© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

Χωριάτες-Χωραΐτες: 3-2

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης


Η φθινοπωρινή ισημερία παρέδωσε το θρόνο του εικοσιτετράωρου κύκλου στη σκοτεινιά της νύχτας, που πλειοψηφεί στην αναμέτρηση με τις πλαγιαστές ηλιακές ακτίνες. Ο υδράργυρος αντιστέκεται ακόμα ανυψωμένος λες και φοβάται τα χαμηλά, μα το χορτάρι προβάλλει σαν χαλί υποδοχής στα φύλλα του φθινοπώρου. Στα τραπέζια της σχολικής βιβλιοθήκης προβάλλουν πίνακες της εποχής (Ρενουάρ, Πουσσέν, Τσαρούχης, Πανταζής, Περβολάκης…) μαζί με αραδιασμένους στίχους (Παλαμάς, Πορφύρας, Δροσίνης, Ουράνης, Λειβαδίτης…) και διηγήσεις.

Το σχολείο προετοιμάζεται για τις εκλογές των μαθητικών συμβουλίων. Όλοι το Φθινόπωρο προετοιμάζονται για τις εκλογές, μοιάζει κάτι σαν εθιμοτυπία, χρόνια τώρα στον τόπο μας… Τηρούμε το έθιμο των εκλογών ευρωπαϊκών, εθνικών, δημοτικών, φοιτητικών, μαθητικών σαν εκείνους που παντρεύονται στην εκκλησία δίχως να πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού. Πώς να τις πιστέψεις σε μια δημοκρατία που μοιάζει ανύπαρκτη! Χάθηκε εκείνος ο ενθουσιασμός των πρώτων χρόνων, μα πάντα μένει στο νου μας ανεξίτηλη η πρώτη φορά…

Έχουν περάσει περίπου τριανταπέντε χρόνια από τότε. Οι πρώτες μαθητικές εκλογές μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Χαρά μαζί κι αμηχανία, ενθουσιασμός και φόβος, άγνοια κι έλλειψη εμπειρίας. Τα εφηβικά μας χρόνια ζυμώθηκαν στον αυταρχισμό, στη σιωπή και στον προσανατολισμό της εκπαίδευσης προς τη δημιουργία υποταγμένων πολιτών. Χωρισμός των σχολείων κατά φύλο (Γυμνάσια Αρρένων και Θηλέων), ομοιόμορφο ντύσιμο (μπλε ποδιά) για τα κορίτσια, κοντό κούρεμα για τα αγόρια, σήματα του σχολείου στο πέτο, απαγόρευση κυκλοφορίας το βράδυ μετά τις οκτώ, τιμωρίες με αποβολές από το σχολείο με την παραμικρή αφορμή, χουντικές επιθεωρήσεις των καθηγητών από χιτλερικές μορφές επιθεωρητών και ένα απαράδεκτο περιεχόμενο σπουδών. Ο φόβος, η αγωνία και οι σκληρές διώξεις σε συνδυασμό με το ισχνό οικογενειακό εισόδημα της απομονωμένης οικονομίας μας συμπληρώνουν το σκηνικό εκείνης της καταραμένης επταετίας.

Ο Γυμνασιάρχης (αείμνηστος Διον. Γιακουμέλος, φιλόλογος και λάτρης της ζακυνθινής λαογραφίας) με το μελανιασμένο από τα στυλό κοστούμι και την κλασική γραβάτα ανακοίνωσε, μετά την πρωινή προσευχή, την ημερομηνία εκλογών των μαθητικών κοινοτήτων, που δε θα είχαν όμως κομματική χροιά. Πρωτόγνωρη είδηση, απροσδόκητη, καταπληκτική, ευχάριστη, με αίσθηση ελευθερίας, σεβασμού και δημοκρατίας. Θα ψηφίζαμε τους αντιπροσώπους μας για πρώτη φορά και άρχισαν οι πρώτες ζυμώσεις και ομαδοποιήσεις. Το σοσιαλιστικό ζιβάγκο είχε ήδη μαγνητίσει αρκετούς νεολαίους αλλά οι φοβισμένοι καθηγητές απαγόρευαν αυστηρά οποιαδήποτε αναφορά σε κόμματα και οργανώσεις. Η ομαδοποίηση λοιπόν έγινε σύμφωνα με τον τόπο διαμονής: Χωριάτες - χωραΐτες. Είναι παλαιός αυτός ο ιδιότυπος διαχωρισμός που κάποτε έφτανε μέχρι σημείου άκρατου ρατσισμού.

«Χωραΐτη, χωραΐτη με το σκατό στη μύτη», «Χωριάτη, χωριάτη με το σκατό στην πλάτη»: παιδιάστικες αντεγκλήσεις με φράσεις που στηρίζονταν στις παλιότερες αρχέγονες κατασκευές αφόδευσης που η «ευωδία» διέγειρε αναλόγως τη ρινική κοιλότητα. Οι μικροί χώροι στην πόλη «ευωδίαζαν» εντονότερα από εκείνους των χωριών. Μια μικρή αχυρένια κατασκευή που έκρυβε τη λακούβα αφόδευσης με το πατάρι στήριξης του επισκέπτη, έξω από το σπίτι, ικανοποιούσε αυτές τις ανθρώπινες ανάγκες τα χρόνια της φτώχειας…

Χωριάτες-Χωραΐτες 3-2 ήταν το αποτέλεσμα εκείνων των πρώτων εκλογών. Οι χωριάτες ήμασταν απλά περισσότεροι, αλλά θέλαμε να είμαστε και πρώτοι. Ήταν ένας συναγωνισμός βασισμένος στην αγωγή της πρωτιάς. Μεγαλώνουμε με την αγωγή της πρωτιάς. Ο πρώτος έχει αξία, ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τελευταίος παντελώς απαξιώνονται και όλοι μαζί υποφέρουν όταν μένουν προσηλωμένοι στο στόχο και δεν απολαμβάνουν το ταξίδι.

Ψηφίσαμε όλοι με πάθος σ΄ εκείνες τις μαθητικές εκλογές. Αισθανόμαστε πιο ισχυροί όταν απευθυνόμαστε στους καθηγητές μας για να συζητήσουμε τα προβλήματα της τάξης και αποκτούσαμε την αίσθηση του δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Δουλέψαμε για την ευταξία του χώρου, προετοιμάσαμε τις σχολικές γιορτές και την επταήμερη εκδρομή, διαχειριστήκαμε το μαθητικό κυλικείο με εκείνες τις μαγικές γεύσεις της τυρόπιτας και της μπουγάτσας του Μαράκη για να ενισχύσουμε το ταμείο μας, και πραγματοποιήσαμε την πρώτη τρίωρη αποχή! Αντιδράσαμε στον αυταρχισμό και την αισθητική (!) εμφάνιση καθηγήτριάς μας (Γυμνάσιο Αρρένων γαρ…).

Στα επόμενα χρόνια άνθιζε σιγά-σιγά το λουλούδι της δημοκρατίας. Καλλιεργούσαμε το χώμα της, λιπαίναμε και ραντίζαμε το μεγάλωμά της με τον ιδρώτα και το αίμα των αγώνων και των διεκδικήσεών μας. Και μετά την αφήσαμε να μαραθεί σαν τους αγρότες που εγκατέλειψαν τη γη τους κι εκείνη γέμισε ασφαλακτούς και γαϊδουράγκαθα. Σήμερα βιώνουμε μια πρωτόγνωρη δικτατορία της καπιταλιστικής οικονομίας κι εκείνοι που εκλέγουμε να μας εκπροσωπήσουν και να μας διοικήσουν είναι οι εντολοδόχοι τους. Βιώνουμε μια πρωτόγνωρη επίθεση εναντίον όλων των εργασιακών δικαιωμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Το σχολείο «εκσυγχρονίζεται» με νέα δομή και περιεχόμενο σπουδών που ευνοεί την αποσπασματική γνώση και την αδράνεια. Οι μαθητές ενθουσιώδεις και οραματιστές συμμετέχουν στις εκλογές αντίθετα με τους μεγάλους που νομίζουν ότι απέχοντας δείχνουν την αντίδρασή τους στο σύστημα, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι το χαροποιούν, γιατί μπορεί απρόσκοπτα να εδραιώνεται και να ευνοεί τα λαμόγια και τους ισχυρούς.

Αλήθεια, πόσο πανέτοιμοι φαίνονται οι καιροσκόποι και τα λαμόγια σε κάθε εκλογική αναμέτρηση! Διεισδύουν στα ψηφοδέλτια νίκης και ξεγελούν ή και συνεργούν με τους ψηφοφόρους. Από τους προέδρους δεκαπενταμελών συμβουλίων των σχολείων που εμπλέκονται με τις σχολικές εκδρομές και τα πενιχρά ταμεία των τάξεων μέχρι τα κυβερνητικά στελέχη, μπορούμε να συναντήσουμε αυτές τις αντιπαθητικές, αποκρουστικές, επικίνδυνες υπάρξεις. Όσοι έρχονται σε επαφή με το δημόσιο χρήμα είναι εν δυνάμει κλέφτες και απατεώνες, όταν δεν υπάρχει διαφάνεια, ο λαός αδιαφορεί για τα κοινά και οι θεσμοί της πολιτείας αδρανούν ή και συνεργούν.

Ο διαχωρισμός χωριάτες-χωραΐτες σήμερα είναι κενός περιεχομένου σε πραγματικό ή και συμβολικό πλαίσιο. Ο διαχωρισμός όμως σε τίμιους και άτιμους ή σε πλούσιους και φτωχούς οποιασδήποτε προέλευσης είναι υπαρκτός και η ευθύνη του καθενός μας να τους διακρίνει είναι επιβεβλημένη ανάγκη. Ακόμα μεγαλύτερη είναι η ευθύνη ημών των δασκάλων για την αγωγή που θα πρέπει να δώσουμε στα παιδιά μας προκειμένου μέσα στο άνυδρο περιβάλλον και τη σύγχρονη ερημοποίηση να προετοιμάσουμε το χαλί που θα υποδεχθεί χρυσάνθεμα και κυκλάμινα στις καρδιές των αγώνων για καλύτερες μέρες.

