και οι τρόποι που βιώνουν οι μάρτυρες, το μαρτύριό τους, καθώς και η συλλογική ή η εξατομικευμένη έκφρασή τους. Φαίνεται ότι είναι επισφαλές να κάνει κανείς λόγο για εξατομικευμένη βίωση και έκφραση του μαρτυρίου των Σ.Μ. Θα ήταν αποπροσανατολιστικός αναχρονισμός η εφαρμογή ενός ψυχολογισμού για να δικαιολογήσουμε ατομικές διαφορές, εξατομικευμένα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά. Θα ήταν προτιμότερα αν έβλεπε κανείς όχι πρόσωπα ως φορείς λειτουργιών, αλλά δρώσες μονάδες. Έτσι ο Γ. Σκορδίλης ζωγράφισε τους Σ.Μ. με συμβατικούς χειρισμούς και στάσεις που δεν είναι εύκολο να αποκωδικοποιήσεις το νοηματικό τους περιεχόμενο και να αντιστοιχίσεις τις συναισθηματικές καταστάσεις στη σωματική γλώσσα (βλέμματα, στάσεις, χειρονομίες). Ωστόσο θα δοκιμάζαμε να επαληθεύσουμε αναμενόμενες συναισθηματικές καταστάσεις των Σ.Μ. ως έκφραση του μαρτυρικού τους αγώνα, της εκούσιας αποδοχής του μαρτυρίου, της καρτερίας και της υπομονής, της γενναιότητας στην αντιμετώπιση του φρικτού βασανιστηρίου, της συνειδητοποίησης του επερχόμενου θανάτου όπως περιγράφεται από τον Μέγα Βασίλειο στην εγκωμιαστική του ομιλία για τους Σ.Μ. «Σῶμα γὰρ κρύει περιπεσὸν, πρῶτον μὲν, ὅλον ἐστὶ πελιδνὸν, πηγνυμένου τοῦ αἵματος• ἔπειτα κλονεῖται καὶ ἀναβράσσεται, ὀδόντων ἀρασσομένων, σπωμένων δὲ τῶν ἰνῶν, καὶ παντὸς τοῦ ὄγκου ἀπροαιρέτως συνελκομένου. Ὀδύνη δὲ τις δριμεῖα, καὶ πόνος ἄρρητος αὐτῶν καθικνούμενος τῶν μυελῶν, δυσφορωτάτην ποιεῖται τοῖς πηγνυμένοις τὴν αἴσθησιν…»

(Μέγας Βασίλειος, Εἰς τοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρας, σ. 304• χρησιμοποιώ την έκδ. Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Μεγάλου Βασιλείου, Έργα, τ. 7, Θεσσαλονίκη 1973).

Θα έβλεπε κανείς μια περιορισμένη γκάμα συμβατικών και τυποποιημένων χειρονομιών οι οποίες είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί και επαναληφθεί σε παρεμφερή θέματα, όπως σε θέματα της Δευτέρας Παρουσίας στην εξεικόνιση των καταδικασμένων (βλ. παραδείγματα στον Demus, εικ. 16-19 κ.ά.).

Έτσι όπως δεν εμπνέεται και δεν εφευρίσκει ο Γ. Σκορδίλης τους συνθετικούς και τους τρόπους διάταξης των Σ.Μ. και τα συστατικά στοιχεία της «ιστορίας» τους, δεν τους ανήκει και η σκηνοθεσία του Πάθους των Σ.Μ. και ό,τι συνιστά το περιεχόμενό του (του Πάθους).

Έτοιμη βρίσκει ο Γ. Σκορδίλης και την «κατασκευή» των νοημάτων του θέματος των Σ.Μ.• «κατασκευή» η οποία υιοθετεί το ζεύγμα αντίθετων εννοιών, όπως της ένδοσης και της αντίστασης, του φιλόζωου και του προσήλυτου, του αγώνα-μαρτυρίου και της ανταπόδοσης, της αλγεινής πήξης και της ηδείας απόλαυσης, του σκληρού χειμώνα και του γλυκού Παραδείσου («δριμύς ο χειμών και γλυκύς ο Παράδεισος») του ψυχοφθόρου λουτρού και του λουτρού αφθαρσίας κ.ά.

Τα πατερικά κείμενα με εγκωμιαστικό (και όχι μόνο) χαρακτήρα και λειτουργία, βοήθησαν στη διαμόρφωση και της εικονογραφίας του θέματος των Σ.Μ., αλλά και της εικονολογίας, του συνταγματικού και του παραδειγματικού άξονα, των στοιχείων in praesentia και in absentia (για τη σημασία των όρων αυτών της Σημειωτικής βλ. A. J. Greimas, J. Courtés, Sémiotique, dictionnaire raesoné de la théorie du langage, Paris 1979, σ. 290 λήμμα “Présence” και “absence”, σ. 1 και σποράδην), του επιπέδου των σημασιών, των συμβολισμών, των αλληγοριών κ.ά.

