© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Νίκου Κ. Κουρκουμέλη: Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (Εθνικός) ποιητής ή δάσκαλος (του Γένους);

Αντιπροσωπευτική προσωπικότητα του 19ου ευρωπαϊκού αιώνα, του Ελληνικού Διαφωτισμού, των Μυστικών Εταιρειών και των Επαναστάσεων, ο Ανδρέας Κάλβος, που ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα στην πολιτική, την εκπαιδευτική, την πνευματική και γενικότερα τη λόγια ζωή (στην Ιταλία, την Ελβετία, τη Γαλλία, τη Βρετανία, την επαναστατημένη Ελλάδα και την προστατευόμενη από τους Βρετανούς Επτάνησο), θα μπορούσε και χωρίς τις «Ωδές» να κατέχει σημαντική θέση στα ελληνικά γράμματα.

Μετέχοντας στην πνευματική κίνηση που προσπάθησε να μεταδώσει τα ευρωπαϊκά φώτα στους Ελληνες και να συμβάλει στην εθνική τους αφύπνιση και καλλιέργεια, θα ήταν δυνατό να καταταχθεί μεταξύ εκείνων που αναγνωρίζουμε ως δασκάλους του Γένους. Καθώς μάλιστα η προσωπικότητά του ήταν δομημένη σύμφωνα με τα κοσμοπολιτικά ζητούμενα της εποχής (πολύγλωσσος, ταξιδευμένος, με εξαιρετική πνευματική καλλιέργεια, με άνεση λόγου, «με ενδιαφέρουσα εμφάνιση»), θα είχε κι ένα προβάδισμα απέναντι σ' εκείνους που δεν διέθεταν αυτά τα στοιχεία.

Όμως, αντίθετα με το τι συμβαίνει με την ιδιότητά του ως ποιητή, που όσο ζούσε, κάτω από την πίεση των οπαδών του Σολωμού, δεν της αναγνωρίστηκε καμία αξία, ενώ σήμερα κατέχει την πρώτη θέση μετά από αυτόν, η τότε αδιαμφισβήτητη ιδιότητά του ως λογίου και δασκάλου στα χρόνια μας είναι ελάχιστα προβεβλημένη.

Κι όμως, ο Κάλβος υπήρξε ένας μεγάλος εκπαιδευτικός για την εποχή του κι ένας το ίδιο μεγάλος λόγιος. Οσες μαρτυρίες συγχρόνων του έχουν διασωθεί αναφέρονται σε αυτόν με αισθήματα εκτίμησης για τον καθηγητή και τα μαθήματά του ή τον λόγιο και τις αντίστοιχες δράστηριότητές του.

Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο και με ιδιαίτερη βαρύτητα το γεγονός ότι όλοι αυτοί κάλυψαν ευρύ φάσμα της δημόσιας ζωής στο Ιόνιο και στο ελληνικό κράτος, ενώ πολλοί μαθητές του έλαβαν μέρος στους αγώνες του επτανησιακού Ριζοσπαστισμού και του ιταλικού Risorgimento. Αν ειδικότερα παρατηρήσουμε τους μαθητές και τους αλληλογράφους του, διαπιστώνουμε πως συγκαταλέγονται προσωπικότητες της λόγιας πρωτοπορίας του καιρού, ενώ ανάλογες είναι οι πολιτικές επαφές και οι κοινωνικές συναναστροφές του.

Τον Κάλβο δεν τον συναντάμε μόνο, νέο, να αναμειγνύεται ενεργά στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά κινήματα του καιρού του (τον Καρμποναρισμό, τον Φιλελληνισμό, τα κινήματα για την απελευθέρωση ιταλικών περιοχών). Τον συναντάμε και σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, που εκτείνεται στην οργάνωση της εκπαιδευτικής, της πολιτικής, της πνευματικής, της δημοσιογραφικής και της κοινωνικής ζωής του τόπου διαμονής του, ιδιαίτερα της Κέρκυρας, πρωτεύουσας του Ιόνιου Κράτους, όπου έζησε την περίοδο της ωριμότητάς του (1826-1852), σε μια εποχή κρίσιμη για τον ελληνικό πληθυσμό σε όλους αυτούς τους παράγοντες.

Η συνεργασία του με τον λόρδο Γκίλφορντ στην ίδρυση της «Ιονίου Ακαδημίας», του πρώτου ευρωπαϊκού τύπου Πανεπιστημίου στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, και στη διοργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης του Ιόνιου Κράτους. Η συνέχιση του εκπαιδευτικού έργου στη δημόσια και στην ιδιωτική εκπαίδευση. Η μεταφραστική και η εκδοτική του δραστηριότητα. Η προσπάθειά του να συντάξει λεξικά και να δημιουργήσει ελληνική επιστημονική ορολογία. Η συνεργασία του με την Ιονική Κρατική Εφημερίδα και η αποστολή ανταποκρίσεων σε μεγάλης κυκλοφορίας ξένα έντυπα. Η ένταξή του στον χώρο των επτανήσιων μεταρρυθμιστών και η επικουρία που προσέφερε στην εφημερίδα τους «Πατρίς», που καταδείχνουν το καταστάλαγμά του στο πολιτικά εφικτό. Η συμμετοχή του στο φιλελεύθερο εντευκτήριο Αναγνωστική Εταιρεία. Η συνεργασία του με την Εταιρεία για την προώθηση της παραγωγής του μεταξιού. Οι συνεισφορές του σε εράνους και εκδόσεις, αλλά και οι πληροφορίες που τον παρουσιάζουν ως άτομο κοινωνικά ευχάριστο, με ενεργό συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, αποκαλύπτουν εικόνα ανθρώπου πολύ λίγο σύμφωνη με τη μέχρι σήμερα γνωστή, του μοχθηρού αποκλεισμένου. Γιατί, βεβαίως, αν οι εξάρσεις της αρρώστιας του τον έκαναν πολλές φορές νευρικό και απότομο (ήταν αιμορροϊδικός), αυτό δεν τον κατατάσσει εκεί που οι βιογράφοι του επιθυμούν.

Η ιδιότητα του λογίου και του εκπαιδευτικού, ήταν λοιπόν εκείνη που επικράτησε όσο ζούσε ο Κάλβος. Αυτήν καταχώρισαν στο διαβατήριο και στο πιστοποιητικό θανάτου του οι βρετανικές αρχές, αυτήν γνώριζε το περιβάλλον του, και γι' αυτό η χήρα του επέλεξε τον τίτλο του διδάκτορα της Φιλοσοφίας να κοσμήσει τον τάφο του στο νεκροταφείο της Αγίας Μαργαρίτας στο Keddington. Από την άλλη, η ιδιότητα του ποιητή είναι εκείνη που επικρατεί σήμερα. Όμως μήπως ήρθε ο καιρός να αποκατασταθούν τα πράγματα αναγνωρίζοντάς του ότι εκτός από (εθνικός) ποιητής υπήρξε και δάσκαλος (του Γένους);

[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 16. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Λεύκιου Ζαφειρίου: «Τι γνωρίζω εγώ για τον κύριο Κάλβο;»

Όταν υλοποιηθεί η πρόσφατη απόφαση του Μουσείου Μπενάκη να εκδώσει το σύνολο του έργου του ποιητή Ανδρέα Κάλβου, είναι βέβαιο ότι θα αποτελέσει σημαντικό σταθμό στις αντίστοιχες σπουδές. Ηδη, με αυτή την προοπτική, έχουν έρθει στο φως νέα στοιχεία και ίσως μελλοντικά η έρευνα να προσκομίσει και άλλες λεπτομέρειες γύρω από τον άγνωστο Κάλβο.

Από τα νέα στοιχεία σημαντικό είναι ότι διαθέτουμε πια αξιόπιστες πληροφορίες για τη Σούζαν Φόρτσιουν Ριντού (Ridout, 1793-1857), τη φασματική αυτή γυναίκα που έζησε κοντά στον έλληνα ποιητή κατά την πρώτη διαμονή του στο Λονδίνο, όταν έκανε τις θρησκειολογικές μεταφράσεις του, όταν έγραφε την ωδή Ελπίς πατρίδος (1819) καθώς και το νεοελληνικό μέρος της Πολύγλωσσης Γραμματικής του Φρέντερικ Νόλαν (Nolan) μαζί με το «Λεξιλόγιο» που περιλαμβάνεται στον δεύτερο τόμο της Γραμματικής και εντοπίστηκε μόλις το περασμένο καλοκαίρι. Πρόκειται για την κρίσιμη περίοδο κατά την οποία ο ποιητής διαμορφώνει το ποιητικό του σύστημα, το οποίο και θα ακολουθήσει στις Ωδές του (1824 και 1826).

Η Σούζαν Φ. Ριντού γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1793 στο Μπρίστολ και πέθανε στο Μπράιτον, στις 23 Αυγούστου 1857, ύστερα από σοβαρή ασθένεια, ενώ η σορός της μεταφέρθηκε με φροντίδα του φιλικού της ζεύγους Ουίκαμ (Wickham) στο κοιμητήριο της αγγλικανικής εκκλησίας της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής, στο Νότιο Χόλμγουντ, όπου κι έγινε η κηδεία της (28 Αυγούστου 1857). Ενδιαφέρον είναι ότι τόσο η ίδια όσο και ο Κάλβος και η δεύτερη σύζυγός του, Σαρλότ Αουγκούστα Ουάνταμς (Wadams), ασχολήθηκαν επαγγελματικά με την εκπαίδευση. Το 1840 κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το βιβλίο τής Ριντού, Γράμματα σε μια νέα παιδαγωγό, για τις αρχές της εκπαίδευσης και άλλα θέματα συνδεόμενα με τα καθήκοντά της. Σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές, το 1841 διηύθυνε παρθεναγωγείο στο Μπράιτον και το 1851 στο κεντρικό Λονδίνο. Αν και δεν γνωρίζουμε πότε εγκατέλειψε την αγγλική πρωτεύουσα (σίγουρα μετά το 1852) για το Μπράιτον, είναι πολύ πιθανόν να διέμενε ακόμη στο Λονδίνο την εποχή που ο Κάλβος εγκαθίσταται για δεύτερη φορά στην αγγλική πρωτεύουσα και παντρεύεται την Ουάνταμς, τον Φεβρουάριο του 1853.

Ώς σήμερα, η Σούζαν Ριντού μάς ήταν γνωστή μόνο από τις 54 επιστολές της προς τον Κάλβο, τις οποίες σχολίασε και δημοσίευσε ο ελληνιστής Μάριο Βίττι το 1963. Μαθήτρια του ποιητή στα ιταλικά, οπωσδήποτε από το 1817, είναι ένα από τα πρόσωπα που συναναστρέφεται ο Κάλβος αμέσως μετά τον θάνατο της πρώτης γυναίκας του, της Μαρίας Τερέζας Τζόζεφιν Τόμας (Thomas). Η επανασύνδεσή τους, τον Οκτώβριο του 1819, ύστερα από πολύμηνη σιωπή του Κάλβου και συνεχείς προσπάθειες εντοπισμού του από τη Ριντού, φαίνεται πως ήταν η αρχή ενός ειδυλλίου, το οποίο όμως πολύ σύντομα θα καταλήξει σε τραυματική εμπειρία και για τους δύο, τον Δεκέμβριο του 1819.

Ας ειπωθεί εδώ ότι οι επιστολές της Ριντού προς τον Κάλβο, γραμμένες στα ιταλικά, στα αγγλικά και στα γαλλικά, δεν έχουν αξιοποιηθεί όσο θα έπρεπε, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 46 χρόνια από τη δημοσίευσή τους από τον Μάριο Βίττι. Και τούτο, παρά το ότι μας παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες, από πολλές απόψεις, αφού ανασκευάζουν χαρακτηρισμούς που διαιωνίζονται αβασάνιστα από τη φιλολογική έρευνα και τη λογοτεχνική ιστοριογραφία, παρουσιάζοντας έναν Ανδρέα Κάλβο γέννημα μυθιστορηματικής φαντασίας, άνθρωπο χωρίς φίλους, εριστικό, ιδιόρρυθμο, αντιφατικό, πουριτανό, υπεροπτικό, κ.ά. Ηδη όμως από το 1817 η Ριντού στις επιστολές της τόνιζε τα στοιχεία εκείνα που τον χαρακτήριζαν: υπογράμμιζε την καλοσύνη και τις εξαιρετικές διδακτικές του ικανότητες, την ευγένεια, τη γενναιοδωρία, τα λεπτά αισθήματα, τις θαυμάσιες αρετές και τα έξοχα προσόντα του. Η ακεραιότητα, η ανεξαρτησία σκέψης, η σωφροσύνη και η αξιοπρέπεια που αποδίδονται στον Κάλβο μάς δίνουν μια προσωπογραφία εντελώς διαφορετική από αυτήν που συνήθως έχουμε μέσα από αφηγήσεις ατεκμηρίωτες. Αλλά και οι σχετικές αναφορές στην ερωτική σχέση τους μας δίνουν, εμμέσως πλην σαφώς, μια άλλη εικόνα του ποιητή, πολύ διαφορετική από τους ανεκδοτολογικούς χαρακτηρισμούς για τις σχέσεις του με το άλλο φύλο.

