© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Παύλου Φουρνογεράκη: Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ (ποίημα)


Ένας μικρός Θεός ο δάσκαλος
Δεκαεννέα λεπτά
Ανάμεσα στους τοίχους με το μαθητή
Μάγος στα άγουρα χρόνια

Απέξω η πόλη και τα σκυλιά
Αδέσποτα στη λέσχη των τιποτένιων
Ψέμα
Εγώ ελπίζω να τη βολέψω

Το κύμα κάτω από τον τροχό
Και το σχολείο
κατέβηκε σε απεργία
Στη χώρα του μεγάλου ποταμού

Να μαθαίνω γράμματα
Κάτω από τ΄ Αυγουστιάτικο φεγγάρι
Η καινούργια Δασκάλα, η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια
Η Δασκάλα που το κεφάλι της έγινε καζάνι

Παιδικά χρόνια. Εφηβικά χρόνια
Το μυστικό τετράδιο, ο Κύριός μου
Η Αργώ, ο Άκης και οι Άλλοι
Σποριάδες

Η Αλίκη στη χώρα των Κβάντων
Ιστορίες του πίνακα
Όλα σου τάμαθα μα ξέχασα μια λέξη
Καλημέρα

Ζάκυνθος 4-11-2010

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΛΟΓΩ ΛΟΓΟΥ (Μετάφραση στα γερμανικά: Θεόδωρος Βότσος)


λόγω λόγου


Δος μοι λόγον, Λόγε (1)
με τις θωπείες
των λέξεων ντύσε με
τον πολέμιο.
Στα θλιβερά μηδέν μου
το Ένα σου πρόταξε.


ουδέ τιν᾽ άλλην µύθου ποιήσασθαι επισχεσίην εδύνασθε (2)
μα τα είδατε
τα πλοία των συντρόφων
να ποντίζονται.
Η πατρίδα σιωπηλή
δηλοί απομάγευση.


Εν αρχή ην ο Λόγος (3)
μα νωρίτερα
Έρως ασχημάτιστος
για τα μη όντα
και παραλοϊσμένος –
ώσπου συνέβης Όλος.


Ο λόγος σου με χόρτασε (4)
ωστόσο νιώθω
κατάδρομα στην κάψα
κρώξιμο τρένων
ποίηση ακάθιστη
έφιππους τους νεκρούς της.


εμός γαρ λόγος τούτοις επέλαμψε τοις επιζητούσι με (5)
τώρ’ αζήτητος
γδύνομαι απ’ το σώμα
και τα φύλλα του
και στη γωνιά μου στέκω
νέος έως θανάτου.


Πολλοί 'ναι οι δρόμοι πώχει ο νους (6)
φως ποτιστικό.
Γι’ αυτό παραλογάω
κι ολοφύρομαι:
Ενεστώς Αόριστος
μαραίνει τις αγάπες.


Ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύροιο πάσαν επιπορευόμενος οδόν• ούτω βαθύν λόγον έχει (7).
Την Αρμονία
να ρέει απ’ το σώμα
έως τον βυθό
άπτερη επιποθώ
Κάλλος τετελεσμένο.


Αλλ’ έχετ’ εν φρεσί μύθον (8)
αν και οι σιωπές
σμήνος πουλιών σκοτίζουν
τη λογική μου.
Με σηκώνουν στα ψηλά
και με πετούν στη Γνώση.


Λαλήσωμεν, λαλήσωμεν - σιγή δεν μας αρμόζει (9)
και ό,τι γίνει.
Στον ύπνο δραπετεύεις
ωραιοπαθής
ευάλωτος σ’ αισθήσεις
και μύθους αγοραίους.




Übersetzung auf Deutsch von Théos Vótsos

Des Wortes wegen


Gib mir das Wort, Logos (10)
mit dem Zartgefühl
der Worte bekleide mich
den Kampfbereiten.
Meinen traurigen Nullen
deine Eins stelle voran.


und keinen anderen Vorwand konntet ihr geltend machen in euren Reden (11)
gleichwohl ihr saht sie
die Schiffe der Gefährten
im Meer versinken.
Die Heimat kündet still und
schweigend von Entzauberung.


Am Anfang war das Wort (12)
früher allerdings
ungestalteter Eros
für‘s Nichtseiende
und verfallen dem Irrsinn –
bis du Ganzes geworden.


Dein Wort ist mir genug (13)
dennoch spüre ich
der Gluthitze zueilend
Ächzen von Zügen
Dichtung in stehendem Akt
hoch zu Ross deren Tote.


mein Logos erleuchtete diejenigen, die nach mir verlangten (14)
nunmehr unverlangt
streife ich seinen Körper
und sein Blattwerk ab
und harre in meinem Eck
jung bis übern Tod hinaus.


Viele Wege stehen offen dem Geist (15)
fließend Quell des Lichts.
So rede ich irr daher
und raufe die Haare mir:
Präsens und Präteritum
lassen die Liebe welken.


Der Seele Grenzen kannst du nicht ausfinden, auch wenn du jegliche Straßen durchschrittest; so tiefen Grund hat sie. (16)
So begehre ich
dass bar von Schwingen fließe
einig Harmonie
vom Leibe bis zum tiefsten Grund
Vollendete Schönheit.


In eurer Brust aber bewahrt den Mythos (17)
auch wenn das Schweigen
gleich einer Vogelschar mir
den Geist verdüstert.
Es trägt mich in die Höhe
und führt mich zur Erkenntnis.


Lass uns reden, lass uns reden – das Schweigen ziemt uns nicht (18)
was immer geschieht.
Du fliehst in des Schlafes Trost
voll Selbstverliebtheit
empfänglich für Sinnesreiz
und Mythen, die käuflich.


Σημειώσεις

1. Από την Ορθόδοξη Υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδας.
2. Οδύσσεια, ραψωδία φ, 70-71: «Άλλη καμιά δεν έχετε να πείτε πρόφαση» (φράση της Πηνελόπης προς τους μνηστήρες).
3. Ιωάννου 1,1.
4. Λαϊκή ελληνική παροιμία.
5. Ρωμανού του Μελωδού, από Κοντάκιον της Αγίας και Πανσέπτου Γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
6. Από το β΄ Σχεδίασμα του συνθέματος «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Διονυσίου Σολωμού.
7. Ηρακλείτου του Εφεσίου: «Της ψυχής τα πέρατα δεν θα τα βρεις, όποιο δρόμο κι αν πορευθείς, τόσο βαθύ λόγο έχει».
8. Προτροπή αποδιδόμενη στον Όμηρο, εξ ού και η μεταγενέστερη λέξη «εχεμύθεια».
9. Από το αποκηρυγμένο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «Λόγος και Σιγή».
10. Aus der Hymnologie der orthodoxen Karwoche.
11. Penelope zu den Freiern, aus: Odyssee, 21. Gesang, 70-71.
12. Johannes 1.1.
13. Griechisches Sprichwort; wörtliche Übersetzung: deine Worte reichen mir zum Sattwerden.
14. Romanos Melodos, aus dem Kontakion auf die Heilige, überaus Heilige Geburt unseres Herrn Jesus Christus.
15. Aus dem 2. Entwurf des Gedichts „Die freien Belagerten“ von Dionysios Solomos.
16. Heraklit aus Ephesos.
17. Homer zugeordnete Aufforderung, aus der sich das spätere Wort «εχεμύθεια» (Verschwiegenheit/ Diskretion) entwickelt hat.
18. Aus Konstantinos Kavafis‘ verworfenem Gedicht „Reden und Schweigen“.