Από τα κείμενα αυτά ξεχωρίζω την ομιλία του Μεγάλου Βασιλείου, Εἰς τοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρας, Μεγάλου Βασιλείου Έργα, εκδ. Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1973, τ. 7, 290 κ.ε. και του Γρηγορίου Νύσσης, Ἐγκώμιον εἰς τοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρας, Λόγος Α΄, Β΄ και Γ΄, από τις εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1990, Γρηγόριος Νύσσης (Μέρος Ε΄), τ. 69, σσ. 132 κ.ε.

Ο Γ. Σκορδίλης δε συνθέτει βέβαια την εικόνα των Σ.Μ. εκκινώντας από τα εν λόγω κείμενα• εργάζεται με βάση αποκρυσταλλωμένα, όπως γράψαμε, παραδειγματικά σχήματα• έχει ωστόσο, νομίζω, ενδιαφέρον να εντοπίσουμε αρχετυπικούς, λεκτικούς και εικαστικούς σχηματισμούς που λειτούργησαν ως αφετηριακές αφορμές για την κυοφορία και την εκκόλαψη νέων(;) μορφών έκφρασης και εικόνας. Η σχέση λέξης και εικόνας είναι ένα από τα πρωταρχικά σχήματα της ανθρώπινης σκέψης και δημιουργίας. Τη σχέση αυτή στα Προγυμνάσματα των αρχαίων ρητόρων δίνει η έκφραση. Τα κείμενα με τους ορισμούς της έκφρασης βρίσκει κανείς συγκεντρωμένα στον L. Spengler, Rhetores Graeci, Lipsiae 1966, vol. II-III). Κατά τον Θέωνα (1ος αιών. μ.Χ.) «Ἐκφρασίς ἐστι λόγος περιηγηματικός ἐναργῶς ὑπ’ ὄψιν ἄγων τὸ δηλούμενον» (Spengel, II, σ. 118-120), κατά τον Ερμογένη (2ος αιών. μ.Χ.). «Ἐκφρασίς ἐστι λόγος περιηγηματικός, φασὶν, ἐναργῶς καὶ ὑπ’ ὄψιν ἄγων τὸ δηλούμενον» (Spengel, II, σ. 22-23). Βλ. και ορισμό της έκφρασης από τον Νικόλαο τον Σοφιστή (5ος αιών. μ.Χ.) «Ἐκφρασίς ἐστι λόγος ἀφηγηματικός, ὑπ’ ὄψιν ἐναργῶς ἄγων τὸ δηλούμενον» Spengel, III, σ. 491-493). Εμφανής είναι στην έκφραση η σχέση αφήγησης και πλαστικών τεχνών, η αλλαγή του ακροατή σε παρατηρητή αλλά και η ενάργεια και η σαφήνεια της αφήγησης. Για την έκφραση και τις αρετές της, την ενάργεια και σαφήνεια παραπέμπω στις συμβολές που περιέχονται στο Dire l’évidence (philosophie et rhétorique antiques), Cahiers de philosophie de l’Université de Paris XII-Val de Marne, No. 2 εκδ. C. Lévy και L. Pernot, Paris 1997, κυρίως C. Lévy και L. Pernot, “Phryné dévoilée”, σ. 5-12• B. Cassin, “Precédures sophistiques pour construire l’ evidence”, σ. 15-29• R. Webb, “Mémoire et imagination: les limites de l’energeia (γράφε ενάργεια) dans la théorie rhétorique grecque”, σ. 229-248• S. Dubel, “Ekphrasis et energeia (γράφε ενάργεια): la description antique comme parcours”, σ. 249-264• βλ. ακόμη Ρηγόπουλος, Ut picture poesis. Το «εκφραστικό» σύστημα της ποίησης και της ποιητικής του Κ. Καβάφη, Αθήνα 1991, 13 κ.ε.• Gilbert Dagron, Décrire et peindre. Essais sur le portrait iconique, Gallimard, Paris 2007, 90 κ.ε.

Ο Μέγας Βασίλειος θυμάται τον Σιμωνίδη, τον Αριστοτέλη ή τον Ερμογένη όταν ζητάει από ένα ζωγράφο να τον βοηθήσει να περιγράψει το μαρτύριο του Βαρλαάμ και όταν, στην ομιλία του για τους Σ.Μ., παραλληλίζει τη ζωγραφική με την ποίηση σύμφωνα και με την άποψη του Σιμωνίδη κατά τον οποίον «Πλὴν ὁ Σιμωνίδης τὴν μὲν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπῶσαν προσαγορεύει, τὴν δὲ ποίησιν ζωγραφίαν λαλοῦσαν» (Πλούταρχος, Πότερον Ἀθηναῖοι κατὰ πόλεμον ἤ κατὰ σοφίαν ἐνδοξότεροι [De Gloria Atheniensium, 3, 346f]).