Εννοείται ότι όλα τα στερεότυπα γύρω από τη ζωή και την προσωπικότητα του Κάλβου θα εξακολουθήσουν να αναπαράγονται, όσο δεν θα έχουμε μία βιογραφία του ποιητή, βασισμένη σε όσα τεκμηριωμένα στοιχεία γνωρίζουμε ώς σήμερα, και τα οποία άλλωστε δεν είναι λίγα. Η έρευνα έχει οδηγήσει επιπλέον και σε άλλα ευρήματα, κυρίως έντυπες πληροφορίες που καλύπτουν την περίοδο 1818-1864: πρόκειται για περισσότερα από σαράντα λήμματα σχετικά με τον Κάλβο, από τα οποία τέσσερα είναι δημοσιευμένα σε περιοδικά των ΗΠΑ (1827-1828 ), ένα σε βιογραφικό λεξικό του 1826, γραμμένο στα γαλλικά, ενώ ένα άρθρο στο αγγλικό θεολογικό περιοδικό The Ecclesiastical Gazette (1853) μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για άλλες πτυχές της δράσης του ποιητή. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η ανεύρεση από τον Δημήτρη Αρβανιτάκη (Μουσείο Μπενάκη) του περιοδικού L' Ape Italiana (1819), όπου υπάρχουν εργογραφικές αναφορές στον Κάλβο. Ακόμα, σε αρχειακό υλικό δίκης που έγινε το 1862 στο Λονδίνο, ανάμεσα στους εναγομένους περιλαμβάνονται ο Κάλβος και η σύζυγός του, Αουγκούστα Ουάνταμς. Ωστόσο, τα σημαντικότερα ευρήματα αφορούν τη Σούζαν Φ. Ριντού και ο εντοπισμός τους έγινε εφικτός (όπως και του τάφου της, το περασμένο καλοκαίρι) χάρη στην πολύτιμη βοήθεια της γιατρού Κάρεν Φράνσις (Francis), χωρίς την οποία δεν θα είχαμε το βιογραφικό υλικό για τη μαθήτρια και ερωμένη του Κάλβου.


* Ο τίτλος είναι από γράμμα της Susan Fortune Ridout προς τον Κάλβο και τα λόγια ανήκουν στη μητέρα της, η οποία δεν έβλεπε θετικά τη σχέση της κόρης της με τον ποιητή.

[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ.14 εξ. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Γιώργου Βέη: ΚΑΛΒΟΣ ΠΑΝΤΑ

Διαβάζω τον Ανδρέα Κάλβο με τη θέρμη και το δέος των πρώτων εκείνων επισκέψεων. Ούτε το «εναέριον σύγνεφον» με ενόχλησε ποτέ, ούτε η «ροδόπεπλος κόρη» ήχησε εντός μου παράφωνα. Κι εννοείται ότι επιτρέπω στους γλάρους του να συναντούν τα γεράκια του, χωρίς να αλληλοεξουδετερώνονται, όπως ακριβώς θέλει η έκτη στροφή των «Ηφαιστείων». Τώρα που με έχει ήδη δει κάτι παραπάνω από «το πέμπτον του αιώνος εις ξένα έθνη» και μάλιστα στις πέντε ηπείρους, φρονώ ότι διερμηνεύω όλο και καλύτερα την κάλβεια εμμονή στο «σύγνεφον». Με τα λόγια ενός συνομηλίκου του Γερμανού, ο οποίος εξέδιδε το μείζον φιλοσοφικό του έργο όταν ο Κάλβος ερωτευόταν την πρώτη του σύζυγο, την Εγγλέζα Μαρία Τερέζα Ζόζεφιν Τόμας, το 1818: «Η ευτυχία βρίσκεται λοιπόν πάντοτε στο μέλλον ή στο παρελθόν, ενώ το παρόν είναι σαν ένα σκοτεινό μικρό σύννεφο, που ο άνεμος το περιφέρει πάνω από την ηλιόλουστη πεδιάδα· μπροστά του, πίσω του όλα είναι φωτεινά, μόνο αυτό ρίχνει πάντοτε μια σκιά». (Ιδέτε Αρθούρος Σοπενχάουερ Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση, ΙΙ,657.) Η δε Νύκτα στο άριστα συγκερασμένο «Εις Σούλι» θα μπορούσε θαυμάσια να είναι η αναβαθμισμένη ποιότητα ενός άλλου έπους. Σπάνια η μεταφυσική είναι πειστικότερη. Θυμίζω: «Μητέρα φρονημάτων / Υψηλών, συνεργέ / Ψυχών τολμηροτάτων / Νύκτα ουρανία και σύγχρονε / Δικαιοσύνης».

Η διαφωνούσα συμφωνία πραγμάτων, η περιώνυμη rerum concordia discors, έχει άλλωστε επιβάλλει, μεταξύ άλλων, και τις αισθητικές της αρχές σε πείσμα των όποιων στενόκαρδων αρνητών του. Η φύση, ως καταλυτικός, δεσμευτικός a priori διάκοσμος αλλά και κανόνας ταυτοχρόνως, έχουμε μάθει ότι αντανακλάται, υιοθετείται και εντέλει πνευματοποιείται πλήρως εντός και διά των ποιητικών ιδεών τού επί πολλά έτη αυτοεξόριστου - νομάδα λογίου από τη Ζάκυνθο. Η γραμματική της ιδέας είναι εν πολλοίς η γραμματική του ωκεανού, των ρητών ανέμων ή των συννέφων, όπως προαναφέρθηκε. Δεν παραβάλλεται δηλαδή απλώς μια ψυχική κατάσταση στο αρχέγονο κάτοπτρο της φύσης, όπως θα επέμενε να θέλει ο οξύνους Shelley ή ακόμη κι ένας μαθητευόμενος λόγιος τού Ζεν, αλλά προτάσσεται αυτούσια η συμπαντική υφή ως το ακριβοθώρητο Ον. Έστωσαν: «Και του Βορέως το πνεύμα / το σοβαρόν νουθέτημα της δίκης / διασκορπίζον, τυραννίαν εκράτει. [...] Οπου φυσάει με βίαν / και οργίζεται το πνεύμα / της πικράς τύχης». Ο προσεταιρισμός της φύσης, των υποχρεωτικών συμφραζομένων της, αλλά και της μυθολογίας που τη συνέχει, προσαυξάνει την ορμή προς τα εμπρός. Ειδικότερα για τον ρόλο της μυθικής-μυθολογικής παραμέτρου ισχύουν όσα ένας άλλος αυτοεξόριστος-μέτοικος-νομάς, ο Νικόλας Κάλας, αυτός ο κατά τον Raymond Queneau freudo-trotsko-sado-daliste, διατύπωσε έναν αιώνα μετά τις κάλβειες εμπεδώσεις. Ήτοι: «Ο ρόλος του ποιητή είναι να εκμεταλλευτεί την κληρονομιά τόσο της μυθολογίας όσο και της ουτοπίας και να εντείνει τις ενέργειές τους στη ζωή, διά μέσου της γλώσσας των μεταφορών. Η υπέρτατη λειτουργία του ποιητή είναι να κάνει το μυστήριο έκδηλο μέσω των μεταφορών».

Η συνειδητή στράτευση του Ανδρέα Κάλβου στη συγκεκριμένη διάταξη των στροφών, ο ατσαλάκωτος «τετραγωνισμός» της ποιητικής έκφρασης, η συνεχής περιφρούρηση της ίδιας του της ιδιοπροσωπίας, η ολοκλήρωση, με άλλα λόγια, των αυτοκυριαρχούμενων συνθέσεών του πέρα ακόμη και από τα όρια της συμβατικής, θεσμικής γλώσσας συναποτελούν τα ζητήματα εκείνα που ανέκαθεν με έθελγαν. Στον βαθμό μάλιστα που «τίποτε [...] δεν μπορεί να "εξηγήσει" το κατόρθωμα των Ωδών» (ιδέτε την εμπεριστατωμένη εισαγωγή και τα σχόλια του Δημήτρη Δημηρούλη στην αντίστοιχη έκδοση του Μεταίχμιου, 2009) θα εισπράττουμε αυτό το κάτι τι, το ευρισκόμενο πέραν της νοήσεως ως αποθησαύρισμα, ως μαγεία ενός ευρύτερου κειμενοχώρου. Κι επειδή ακριβώς οι στίχοι λειτουργούν ανεξάρτητα από το νόημά τους, όπως κατέδειξε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, επιτρέπεται σε κάθε έναν από εμάς να ανακαλύψει τον δικό του Κάλβο.

[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 14. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Αλέξη Ζήρα: ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΛΒΟΥ, Ο ΥΠΟΡΡΗΤΟΣ ΚΟΡΑΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ

Η πρόσφατη σχολιασμένη έκδοση δύο μεταφράσεων εκκλησιαστικών κειμένων που είχε κάνει στο Λονδίνο το 1856 και το 1861 ο Ανδρέας Κάλβος (Οι τελευταίες θρησκευτικές μεταφράσεις, εισαγ.-επιμ. Γ. Ανδρειωμένος· επίμετρο, Γ.Δ. Μεταλληνός, εκδ. Παπαζήση) έρχεται να προστεθεί σε μία αρκετά πλούσια σειρά δημοσιευμάτων για την ιδεολογική και στοχαστική συγκρότησή του, η οποία, πάντως, εξακολουθεί να είναι κατά μεγάλο μέρος στη σκιά. Τόσο το θέμα των θρησκευτικών όσο κι εκείνο των φιλοσοφικών πεποιθήσεων ενός συγγραφέα, ακόμα και αν αυτός ανήκει σε μια παλαιότερη εποχή, όπου οι ανάλογες πεποιθήσεις είχαν μια σπουδαιότερη θέση, δεν είναι από αυτά που ευνοούνται ιδιαίτερα από τη νεότερη ελλαδική έρευνα. Και, ασφαλώς, η αδιαφορία που έδειξαν η κατεστημένη φιλολογία και η κριτική για το εύρος του γνωσιακού πεδίου των λογοτεχνών δεν είναι τυχαία, ούτε και πρόσφατη. Η μονομέρεια της έρευνας είναι απελπιστική, έτσι ώστε πλείστοι όσοι της συγγραφικής μας λογιοσύνης (λ.χ. ο Αγγελος Τερζάκης, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Κ. Θ. Δημαράς, ο Τάκης Παπατσώνης κ.ά.) να εμφανίζονται απολύτως μονοδιάστατα, ακόμα και σε αφιερώματα πολύ πρόσφατα, καθώς δεν κρίνονται άξιες σπουδής οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, οι οποίες ωστόσο συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον στα όψιμα χρόνια της ζωής τους, στη διαμόρφωση του ίδιου του έργου τους. Για να επιστρέψουμε στον Κάλβο και στην εποχή του, ας αναφέρουμε ότι, όπως και στην περίπτωση του Σολωμού, η ερευνητική μας σκόπευση για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ακινητοποιήθηκε στο είδωλο του ποιητή του έθνους, σε προβλήματα έκφρασης και μετρικής, συνδυασμένα όμως με το θέμα της ενιαίας ταυτότητας της γλώσσας, τη σχέση της ή όχι με τη δημοτική. Ή, ακόμη, ακινητοποιήθηκε σε προβλήματα επιδράσεων, μάλλον όμως δευτερεύοντα και πάντως μονομερώς ερευνημένα, καθώς ο ρομαντισμός ή ο κλασικισμός του Κάλβου ώς πρόσφατα ήταν παράγωγα του ύφους, της στιχουργικής και της συντακτικής δομής των Ωδών του και μόνο. Πράγμα ίσως παρακινδυνευμένο για έναν δημιουργό που το πέρασμά του από την ποίηση ήταν σύντομο (μία επταετία από το πολύ πρόσφατα εντοπισμένο Ελπίς Πατρίδος ίσαμε τον δεύτερο κύκλο των παρισινών Ωδών) και που, όπως δείχνουν οι ανακαλύψεις της νέας καλβικής έρευνας, ο βιβλιακός, ο βιβλικός και ο γνωσιακός του ορίζοντας, όπως και οι φιλοσοφικές ή θρησκευτικές ζητήσεις έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο απ' όσο νομίζαμε στη διάπλαση του. Επιπλέον, οι ίδιες αυτές Ωδές που μονοπωλούν το ενδιαφέρον των φιλολόγων, αναμφίβολα είναι ένα σημαντικό μέρος του έργου του, αλλά όχι η μοναδική συμβολή του. Θα έλεγα, κινδυνεύοντας να θεωρηθώ βλάσφημος, ότι μάλλον διασταλτικά μπορούμε να δούμε τον Κάλβο ως μέλος της πλειάδας των επτανησίων ποιητών. Δεν φαίνεται να τον δένει κάποια ιδιαίτερη παράδοση με αυτούς, εκτός εννοείται του Φώσκολου, αλλά ούτε και οι επιγενόμενοι της μετασολωμικής γενιάς ασχολήθηκαν και νοιάστηκαν γι' αυτόν. Περισσότερο ταιριάζουν το έργο και η προοπτική του στον ορισμό του «ποιητή του γένους», κάτι ανάλογο, αλλά σε άλλο πεδίο, με εκείνο του Κοραή και του Νεόφυτου Βάμβα, αφού και οι γλωσσικές τους αντιλήψεις συγκλίνουν και το όραμά τους για την παιδεία είναι συναφές. Οπωσδήποτε, πιο πολύ από τον Σολωμό, πιο πολύ από τους άλλους επτανήσιους λόγιους της εποχής του, τον Πέτρο Βράιλα-Αρμένη, τον Ιωάννη Ζαμπέλιο, τον Ανδρέα Μουστοξύδη, ο Κάλβος ήταν κοντά στον τύπο του υπεροριακού ευρωπαίου διανοουμένου του 18ου και του 19ου αιώνα, ενός διανοουμένου που πιθανότατα θα αποδειχθεί στα επόμενα χρόνια ότι γι' αυτόν η έννοια της πατρίδας υπαγόταν στο όραμα της πνευματικής καλλιέργειας, και η δημιουργία και η αναπαραγωγή γνώσεων τον απασχολούσαν περισσότερο απ' όσο η εθνοκεντρική ιδεοληψία του καιρού του.

