© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Κάρλ Γιάσπερς: ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

[Απόδοση : Στέλιου Σ. Κωσταρόπουλου, από το Χριστιανικόν Συμπόσιον 1969, εκδ. Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ και ΣΙΑΣ Α.Ε. Αθήναι 1968]

Η κατανόηση της αρχέγονης αποκαλύψεως είναι αυτό που αποκαλούμε θεολογία. Η ύπαρξή της σημαίνει και ύπαρξη της αποκαλύψεως. Από πού το συμπεραίνουμε;

Μπορεί κανείς να σκεφθεί ότι αυτή βασίζεται στην πραγματικότητα του Ιησού, όπως τον ανακαλύπτεις στα συνοπτικά Ευαγγέλια με την βοήθεια της κριτικής της ιστορίας. Αλλά ο αληθινός Ιησούς ήταν ανθρώπινος, τελευταίος από τους Εβραίους προφήτες, κήρυκας, εκφραστής της θελήσεως του Θεού, άγγελος κρίσεως, καταδίκης και τιμωρίας. Δεν ήταν ούτε αυτοδιορισμένος Μεσσίας, ούτε αυτοδημιούργητο μυστήριο, ούτε τέλος ο ιδρυτής μιας Εκκλησίας.

Η αποκάλυψη πιστεύεται επίσης ότι βασίζεται στο «κήρυγμα», στη πρώτη διδαχή των Αποστόλων, που αρχίζει με την έννοια του Ιησού ως Χριστού, της μεσσιανικής σημασίας του, βασισμένης στην αποδοχή της αναστάσεώς του.

Εκεί διακρίνουμε την αποκάλυψη από την κατανόησή της. Η Θεολογία προϋποθέτει κατανόηση του κηρύγματος, κι' αυτή η θεολογική κατανόηση -απαρχή, αναφορικά με την αποκάλυψη καθαυτή, στη Καινή Διαθήκη- επιτρέπει και απαιτεί κριτική και συζήτηση για το αν κατανοούμε σωστά.

Αφότου το κήρυγμα μεταδίδεται με ανθρώπινους όρους, απολήγει αναπότρεπτα στην κατανόηση και συνακόλουθα στη Θεολογία, άσχετα με το πόσο πίσω πηγαίνουμε. Το ακούμε με μέτρα ανθρώπινα. Δεν μπορούμε να σύρουμε διαχωριστική γραμμή μεταξύ της απαιτούμενης υπακοής και της συνακόλουθα απαιτούμενης κριτικής συζητήσεως, μεταξύ αποκαλύψεως και κατανοήσεως. Βέβαια, η απαίτηση για υπακοή, που εμπεριέχεται στην αποκάλυψη, προηγείται της τάσεως να γίνει το κήρυγμα γενικά καταληπτό, όμως με την απαρχή ακριβώς της κατανοήσεως πέφτει σε λανθάνουσα κατάσταση. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι μένει σα σημείο συσχετίσεως, όπως νοείται τούτο στη γλώσσα, αν και καθαυτό εξεταζόμενο από καθαρά γλωσσική άποψη στερείται μεταδοτικότητος.

Όποιος δεν πιστεύει στην αποκάλυψη, δεν μπορεί να έχει ξεκάθαρη αντίληψη αυτής. Οι ορισμοί πάντα λένε είτε λιγότερα, είτε περισσότερα, το απροσδιόριστο όμως υπάρχει ακόμη ως ανθρώπινη πίστη.

Η αποκάλυψη και η πίστη σ' αυτή δεν είναι καταστάσεις προορισμένες αναμφίβολα να γεννηθούν και να λειτουργήσουν μαζί ως εγκόσμιες πραγματικότητες. Γι' αυτό, το αποτέλεσμα της πίστεως στην αποκάλυψη διαφέρει στην ουσία από το αποτέλεσμα των ανθρώπινων εντολών, των φιλοσοφιών ή επιστημών.

Αποκάλυψη πιστεύουμε ότι είναι μια εκδήλωση ή πράξη του Θεού. Δεν μπορούμε να ρωτήσουμε για τα περαιτέρω• οφείλουμε υπακοή. Όμως κι' αν πιστεύουμε στην αποκάλυψη, κι' αν ενημερωνόμαστε γι' αυτή την πίστη, κι' αv ανταλλάσσουμε τις ενημερώσεις μας, στοχαζόμαστε.

Είμαστε βέβαιοι ότι η σκέψη για την αποκάλυψη βασίζεται πάνω στην ίδια την αποκάλυψη, που καθ' εαυτήν είναι η λέξη με την έννοια του αρχέγονου «λόγου».

Χωρίς τη σκέψη για το τι του αποκαλύπτεται, ο στοχαζόμενος δεν θα μπορούσε να ενημερωθεί για το περιεχόμενο της πίστεώς του, ούτε να το μεταδώσει. Η σκέψη γι' αυτόν δεν είναι κάτι το πρόσθετο• του δόθηκε μαζί με την αποκάλυψη. Γι' αυτό, αν και δεν μπορεί να ρωτά για το επέκεινα αυτής, όμως μπορεί ν' απευθύνει άπειρες ερωτήσεις στην αποκάλυψη. Η τελική απάντηση θα είναι πάντα ο «λόγος», αυτό δηλαδή που μπορεί ν' αποτελέσει αντικείμενο στοχασμού στα πλαίσια της λογικής. Η δυνατότητα όλων των εξηγήσεων βασίζεται πάνω σ' αυτή την αρχέγονη λογική.

Αυτή δεν είναι η μόνη απάντηση. Ο στοχασμός δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς την προσφυγή σε γενικές έννοιες. Αλλά όμως παρατηρούμε την αποκάλυψη ως απόλυτα ιστορικό φαινόμενο, δηλαδή ως απρόσιτο κι' ανεξάντλητο από γενικές σκέψεις. Όλη η σκέψη μας για την αποκάλυψη περιστρέφεται στο τι προκαλεί τη σκέψη, στο τι πάντα θα προκαλεί τη σκέψη. Συνεπώς η σκέψη αυτή είναι μεταβλητή, ενώ την εξετάζουμε αναφορικά με το αμετάβλητο.

Η αποκάλυψη είναι συνυφασμένη με την παραδοχή και την εντολή. Η απάντηση του πιστού είναι εξομολόγηση και υπακοή.

Ερωτώμενος αν η λογική ή η αποκάλυψη προηγείται, ο πιστός θ' απαντήσει είτε ότι η αποκάλυψη προηγείται και η λογική υποτάσσεται, είτε ότι και τα δύο είναι μαζί, καθένα περιέχεται στο άλλο, ώστε να μη μπορούν να συγκρουσθούν, ώστε η πίστη να είναι το ίδιο με τη γνώση, η υπακοή το ίδιο με την ελευθερία. Αντίθετα προς τις παραπάνω δύο, μια τρίτη θέση δίνει προβάδισμα στην λογική, διατεινόμενη ότι αποκάλυψη συγκρουόμενη με τη λογική δεν μπορεί να είναι αποκάλυψη του Θεού.

Έτσι, κατά την διάρκεια των χρόνων της πίστεως στην αποκάλυψη, ο στοχασμός υπήρξε βέβαια εργώδης, δεν αντιμετώπισε όμως σωστά τις δυσκολίες, αλλά τουναντίον οδηγήθηκε σε πράξεις πνευματικής βίας — είτε λέγοντας: «Πιστεύω στο παράλογο, γιατί έχει αποκαλυφθεί», είτε αντίστροφα: «Όντας βέβαιος για το ότι η λογική είναι η μοναδική μου πηγή ενοράσεως και καλής θελήσεως, αρνούμαι την αποκάλυψη, όχι μόνο για μένα, μα και για τους πάντες». Απορρίπτομε αυτή την διάζευξη.

1. Η γραμματολογική έννοια της θεολογίας και φιλοσοφίας και η γραμμή μεταξύ λογικής και πίστεως.

Η Θεολογία, ως λέξη και από άποψη ουσίας, είναι δημιούργημα των Ελλήνων φιλοσόφων. Ο Αριστοτέλης έδωσε το όνομα «θεολόγοι» στους παλιούς ποιητές και κοσμογονιστές, που μίλησαν για θεούς, στους Ορφικούς ιδιαίτερα, κι' αναφερόταν στη δική του φιλοσοφία ως θεολογία, οποτεδήποτε αυτή πραγματευόταν για το πρωταρχικό, αμετακίνητο και συγκινούν πνεύμα. Για τους Στωϊκούς, η Θεολογία ήταν ο ύψιστος κλάδος της φυσικής. Στη Ρώμη, από τον Παναίτιο, διέκριναν ρεαλιστικά τη Θεολογία σε ποιητική (μυθική), πολιτική (πρακτική) και φυσική (θεωρητική).

Όταν οι Χριστιανοί ήλθαν σ' επαφή με την Ελληνική φιλοσοφία, επιδίωξαν την αναγνώριση του πνευματικού κόσμου της Αρχαιότητος, και μόχθησαν για την αποσαφήνιση της πίστεώς τους μέσα στον ίδιο τους τον νου. Έβλεπαν το μήνυμά του ως την αληθινή φιλοσοφία κι' έτσι το αποκάλεσαν. Λέγοντας θεολογία εννοούσαν, αρχικά, τα παγανιστικά φιλοσοφικά δόγματα, και πιο ύστερα το Χριστιανικό δόγμα για τον Θεό, που πήρε τη θέση των προηγουμένων.