Τα μαθητικά συμβούλια είναι αγωγή δημοκρατικής συνύπαρξης κι εκπροσώπησης. Συμβάλλουν στην κατάκτηση της γνώσης και την πολιτισμική πρόοδο. Αποτελούν απαραίτητο θεσμικό παράγοντα σεβασμού, ευταξίας, καθαριότητας, αποδοχής, συνεννόησης με τον κόσμο των μεγάλων (γονείς και καθηγητές) δημιουργικότητας και ανοίγματος του σχολείου στην κοινωνία, αλλά και διεκδίκησης και αγώνα για το παρόν και το μέλλον τους. Οφείλουν να αντιδρούν σε κάθε προσπάθεια υποβάθμισης και προσβολής της προσωπικότητάς τους και των προβλημάτων της ηλικίας τους. Οφείλουν να απομακρύνουν όσους θέλουν να τους μολύνουν με την κρυφή τους παρουσία στο σχολικό χώρο και δεν καταφεύγουν εύκολα στις παραδοσιακές καταλήψεις που στερούν τη γνώση και τη δημιουργικότητά τους. Εργάζονται, συμβάλλουν και απαιτούν ένα πιο ελκυστικό σχολείο με οράματα και προτάσεις, μαθαίνουν να αναλαμβάνουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Αλήθεια πόσα οφείλουμε να πράττουμε εμείς γι αυτούς;

Σήμερα, που γεμίζω αυτές τις αράδες στο μικρό μου υπολογιστή, αισθάνομαι αντιφατικά. Θλίβομαι γιατί απεργώ και αναγκάζομαι να κρατώ κλειστή την πόρτα της σχολικής βιβλιοθήκης μα νιώθω και μια μεγάλη χαρά που μπορώ ακόμα να απεργώ και να διαμαρτύρομαι, να αμύνομαι στη μεγάλη λαίλαπα που ρημάζει τον τόπο και τις ψυχές του. Πόσο ακόμα; Ίσως του χρόνου να θεωρείται και αυτό ποινικό αδίκημα! Ποιος μπορεί σήμερα να απεργήσει στον ιδιωτικό τομέα; Ποιος αύριο, όταν θα τον αναγκάζουν να πέφτει γονυπετής στον κάθε λογής αρχηγό του Καλλικράτη για λίγες ώρες δουλειάς; Ποιο το μέλλον μιας κοινωνίας που οι πολίτες της περπατούν γονυπετείς;

Απεργοί-μη απεργοί 1-2, με πληροφόρησαν από το συνδικάτο, πλούσιοι-φτωχοί 5-0 το σκορ αναμέτρησης και στις πέντε ηπείρους, χωριάτες-χωραΐτες 3-2. Γεμάτη νούμερα είναι η ζωή μας. Από το μηδέν θ’ αρχίσει η πάλη για την αναβίωση της Δημοκρατίας. Οι φθινοπωρινές εκλογές μπορεί να είναι μια καινούργια αρχή;

Ζάκυνθος 7-10-2010

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Το χρονικό πέντε αιώνων συνύπαρξης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στα παιδικά μου χρόνια, πηγαίνοντας συχνά στον από την μητέρα νόνο μου, που είχε εμπορικό στην αρχή της Πλατείας Ρούγας, κοντά στους Αγίους Σαράντες ή πιο σωστά στην ευλαβική, μετασεισμική ανάμνησή τους, εκεί που «εν εσχάτοις χρόνοις» βρισκόταν ο «Γερμανός» της κινητής μας τηλεφωνίας, εκτός από μια μεγάλη και αληθινή μπάντα, η οποία πάντα τραβούσε την προσοχή μου σε κάθε της μουσική έξοδο και κυρίως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όπου έβγαινε να παιανίσει τα κάλαντα στην ακόμα αντιστεκόμενη και μη ισοπεδωμένη Ζάκυνθο, είχα γνωρίσει και τον Μόρδο, γείτονα και αυτόν και απαραίτητο στοιχείο της γειτονιάς. Μαζί με τον Κατσίγιαλο, με το κουρείο του και τις επισκευές των ομπρελών του, τον Πανάρετο, με το ζαχαροπλαστείο του και προ πάντων τις σοκολατίνες του, που τόσο μου άρεσαν, τον Ανέστη, με τα δικά του έτοιμα ενδύματα και τόσους άλλους, τους οποίους η αδύναμη μνήμη μου καταδικάζει με γενίκευση, αποτελούσε και αυτός ένα αναπόσπαστο κομμάτι της κάποτε φημισμένης σκοντράδας των μαγικά πολυάριθμων Μαρτύρων της απαρχής της Άνοιξης, η οποία διαχώριζε την πόλη σε δύο μερίες, την «Μέσα» και την «Όξω» και συγχρόνως μια σημαντική σελίδα της ιστορίας της, αλλά και όλου του νησιού γενικότερα.

Τον επισκεπτόμουνα συχνά όταν το θέλημα που έκανα ήταν κάποιο γυαλί που έσπασε, ιδίως η λάστρα των παραθυριών, την οποία συνήθως κομμάτιαζα εγώ με την μπάλα, όταν το ροΐ έσταζε τόσο πολύ, που έπρεπε να αντικατασταθεί, σαν το ποτιστήρι για την διατήρηση των πολλών φυτών της ταράτσας είχε σαπίσει από την πολύχρονη χρήση ή αν το φανάρι, φωτιστικό ή για συντήρηση, έπρεπε να αντικατασταθεί. Γιατί ο Μόρδος ήταν Εβραίος και όπως όλοι οι ομόθρησκοί του ή πιο σωστά οι περισσότεροι, οι καθαρά Ζακύνθιοι, εξασκούσε το επάγγελμα του φαναρατζή, όπου αν δεν με ξεγελά με φαντασία η μνήμη μου, σαν γνήσιος επτανήσιος και προ πάντων Τζαντιώτης, το έλεγε και αυτός με την προσθήκη του ευφωνικού και ποιητικού αυτού «α», αποφεύγοντας την ανατολίτικη αφωνία των τριών συνεχόμενων συμφώνων, που για μένα δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα μπέρδεμα της γλώσσας μου.

Είχε το μαγαζί του στην αρχή των Τσαρουχαρέικων, εκεί που τέλειωναν οι κολώνες και κοντά σε ένα καπελάδικο και, αν θυμάμαι καλά, απέναντι από ένα παντοπωλείο, το οποίο στο παιδικό μυαλό μου πουλούσε μόνο «βαρελίσια» φέτα και αλλαντικά, ίσως επειδή αυτά μου άρεσαν περισσότερο από όλα τα άλλα είδη του και αυτά πάντα προτιμούσα και με αγάπη και μυαλό αγόραζα.

Ίσως σε κάποιο από τα άλμπουμ με φωτογραφίες της εποχής, όπου υπάρχουν ακόμα αισθηματικά και υλικά φορτωμένα στο σπίτι της Χώρας και αποθανατίζουν την αυθάδειά μου, μαζί με όλους αυτούς τους με «ξεφάντωση», κατά Γουζέλη, φίλους, να υπάρχει και αυτός, αντιστεκόμενος στην φθορά του χρόνου και να τονίζει την ταυτότητα ενός νησιού, πριν την πτώση του και την πολύκροτη ιστορία του, πριν την οριστική προσαρμογή του στην νεοελληνική, αυτοκτονιτική πραγματικότητα. Μπορεί να είναι κάποιος από την παρέα, που με πήρε μαζί στο τότε ξεχωριστό Καρναβάλι και πριν σταμάτησε στου Δάφνου να αποθανατίσει την στιγμή, λες και ήξερε τον ξεπεσμό σε σκυλάδικο. Μπορεί να στέκεται σε μια μεριά του δρόμου στην μαυρόασπρη, αλλά τόσο φωτεινή διαιώνιση του πολυπληθούς, τότε, πανηγυριού του Αγίου Λαζάρου, το απόγευμα της Λαμπρής, την εποχή που οι φινετσάτοι πατεράδες μας δεν καταλάβαιναν την Ανάσταση με μπουχό, λάσπες και τσίκνα, αλλά έστρωναν το πασχαλιάτικο τραπέζι με κρύσταλλα και πορσελάνες. Μπορεί τέλος να βρίσκεται στις πολυπρόσωπες απεικονίσεις και διασώσεις των χαρών της οικογένειας, μια και σαν γείτονας σίγουρα ήταν καλεσμένος και με ικανοποίηση τις είχε παρακολουθήσει.

Γιατί οι Εβραίοι της Ζακύνθου ήταν πάντα ένα αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας και του πολιτισμού της και τις περισσότερες φορές, εκτός από τις θλιβερές περιπτώσεις του θρησκευτικού φανατισμού, που οδήγησαν σε θλιβερά γεγονότα, σαν το ντροπιαστικό για όλους τους λεγόμενους χριστιανούς «μπούρδο των Εβραίων», έζησαν αρμονικά στον τόπο μας και είναι ένα κομμάτι χαρακτηριστικό της ιόνιας ιδιοσυγκρασίας μας.

Μπορεί να τους έκλεισε στο Γέτο η αμάθεια και η στενοκαρδία, αλλά χάρισαν στον μικρό Νικολό Φώσκολο την απαρχή της παγκόσμιας επαναστατικότητάς του και την θεμελίωση των στίχων του. Πετροβολήθηκαν από τον άμαθο φανατισμό, τον αγνοούντα την διδασκαλία του περιφερόμενου Εσταυρωμένου, αλλά ήταν οι μόνοι που διασώθηκαν από τον αιμοχαρή φασισμό και ένοιωσαν την αδελφοσύνη των γειτόνων και συμπατριωτών τους. Με λίγα λόγια ήταν και αυτοί ένα κομμάτι της τζαντιώτικης ανεξιθρησκίας, της φαινομενικά ερίζουσας και ουσιαστικά θαυματουργούσας, «εν αγάπη και ομονοία».

Όλα αυτά ήρθαν στο νου μου, μαζί με άλλα πολλά, όταν έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο του συμπατριώτη μου και συμπατριώτη μας Σαμουήλ Ερμ. Μόρδου: «Οι Εβραίοι της Ζακύνθου, χρονικό πέντε αιώνων», το οποίο είχε την καλοσύνη να μου στείλει. Στις σελίδες του υπάρχει όλη η ιστορία των ζακυνθινών εκείνων, που ήταν στο θρήσκευμα Εβραίοι και περικλείονται όλα τα πάθη τους, τα βάσανά τους και οι καημοί τους, μαζί με την καθημερινότητά τους, η οποία στο βάθος ήταν κοινή με αυτήν των άλλων συγκατοίκων τους. Γιατί δεν είναι τυχαίο που και αυτοί έπαιξαν στις μπάντες μας, περπάτησαν στα καντούνια μας τις καθημερινές και τις σχόλες στην Πλατεία Ρούγα και την Στράτα Μαρίνα, που έπαιξαν «Ομιλίες» στις μεγάλες, εαρινές γιορτές τους και τέλος, που κατάντησαν και αυτοί σεισμόπληκτοι τον Αύγουστο του 1953, μια και η θεομηνία ισοπέδωσε την Συναγωγή τους, όπως και τις όμορες εκκλησίες μας.

Το βιβλίο αυτό του Σαμουήλ Μόρδου, ο οποίος είναι γιος του παραπάνω αναφερθέντος, δεν συμπληρώνει μόνο την τοπική βιβλιογραφία, αλλά και την πλουτίζει με ένα σημαντικό κεφάλαιο της τοπικής μας ιστορίας. Στις σελίδες του περικλείει μια πτυχή της ζακυνθνής ψυχής και μια γνήσια ανάσα της ύπαρξης της κάποτε επάξια λεγόμενης «Φλωρεντίας της Ανατολής». Δεν είναι μόνο το «χρονικό πέντε αιώνων», αλλά και το χρονικό μιας πορείας και μιας συνύπαρξης.