Στην ομιλία του «Εἰς Βαρλαάμ τὸν Μάρτυρα» ο Μέγας Βασίλειος ζητάει από τους ζωγράφους να αναστηθούν και να μεγαλύνουν με την τέχνη, τη σοφία και τα χρώματα την κολοβωμένη εικόνα του στραγητού Βαρλαάμ• ομολογεί την υπεροχή της ζωγραφικής και εύχεται να φύγει νικημένος από τη ζωγραφική• «Ἀμαυρότερον παρ’ ἐμοῦ τὸν στεφανίτην γραφέντα τοῖς τῆς ὑμετέρας σοφίας περιλάμψατε χρώμασιν. Ἀπέλθω τῇ τῶν ἀριστευμάτων τοῦ μάρτυρος παρ’ ὑμῶν νενικημένος γραφῇ» (Μεγάλου Βασιλείου, «Εἰς Βαρλαάμ τὸν Μάρτυρα» ομιλία [Μεγάλου Βασιλείου Έργα, τ. 7, 246• ό.π.]). Στο κείμενο αυτό του Μ. Βασιλείου αντανακλάται η αντιδικία “paragone” που αφορά τα πρωτεία των καλών τεχνών και της ποίησης (Ρηγόπουλος, Ut picture poesis, ό.π., 37 κ.ε.).

Στην ομιλία του Μ. Βασιλείου «Εἰς τοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρας» ενσωματώνεται η άποψη του Σιμωνίδη για τη σχέση ζωγραφικής και ποίησης και των αρχαίων ρητόρων για τις λειτουργίες της έκφρασης• βλ. τους ορισμούς της έκφρασης πιο πάνω. Διαπιστώνει ο Μέγας Βασίλειος «Ἅ γὰρ ὁ λόγος τῆς ἱστορίας διὰ τῆς ἀκοῆς παρίστησι, ταῦτα γραφική σιωπῶσα διὰ μιμήσεως δείκνυσι. Οὕτω δὴ καὶ ἡμεῖς ἀναμνήσωμεν τῆς ἀρετῆς τῶν ἀνδρῶν τοὺς παρόντας καὶ οἰωνί τὴν ὄψιν ἀγαγόντες (υπογράμμιση δική μου) τὰς πράξεις κινήσωμεν πρὸς τὴν μίμησιν τοὺς γενναιοτέρους…» (Μεγάλου Βασιλείου Έργα, τ. 7, 292). Βλ. σχόλια στα παραπάνω κείμενα του G. Lange, Bild und Wort. Die katechetischen Funktionen des Bildes in der griechischen Theologie des sechsten bis neunten Jahrhunderts, Würzburg 1969, 13-38).

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο ζωγράφος δεν είναι σε θέση να εφεύρει την αρμόδια σωματική γλώσσα και εικαστικό ένδυμα που να είναι το ισοδύναμο της κατάστασης στην οποία βρέθηκαν οι Σ.Μ. Για το λόγο αυτό καταφεύγει στη συνδρομή συμβατικών τρόπων. Ας αναφέρουμε μερικά χειρονομιακά σχήματα:


Ο φιλόζωος ο οποίος εικονίζεται στην είσοδο του βαλανείου έχει την παλάμη και τη διάταξη των δακτύλων του αριστερού χεριού σε δήλωση φόβου και επιφύλαξης για το εγχείρημά του. Αντίθετα, ο στρατιώτης, ο προσήλυτος που θα πάρει τη θέση του φιλόζωου, εκφράζει, πιθανόν, την έκπληξή του «Φῶς ἐν νυκτὶ περὶ τοὺς μάρτυρας ἰδών, καὶ στεφάνους ἐφ’ ἕκαστον αὐτῶν κατιόντας» (Συναξάριο). 


Για τη διατύπωση αυτού του αισθήματος της έκπληξης και του δυσεξήγητου του φαινομένου που προκάλεσε τη μεταστροφή του δήμιου και του φύλακα στρατιώτη, τον προσηλυτισμό, την προσχώρηση και ένταξή του στη χορεία των μαρτύρων, ζωγράφισε ο Γ. Σκορδίλης τον προσήλυτο να έχει το βλέμμα του στραμμένο προς το Χριστό και «τούς κατιόντας στεφάνους», το αριστερό του χέρι σηκωμένο μπροστά στο πρόσωπό του, ενώ το δεξί που κρατεί το ακόντιο απλωμένο πλάγια. Για να φανεί όμως ο συμβατικός χαρακτήρας και η λειτουργία των χειρονομιών του εν λόγω στρατιώτη, της στάσης και του βλέμματός του, σημειώνουμε τα εξής: Τη μορφή του στρατιώτη βρήκε ο ζωγράφος και απέσπασε από χαρακτικό του Jan Sadeler 1 σε σχέδιο του M. de Vos (Hollstein, M. de Vos, XLIV, 192, αρ. 889 και XLVI, 49, εικ. 889) που αισθητοποιεί επεισόδιο από το βίο του Αποστόλου Παύλου στο οποίο ο απόστολος προστατεύεται από τον όχλο των Σαδδουκαίων με τη βοήθεια εκατόνταρχου (Πράξεις Αποστόλων, κγ΄, 10). Στο χαρακτικό ο εκατόνταρχος σχεδιάζεται εμπρός δεξιά. Ο στρατιώτης-φύλακας των Σ.Μ. και ο εκατόνταρχος της χαλκογραφίας είναι σχεδόν πανομοιότυποι εκτός από μία λεπτομέρεια• ο ζωγράφος αλλάζει την προστατευτική λειτουργία του αριστερού χεριού του εκατόνταρχου μεταποιώντας τη σε χειρονομία έκφρασης έκπληξης.