Στη Δυτική Εκκλησία η λέξη θεολογία δεν είχε εξιδιασμένη εκκλησιαστική σημασία, και στη περίοδο του Αγ.Αυγουστίνου και στους αιώνες που ακολούθησαν. Χωρισμός θεολογίας και φιλοσοφίας δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ, γιατί αυτό φαινόταν ασύλληπτο. Με γνώση οφειλόμενη στη θεία φώτιση, κάθε είδος επιστητού δεν θεμελιωνόταν στον Θεό; Το ίδιο και η πίστη, με την κινούσα δύναμή της, τον θεϊκά φωτισμένο λογικό στοχασμό, οδηγούσε στην αποκαλυπτόμενη αλήθεια. Τυχόν διαχωρισμός θα στερούσε τη φιλοσοφία από κάθε περιεχόμενο και τη θεολογία από τη λογική. Η αδιάσπαστη ενότητα βρίσκεται στην πανταχού παρουσία του Θεού, η αιώνια αλήθεια σ' όλη την υψηλόφρονη σκέψη.

Ο 12ος αιώνας έφερε αλλαγή. Ο Αβελάρδος σποραδικά αποκαλούσε θεολογία την Sacra Eruditio (Θεία Κατήχηση), ασχολούμενος με την Αγία Γραφή, σα κάτι διακρινόμενο από τα φιλοσοφικά πεδία. Ο Ούγος του Σαιν Βικτόρ έσυρε μια γραμμή μεταξύ της Teologia Mundana (Κοσμικής Θεολογίας), του ύψιστου κλάδου της φιλοσοφίας, και της Teologia Divina (Θεϊκής Θεολογίας), της κατανοήσεως του Θεού διά μέσου της ενανθρωπίσεως και των μυστηρίων. Ακόμη μέσα στην εμπειρική αντίληψη δεν υπήρχε σύγκρουση.

Ο Άγιος Μποναβεντούρα φαίνεται ότι ήταν οξύτερα ενήμερος της μεθοδολογικής αντιθέσεως: η θεολογία του είναι ιερά δόγματα (Sacra Dοctrina) εκπορευόμενα από τον Θεό, ενώ η φιλοσοφία οδηγεί στον Θεό. Με την ίδια λανθάνουσα τάση διακρίσεως μεταχειρίστηκε τη λέξη προκειμένου για την «ομιλία του Θεού» — εκφραζόμενη στην Αγ. Γραφή — και από την άλλη πλευρά τοποθετώντας όλες τις επιστήμες πίσω από τη θεολογία, διευθετώντας έτσι τη φιλοσοφία σύμφωνα με τις τριαδικές αρχές.

Έτσι για πολύ η Αυγουστινιανή - Ανσελμική ενότητα στοχασμού και πίστεως έμεινε αναντίρρητη. Δυσχέρειες ανέκυψαν στους αιρετικούς στοχαστές, στον Μπερενγκάριο της Τουρ και άλλους, χωρίς όμως να έχουν επιπτώσεις στα βασικά μεθοδολογικά ζητήματα. Ήταν ο Θωμάς ο Ακινάτης, ακολουθώντας την πορεία που χάραξε ο Αβελάρδος, που συνέλαβε τις αντινομίες και τη λύση τους σ' ένα σχήμα που μέχρι σήμερα διέπει την Ρωμαιοκαθολική σκέψη. Η Sacra Doctrina του Ακινάτου σπάνια ονομάζεται θεολογία. Αλλά μ' αυτόν, η αντίθεση μεταξύ πίστεως και γνώσεως, ως τότε αόριστη και λανθάνουσα, μεταβάλλεται σε αντίθεση μεταξύ μιας αποκαλυπτόμενης υπερλογικής επιστήμης και μιας επιστήμης διεπομένης από την «κατά κόσμον» λογική. Την ίδια εποχή άνετα διευκρινίζεται ότι, όπως το βασίλειο της φύσεως είναι υποταγμένο στο βασίλειο της χάριτος, έτσι και η φιλοσοφική αντίληψη είναι υποταγμένη στη θεολογική. Τελικά, αφού και οι δύο εκπορεύονται από τον Θεό, δεν είναι δυνατό και δεν πρέπει ποτέ να συγκρουσθούν.

Από άποψη αρχής, όμως, ο διαχωρισμός προϋπόθετε εγκατάλειψη της Αυγουστινιανής συλλήψεως για την αντίληψη. Η σκέψη έπαυσε να ταυτίζεται με την θεϊκή φώτιση. Αντίθετα προς τον Αυγουστίνο, ο Ακινάτος τη θεωρούσε μια φυσική λειτουργία του νου. Ο στοχασμός έχασε το ουράνιο μεγαλείο του κι' έγινε παραγωγική λειτουργία του κοινού νου του φυσιολογικού και εχέφρονος ανθρώπου. Το αντίκρυσμα της απολυτρώσεως της θεολογίας από τις επιθέσεις του επαναστατημένου στοχασμού ήταν η κατάπτωση αυτού σε απλή νοητική εργασία. Τούτο κατέστησε ικανό τον στοχαστή να συλλάβει την Αριστοτελική κοσμοθεωρία, αλλά με διάθεση αφιλοσόφητου ορθολογισμού. Οι συνέπειες της ταπεινωτικής αυτής παραδόσεως ήταν η χρησιμοποίηση από τον Ακινάτη φιλοσοφικών μεθόδων στη θεολογία και η αντιμετώπιση ίδιων αντικειμένων —μ' εξαίρεση τα μυστήρια της αποκαλύψεως και τα μυστήρια των ιερών ακολουθιών— στη θεολογία και τη φιλοσοφία, μολονότι τώρα αντιμετωπίζονταν με το φως των ανωτέρων αξιωμάτων που έδωσε η αποκάλυψη.

Ο Ακινάτης ίδρυσε τη θεολογία ως εκκλησιαστική επιστήμη, θεμελιωμένη στην αποκάλυψη, και αντιδιαστελλόμενη προς τη φιλοσοφία ως ανθρώπινη επιστήμη, θεμελιωμένη στην εμπειρία των αισθήσεων και στο νοητικό στοχασμό. Ύστερ' απ' αυτά, θεολογία ήταν πια ο γενικός όρος της εκκλησιαστικής επιστήμης.

Η φαινομενικά ολοκάθαρη θωμιστική διαίρεση και συνένωση θεολογίας και φιλοσοφίας αποδείχθηκε απατηλή. Η ανησυχία συνεχίστηκε. Η εγκόσμια σκέψη και αντίληψη δεν έπαυσαν να σφυροκοπούν και να υποσκάπτουν τον βράχο του εκκλησιαστικού στοχασμού. Μια νέα λυτρωτική προσπάθεια αναπτύχθηκε με το δόγμα της δίπτυχης αλήθειας: λογική και πίστη, ειπώθηκε, είναι άσχετες. Η καθεμιά είναι ορθή στο δικό της πεδίο• μπορεί να συγκρούονται, αλλ' αυτό δεν ασκεί επίδραση, αφού καμιά από τις δύο δεν αξιώνει κύρος στο πεδίο της άλλης. Στην πράξη αυτό το δόγμα, είτε τονίστηκε εμφαντικά, είτε καλύφθηκε αμυδρά, έπαιξε σοβαρό ρόλο στους επόμενους αιώνες.

Η ωραία και αρμονική θωμιστική τάξη επικύρωσε τον κόσμο και τα βασίλειά του, κατανόησε τα μέτρα και τα όριά του και τον άφησε να ακτινοβολήσει μέσα στη δόξα της θεϊκής δημιουργίας. Άφησε τον κόσμο ελεύθερο μέσα σε κάθε θετικιστική αίσθηση και τον διατήρησε κάτω από την οδηγία του Θεοῦ, ο οποίος μίλησε δια της Εκκλησίας, έπλασε σωστά τον κόσμο και αποκάλυψε τον εαυτό του μέσα στην αρμονία. Χωρίς φαινομενική αντινομία, ο Θεός κι' ο κόσμος, η αποκάλυψη και η λογική, μπορούσαν να γίνουν παραδεκτά ανάλογα με τη σειρά τους. Ο κόσμος στην ανομοιότητά του και αυτονομία των βασιλείων του, ο άνθρωπος μέσα στο γένος του, ο πολιτισμός ως θεϊκής υφής έννοια των ανθρώπινων έργων και θεσμών — όλα αφέθηκαν να αποκαλυφθούν και ονομάστηκαν «Χριστιανικά». Όλη αυτή η μεγάλη αρμονία φαινόταν να είναι δυνατή παρά τη σκιά που έριχναν οι συνέπειες της Πτώσεως του ανθρώπου. Η Πτώση εξηγούσε και το σωματικό και πνευματικό κακό και η θρησκευτική αντίληψη μπορούσε να υποδείξει λύτρωση, χωρίς ν' αναγκασθεί ν' αρνηθεί και τον κόσμο και τον άνθρωπο με τη δικαιολογία της ολοκληρωτικής διαφθοράς.