Μια Ζάκυνθος, που χάθηκε οριστικά, διασώζεται στις σελίδες του και στις πολύτιμες φωτογραφίες του «το τραγούδι της ζωής» ακούγεται και πάλι, παρότι συχνά μέσα σε ερείπια. Μας υπενθυμίζει και μας μαθαίνει πως τα τζάμια της εκκλησίας του πολιούχου μας, τοποθετήθηκαν, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, χωρίς καμιά αμοιβή, από τους Zακυνθινούς Εβραίους.

Είναι και αυτό η συνέχιση της γιαγιάς, που γυρίζοντας από τα ψώνια της κάνει τον σταυρό της ορθόδοξα μπρος από τον καθολικό Άγιο Μάρκο.

Ας το διαβάσουμε όλοι με ευλάβεια. Έχουμε πολλά να κερδίσουμε.

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων και η συμμετοχή του στην εκστρατεία Περιβάλλον και Πολιτισμός 2010: «Φωνές νερού μυριάδες»

Της Κατερίνας Δεμέτη


Την άνοιξη του 2008 η Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού εγκαινίασε μια εκστρατεία πανελλαδικής εμβέλειας με τίτλο Περιβάλλον και Πολιτισμός. Για τη διετία 2008 και 2009 θεματικός άξονας των εκδηλώσεων ορίστηκε Το Δέντρο της Ζωής σε Τέσσερις Εποχές, δηλαδή το δέντρο, η σημασία και οι συμβολισμοί που συνδέθηκαν με αυτό από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή.

Το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων συμμετείχε στην δράση αυτή με μεγάλη επιτυχία. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που αναπτύχθηκε στο Μουσείο επικεντρώθηκε στο δέντρο, κάτω από το οποίο ο εθνικός ποιητής συνέθεσε τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» και στα φυτικά θέματα που βρίσκονται στα οικόσημα που εκτίθενται στον προθάλαμο του άνω ορόφου.

Η κεντρική ιδέα γύρω από την οποία σχεδιάστηκε το εκπαιδευτικό υλικό ήταν ότι η φύση περνάει μέσα από κάθε έκφραση, εμπνέει τον ποιητή και γενικά συμβάλλει στην καλλιτεχνική δημιουργία και γι’ αυτό δεν πρέπει να την καταστρέφουμε, αλλά να την προστατεύουμε.

Από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, η θεματική του Δέντρου θεωρήθηκε ιδανική ενότητα, καθώς στη μορφή του Δέντρου συμπυκνώνονται με τρόπο συμβολικό τα βασικά στοιχεία της φύσης. Με τη δύναμη του νερού το δέντρο αναπτύσσεται και καρποφορεί, η γη το στηρίζει και το θρέφει, στον αέρα αναπνέει και ορθώνεται, ενώ η φωτιά μπορεί να επηρεάσει ανεπανόρθωτα τον κύκλο της ζωής του.

Έτσι, η διετία 2010-2011 είναι αφιερωμένη στη θεματική του πρώτου από τα τέσσερα στοιχεία, του νερού.

Την Πέμπτη 7, την Παρασκευή 8, το Σάββατο 9 και την Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010, αρχαιολογικοί χώροι, μουσεία και μνημεία της επικράτειας θα ανοίξουν τις πύλες τους στο κοινό με μια σειρά από ποικίλες εκδηλώσεις, περιηγήσεις και εκπαιδευτικές δραστηριότητες, οι οποίες θα επιχειρήσουν να αναδείξουν τη σημασία και τις ποικίλες διαστάσεις της αξίας του νερού στη ζωή των ανθρώπων από την αρχαιότητα έως σήμερα.

Μέσα από μια πολύπλευρη, αειφορική θεώρηση με παραδείγματα που θα αντληθούν από αρχαιολογικά σύνολα, μνημεία και μουσεία της χώρας, αλλά και από δείγματα της σύγχρονης δημιουργίας, το κοινό θα έχει την ευκαιρία να εντάξει τις χρήσιμες ή βλαβερές πρακτικές του παρελθόντος στο σύγχρονο προβληματισμό αναφορικά με τη διαχείριση του νερού ως απειλούμενου αγαθού.

Στο λογότυπο της φετινής εκστρατείας αποτυπώνονται οι δεσμοί αιώνων που συνδέουν το περιβάλλον με τον πολιτισμό: ο μίσχος που μόλις έχει βλαστήσει, σύμβολο του θαλερού περιβάλλοντος, γίνεται κύμα της θάλασσας και ιωνικό κιονόκρανο, δηλώνοντας την πολιτιστική και περιβαλλοντική αειφορία.

Το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, συμμετέχει στη φετινή δράση με τα χειρόγραφα του Διονυσίου Σολωμού, που έχουν αναφορές στο νερό.

Ειδικότερα επελέγησαν έργα στα οποία γίνεται αναφορά: Α) σε λίμνη και Β) σε πηγάδι, από το Λάμπρο, τους Ελευθέρους Πολιορκισμένους και τη Γυναίκα της Ζάκυθος.

Σ’ ένα ειδικά σχεδιασμένο πρόγραμμα που θα προβάλλεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή μέσα στο Μουσείο, οι μαθητές θα κληθούν να ανακαλύψουν τη σχέση του εθνικού ποιητή με το φυσικό στοιχείο του νερού και θα γνωρίσουν την ιστορία των χειρογράφων του.

Ελπίζουμε ότι τα σχολεία του νησιού θα ανταποκριθούν στο κάλεσμα και θα έρθουν για να συμμετάσχουν στη δράση. Τηλέφωνο επικοινωνίας: 2695048982.

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Αλήθειες για την δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα και η νέα Υπουργός Παιδείας

Γράφει ο Νίκος Γράψας, Mουσικός, θεωρητικός του πολιτισμού- ανθρωπολόγος και ‘ασταθής’ εκπαιδευτικός ΠΕ16

Masked Figures, by Clotilla (Bertha Baptiste) Osoyoos Museum Collection
Η νέα ελληνική κυβέρνηση ζητά συναίνεση στις ‘δύσκολες ώρες’, αλλά η κυρία υπουργός Παιδείας προσπαθεί να διχάσει την κοινωνία. Προσπαθεί να στρέψει γονείς και μαθητές, και όχι μόνο, κατά των εκπαιδευτικών. Πως αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς τα τόσο άκομψα και σκληρά λόγια που ξεστόμισε δημοσίως, που ούτε ένας ασκούμενος, άπειρος διπλωμάτης δεν θα το έκανε. Αλήθεια, ποιος σας είπε πως ‘οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να σταθούν μέσα στην τάξη’…

• Μήπως οι Σχολικοί Σύμβουλοι έχουν ανάλογες εκθέσεις; Αν ναι, παρουσιάστε τις. Αν όχι, να ζητήσετε συγνώμη ή να αλλάξετε συμβούλους.

• Μήπως έγινε κάποια αξιολόγηση των εκπαιδευτικών ποτέ και δεν το γνωρίζουμε; Αν ναι, να μας την παρουσιάσετε, αν όχι, να ζητήσετε συγνώμη ή να αλλάξετε συμβούλους.

• Μήπως τα Πανεπιστήμια απ’ όπου αποφοίτησαν οι εκπαιδευτικοί, δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους; Αν ναι, δώστε τα στοιχεία στη δημοσιότητα, αν όχι, να ζητήσετε συγνώμη ή να αλλάξετε συμβούλους.

• Μήπως οι διαδικασίες επιλογής τους από το Υπουργείο Παιδείας και τον ΑΣΕΠ δεν ήταν αξιοκρατικές και αδιάβλητες; Αν ναι, καταθέστε το δημόσια.

• Μήπως δεν χρησιμοποιούν το πρόγραμμα σπουδών και την ύλη που σερβίρει το Υπουργείο Παιδείας και δεν ελέγχονται για την πρόοδο της διδασκαλίας κάθε μήνα; Αν ναι, ελέγξτε τους διοικητικούς μηχανισμούς του Υπουργείου Παιδείας, αν όχι, να ζητήσετε συγνώμη ή να αλλάξετε συμβούλους.

Σε κάθε περίπτωση, αναρωτιέμαι ως πολίτης, ως γονέας, ως εκπαιδευτικός:

• Οι πολιτικοί μπορούν να σταθούν στη χώρα μας; Αν ναι, γιατί όλοι εσείς μιλάτε περί αποκατάστασης του κύρους της πολιτικής;

• Οι υπουργοί Παιδείας των τελευταίων κυβερνήσεων στάθηκαν στο ύψος της αποστολής τους; Αν ναι, γιατί οι βαθμίδες της εκπαίδευσης έχουν δεκάδες τεράστια προβλήματα, που εσείς η ίδια παραδέχεστε;

• Η διδακτέα ύλη , τα προγράμματα σπουδών, οι εξετάσεις, αποτέλεσαν εργαλείο σύγχρονης και χρήσιμης εκπαίδευσης κατά τις πρόσφατες δεκαετίες; Αν ναι, τότε γιατί εξαγγείλατε πως θα τα αλλάξετε όλα;

• Η τεχνολογική και διοικητική υποστήριξη, γραμματείς, επιστάτες, πληροφορική κλπ, όπως προβλέπει ο νόμος, κατά πόσο υπάρχουν στα δημόσια Σχολεία; Ξέρετε κανένα ιδιωτικό Σχολείο χωρίς τέτοια οργάνωση;

Μιλάμε λοιπόν για ανεπαρκή, εγκαταλελειμμένα στη φιλοτιμία των εκπαιδευτικών, απαξιωμένα σχολεία εδώ και χρόνια και εσείς αποφαίνεστε για την ανεπάρκεια των εκπαιδευτικών;

Γνωρίζετε, κυρία μου, πόσα προσόντα των εκπαιδευτικών, πόσες δεξιότητες που έχουν αποκτήσει είτε πληρώνοντας είτε καταναλώνοντας ώρες πολλές, δεν μπορούν να αξιοποιηθούν στο δημόσιο Σχολείο, λόγω της στείρας, ανελαστικής και καταπιεστικής δομής του;

Έχει ποτέ ζητήσει κάποιος υπουργός το βιογραφικό των εκπαιδευτικών; Ξέρετε πόσοι εκπαιδευτικοί είναι συγγραφείς; Έχει οργανώσει ποτέ κανείς υπουργός νέα τμήματα ή έχει προτείνει νέους τομείς εκπαιδευτικών προγραμμάτων ή όλοι εξυπηρετούμε τις άθλιες πανελλαδικές εξετάσεις εδώ και χρόνια; Γιατί δεν αναλαμβάνουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί τα συγγράμματα, αλλά πάντα γνωστοί εκδοτικοί οίκοι; Έχουμε, τελικά, χρήματα;

Ποιος πρότεινε τις Πανελλαδικές; Οι εκπαιδευτικοί; Τα παιδιά των εκπαιδευτικών δεν βασανίζονται; Δεν πληρώνουν φροντιστήρια; Τα παιδιά των εκπαιδευτικών, κυρίως, διαγωνίζονται. Τα πλούσια πάνε Ευρώπη και Αμερική. Λοιπόν;!! Κόβετε, ως κυβέρνηση τις αποδοχές των εκπαιδευτικών, και έχετε το θράσος να μιλάτε για ‘αξιοπρέπεια του εκπαιδευτικού’; Παραδέχεστε τα ‘άδικα μέτρα’ που πήρατε. Αυτό να το θεωρήσουμε ως δήλωση των προθέσεών σας ή ως παραδοχή της ανικανότητάς σας να πάρετε δίκαια μέτρα όπως οφείλετε ως θεσμικά και νομικά όργανα;

Τόσα χρόνια οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν πάρει αυξήσεις γιατί εκ του πονηρού οι ελληνικές κυβερνήσεις μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων προώθησαν τα φροντιστήρια!, ώστε να συμπληρώνουν το εισόδημά τους και να μη ζητάνε αυξήσεις. Και τώρα τι ζητάτε από τους εκπαιδευτικούς; Να πληρώσουν την πολύχρονη ανεπάρκεια των πολιτικών και των υπουργών, τους οποίους υπουργούς, μη μου πείτε ότι τους εκλέγει ο λαός! Αλλά και έτσι να είναι, το πρόβλημα δεν είναι των εκπαιδευτικών, είναι ολόκληρης της κοινωνίας, και δικό μας και δικό σας.