Το δάνειο αυτό έχει για τον γράφοντα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή εντάσσεται στην πολυετή ενασχόλησή του με τα προβλήματα των διεικαστικών σχέσεων της μεταβυζαντινής και της δυτικής τέχνης γενικότερα και της φλαμανδικής ειδικότερα.

Αποτελεί καινοτομία του Γ. Σκορδίλη η χρήση φλαμανδικού δανείου για την απόδοση του προσήλυτου στρατιώτη. Από όσο γνωρίζω χρησιμοποιείται εδώ για πρώτη φορά, το 1657 το χαρακτικό του Jan Sadeler 1 και μάλιστα επιλεκτικά.

Ο δανεισμός και η χρήση της φλαμανδικής χαλκογραφίας σχετίζονται με τις συνθήκες προμήθειάς του και με τον τόπο διακίνησης και κυκλοφορίας της χαλκογραφίας του Jan Sadeler 1 και της ζωγραφικής. Πιο πάνω αναρωτηθήκαμε αν η εικόνα των Σ.Μ. ζωγραφίστηκε στη Ζάκυνθο ή αν μεταφέρθηκε με άλλες εικόνες από την Κρήτη.

Αν δεχτούμε ότι μεταφέρθηκε στη Ζάκυνθο από το Χάνδακα, τότε θα ενισχύσουμε την άποψη των ερευνητών για την κυκλοφορία φλαμανδικών χαλκογραφιών στην Κρήτη στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα. Σχετική συστηματική έρευνα δεν έχει γίνει ακόμη.

Η τμηματική απόσπαση από τη χαλκογραφία της λεπτομέρειας που αναφέραμε δείχνει και τη συνθετική μέθοδο που εγκαινιάζεται ήδη στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα αλλά και την οικειότητα του ζωγράφου με τα έργα της δυτικής τέχνης, εδώ της φλαμανδικής. Η χαλκογραφία κυκλοφόρησε το 1581• αυτή θα χρησιμοποιήσει αργότερα και ο Πουλάκης σε εικόνα του Ιωάννη του Θεολόγου με σκηνές βίου που φέρει τη χρονολογία 1672, για να απεικονίσει το λιθοβολισμό του Ιωάννη του Θεολόγου (Ρηγόπουλος 1979, 67 κ.ε., εικ. 106 και 107 [χαλκογραφία]• βλέπε και ανθίβολο της σκηνής αυτής στη μελέτη του Α. Ξυγγόπουλου, «Ανθίβολα δύο εικόνων του Θεοδώρου Πουλάκη», ανάτυπο από το Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, περίοδος Δ΄-Τόμος Γ΄[1962], Αθήναι 1963, πίν. 23.1). Την ίδια χαλκογραφία του Jan Sadeler 1 είχε υπόψη του και άγνωστος ζωγράφος στην εικονογράφηση επεισοδίου από το βίο του Ιωάννη Χρυσοστόμου (Ρηγόπουλος 2006Α΄, τ. Β΄, 349, εικ. 220). Και σε μια τρίτη εικόνα άγνωστου επίσης ζωγράφου στην οποία παριστάνεται η Ανάσταση του Χριστού βλέπουμε τον εν λόγω στρατιώτη να αντιγράφεται από το χαρακτικό του Jan Sadeler 1. Η εικόνα είναι τοποθετημένη στο δωδεκάορτο του τέμπλου του ναού των Ταξιαρχών που είναι σήμερα τοποθετημένο (το τέμπλο) στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή της Καταστάρας στο Καταστάρι της Ζακύνθου (Ρηγόπουλος 1998, 108 και ο ίδιος, «Καταγραφή εκκλησιαστικών έργων τέχνης στη Ζάκυνθο», Επτανησιακά Φύλλα, τόμος ΚΗ΄, 3-4, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2008, 683-684). Η εικόνα είναι αδημοσίευτη• προβλέπεται παρουσίαση όλου του δωδεκαόρτου.