Διονύση Σέρρα: ΡΙΜΕΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗΣ (ποίημα)

[Περιοδικό Επτανησιακά Φύλλα, 18 (1997) 79]

- Α! Φίλε, φίλε Καρυωτάκη,
ποιος θα μάς δώσει ένα χεράκι
στης δύσης την ακτή, μη σηκωθούμε
απ' τη Σκιά όπου κοιτόμαστε πρηνείς
θαρρώντας -άοπλοι- πως θα σωθούμε
κι από το σώμα της ισόβιας ποινής;

Ίδιοι κ' εδώ, ιδιώτες άλλοι,
της Κρίσης στάσιμοι υπάλλη-
λοι, μοιάζουμε σαν διάτρητες κιθάρες
μπαλάντες μάχης συνηχώντας στη Σιωπή,
της μέρας μας ριμάροντας κατάρες
ή στάλες στάζοντας της νύχτας για ντροπή.

Σε ίδια οδό, σαν Δον Κιχώτες
-φυγής γενναίοι και δεσμώτες-
σ' αυγής φτερό ζυγίζουμε το ψέμα
του όνειρου, της άνοιξης, της ηδονής,
ιδανικά σωριάζοντας στο αίμα
μιας Πρέβεζας -μ' άδυτον ήλιο- σκοτεινής.

- Α! Φίλε, φίλε Καρυωτάκη,
σε κάθε χέρι και φενάκη;

(1995/1996)

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

Hλία Λάγιου: ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ "ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ": ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ

[Νέα Ἑστία, "Ἀφιέρωμα στὸν Σολωμό", τόμος 144ος, τεῦχος 1707, Δεκέμβριος 1998]

Θὰ ξεκινήσω αὐτὸ τὸ κείμενο μὲ τὴν κοινότερη καὶ εὐδαιμονέστερη τῶν δηλώσεων, ἀγαπῶ τὸν Σολωμό. Τὸν ἀγαπῶ μὲ τρόπο ὁ ὁποῖος πολλαπλῶς, διαρκῶς καὶ ἐναλλασσομένως μὲ καθορίζει. Αὐτὸ δὲν εἶναι παράξενο. Οἱ βέλτιστοι μεταγγίζουν κατιτὶς ἀπὸ τὸ θαῦμα καὶ στὴν πιὸ στενὴ καρδιά. Γιατί, αὐτὸ συμβαίνει, ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ στοιχειώνεται (πρῶτα καὶ πάνω ἀπ' ὅλα) ἀπὸ τὶς ἀτραποὺς τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι ἀλλωνῶν παπάδων εὐαγγέλια. Ἔρχομαι στὰ δικά μας.

Ο Σολωμός δια χειρός της χαράκτριας Άριας Κομιανού
Εἴμαστε, λέει, συναναγνώστη, ἐκεῖ ὅπου Πολυλᾶς δὲν ὑπῆρξε. Λέει, δὲν ἐτυπώθησαν ποτὲ Ἅπάντα τὰ εὑρισκόμενα, καὶ νὰ πού, φιλόλογοι ὀξυδερκεῖς, ποιητὲς εὐφάνταστοι καί, γιατί ὄχι; ἀσκούμενοι —ἐπὶ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον— καλαμαράδες, ἀνακαλύπτουν τὰ Αὐτόγραφα ἔργα τοῦ Διονυσίου Κομ. Σολωμοῦ. Καὶ μετὰ γίνεται τὸ ἔλα νὰ δεῖς. Τυπώνονται κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ ὡς δεῖ, μπράβο, ἀλλὰ ἔρχεται καὶ ἡ μαύρη ὥρα μιᾶς ἔκδοσης κριτικῆς. Καὶ ἐκεῖ χάνει ἡ μάνα τὸ παιδὶ (πού, αὐτό, τὴν εἶχε χαμένη ἐξ ἀρχῆς).

Δὲν λέω τίποτα δύσκολο. Τὸ αὐτονόητο λέω. Γιατί, ἂν δὲν ὑπῆρχαν τὰ Εὑρισκόμενα τοῦ Ἰακώβου Πολυλᾶ, στοιχηματίζω, ὥς καὶ τὰ πάνδεινά μου, ὅτι κανεὶς (καὶ ἐδῶ τὸ κανεὶς εἶναι σὰν τὴν ἀνατολὴ καὶ τὴ δύση —φυσικὸ καὶ ἀπόλυτο) δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ βάλει τὴν παραμικρὴ τάξη στὰ χειρόγραφα. Εἴκοσι δύο ποὺ ἀνέλυαν κι ἑξήντα ποὺ συνθέταν, ποὺ λέει καὶ τὸ καινοφανὲς ἀσμάτιο. Κι ἕνας ὁ Πολυλᾶς, λέω ἐγώ. Γιατί ἂν ὑπάρχει, δόξα νὰ 'χει, ἡ ἁπλωσιὰ γιὰ νὰ παίζει ὁ καθεὶς τὴν μπάλα ποὺ ξέρει, στὸ σολωμικὸ γήπεδο, τοῦτο τὸ ὀφείλουμε στὴν ἀφιέρωση καὶ τὴν ὑποταγὴ τοῦ Ἰακώβου Πολυλᾶ — ἐκδότη τοῦ Σολωμοῦ, πρωτίστως συνηγόρου του, ποιητοῦ τριῶν σονέττων καὶ μιᾶς ὠδῆς (ὅταν θὰ ἰδῇς τὸ πνεῦμα σου/ σημαία φωτὸς νὰ στήσῃ / σ' ὅλη τὴν γῆ ποὺ βάρβαρος / ἐχθρὸς ἔχει πατήσει / κι ἀπὸ τοῦ νοῦ τὴν δύναμι / ἡ ὀργὴ του νικηθῆ [Καὶ διόλου τυχαῖο πού οἱ στίχοι αὐτοὶ ἀνήκουν στὴν ὠδὴ «Εἰς τὸν θάνατον τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ» νεκρικὰ ἀπαγγελμένη]) μεταφραστοῦ μοναδικοῦ τοῦ Ὁμήρου καὶ τοῦ Σαιξπήρου, ἀφηγητῆ καὶ δοκιμιογράφου, δημοσίου ἀνδρός• τί ἄλλο νὰ προσθέσω;

Ὅμως δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ Πολυλᾶς, πού, τώρα, γι' αὐτὸν θὰ μιλήσω. Εἶναι ὁ ἀληθής, ὁ ἀπαράμιλλος προλογιστὴς (θὰ 'λεγα ὁ νοβελογράφος), ὁ ὁποῖος μέσα ἀπὸ τὶς γραμμές του στὰ Εὑρισκόμενα ἐγγράφεται, αὐτός, ἡ μοναδικότητα στὴ γραμματεία μας. Ὁ Σολωμὸς ξέρει, εἶναι ἠθελημένα κομματιασμένος, ὁ ἴδιος, ἀκουσίως, ἕνα ἀπόσπασμα. Ὁ καθένας τους, ξεχωριστά, εἶναι τὸ μὴ ἐννοηματωμένο. Οἱ δυό τους μαζὶ θὰ ἀπαρτίσουν ἕνα ὅλον, καινούργιο, τὸν ὁριστικὸ ποιητὴ Διονύσιο Κομ. Σολωμό.