Τέλος, ας ξαναθέσω ένα ερώτημα, που τώρα πρέπει να αναλογισθείτε: γνωρίζετε τις αμοιβές των ευρωπαίων εκπαιδευτικών; Και μη μου πείτε ότι έχουν λιγότερες διακοπές. Να περικόψετε τις διακοπές και να αυξήσετε τους μισθούς στα 3.000 και 4.000 ευρώ, όπως στην Ευρώπη, αφού βάλετε γραμματείς και επιστάτες στα Σχολεία κι όχι να κάνουμε όλες τις γραφειοκρατικές εργασίες οι εκπαιδευτικοί, με απαρχαιομένα μέσα και να μας κόβετε και τα επιδόματα!!

Εσάς, κυρία μου, σας έκοψε κανείς επιδόματα, σας υποχρέωσε να κάνετε και άλλη εργασία έξω από τις σπουδές και τα ενδιαφέροντά σας; Εσείς γιατί το κάνετε σε εμάς επί χρόνια; Για ποια αξιοπρέπεια μας μιλάτε; Ελάτε να μιλήσετε με τα παιδιά μας, αν έχετε τα κότσια. Ωραίοι οι τηλεοπτικοί μονόλογοι, αλλά άχρηστοι.

Και, επί τέλους, γιατί η Γερμανία διαθέτει 15% για την Παιδεία και εσείς ούτε 3%; Γιατί έχουμε το μεγαλύτερο πρόγραμμα εξοπλισμών στην Ευρώπη, 7% και δεν διαμαρτύρεστε, παρά το εγκρίνετε κυρία υπουργέ για την Παιδεία;

Άρα όχι προϊστάμενός μας, όχι εμπνευστής και καθοδηγητής μας, μάλλον εχθρός μας φαντάζετε, κυρία υπουργέ.

Ζάκυνθος Σεπτέμβριος 2010

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

Γιάννη Βαρβέρη: ΣΤΑ ΞΕΝΑ (7 ποιήματα)

Στην υγειά σας
πεθαμένοι.

 
Ο ΕΝΙΚΟΣ, ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ

Εδώ γνωρίζω ηλικιωμένους
που αν τους ρωτήσεις απαντούν
και μόνον τ' απαραίτητα
σε μια γλώσσα παλιά
ευγενική σανσκριτική ακατανόητη
κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται
στη μερική τους άνοια, μακρινοί.

Πόσα μπορείς να μάθεις από τα σπαράγματα
των φράσεων
και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς
απ' τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν
επειδή κώφευσαν
τίποτε απ' όλ' αυτά δε διδαχτήκαν
τα παιδιά τους -
κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα
που μας κυκλώσαν και παραμονεύουν
με τα ντενεκεδένια δούρεια δώρα
της οικειότητας.


ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΜΕ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ

Εδώ τις Κυριακές ίδια ταινία
«Ο Τζέιμς Μποντ εργάζεται στα ξένα».

Στο πρώτο μέρος ο ήρωας
κοιτάζει πεταλούδες κι αερόπλανα θυμάται
φοράει πολύχρωμα φουστάνια
δεν του πολυπάνε
μ' αυτά πετάει ψηλά και μας πυροβολεί
γυναίκες κλαίνε από χαρά
εκείνος τους φωνάζει τ' όνομά του
«Είμαι ο Μποντ»
όταν ανάψει διάλειμμα
μοιράζει σοκολάτες στους διαβητικούς
μετά σβήνει το φως
στο μέρος Βον και πάλι μας πυροβολεί
εμείς είμαστε αθάνατοι
THE END.

Δευτέρα ξημερώματα
βάζει την άσπρη μπλούζα
σκίζει σε πρόχειρα πανιά
τη μαύρη οθόνη
μέχρι την άλλη Κυριακή
σκουπίζει το αίμα.


Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ

Θα σάς βραβεύσουν κούκοι,πετεινοί.
Θα επαινεθείτε από τις προθεσμίες.
Θα σάς φεισθούν παραγραφές.
Είναι η ώρα
περιφρόνηση
και δεν οπλοφορεί.


ΘΕΣΗ

Είναι κατειλημμένη, Θεέ
από τον ξένο.


Η ΔΑΝΕΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

Όσο γερνάω
τόσο ομορφαίνω
το πρόσωπό μου παίρνει
τα ωραιότερα χαρακτηριστικά
των συνανθρώπων μου
επιτέλους με αγαπούν
το βλέπω καθαρά στο πρόσωπό μου
αγνώριστο
απ' τα χαρούμενα
βασανιστήρια.


ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΙ

Μεγαλώσαμε και είμαστε
πολύ πικραμένοι.

Δεν μας παρηγορεί η υγεία:
μια πλήξη πια
υγιείς εμείς
μόνο για να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα
Εχομε τόσα
που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:
μάς παραδίδονται αφειδώς
γιατί το σφρίγος πάντοτε
ποθούσε τη σοφία.

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ
πικραμένοι.

Αυτό μονάχα μάς παρηγορεί.

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Τι εννοούσαν, όταν μου ’λεγαν «Καζίνο»

* Αναδημοσίευση από το Επετειακό Λεύκωμα 170 χρόνια “Λέσχη ο Ζάκυνθος” [1839-2009]

Του ΔΙΟΝΥΣΗ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΥ

Αν για τον κόσμο ολόκληρο ο παρελθών χρόνος, αλλά και ο παρών, χωρίζεται σε προπολεμικά και μεταπολεμικά χρόνια, για το νησί μας, τη Ζάκυνθο, ορόσημο στάθηκε ο σεισμός και πάντοτε μιλάμε για προσεισμικές και μετασεισμικές περιπτώσεις. Αν μάλιστα κάνουμε άκρη την επιείκεια και πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, θα δούμε πως σε τοπικό επίπεδο η γενική αλλαγή δεν οφείλεται, όπως στον υπόλοιπο κόσμο συμβαίνει, στον ολοκληρωτικό διχασμό της ιστορίας από τους παγκόσμιους πολέμους, αλλά πως ο Εγκέλαδος σ’ εμάς χώρισε το πριν και το μετά, όχι μόνο στο φαίνεσθαι, αλλά και στο πιο ουσιαστικό γίγνεσθαι.

Η πριν τον σεισμό ζωή, αισθητική, άποψη και πράξη του «Φιόρου του Λεβάντε» έγιναν προσωρινή ανάμνηση των επιβιωσάντων, με ημερομηνία λήξης, βέβαια, μια και ο χρόνος δεν αστειεύεται ή αποτυπώθηκαν στις σελίδες της ιστορίας, με τον κίνδυνο της λησμονιάς στα υγρά ράφια των βιβλιοθηκών, όταν και οι τελευταίοι εναπομείναντες πιστοί αναχωρήσουν. Μα η ζωή απαιτεί συνέχεια και η προδοσία αποτελεί αυτοτιμωρία. Έτσι το να ξεκινάς από την αρχή είναι έγκλημα και η άρνηση ή λησμονιά του παρελθόντος σου, αποπροσανατολίζει και εμποδίζει.

Οι γενιές που είναι σήμερα στα πράγματα στο νησί δεν γνώρισαν τα πριν του σεισμού, δεν τα έζησαν και προ πάντων δεν τα βίωσαν. Είχαν την τύχη, όμως, γιατί τύχη είναι η αποφυγή -σ’ αυτήν την περίπτωση- του απογαλακτισμού, να τ’ ακούσουν και λάθρα να τα μισοζήσουν στις νοσταλγικές διηγήσεις των πατεράδων τους ή των νόνων τους. Πρόλαβαν τα λιγοστά ερείπια, μιας άλλης αισθητικής πριν γίνουν άχαρο μπετόν και ανώνυμα ενοικιαζόμενα και περπάτησαν στην Πλατεία Ρούγα, στην Στράτα Μαρίνα, στον Πλατύφορο, που παρέμεναν έστω και σαν ονομασίες τιμητικής θύμησης, πριν μετατραπούν σε αθηναϊκές τηλεοπτικές διαφημίσεις και τουριστικές παραθαλάσσιες σπονδές, όπως και να κατοίκησαν το Μπελούσι, το Κούκεσι, το Φαγιά, το Ρόιδο, προτού προλάβουν οι πρώτοι, λόγω κυρίως του σεισμού, εσωτερικοί, τότε, μετανάστες, να δουν τις ταμπέλες των τρόλεϊ, που έγραφαν: Κυψέλη, Καλλιθέα, Αμπελόκηποι και με την κατοπινή ευλογία της Χούντας να τις αντιγράψουν άστοχα ή να τους δώσουν θεοσέβεια. Με λίγα λόγια η πρώτη μετασεισμική γενιά της Ζακύνθου ήταν συγχρόνως και η τελευταία προσεισμική κι’ έτσι πολλά πράγματα ξεπέρασαν την θεομηνία και διεκδίκησαν την ανθρωπίνως ποθητή αιωνιότητα.

Θυμάμαι στα πρώτα παιδικά μου χρόνια, μια και ανήκω στην γενιά που γεννήθηκε λίγο μετά τον σεισμό, πολλές και ποικίλες τέτοιες περιπτώσεις. Παραπάνω υπονόησα αρκετές από αυτές. Θα μπορούσα ν’ αναφέρω κι’ άλλες, μα τις κρατώ, κυρίως για να μπω στο θέμα μου, για άλλες ευκαιρίες. Έτσι ξεχωρίζω μία απ’ αυτές και σ’ αυτήν θα δώσω όλο το βάρος και την σημασία.