Και για παραμείνω στο πεδίο των οφειλών του Γ. Σκορδίλη αναφέρω ακόμη τη φλαμανδική προέλευση και του άλλου στρατιώτη ο οποίος σχεδιάζεται κάτω από τον προσήλυτο. Αντιγράφεται με μικρές διαφορές από χαλκογραφία του Jan Sadeler 1 σε σχέδιο του M. de Vos (Hollstein, M. de Vos, XLIV, 191, αρ. 886 και XLVI, 48, εικ. 886 και Ρηγόπουλος 1979, εικ. 112). Στη χαλκογραφία ιστορείται η απελευθέρωση του Αποστόλου Πέτρου από τη φυλακή με τη βοήθεια αγγέλου (Πράξεις Αποστόλων ιβ΄, 5-11). Είναι εντυπωσιακή η ικανότητα του Γ. Σκορδίλη στην ακριβή σχεδίαση και των δύο στρατιωτών , των μορφολογικών χαρακτήρων, της κίνησης, της στάσης και γενικότερα την αναπαραγωγή του μανιεριστικού στυλ του προτύπου του. Χρήσιμο θεωρώ να αναφέρω ότι τα δύο χαρακτικά που χρησιμοποίησε ο Γ. Σκορδίλης ανήκαν σε σειρές χαλκογραφιών οι οποίες στάθηκαν σχεδόν όλες πρότυπα στους μεταβυζαντινούς ζωγράφους. Η χαλκογραφία με την απελευθέρωση του Πέτρου ανήκει στη σειρά που τιτλοφορείται Το Μαρτύριο των οπαδών του Χριστού (Hollstein, M. de Vos, XLIV, αρ. 883-887 και XLVΙ, εικ. 883-887), ενώ η χαλκογραφία με το λιθοβολισμό του Παύλου στη σειρά με τίτλο Η ιστορία του Αποστόλου Παύλου (αυτόθι, αρ. 888).

Είναι πολύ πιθανόν και οι δύο αυτές σειρές χαρακτικών να ήταν γνωστές στον Γ. Σκορδίλη όντα στο Χάνδακα.

Σε πρωτοβουλία του Γ. Σκορδίλη οφείλεται η παράσταση της πόλης Σεβάστειας πλησίον της οποίας εικονίζεται η λίμνη όπου έλαβε χώρα το μαρτύριο των Σ.Μ. Η πρωτοβουλία δεν έγκειται στην παράσταση, επειδή το θεματικό αυτό πεδίο συνηθίζεται στις εικόνες των Σ.Μ. με αφηγηματικές σκηνές, αλλά στο στυλ των κτηρίων της πόλης που την απαρτίζουν. Δεν πρόκειται βέβαια για την απεικόνιση της Σεβάστειας του 17ου αιώνα, αλλά για χρήση συμβατικών αρχιτεκτονικών σχημάτων δυτικής τεχνοτροπίας. Θα πρότεινε κανείς ως πρότυπα του Σκορδίλη χαρακτικά, και μάλιστα φλαμανδικά με αναπαραστάσεις πόλεων• πρόχειρα παραπέμπω στη σειρά των επτά πλανητών σε χαρακτικά του Jan Sadeler 1 και σε σχέδια του M. de Vos (Hollstein, M. de Vos, XLIV, 275, αρ. 1380-1387 και XLVΙ, 193-196, εικ.1380-1387). Δεν μπορώ να υποδείξω συγκεκριμένο χαρακτικό στο οποίο να σχεδιάζονται κτήρια παρεμφερή μ’ εκείνα στην εικόνα του Γ. Σκορδίλη. Αδυνατώ επίσης να διακρίνω τα κτήρια σε σχέση με τη λειτουργική χρήση τους. Στην ίδια δυσκολία βρίσκεται όποιος θέλει να ταυτίσει τα κτήρια που βλέπουμε στην απεικόνιση της ουράνιας Ιερουσαλήμ σε εικόνα του Γ. Κλόντζα (Chatzidakis 1962, αρ. 50, πίν VI).

Σημασία έχει να τονιστεί η προσφυγή του Γ. Σκορδίλη στο δανεισμό έτοιμων συμβατικών σχημάτων. Ακόμη και τους στρατιώτες που ζωγραφίζει ο Γ. Σκορδίλης να κάθονται στο πίσω μέρος της άμαξας που μεταφέρει τα λείψανα των Σ.Μ. για καύση βρίσκει κανείς σε φλαμανδικά χαρακτικά. Εκεί οδηγεί το στυλ της περικεφαλαίας, του θώρακα των στρατιωτών.

Οι οφειλές του Γ. Σκορδίλη στη φλαμανδική τέχνη δε φαίνεται να περιορίζονται σε όσες έχουν αναφερθεί ως τώρα• είναι πολύ πιθανόν και το σχήμα της μητέρας και του γιου της Μελίτωνα και ο τρόπος με τον οποίο τον έχει επωμιστεί να έχουν την αφετηρία τους σε χαρακτικό αγνώστου ο οποίος χρησιμοποίησε σχέδιο του M. de Vos (Hollstein, M. de Vos, XLIV, 141, αρ. 628 και XLV, 215, εικ. 628).