Πῶς συνέβη αὐτό; Τίνι τῷ τρόπῳ, ποὺ λέγαν οἱ παλιοί; Ἁπλὰ καὶ κυριολεκτικῶς. Διὰ τῆς γραφῆς. Γραφῆς προδρομικῆς. Γιατί ὁ Πολυλᾶς ἀνασύρει καὶ συνθέτει ἀπὸ χάσμα μέσα, διττῶς τὸ μυθικό, ἔξοχο, μαρτυρικὸ πρόσωπο τοῦ Σολωμοῦ. Ἡ ἀνασύσταση τῶν ποιημάτων εἶναι ἡ μιὰ ὄψη τοῦ νομίσματος• αὐτὸ πού, ἐδῶ, μὲ γνιάζει, ἡ καθ' ὅλου βιογραφία, εἶναι ἡ ἄλλη. Καί, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ὁ ἕνας χωρὶς τὸ ἄλλο μισό του.

Χαϊδεύεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τὸ ἁπαλὸ ἄγγιγμα ποὺ ἀναζητᾶ εἶναι ὁ συνειρμός, μήπως (τάχα) καὶ ὁ συντετριμμένος κόσμος ἀποκτήσει ἁρμό, συνάφεια, τὴν περίληψή του. Ἔτσι καὶ μένα, τέτοια μάταιη δοκιμὴ μὲ καθοδηγεῖ στὴ Ρωσία, στὸν γιατρὸ Γιούρι Ζιβάγκο, στὴν ἀντίστροφη ἀπ' ὅ,τι τὸ θέμα μας διαδρομή του. Γιατί, ἐκεῖ ἀπὸ τὴ βιογραφία στὸ ποίημα, ἐδῶ τ' ἀνάποδο.

Ὁ Δόκτωρ Ζιβάγκο τυπώνεται στὰ ἰταλικὰ τὸ 1957 (ἂν θυμᾶμαι καλά• τὸ γιατί σὲ γλῶσσα ξένη, τὸ τί ἀποκαμώθηκε, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος — μὰ νὰ τὰ θυμόμαστε;). Νὰ πῶ δυὸ λέξεις γιὰ τὸ βιβλίο αὐτό. Μιὰ ἀφήγηση φωνῆς χαμηλῆς καὶ σπάνιας εὐγένειας. Ἡ βιογραφία ἑνὸς ποιητῆ (ποὺ δὲν εἶναι ὁ Πάστερνακ) καί, ἐν τέλει, τὰ ποιήματά του (τὰ ὁποῖα ἴσως εἶναι ὁ Πάστερνακ).

Τί συλλογιέμαι τώρα. Καὶ τί συνεχίζω. Δυὸ πράγματα ἀλλότρια. Ἔτσι μοιάζουν. Γιατί στὴν περίπτωση τοῦ Σλαύου, ἕνας συγγραφέας θὰ ἐπωμιστεῖ τὸ βάρος τῆς (μὰ ὄχι ἐκ τοῦ μηδενός) δημιουργίας ἑνὸς ποιητῆ καὶ τὴν ἐπίθεση τῶν ποιημάτων του. Ἐδῶ ὁ ἕνας, ἀπ' τὸ κάτι, φτιάχνει τὸ πολύ. Μιᾶς καὶ ἕνας ἄνθρωπος, γνωστὸ αὐτό, εἶναι ὅλος ὁ κόσμος καὶ βαρύτερα.

Μά, θὰ μοῦ πεῖτε: στὸν Πολυλᾶ τί γίνεται; Αὐτό; Ὄχι, ἀσφαλῶς ὄχι. Ἐδῶ τὰ ποιήματα ὑπῆρχαν (ἀλλὰ πῶς;), τὸ «ἱστορικό» πρόσωπο ὑπῆρξε (ἀλλὰ πῶς;). Ναί, ὁ Διονύσιος Κόμ. Σολωμὸς γεννήθηκε τὸ 1798 καὶ μετέστη τὸ 1857. Ἔτσι, νομίζω, συνέβησαν τὰ πράγματα. Ἀλλὰ πολλὲς φορὲς τὰ νομίσματα εἶναι κίβδηλα.

Διαβάζω:

Αὐτὴ ἡ δημοτικότης, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ποιητής μας καθημερινῶς ἐρίζωνε περισσότερο ὅσο βαθύτερα ἐδέχετο τὸ πνεῦμα τῆς ζωντανῆς φωνῆς τοῦ ἔθνους του, ἐφάνηκε λαμπρὰ εἰς τὸ τραγοῦδι Ἡ Φαρμακωμένη, γραμμένο τὸ ἔτος 1826. Μία Ζακυνθινὴ νέα, ἡ ὁποία ἀγαποῦσε τὴν ποίηση καὶ τὴ μουσική, καὶ μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Σολωμὸς εἶχε σχέσιν ἁγνῆς φιλίας καὶ συχνὰ εὐτυχοῦσε νὰ τὴν ἀκούση νὰ τραγουδάη τὰ ποιητικά του δοκίμια, ἐρωτεύθηκε εἰς ἕναν νέον ξένον καί, φοβούμενη μήπως ἀπὸ τοῦ πάθους τὴ σφοδρότητα κινδυνέψη ἡ τιμή της, ἐφαρμακώθηκε. Ὁ ποιητὴς τὴν ἔκλαψε μὲ δάκρυα θερμά, τὰ ὁποῖα ἐπήγαζαν ἀπὸ τὴ λύπη καὶ ἀπὸ τὴν ἀγανάχτηση πρὸς τὴν καταλαλιὰ τοῦ κόσμου, ὁποὺ ἐκατάτρεχε τὴν κόρη καὶ ζωντανὴ καὶ πεθαμένη• ἐβγῆκε εὐθὺς ὑπέρμαχος τῆς ἀθωότητος ἐναντίον εἰς τὴν ἀδικοκρισίαν τῶν ἀνθρώπων, μὲ θάρρος ναί, ἀλλὰ μὲ πραότητα, μὲ σοβαρὸ πάθος, σεμνὸ ὡσὰν τὴν παρθένα, τὴν ὁποίαν ἐθρηνοῦσε. Τὸ ἀκαλλώπιστο ὕφος, ἡ ἁπλούστατη μελῳδία τοῦ στίχου, ἡ δημοτικότατη φράση εἰς τοῦτο τὸ τραγοῦδι εἶναι διαφανέστατα ἐνδύματα τῆς ἠθικῆς καὶ ποιητικῆς ἀλήθειας• καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ἠμπορεῖ καλύτερα νὰ δείξη πόσον εὔκολα ὁ ποιητής μας ἐπετοῦσε εἰς τὰ ὕψη, πόσον ἐλεύθερα ἀνάπνεε εἰς αὐτά, παρὰ ἡ μετάβαση Θὰ ξυπνήση τὴν ὕστερη μέρα, ὅπου, δίχως νὰ ἀλλάξη τόνο, παρασταίνει τὴν παρθένα, ἡ ὁποία θαρρετὰ ἀγναντεύει τὴν ὄψη τῆς θείας Δικαιοσύνης. Τὸ τραγοῦδι, ἐνῷ ἐξεπλήρωνε ὅλους τους ὅρους τῆς Τέχνης, ἐπίτυχε τέλεια καὶ τὸν κοινωνικὸ σκοπό του• ὁ ποιητὴς ἕως τὲς ὕστερες μέρες τῆς ζωῆς του ἐθυμότουν ἀκόμη μὲ συγκίνηση πῶς, ἅμα ἐκυκλοφόρησαν οἱ στίχοι, ἄνθρωποι μικροὶ μεγάλοι ἔτρεξαν ἐνθουσιασμένοι νὰ τὸν συγχαροῦν, ὅτι, ἀντὶ τῆς κακολογίας, εἰς ὅλα τὰ στόματα ἀντηχοῦσε τὸ ἠθικότατον ἄσμα του. (Προλεγόμενα, VΙ)