Ακόμη και στο στοχασμό που περιλαμβάνεται στη Καινή Διαθήκη υπήρξαν περικοπές —τονισμένες από τον Προτεσταντισμό— που σκόπευαν προς άλλες κατευθύνσεις. Ο κόσμος θεωρήθηκε ελεύθερος και αυτόνομος σαν το βασίλειο της αμαρτίας• για την αιωνιότητα υπήρχε δικαίωση μόνο δια της πίστεως. Ήρθαμε για ν' ακούσουμε ότι σ' αυτό τον κόσμο, ολοσχερώς διεφθαρμένο εξ αιτίας της Πτώσεως, πρέπει να ζήσουμε υποκείμενοι στην επιρροή των ιδιοτήτων των εγκόσμιων αμαρτάνοντας. Αυτό ήταν το νόημα της Pecca Fortiter του Λουθήρου: η ελπίδα, που σ' αυτό τον κόσμο υποβαστάζει το πνεύμα μας μέσα στην αναπόφευκτη αμαρτία, ενσωματώνεται αποκλειστικά στην πίστη για λυτρωμό έξω από τον κόσμο. Ο κόσμος δεν ήταν απαρχής άναρχος και πολέμιος των ηθικών αρχών, όμως διατρέχοντας την τωρινή φάση, που είναι φάση της διαφθοράς, δεν παρουσιάζει ουσιαστική διαφορά στην περιγραφή του από εκείνη της παλιάς γνωστικής θεωρίας. Η ιστορία ήταν μια διαδοχή από πράξεις ανθρώπινης περηφάνιας και πωρώσεως. Στον κόσμο δεν μπορεί να υπάρξει άλλος οδηγός από την πίστη— μια πίστη άσχετη με τα εγκόσμια, που συγχωρεί στον άνθρωπο την υλιστική ύπαρξή του, αλλά τοποθετεί την κύρια ζωή του άλλου. Η λογική καθ' εαυτή ήταν διεφθαρμένη και η μόνη αλήθεια βρίσκεται στην εγκόσμια απομόνωση ή στη προσευχή με ταπεινοφροσύνη, που και οι δυο τους αναφέρονται στην αιωνιότητα του Θεού.

Τέτοια ανευθυνότης απέναντι στον κόσμο και τα προβλήματά του και μάλιστα προβαλλόμενη εν ονόματι του Θεού, ήταν αφόρητη. Συνέπειες αυτού, οι αλλεπάλληλες απόπειρες να γίνει παραδεκτός ο κόσμος και να του δοθεί κάποιο κύρος, όπως συνέβη με τον Προτεσταντισμό, η διαρκής ζωτικότης του Ακινάτου, η συνεχής επίκληση φιλοσοφικών αντιλήψεων για τη μια θεϊκή αρχή που εγκολπώνει τον κόσμο, σαν τον Νου του Αριστοτέλη και τον Λόγο των Στωϊκών. Οι πιο έντονες προσπάθειες για εναρμόνιση ήταν του Λάϊμπνιτς και του Χέγκελ, του τελευταίου μάλιστα είναι η πιο εντυπωσιακή για τον οραματισμό της και η πιο πειστική από άποψη ερμηνευτική για την αποδοχή όλων των αντινομιών και την αντιμετώπιση του τρόμου. Για τον Χέγκελ, η αποκάλυψη, που έγινε διαφανής και κατανοητή με την λογική, διαλύθηκε στη ροή της Ιστορίας με το πέρασμα του πνεύματος στην αιτιοκρατία. Ο Θεός ήταν το πνεύμα, η υποκείμενη αιτία των πάντων. Αυτό το πνεύμα ήταν ενιαίο, αποκαλυπτόμενο εμφανίστηκε στη φύση, στον άνθρωπο, στην Ιστορία. Η πίστη είχε επίσης τη θέση της στην κλίμακα των στιγμών της αλήθειας, που όλες έφτασαν να γίνουν καταφανείς στη μοναδική θεωρητική σκέψη της φιλοσοφίας. Όλα συμφιλιώθηκαν. Οτιδήποτε υπήρχε, είχε τη θέση του, τη δικαίωσή του, τα όριά του, την αρνητική του όψη. Η λογική δεν ήταν διεφθαρμένος στοχασμός, εναντιωμένη στο Θεό, δεν ήταν πρόκληση στην αποκάλυψη, άλλα η πηγή που τα πάντα περικλείει.

Απ' όλες τις κατασκευές, με τις όποιες το πρόβλημα της συγγένειας λογικής και πίστεως αρχικά προβλήθηκε, έπειτα έγινε αντικείμενο στοχασμού και τελικά λύθηκε ή διαπιστώθηκε ως άλυτο, καμιά δεν μπορεί να ικανοποιήσει. Μπορούμε να φτάσουμε σε βαθύτερη επίγνωση; Το μεγάλο επίτευγμα της θεολογίας τείνει να μας αποθαρρύνει. Έχει αναπτύξει μια εξαιρετικά πλούσια, πνευματικά έντονη, διανοητικά οξεία και συστηματική σκέψη και ως θρησκευτική εμπειρία έχει προκαλέσει την παραγωγή αξιοθαύμαστης φιλολογίας. Αν και εξαναγκάστηκε ν' αποδεχθεί την Ελληνική Φιλοσοφία και κάθε μεταγενέστερη που θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της, η Θεολογία δημιούργησε τα δικά της θέματα και τους δικούς της τρόπους στοχασμού, των οποίων το νόημα αντέχει, ακόμη κι' εκεί που η πίστη στην αποκάλυψη έχει εξαφανισθεί.

Τελείως συνοπτικά μπορεί εδώ να λεχθεί ότι το αποφασιστικό γεγονός, που οι παλιοί στοχαστές δεν μπορούσαν να γνωρίζουν —και του οποίου την ύπαρξη, οσοδήποτε παράξενο κι' αν φαίνεται, δεν έχουν αντιληφθεί σύγχρονοι θεολόγοι και μερικοί φιλόσοφοι— είναι η πραγμάτωση και η συνειδητοποίηση της τάσεως για ειδίκευση της σύγχρονης επιστήμης. Μ' επίγνωση των μεθόδων και των περιορισμών της αληθινής επιστήμης, αίρει μεγάλο μέρος των δυσχερειών που ανακύπτουν από την πάλη μεταξύ πίστεως και λογικής — αν και με κάποιαν άλλη, περισσότερο ξεκάθαρη μορφή θα επανεμφανισθούν. Η θεμελιακή ασάφεια στη πανάρχαιη διαμάχη πάνω στη λογική και την πίστη, στη φιλοσοφία και θεολογία, μπορεί τώρα να αποσαφηνισθεί και να γίνει κατανοητή από όλους.

2. Έννοιες της χριστιανικής φιλοσοφίας.

α. Αν η φιλοσοφία και η πίστη στην αποκάλυψη είναι αδιαχώριστες στο μυαλό του στοχαστή —όπως στις περιπτώσεις του Αυγουστίνου, του Ανσέλμου και του Κουζάνου— ο ιστορικός παρατηρητής μπορεί ν' αποκαλέσει αυτό τον τρόπο σκέψης Χριστιανική φιλοσοφία. Για μας είναι μια φιλοσοφία που έχει απορροφήσει τη Χριστιανική αποκάλυψη ως μια ουσιώδη πηγή.

β. Αν φιλοσοφία και θεολογία είναι ξέχωρες από άποψη αρχών —όπως στους περισσότερους στοχαστές από τον Ακινάτο και πέρα— μερικοί θα εξακολουθούν ακόμη να χρησιμοποιούν τον όρο Χριστιανικός για τις εμφαντικά ανεξάρτητες μορφές της φιλοσοφίας, καθώς ο σύγχρονος θωμιστής αξιώνει ότι έχει γίνει ανεξάρτητος. Αλλά τέτοιοι «Χριστιανοί φιλόσοφοι» έχουν παύσει να είναι αληθινοί φιλόσοφοι. Στην πραγματικότητα, η στάση τους συμπίπτει μ' εκείνη των σύγχρονων «επιστημονικών φιλοσόφων». Η μόνη ουσιώδης διαφορά είναι ότι η πίστη των Θωμιστών στοχαστών βασίζεται στην Εκκλησία και στην αποκάλυψη, ενώ του σύγχρονου «επιστημονικού» φιλοσόφου, που έχει χάσει τη φιλοσοφική του πίστη, θεμελιώνεται σε κάτι ξένο προς την «επιστήμη» του.

Σήμερα, Θωμιστές και επιστημονικοί φιλόσοφοι έχουν χωρίς επίγνωση συμμαχήσει εναντίον της αληθινής φιλοσοφίας. Και οι δυο κατηγορίες έχουν ξεμακρύνει από τον σωστό στοχασμό της λογικής και περιορίστηκαν στη νόηση και στην εμπειρία. Εννοούν να αποδείχνουν και να στηρίζουν θέσεις με φυσικά μέσα, όχι μόνο όπως οι επιστήμονες, αλλά ως επιστήμονες. Εννοούν να ερευνούν «γεγονότα» και «φαινόμενα» —πλην όμως ατελεύτητα, άσκοπα, ακαθοδήγητα— και συναντιούνται σ' ένα πεδίο πού δεν είναι ούτε επιστημονικό, ούτε φιλοσοφικό, σ' ένα πεδίο μιας υποτιθέμενης φιλοσοφικής δεξιοτεχνίας με συνακόλουθη αντίθεση προς την ίδια τη φιλοσοφία.