Στο χαρακτικό εικονίζεται ο Τωβίτ να μεταφέρει νεκρό για ενταφιασμό. Πβ. και σχέδιο στη συλλογή του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών (Ρηγόπουλος 2006Β, τ. Β΄, 88, εικ. 185).

Η αρχιτεκτονική του βαλανείου στην εικόνα που παρουσιάζουμε αποκλίνει από την αρχιτεκτονική των βαλανείων σε γνωστές σ’ εμένα εικόνες με θέμα του Σ.Μ. Εκείνο που τη διαφοροποιεί είναι μια σειρά από καμινάδες που σχεδιάζονται στη στεφάνη του θολοσκέπαστου βαλανείου. Παρεμφερή μνημεία με ανάλογη διαμόρφωση δεν σπανίζουν στο χώρο από όπου αντλεί τα διάφορα υποδείγματά του ο Γ. Σκορδίλης. Αναφέρομαι σε φλαμανδικά χαρακτικά στα οποία όμως τα ανάλογα στοιχεία έχουν άλλες λειτουργίες• είναι πυργίσκοι (βλ. χαρακτικά σε σχέδια του M. de Vos στον Holltein, XLVI, 69, εικ. 887, 889, κ.ά.).

Ο αφηγηματικός κύκλος των Σ.Μ. δεν είναι ήσσονος σημασίας από την κεντρική σκηνή του μαρτυρίου τους. Αποτελεί αναγκαία συνάρτηση για την ολοκλήρωση της «ιστορίας» των Σ.Μ. Είναι οργανική προέκταση και επιμερισμός του δράματος σε αφηγηματικά μέρη. Συνιστά εικονογράφηση του Συναξαρίου των Σ.Μ. του οποίου το κείμενο λειτουργεί και ως έκφραση. «Ἐκφρασίς ἐστι λόγος ἀφηγηματικός, ὑπ’ ὄψιν ἐναργῶς ἄγων τὸ δηλούμενον» κατά τον ορισμό του Νικολάου του Σοφιστή (ό.π.). Εμπεριέχει δηλαδή αφηγημένο λόγο που καθιστά ορατό «εναργές» το περιεχόμενο της αφήγησης. Οι παλαιότεροι αφηγηματικοί κύκλοι που γνωρίζουμε περιέχονται σε μια ομάδα ψαλτηρίων, από τα οποία το παλαιότερο γράφτηκε στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα. Είναι το Ψαλτήριο του Βρετανικού Μουσείου Add. MS. 19352 (Demus, ό.π., 99, εικ. 4α-β).

Η πλησιέστερη χρονικά προς την εικόνα του Γ. Σκορδίλη που γνωρίζω είναι εικόνα που αποδίδουμε στον Εμμανουήλ Σκορδίλη και που χρονολογούμε στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα (Ρηγόπουλος 2006Β, τ. Β΄, 117 κ.ε., εικ. 245-248).

Στην αποδιδόμενη εικόνα στον Ε. Σκορδίλη ο αφηγηματικός κύκλος αναπτύσσεται σε τρία διάχωρα που τοποθετούνται στο κάτω μέρος της εικόνας με την εξής διάταξη και σειρά από αριστερά προς τα δεξιά: α) η δίκη και ο λιθοβολισμός των Σ.Μ., β) η μεταφορά των νεκρών μαρτύρων και γ) η καύση, η ρίψη στο ποτάμι των λειψάνων και δ) η περισυλλογή τους (αυτόθι, εικ. 246-248).


Ο αφηγηματικός κύκλος στην εικόνα του Γ. Σκορδίλη ιστορείται ελεύθερα στο φυσικό και εικαστικό χώρο χωρίς τη σύνταξη των επιμέρους σκηνών σε σαφή αφηγηματική τάξη. Από το σύνολο των επεισοδίων που συγκροτούν τον αφηγηματικό κύκλο ταυτίζονται με ασφάλεια δύο: η τραγική μητέρα που επωμίστηκε τον ημιθανή γιο της Μελίτωνα και η άμαξα που μεταφέρει τα νεκρά σώματα των Σ.Μ. Η γέφυρα και το ποτάμι που βλέπουμε στο αριστερό μέρος της εικόνας και η αναμμένη φωτιά κάτω από την άμαξα, εικάζουμε ότι σχετίζονται με την καύση των νεκρών Σ.Μ. και τη ρίψη στο ποτάμι των λειψάνων τους, αλλά απουσιάζουν τα ιδιαίτερα συστατικά στοιχεία που θα επέτρεπαν την ταύτισή τους με τα σχετικά επεισόδια.