Διαβάζω:

Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐποχήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπομονώθηκε περισσότερο ἀπὸ τὴν κοινωνία, ἐκαταγίνετο πάντα θερμότερα εἰς τὴν τελειοποίηση τῶν πονημάτων του καὶ εἰς τὴ μελέτη τῆς φιλοσοφίας, τῆς ὁποίας ἀκολουθοῦσε τὴν πρόοδο είς τὰ μεγάλα γερμανικὰ συγγράμματα, καὶ ἐξόχως εἰς τὰ θεωρητικὰ τοῦ Σχίλλερ, ὁ ὁποῖος ἄνοιξε νέον ὁρίζοντα τῆς Ποιητικῆς. Ὁ Σολωμὸς τὰ ἐμελετοῦσε εἰς τὲς ἰταλικὲς μετάφρασες, ὁποὺ τοῦ ἔκαναν πρόθυμα οἱ φίλοι του, ὡς ἀγάπης ἀνταπόδοσιν τῶν θησαυρῶν, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἄφθονα ἐχάριζε εἰς τὸν νοῦ καὶ εἰς τὴν καρδίαν ὅσων εὐτύχησαν νὰ τὸν πλησιάσουν. Τὸ φιλέρευνο πνεῦμα του ἐκινεῖτο εἰς τὰ διάφορα κέντρα τῆς φιλοσοφικῆς ἔρευνας, εἰς ὅλα μὲ θαυμαστὴν ἑτοιμότητα, ἀλλὰ προθυμότερα εἰς ἐκεῖνο τῆς Κριτικῆς, διότι εὕρισκε πλουσιοπάροχην τὴν ὕλη εἰς τὴ μεγάλη του πολυμάθεια τῆς παλαιᾶς καὶ νέας φιλολογίας. (Προλεγόμενα, ΧΙΙ)

Διαβάζω:

Ἀλλὰ ἤδη ἄρχιζε νὰ τοῦ ἑτοιμάση τὸ πρόκαιρο τέλος μία ἀσθένεια, ἡ ὁποία κατ' ἀρχὰς δὲν τὸν ἐπείραζε εἰμὴ σωματικῶς, ἀλλά, εἰς τοὺς ὑστερινοὺς δύο χρόνους τῆς ζωῆς του, ἐθάμπωνε κάποτε τὴ λαμπρότητα τοῦ νοός του. Συχνὰ αἰσθάνετο ἕνα γενικὸ δείλιασμα, καὶ γιὰ νὰ τὸ παύση, ὥστε νὰ χαρῆ πάλιν, κὰν προσωρινά, τὴ συνηθισμένη του ἀκατάπαυστη ζωηρότητα τῆς πνευματικῆς ἐνεργείας, ἐπρόστρεχε εἰς τὰ δυνατὰ πιοτά, καὶ αὐτὴ ἡ κατάχρηση βέβαια αὔξησε τὴ δύναμη τοῦ πάθους• πολλὲς φορές, εἰς τὴ μέση τῆς θαυμαστῆς ὁμιλίας του, ἐφαίνετο ὅτι τὸν ἐπλάκωνε ἕνας φοβερὸς στοχασμός, καὶ ἐνῷ εἶχε ἀκόμη ὅλα τὰ φαινόμενα τῆς ὑγείας, συχνὰ ἔλεγε πρὸς τοὺς φίλους του: γλήγορα θὰ σᾶς ἀφήσω. (Προλεγόμενα, XVIΙ)

Τί αὐτὸ συνιστᾶ; Τὴ μυστικὴ σύνθεση μιᾶς βιογραφίας, τὸν ἀπόκρυφο σχεδιασμὸ ἑνὸς συγγραφέως. Μιὰ ἀφαίρεση θὰ καταστεῖ ὁ Σολωμὸς κι ἕνας ἄνθρωπος ἐκεῖ θὰ καταλήξει — ὁμιλῶ γιὰ τὸν βιογράφο Ἰάκωβο Πολυλᾶ.

Πρέπει νὰ τὸν ἀγάπησε πολύ. Καὶ πρέπει τὸ ἔλλειμμα τῆς ψυχῆς του νὰ ἦταν ἀκόμη περισσότερο. Καί, πρέπει, ὁ Σολωμός, τὸν ὁποῖο ποτὲ δὲν θὰ γνωρίσουμε, γιατί αὐτὸς τὸ ἀρνήθηκε, νὰ ἦταν κάτι μεγαλύτερο ἀπὸ τὰ ποιήματά του — κι ἐπειδὴ ἔτσι, ἀλὶ καὶ οὐαί μας. Ποιὸς ὑπῆρξε αὐτὸς πού τόσο πολὺ ἀγαπήθηκε; Καὶ τί ὄνομα, πράγματι, εἶχε;

Ὁ Σολωμός. Ἡ γλώσσα στὴν καταγωγή της:

Παλληκαρὰ καὶ μορφονιέ, γειά σου, καλέ, χαρά σου!

καὶ μ' ἕναν ἀπροσδόκητο τρόπο στὸ καταγώγιό της:

Καὶ τοῦ ἀμόλαες κερατίδια!

Ὁ Σολωμὸς κι ὁ Πολυλᾶς. Πλέον, μόνον οἱ μικρόψυχοι θὰ ἀφαιροῦν ἀπὸ τὸν ἕναν τὸν ἄλλον. Ἀπὸ τὸν ἔξαρχο τὸν ταπεινό. Αὐτοὶ οἱ δύο θὰ εἶναι ἕνα. Καί, ποιὸς ξέρει, μπροστὰ σὲ μία ἐξώκοσμη δικαιοσύνη, ὁ ἄλλος λέει, ὁ μικρός, μπορεῖ νὰ εἶναι κι ὁ μεγαλύτερος. Παράταιρες κουβέντες.

Χρειάζεται κατιτὶς τὸ παραπανιστό; Ἂν ἀγαπῶ τὸν Διονύσιο Σολωμό, εἶναι γιὰ τὸν Κρητικό, ἀλλὰ καὶ γιατί τὸ «ήθικότατον ἄσμα» του ἀντηχοῦσε εἰς ὅλα τὰ στόματα• γιὰ τὸ Carmen seculare, αὐτὸ ὅμως τὸ ὁποῖο ἐθόλωναν τὰ «δυνατὰ πιοτά».

Ἕνα κείμενο θὰ εἶναι τεκμηριωμένο, ἐμπεριστατωμένο, πῶς τὸ λένε; ἢ θὰ μοιάζει μὲ τὸ δικό μου. Ἰμπρεσιονιστικὲς νύξεις, τίποτε τὸ σαφέστερο. Ὅμως ἐπιμένω νὰ διαβάζω τὸν Σολωμὸ μέσῳ τῶν Προλεγόμενων: ἀκριβῶς δι' αὐτῶν. Μοῦ ἀρέσουν οἱ νεώτερες ἔρευνες, οἱ ἄριστες κριτικὲς ἐκδόσεις, συγχαίρω τοὺς καλοὺς μελετητὲς — ἀλλὰ νὰ σᾶς ἐξομολογηθῶ τὴν ἁμαρτία μου. Πῶς καὶ θυμᾶμαι ἐκείνη τὴν ἱστορία μὲ τὸν ἔξοχο γερμανὸ φιλόλογο ὁ ὁποῖος δαπάνησε μιὰ ζωὴ γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι τὴν Ὀδύσσεια δὲν τὴν ἔγραψε ὁ Ὅμηρος ἀλλὰ ἕνας συνονόματός του.