Άκουγα, λοιπόν, πάντα στο σπίτι μου, απ’ τους δικούς μου, για το «Καζίνο». Εκεί πήγαιναν σχεδόν κάθε βράδυ, με ντόμινο απαραίτητα ακόμα οι γυναίκες, τα βράδια του Καρναβαλιού, εκεί γίνονταν διαλέξεις, τσάγια κι’ εκδηλώσεις, εκεί δίνονταν τα ραντεβού. Βέβαια Καζίνο δεν υπήρχε, το Πνευματικό Κέντρο και η Βιβλιοθήκη στεγάζονταν στον χώρο, αλλά, κάποτε, κι’ ένας κινηματογράφος, μα το μέρος είχε την ιερότητα της ανάμνησης και το βάρος της ιστορίας κι’ οι παλιότεροι θεωρούσαν τουλάχιστον ασέβεια ν’ αλλάξουν την ονομασία, που όχι μόνο, γι’ αυτούς αποτελούσε ύβρη, μα κι’ ήταν αποκοπή από τις ρίζες τους.

Η πλαστή για τους αδαείς και αμύητους αυτή ονομασία ήταν αληθινή και ουσιαστική για τους γνήσιους και μυημένους και προέρχονταν από ανάγκη, που τόνιζε το ξεπέρασμα μιας ολοκληρωτικής καταστροφής, όπως ακριβώς μια γηραιά γειτόνισσά μου ποτέ δεν είπε πως πάει σε Χαιρετισμούς ή Νυμφίους στην Ανάληψη, αλλά πάντα οδηγούσε τα εσπερινά, όσο και εαρινά βήματά της στους Αγίους Σαράντες, που ήταν η προσεισμική ενορία της και σ’ Αυτούς, τους επίσης κοινωνικά διαχωριστικούς, έψαχνε πάντα το σταθερό στασίδι της, μη θέλοντας να εντοπίσει την στρατιωτική ισοπέδωση των νεώτερων εκκλησιών της μετασεισμικής της πατρίδας.

Η ονομασία αυτή των δικών μου, που δεν ήταν, πιστεύω, αποκλειστική τους έκφραση επιθυμίας, αλλά σχεδόν όλοι οι τότε ζακυνθινοί την ακολουθούσαν, αποτελούσε μιαν άποψη για συνέχεια και μια ανάγκη για μια πιο πέρα ανοικοδόμηση. Ήθελαν το νέο, ανανεωμένο κάτω από μη φυσιολογικές συνθήκες, να δεθεί με το παλιό κι’ η πορεία να εξελιχθεί αβίαστα. Απαιτούσαν το χθες να μην θαφτεί στα ερείπια, ούτε να ριχτεί στην θάλασσα από τις μπουλντόζες, αλλά να γίνει θεμέλιο του σήμερα και στήριγμα του αύριο και του μεθαύριο.

Εμένα με μπέρδευε κάπως, γιατί συχνά, ταξιδεύοντας για την με άλλο χρώμα και αισθητική Πρωτεύουσα, σταματώντας κάπου εκεί, κοντά στην Κόρινθο, άλλα Καζίνα έβλεπα και άλλες ερμηνείες έδινα στην λέξη. Δεν πειράζει όμως. Αυτή η «παραξενιά» μ’ ανάγκασε ν’ ανοίξω βιβλία, να ρωτήσω και να μάθω και προ πάντων να φανατιστώ, με την δημιουργική, βέβαια, έννοια της λέξης.

Ανοίγοντας τον Ντίνο Κονόμο πρώτα, που ήταν πιο προσιτός απ’ όλες τις απόψεις και μετά τον Λεωνίδα Ζώη, τον πιο απόμερο στην βιβλιοθήκη μας, έμαθα όχι μόνο για ένα, αλλά για δύο Καζίνα και εντρυφώντας περισσότερο και πιο συστηματικά στις σελίδες των παραπάνω ιστοριογράφων μας, αλλά και τις διηγήσεις που είχα την ευτυχία και την ευκαιρία να προλάβω, γνώρισα και την πολύπλευρη σημασία και προσφορά τους και εμβάθυνα στον ρόλο που έπαιξαν στην ιστορία του τόπου τους και τόπου μου οι δύο αυτές Λέσχες. Χάρηκα, μάλιστα, ιδιαίτερα, σαν έμαθα, πως το οικόπεδο που κάποιες φορές έπαιζα, εκεί στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, συχνά υπό τους ήχους του Ριγκολέττο, τότε που υπήρχε μπάντα, τα ηλιόλουστα κυριακάτικα πρωινά, ήταν το μέρος που υψώνονταν η μια από αυτές και πως εκεί που έπαιρνα χώμα για να καλύψω τα χτυπήματα στα γόνατά μου, για να μην τα δουν και με μαλώσουν οι δικοί μου, παίχτηκαν κάποτε τα σημαντικότερα γεγονότα, τα οποία στιγμάτισαν την ζωή και την ιστορία της πατρίδας μου.

Έτσι σήμερα, που στην θέση εκείνη παρηγορεί και πάλι η «Λέσχη ο Ζάκυνθος», βλέπω κάποια συνέχεια και διαπιστώνω μία ελπίδα. Ειλικρινά χαίρομαι που μπορώ κι’ εγώ να πιω τον καφέ μου, όχι πια κονσορτίβο, αλλά σας ομολογώ εσπρέσο - μ’ αρέσει η ταυτότητα, μα όχι και τα κολλήματα - στην Πιατσέττα του Καζίνου και να δίνω εκεί τα ραντεβού μου, νοιώθοντας πως ζω σε μια πόλη με παρελθόν και όχι σε νεόδμητο τουριστικό θέρετρο.

Στα λίγα χρόνια της νεώτερης, της μετασεισμικής της περιόδου, η «Λέσχη ο Ζάκυνθος» μπόρεσε και πάλι να σταθεί στα πόδια της, προσφέροντας και δημιουργώντας. Εκθέσεις φιλοξενήθηκαν στους χώρους της, διαλέξεις έγιναν, τόπος ανταλλαγής απόψεων και πολιτισμού στάθηκε ξανά. Θυμάμαι μόνο τον τρόπο που τα μέλη της αγκάλιασαν, απ’ την αρχή μάλιστα, την προσπάθεια της Γκιόστρας, ενός στενά δεμένου με την ιστορία μας και τον πολιτισμό μας αποκριάτικου δρώμενου, που και προοπτικές έχει και μπορεί να βοηθήσει στην ποιοτική διασκέδαση ντόπιων και ξένων, αναβαθμίζοντας, στην πράξη και όχι με τα συνήθη και κενά λόγια, το πολυσυζητημένο ζακυνθινό καρναβάλι. Εκεί έγιναν οι πρώτες και σημαντικές συνεδρίες του Διοικητικού Συμβουλίου της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας “Giostra di Zante”, που την διοργανώνει, εκεί οι γενικές συνελεύσεις του, εκεί οι εκδηλώσεις και οι χοροί του. Κι’ όλα αυτά ανάργυρα, όπως αρμόζει σε όσους θέλουν να προσφέρουν, χωρίς κανένα συμφέρον, δίχως καμιά υστεροβουλία.

Η ύπαρξη ενός χώρου σε κάθε τόπο είναι μεγάλη υπόθεση, αναμφισβήτητη ανάγκη. Γύρω του αναπτύσσεται ο πολιτισμός και κάτω από την σκέπη του προχωρεί και προοδεύει. Ίσως να μην υπήρχε θέατρο, λόγιο και λαϊκό - αυτά μαζί πηγαίνουν και αλληλοβοηθούνται - αν στην παλιά Ζάκυνθο δεν υπήρχε το περίφημο θέατρο ο «Φώσκολος», να κυριαρχεί και να δεσπόζει στην μεγάλη μας πλατεία, αλλά και την πόλη γενικότερα. Ίσως να μην υπήρχε η γνωστή κοινωνική καλλιέργεια των κατοίκων αυτού του νησιού, που στιγμάτισε την πορεία του, αν σχεδόν γειτονικά, στις δύο άκρες του ίδιου δρόμου, δεν είχαν γεννηθεί οι δύο φημισμένες «Λέσχες», με τα μέλη τους και την ευαισθησία τους.

Σήμερα, ευτυχώς, η μια από αυτές, η «Λέσχη ο Ζάκυνθος» δεν επιβιώνει μόνο στην μνήμη των παλιότερων νοσταλγικών και στις φωτογραφίες των βιβλίων των ιστοριοδιφών, αλλά επεμβαίνει δημιουργικά στην καθημερινότητα των σύγχρονων απαιτητικών και όχι μόνο. Στην τριγωνική πλατεία του Αγίου Μάρκου, εκεί που παίχτηκαν τα μεγαλύτερα γεγονότα της ιστορίας αυτού του νησιού και οι πλάκες της, ακόμα και νοτισμένες από την παμφάγο ασχετοσύνη, μπορούν να διηγηθούν την εξέλιξή της, αποτελεί ένα συμπλήρωμα και μια πρόταση ή, για να μην μιλάμε με μισόλογα και υπονοούμενα, μια υποδειγματική λύση.

Ας την στηρίξουμε, όπως αυτή μας στηρίζει. Μακάρι και πάλι να γίνει το στολίδι του Φόρου. Για το καλό μας. Για την αποφυγή της ασχήμιας. Την έχουμε ανάγκη.

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Ιάσονος Δεπούντη, ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Γ΄

[Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη, «Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης», 6η ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000].

 
(Εἶναι μεσονύχτι — Σαββατόβραδο τοῦ Πάσχα)

Ποτὲ πρὶν δὲν ἀκούστηκαν οἱ θεῖες καμπάνες νὰ χτυποῦν
γι' αὐτοὺς ποὺ λείπουν
Ποτὲ πρὶν δὲν ἄναψαν οἱ γιορτινὲς λαμπάδες τῆς Λαμπρῆς
γι' αὐτοὺς ποὺ γιὰ πάντα λείπουν
Ποτὲ πρὶν σὰν ἀπόψε δὲν κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νεῖκος
γι' αὐτοὺς ποὺ λείπουν ἀποδημητὲς στὴ χώρα τοῦ πολέμου
Ποτὲ πρὶν
Αὐτοὶ τὴν ἁρμονία δίνουν στὶς καμπάνες
Ἀνάβουν τὶς λαμπάδες τῆς Λαμπρῆς
Νικοῦν τὸ θάνατο μὲ τὴν αἰωνιότητά τους.

Τοὺς μένει ἀκόμα αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής μας
Γυρίζουν πολὺν καιρὸ σ' αὐτὴ τὴν πολιτεία
Ζητοῦν ἀπόψε μιὰ θέση στὸ τραπέζι τοῦ σπιτιοῦ μας
Χωρὶς ὕπνο γιὰ νὰ τοὺς πεῖς νεκροὺς
τυλίγοντας τὴν κλωστὴ τοῦ κεριοῦ στὰ δάχτυλά τους
ψάχνουν νὰ βροῦν τὴν πόρτα μας
ψάχνουν νὰ βροῦν ἁγνὴ τὴ θύμησή τους
σ' ὅλων μας τὴ μνήμη
Κάθονται στὸ τραπέζι τοῦ δείπνου μας θλιμμένοι
σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ τόσα χώματα πλημμυρισμένα
Ὡραῖοι σὰν τὸ θαῦμα τοῦ Εὐαγγελίου
Σὰ μία κραυγὴ χαρᾶς:
Χριστὸς Ἀνέστη!