Παρ' όλα αυτά, παραμένει μια μεγάλη διαφορά μεταξύ του Χριστιανού που πιστεύει τη φιλοσοφία και του «επιστήμονος» απίστου. Ο Χριστιανός ξεκάθαρα εξαρτάται. Από άποψη αρχής, η Χριστιανική φιλοσοφία θέλει ν’ αντιταχθεί στην εκκλησιαστικά διατυπωμένη πίστη. Οποτεδήποτε υπάρχει σύγκρουση, θα υποταχθεί, αρνούμενη κάθε νοητική δολιότητα, γιατί η φιλοσοφική αλήθεια και η αλήθεια της πίστεως, κι' οι δυο εκπορευόμενες από το Θεό, δεν μπορούν ν' αμφισβητήσουν η μια την άλλη. Ο άλλος (ο άπιστος), μη πιστεύοντας στη φιλοσοφία, βρίσκεται από υπαρξιακή άποψη αναστατωμένος και διακηρύσσει την ανεξαρτησία του, χωρίς ν' αντιλαμβάνεται τις συμπτωματικές εξαρτήσεις του.

Η Χριστιανική θωμιστική φιλοσοφία δεν είναι σοβαρή ως φιλοσοφία, γιατί η σοβαρότητά της έγκειται στην εκκλησιαστική πίστη στην αποκάλυψη. Χρησιμοποιεί μια έκφραση για τη μεγάλη, ανεξάρτητη, αληθινή φιλοσοφία, για τον στοχασμό τριάντα αιώνων φιλοσοφικής πίστεως: «Ersatz θρησκεία».

Μέσα σ' αυτή την αναταραχή, θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί να επιστρέψει στους πλατείς δρόμους του ενοποιημένου στοχασμού, όπως ασκήθηκε από τον Αυγουστίνο, Άνσέλμο και Κουζάνο. Μα τούτο, για τη σημερινή θέση του πνεύματος, είναι αδύνατο, εκτός αν ο στοχαστής αγνοήσει τις αναπόφευκτες μορφές του —ιδιαίτερα τη σημασία και τις πραγματικές διαστάσεις της επιστήμης— και καταλήξει σ' ένα ρομαντικά περιορισμένο στοχασμό, που σήμερα όμως θα φαινόταν ξεπερασμένος.

γ. Τελικά, φιλοσοφία μπορεί να ονομασθεί η Χριστιανική φιλοσοφία, γιατί είναι μορφή του Δυτικού πολιτισμού. Αν την κοιτάξουμε από τη σκοπιά της Ελληνικής φιλοσοφίας, χωρίς ν' αναφέρουμε την Ινδουιστική και την Κινεζική, αισθανόμαστε αυτή την διαπεραστική πνοή, αισθητή ακόμα και στους σκεπτικιστές και υλιστές. Αυτή η περιγραφή της Χριστιανικής φιλοσοφίας έχει μιαν απεριόριστα ευρεία σημασία και υπονοεί ένα ιστορικό εντοπισμό Μιλώντας για «Χριστιανική φιλοσοφία» μ' αυτούς τους τρεις τρόπους, έχουμε ένα νόημα. Εν τούτοις είναι ακατανόητο, αν ο όρος υπονοεί είτε μια φιλοσοφική άποψη για την πίστη στην αποκάλυψη —η οποία είναι μάταιη— είτε μια άποψη για φιλοσοφία απορρέουσα από την πίστη στην αποκάλυψη. Κι' αυτό είναι εξ ίσου αδύνατο. Ο φιλοσοφικά λαμπρός στοχασμός των Αυγουστίνου, Ανσέλμου και Κουζάνου άφησε αντίθετη εντύπωση, που είναι απατηλή.

3. Το πρόβλημα της αλήθειας της αποκαλύψεως.

Η λογική δεν μπορεί να ερμηνεύσει την αποκάλυψη. Η λογική, ως φιλοσοφία, δικαιούται ν' αξιώνει ότι είναι ανεξάρτητη, αυτογέννητη, αλλ' αντιμετωπίζοντας το «σκοπό» και την «πραγματικότητα» της αποκαλύψεως δεν έχει το κύρος ν' αποφασίσει για την ύπαρξη της αποκαλύψεως. Κι' αυτό γιατί η αποκάλυψη, όπως κι' η απαρχή της φιλοσοφίας, προηγείται κάθε συλλογισμού. Αυτή η πρωτοτυπία είναι ο πρωταρχικός όρος κάθε συλλογισμού. Καμιά λογική αυθεντία δεν μπορεί να συμπεράνει εκ των προτέρων ότι μπορεί να υπάρχει αποκάλυψη, που καλύπτει ένα κενό, ας το πούμε έτσι, στο στοχασμό μας. Αυτό δεν είναι ούτε δυνατό, ούτε αδύνατο. Έρχεται απ' έξω, σαν κάτι ξέχωρο από κάθε σκέψη και εμπειρία. Αν η αποκάλυψη δεν είχε υπάρξει, δεν θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί ότι είχε υπάρξει. Καμιά γενική έννοια δεν μας καθιστά ικανούς να προμαντεύσουμε μια πράξη του Θεού ως πιθανή, ή να την κατανοήσουμε μετά. Το δεδομένο της αποκαλύψεως έγκειται μόνο στο να την ακούει κανείς και να αποδέχεται το θεϊκό έργο.

Όμως οι πιστοί απαρχής αγωνίζονται για το δεδομένο καθ' εαυτό και δεν έπαυσαν να προσπαθούν. Το βέβαιο είναι ότι η αλήθεια της αποκαλύψεως θεμελιώνεται μόνο από την ίδια την αποκάλυψη, αλλά οι άνθρωποι εξακολουθούν να στηρίζονται σ' επακόλουθα φαινόμενα που την κάνουν απτή στο κόσμο, όπως στα παρακάτω επιχειρήματα:

1. Η αποκάλυψη λέγεται ότι θεμελιώθηκε με τη μαρτυρία του Αγίου Πνεύματος, το οποίο βρίσκω μέσα μου, όταν η έξω μαρτυρία μ' αγγίζει. Μ' αυτή την κατάθεση του πνεύματος, κι' όχι με τη λογική, η αλήθεια της αποκαλύψεως γίνεται ορατή και γνωστή. Η λογική είναι φαύλη και μπορεί ν' αναστατώσει την αγνή γλώσσα του πνεύματος.

2. Η αποκάλυψη λέγεται ότι θεμελιώθηκε με τη μαρτυρία του εκκλησιάσματος —το οποίο ο Αυγουστίνος μπορεί συνακόλουθα ν' αποκαλεί « Vestra Sanctitas». Αυτή η ομαδική κατάθεση δεν είναι εμπειρία, που η ψυχολογία και η κοινωνιολογία μπορούν επαρκώς να συλλάβουν, είναι το Άγιο Πνεύμα που λειτουργεί μέσα και δια μέσου του εκκλησιάσματος. Σε πεδία που η ανθρώπινη μνήμη και μαρτυρία δε μπορούν ν' ανιχνεύσουν, δημιουργημένα από την παράδοση, την Αγία Γραφή και τα ιερά έθιμα, το εκκλησίασμα καταλαμβάνεται από την αποκάλυψη που του είναι εμπιστευμένη από τον καιρό της συνθήκης με το Θεό. Αυτή η πραγματικότης προϋπάρχει πριν από κάθε στοχασμό και δίνει σημάδια της παρουσίας της μέσα στο στοχασμό. Δεν είναι προκατάληψη με την έννοια μιας ευκίνητης απατηλότητας ή αβάσιμης εικασίας, αλλά είναι ένα πρόκριμα για την απόμακρη και αμνημόνευτη πραγματικότητα.

3. Λέγεται ότι η αποκάλυψη θεμελιώθηκε ιστορικά από τη συνθήκη του Θεού με τους πιστούς. Αυτή η συνθήκη αντλεί το κύρος της από μια πράξη των προπατόρων τους, που είχε ως προϋπόθεση τη μεμονωμένη άμεση• επαφή με το Θεό: «Και είπαν στο Μωϋσή, συ μίλα μαζί μας και θα υπακούσομε• αλλά μην αφήσεις το Θεό να μιλήσει μαζί μας, μήπως πεθάνουμε». Η περικοπή δηλώνει ξεκάθαρα ότι η πηγή της αποκαλύψεως δεν είναι η ατομική ή η ομαδική άμεση σχέση με το Θεό, αλλά η έμμεση σχέση. Αυτή η πίστη στην αποκάλυψη δεν βασίζεται σ' ένα δράμα ή σε μια μυστικιστική ένωση, αλλά στην παραδοχή για την αλήθεια της μεσιτείας. Ο πιστός πιστεύει με τη μεσολάβηση σειράς μεσιτών, που αρχίζει από το Μωϋσή, συνεχίζει με τους προφήτες και καταλήγει στους αποστόλους, δεν βασίζει την πίστη του κατ' ευθείαν στο Θεό, αλλά στη μαρτυρία των μεσιτών. Αυτός ο τύπος πίστεως είναι πίστη με παρεμβολή ενδιάμεσου. Αλήθεια είναι ότι ο αποφασισμένος να πιστεύει παραδέχεται τη μεσιτεία, τη μαρτυρία ή παράδοση. Θεμελιωμένη μ' αυτό τον τρόπο η αλήθεια, γίνεται καταληπτή με την αναφορά στην Αγία Γραφή.

Κάθε ιστορικό παράδειγμα δείχνει ότι η αποκάλυψη θεμελιώνεται από μόνη της, κι' όχι από τίποτε άλλο. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, ούτε κι' η φιλοσοφική πίστη μπορεί να προβάλει άλλην αιτία. Εκεί που ο άνθρωπος είναι αληθινά σοβαρός, σ' αυτόν ανήκει το θάρρος και η κατεύθυνση της εκλογής για το πώς θα ζήσει και για το γιατί θα ζήσει.



Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος μιλά στο Cafebabel

Τον συναντάμε στο γραφείο του, ένα μουντό πρωί Σαββάτου. Είναι η πρώτη κοινή συνέντευξη για την ομάδα της Αθήνας και της Κωνσταντινούπολης. Αγωνία, άγχος, κοιτάμε ξανά με τον Ozcan και την Αγγελίνα τις ερωτήσεις. Δεν ξέρουμε τι περιμένουμε να δούμε. Εμείς ένα νεανικό περιοδικό μπροστά σε ολόκληρο Πατριάρχη! Μέχρι που συναντάμε ένα Βαρθολομαίο τόσο κοντινό, τόσο πράο, που όλα με ένα χαμόγελο γίνονται οικεία. ''Σαν να παίρνεις συνέντευξη από τον παππού σου''... Μας προσφέρει γλυκό κουταλιού και καφέ, ανοίγω το κασετοφωνάκι και ξεκινάμε. Θα μιλήσει για όλα: απο τη Χάλκη ώς το περιβάλλον και από τους νέους ώς την επιστήμη και τον Κρις Σπύρου..


Ο προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας επισκέφθηκε πρόσφατα το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και πολύ νωρίτερα το Φανάρι. Με δεδομένο οτι το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει πρωτοστατήσει στο παρελθόν για το διάλογο των Εκκλησιών μέσα από την ίδρυση του ‘Παγκοσμίου Συμβουλίου’ των Εκκλησιών, θεωρείτε εφικτή αν όχι την Ένωση τουλάχιστον την ενότητα των Εκκλησιών;

Από την εποχή των προκατόχων μου, των μακαριστών Αθηναγόρα και Δημητρίου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρωτοστατεί στον διάλογο μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών. Πράγματι, εμείς πρωτοστατούμε σε αυτό που ονομάζεται ‘‘οικουμενικό κίνημα’’. Κατα την επίσκεψη του Πάπα στο Φανάρι, υπογράψαμε κοινή διακύρηξη ενώ ο απαγγείλαμε μαζί και το ‘Πάτερ Ημών’. Επιπλέον το Οικουμενικό Πατριαρχείο συμμετέχει και στο Ευρωπαικό Συμβούλιο των Εκκλησιών. Εμείς προάγομε τον διάλογο αν και το χάσμα είναι μεγάλό, είμαστε χωρισμένοι εδώ και 10 αιώνες. Τώρα συζητούμε με τους Ρωμαιοκαθολικούς το θέμα του πρωτείου του Πάπα- συζητούμε πώς ήταν την πρώτη χιλιετία της κοινής μας πορείας και γιατί άλλαξε στη συνέχεια. Αυτό είναι το πιο δύσκολο θέμα που μας χωρίζει μαζί με το filioque. Ο δρόμος είναι μακρύς αλλά δεν πρέπει να αποθαρυνόμεθα αλλά να προσπαθούμε και να συμβάλλομε στη γεφύρωση του χάσματος.

Τον Αύγουστο πραγματοποιήσατε την ιστορική Θ. Λειτουργία στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Σουμελιώτισσας στην Τραπεζούντα, ενώ πριν από μερικές εβδομάδες και οι Αρμένιοι λειτούργησαν στην Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στη λίμνη Βαν της Τουρκίας. Θεωρείτε πως τέτοιες ενέργειες βοηθούν την αλληλοκατανόηση και το σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών στη χώρα; Μπορεί το επόμενο βήμα να είναι η επαναλειτουργία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης;

Εμείς είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι με τις εξελίξεις αυτές, τόσο για την Παναγία Σουμελά όσο και για τους Αρμένιους. Δείχνει μια αλλαγή στη στάση της Τουρκίας. Η Παναγία Σουμελά έδειξε οτι ο χώρος αυτός πέρα απο μουσείο μπορεί να λειτουργεί και ως χώρος λατρείας- μια φορά το χρόνο όπως αναφέρει η άδεια που έχουμε. Αυτό είναι κάτι απο το οποίο μπορούν να κερδίσουν όλοι. Το τουρκικό κράτος καταλαβαίνει οτι δεν είμαστε απειλή αλλά αντίθετα οτι αγαπάμε και δουλεύουμε για το καλό της χώρας. Πέρα από την οικονομική ενίσχυση από την έλευση των πιστών, προσφέρουμε ζωντανή απόδειξη οτι οι θρησκευτικές ελευθερίες ενισχύονται στην Τουρκία. Αυτό είναι θέμα αρχών και αξιών σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Σε ό,τι αφορά τη Χάλκη, είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος. Βλέπω το θέμα να λύνεται εντός του 2011, με τη συμπλήρωση 40 χρόνων από το κλείσιμο της Σχολής. Εμείς είμαστε έτοιμοι να λειτουργήσουμε άμεσα ώστε να υποδεχθεί η Σχολή φοιτητές από την Τουρκία αλλά και από το εξωτερικό, όπως συνέβαινε και παλαιότερα. Έτσι θα μπορέσουμε να εκπαιδεύσουμε τους κληρικούς όλων των βαθμίδων που είναι απαραίτητοι για τη λειτουργία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο όπως ξέρετε έχει αρμοδιότητες σε πολλά μέρη του κόσμου, όπως τις ΗΠΑ, τη Δυτική και Ανατολική Ευρώπη κ.α.

Πώς εσείς προσωπικά διαισθάνεσθε το ιστορικό βάρος, να κάθεστε στο θρόνο του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Φώτιου, του Γεννάδιου;

Είναι τεράστιο ιστορικό βάρος. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν τιτάνες πίστεως και γνώσεως. Φυσικά δεν μπορούμε να τους φθάσουμε. Αλλά ξέρετε, αυτός ο θρόνος είναι ένας σταυρός που πρέπει να κουβαλήσεις. Εμείς είμαστε η ζωντανή φωνή ενός θεσμού που βρίσκεται σε αυτή την πόλη, την Κωνσταντινούπολη εδώ και δεκαεπτά αιώνες και που θα παραμείνουμε με τη χάρη του Θεού.


 Η Τουρκία φαίνεται να αντιλαμβάνεται σταδιακά οτι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι απλά η τοπική επισκοπή των Ρωμιών της Πόλης, αλλά ένας οικουμενικός θεσμός από τη στήριξη της δράσης του οποίου η Τουρκία έχει πολλά να κερδίσει. Συμμερίζεστε αυτή την άποψη και έχετε ενδείξεις ότι πράγματι αλλάζει η αντιμετώπιση εκ μέρους του Τουρκικού κράτους;

Κοιτάξτε, μπορώ να συνοψίσω τη μέχρι τώρα στάση των τουρκικών κυβερνήσεων σε μία λέξη: αντιπαραγωγική.

Αντιπαραγωγική όχι μόνο ώς προς εμάς αλλά πρωτίστως ώς προς τα εθνικά συμφέροντα της ίδιας της Τουρκίας. Ωστόσο οι εξελίξεις είναι θετικές. Γίνεται αντιληπτό ότι δεν είχαμε ποτέ και δεν έχουμε, ούτε τώρα ούτε στο μέλλον πολιτικές βλέψεις και σκοπιμότητες. Κατά καιρούς έχουν ακουστεί γελοία επιχειρήματα ότι προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα δεύτερο Βατικανό στο Φανάρι. Ας έρθει οποιοσδήποτε να μας δείξει ποιες ήταν αυτές οι κινήσεις. Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα.

Είναι γεγονός οτι βλέπουμε μια αλλαγή στάσης και ο νέος βακουφικός νόμος είναι προς αυτή την κατεύθυνση- δεν επιλύει όλα μας τα προβλήματα αλλά σίγουρα δίνει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στις μειονότητες. Πρόσφατα, ένας Ρωμιός, ορθόδοξος, εκλέχθηκε ώς μέλος από πλευράς των μειονοτήτων στην Επιτροπή που ασχολείται με τα βακουφικά και συνεδριάζει στην Άγκυρα κάθε δεκαπέντε μέρες. Αυτά είναι πρωτόγνωρα για εμάς εδώ και χαιρόμαστε πολύ για αυτό. Επιπλέον με τον πρωθυπουργό Ερντογάν επισκεφθήκαμε το Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου πριν την απόφαση του ΕΔΑΔ με την οποία δικαιωθήκαμε. Αυτό ήταν εκ μέρους του πρωθυπουργού μια γενναία πολιτική κίνηση με ισχυρούς συμβολισμούς.

Ξέρετε, το κύρος του Πατριαρχείου στο εξωτερικό είναι μεγάλο, κάτι που είναι προς όφελος της και της Τουρκίας. Είναι γνωστή η προσπάθειά μας να οικοδομήσουμε την ειρήνη και το σεβασμό μεταξύ των ανθρώπων και αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός οτι κάθε πολιτική προσωπικότητα που έρχεται στην Τουρκία δεν παραλείπει να επισκεφθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εμείς αισιοδοξούμε. Επιμένουμε και εμμένουμε.