Ο εμμανής εστιασμός στο ποιητικό έργο, και μόνο σ' αυτό, η ακατανόητη προσήλωση στο θέμα τού τι ελληνικά γράφει, μας έχουν στερήσει κατά ένα μεγάλο μέρος την ελευθερία έρευνας και αναγωγής στις πηγές του Κάλβου, στις κινητήριες αιτίες όχι μόνον της ποίησης αλλά και του στοχασμού του. Κάτι που δεν ισχύει μόνο για εκείνον αλλά επίσης για τον Σολωμό και τον Καβάφη, που ο Σεφέρης στις Δοκιμές του κάπως μοιραία τους κατατάσσει, λόγω των γλωσσικών τους αποκλίσεων (από τι;), στους ποιητές της διασποράς. Ώστε, ο λαϊκός Μακρυγιάννης είναι πιο καίριος γλωσσικά αντί του λογίου Κάλβου! Παρά ταύτα, ήδη το 1938, ο κύπριος Αντώνης Ιντιάνος, όταν δημοσίευσε στη Νέα Εστία την ανακάλυψή του για την παρέμβαση του Κάλβου το 1818 σε μια θεολογική διαμάχη στην Αγγλία, μας έδειξε πλαγίως πλην σαφώς ότι τα ελληνικά του ήταν σωστά. Τα αποσπάσματα από τις μεταφράσεις του, που δημοσιεύτηκαν τον επόμενο χρόνο, με αφορμή την απόδοση ενός εδαφίου του επισκόπου Ευσέβιου για τον βίο του Μεγ. Κωνσταντίνου (Vita Constantini), όχι μόνο έδειχναν γνώση της απλής ελληνικής αλλά και σχετίζονταν άμεσα με τις διαλέξεις που την ίδια εποχή έκανε στο Λονδίνο πάνω σε παρεμφερή θέματα: την τότε ρωμαίικη, καθομιλουμένη, τις σχέσεις της με την αρχαία ελληνική όσο και την ανάγκη εξευγενισμού της λαϊκής γλώσσας. Ό,τι δηλαδή επιδίωκε και ο Κοραής. Δεν θέλω να πω μ' αυτό ότι υπήρχε άμεση σύνδεση του Κοραή με τον Κάλβο, πολύ περισσότερο αν υπολογίσουμε ότι μια πιθανή συνάντησή τους έγινε μόνο κατά τη διαμονή του δεύτερου στην Ελβετία και στη Γαλλία, όταν δημοσιεύτηκαν (1824 και 1826) οι δύο κύκλοι των Ωδών, με τον πρώτο κύκλο μεταφρασμένο από τον φίλο τού Κοραή, τον σινολόγο Στανισλάς Ζιλιέν. Όμως, είναι αναμφισβήτητο ότι υπήρχε σύγκλιση της γραμμής του ιδεολογικού τους ορίζοντα για τον διαφωτισμό του ελληνικού έθνους, αλλά και των παιδευτικών μέσων που θα βοηθούσαν σ' αυτόν το σκοπό: η εκλαΐκευση των επιστημών (πράγμα που επιδίωξε όχι μόνον ο Κοραής, μα και ο Κάλβος αργότερα, με τις παραδόσεις του στην Ιόνιο Ακαδημία), όπως και η μετάφραση και διάδοση της Βίβλου, που είναι γνωστό πως ήταν στις άμεσες επιδιώξεις του Κοραή.

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, η ανεξιθρησκία του, που ταιριάζουν, όπως και οι θέσεις του για τη γλώσσα, σ' αυτές του Κοραή, νομίζω ότι θα πρέπει να διεγείρουν περισσότερο το ερευνητικό μας ενδιαφέρον. Και τούτο αν θέλουμε να εννοήσουμε καλύτερα ορισμένες επιλογές του, προσωπικές όσο και γνωσιακές. Παντρεύτηκε και τάφηκε ως προτεστάντης, πράγμα πιστεύω που δεν είναι καθόλου άσχετο τόσο με την εργασία του κατά τις δύο παραμονές του στην Αγγλία (1816-1820, 1852-1869) όσο και με τη διδασκαλία του στην Ιόνιο Ακαδημία, αλλά και με την ίδια την ποίησή του. Μαζί με τον πινδαρικό κλασικισμό ή τον φωσκολικό ρομαντισμό του, στις Ωδές είναι συνυφασμένος ο βιβλικός λόγος, όπως έχουν ήδη επισημάνει αρκετοί μελετητές: Γ. Ζώρας, Γ. Δάλλας, Γ. Ανδρειωμένος, Γ. Μεταλληνός. Πέρα όμως από τη γλώσσα της ποίησής του, που ασκήθηκε για αρκετό καιρό σε μεταφράσεις θρησκευτικών κειμένων, η σκηνοθετική διάρθρωση των Ψαλμών του Δαβίδ ή της Αγίας Γραφής, με τη μετάφραση της οποίας ασχολήθηκε επίσης, κατά τη γνώμη μου δεν είναι ασύνδετη με τη διάρθρωση των λυρικών του συνθέσεων. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει εμφανώς μια έλλογη ανάπτυξη της εικόνας και του στοχασμού, έτσι ώστε από την παρατήρηση να περνάει κάθε φορά στην αναγωγή -με χαρακτηριστικό το ότι αυτή η αναγωγή υψώνεται προς το απόλυτο, ταυτίζοντας πολλές φορές την αποθέωση του ήρωα με τον θείο νόμο. Ανάλογα παραδείγματα στις Ωδές είναι αναρίθμητα, όπως λ.χ. για τον λόρδο Βύρωνα: «Χθες τον ουράνιον έτρεχε / δρόμον ο ήλιος· χύνων / τας πλέον λαμπράς ακτίνας· / το μέτωπόν σου αντέστραπτεν / ως αθανάτου».

Οι πρόσφατες εντοπίσεις από τον «στρατιώτη του Κάλβου», τον Λεύκιο Ζαφειρίου, σειράς δημοσιευμάτων σχετικών με τις θρησκειολογικές ζητήσεις αλλά και τις σχέσεις του ποιητή, ως μεταφραστή και ειδικού, με την Αγγλικανική Εκκλησία (λ.χ. ο β' τόμος της Αρμονικής Γραμματικής του αιδεσιμ. Φρέντερικ Νόλαν, 1822, όπου έχει προστεθεί από τον Κάλβο και ελληνικό γλωσσάρι), με κανέναν τρόπο δεν μπορούν να απομονωθούν εύκολα ως διεκπεραιωτικές και μόνον εργασίες του. Αντιθέτως, ανατρέπουν εκ βάθρων τις εδώ και χρόνια πάγιες απόψεις πολλών μελετητών, ότι τα θρησκειολογικά του ενδιαφέροντα τον απασχόλησαν μόνο στα χρόνια της δεύτερης διαμονής του στη Βρετανία. Βεβαίως, υπάρχει ένα θέμα εξακρίβωσης του κρίσιμου χρονικού σημείου όπου γίνεται η «μεταστροφή» του ποιητή προς τον αγγλικανισμό. Γιατί κάτι συμβαίνει μετά το 1814, όταν δημοσιεύεται, κάτω από την επίδραση της φυσιοκρατίας του Ρουσσώ, η μετάφραση των Βουκολικών του ιταλού Τζιοβάνι Μέλι, και γράφεται το «Σχέδιον Νέων Αρχών των Γραμμάτων». Ισως και να εκδηλώνεται τότε μια κρίση προσωπική, αν η «Απολογία της Αυτοκτονίας» είναι κείμενο εκείνου του χρονικού σημείου. Γεγονός είναι ότι το 1816 είναι προσανατολισμένος αλλού. Σε διασωθείσα επιστολή του λονδρέζου βιβλιοπώλη Μπάλντοκ προς τον μόλις αφιχθέντα, μαζί με τον Ούγο Φώσκολο, Κάλβο, υπάρχει κατάλογος προτεινόμενων έργων που τον ενδιαφέρουν, και ανάμεσα σ' αυτά Βιβλία Προσευχών και η Καινή Διαθήκη, ενδεχομένως στην απλοελληνική μετάφραση του 1638.

Εκεί φαίνεται η πρώτη, κάπως σαφής σύνδεσή του με την Εταιρεία Προώθησης της Χριστιανικής Γνώσης, αν λάβουμε υπόψη μας ότι πριν από το 1821 και την έκδοση της Πολύγλωσσης Λειτουργίας από τον Σάμιουελ Μπάγκστερ, τη χρηματοδοτημένη από την Αγγλικανική Εκκλησία, ο Κάλβος είχε ήδη μεταφράσει (1820) το Βιβλίο Δημοσίων Προσευχών στην τότε ρωμαίικη γλώσσα. Η ουσιαστικότερη και αψευδέστερη όμως απόδειξη της «μεταστροφής» του βρίσκεται ασφαλώς στην αλληλογραφία που διατηρούσε με τη μαθήτριά του Σούζαν Ριντού, στην οποία δίδασκε από το 1817 ιταλικά, όπως η αλληλογραφία αυτή δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Μάριο Βίτι Πηγές για τη βιογραφία του Κάλβου, 1813-1820 (εκδ. περ. Ελληνικά, 1963). Σε μία από τις επιστολές της η Ριντού τον ρωτάει αν είναι προτεστάντης, και τον Δεκέμβριο του 1819 επανέρχεται με τα εξής, που πρέπει να βασίζονται σε ήδη γνωστή της «ομολογία πίστεως» του Κάλβου, σε δική του απαντητική επιστολή: «Οι θρησκευτικές σας πεποιθήσεις είναι παρόμοιες με τις δικές μου, αγαπητέ μου φίλε, και πάντως είναι ό,τι θα μπορούσα να περιμένω από σας [.] Για μένα θα είναι μια πρόσθετη χαρά να λατρεύω τον ίδιο Θεό στην ίδια με τη δική σας εκκλησία».


[Από την Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 15 εξ. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Γιώργου Ανδρειωμένου: Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ ΣΤΗΝ ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΠΟΧΗ

Η καλβική βιβλιογραφία, ιδίως από την περίφημη διάλεξη του Παλαμά (1889) και δώθε, έχει διογκωθεί εντυπωσιακά, με το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της να περιστρέφεται γύρω από τις ευάριθμες ωδές, οι οποίες, όχι άδικα, καθιέρωσαν τον Κάλβο στον νεοελληνικό λογοτεχνικό κανόνα. Ωστόσο, ο μεγαλόπνοος ζακυνθινός βάρδος υπήρξε ταυτόχρονα ένας σημαντικός «άνθρωπος των γραμμάτων», με πολυποίκιλα ενδιαφέροντα, τα οποία, πέρα από τη σύνθεση θεατρικών έργων και σύντομων δοκιμίων, καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα που ξεκινά από τη γλωσσική έρευνα, τη Φιλοσοφία και τη Θεολογία και εκτείνεται έως τη Φυσική, τα Μαθηματικά και τις Οικονομικές επιστήμες. Αυτός ο «άλλος», ο ανεξερεύνητος, Κάλβος μένει, λοιπόν, να αναδειχθεί και να μελετηθεί, όχι από φιλολογική διαστροφή ή σχολαστική μεμψιμοιρία (όπως πιστεύουν ορισμένοι), αλλά προκειμένου να αναδυθεί με τρόπο ολοκληρωμένο η προσωπικότητά του και να φωτιστεί η ίδια η ποιητική του δημιουργία από μιαν άλλη πλευρά.