Κι αὐτὲς οἱ θεῖες καμπάνες
εἶναι τὰ λόγια τους
Κι αὐτὲς οἱ κόκκινες λαμπάδες
εἶναι τὸ βλέμμα τους
Κι αὐτὴ ἡ λεπτὴ κλωστὴ στὰ δάχτυλά τους
εἶναι ἡ ζωή μας —Ὅλοι —νεκροὶ καὶ ζωντανοὶ
γύρω στὸ γιορτινὸ τραπέζι τῆς Λαμπρῆς — Στὴν κεφαλὴ
τοῦ τραπεζιοῦ ὁ Ἀναστάς Χριστὸς.

Μᾶς μένει ἀκόμα αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής μας.

Τὸ δεῖπνο μας πῆρε ἄλλο νόημα καθὼς ἔμπαινε
στὰ πληγωμένα βλέφαρα τὸ φῶς τοῦ θείου του λόγου
Κ' ἡ μέρα προμηνοῦσε ἕνα στρωμένο τραπέζι γιὰ τὴ δικαιοσύνη
Ἕνα ἥσυχο σπίτι σ' αὐτὴ τὴν πολιτεία καμωμένο ἀπὸ ἀγάπη.

Κ' ἡ μέρα προμηνοῦσε χίλια διαμάντια στὶς καρδιὲς
νὰ θυμίζουν τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ κόσμου.

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Γιώργου Μοράρη: α. Ο ΦΑΥΝΟΣ, β. Η ΒΕΝΤΑΛΙΑ ΤΩΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ (ποιήματα)



[Από την ποιητική συλλογή του «Ροσμαρίνος» (Εκδόσεις Καστανιώτη), Βραβείο Ματράγκα της Ακαδημίας Αθηνών, 2009]


Ο Φαύνος

Πίσω τους άφησαν οι λουόμενες
φορέματα από χλόη
και τ’ άπλωσαν όαση στην ερημιά.
Παίζουν τα μαλλιά στον τράχηλό τους
ουρά της αλεπούς
εγερτήριο για το παλιρροϊκό μας αίμα.
Σε θάλασσα λεία σαν τη λεκάνη τους
η σωματική μας αιχμαλωσία λύνεται
μόνο με τον γάμο των πνευμάτων.

Εκείνος αναδύθηκε
μέσα από τα στρώματα του χρόνου.
Έγιναν τα ρούχα διάφανα
που σχεδόν ενώθηκαν με το δέρμα του.
Βγάζει μόνο τα σάνδαλα
κι ορθώνεται στις οπλές.
Είναι Φαύνος.
Το δαιμόνιο ψάχνει το πνεύμα μας
να γίνει ταίρι.


Η βεντάλια των ψευδαισθήσεων

Χωρούσα πλήθος φαντασιώσεις
για τόσες γυναίκες στο κορμί της
αναζητώντας την Εκάτη
στο σώμα της Δήμητρας
την αποπλάνηση της μάγισσας
με τη μορφή της μητρότητας.
Ήταν γυναίκα με τους πολλούς χωριστούς
εαυτούς και είχα δεσμοφύλακες
όλα τα αινιγματικά πρόσωπά της.

Τη μια φορά γινόταν η Κλωθώ
την άλλη μεταβαλλόταν
στη Λάχεση και στην Άτροπο.
Βίασα την αμίλητή μου μοίρα
να πάρω την κραυγή της
κάνοντας με την τρισυπόστατη
πολυδιάστατους γάμους
να επεκτείνω τα όρια
του κορμιού και της ψυχής μου.
Τότε μ’ έκλεισε το πεπρωμένο
που κάνει σκλάβους και θεούς.

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: Ο ΔΑΜΑΣΤΗΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ (ΛΟΓΟΣ ΤΙΜΗΣ ΚΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΑΚΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ)

«Τό μάτι ὀρθάνοιχτο
Καραδοκοῦσε
Πρός τή μεριά πού κύλισε τό αἷμα

Μακρυά στόν ὁρίζοντα
Σταυρωμένα
Τά χέρια τῶν δέντρων

Στά δάση κατέφυγε
Ὁ αὐλός
Τοῦ χρόνου ὑπόσχεση ἀπατηλή

Σταθήκαμε τρομαγμένοι

Ὅμως ὑπῆρχαν ψίθυροι ἐκεῖ κάτω
Φῶτα πολλά γιά ν' ἁπαλύνουν τή σάρκα μας
Κι ἕνα πλῆθος ἀόρατο

Δίχως μιά λέξη τότε ξεκινήσαμε
Γιά τό μοιραῖο ταξίδι» (1)

Οἱ σιγανές βροχοῦλες εἶναι κυρίως οἱ ποτιστικές καί καλόδεχτες, ἐνῶ οἱ ραγδαῖες, ἀδιέξοδες συνήθως ἕως καταστροφικές. Στήν Ποίηση ἀντίστοιχα, ἤπιες γραφές καί στίχοι χαμηλόφωνοι παρέχουν περισσότερα καί ποιοτικότερα ὀφέλη, παρά τίς μεγαλόστομες ἰαχές ἤ τίς θριαμβικές ἐξάρσεις, διότι βελουδίζουν τίς αἰσθήσεις, θεραπεύουν τά τραύματα, παρηγοροῦν τίς πίκρες. Ἔτσι ἐπιτυγχάνεται τό ἀμέσως προσδοκώμενο, συντελεῖται ἀποτελεσματικότερα ὅ,τι μέ κόπο προσχεδιάστηκε.

Μιά τέτοια περίπτωση ἤρεμης καί ὥριμης φωνῆς, εὐγενοῦς λεκτικῆς ἔκφρασης, μυστηριακῆς ἐνατένισης τοῦ Κόσμου καί συνάμα παρηγορητικῆς θέασης τοῦ ὅλου Ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ ἡ Ποίηση τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη (2), ἰδιαίτερα προβεβλημένη παγκοσμίως -ἄξια καί δίκαια-, πολυβραβευμένη μέ ὑψηλές διακρίσεις ἀνά τήν ὑφήλιο καί γενικῶς εὐνοημένη ἀπό τήν Κριτική (3), κατά τό μακρύ διάστημα, τό περισσότερο ἀπό πέντε δεκαετίες, ἀδιάπτωτης γένεσης ἀπό μέρους του δουλειᾶς μεστῆς ἀπό ποιότητα, οὐσιώδους κι ὡς ἐκ τούτου ἰαματικῆς. Ἄλλωστε, δέν εἶναι καθόλου τυχαία ἡ μετ’ ἐμφάσεως ὑποδοχή και ἀποδοχή τοῦ συνολικοῦ του ἔργου ἀπό τόν ἰδιαίτερα ἀπαιτητικό γιά τήν Ποιότητα καί τή Διαύγεια Ὀ δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, τήν ὁποίαν ἐνδεικτικά κι ἀντιπροσωπευτικά μεταφέρουμε δῶ:

«Μιά ζωή ὁλόκληρη τόν παρακολουθῶ στό δρόμο του μέ ἀγάπη καί μέ εἰλικρινή θαυμασμό. Βαθύς γνώστης τῆς λυρικῆς τέχνης, ἐπέτυχε νά διαμορφώσει ἕνα κόσμο δικό του, ὀνειρικό καί ρεμβώδη, μέ παραδειγματική συνέπεια. Ἐκτιμῶ ἐντελῶς, ἰδιαίτερα τήν ἀφοσίωση πού ἔδειξε στή δουλειά του -ἀπαραίτητο γνώρισμα τοῦ αὐθεντικοῦ καλλιτέχνη- ὅπως καί τό ἦθος καί τήν εὐγένεια τῆς ψυχῆς του, πού ἐπέτυχε νά τήν μεταγγίσει σέ στίχους μιᾶς σπάνιας εὐαισθησίας. Ὁ Τάκης Βαρβιτσιώτης εἶναι ποιητής εὐρωπαῖος. Τοῦ ἀξίζει ὁ ἔπαινος ὄχι μόνο τῆς ἰδιαίτερής του πατρίδας, ἀλλά τῶν καλλιεργημένων ἀνθρώπων ὅλου τοῦ κόσμου» (4).

* * *

Συλλογή τή συλλογή, σελίδα τή σελίδα, στίχο τό στίχο ἔχει κατορθώσει ὁ τῆς Θεσσαλονίκης προεστώς τῶν σύγχρονων Γραμμάτων της κι εὐαίσθητος σκαπανέας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, νά φυτέψει ἐκεῖ, στήν εὐώδη ἁπλωσιά τῶν Θερμαϊκῶν ὑδάτων καί κάτω ἀπό τήν αὔρα τήν εὐεργετική τοῦ Βαρδάρη, τόν προσωπικό του Ἀνθόκηπο-Παράδεισο, συντηρώντας τον μέρα μέ τήν ἡμέρα ὁλόδροσο κι ἀκμαῖον ὁλοένα.

«Τώρα βρισκόμαστε στόν κῆπο τῶν θαυμάτων
Ἀνθίζουν ἄγγελοι μ' ὅλα τους τά φτερά» (5).

Ἐκεῖ, λοιπόν, πίσω ἀπ' τούς τοίχους τῆς ὑψηλῆς μάνδρας τοῦ ἰδιωτικοῦ του Παράδεισου, ἀντί γιά τά γνώριμα γεράνια, τά τρέχοντα τριαντάφυλλα, τούς ὑπαινικτικούς ἰβίσκους καί τά κρίνα, καλλιεργεῖ φυτεύματα ἱερότερα ἐκείνων κι εὐωδέστερα: Ἀπόστιχα εὐγενείας δηλαδή, μεγαλυνάρια εὐτυχῶν αἰσθημάτων, ἀντίφωνα τιμῆς κι ἀφοσίωσης γιά τό Κάλλος, τήν Ἀρετή καί τό Ἀληθές, ἀπολυτίκια στοργῆς καί λατρείας γιά τά ὅσα ἤδη ἀπωλεσθέντα, αἴνους ὑψιπετεῖς πού ἐνσαρκώνουν ἀνά πάντα στίχο τό Ἱερό, προσόμοια ἡλιοστασίων, κοντάκια ἰσημεριῶν, θωπεῖες ἐσώτατων ρυθμῶν καί ἰδιόμελων διαθέσεων.