Ὥρα νὰ κλείσω. Στὸν Δόκτορα Ζιβάγκο μιὰ ψυχὴ σχάσθηκε, ἔγινε δύο (καὶ εἶναι, αὐτό, βαρύ, πολὺ βαρὺ πράγμα) γιὰ νὰ ὑπάρξει ἡ εὐλογία, ἡ δημιουργία, ἀντὶς ὁ γιατρὸς ποὺ διασχίζει μιὰ Ρωσία κατακαμένη ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση. Μπορεῖ, στοχάζομαι, στὸν Διονύσιο Σολωμὸ τὰ πράγματα νὰ εἶναι πιὸ ἁπλά.

Δύο ἄνθρωποι νὰ συγκλίνουν πρὸς τὸν ἕναν, νὰ γίνουν μαζί, δὲν εἶναι τόσο σπάνιο. Ὁ ἔρωτας καὶ ἡ μετάφραση, οἱ δύο ἔσχατες μορφὲς τῆς ταπείνωσης, τὸ ἔχουν τόσες φορὲς ἀποδείξει. Ὅμως, ἕνας ἄνθρωπος, αὐτός, νὰ ἀφανιστεῖ νὰ γίνει ὁ προλογιστής, ὁ ὑπ' ἀναίρεσιν, καί, ἐν τέλει, ὁ Ἄλλος — αὐτὸς κανείς, ἐκείνου ἐκεῖνος• ὁ Διονύσιος Κομ. Σολωμὸς εἶναι, φαντάζομαι, κάτι τὸ μόνο, τὸ δικό του, κανενὸς ποτέ. Γιατί ἡ ὕπαρξη τοῦ Σολωμοῦ μᾶς εἶναι τίμια δωρεά, κι αὐτὸ μποροῦσε νὰ γενεῖ μόνον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος τύπωσε; ἐξέδωσε; ναί, ἴσως (αὐτὸ ὀνειρεύομαι), ἔγραψε,

Δὲν τὄλπιζα νἄν' ἡ ζωὴ μέγα καλὸ καὶ πρῶτο.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Vincenzo Rotollo: [ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑ ΤΟΥ UGO FOSCOLO]

Ugo Foscolo by Mary Dawson Turner (née Palgrave),
after Henri Jean-Baptiste Victoire Fradelle
etching, (1816)
[Απόσπασμα από την Ομιλία "Η ιταλική διανόηση και τα αρχαία ελληνικά", που εκφωνήθηκε κατά την 16η Μαΐου 2005, στον Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός", κατά την αναγόρευση του Vincenzo Rotollo ως Επιτίμου Μέλους του Συλλόγου. Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Παρνασσός 48 (2006) 11 εξ.] 

[...]

Για τον μεγάλο ποιητή Ugo Foscolo (1778-1827) δεν νομίζω ότι χρειάζονται πολλά λόγια. Προικισμένος με καλή κλασσική παιδεία, ο Foscolo ασχολήθηκε με ιδιαίτερο ζήλο με την ελληνική γραμματεία, για την οποία ένιωθε μια έλξη όχι μόνο πνευματική, αλλά κυρίως αισθηματική. Στην προτίμησή του αυτή έπαιξε αποφασιστικό ρόλο ο δεσμός του με την Ελληνίδα μητέρα του και με τη γενέτειρά του Ζάκυνθο: το σονέττο του "Εις Ζάκυνθο", αληθινό αριστούργημα της ιταλικής λογοτεχνίας, αναδίνει αυτή την αισθηματική του διάθεση. Το 1808 έστειλε ένα γράμμα στον Πρώσσο διπλωμάτη Bartholdy, που σ' ένα βιβλίο ταξιδιωτικών εντυπώσεων τού 1805 είχε εκφράσει δυσμενείς κρίσεις για τη σύγχρονη Ελλάδα (που ο Κοραής τις είχε αποκρούσει με αγανάκτηση). Σ' αυτό το γράμμα του ο Foscolo, μεταξύ των άλλων προέβη σε μια γνωστή και συγκινητική δήλωση: "Αν και Ιταλός από καταγωγή και ανατροφή, δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι με γέννησε Ελληνίδα μητέρα, με θήλασε Ελληνίδα τροφός, και ότι είδα την πρώτη ακτίνα του ηλίου στη διάφανη και δασώδη ["υλήεσσα"] Ζάκυνθο, όπου ακόμη αντηχούν οι στίχοι με τους οποίους ο Όμηρος και ο Θεόκριτος την εξύμνησαν". Αργότερα, όταν ξέσπασε το ζήτημα της Πάργας, υπερασπίστηκε σθεναρά τις ελληνικές θέσεις με διαβήματα και συγγράμματα. Ο Foscolo ήταν περήφανος για την ελληνομάθειά του. Σ' ένα γράμμα του στον Giovita Scalvini, που ανάγεται στην περίοδο της διαμονής του στην Αγγλία, παρατηρούσε ότι οι μορφωμένοι Άγγλοι κατείχαν τα ελληνικά καλύτερα από τους Ιταλούς, μεταξύ των οποίων τοποθετούσε και τον Mattia Butturini, μάλιστα με κάποιες πικρόχολες επιφυλάξεις. Ο Butturini, που υπήρξε καθηγητής του Σολωμού στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, είχε παρακολουθήσει στο Πανεπιστήμιο της Padova μαθήματα ελληνικών από τον γνωστό λογοτέχνη Melchiorre Cesarotti, διαπρεπή πρωταγωνιστή των γλωσσικών  συζητήσεων της Ιταλίας, αλλά μέτριο μεταφραστή  του Ομήρου και άλλων αρχαίων συγγραφέων. Και τον Cesarotti τον ειρωνεύτηκε βαριά ο Foscolo.

 [...]

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Επετειακό

της Κατερίνας Δεμέτη

Η υπόμνηση γεγονότων που να διαπραγματεύονται την εποποιία του ελληνικού έθνους στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, σε καιρούς άκρας πολιτικής αντιπαράθεσης και εκλογικού πυρετού, θα μπορούσε για πολλούς να θεωρηθεί θέμα που δεν αγγίζει το πλατύ αναγνωστικό κοινό, και για τούτο δεν αξίζει ν’ ασχοληθεί κανείς μαζί του.

Η ανάσυρση ωστόσο, εκδόσεων, έστω και μουσειακής πλέον αξίας, σύγχρονων με τα γεγονότα που καλούμαστε να θυμηθούμε όλοι οι Έλληνες, με αφορμή την εορτή και θεσμοθετημένη αργία της 28ης Οκτωβρίου, μπορεί να γίνει το βότσαλο στη λίμνη και να ενεργοποιήσει μνήμες, συμπεριφορές και γιατί όχι επιλογές …


Ο λόγος για το βιβλίο Η Ζάκυνθος στα χρόνια της σκλαβιάς (1 Μαΐου 1941-27 Μαρτίου 1945), που έγραψε ο Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος και εκδόθηκε στη Ζάκυνθο, τον Απρίλιο του 1949, από το Τυπογραφείο Φ. Κοντόγιωργα και σήμερα φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.