Τα συγγενή παραδείγματα της εικόνας του Γ. Σκορδίλη όσον αφορά την οργάνωση του αφηγηματικού υλικού, τηρουμένων των αναλογιών, απαντούν σε νεότερα έργα του 18ου και του 19ου αιώνα (Ρηγόπουλος 2006Β, τ. Β΄, 118, σημ. 15 όπου η προηγούμενη σχετική βιβλιογραφία). Από τις εικόνες αυτές διακρίνω δύο: 1) της Μονής Ξηροποτάμου, του 18ου αιώνα (Ε. Τσιγαρίδας, «Καλλιτεχνικές τάσεις στην τέχνη των φορητών εικόνων», Ζητήματα Μεταβυζαντινής Ζωγραφικής στη μνήμη του Μανόλη Χατζηδάκη, Αθήνα 2002, 325-326, εικ. 10) και 2) της Ιεράς Μονής Κυρίας των Αγγέλων Κεχροβουνίου στην Τήνο, του 19ου αιώνα (Ιωάννης Π. Γκερέκος, Εικόνες της Τήνου, Πανελλήνιον Ιερόν Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου, 2008, 352 κ.ε., η εικόνα στη σελ. 265).

Στη δεύτερη εικόνα αξιοσημείωτη ανάμεσα στα άλλα είναι και η απεικόνιση λειψανοθηκών στις όχθες του ποταμού για την ένθεση των λειψάνων των Σ.Μ. που περισυνέλεξαν οι χριστιανοί. Φυλακτήρια μνήμης, λατρείας και ευσέβειας.

Ευχαριστώ το Βυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου και τον Μάριο Θεοδόση για τις φωτογραφίες.

Λεζάντες Εικόνων:
Εικόνα 1. Γ. Σκορδίλη, «Οι Σαράντα Μάρτυρες», 1657.
Εικόνα 2. Υπογραφή Γ. Σκορδίλη.
Εικόνες 3-7. Λεπτομέρειες της εικόνας 1.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Μυροβόλα και μυροφόρες

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

«Την Παναγιά να ευχαριστήσετε», μου απάντησε ο αρχοντάρης με το καθημερινό μαύρο στην ένδυση και το χαμόγελο της υποδοχής στο καλοσυνάτο αγιορείτικο πρόσωπό του, «δικό της είναι το περιβόλι»! Έτσι ταπεινά, με την αίσθηση της κοινωνίας και την ομορφιά της προσφοράς, μάς καλοδέχτηκε στο μοναστήρι με τη σμιλεμένη πέτρα και το ευωδιαστό λιβάνι ν' ανταμώνει τα μύρα της ανοιξιάτικης φύσης στα παραδεισένια μονοπάτια του Άθω.

Η Θαλασσομαχούσα των Στροφάδων
Μυριάδες φορές το «Χριστός Ανέστη» στις ποικίλες έντεχνες μορφές του στα ιερά και τα ψαλτήρια των εκκλησιών και στα χαρμόσυνα σήμαντρά του, στο χαιρετισμό των μοναχών και των προσκυνητών, μα και μες στη μεθυστική ευωδία των ανθέων που γεννοβολούσαν τη νέα ζωή. Ακόμα και στο τραγουδιστό κατρακύλισμα των χειμάρρων νόμιζες πως άκουγες την Είδηση, το κάλεσμα στην ανάσταση, καθώς έτρεχε ν΄ ανταμώσει το αλμυρό γαλάζιο και να θρέψει τη θαλασσινή ζωή, ν΄ αναγεννήσει τις αισθήσεις μας.

Από ένα τέτοιο περιβόλι της Παναγιάς θα πρέπει να μάζεψαν άνθη για το μύρο που θ΄ άλειφαν το σώμα του Χριστού μέσα στον τάφο οι μυροφόρες γυναίκες. Έπρεπε να τιμήσουν τη μνήμη του και να την κρατήσουν ζωντανή. Η ευοσμία του σώματος μετά θάνατον μακραίνει τη μνήμη του νεκρού, καθώς η διάχυτη λεπτότητα του αρώματος υπονοεί την εν είδει ψυχής πνευματική του παρουσία. Αιγύπτιοι, Εβραίοι, Έλληνες Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν πολύ τ' αρώματα στις τελετουργίες τους και όχι μόνο. Θυμίαζαν πάντα στα γεύματα, όπως θυμιάζει ακόμη ο ιερέας στο ναό. Ήταν μια προσφορά στη θεότητα και συγχρόνως ανάδειξη πνευματικής παρουσίας της μεταξύ των ανθρώπων.

«Προλαβούσαι τον όρθρον αι περί Μαριάμ, και ευρούσαι τον λίθον αποκυλισθέντα του μνήματος, ήκουον εκ του Αγγέλου. Τον εν φωτί αϊδίω υπάρχοντα, μετά νεκρών τι ζητείτε ως άνθρωπον; Βλέπετε τα εντάφια σπάργανα. Δράμετε και τω κόσμω κηρύξατε , ως ηγέρθη ο Κύριος, θανατώσας τον θάνατον, ότι υπάρχει Θεού Υιός, του σώζοντος το γένος των ανθρώπων»: Ακούγαμε γλυκόηχα από μελιστάλακτες καλογερίσιες χορδές τα βαθιά χαράματα, κάτω από το αρωματικό φως των κεριών.