Μέ ἄλλα λόγια, μιλᾶμε γιά ὅλα ἐκεῖνα τ' ἀπαραίτητα καί χρηστικότατα ἐργαλεῖα ἑνός ἀκόμη ἀφοσιωμένου, ἑνός ἐπιπλέον ἀκούραστου χειρώνακτα τῆς Ποίησης, ὁ ὁποῖος μέ τόν τίμιο ἱδρώτα τῆς ψυχῆς του, μέ τή σαρκούμενη ἐπάνω στό λευκό χαρτί ἀθωότητα καί μέ τούς αἱμάτινους θρόμβους τῆς καλωσύνης του κερδίζει ἀξιοπρεπῶς τόν ἄρτο τῆς πνευματικῆς του ἐπιβίωσης τόν ἐπιούσιο, σεμνυνόμενος, ὅτι, σταδιακά μά σταθερά, ἀνεβαίνει τή δύσβατη ὁμολογουμένως ἀνηφόρα πρός τήν Αἰωνιότητα, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ ἔχει αἰωνίσει, ὡς Θεοῦ συνεργός, τίς μικρές καί παραθεωρημένες ροπές τοῦ μικρόκοσμου Ἀνθρώπου, τίς δευτερεύουσες τάσεις του, τίς ἔκπτωτες λέξεις του καί τίς θεωρούμενες ὡς ἄσημες συνήθως φράσεις ἀπ' τήν καθομιλουμένη. Δέν ἐπιτηδεύει σέ καμιά περίπτωση τά ὅσα ἀνασυρόμενα κάθε φορά σημεῖα καί στοιχεῖα ἀπ' τό Ταμεῖο τῶν Ἑλληνικῶν, ὅπου ἀρχαιόθεν θησαυρίζονται τῆς φυλῆς μας οἱ Λέξεις, οἱ ὁποῖες -σημειωτέον- ἔχουν κεκτημένο τό χάρισμα νά ἐκφέρουν ἐπάξια κι ἐπακριβῶς πανανθρώπινες ἰδέες κι ἀξίες διά τῶν αἰώνων. Καί αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἐσκεμμένη τακτική στήν Τέχνη τοῦ Λόγου (ἡ ἀναστήλωση κι ἀνάδειξη, δηλαδή, τοῦ μικροῦ κι ἐφθαρμένου, τοῦ ταπεινοῦ κι ἀποδιοπομπαίου) εἶναι, πού καταδεικνύει συνήθως, ἤ τοῦ ὕψους ἤ τοῦ βάθους, τόν ἴδιο τόν Τεχνίτη καί τήν ὅση ἀξία του. Στήν προκειμένη περίπτωση ὁ Τάκης Βαρβιτσιώτης ἀναδεικνύεται, κατά τό δικό του ρῆμα,

« Ὁ ποιητής
Αὐτός ὁ ἀθῶος
Αὐτός ὁ μάγος
Ὁ θαυματοποιός
Ὁ μυστηριώδης δαμαστής τῶν λέξεων
Πού λατρεύει τήν ὀμορφιά
Αὐτός ὁ μικρός θεός πού μιλᾶ
Καί μέ τό λόγο του γίνεται φῶς» (6),

παρότι συμβαίνει νά ἔχει ἐνηλικιωθεῖ ὁ ἴδιος ψυχοσωματικά μέσα σ' ἕναν πραγματικό κυκεώνα λυγμικῶν ἐθνικῶν καί διεθνῶν ἀνατροπῶν, τῶν καταιγιστικῶν ἀνακατατάξεων καί τῶν πνευματικῶν "κλωνοποιήσεων" τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα.

Μιλώντας ὁ ἴδιος γιά τήν Ποιητική του, κατορθώνει μιάν ἐνδιαφέρουσα αὐτοεξομολογητική κάτοψή της, ὅπου δέν παύει νά ἐπισημάνει εὐθαρσῶς:
«Φοβοῦμαι πώς ἡ ποίησή μου ἀπό τή φύση της εἶναι περιορισμένη νά γίνει ἀντιληπτή ἀπό ὁρισμένα, ἐντελῶς ἰδιαίτερης εὐαισθησίας, ἄτομα. Ἔτσι ἡ ἐπικοινωνία μου μέ τό εὐρύτερο κοινό εἶναι πολύ δύσκολη. Ὡστόσο εἶμαι εὐτυχής πού ἕνας ἱκανός ἀριθμός κριτικῶν καί φίλων ποιητῶν ἔχει ἀφιερώσει γιά τό ποιητικό μου ἔργο κείμενα πού μαρτυροῦν μιά ὑψηλή κατανόηση καί ἀγάπη. Ἐξάλλου, καθώς προσωπικά πιστεύω ὅτι ἡ ἁπλότητα καί ἡ αὐθορμησία εἶναι οἱ μέγιστες ἀρετές τῆς ποίησης, μαθητεύω συνεχῶς ὥστε νά μπορῶ νά προσφέρω ἕνα λόγο, ὅσο γίνεται πιό ἁπλό, προσιτό καί ἀνθρώπινο. Μέ ἄλλα λόγια, ἀγωνίζομαι νά συγκροτήσω ἕναν ποιητικό λόγο πού νά ἔχει συμπτυχθεῖ στήν ἐπείγουσα ἀλλά καί φωτεινή ἀναγκαιότητά του» (7).

Τά πνευματικά κοιτάσματα τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη, ἀκόμη ἀνόρυκτα -πιστεύουμε- στή συντριπτική τους ἐπικράτεια (ὁ Ποιητής, ἄλλωστε, παράγει ἀνελλιπῶς ὁλόζεστα γεννήματα ψυχῆς), ἀποπνέουν πάνω ἀπ' ὅλα ἄρωμα πολύτιμο Αἰσιοδοξίας ἤ πρωινῆς πανάκριβης δροσιᾶς. Μέ τούτη βέβαια τήν ἐκτίμηση δέν ὑπονοοῦμε, ὅτι μειώνονται τά ποιητικά του πλαστουργήματα, λόγω μιᾶς κάποιας ἐνδεχόμενης «χαρουμενίστικης» εὐκαιριακῆς χρήσης τῆς γλώσσας καί τῶν συναισθημάτων, πού ἀπορρέουν ἀπ' αὐτήν. Τό ἀντίθετο μάλιστα: Ὡς ὄν κοινωνικόν ὁ Ποιητής εἶναι φορτισμένος, κατά τρόπο διδακτικό, μέ τά γνωστά οὐκ ὀλίγα πάθη καί τά λάθη τῆς φυλῆς μας. Ἔχει περιδιαβεῖ τίς ἀτραπούς τοῦ ὑπό κυοφορίαν νεώτερου Κόσμου ἀσάνδαλος, μά εὐτυχῶς «ἀβρόχοις ποσίν», τελικά. Ἔχει σπουδάσει τίς σημαντικότερες σελίδες τῆς Ἱστορίας ἐκ τῶν ἔνδον. Ἔχει βιώσει τά τοῦ καιροῦ καί τοῦ τόπου του μεγάλα καί θυελλώδη, σέ πρῶτο μάλιστα πρόσωπο. Κατά συνέπειαν, ὅταν μιλᾶ, ἀπευθύνεται σέ μᾶς μέ τή σιγουριά τῆς ἐμπειρίας πιά, τῆς γνώσης πού ἀξιώθηκε νά καταστεῖ ἐπίγνωση, δίχως ποτέ νά ἐκπέσει στήν ἀπόγνωση, ὑποστέλλοντας ἐπ' οὐδενί τή σημαία τῆς Ἐλπίδας. Τό διακηρύσσει, ἄλλωστε, διά τῶν παρακάτω στίχων του:

«Ξέρω καλά τό πένθος τῶν ἀποχωρισμῶν
Τ' ἀπελπισμένα ἀγκαλιάσματα
Τίς κρυφές χαραμάδες τῆς καρδιᾶς
[....................]
Ξέρω καλά τή βάρκα πού σαπίζει στήν ἀκρογιαλιά
[....................]
Τά παλιά σπίτια πού μαζεύουν σκόνη
Τά χάρτινα λουλούδια πού στολίζουν φτωχικές κάμαρες
Τά πρωτοχρονιάτικα δῶρα τά πληρωμένα μέ δάκρυα
Ξέρω καλά τό ματωμένο φανάρι μέσα στή θύελλα
Τό σκουριασμένο φανάρι μέσα στό κοιμητήρι» (8).

Ὅταν, ἐξάλλου, τό κρίνει ἀπαραίτητο, εἴτε ὡς χρέος του, εἴτε ἔξωθεν ἐπιβεβλημένο, θά πενθήσει γοερότατα [ὅπως στήν «Ἄννα τῆς ἀπουσίας» (9)], θά ὀργισθεῖ ἀπό μέσης καρδίας [ὅπως στά «Δέκα ποιήματα τῆς ὀργῆς καί τοῦ χρέους» (10)], θά μελαγχολήσει ἤ καί κάποτε θά ἐπαναστατήσει, ἀλλά πίσω ἀπ' ὅλα καί πάνω ἀπ' αὐτά, θ' ἀντιπροτείνει τή διασώζουσα προοπτική τοῦ Χαμόγελου καί τή δυναμική τῆς Ἀγάπης

[«Γιά νά μάθετε πώς μονάχα ἡ λευκή ἀνθοφορία
Τοῦ τοκετοῦ τῆς ἀγάπης διαρκεῖ» (11)]

καί τούτη εἶναι ἡ κατ' ἐξοχήν γεύση, πού ἀποκομίζει ἐντέλει ὁ ἀναγνώστης ἀπ' τήν ὅλη συναναστροφή μαζί του. Θεᾶται συνήθως ὁ Ποιητής τή θετική ὄψη τῶν πραγμάτων τοῦ Κόσμου κυρίως. Δέν ἐγκλωβίζεται μεμψιμοιρώντας στό ἀδιέξοδο τοῦ λυγμοῦ ἤ τοῦ ὀλοφυρμοῦ, τοῦ πένθους, τῆς ὀδύνης ἤ τῆς ἐσωστροφῆς, πού -δυστυχῶς- διαπιστώνεται στά σύγχρονα κυρίως λογοτεχνικά ἔργα, ὀγκούμενη καί ταλανίζουσα -εὐκαίρως ἀκαίρως- τήν ὕπαρξή μας. Δέν ἀφήνεται ὁ Βαρβιτσιώτης, νά τοῦ μαραθεῖ τό ἐαρινό συναίσθημα, ἀσφυκτιώντας κι ἀργοπεθαίνοντας ὑπό τό ἀπρεπές καί θανατηφόρο πέπλο τοῦ Χειμώνα. Θεωρεῖ π.χ. τόν συνήθως ἀποτρόπαιο γιά ὅλους μας Χειμώνα, τόν κάθε λογῆς Χειμώνα, -ἀκοῦστε καί θαυμάστε!!!- «περίλαμπρο»,

«Σάν ἕνα σῶμα πού ξεχειλίζει ἀπό ἄστρα
Σά μιά λάμπα πού φωτίζει
Ὁλοσκότεινους δρόμους ὅπου γυαλίζουν
Ἀποτυπώματα παγωμένα» (12)

καί τοῦτο, ἐπειδή ἔχει, αὐτόπτης αὐτός, βεβαιωθεῖ προ-αναστάσιμα, ὅτι ἄφευκτα ἔρχεται κάποια στιγμή ἐπιτέλους, πού

«Ἡ ἄνοιξη σβήνει ἕνα-ἕνα
Τά κεριά τοῦ χειμώνα» (13),

ἐνῶ, μέσα κι ἀπ' αὐτό τό ἀνθρώπινο αὐτονόητο Πένθος, βρίσκει λόγο καί τρόπο νά ἰσχυρισθεῖ, μέ δύναμη προορατική καί πεποίθηση ἐσχατολογική, παρέχοντας σέ ὅλους μας μιάν ἀκόμη εὐκαιρία στήν Ἐλπίδα:

«Βλέπω ν' ἀνθίζουν οἱ νεκροί
Ἡ ἀστραπή νά φράζει τό σκοτάδι
Κι ἐσύ ζωσμένη μ' ἕνα σπαθί
Νά ξαναγυρνᾶς ἀπό τή χώρα τῶν κρίνων» (14).