Με άλλα λόγια, έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για μια πλήρη και αποκαταστημένη έκδοση των καλβικών ευρισκομένων, η οποία δεν θα ικανοποιεί μόνο τις απαιτήσεις του συστηματικού καλβιστή, αλλά και του ενδιαφερόμενου φιλαναγνώστη, παρέχοντας εκτενή εισαγωγή, εκδοτικά και ερμηνευτικά σχόλια (από τον καθ' ύλην, κατά περίπτωση, αρμόδιο), κριτική ανθολογία και επιλεγμένη βιβλιογραφία. Αν, μάλιστα, ετοιμαστεί η έκδοση αυτή σε ηλεκτρονική μορφή, θα είναι δυνατόν να εμπλουτιστεί με απαγγελίες ή μελοποιήσεις ωδών του Κάλβου, μεταφράσεις έργων του, απόπειρες εικαστικής του απεικόνισης, φωτογραφίες αυτογράφων του ή άλλου σχετικού υλικού, αποσπάσματα από ταινίες ή ντοκιμαντέρ περί αυτού κ.λπ. Μια τέτοια έκδοση θα μπορεί εύκολα και οικονομικά να ανανεώνεται και να συμπληρώνεται κάθε φορά που αυτό απαιτείται (λ.χ. με την ανακάλυψη άγνωστων καλβικών κειμένων, με την προώθηση της οικείας κριτικογραφίας, με την εμφάνιση νέων συναφών εικαστικών, μουσικών ή κινηματογραφικών δημιουργιών κ.ο.κ.), ενώ θα δίνει τη δυνατότητα για γρήγορες και ασφαλείς αναζητήσεις στο καλβικό corpus, μέσω λέξεων και εννοιών-κλειδιών. Επιπλέον, θα συμβάλει αποφασιστικά στην προετοιμασία μιας άρτιας και πλήρους έκδοσης των Απάντων του Κάλβου σε έντυπη μορφή.

Παράλληλα (και με δεδομένο ότι η παρουσία του ποιητή της Αρετής στο Διαδίκτυο χρειάζεται ποιοτική, πρωτίστως, «ενίσχυση»), μεγάλο μέρος από το προαναφερθέν υλικό θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τη συγκρότηση ενός οργανωμένου ιστότοπου αφιερωμένου σε αυτόν. Ο διαδικτυακός αυτός τόπος καλό είναι να απευθύνεται τόσο στο γενικό κοινό όσο και στον εξειδικευμένο χρήστη και να παρέχει, πέρα από το κείμενο των ελληνόφωνων ποιημάτων του Κάλβου, ικανά δείγματα από το υπόλοιπο έργο του, από διδακτικές προτάσεις σχετιζόμενες με τις ωδές του, από την καλβική κριτικογραφία, από τη μεταφραστική τύχη των κειμένων του, καθώς και από συναφή ψηφιοποιημένα ή οπτικοακουστικά τεκμήρια. Επίσης, μέσω του συγκεκριμένου ιστότοπου θα δίνονται πληροφορίες για νέες, αυτοτελείς (και μη) δημοσιεύσεις ή εκδηλώσεις καλβικού ενδιαφέροντος, ενώ οι επισκέπτες του θα έχουν τη δυνατότητα να καταθέτουν τις απόψεις τους και να συζητούν περί του ποιητή με άλλους χρήστες. Με τον τρόπο αυτό, ο Ανδρέας Κάλβος θα επανέλθει στο προσκήνιο με τους όρους της σημερινής εποχής και θα υποβοηθηθεί σημαντικά η έρευνα γύρω από τη ζωή και το έργο του, όπως και η σχετική διδακτική πράξη.

Βέβαια, ιδέες όπως αυτές που προαναφέρθηκαν δεν είναι τόσο εύκολα υλοποιήσιμες, όσο και να φαντάζουν σαν τέτοιες. Πρώτ' απ' όλα, προέχει η εξασφάλιση της εγκυρότητας και της αμεροληψίας των δεδομένων που θα παρέχονται, οι οποίες δεν συνηθίζονται σε πολλές, αντίστοιχες, περιπτώσεις ελληνόγλωσσων ιστοσελίδων. Υστερα θα πρέπει να κατοχυρωθεί ο σεβασμός της πνευματικής ιδιοκτησίας όσων πληροφοριών θα δίνονται, πράγμα επίσης δισεπίλυτο. Τέλος, θα πρέπει να βρεθούν εκείνοι που θα συνεργαστούν για την υλοποίηση σκέψεων σαν και τις πιο πάνω, κάτι όχι «εύκολον να ευρεθή εις ένα τόπον, όπου ο καθένας βλέπει με βλοσυρότητα κάθε άλλον που θα θελήση ν' ασχοληθή με τον ίδιον κλάδον επιστημονικής ερεύνης», σύμφωνα με τη γνώμη του αείμνηστου Ιωάννη Συκουτρή.

[Από την Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 12. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Διονύση Σέρρα: Μ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α (ποίημα)


Στον Ορέστη Αλεξάκη, θύμηση φιλική

1
Λύρα ιόνια
μελίζει χρυσόφτερη
και αλυσίδες.

2
Σήματα λάμψης
ξορκίζουν τα χάσματα-
με το μελάνι.

3
Της πένας βυθός-
από ίασης νάματα
ν' αναδύεσαι.

4
Φίλοι της νύχτας
λιτές της Πνοής μονωδούν
και της Θωπείας.

5
Με γέννας θηλιές
ή πλάσης σπαράγματα
πώς συν-υπάρχεις!

6
Σώματα, μάτια
-κόσμου ή στήθους κομμάτια-
όλα μάς γνέφουν.

7
Φως χαρμολύπης-
Και ο θίασος στη Σκιά
υποκλίνεται.

[Από το αναθηματικό για τον ποιητή Ορέστη Αλεξάκη τεύχος του περιοδικού Πάροδος 41 (2010) 5012].

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Ορέστη Αλεξάκη: ΤΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΩΝ ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΩΝ (5 ποιήματα)



ΔΙΚΑΙΩΣΗ

Έστω και μετά θάνατον
έγινες πια κι εσύ ο «αγαπημένος»
Έστω και μετά θάνατον
αξιώθηκες κι εσύ το «θαυμασμό» μας -αναποτρέπτως «έγκλειστον»
σε λιγοστές σελίδες
αλλά
«δεδηλωμένον» επί τέλους.
Μπορεί η ψυχή σου συνεχώς να νιώθει
δικαιωμένη και να συνεχίζει
ήρεμη τον μεταθανάτιο βίο
Έστω και «ολιγοσέλιδος»
ικανοποιημένος πρέπει να 'σαι
Αφού γνωρίζεις ασφαλώς
πόσο ακριβά κοστολογείται η φήμη
και πως εσύ δεν είχες χορηγούς
εθελοντές χρηματοδότες
λάτρεις τής τέχνης ανιδιοτελείς
και ποιος λοιπόν για σένα να φροντίσει
ποιος και γιατί να σε νοιαστεί
έτσι που ζούσες αφανής
σκιώδης
με τον καφέ και την εφημερίδα
αθέατος στις απόμερες γωνιές
άδειων κατά κανόνα καφενείων
Τόσα μπορούσαμε για σένα τόσα πράξαμε
Μη μας κρατάς λοιπόν κακία Συχνά
η ανάγκη δυστυχώς μας καθορίζει
Μας παρασύρουν οι κακοί καιροί
Σύμβουλοι και συνθήκες μάς εκτρέπουν
Άνθρωποι γαρ -
μα εσύ μην αμφιβάλλεις
Με θλίψη φίλε σ' αποχαιρετούμε
Με θλίψη και παραδοχή
και γεύση ματαιότητας στα χείλη
Καλό ταξίδι στο Υπερούσιο Φως
- εκεί που σβήνουν όσα
τώρα
λάμπουν.


Η ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ

Όμως
ποια να 'σαι Εσύ που αιφνιδιάζεις
με τόση λάμψη τόση μουσική
το σκυθρωπό βασίλειο της σιωπής μου;
Που χείμαρρος φωτός εισβάλλεις ξάφνου
σ' αυτά τα ειρηνικά σκιόφωτα όπου
χρόνια και χρόνια τώρα συντηρώ
τις λιγοστές αναιμικές μου μνήμες;
Μ' αυτή την εκτυφλωτική ομορφιά; Μ' αυτή
την εκκωφαντική σου παρουσία;
Τι ανακαλεί το βλέμμα σου στη μνήμη;
Κι αυτό το αστραφτερό χαμόγελό σου
-σαν άξαφνη αστραπή σε μαύρο φόντο-
ποιο ανέφικτο υπαινίσσεται και ποιες
ακτές πέραν του χρόνου προφητεύει;

Στο φρύδι του γκρεμού με καρτερείς
και με χαμόγελο ήρεμο μου γνέφεις
ανύπαρκτα φτερά να εμπιστευθώ
παγιδευμένες πτήσεις να τολμήσω


ΤΟ ΡΟΠΤΡΟ

Τέλος
χτυπώ το ρόπτρο
λαχταρώντας
μια φιλική ματιά
μια χειραψία

Όμως
κανείς δεν έρχεται ν' ανοίξει

Και ποιος να 'ρθεί και τι
ν' ανοίξει τάχα;

Πίσω απ' το ρόπτρο δεν
υπάρχει θύρα
σπίτι κατοικημένο δεν
υπάρχει

Το ρόπτρο
αιωρείται
στο κενό

ανώφελα
χωρίς προορισμό
σαν σκιάχτρο σε καμένο περιβόλι

Τίποτα δεν επιφυλλάσσει πια
Τίποτα δεν υπόσχεται στον ξένο.


ΔΟΥΛΤΣΙΝΕΑ

Έρχομαι από τα βάθη των καιρών
απ' τους βυθούς ενός χαμένου κόσμου
ματαιωμένος εξερευνητής
ιππότης νικητής
ανεμομύλων

Έρχομαι
σέρνοντας τα πολύχρωμα κουρέλια μου
φορώντας
τα επινικελωμένα μου παράσημα
και πάνω στο κεφάλι μου
- κορώνα
και δόξα των ονείρων της ζωής μου-
την άχρηστη λεκάνη του μπαρμπέρη

Έρχομαι τσακισμένος οδοιπόρος
γονυπετής μπροστά στο θαύμα της αγάπης σου
φώτισε με το βλέμμα σου τα σκοτεινά τοπία μου
ρίξε τα χέρια σου γεφύρια στο αχανές μου
βοήθησέ με πάλι να υψωθώ
μέσ' απ' τη δίψα των ψυχών
και το πανάρχαιο ρίγος των σωμάτων


ΟΚΤΩ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΑΪΚΟΥ

Φύλλο σαλεύει
μια στάλα φως κυλάει
πάνω στην πέτρα.

*

Λευκό λουλούδι
Μια μέλισσα πλησιάζει
Ανατριχίλα

*

Μικρό σπουργίτι
ραμφίζει το χορτάρι
κι ας ψιλοβρέχει

*

Άδειο λιμάνι
Ένα χλωμό φεγγάρι
και μια βαρκούλα

*

Μια πεταλούδα
σ' ενός μωρού παλάμη
καθώς κοιμάται

*

Γλάροι στο μώλο
κι ανάμεσά τους μόνη
μια δεκοχτούρα

*

 Καϋμένα δέντρα
Άγριος αγέρας πάλι
τα μαστιγώνει

*

Νύχτα και κρύο
Σ' ένα μικρό κουρέλι
κοιμάται ο σκύλος

Η δημόσια εκπαίδευση εν μέσω Κρίσης

Γράφει ο συνεργάτης μας Νίκος Γράψας - συνθέτης

Τα γεγονότα του τελευταίου χρόνου στη χώρα μας, αν μαρτυρούν μια νέα κρίση αυτή είναι κρίση αξιών, ιδεολογιών, νοοτροπιών. Πρόκειται για κρίση πολιτική και πολιτειακή. Οι πολιτικές, βέβαια, έχουν σαν βάση τις οικονομίες, κατά τον Μαρξ. Όχι πάντα.