Το βιβλίο αυτό με αύξοντα αριθμό καταγραφής 124, προέρχεται από τη Βιβλιοθήκη του Μαρίνου Σιγούρου (1885-1961), πρώτου Προέδρου του Διοικητικού του Συμβουλίου (από το 1959 έως το θάνατό του το 1961) και δωρίθηκε μαζί με τα υπόλοιπα βιβλία του Σιγούρου στο Μουσείο.

Στο εσώφυλλο φέρει ιδιόχειρη αφιέρωση του συγγραφέα: «Αξιότιμον Κύριον Μάριον Σιγούρον μετά βαθυτάτου σεβασμού._ Ζάκυνθος 31/12/49 Στραβόλεμος».

Ο συγγραφέας το αφιερώνει «ΣΤΟΝ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΖΑΚΥΝΘΟΥ Κον ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΦΕΡΕ ΣΤΟ ΠΟΙΜΝΙΟΝ ΤΟΥ ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΡΑΣΙΝ ΚΑΙ ΑΞΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΑΝΕΔΕΙΧΘΗ Μ’ ΕΥΒΛΑΒΕΙΑ ΑΦΙΕΡΟΙ – Ο ΓΡΑΨΑΣ».

Μέσα σε 572 σελίδες, ο Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος καταγράφει με μάτι ερευνητικό και με κάθε λεπτομέρεια, όλα τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο νησί μας από τον Μάιο του 1941, όταν ήρθαν οι Ιταλοί φασίστες έως το Μάρτιο του 1945, που «ξεπρόβαλε η Λευτεριά».

Γράφει χαρακτηριστικά στον πρόλογό του «Προς τους αναγνώστας»: «…Τοποθετήσας τον εαυτόν μου εις το περιθώριον της ζωής και παλαίσας απεγνωσμένα μεταξύ αμπώτιδος και παλιρροίας των περιστάσεων και των αναγκών, παρέμεινα μακράν πάσης αναμίξεως, σχέσεως και επαφής προς τας εκάστοτε καταστάσεις, έχων ως μόνον και πιστόν σύντροφον τον εθνικόν πόνον και ως ελπίδα ζωηφόρον την ακλόνητον πίστιν προς την ανάστασιν της Φυλής.

Από εκεί, παρηκολούθουν τα πάντα˙ έβλεπον να ανέρχωνται επί σκηνής πρόσωπα, να ενώνουν τα ονόματά των με την εφήμερον δόξαν των εχθρών, να στραγκαλίζωνται δίκαια, να καταδυναστεύονται υπάρξεις, να κατακρημνίζονται επιχειρήσεις, να δημιουργούνται άσημοι, να στενάζουν υπό το πέλμα της σκλαβιάς αθώας γυναίκας, γέροντας ν’ αποθνήσκουν στους δρόμους, παιδάκια να γυρίζουν ασθενικά και πεινασμένα με ωχροκίτρινα πρόσωπα και σκελετωμένα άκρα, να καταεξευτελίζωνται τα ηθικά στοιχεία και να ποδοπατούνται τα εθνικά μας σύμβολα και ιδεώδη.»

Ο Διονύσιος Στραβόλεμος δεν γράφει ιστορία. Το βιβλίο του όμως είναι μία ξεχωριστή μαρτυρία για την εποχή του. Θα μπορούσαμε χωρίς αμφιβολία να το εντάξουμε στις πηγές, στο πρωτογενές δηλαδή υλικό της συγγραφής της ιστορίας της περιόδου. Το ύφος του μάλιστα, που είναι ιδιαίτερα γλαφυρό, μας επιτρέπει να το διαβάσουμε ευχάριστα και πολλές φορές καταφέρνει με την πιστότητα της περιγραφής του να μας συγκινήσει.

Γιος του Χαράλαμπου και της Αναστασίας το γένος Αγγελοπούλου, ο Διονύσιος Στραβόλεμος γεννήθηκε στην πόλη της Ζακύνθου το 1908. Ο πατέρας του ήταν έμπορος υφασμάτων και διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στην οδό Αναστασίου Ταβουλάρη (Τσαρουχαρέικα). Τελείωσε το Γυμνάσιο Ζακύνθου και γράφτηκε το 1943 χωρίς εξετάσεις στη Νομική Σχολή Αθηνών. Δεν φοίτησε ποτέ, αλλά διορίστηκε υπάλληλος στην Ιερά Μητρόπολη Ζακύνθου. Εκεί γνώρισε την αδελφή του Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσοστόμου Α΄, Βασιλική, το γένος Δημητρίου, την οποία και παντρεύτηκε. Δεν απέκτησαν τέκνα. Μετά το γάμο του διορίστηκε δικαστικός υπάλληλος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ζακύνθου, όπου παρέμεινε μέχρι τους σεισμούς του 1953. Πήρε μετάθεση και υπηρέτησε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου. Ασχολήθηκε μέχρι το θάνατό του, το έτος 1989, με τη συγγραφή πλήθους έργων που σχετίζονται με την ιστορία της Ζακύνθου.

Αξιομνημόνευτα τα:

Ο Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Κατραμής, 1951

Η Ζάκυνθος υπό τα ερείπια και τας φλόγας, 1958

Θεόφιλος ο Ζακύνθος- Ο ποπολάρος που άγιασε, 1969

Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Δημητρίου, 1976

Μία ακόμα από τις αρετές του βιβλίου του Δ. Στραβόλεμου, για να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτό, αναφέρεται στον Πίνακα Περιεχομένων. Εκεί διαβάζουμε: «Η εικών του εξωφύλλου και τα σκίτσα του παρόντος βιβλίου εφιλοτεχνήθησαν παρά του καλλιτέχνου κ. Χρήστου Ρουσέα». Ο Ρουσέας εκτός από το εξώφυλλο, στο οποίο απεικονίζονται τα αιματοβαμμένα σύμβολα του κατακτητή, φιλοτεχνεί και οκτώ σχέδια, τα οποία αναφέρονται σε συγκεκριμένες περιγραφές του συγγραφέα του. Προφανώς αυτά ο καλλιτέχνης θεώρησε ως πιο άξια για να δουλευτούν από το μολύβι του. Σημειώνουμε επιγραμματικά μερικούς από τους τίτλους των σχεδίων:



«…Στις 3 την νύκτα παρά την τρομερή καταιγίδα, στρατιωτική δύναμις μεταφέρει τον Μητροπολίτην στο άκρον του λιμενοβραχίονος όπου ευρίσκεται το Ιταλικόν Ιστιοφόρον “Tre fratelli”» (σελ. 235)


«…η βόμβα έπεσε μεταξύ του Ναού Αγίου Διονυσίου και Κωδωνοστασίου, εξερράγη, ήνοιξε μίαν οπήν 20 μ. βάθους, αλλά δεν επροξένησεν ουδεμία ζημία…» (σελ. 291)

«…τον παίρνουν και τον πάνε πίσω από το Δημοτικό Θέατρον, βάζουν μπροστά το αυτόματον και τον εκτελούν…» (σελ. 309)

«…το αυτοκίνητον με τους τρεις Γερμανούς αξιωματικούς εφαρπάζεται υπό των φλογών και τα εκκρηγνυόμενα πυρομαχικά, το εκσφενδονίζουν πολύ υψηλά και διαμελίζονται…» (σελ. 433)

Κλείνουμε το επετειακό μας άρθρο με την ευχή να οδηγούμε, τα παιδιά μας κοντά στις πηγές της ιστορίας για να γνωρίζουν τ’ αληθινά γεγονότα, που θα τα μάθουν να σκέφτονται, ν’ αποφασίζουν και να λειτουργούν σαν ενεργοί πολίτες.