Μια ομάδα Ελληνοαμερικάνων υπό τον Κρίς Σπύρου, ήθελαν να τελέσουν Θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης αλλά ματαίωσαν το πρόγραμμά τους. Πήρατε μέρος στις προσπάθειες που έγιναν ώστε να ακυρώσουν το πρόγραμμα αυτό;

Ποιός είναι αυτός ο κύριος; Δεν τον γνωρίζουμε. Δεν γνωρίζουμε πως μπόρεσε να σκεφθεί να οργανώσει μια θρησκευτική τελετή χωρίς να πάρει άδεια από εμάς και χωρίς έγκριση από το Τουρκικό κράτος. Διαμαρτυρηθήκαμε και ματαίωσαν το σχέδιό τους. Κανείς δεν μπορεί να τελέσει μια Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία χωρίς άδεια από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Τουρκική κυβέρνηση. Ακόμα και εμείς δεν μπορούμε να τελέσουμε Θεία Λειτουργία σε άλλες χώρες χωρίς άδεια από τις τοπικές εκκλησίες και τις τοπικές αρχές.

Έχετε χαρακτηριστεί ‘‘Πράσινος Πατριάρχης’’ λόγω της περιβαλλοντικής σας ευαισθησίας. Θεωρείτε πως οι θρησκευτικοί ηγέτες είναι σε θέση να επηρεάσουν αν όχι τις κυβερνήσεις, τουλάχιστον την περιβαλλοντική συνείδηση των πιστών;

Δύσκολα επηρρεάζονται οι κυβερνήσεις. Το βλέπετε άλλωστε ότι είναι τέτοια τα οικονομικα συμφέροντα που πιέζουν που δεν είναι εφικτό να συμφωνηθούν πολλά από τους πολιτικούς, το είδαμε αυτό πρόσφατα στην Κοπεγχάγη. Ωστόσο πιστεύω πως ναί είμαστε σε θέση να καλλιεργήσουμε στους πιστούς την ευαισθησία τους σε ότι αφορά τα περιβαλλοντικά ζητήματα.

Ξέρετε, η παγκόσμια αυτή κρίση είναι πρωτίστως αξιολογική και εννοιολογική. Πρέπει να κατανοήσουμε οτι τον πλανήτη μας, πρέπει να τον παραδώσουμε στις επόμενες γενεές. Δεν πρέπει να κάνουμε αλόγιστη σπατάλη των πόρων της αλλά να επιτρέψουμε και στους επόμενους να επωφεληθούν από τα αγαθά του Θεού.

Η οικολογία αφορά τον οίκο μας, το σπίτι μας. Για να γίνει αντιληπτό πρέπει να κατανοήσουμε οτι δέν είμαστε ιδιοκτήτες αλλά διαχειριστές αυτού του κόσμου, τον οποίο ο Θεός μας εμπιστεύθηκε. Πρέπει να τον φροντίσουμε και να τον παραδώσουμε στους επόμενους. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει πρωτοστατήσει σε αυτή την προσπάθεια για την ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης μέσα από Διεθνή Οικολογικά Συνέδρια.

Είναι εύκολο να συνδυαστεί ο σύγχρονος καταναλωτικός τρόπος ζωής με την εγκράτεια που κομίζει ο Χριστιανισμός; Πολλοί ισχυρίζονται οτι τα δύο μοντέλα είναι ασύμβατα μεταξύ τους.

Πράγματι είναι απαραίτητη μια αλλαγή νοοτροπίας, ώστε να απαγκιστρωθούμε από την υπερκατανάλωση και την πλεονεξία που οδηγεί μοιραία στην κοινωνική αδικία και ανισότητα. Ο Απόστολος Παύλος μας διδάσκει οτι η πλεονεξία και η απληστία που μας οδηγεί στη λατρεία των υλικών αγαθών είναι ειδωλολατρεία που είναι η μεγαλύτερη αμαρτία. Η Εκκλησία διδάσκει όχι την πλεονεξία αλλά την ολιγαρκεία. Το Ευαγγέλιο κηρύττει οτι ο ‘‘έχων δύο χιτώνας να δώσει τον έναν στο συνάνθρωπό του’’- εμείς έχουμε φτάσει στο σημείο να προσπαθούμε να αρπάξουμε από τον διπλανό του ακόμα και τον ένα χιτώνα που διαθέτει.

Τι μπορεί να προσφέρει η Ορθόδοξη πίστη και μαρτυρία στους νέους της Ευρώπης; Είναι εύκολο να ασπαστεί τις έννοιες και τις αξίες αυτές ένας ΔυτικοΕυρωπαίος με Καθολικο/Προτεσταντικό υπόβαθρο;

Είπαμε και πρίν οτι όλα τα θέματα διαπλέκονται μεταξύ τους- κοινωνικά, οικονομικά και ιδεολογικά. Οι νέοι αισθάνονται ανασφαλείς. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει να τους προσφέρει την πίστη όπως αυτή ήταν τους πρώτους δέκα αιώνες κοινής συμπόρευσης ώς σώμα Χριστού. Πριν το σχίσμα όλη η Ευρώπη ήταν Ορθόδοξη. Αυτό που η Εκκλησία έχει λοιπόν να προσφέρει είναι η απλότητα και η γνησιότητα της Πίστεως. Διδάσκουμε αυθεντικότητα, ασκητικό ήθος και πνευματικότητα κάτι που λείπει από τη Ρωμαιοκαθολική και τις άλλες εκκλησίες. Από αυτές τις αξίες αποκόπηκε η Δύση και για αυτό εκδηλώνεται νοσταλγία. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταφράζονται και βρίσκονται στα βιβλιοπωλεία ξένων χωρών. Πέρα όμως απο τα λειτουργικά βλέπουμε και διδακτικά βιβλία όπως τη Φιλοκαλία να ενδιαφέρουν τους μη-Ορθόδοξους. Στην Ορθόδοξη πίστη υπάρχει κατάνυξη, συναίσθημα και λιγότερη λογική αν θέλετε. Αυτό συμβαίνει γιατι η Ορθοδοξία είναι Παράδοση, εμπειρία, συμπυκνωμένη σοφία.


Φοβάστε την παγκοσμιοποίηση; Πολλοί ισχυρίζονται οτι με τόσα στοιχεία που βομβαρδιζόμαστε πανταχόθεν υπάρχει ο κίνδυνος να γίνουμε ‘‘αχταρμάς’’.

Η παγκοσμιοποίηση έχει κάποια πολύ θετικά στοιχεία τα οποία εμείς υποστηρίζουμε. Προσφέρει αλληλοκατανόηση μεταξύ των λαών και δημιουργεί το έδαφος εκείνο για να συνεργαστούν οι λαοί και να ζούν ειρηνικά. Ωστόσο, όπως έλεγε και ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος υπάρχει ένας κίνδυνος να μας κάνουν ‘‘κιμά’’. Αυτό δεν είναι επιθυμητό.

Εμείς υποστηρίζουμε οτι ο καθένας πρέπει να διατηρεί τα στοιχεία του, γλωσσικά κοινωνικά κ.α, που τον καθιστούν ξεχωριστό. Τα στοιχεία αυτά συντελούν την ιδιαιτερότητά του αλλά δεν είναι δημιουργικά όταν κάποιος κλείνεται σε μια γυάλα και αυτοθαυμάζεται.

Ξέρετε, τον 6ο αιώνα οι ιεραπόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος έφυγαν ώς απεσταλμένοι του Οικουμενικού Πατριαρχείο για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στους Σλάβους. Δημιούργησαν το κυριλλικό αλφάβητο, δεν τους ελληνοποίησαν. Αυτό είναι κάτι που ο ιστορικός Παπαρηγόπουλος χρεώνει στο Πατριαρχείο, οτι δηλαδή δεν τους έκανες Έλληνες Ορθόδοξους. Εμείς λέμε οτι αφού οι άνθρωποι είναι Σλάβοι πρέπει να τους σεβαστείς και να τους κηρύξεις στη γλώσσα τους όχι να τους αλλάξεις. Προστατέψαμε έτσι και την ελληνική αλλά και τη σλαβική ταυτότητα. Για αυτό και σήμερα όλοι οι Σλαβικοί λαοί, οι Ρώσοι, οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι ευγνωμονούν τη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης.

Τελικά επιστήμη και πίστη είναι ασυμβίβαστες ή απλώς έχουν άλλους αποδέκτες και περιεχόμενο; Πρόσφατα ο Stephen Hawking προκάλεσε σάλο με τις δηλώσεις του, οτί το Σύμπαν θα μπορούσε να υπάρξει και χωρίς Δημιουργό. Θεωρείτε τέτοιες δηλώσεις εποικοδομητικές; Τι απαντά η Εκκλησία;

Είναι θα έλεγα δρόμοι παράλληλοι όχι αντίθετοι. Αλληλοσυμπληρώνονται γιατί οδηγούν στον ίδιο στόχο που είναι η Αλήθεια. Ξέρετε ο Αϊνσταίν κάποτε είπε οτι ‘‘η Επιστήμη δεν έχει Θεό αλλά οι επιστήμονες έχουν Θεό’’.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν είναι ενάντια στην επιστήμη. Την αποδεχόμαστε και στην ιστορική μας μαρτυρία οι επίσκοποι ήταν από τους πλέον επιφανείς επιστήμονες. Τα Ορθόδοξα μοναστήρια διέσωσαν τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα και τα έκαναν γνωστά στη Δύση. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έκανε σπουδή πάνω στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Άλλωστε η Εκκλησία μας έχει Αγία Επιστήμη και Αγία Υπομονή. Εμείς δεν είχαμε κανένα Γαλιλαίο..