Σήμερα, σε εποχές έντονης παγκοσμιοποίησης της παραγωγής, πολιτισμού και συμπεριφορών, η πολιτική και πολιτειακή κρίση φαίνεται να μην έχει ως βάση τις οικονομίες, αφού αυτές δεν έχουν αλλάξει ως προς τις ιδιοκτησίες, τη χρήση και τα καπιταλιστικά συστήματα. Πρόκειται για διαμάχη, πόλεμο, μεταξύ οικονομικών κατεστημένων, κρατικών και ιδιωτικών, και μεταξύ νομισμάτων.

Η κρίση αξιών, ιδεολογιών, νοοτροπιών, η πολιτική και πολιτειακή κρίση βρίσκονται παντού, ανεξάρτητα από τα οικονομικά κοινωνικά πλαίσια.

Παραδοσιακοί πολιτικοί σύμμαχοι της Ελλάδας, συμπεριφέρονται εχθρικά και παραδοσιακοί πολιτικοί εχθροί τής φέρονται φιλικά.

Οι χώρες των Βαλκανίων και η Τουρκία, όπως συνεργάζονται με τη συμπαράσταση της Αμερικής αλλά και της Κίνας, έχουν τρομοκρατήσει τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη που δεν θέλουν σε καμία περίπτωση έναν ισχυρό ευρωπαϊκό νότο. Οι Αμερικανοί δεν θέλουν μια Μεσόγειο χωρίς αυτούς, αλλά ούτε μια Μεσόγειο και κυρίαρχους τους Γερμανογάλλους.

Σ΄αυτό το πλαίσιο, πολιτικοί όπως ο Σ. Καν και ο Α. Παπανδρέου, αμφότεροι σοσιαλιστές και φιλόδοξοι, παίζουν το δικό τους προσωπικό παιχνίδι. Έλληνες βιομήχανοι και εφοπλιστές, παίζουν το δικό τους παιχνίδι. Ιδιωτικές τράπεζες παίζουν το δικό τους παιχνίδι. Κανείς από αυτούς δεν είναι φίλος μας, φίλος της γνώσης, της παιδείας. Πρόκειται για λυκοφιλία, που έχει επενδύσει μόνο στο φόβο και την προδοσία. Στο φόβο των πολιτών και στην προδοσία των μηχανισμών, κρατικών, συνδικαλιστικών και κομματικών.

Είναι πολύ θετικό που έχουν απαξιωθεί τόσο τα κυβερνητικά κόμματα. Είναι θλιβερό για μία χώρα να είναι καταλληλότερος πρωθυπουργός ο Κανένας, αν και κάπως παρήγορο με πρώτη ματιά.

Σε μια τέτοια ευκαιριακή και τυχοδιωκτική και τόσο βαθειά προσβλητική για την ανθρώπινη ζωή και την αξιοπρέπεια συμπαιγνία, μία απάντηση μπορεί να θεωρηθεί σοβαρή. Ολομέτωπη αντεπίθεση. Το όπλο των άοπλων είναι το σώμα τους. Να μη διαθέτουν το σώμα τους για οποιαδήποτε χρήση, εάν δεν συμφωνούν. Αυτό λέγεται ολοκληρωτική απεργία.

Είναι το μόνο που μπορεί να κάνει τΤο συνδικάτο των εκπαιδευτικών απέναντι στην εφαρμοσμένη εκπαιδευτική πολιτική, η οποία δεν αντέχει ούτε στην πιο στοιχειώδη καλοπροαίρετη κριτική, έτσι που φαντάζει πιο ανεπαρκής και κι από εκείνη του Ρουσώ, του Πιαζέ και του Ντιούι των προηγούμενων δύομισυ αιώνων.

 

Αυτές οι εξελίξεις ζωής έχουν φέρει σε αμηχανία το σύνολο των Ελλήνων πολιτικών αλλά και τους πολίτες. Τα κόμματα έχουν απαξιωθεί κι όμως δεν ενοούν να αυτοδιαλυθούν όπως οφείλουν. Αξιοσημείωτο είναι πως όλα διαθέτουν σταλινική δομή με υπερεξουσιαστή αρχηγό και κεντρική επιτροπή και υποχρεωτικές αποφάσεις, όπως ο Στρατός και η Εκκλησία. Ούτε μιλάνε τη γλώσα της ειλικρίνειας και του πραγματισμού, εκτός από κάποια ψελλίσματα των αριστερών κομμάτων.

Ολομέτωπη λοιπόν ανεπίθεση και αμφισβήτηση του πολιτειακού και πολιτικού παλαιοκομματικού κατεστημένου σημαίνει:

• Δεν μπορούμε στο πλαίσιο της Ευρώπης αλλά και του Συντάγματος να μοιραζόμαστε το ίδιο υπουργείο με την Εκκλησία ενός θρησκεύματος.

• Ψωμί, παιδεία, ελευθερία. Το σύνθημα παραμένει επίκαιρο, μετά τον ξεπεσμό της περιβόητης γενιάς του Πολυτεχνείου, που διέθεσαν το σώμα τους και τη ζωή τους στο συντηρητικό κατεστημένο του κομματικού κράτους και των διαχειριστών του πλούτου.

• Καμμία έκπτωση σε παιδεία και υγεία. Αυτό είναι ένα σταθερό αξίωμα, που δεν μπορεί να καταρριφθεί με κανένα τρόπο.

• Ακόμα και στο βουνό του ΕΑΜ, εκτός των ιατρείων, δημιουργήθηκαν σχολεία και εργαστήρια τεχνών. Υγεία και παιδεία είναι τα δύο τρίτα της έννοιας άνθρωπος. Το άλλο τρίτο είναι η τροφή.

• Οικονομία, ναι. Καλύτερη οργάνωση, ναι.

• Τα δωρεάν βιβλία να μην καταργηθούν. Να μην τα πληρώνουν οι μαθητές. Να δανείζονται και να επιστρέφονται, όπως στα αμερικανικά σχολεία.

• Να μην προμηθεύεται το ΥπΠαιδ. άχρηστα εργαλεία και υλικά για να εξυπηρετεί φίλους παραγωγούς, εμπόρους και εκδότες. Πιο στενός έλεγχος στον ΟΣΚ από την ΟΛΜΕ και συμμετοχή της στο σχεδιασμό των υποδομών, του αναλυτικού προγράμματος κι όχι έκτακτες επιτροπές να διαχειρίζονται παραγγελίες και παραλαβές.

• Να επιταχυνθεί η επιμόρφωση τώρα πιο δυναμικά στις νέες τεχνολογίες και σε διοικητικά θέματα, κι όχι να εξαντλείται σε μη χρήσιμες συναντήσεις. Με τη συμμετοχή της ΟΛΜΕ μέσω ΟΕΠΕΚ με χρηματοδότηση ΕΣΠΑ αλλά και μεταξύ των εκπαιδευτικών της κάθε ΕΛΜΕ με οριζόντια άμεση συννενόηση και με την έκδοση ενυπόγραφων πιστοποιητικών. Ο ένας να επιμορφώσει τον άλλον.

• Οι μέσοι μισθοί των εκπαιδευτικών στην ευρώπη να είναι η βάση για συζήτηση. Να επανέλθουν τα επιδόματα, εφ΄όσον υφίστανται οι εργασίες για τις οποίες δίνονται, ειδ΄άλλως να ενσωματωθούν στον βασικό μισθό σε επίπεδα ευρωζώνης.

• Αν το ΣτΕ θεωρεί νόμιμες τις περικοπές, να απευθυνθούμε ως ΟΛΜΕ στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

• Αύξηση των αποδοχών των εκπαιδευτικών και των εργαζομένων στον τομέα της υγείας. Να συμμετέχει το συνδικάτο στη διαχείριση των αποθεματικών των ταμείων και να προτείνει επενδύσεις στις συνελεύσεις. Οι συνελεύσεις θα αποκτήσουν νόημα.

• Κατάργηση του συστήματος των εισαγωγικών εξετάσεων στα πανεπιστήμια, και όχι αντικατάστασή του. Μόνο δύο φορές η εξέταση για το ίδιο μάθημα, όχι συνταξιούχοι φοιτητές. Το πτυχίο να μην το εγκρίνει πανεπιστημιακή τρόϊκα, αλλά οι πτυχιακές εργασίες με πολύ συγκεκριμένα κριτήρια βαθμολογίας.

• Ενδυνάμωση του ρόλου του Γυμνασίου και του Λυκείου με την εισαγωγή νέων γνωστικών πεδίων. Καλές τέχνες στα γενικά σχολεία, χρήση πληροφορικών συστημάτων, διοίκηση επιχειρήσεων, νομικά, λογιστικά. Τώρα: Να προσληφθούν κι άλλοι εκπαιδευτικοί. Να μην ισχύσει το 5-1 στις προσλήψεις. Να συμμετέχουν οι μαθητές πανελληνίως στο σχεδιασμό του αναλυτικού προγράμματος.

• Τοποθετήσεις όλων των εκπαιδευτικών των σχολικών μονάδων στις 30 Ιουνίου με νόμο.

• Νέα σχολικά κτήρια τώρα. Οι τοπικές ΕΛΜΕ να προτείνουν στους νέους δήμους και στην περιφέρεια. Να υποχρεώσουμε τους αιρετούς περιφερειάρχες να σχεδιάσουν νέα κτήρια. Αν δεν διαχειριστεί κάθε κοινωνική επαγγελματική ομάδα το σπίτι της, αυτό σύντομα θα καταρρεύσει.

• Ένα πολιτιστικό, περιβαλλοντικό, υγείας, πρόγραμμα για κάθε εκπαιδευτικό τώρα, ως δίωρο.

• Οι ΕΛΜΕ μπορούν να διαχειριστούν πολλά προϊόντα και να πετύχουν καλές τιμές. Βιβλία, αναλώσιμα υπολογιστών, κλπ, μέχρι τροφή και ένδυση. Όχι γραφεία καφενεία, αλλά χώροι αυτοδιαχείρισης των αναγκών.

• Να μένουν τα χρήματα των συνδρομών στο 90% στις τοπικές ΕΛΜΕ.

• Επίθεση φιλίας στην Παιδεία!

Ζάκυνθος, 14.12.2010

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Ένα μουσικό Δωδεκαήμερο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Ξενάγηση. Ελαιογραφία Περικλή Βυζάντιου
Το τελευταίο Δωδεκαήμερο που έζησε το νησί μας ήταν όχι μόνο σωστά μουσικό, αλλά και παρήγορα ελπιδοφόρο. Σαν μια αντίσταση σε κάποιους ανεγκέφαλους και ανιστόρητους, οι οποίοι θέλουν τα Επτάνησα υπαγόμενα και όχι απλά ενωμένα με τις απέναντι, άσχετες με την ιστορία τους, την νοοτροπία τους και τον πολιτισμό τους ακτές, επιστρέψαμε στα ίδια και αγνοήσαμε την νοοτροπία, όπου προσπαθούν να μας φορτώσουν και θέλει τον Νταλάρα στο Μέγαρο!

Εμείς οι Ζακυνθινοί, όπως αληθινά μας πρέπει, γιορτάσαμε την Γέννηση του Θεανθρώπου, την έλευση του Νέου Έτους και την Θεοφάνια της σωτηρίας μας με γνώριμες νότες και αποδείξαμε πως λαϊκός πολιτισμός δεν είναι η ισοπέδωση και η κάθοδος στο μασημένο, αλλά η άνοδος και η ανάταση, καθώς και η επαφή όλων ανεξαρτήτως των πολιτών αυτού του τόπου σε ό,τι υψηλό και μεγάλο έχει δημιουργήσει η παγκόσμια τέχνη, το οποίο δεν έχει όρια και στεγανά, αλλά είναι απόκτημα και επίτευγμα όλης ανεξαιρέτως της ανθρωπότητας.

Με λίγα λόγια επανήλθαμε στην πραγματικά αξιοσέβαστη εκείνη εποχή, την οποία είχε βιώσει δημιουργικά το νησί μας και οι απλοί άνθρωποι του λαού πήγαιναν στο Θέατρό μας και άκουγαν όπερα, για να μπορέσουν μετά να τραγουδήσουν στους δρόμους της γειτονιάς και τις πόλεις τους τις δικές τους δημιουργίες.

Όπως, σίγουρα, θα έχετε καταλάβει το σημερινό μας κείμενο ασχολείται με τις τέσσερις μουσικές εκδηλώσεις, που έγιναν στον τόπο μας την παραπάνω εορταστική περίοδο και με αφορμή αυτές θα προσπαθήσει, αναζητώντας πάντα την ταυτότητά μας, να δώσει λύσεις και διεξόδους.