Η Βιβλιοθήκη του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων αποτελεί πάντα μία δροσερή πηγή γνώσης για το παρελθόν.
 
-------------------------------------------
* Ευχαριστώ θερμά το δικηγόρο κ. Διονύσιο Σ. Στραβόλεμο για τις πληροφορίες που πρόθυμα μου έδωσε για τη ζωή και τα έργα του Διονυσίου Στραβόλεμου.

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Παύλου Φουρνογεράκη: ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ (ποίημα)


Για την πρώτη τη χαρά
στο βάθρο της ξύλινης έδρας
σφιγμένος σαν τη δίκομπη γραβάτα
σε λευκό βαμβακερό

για το κουδούνισμα της πρώτης ώρας
σαν την αρχή της δημιουργίας
σπορέας σε χώμα του φθινοπώρου
ανάκατο με τις πέτρες της βροχής

για το σπινθήρα της ματιάς
κεραυνοβόλο κέντρο ακμής εφηβικής
φλόγα της νιότης πυρακτωμένη
στο καμίνι της ζωής

για τους καρπούς της σοδειάς
στα χαμόγελα του σεβασμού στον κύριο και την κυρία
κάτω από τις καμάρες
της απογευματινής βόλτας

για το βαθύ σκύψιμο
στις αράδες των λίμπρων
και τη γεύση των μυστηρίων
στην κολυμπήθρα της επιστήμης

για το υφάδι του λόγου
στα συν-αδελφικά μπροσήλια της σκέψης-δράσης
στεφάνια συν-αισθημάτων
στην πολύχρωμη έξη

για τ΄ αργυρά τα χρόνια
ολόγιομα από χαρές νάναι
σαν τους κόκκους από τ΄ ανοιγμένο ρόδι
στο στρογγυλό τραπέζι

Ζάκυνθος 20-10-2010

ΥΓ Αφιερώνεται στους συναδέλφους μου καθηγητές: Νίκο Κακολύρη, Αντωνία Χαρτά, Γιάννη Ρουσιάνο, Σπύρο Φλωράτο, Διονυσία Αντιόχου, Διονύσιο Βούρτση και Σωτήρη Γεωργαλά, που πρόλαβαν να συνταξιοδοτηθούν.

Το ποίημα απαγγέλθηκε κατά το αποχαιρετιστήριο δείπνο, που έγινε προς τιμήν τους από το Σύλλογο Διδασκόντων του 2ου Γενικού Λυκείου Ζακύνθου, στην παραδοσιακή ταβέρνα «λητρουβείο» της Λιθακιάς, το Σάββατο 23-10-2010.

















Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Όταν στο Μέγαρο πηγαίνεις με τον παίδαρο (ή μια επιτάφια πενιά του πολιτισμού μας)

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Έγραφα στο προηγούμενο κείμενό μου, κάπου εκεί προς το τέλος, πως αν συνεχίσουμε να ζούμε στους ρυθμούς, όπου ώς τώρα κυριαρχούν στο νησί μας, θα καταλήξουμε στο θλιβερό αποτέλεσμα να ρωτάμε τα παιδιά μας για το ποιος είναι ο πιο μεγάλος μουσουργός μας και αυτά να μας λένε το όνομα του σεβαστού μεν, αλλά όχι δε και μεγάλου, όπως η νεοελληνική αντίληψη και κουλτούρα θέλει, Γιώργου Ζαμπέτα.

Έργο Διονύση Παπαδάτου
Πολλοί φίλοι το θεώρησαν υπερβολή και άλλοι νόμισαν πως ήταν αποκύημα της πλούσιας φαντασίας μου. Από την αγάπη μου, πίστεψαν, σε τούτον τον τόπο και από την λατρεία που έχω στην παράδοση και την ιστορία του, έπλασα μιαν αληθοφανή υπερβολή και την αποτύπωσα στην οθόνη του υπολογιστή μου πρώτα και μετά στην βδομαδιάτικη στήλη μου, θέλοντας έτσι, προφανώς, να τονίσω τον πολιτιστικό και ηθικό ξεπεσμό μας και να χτυπήσω την καμπάνα, πριν αυτή βαρέσει οριστικά λυπητερά και πένθιμα, αν δεν έχει ήδη χτυπήσει.

Μα, δυστυχώς, για όλους μας δεν είναι έτσι και το περιστατικό δεν το σκαρφίστηκα, αλλά θλιβερά το έζησα και πονεμένα το βίωσα. Και να πώς:

Ήταν πριν λίγες μέρες, όταν από την δουλειά μου υποχρεωμένος, επισκεπτόμουν τα σχολεία του νησιού μας για την πραγματοποίηση πολιτιστικών προγραμμάτων, για τα οποία τον τελευταίο καιρό είμαι υπεύθυνος.

Μπήκα σε κάποια τάξη -σε ποια ούτε θυμάμαι, ούτε έχει σημασία- και μίλαγα με τους μικρούς μαθητές για το παρελθόν του νησιού μας και την μακραίωνη παράδοσή του. Τους τρεις μεγάλους και κορυφαίους ποιητές μας ομολογουμένως τους γνώριζαν όλοι, ακόμα και τον αδικημένο Φώσκολο, ίσως επειδή το όνομά τους έχει δοθεί σε κάποιο καράβι και έτσι αποθανατίστηκε και έγινε αγαπητό. Ιδιαίτερα ο Σολωμός τους ήταν πάρα πολύ οικείος, μια και έγραψε τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», τον Εθνικό μας Ύμνο και λίγο-πολύ όλα είχαν επισκεφθεί τον Λόφο του Στράνη με το σχολείο τους ή είχαν παίξει κάτω από την σκιά του ανδριάντα του, στην κεντρική μας πλατεία.

Άγνωστοι τούς ήταν οι μεγάλοι μας ζωγράφοι, επειδή με τον Κουτούζη και τον Καντούνη ούτε η ελληνική τηλεόραση ασχολείται, ούτε την καθαρόαιμη, νεοελληνική κοινωνία ενδιαφέρουν, σαν αμαρτωλά εσπερίζοντες ή αιρετικά δυτικότροποι, που είναι. Όσο για τον Ρούσμελη, τον Γουζέλη και τον Μάτεση, ούτε κουβέντα να γίνεται. Πάνε χρόνια από τον καιρό που «Ο Βασιλικός» του τελευταίου παίχτηκε στο «Θέατρο της Δευτέρας» -οι θεατές του έχουν γεράσει- και κοντεύει αιώνας με το νησί μας δίχως θέατρο. Ο δε Ρώμας για την σημερινή πραγματικότητα λέγεται «Χάρης» και όχι «Διονύσιος» και την θέση του Καζίνου, που είχε το όνομα της φαμίλιας του, την έχει πάρει το «Καφέ της Χαράς» των συνεχών επαναλήψεων της ανίας του καναπέ μας.