Δηλώσεις σαν αυτές του Hawking είναι σεβαστές αλλά δε δεσμεύουν κανένα. Εμείς θεωρούμε οτι προκαλούν και διχάζουν. Η δική μας προσέγγιση είναι οτι όλη αυτή η δημιουργία, το στερέωμα, τα φυτά δεν μπορεί να προήλθαν εκ του τυχαίου αλλά έχουν Δημιουργό. Πριν μερικές μέρες, έκανα μια βόλτα στον κήπο με φίλους και έκοψα ένα λουλούδι και παρατήρησα πόσο τέλειο και καλαίσθητο ήταν - πόσο σοφά δημιουργημένο με χιλιάδες μικρότερα λουλουδάκια τα οποία ήταν ένα χάρμα οφθαλμών. Αυτό δεν μπορεί να έγινε στην τύχη...

Πηγή: Αθηναϊκό cafebabel.com

Οδυσσέα Ελύτη: ΕΞΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΥΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


Ο ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ

Συχνά, στην Κοίμηση του Δειλινού, η ψυχή της έπαιρνε αντίκρυ απ' τα βουνά μιαν αλαφράδα, μόλο που η μέρα ήταν σκληρή και η αύριο άγνωστη.

Όμως, όταν σκοτείνιαζε καλά κι έβγαινε του παπά το χέρι πάνω από το κηπάκι των νεκρών, Εκείνη

Μόνη της, Όρθια, με τα λιγοστά της νύχτας κατοικίδια -το φύσημα της δεντρολιβανιάς και την αθάλη του καπνού από τα καμίνια- στης θαλάσσης την έμπαση αγρυπνούσε

Αλλιώς ωραία!

Λόγια μόλις των κυμάτων ή μισομαντεμένα σ' ένα θρόισμα, κι άλλα που μοιάζουν των αποθαμένων κι αλαφιάζονται μέσα στα κυπαρίσσια, σαν παράξενα ζώδια, τη μαγνητική δορυφορώντας κεφαλή της άναβαν. Και μία

Καθαρότη απίστευτη άφηνε, σε μέγα βάθος μέσα της, το αληθινό τοπίο να φανεί

Όπου, σιμά στον ποταμό, παλεύανε τον Άγγελο οι μαύροι άνθρωποι, δείχνοντας με ποιόν τρόπο γεννιέται η ομορφιά

Ή αυτό που εμείς, αλλιώς, το λέμε δάκρυ.

Κι όσο βαστούσε ο λογισμός της, ένιωθες, εξεχείλιζε την όψη που έλαμπε με την πίκρα στα μάτια και με τα πελώρια, σαν παλιάς Ιεροδούλου, ζυγωματικά,

Τεντωμένα στ' ακρότατα σημεία του Μεγάλου Κυνός και της Παρθένου.


«Μακριά απ' τη λοιμική της πολιτείας, ονειρεύτηκα στο πλάι της μιαν ερημιά, όπου το δάκρυ να μην έχει νόημα, κι όπου το μόνο φως να 'ναι από την πυρά που κατατρώγει όλα μου τα υπάρχοντα.

»Ώμο τον ώμο οι δυο μαζί ν' αντέχουμε το βάρος από τα μελλούμενα, ορκισμένοι στην άκρα σιγαλιά και στη συμβασιλεία των άστρων

»Σαν να μην κάτεχα, ο αγράμματος, πως είναι κει ακριβώς, μέσα στην άκρα σιγαλιά, που ακούγονται οι πιο αποτρόπαιοι κρότοι

»Και πως, αφότου αβάσταχτη έγινε στου αντρός τα στέρνα η μοναξιά, σκόρπισε κι έσπειρε άστρα!»



Η ΑΥΤΟΨΙΑ

Λοιπόν, εβρέθηκε ο χρυσός της λιόριζας να 'χει σταλάξει στα φύλλα της καρδίας του.

Κι από τις τόσες φορές οπού ξαγρύπνησε, σιμά στο κηροπήγιο, καρτερώντας τα χαράματα, μια πυράδα παράξενη του 'χε αρπάξει τα σωθικά.

Λίγο πιο κάτω από το δέρμα, η κυανωπή γραμμή του ορίζοντα έντονα χρωματισμένη. Και άφθονα ίχνη γλαυκού μέσα στο αίμα.

Οι φωνές των πουλιών, που 'χε σ' ώρες μεγάλης μοναξιάς αποστηθίσει, φαίνεται να ξεχύθηκαν όλες μαζί, τόσο που δεν εστάθη βολετό να προχωρήσει σε μεγάλο βάθος το μαχαίρι.

Μάλλον η πρόθεση άρκεσε για το Κακό

Που τ' αντίκρισε -είναι φανερό- στη στάση την τρομαχτική του αθώου. Ανοιχτά, περήφανα τα μάτια του, κι όλο το δάσος να σαλεύει ακόμη πάνω στον ακηλίδωτον αμφιβληστροειδή.

Στον εγκέφαλο τίποτε, πάρεξ μια ηχώ ουρανού καταστραμμένη.

Και μονάχα στην κόγχη από τ' αριστερό του αυτί, λίγη, λεπτή, ψιλούτσικη άμμο, καθώς μέσα στα όστρακα. Όπου σημαίνει ότι πολλές φορές είχε βαδίσει πλάι στη θάλασσα, κατάμονος, με το μαράζι του έρωτα και τη βοή του άνεμου.

Όσο γι' αυτά τα ψήγματα φωτιάς πάνω στην ήβη, δείχνουν ότι στ' αλήθεια πήγαινε ώρες πολλές μπροστά, κάθε φορά οπού έσμιγε γυναίκα.

Θα 'χουμε πρώιμους καρπούς εφέτος.



Ο ΥΠΝΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη καμένη από το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.

Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

Μπρούμυτα, σ' ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα του θα' φτανε να πικράνει τον αέρα του Άδη

(Τό' να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν'αρπαχτεί απ' το μέλλον, τ' άλλο κάτω απ' την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι,

Σαν να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια ενός ξεκοιλιασμένου αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)

Κει τους απάλλαξε ο Καιρός. Η φτερούγα η μια, η πιο κόκκινη, κάλυψε τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, αβρή, σάλευε κιόλας μες στο διάστημα.

Και καμιά ρυτίδα ή τύψη, αλλά σε βάθος μέγα

Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε με κόπο να χαράζεται, μέσα στη μελανάδα τ' ουρανού

Ήλιος νέος, αγίνωτος ακόμη

Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών από το ζωντανό τριφύλλι, όμως πριν καν πετάξει αγκάθι αποχρησμοδοτούσε το έρεβος...

Κι απαρχής Κοιλάδες, Όρη, Δέντρα, Ποταμοί

Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη και αναστραμμένη, να τη διαβαίνουν οι ίδιοι τώρα, με θανατωμένο μέσα τους τον Δήμιο

Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!

Μήτε η ώρα δώδεκα χτυπώντας μες στα έγκατα, μήτε η φωνή του Πόλου κατακόρυφα πέφτοντας, αναιρούσανε τα βήματα τους.

Διάβαζαν άπληστα τον κόσμο με τα μάτια τ' ανοιχτά για πάντα, κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

Μπρούμυτα, κι όπου με βία κατέβαιναν οι γύπες να ευφρανθούν τον πηλό των σπλάχνων τους και το αίμα.



Ο ΥΠΝΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ

(Παραλλαγή)

Μυρίζουν ακόμη λιβάνια, κι έχουν την όψη καμένη από το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.

Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

Μπρούμυτα, σ' ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα του θα 'φτανε να πικράνει τον αέρα του Άδη

(Το' να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν' αρπαχτεί απ' το μέλλον, τ' άλλο κάτω απ' την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι

Σα να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια ενός ξεκοιλιασμένου αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)

Κει τους απάλλαξε ο Καιρός. Η φτερούγα, η μια, η πιο κόκκινη, κάλυψε τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, αβρή, σάλευε κιόλας μες στο διάστημα,

Και καμιά ρυτίδα η τύψη, αλλά σε βάθος μέγα

Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε με κόπο να χαράζεται, μέσα στη μελανάδα τ'ουρανού

Ήλιος νέος, αγίνωτος ακόμη

Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών από το ζωντανό τριφύλλι, όμως πριν καν πετάξει αγκάθι αποχρησμοδοτούσε το έρεβος...

Κι απαρχής Κοιλάδες, Όρη, Δέντρα, Ποταμοί

Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη κι αναστραμμένη, να τη διαβαίνουν οι ίδιοι τώρα, με θανατωμένο μέσα τους τον Δήμιο

Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!

Δίχως μήνες και χρόνοι να λευκαίνουν το γένι τους, με το μάτι εγύριζαν τις εποχές, ν' αποδώσουν στα πράγματα το αληθινό τους όνομα

Και στο κάθε βρέφος που άνοιγε τα χέρια, ούτε μία ηχώ, μοναχά το μένος της αθωότητας που ολοένα δυνάμωνε τους καταρράχτες...

Μια σταγόνα καθαρού νερού, σθεναρή πάνω απ' τα βάραθρα, την είπανε Αρετή και της έδωσαν ένα λιγνό αγορίστικο σώμα.

Όλη μέρα τώρα η μικρή Αρετή κατεβαίνει κι εργάζεται σκληρά στα μέρη όπου η γη από άγνοια σήπονταν, κι είχαν οι άνθρωποι ανεξήγητα μελανουργήσει

Αλλά τις νύχτες καταφεύγει πάντα εκεί ψηλά στην αγκαλιά του Όρους, καθώς μέσα στα μαλλιαρά στήθη του Αντρός.