Η πρώτη από αυτές πραγματοποιήθηκε το βράδυ των Χριστουγέννων στον καθεδρικό ναό της πόλης μας, τον μετασεισμικά ως κόλαφο της αισθητικής μας υψωμένο με θράσος στη γη της Ζακύνθου, Άγιο Νικόλαο των Ξένων, τον αληθινά ξένο, από τους πάντα δραστήριους «Τραγουδιστάδες τση Ζάκυθος». Η σημασία αυτής της εκδήλωσης, η οποία τείνει να γίνει θεσμός, είναι μεγάλη και η ετήσια επανάληψή της μπορεί να υποσχεθεί και την πολιτιστική μας ελπίδα για άνοδο και ποιοτική διασκέδαση. Το πλέον παρήγορο σημείο της ήταν τα δικά μας παιδιά, τα Ζακυνθινόπουλα, τα οποία με γνώση και σύνεση, όπου οφείλεται σε μακροχρόνιες σπουδές τους, ερμήνευσαν νότες αρμόδιες στον ιερό χώρο της εκκλησίας, αλλά και στον ιερότερο της πατρίδας του Παύλου Καρρέρ και χάρισαν στους συμπατριώτες τους πνευματική ανάνηψη και εορταστική ποιότητα. Κοντά τους όλοι αυτοί οι ερασιτέχνες -οι αληθινοί εραστές της τέχνης- οι οποίοι, συνεχίζοντας μια παράδοση αιώνων, ανάγκασαν τους συνεορταστές τους να αγνοήσουν την επικρατούσα αντίληψη της μουσικής που τραγουδιέται με στήθη, μπούτια, κοιλιακούς και δικέφαλους -σε σώματα ή και σημαίες- και να απολαύσουν την αρμονία της μουσικής, υμνώντας την μεγαλοσύνη της ενσαρκούμενης δημιουργίας. Τα μικρά παιδιά, επίσης, όπου πλαισίωσαν με τα «ωσαννά» τους την βραδιά, έκαναν τον νεογέννητο Χριστό στην καθαρά επτανησιακής τέχνης εικόνα του, η οποία με μυρτιές στολισμένη, ακολουθώντας την τοπική παράδοση, βρισκόταν στο τετράποδο, κάτω από την πορφυρή «Ουρανία», να χαμογελάσει και να νοιώσει έναν επιπλέον επουράνιο ύμνο για την σάρκωσή του, στην δική τους μορφή.

Το πιο σημαντικό, όμως, απ’ όλα ήταν πως η εκδήλωση αυτή έγινε μέσα σε μια εκκλησία, συνεχίζοντας, έτσι, όχι μόνο την ανοιχτόμυαλη παράδοσή μας, αλλά και την πρωινή ιερουργία. Για όσους μπορούν να καταλάβουν πιο πέρα από αυτό που βλέπουν -και αυτοί δεν ανήκουν στις απέναντι στεριές, όπου θέλουν να μας παραδώσουν στην «Προστασία» τους- αυτό σημαίνει Ζάκυνθος και αυτό Επτάνησος. Οι λοιπές ερμηνείες περιττεύουν.

Η δεύτερη ηχητική και ποιοτική παρουσία ήταν αυτή του «Grupo d’ Archi Veneto» στην αίθουσα του Μουσείου του νησιού μας, στις 30 Δεκεμβρίου και στις 2 Ιανουαρίου, με έργα A. Vivaldi, J. S. Bach, W. A. Mozart και F. J. Haydn και ανήμερα την Πρωτοχρονιά στο Πολιτιστικό Κέντρο Σαρακηνάδου, με δημιουργίες των J. Strauss και F. Lehar. Οι ήχοι που ακούστηκαν κάτω από την Μετάσταση της Θεοτόκου του Δοξαρά και της θρυλικής Φανερωμένης, αλλά και των έργων του Κουτούζη και του Καντούνη, όπου μας συνόδευαν από τους τοίχους, έδωσαν αιτία στην συνέχεια και ζωή στην ευθύνη. Χάρηκαν οι ιερές μορφές και ξέχασαν την ταλαιπωρία της θεομηνίας. Αισθάνθηκαν πως επανήλθαν στην πρωταρχική τους στέγη και πως μπορεί να επαληθευτεί ο ποιητής της πλατείας τους και να γεμίσει άνθη το «χάσμα του σεισμού». Υπενθύμιση μιας παλιάς δόξας του πάλαι ποτέ φημισμένου Τζάντε ήταν και η συμμετοχή κάποιων ντόπιων, των μικρών μαθητών του «Εύηχου», στο Μουσείο και μελών της Φιλαρμονικής του Δήμου Ζακυνθίων -και προς Θεού όχι «Ζακύνθου», όπως θέλουν τα Υπουργεία- στο Σαρακηνάδο. Αυτό μας επανέφερε στις σημαντικές στιγμές της ιστορίας μας, που εγχώριοι μουσικοί πλαισίωναν τις ορχήστρες στον πολλά προσφέροντα «Φώσκολο» και συνέβαλαν στην σωστή ψυχαγωγία των συμπατριωτών τους. Για το λόγο αυτό αρχίζουμε να πιστεύουμε πως τα δαχτυλίδια χάθηκαν, αλλά παρέμειναν τα δάχτυλα. Αν αξιοποιήσουμε αυτά που συνέβησαν εκείνες τις μέρες, υπάρχει μεγάλη ελπίδα να ανακάμψουμε.

Η τελευταία μουσική πανδαισία και προσφορά συνέπεσε και με την έσχατη γιορτή των ημερών, αυτήν των Φώτων, κάνοντάς την πραγματικά Θεοφάνια. Η «Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων Ζακύνθου» στην αίθουσα του Πολιτιστικού Κέντρου Σαρακηνάδου και πάλι παρουσίασε στο οικειοποιημένο πια με την τέχνη αυτή κοινό, έργα από το διεθνές ρεπερτόριο και έκλεισε τον δημιουργικό κύκλο με ένα ουσιαστικό απόκτημα του νησιού μας, το οποίο πρέπει να διατηρηθεί και να στηριχτεί, υλικά και ηθικά. Το τι διαθέτει η σημερινή Ζάκυνθος φάνηκε και πάλι αυτό το βράδυ και τόνισε περισσότερο την ευθύνη μας και υπενθύμισε την καταγωγή μας.

Αληθινά θα θέλαμε ν’ αναφερθούμε και στην προσφορά της άλλης μας χορωδίας, αυτής που έχει το όνομα του αξέχαστου Κωνσταντίνου Σαμψαρέλου, αλλά δεν μπορέσαμε να την παρακολουθήσουμε, όπως και πολλοί άλλοι συμπατριώτες μας, μια και συνέπεσε την ίδια ημέρα και ώρα με αυτή των «Τραγουδιστάδων τση Ζάκυθος» στην Μητρόπολη. Δεν αμφιβάλουμε, όμως, πως και αυτή ήταν αξιόλογη και πως πολλά πρόσφερε στην μουσική παιδεία των κατοίκων του τόπου μας.

Πολλά θα μπορούσαμε να επισημάνουμε και ακόμα περισσότερα να διδαχθούμε από τις παραπάνω καθαρά ποιοτικές και πολλά υποσχόμενες εκδηλώσεις. Ο χώρος, όμως, δεν μας επιτρέπει κάτι τέτοιο. Για το λόγο αυτό θα περιοριστούμε σε μια μόνο διαπίστωση. Η συμμετοχή του κόσμου σ’ αυτές ήταν μεγάλη και σίγουρα πολύ περισσότερη από το αναμενόμενο. Αυτό σημαίνει πως έχουμε εν μέρει αλλοτριωθεί, αλλά πως δεν έχουμε ακόμα ισοπεδωθεί. Ευθύνη, λοιπόν, των υπευθύνων είναι να καλλιεργήσουν αυτήν την αισθητική, τη αρμόζουσα στον τόπο μας και να την προσφέρουν στο κοινό του νησιού μας, που πιστό στην ιστορία και την παράδοσή του, είναι ικανό να κατανοήσει και να αγαπήσει πολύ περισσότερα από αυτά που οι λαϊκιστές τού προσφέρουν.

Το τελευταίο Δωδεκαήμερο, που ζήσαμε στη Ζάκυνθο ας είναι κάτι σαν τις ισάριθμες πρώτες μέρες του Αυγούστου. Ας προεικονίσει την ποιοτική συνέχεια των μηνών του νέου χρόνου. Αν αυτό συμβεί οι ελπίδες για επαναφορά και άνοδο θα είναι πολλές και βάσιμες. Η αληθινή παιδεία είναι κάτι σωστικό, σαν την Θεία Ενανθρώπηση, όπου και μουσικά βιώσαμε πρόσφατα.

Ας οδηγηθούμε και στην ένδοξή της Ανάσταση.

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Ζωής Σαμαρά: ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΓΝΩΣΗ ΠΟΙΗΣΗ

Ομιλία κατά την Αναγόρευσή της σε Επίτιμη Διδάκτορα του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
(3 Ιουνίου 2009)

 

Στην αρχή της Ρητορικής ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι η τέχνη με την οποία προτίθεται να ασχοληθεί είναι κοινό κτήμα αλλά ότι συχνά η χρήση της οφείλεται στην τύχη ή στη συνήθεια. Αυτό που απουσιάζει, κατά τη γνώμη του, είναι η «εφαρμογή μιας ορισμένης μεθόδου». Γι’ αυτό νιώθει την ανάγκη να χαράξει καινούργιους δρόμους για «τας τέχνας των λόγων» (1354a).

Το ίδιο ισχύει σήμερα για τη θεωρία της λογοτεχνίας. Όλοι όσοι διδάσκουμε λογοτεχνία χρησιμοποιούμε θεωρία. Και όταν ακόμη, από «συνήθεια», κάποιοι ψάχνουν να βρουν το νόημα του ποιητή –και δεν εννοούν με τον όρο ποιητής μια δημιουργική συνείδηση που ονειροπολεί μπροστά στις λέξεις και την ιστορία τους, αλλά ένα υπαρκτό πρόσωπο με δικές του προθέσεις τις οποίες οφείλουμε να μαντέψουμε–, πάλι με τη βοήθεια της θεωρίας διδάσκουν. Τώρα, αν η συγκεκριμένη επιλογή θα τους υποδείξει, όπως το θέλει ο Σταγειρίτης, «νέα μονοπάτια», «οδώ ποιείν» (1), αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Εννοείται ότι ο μεγάλος φιλόσοφος έχει δίκιο: μια θεωρία για τις τέχνες του λόγου θα μας οδηγήσει στη σωστή χρήση του, ό,τι και αν σημαίνει για μας η λέξη σωστή. Ένας συγκροτημένος προβληματισμός για τις τέχνες της ποίησης θα μας φέρει σε άμεση επαφή μαζί της.

Η ποίηση προικίζει τον αναγνώστη με ποιητική συνείδηση, γράφει ο φιλόσοφος Gaston Bachelard στην πραγματεία του Η ποιητική της ονειροπόλησης (2). Η ποίηση προσκαλεί τον αναγνώστη της να την αντιμετωπίσει ως ελεύθερος, δημιουργικός άνθρωπος. Πώς όμως αποκτούμε την ιδιότητα του αναγνώστη; Με άλλα λόγια, ποια διαδικασία μάς οδηγεί στη θέαση της σημασίας; Και πρώτα απ’ όλα, πώς αντιδρούμε όταν το σημαίνον παίζει θέατρο, όταν υποδύεται συγχρόνως πολλές σημασίες;

Σε μία από τις γνωστές ρήσεις του, που πολιτογραφήθηκε στην ελληνική χάρη στον ποιητή μας Γιώργο Σεφέρη, ο Montaigne επινοεί τον δημιουργικό αναγνώστη: «Ένας επαρκής αναγνώστης ανακαλύπτει συχνά στα γραπτά του άλλου διαφορετικές αρετές από εκείνες που ο συγγραφέας τοποθέτησε συνειδητά», γράφει στα Δοκίμια (3). Πρόκειται για την πρώτη καταγραφή μιας θεωρίας της ανάγνωσης που υπονοεί την ανάδυση νέας μορφής του κειμένου μέσα από μια δημιουργική συνείδηση, άλλη από αυτήν του συγγραφέα του. Η παντοδυναμία του αναγνώστη γεννιέται εκείνη τη στιγμή στην ιστορία της θεωρίας –στα Δοκίμια του Montaigne–, όπως γεννήθηκε η εξουσία του θεατή, η θεατροκρατία, αν και αρχικά ως αρνητική έννοια, στους Νόμους του Πλάτωνα (701a). Ο Γάλλος φιλόσοφος, καθώς ο ίδιος ζούσε ανάμεσα σε βιβλία, η αγαπημένη του «συναναστροφή», όπως μας εκμυστηρεύεται (ΙΙΙ, 3: 827), είχε αντιληφθεί τη σπουδαιότητα του ρόλου του αναγνώστη, για την ανάδειξη μιας βαθύτερης σημασίας που δικαιολογεί την αιωνιότητα του λογοτεχνικού έργου, γι’ αυτό και έβρισκε διαρκώς νέα επίθετα για να τον προσδιορίσει: εκτός από επαρκή (Ι, 24: 127), τον αποκαλεί ακριβοδίκαιο (Ι, 26: 169), καλό κολυμβητή (ΙΙΙ, 9: 1068), αλλά και νωθρό ((ΙΙΙ, 9: 994). Ο τελευταίος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος, όταν κόβεται το οδηγητικό νήμα σε ένα κείμενο με αποσπασματικό λόγο, όπως είναι τα Δοκίμια. Εντούτοις, αυτή η σύλληψη εκφράζει και το αντίθετο: υπάρχει ένας μίτος που μας καθοδηγεί, υπάρχει πάντα το Εγώ του συγγραφέα, κρυμμένο έντεχνα μέσα στα κείμενα.