Πολύ πρωί, με την ανατολή του ήλιου της επόμενης μέρας του Σαββάτου η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία του Ιακώβου και η Σαλώμη κρατώντας αρώματα κατευθύνθηκαν στο μνήμα, για ν' αλείψουν το σώμα του Χριστού. Οι άνδρες σχεδίασαν και απόσωσαν τα πάθη, αλλά μόνο στις γυναίκες δόθηκε να γίνουν μάρτυρες της Ανάστασης εκείνο το πρωί. Βραβεύτηκαν για την τόλμη τους, την ώρα που ακόμη και οι μαθητές του έντρομοι από το φόβο των διωκτικών αρχών απείχαν από τα δύσκολα (ο Ιωάννης θέλει τις γυναίκες να στέκονται ακόμα και πλάι στο σταυρό!). Είναι και στη φύση των γυναικών, αυτές γεννούν κι ως εκ τούτου είναι σε θέση να δείξουν τη νίκη της ζωής πάνω στο θάνατο. Αυτές γνωρίζουν από πίστη και αγάπη, ώστε να δουν την πραγματικότητα, η οποία ζητεί οφθαλμούς καρδιάς. Αυτές μπορούν ν΄ αντέξουν το φως του αγγέλου και ν΄ ακούσουν τα λόγια του: Μην τρομάζετε, ο εσταυρωμένος Ιησούς που ζητείτε αναστήθηκε, πέστε στους μαθητές Του ότι τους περιμένει στη Γαλιλαία…

Τις υμνεί πάντα, στα Κυριακάτικα Εωθινά της η Εκκλησία (στους ελληνικούς Όρθρους της), η δεύτερη μάλιστα εβδομάδα μετά τη Λαμπρή, η παλιά-βδομάδα κλείνει με την Κυριακή των Μυροφόρων. Τις έχει προσέξει όμως και ο λαός και τις συγκαταλέγει πάντα, πλάι στη θλιμμένη Παναγία, στους δεκαπεντασύλλαβους θρήνους του, για τη Δίκη και τη Σταύρωση του Χριστού:

«Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
Και του Ιακώβου η αδελφή, οι τέσσαρες αντάμα,
Επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι….»

Έτσι στρατί-στρατί μυροβολά τ΄ Αγιονόρος από μοναστήρι σε μοναστήρι. Πλακοστρωμένα μονοπάτια κρυμμένα στη μυρωδάτη βλάστηση, που σαν το επικαλυμαύκιο των μοναχών κρύβει το πρόσωπο του ήλιου, δρομοδείκτες ησυχαστηρίων ψυχικής γαλήνης, οσμές ευωδίας πνευματικής στους αδιάκοπους ύμνους της φύσης και των ανθρώπων συνθέτουν ένα ασυνήθιστο έως φανταστικό «κλίμα», ιδιαίτερα τώρα στη γιορτή της Ανάστασης του Χριστού και της φύσης. Κι όμως, απούσες οι γυναίκες, η μεθυστική οσμή του άλλου φύλου! Διάλεξαν, ξεχώρισαν μόνο την Παναγιά και τής αφιέρωσαν τον τόπο και τη ζωή τους. Ζουν στο περιβόλι της και τρέφονται από τους καρπούς της, ρεαλιστικά και μεταφυσικά. Πόσο μεγάλη η τιμή! Εκατοντάδες άνδρες υμνούν μια γυναίκα αλλά εκδιώκουν, απαγορεύουν την παρουσία οποιασδήποτε άλλης ακόμα και στις μύχιες σκέψεις τους. Χίλια και πάνω είναι τα ονόματα της Παναγίας κι όλα σχεδόν τ' αγιορείτικα μοναστήρια και οι σκήτες είναι αφιερωμένα σε κάποια απ΄ αυτές. Πόση πίστη και πόσος αγώνας, για ν' αφιερωθείς ισόβια, ολόψυχα και ολοκληρωτικά, ποια θεϊκή έλξη οδηγεί σε τέτοια απόφαση και στάση ζωής!

Μυροβόλα θυμιάματα, μυροβόλα μονοπάτια, μυροφόρες σκέψεις, πόσο μπορούν ν΄ αλλάξουν τη στάση μας προς το καλύτερο και τολμηρότερο, προς τον εσωτερικό πλατυσμό της αγάπης. Ίσως με την εκδίωξη του φόβου σαν τις μυροφόρες γυναίκες, που μπαίνουν στον τάφο έχοντας στην ψυχή τους τον Ιησού, ανυπότακτες στη φθορά και στο θάνατο και ανοιχτές σε όλα τα όνειρα!

Ζάκυνθος, 4-5-2011
Related Posts with Thumbnails