Και η άχνα που ανεβαίνει άπ' τις κοιλάδες, έχουν να κάνουν πως δεν είναι λέει καπνός, μα η νοσταλγία που ξεθυμαίνει από τις χαραμάδες του ύπνου των Γενναίων.


ΛΑΚΩΝΙΚΟΝ

Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη μου επέστρεψε στον ήλιο.

Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και του αιθέρος

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, ε ί μ α ι.

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

Χειμώνα ελάχιστε,

Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου.



ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ
ή
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ

Μονομιάς, η σκιά της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών της: Μεσημέρι.

Άδραξε μυτερό χαλίκι, κι αργά, με δεξιοσύνη, ο ήλιος, πάνω απ' τον ώμο της Κόρης του Ευθυδίκου, χάραξε τα πτερύγια των ζεφύρων.

Το φως δουλεύοντας τη σάρκα μου, φάνηκε μια στιγμή στο στήθος το μενεξεδί αποτύπωμα, κει που η τύψη μ' άγγιξε κι έτρεχα σαν τρελός. Ύστερα, μες στα πλάγια φύλλα ο ύπνος μ' αποστέγνωσε, κι έμεινα μόνος. Μόνος.

Ζήλεψα τη σταλαγματιά που απαρατήρητη δόξαζε τα σκίνα. Όμοια να 'μουν στο έκπαγλο μάτι που αξιώθηκε να δει το τέλος του Ελέους!

Ή μήνα κι ήμουν; Στην τραχύτη του βράχου, ανάρραγου από την κορφή ως τα βάραθρα, γνώρισα τα πεισματικά σαγόνια μου. Που σπάραζαν το κτήνος μέσα στον άλλον αιώνα.

Και η άμμο πέρα, κατακαθισμένη από την ευφροσύνη που μου 'δωκεν η θάλασσα, κάποτε, σαν βλαστήμησαν οι άνθρωποι κι άνοιγα τις οργιές με βιάση να ξεδώσω μέσα της· να 'ταν αυτό που γύρευα; η αγνότητα;

Το νερό αναστρέφοντας το ρέμα του, μπήκα στο νόημα της μυρσίνης όπου φυγοδικούν οι ερωτευμένοι. Άκουσα ξανά το μετάξι που έψαυε τα τριχωτά μου στήθη ασθμαίνοντας. Και η φωνή «χρυσέ μου», νύχτα, μέσα στη ρεματιά, που έκοβα το στερνό πρυμνήσιο των άστρων και πρόσεχε να πάρει σχέδιο τ' αηδόνι.

Τι λαχτάρες αλήθεια και τι χλευασμούς εδέησε να περάσω, με το λίγο του όρκου στα δυο μάτια και τα δάχτυλα έξω απ' τη φθορά. Τέτοιες χρονιές -α ναι- θα 'ταν που εργαζόμουν να γίνει τόσο τρυφερό το απέραντο γαλάζιο!

Είπα. Και στρέφοντας το πρόσωπο, μες στο φως ξανά το αντίκριζα να με ατενίζει. Δίχως έλεος.

Κι ήταν αυτό η αγνότητα.

Όμορφη, κι απ' των χρόνων το σκίασμα συλλογισμένη, κάτω απ' τον σημαφόρο του ήλιου, η Κόρη του Ευθυδίκου δάκρυζε

Που μ' έβλεπε να περπατώ, πάλι μέσα στον κόσμο αυτόν, χωρίς θεούς, αλλά βαρύς απ' ό,τι, ζώντας, αφαιρούσα του θανάτου.

Μονομιάς, η σκιά της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών της: Μεσημέρι.



Ο ΑΛΛΟΣ ΝΩΕ

Έριξα τους ορίζοντες μες στον ασβέστη, και με χέρι αργό αλλά σίγουρο πήρα να χρίσω τους τέσσερις τοίχους του μέλλοντος μου.

Η ασέλγεια, είπα, είναι καιρός ν' αρχίσει τώρα το ιερατικό της στάδιο, και σε μια Μονή Φωτός ν' ασφαλίσει την υπέροχη στιγμή που ο άνεμος έξυσε λίγο συννεφάκι πάνω από τ' ακρότατο δέντρο της γης.

Κείνα που μόνος μόχθησα να βρω, για να κρατήσω το ύφος μου μέσα στην καταφρόνια, θα 'ρθουν -από το δυνατό του ευκαλύπτου οξύ ως το θρόισμα της γυναίκας- να σωθούν στης ασκητείας μου την Κιβωτό.

Και το πιο μακρινό και παραγκωνισμένο ρυάκι, κι απ' τα πουλιά το μόνο που μ' αφήκαν, το σπουργίτι, κι από το πενιχρό της πίκρας λεξιλόγιο, δύο, καν τρία, λόγια: ψωμί, καημός, αγάπη...

(Ω Καιροί που στρεβλώσατε το ουράνιο τόξο, κι απ' το ραμφί του σπουργιτιού αποσπάσατε το ψίχουλο, και δεν αφήσατε μήτε μια τόση δα φωνούλα καθαρού νερού να συλλαβίσει στη χλόη την αγάπη μου

Εγώ, που αδάκρυτος υπόμεινα την ορφάνια της λάμψης, ω Καιροί, δε συγχωρώ.)

Κι όταν, ο ένας του άλλου τρώγοντας τα σπλάχνα, λιγοστέψει ο άνθρωπος, κι από τη μια στην άλλη

Γενεά, κυλώντας το Κακό, αποθηριωθεί μες στο παντερειπωτικό ουράνιο

Τα λευκά της μοναξιάς μου μόρια, πάνω από τη σκουριά του χαλασμένου κόσμου στροβιλίζοντας, θα παν να δικαιώσουν τη μικρή μου σύνεση

Κι αρμοσμένα πάλι τους ορίζοντες μακριά θ' ανοίξουν, ένα-ένα στα χείλη του νερού να τρίξουν τα λόγια τα πικρά,

Το παλιό μου της απελπισίας νόημα δίνοντας

Ωσάν δάγκωμα σε φύλλο ουρανικού ευκαλύπτου, η αγία των ηδονών ημέρα να μυρίσει

Και γυμνή ν' ανέβει το ρεύμα του Καιρού η γυναίκα η Χλοοφόρος

Που μ' αργότη ανοίγοντας βασιλική τα δάχτυλα, μια για πάντα θα στείλει το πουλί

Στων ανθρώπων τον ανίερο κάματο, από κει που έσφαλε ο Θεός, να στάξει

Τρίλια της Παράδεισος!



ΕΦΤΑ ΜΕΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ.-Πρωί, στο Ναό του Μοσχοφόρου. Λέω: να γίνει αληθινή σαν δέντρο η ωραία Μυρτώ' και τ' αρνάκι της, κοιτάζοντας ίσια στα μάτια το δολοφόνο μου, για μια στιγμή, να τιμωρήσει το πικρότατο μέλλον.

ΔΕΥΤΕΡΑ.-Παρουσία χλόης και νερού στα πόδια μου. Που θα πει πως υπάρχω. Πριν ή μετά το βλέμμα που θα μ' απολιθώσει, το δεξί χέρι ψηλά κρατώντας έναν πελώριο γαλάζιο Στάχυ. Για να ιδρύσω τα Νέα Ζώδια.

ΤΡΙΤΗ.-Έξοδος των αριθμών. Πάλη του 1 με το 9 σε μια παραλία πανέρημη, γεμάτη μαύρα βότσαλα, φύκια σωρούς, μεγάλες ραχοκοκαλιές θηρίων στα βράχια.
Τα δυο παλιά κι αγαπημένα μου άλογα, χρεμετίζοντας όρθια πάνω από τους ατμούς που ανεβάζει το θειάφι της θαλάσσης.

ΤΕΤΑΡΤΗ.-Από την άλλη μεριά του Κεραυνού. Το καμένο χέρι που θα ξαναβλαστήσει. Να ισιώσει τις πτυχές του κόσμου.

ΠΕΜΠΤΗ.-Ανοιχτή θύρα: σκαλοπάτια πέτρινα, κεφαλές από γεράνια, και πιο πέρα στέγες διάφανες, χαρταετοί, τρίμματα χοχλιδιών στον ήλιο. Ένας τράγος μηρυκάζει αργά τους αιώνες, κι ο καπνός, γαλήνιος, ανεβαίνει μέσ' από τα κέρατα.
Την ώρα που κρυφά, στην πίσω αυλή, φιλιέται η κόρη του περιβολάρη, κι από την πολλή αγαλλίαση μια γλάστρα πέφτει και τσακίζεται.
Α, να σώσω αυτόν τον ήχο!

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ.- «Της Μεταμορφώσεως» των γυναικών που αγάπησα χωρίς ελπίδα: Ηχώ: Μα-ρί-νααα! Ε-λέ-νηηη! Κάθε χτύπος καμπάνας, κι από μια πασχαλιά στην αγκαλιά μου. Ύστερα φως παράξενο, και δύο ανόμοια περιστέρια που με τραβούν ψηλά σ' ένα μεγάλο κισσοστολισμένο σπίτι.

ΣΑΒΒΑΤΟ.-Κυπαρίσσι από το σόι μου, που το κόβουν άντρες βλοσυροί και αμίλητοι: γι' αρρεβώνα ή θάνατο. Σκάβουν το χώμα γύρω και το ραντίζουν με γαριφαλόνερο.
Έχοντας εγώ κιόλας απαγγείλει τα λόγια που απομαγνητίζουν το άπειρο!
Related Posts with Thumbnails