Επαρκής είναι ο προνομιούχος αναγνώστης που επικοινωνεί ευθέως με το κείμενο και στη συνέχεια χτίζει πάνω στα ευρήματά του τη δική του γραφή. Βέβαια, μια σημαντική ερώτηση προκύπτει, που αποδεικνύεται εντέλει ρητορική: πώς γνωρίζει ο αναγνώστης τι είπε συνειδητά ο συγγραφέας για να προσθέσει «άλλα»; Προφανώς υπάρχει ένα επίπεδο ανάγνωσης που αποκαλύπτει ακριβώς την πρώτη οπτική του έργου, αλλά μόνο ένας αναγνώστης-αράχνη, παγιδευμένος μέσα στο κείμενο, μπορεί να αναλάβει αυτή την ευθύνη: να γνωρίζει τι είπε ο άλλος, να επικοινωνεί με έναν τρόπο που φαντάζει μυστικός, ή και μαγικός, στον μη μυημένο. Ο αναγνώστης-αράχνη κινείται μέσα στον ιστό του κειμένου τού άλλου και υφαίνει τον νέο ιστό, χωρίς να προδώσει τον πρώτο.

Αναγνώστης-αράχνη. Ο μύθος της Αράχνης έχει γοητεύσει συγγραφείς από τις αρχές της ανθρώπινης σκέψης. Ενέπνευσε επίσης μεγάλους ζωγράφους: Βερονέζε, Ρούμπενς, Βελάσκεθ. Σε έναν από τους αρχαίους ελληνικούς μύθους, η Αράχνη, θνητή από τη Λυδία, ήταν δεξιοτέχνις της υφαντικής, σε σημείο να καυχιέται ότι υπήρξε μαθήτρια της θεάς Αθηνάς. Όταν άρχισε να θεωρεί τον εαυτό της καλύτερο από την υποτιθέμενη δασκάλα της –φαινόμενο γνωστό ως σύμπλεγμα του Προμηθέα στη θεωρία της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα–, την προκάλεσε σε μονομαχία. Η θνητή ηττήθηκε, αλλά η ύβρις της έφτασε στο σημείο να προτιμά το θάνατο από την ήττα. Τη … λυπήθηκε η θεά της σοφίας και δεν την άφησε να πεθάνει: τη μεταμόρφωσε σε … έντομο. Ο Οβίδιος, στις Μεταμορφώσεις, παρουσιάζει μια άλλη εκδοχή, πιο φιλική προς τη θνητή υφάντρια. Ήταν τόσο ξεχωριστή η δουλειά της που όλοι πίστευαν ότι είχε μαθητεύσει κοντά στην Αθηνά. Η Αράχνη όμως δεν το δεχόταν και, για να το αποδείξει, ζήτησε να διαγωνισθούν. Η μάχη αρχίζει. Η Παλλάδα ζωγραφίζει τη δόξα των θεών και την οργή τους, σαφής υπαινιγμός στην επικείμενη τιμωρία. Η ύβρις της Αράχνης δεν της επιτρέπει να σταματήσει. «Ύβριν χρη σβεννύναι μάλλον ή πυρκαϊήν», έλεγε ο Ηράκλειτος (4): ας σβήσουμε πρώτα την έπαρση και μετά την πυρκαγιά. Η Αράχνη υφαίνει εικόνες από τους έρωτες των θεών και απεικονίζει τα ελαττώματά τους, υπαινιγμός, από τη δική της πλευρά, στην ποταπή συμπεριφορά των θεών απέναντι στους θνητούς. Η θεά της σοφίας ξεχνά την κύρια ιδιότητά της και την τιμωρεί ανελέητα.

Αν και το ζωύφιο αράχνη είναι φορτισμένο με αρνητικές συνδηλώσεις στον δυτικό πολιτισμό, στα Ουπανισάντ, τα βεδικά, δηλαδή τα ινδουιστικά κείμενα, ανάγεται σε κοσμολογικό σύμβολο, γιατί, καθώς υφαίνει, ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. Είναι δε θετικό σύμβολο για δύο ακόμη λόγους: για τη θέση που κατέχει μέσα στον ιστό της και για το γεγονός ότι το προϊόν βγήκε από την ίδια της την υπόσταση. Ιστός για τον θεωρητικό της λογοτεχνίας μπορεί να είναι το κείμενο, καθώς το κείμενο στη γαλλική, και όχι μόνο, ονομάζεται texte, δηλαδή υφαντό. Και προφανώς ρέει από την «υπόσταση» (την παιδεία, την έμπνευση) του συγγραφέα και του αναγνώστη του. Επιπλέον, αποκαλούμε αράχνη τόσο το έντομο όσο και τον ιστό, ακριβώς όπως το όνομα του συγγραφέα γίνεται μετωνυμία για το έργο του. Όταν λέμε «Αισχύλος», δεν εννοούμε τον σαλαμινομάχο, όσο σπουδαίος και αν είναι, αλλά τον ποιητή των Περσών.

Η τύχη το θέλησε να έχω πολύ σπουδαίους δασκάλους. Σε μάθημά του κάποτε ο Riffaterre μάς έδωσε ένα ποίημα, που επεδίωξε να είναι άγνωστο σε όλους μας. Μας ζήτησε να δουλέψουμε καταρχάς ο καθένας μόνος, να βρούμε τα υφολογικά και τα σημασιολογικά στοιχεία• στη συνέχεια, να συνεργαστούμε και να επιλέξουμε εκείνα για τα οποία όλοι, μα όλοι, θα συμφωνούσαμε. Στο τέλος, αφού μας απέδειξε ότι υπάρχει ένα κοινά αποδεκτό νόημα και ότι τα μυστικά της δομής και τα τεχνάσματα της ύφανσης είναι προσιτά σε κάθε προσεχτικό αναγνώστη, μας αποκάλυψε ότι αυτό θα το αποκαλέσει στη νέα θεωρία που επεξεργαζόταν, «πρώτη ανάγνωση» (5). Σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή τη σημασία της ελληνικής λέξης ανάγνωση και αντιλήφθηκα ότι αυτή η διαδικασία ήταν μια ανάγνωση-γνώση, μια αναγνώριση-ενθύμηση, επιστροφή στο ποίημα, γνώση εκ νέου του ποιήματος• και ακόμη, ότι θα πρέπει να συλλάβουμε την ουσία του αρχικού κειμένου, για να συμμετάσχουμε ως αναγνώστες στη δημιουργία του νέου. Χάρη στη μητρική μου γλώσσα συνειδητοποίησα ότι το ρήμα αναγιγνώσκω τονίζει ήδη τη σπουδαιότητα της «δεύτερης ανάγνωσης», που διευρύνει την «πρώτη», άρα ο καθηγητής είχε δίκιο.

Αναγνώστης, όπως επιβεβαιώνουν τα λεξικά, είναι αυτός που αναγιγνώσκει, δηλαδή που γνωρίζει ξανά, άρα που διαβάζει αυτό που ήδη γνωρίζει. Δεν διαβάζει απλώς• ξαναδιαβάζει, περιδιαβάζει σε γνωστά λημέρια. Ένα ενδιαφέρον παιχνίδι μπορούμε να παίξουμε επίσης με το ρήμα διαβάζω, από το διαβιβάζω, λειτουργώ ως ενδιάμεσος, γίνομαι μεσολαβητής. Η «πρώτη ανάγνωση» είναι αυτή που μας προφυλάσσει από τον κίνδυνο που καραδοκεί, όταν αναγιγνώσκουμε ένα πολυσήμαντο κείμενο: η πολλαπλή σήμανση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση κάθε σήμανσης. Καθώς ο αναγνώστης μαθαίνει να αντιμετωπίζει το κείμενο με δέος, το σχόλιο παύει να στέκεται απειλητικά μπροστά στα προϊόντα της φαντασίας. Βέβαια, αντίθετα από τον Ηράκλειτο, ο Riffaterre δεν χρησιμοποιούσε τη συμφωνία των ερμηνευτών ως «κριτήν της αληθείας» (6), ο καθολικός λόγος δεν ήταν για εκείνον θεϊκός, αλλά το πρώτο βήμα, για να φτάσει σε βάθη ασύλληπτα ως τότε για τον αναγνώστη.

Η ανάγνωση-γνώση μπορεί επομένως να λειτουργήσει ως διακείμενο της νέας γραφής-αυτογνωσίας. Ο αναγνώστης με παιδεία και θεωρητικά εφόδια αναλαμβάνει την ευθύνη για το κείμενο του άλλου. Καθώς δημιουργεί την οπτική γωνία από την οποία παρατηρεί το κείμενο, χτίζει την κοσμοθεωρία του κειμένου, άρα το ίδιο το σύμπαν μέσα στο οποίο είναι τοποθετημένο. Αυτό έκανε την αποδόμηση να αμφισβητήσει την αξία της ερμηνείας και τις αγαθές προθέσεις του ερμηνευτή. Εξάλλου, η έκφραση «αυτό δεν είναι σύμπαν» (7), που χρησιμοποιείται εδώ και περίπου μισό αιώνα από την κοσμολογία, τονίζει ακριβώς την ενεργό συμμετοχή του παρατηρητή, του επιστήμονα, στη δημιουργία των ουράνιων φαινομένων. Αυτή η διαπίστωση αφορά άμεσα στην ποίηση. Όταν λέμε ότι η ποίηση είναι ήχος και ρυθμός συνήθως εννοούμε ότι ανήκει στα κοσμικά φαινόμενα. Ένα αστέρι σβήνει, γιατί καταβροχθίζεται από την ύλη γύρω του. Όταν μια ποιητική εικόνα χάνει τη μαγεία της, καθώς ταξιδεύει μέσα στο χρόνο, από ποιητή σε ποιητή, γίνεται δηλαδή κοινός τόπος, για να ανακτήσει την ενέργειά της αγγίζει την ύλη στη συνείδηση του νέου δημιουργού της. Τότε ξετυλίγεται μπροστά μας ένα καινούργιο πεπρωμένο του λόγου (8). Και όπως τα ουράνια σώματα όταν εκρήγνυνται δημιουργούν ένα χωρόχρονο γύρω τους, έτσι και η εικόνα που ξαναγεννιέται δημιουργεί το ποίημα. Το αστέρι που βλέπουμε μπορεί να έσβησε πριν από εκατομμύρια χρόνια, λέει η αστροφυσική. Σε αυτή την περίπτωση, βλέπουμε το παρελθόν του. Το ίδιο συμβαίνει με τη θέαση μιας ποιητικής εικόνας. Άρχισε τη διαδρομή της με το βλέμμα του πρώτου ποιητή που τη συνέλαβε. Όταν ξαναγεννιέται, δεν είναι πλέον αυτόνομη• μας θυμίζει διαρκώς τη διαδρομή της. Σήμερα ο ποιητής προσπαθεί να ξεφύγει από την κοσμική ή και κοσμολογική διάσταση των εικόνων και τις εξορκίζει, για να μπορέσει να τις αναδημιουργήσει μέσα στην έρημο. Εντούτοις, όσο παράδοξο και αν ακούγεται, η μοναξιά της γραφής παραμένει κοσμικό φαινόμενο. Μεγάλοι ποιητές έχουν δείξει ότι για να γονιμοποιηθεί η σκέψη τους χρειάζεται μια στιγμή ανάπαυσης μέσα στο σύμπαν.

Ο Bachelard μετατρέπει τον χωρόχρονο της θεωρίας της σχετικότητας σε χώρο-χρόνο-συνείδηση, όπου μύθος και ονειροπόληση δημιουργούν τον κοσμικό χρόνο και συνδέουν τον σύγχρονο άνθρωπο με τις χαμένες ρίζες του. Αυτή η καινούργια έννοια του Είναι συγκεκριμενοποιείται σε μύθο, και ο χώρος, υπό την επίδραση της φαντασίας, μεταμορφώνεται σε κοσμογονική εικόνα και στη συνέχεια σε ποίηση. Ο Bachelard, θετικός επιστήμων και φιλόσοφος του φαντασιακού, αντιλαμβάνεται την πολιτισμική αξία της κοσμολογίας και μας εξηγεί με ποιο τρόπο το 1905, με τη Σχετικότητα, όλες οι αρχέγονες έννοιες που θεωρούσαμε για πάντα σταθερές καταρρέουν (9), ενώ μαζί τους αλλάζουν και οι αναγνωστικές μας συνήθειες.