Δεν ξέρω πώς μού ήρθε και προχώρησα την κουβέντα, ρωτώντας για το αν ξέρουν έναν μεγάλο, ζακυνθινό μουσουργό, του οποίου το άγαλμα βρίσκεται στην κεντρική μας, μεγάλη πλατεία και τα έργα του έχουν αγαπηθεί ιδιαίτερα από ντόπιους και ξένους. Ένα παιδάκι, τότε, σήκωσε επίμονα το χέρι του, μ’ εκείνο το επιτακτικό και χαρακτηριστικό «κύριε, κύριε…» και εγώ, πιστεύοντας πως πρέπει να γνωρίζει την απάντηση, του έδωσα το λόγο.

- Ο Γιώργος Ζαμπέτας, μου είπε και το πώς ένοιωσα, το καταλαβαίνετε από μόνοι σας και δε νομίζω πως πρέπει να σας το γράψω ή περιγράψω.

Ο τελευταίος που φταίει, βέβαια, είναι ο μικρός μαθητής και αυτός έχει τις λιγότερες ευθύνες για τις μουσικές του ευαισθησίες και γνώσεις.

Δυστυχώς, ακολουθώντας τον λαθεμένο λαϊκισμό της Μεταπολίτευσης, την αβασάνιστη κουλτούρα μας, ερμηνεύσαμε λάθος το τι σημαίνει «λαϊκός πολιτισμός» και καταντήσαμε ένα απέραντο σκυλάδικο. Μια ταινία του παλιού, καλού, κατά τους πολλούς, ελληνικού κινηματογράφου, που θέλει τους οπαδούς του Μπετόβεν να πεινούν στην γραφικότητά τους και τους λάτρεις του μπουζουκιού να ευημερούν και να προοδεύουν, στην καθημερινή τους άνοδο, έγινε η σύγχρονή μας πραγματικότητα και εμείς, ακολουθώντας το παράδειγμα των πρωταγωνιστών της, αυτομολήσαμε και ακολουθήσαμε αυτό που πουλά και βολεύει. Ξεχάσαμε ή πιο σωστά προδώσαμε τη νότα και φλερτάρουμε την πενιά. Κάναμε «Μέγαρο» για να ισοπεδώσουμε «παρέα με τον παίδαρο». Ξεγράψαμε, σαν ντεμοντέ, την «Ωδή στη Χαρά» και τραγουδάμε και σ’ αυτό ό,τι συνοδεύεται με παλαμάκια. Νομίζουμε, μάλιστα, πως πρωτοπορούμε!

Ιδιαίτερη ευθύνη για όλα αυτά φέρουμε εμείς οι Επτανήσιοι, οι οποίοι στον τομέα αυτό και παράδοση έχουμε και ιστορία μουσικής γνώσης και ευαισθησίας διαθέτουμε.

Ανήκω στην γενιά της πρώτης μετασεισμικής εποχής και είχα την τύχη να βιώσω, έστω και στον απόηχό της, αυτήν την ιδιαιτερότητα και αυτήν την ποιότητα. Πρόλαβα την μπάντα ή πιο σωστά μπάντα να κάνει «Πλατεία» στις ιστορικές πλάκες του Αγίου Μάρκου και κάποιοι ήχοι ξέχωροι και διαφορετικοί από τους σημερινούς ακούγονται ακόμα στ’ αυτιά μου και γεμίζουν δάκρυα ανάμνησης και χαράς τα μάτια μου. Παίζοντας ή οδηγώντας το ποδήλατό μου στους γύρω χώρους, μου επιβλήθηκαν -με την καλή σημασία της λέξης- ήχοι αληθινά κλασσικοί και μελωδίες πραγματικά αιώνιες. Πρόλαβα καντάδες στους δρόμους και «Ομιλίες» στις γειτονιές, δίχως πάρκο και μικρόφωνα. Έχω ακούσει τα σένια από τις καμπάνες, πριν η δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία τις καταδικάσει σε ρυθμούς μηχανικούς. Χάρηκα το οικείο του μαντολίνου και το ξένο του μπουζουκιού. Με λίγα λόγια ξεχώριζα και υπήρχα.

Σήμερα και οι μουσικές προτιμήσεις άλλαξαν και στον τόπο μου, κάνοντας μάλιστα στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Ό,τι ο νόνος μου και η νόνα μου απέκρουαν, εμείς, πρώιμοι παππούδες και γιαγιάδες, το ενστερνιστήκαμε και το ανεβάσαμε σε βάθρο. Ίσως γι’ αυτό η βάση της προτομής του Καρρέρ(η) στην άκρη της μεγάλης μας πλατείας, της τόσο μοναχικής τον τελευταίο καιρό και τόσο απόκοσμης, έγινε επιφάνεια γραφής συνθημάτων και εκεί που οι δικοί μας, τα προηγούμενα χρόνια διόρθωναν την κακή μουσική εκτέλεση, που ταλαιπωρούσε τ’ αυτιά τους, εμείς σήμερα δίνουμε ρεσιτάλ παρραφωνίας ικανοποιημένοι με τα πάντα, ακόμα και με τραγουδιστές που σπούδασαν μουσική στο γυμναστήριο.

Οι πριν από εμάς είχαν λαϊκή παιδεία, ενώ εμείς λαϊκισμό. Επιτυχία είναι να ανεβάσεις το λαό στην τέχνη και όχι να κατεβάσεις την τέχνη στο λαό. Είναι και ο πολιτισμός σαν τις ασθένειες. Η κάθε μια από αυτές έχει το δικό της φάρμακο και αλίμονο στον άρρωστο, που αντί για το αρμόδιο γιατρικό του δοθεί η δική του προτίμηση. Τότε εγκυμονεί ο θάνατος.

Διαβάζω ή έχω ακούσει από τους παλιότερους συμπατριώτες μας για αμόρφωτους, φαινομενικά, και απλούς ανθρώπους, που το πρωί κούρευαν ή ξύριζαν, κατεργαζόταν τα δέρματα των ζώων ή έψηναν κεραμίδια και το βράδυ έπαιζαν κιθάρα και τραγουδούσαν, όταν δεν παρακολουθούσαν όπερα στο Θέατρο. Για πλανόδιους μικροπωλητές, οι οποίοι ήταν άριστοι μουσικοί. Για βαστάζους, που γνώριζαν απέξω άριες και τις τραγουδούσαν. Άσε αυτήν την ερώτηση της συχωρεμένης της νόνας μου στο άκουσμα του ότι κάποιος έγινε παπάς. «Έχει καλή φωνή;», ρωτούσε και τίποτα άλλο δεν την ενδιέφερε. Ο καλλίφωνος μπορούσε γι’ αυτήν και για την γενιά της να δικαιώσει και τον ανήθικο!

Σήμερα επικρατεί η εικόνα του οδηγού, που κρατά στο ένα χέρι το τσιγάρο -παρά την απαγόρευση- και στ’ άλλο, όχι το μπεγλέρι του τραγουδιού της μουσικής μας προόδου, αλλά το κινητό του, για να διηγηθεί στους φίλους του για το πώς λικνίστηκε το προηγούμενο βράδυ στο υπουργικής απόφασης και δυστυχώς και νοοτροπίας πολιτιστικό κέντρο της εφήμερης διασκέδασης.

Γι’ αυτό το λόγο ο πιο μεγάλος μας συνθέτης έγινε ο Ζαμπέτας!

Μα τα χειρότερα έπονται.
Related Posts with Thumbnails