Στην επιστήμη δεν μπορούμε να κάνουμε εικασίες για το μέλλον, χωρίς να μεταβάλουμε τις συνθήκες πάνω στις οποίες στηρίζεται η πρόβλεψη. Με τον ίδιο τρόπο, οποιοδήποτε σχόλιο για ένα λογοτεχνικό έργο, είδος ή φαινόμενο προσδιορίζει τη θέση του μελετητή και τους κανόνες της πρόσληψης, άρα το ίδιο το αντικείμενο της μελέτης. Ύστερα από την πλούσια εμπειρία σε θέματα θεωρίας όλο τον περασμένο αιώνα, στις αρχές του 21ου ο αναγνώστης σείει τα θεμέλια κάθε κριτικής προσέγγισης που αρέσκεται να παραμένει έγκλειστη μέσα στο λαβύρινθο της γραφής, σαν να μην ήταν το ποίημα προϊόν συνάντησης δύο δημιουργικών συνειδήσεων, εκείνου που το έχει υφάνει και εκείνου που εξετάζει προσεχτικά τις ίνες της ύφανσης. Και τα δύο Εγώ γεννιούνται μέσα στο ποίημα• ο αναγνώστης οδηγείται σε γνώση του κειμένου και στη συνέχεια σε αυτογνωσία.

«Αλληλεγγύη» (10) αποκαλεί ο Σεφέρης το φαινόμενο που ονομάστηκε αργότερα διακειμενικότητα. Οι ποιητές είναι αδέλφια και τους ενώνουν οι λέξεις. Αυτή είναι η οπτική του δημιουργού: η αλληλεγγύη των ομοτέχνων του δίνει στον ποιητή τη δύναμη να αφομοιώνει και να ξεπερνά όλα του τα δάνεια. Όπως η ίδια η λογοτεχνία, η μελέτη της λογοτεχνίας δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς τη βαθιά γνώση της ιστορίας και των μορφών της γραφής: η έννοια του διακειμένου τονίζει αυτήν ακριβώς τη διάσταση• καθώς το άτομο διευρύνει τις γνώσεις του, διαβάζει όλο και πιο δημιουργικά το λογοτεχνικό έργο. Το διαβάζει όχι μόνο με τα μάτια ή το νου, αλλά και με όλο το παρελθόν τού κειμένου. Εξάλλου, η παιδεία του κάθε ατόμου οδηγεί σε μία προσωπική θέαση της δημιουργικότητας του ποιητή, ενώ η παιδεία των δύο συντελεστών της γραφής μετατρέπει το δάνειο σε διακείμενο: το ταξίδι μέσα σε προϊόντα της φαντασίας μεταμορφώνει την παρουσία του άλλου. Η δημιουργικότητά μας συνδέει τη γνωστική λειτουργία της γλώσσας με τη βιωματική: χωρίς την περιδιάβαση του αναγνώστη μέσα στο χώρο της συνείδησης που γράφει, χωρίς τη διπλή παγίδα της Αράχνης, παγίδα του Εγώ και του Άλλου, δεν φτάνουμε στη γνώση, άρα δεν φτάνουμε στη νέα γραφή.

Το ποιητικό Εγώ, ενώ ονειροπολεί με αφορμή τη γλώσσα, τοποθετείται στο επίκεντρο μύθων και αρχετύπων, πέρα από το χώρο και το χρόνο. Όταν ο Baudelaire γράφει

Θάνατε, γερο-καπετάνιε,
ήρθε η ώρα, ας σηκώσουμε την άγκυρα,

δεν είναι οι λέξεις που γεννούν την ποίηση, αλλά η μυθική σκέψη που βρίσκεται πέρα από τις λέξεις. Γλώσσα του Γάλλου ποιητή δεν είναι εδώ η γαλλική, αλλά η γλώσσα των μύθων, και συγκεκριμένα η αρχαία ελληνική. Ο Θάνατος προσωποποιείται σε ανδρική φιγούρα, όσο και αν η γαλλική λέει la mort. Ωστόσο, αυτή η ερμηνεία αποδεικνύει ότι το «γερο-καπετάνιε» είναι «λανθασμένη» μετάφραση. Η επιστροφή στην εποχή των ελληνικών μύθων μάς πείθει ότι «vieux capitaine», που παραπέμπει στον Χάρωνα, δεν μπορεί παρά να σημαίνει «αρχέγονε, αρχετυπικέ καπετάνιε», μεταφραστική πρόταση που δημιουργεί φαύλο κύκλο, καθώς πρόκειται για ερμηνεία και όχι για απόδοση του στίχου σε άλλη γλώσσα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μυθική σκέψη που κρύβεται πίσω από τη μετάθεση, με τη φροϋδική έννοια του όρου: μετάθεση ψυχικής ενέργειας από μία αναπαράσταση σε άλλη. Ναι, όντως, η γλώσσα γράφει και όχι ο συγγραφέας. Ο Barthes έχει δίκιο. Εκτός και αν εννοεί εθνική γλώσσα.

Ας θυμηθούμε για λίγο την αποδόμηση. Όσο γοητευτική και αν είναι, ειδικά όταν μένει αποκλειστικά μέσα στο φιλοσοφικό της πλαίσιο, στην ποίηση δεν αρκεί η απομυθοποίηση. Ακριβώς επειδή ο ποιητής είναι αποδομητικός, ανατρεπτικός, ξεπερνά την απομυθοποίηση και επαναμυθοποιεί, δηλαδή ξαναδίνει στη λέξη όλη τη μυθική της αξία, αποκαθιστά τα γλωσσικά σημεία στη μυθική τους ιδιότητα, τα επανεντάσσει στο μυθικό τους πλαίσιο. Όταν διδάσκουμε δημιουργική γραφή στα παιδιά, πρέπει, λένε οι ειδικοί, να αποφεύγουμε οποιαδήποτε μυθοποίηση της λογοτεχνίας, να νιώσουν τα παιδιά ότι η γραφή δεν είναι απρόσιτη. Μα η λογοτεχνία είναι συνάμα τέχνη-τεχνική και μύθος-μυθοπλασία. Η ζωή μας, όταν εμπνέει τη λογοτεχνία, περνά πρώτα μέσα από μια έντονη μυθοποίηση.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ποιητής σήμερα είναι να αναπαραστήσει την πραγματικότητα με τη βοήθεια μιας γλώσσας που αποκαλύπτεται απογυμνωμένη από την αναφορική της ιδιότητα, σαν να ζούσαμε σε μια αχανή έρημο. Μαζί με το αντικείμενο αναφοράς χάθηκε η κίνηση που μας μεταφέρει από τον ήχο ή την εικόνα στο νόημα, με αποτέλεσμα, όσο περισσότερο ερμηνεύουμε τόσο το νόημα να απογυμνώνεται, να καλύπτεται με εφήμερα σχόλια. Με ποιο τρόπο το γλωσσικό σημείο περνά τα σύνορα της γραφής, για να αποκρυπτογραφήσει τον κόσμο γύρω του; Ο Yves Bonnefoy, πιο συγκεκριμένα, αναρωτιέται: Τι κάνουμε για να υπάρχει νόημα όταν λέμε Εγώ (11); Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, κάθε φορά που απορούμε μπροστά στο νόημα μιας λέξης, αμφισβητούμε την ίδια την υπόστασή μας. Πώς είναι δυνατόν να ψάξεις το νόημα του Εγώ που λες ο ίδιος, αν δεν γνωρίζεις τουλάχιστον το δικό σου εγώ, φαίνεται να λέει ο Γάλλος ποιητής.

– Είμαι επιλήσμων, ξεχασιάρης, έλεγε ο Σωκράτης (Πλάτ. Πρωτ. 334c), με μοναδικό στόχο να ανατρέψει όσα είχε πει ως εκείνη τη στιγμή, να υποχρεώσει τον συνομιλητή του να σκεφτεί. – Ξεχνάω ακόμη και τα δικά μου γραπτά, λέει ο Montaigne (ΙΙ, 17: 651), για να μπορεί ανενόχλητος να γράφει όσο αποσπασματικά ταιριάζει στην περίσταση, για να καταγράψει το γίγνεσθαι όπως διατυπώνεται μετά τις θεωρίες του Κοπέρνικου. – Διαβάζω όσα γράφω και λέω: μα εγώ δεν τα έγραψα ποτέ αυτά και εξάλλου δεν βγάζουν νόημα, θα πει ο Yves Bonnefoy (12), αντιμέτωπος με ένα φευγαλέο Εγώ, το οποίο ωστόσο έχει εγκατασταθεί μέσα στα βάθη του Είναι του. Η λήθη ταξιδεύει, με προορισμό την α-λήθεια, για να φτάσει στην αμφισβήτηση ενός Εγώ σταθερού μέσα στη δημιουργική πράξη. Γι’ αυτό όταν λέμε ποιητικό Εγώ δεν εννοούμε το βιογραφικό Εγώ. Αναφερόμαστε σε μια συνείδηση που αναδύεται από το ποίημα και μένει μέσα σε αυτό. Ο ποιητής γίνεται ο ίδιος σημείο μέσα στο έργο του• η ύπαρξή του είναι έντονη, εφόσον δρα ως μεσολαβητής για την κατάκτηση της σημασίας. Η βιογραφική μελέτη έχει ελάχιστη αξία για τη γνώση της ποίησης, καθώς, από τη στιγμή που γράφει, ο ποιητής βρίσκεται σε μια διαφορετική πραγματικότητα, ζει πέρα από αυτό που φαίνεται, ενώ συγχρόνως βλέπει τα πράγματα συνοπτικά. (Στη πλατωνική Πολιτεία [537c] το επίθετο διαλεκτικός, ανώτατη μορφή προσδιορισμού, αποδίδεται στον συνοπτικό, αυτόν που συλλαμβάνει το σύνολο, και μάλιστα με ένα βλέμμα.) Το τελικό κείμενο είναι προϊόν της επιθυμίας του αναγνώστη, αλλά ενός αναγνώστη που εξετάζει τα πράγματα συνοπτικά, με την πλατωνική έννοια, όλα, με μια ματιά. Μέσα από τη μυθική ποιότητα της ποίησης, ταξιδεύουμε στον κήπο των Εσπερίδων, σύμβολο αιώνιας γονιμότητας, εφευρίσκουμε με ποιητικό τρόπο την καθημερινότητά μας.

Ανάγνωση Γνώση Ποίηση, λοιπόν, ή: Ανάγνωση Ποίηση Αυτογνωσία.

΄
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
 
1. Αριστοτέλης, Ρητορική Α΄, Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη, Ζήτρος, 2002.
2. Gaston Bachelard, La poétique de la Rêverie, Παρίσι, PUF, 1974: 15.
3. Montaigne, Les Essais, έκδοση P. Villey – V.L. Saulnier, Παρίσι, PUF, 1965: Ι, 24: 127.
4. Ηράκλειτος, Άπαντα, Πρόλογος-μετάφραση Τάσος Φάλκος-Αρβανιτάκης, Θεσσαλονίκη, Ζήτρος, 1999: 94.
5. Ο Michael Riffaterre θα αναπτύξει τη θεωρία των δύο φάσεων της ανάγνωσης σε άρθρα και αργότερα στα βιβλία Semiotics of Poetry, Indiana University Press, 1978 (Sémiotique de la poésie, μετ. J.-J. Thomas, Παρίσι, Seuil, 1983) και La Production du texte, Παρίσι, Seuil, 1979.
6. Ηράκλειτος: 60.
7. Βλ. Liliane Papin, «This is Not a Universe: Metaphor, Language, and Representation», PMLA (Οκτώβριος 1992): 1253-65.
8. Πρβλ. Gaston Bachelard : «l’image poétique, dans sa nouveauté, ouvre un avenir du langage», La poétique de la rêverie: 3.
9. Gaston Bachelard, La formation de l’esprit scientifique, Παρίσι, Vrin, 1938:7.
10. «Η τέχνη είναι μια απέραντη αλληλεγγύη» (Σεφέρης 1938), Ξ.Α. Κοκόλης, Αλληλεγγύη. Λογοτέχνες και λογοτεχνήματα στην πεζογραφία του Τόλη Καζαντζή, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1992.
11. Yves Bonnefoy, Entretiens sur la poésie (1972-1990), Παρίσι, Mercure de France, 1990: 186.
12. Yves Bonnefoy, La vie errante, Παρίσι, Mercure de France, 1993: 50.

Related Posts with Thumbnails