Ὄντες ἐγκλωβισμένοι σέ μιά γῆ / θερμοκήπιο ἀσφυξίας, τραγικοί αὐτόχειρες μιᾶς ἄνευ προηγουμένου φρικιαστικῆς περιβαλλοντικῆς παρεκτροπῆς καί βέβαιου ὕστερα αὐτοθανάτου, δέν καταβάλλεται ἀπό τήν ἀπελπιστική διάσταση τῆς πραγματικότητας, ἀπό τήν ἤδη προαναγγελθεῖσα ἡμερομηνία λήξης μας. Παρότι ὡς πολίτης τοῦ σήμερα δέν ἔχει περιθώρια ἰάμβων, ὡς ποιητής ὅμως ἀναμένει τήν ἀναστροφή τοῦ κλίματος ὑπέρ τοῦ Ἀνθρώπου καί τῶν ἀγαθῶν του ἔργων:

«Ἡ μοναξιά καί ἡ σιωπή
Δυό φίλες τώρα πεθαμένες
Κάνουν καμιά φορά ν' ἀνθίσουν
Τά κοιμητήρια» (15).

Ἀκόμη καί τήν ἀπόλυτη ἐκείνη, ἀδιάσειστη συνήθως σκληρότητα τῆς Πέτρας ἔρχεται νά δικαιολογήσει, ἀναγνωρίζοντάς της μιάν ἄλλη διάσταση καί οὐσιαστικότερη τώρα λειτουργικότητα:

«Ἡ πέτρα μή μπορώντας ν' ἀνθίσει
Περισυλλέγει μόνο τό φῶς» (16),

σημειώνει. Μέ ἄλλα λόγια, σέ καθεμιά περίπτωση ἤ περίσταση τοῦ βίου, στοιχίζεται μέ τή σπαραγματική-ἐπιγραμματική κι ἄκρως αἰσιόδοξη ἐκείνη πεποίθηση τῆς Σαπφοῦς, τήν ὁποίαν ἄλλωστε μεταχειρίζεται ὡς προμετωπίδα στήν ποιητική του συλλογή, ὑπό τόν ἐπίσης αἰσιόδοξο κι ἀποφασιστικό τίτλο «Ὄχι πιά δάκρυα» (17) :

«Γιατί σωστό δέν εἶν' σέ σπίτια ποιητῶν
θρῆνοι ν' ἀκούγονται· δέν μᾶς ἁρμόζουν τέτοια» (18).

Παρά τίς πανταχόθεν καί πολυόδυνες ριπές τοῦ βίου, παρά τίς ἀλλεπάλληλες ροές αἵματος ἀπ' τήν Ψυχή (ἀπό ἐκεῖνο, πού, ἄν χυθεῖ, δέν ἀναπαράγεται ποτέ), παρά τήν Ὕβρη τῶν καιρῶν, ἔστω κι ἄν τό ταξίδι τόν ὁδηγεῖ σέ μιάν ἄλλη πατρίδα, βρίσκει τρόπο καί τόπο, νά ριζώσει ἐκεῖ, γόνιμα καί καρποφόρα, πρόσφυγας λόγω ἰδεῶν, φωτός κι ἐλπίδας:

«Μάτωσε σάν ἕνας οὐρανός
Σέ ὥρα καταιγίδας
Ἔκλεινε τά μάτια του
Γιά νά μή βλέπει
Τοῦ κόσμου τήν κακομοιρά
Καί μές στόν ὕπνο του ἀναφωνοῦσε
Ὄχι πιά δάκρυα
[...............]
Τώρα προσάραξε
Σέ μιά τρισόλβια χώρα
Σαγηνευμένος ἀπό τό φῶς τό ἀμάραντο
Πέραν τοῦ πόνου
Πέραν τοῦ τάφου» (19).

Δέν εἶναι μάλιστα τυχαῖο, τό ὅτι διαδηλώνει, εὐκαίρως ἀκαίρως, τή συνεχόμενη εὐφορία τοῦ Ζῆν, παρά τή δικαιολογημένη ἀγωνία τῆς ἀναγκαστικῆς γειτνίασης μέ τό Ἐπέκεινα καί τά λοιπά συνακόλουθα ἐκείνου. Παρά τήν ἐμπειρία μιᾶς πηχτῆς κι ἀδιάβατης Νύχτας, ἡ Αὐγή τῶν Πραγμάτων ἀνατέλλει ἐντός ὀλίγου σαγηνευτική, λύοντας καί καταλύοντας τίς συνήθεις πλεκτάνες τοῦ Σκότους:

«Μιά τελετή γεμάτη θαύματα
Ἔκανα τή ζωή μου
Πιό μακριά
Ἡ ἄλλη ὄχθη τῆς νύχτας
Πού σελαγίζοντας μέ περιμένει
Πιό κοντά
Τό ποίημα τῆς παρουσίας σου
Ἡ σαγηνευτική ἐπίκληση τῆς δροσιᾶς» (20).

Σέ ὕστατη ἀνάλυση, ὅλα συνιστοῦν μιάν ἀέναη ἀντιπαράθεση Ζωῆς καί Θανάτου, εἴτε βιολογικοῦ, εἴτε (κυρίως) πνευματικοῦ. Ὁ ποιητής χρεώνεται, ν' ἀνασυστήσει τό παραπαῖον ἠθικό τῆς ἀνθρώπινης ὁδοιπορίας, νά ἐλαττώσει ἤ νά ἐξαλείψει τίς φοβίες τοῦ ἀποτρόπαιου καί παράδοξου χωρισμοῦ, νά παρέξει στούς συν-κοινωνούς του τήν ἐλπίδα παντάνασσα ὡς Ἀγάπη, Ἔρωτα, Ζωή διαρκή:

«Στήν ἐλάχιστη ἀνασαιμιά τῶν ρόδων
Στό ἀνοιγοκλείσιμο ἑνός ματιοῦ
Πού στίλβει ἀπό ἔρωτα
Καταχωνιάζεται ὁ θάνατος
Ξαναπροβάλλει τό θαῦμα

Κι ἀπό τήν ἄλλην ὄχθη τοῦ χρόνου
Σέ μιάν ἄκατο
Ἡ ἀσημένια κόρη» (21).

Ἡ σκληρή κι ἀμείλικτη καθημερινή (ἀποκαρδιωτική ὄντως) πραγματικότητα τῶν κάθε εἴδους διχοστασιῶν μεταξύ συνανθρώπων ἤ ἐθνοτήτων, τῶν παγκοσμίων συρράξεων, τοῦ ἀδικοχυμένου (ἔτσι κι ἀλλιῶς) τόσου καί τόσου αἵματος (πανίερου μολαταῦτα), τόν ἀναγκάζει συχνότατα νά σκυθρωπιάσει, νά θρηνήσει, νά ματώσει, ἀλλά, εὑρισκόμενος μπροστά στή θέα τοῦ ἐπιταφίου μέν, ἀνοιξιάτικου ὅμως Ἰησοῦ, δέν μπορεῖ, δέν δικαιοῦται νά παραμείνει κατάδικος ἐκεῖ, ἐπί ξύλου ἤ ἐν τάφῳ, ὅταν γνωρίζει τί ἀκριβῶς σέ λίγο μέλλει γενέσθαι. Ἐννοῶ, τήν ἀδιαμφισβήτητη συντριβή τοῦ κράτους τοῦ Θανάτου διά τῆς Ἀναστάσεως Ἐκείνου.

«Ποτέ δέν ἦταν ἄλλοτε
Τόσο πολύς ὁ πόνος
Τόσο πολλή ἡ θανατηφόρα στάχτη
Τόσο πολλές οἱ τερατόμορφες
Κοῦκλες τῶν σκοταδιῶν
Οἱ θλιμμένες λαμπάδες
Καί οἱ κλωστές τῶν δακρύων μας
Πού ἔχουν τυλίξει τόν οὐρανό
Ὅμως ἐλᾶτε μολαταῦτα
ὅλοι πασίχαροι
Νά διώξουμε τά φαντάσματα
Νά προσευχηθοῦμε ὅλοι μαζί
Πάνω ἀπό τ' ὁλάνθιστο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ» (22).

Οὕτως ἤ ἄλλως ὅμως, ἡ Ἀθωότητα διαθέτει ἀφ' ἑαυτῆς τή δυναμική, νά διασώζεται καί νά διασώζει. Ὑπάρχουν -δόξα τῷ Θεῷ- "μικρές" καθημερινές χαρές, πού ἀποτελοῦν ὄντως Χάρη / Παραχώρηση Οὐρανοῦ πρός τ' ἀνθρώπινα πράγματα καί πού συνήθως παραθεωροῦνται, λόγω κεκτημένης τοῦ καιροῦ μας ταχύτητας. Οἱ παρακάτω στίχοι θά ἠμποροῦσαν ν' ἀποτελέσουν μανιφέστο πρός αὐτή τήν προοπτική:

«Ὑπάρχει κάτι πιό συγκλονιστικό
Ἀπό τή συντεφένια ὄψη τοῦ τρόμου
Ἀπό τήν κλειστή παλάμη τοῦ τάφου
Ἀπό τή θλίψη τοῦ χαμένου καιροῦ
Ὑπάρχει τό γαλάζιο
Ἑνός ματιοῦ παιδικοῦ» (23).

* * *

Ἀντιμετωπίζοντας σέ μιά πρώτη ἀνάγνωση τά ποιήματα τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη σοῦ δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση, ὅτι κατ' ἀρχήν πρόκειται γι’ ἁπλές φωτογραφικές ἀποτυπώσεις. Ὅτι συλλαμβάνει δηλαδή ὁ δημιουργός φευγαλέες στιγμές τοῦ ἔξω καί τοῦ μέσα κόσμου, ὡσάν ἀπό τή μηχανή τοῦ φωτογράφου. Κι αὐτό συμβαίνει ἀληθῶς. Μέ τή διαφορά ὅμως, ὅτι, ὅταν ἀργότερα μᾶς τίς ἐμφανίζει, ἔχει κατορθώσει τό τῆς Ποιήσεως μέγα ζητούμενο: Ἔχει προσδώσει στήν παρελθοῦσα ἤδη ἐκείνη στιγμή τή συν-αίσθηση τῆς Διάρκειας, διότι στόν "σκοτεινό θάλαμο" τῆς ψυχῆς του (μήτρα τῆς Ποίησης) κατάφερε τίς ζωοποιές ἐκεῖνες φωτοειδεῖς μεταλλάξεις πού ἀπαιτοῦνται, ὥστε, ἅμα τῇ ἐμφανίσει, νά εὐφραίνεται ὁ ἀναγνώστης, ἐκβάλλοντας πέρα μακριά τό Φόβο καί κωμωδώντας ὁλοένα τά παγιδεύματα τοῦ Χρόνου καί τῆς μέσα Λύπης.

Μετά τήν δεύτερη ἀνάγνωση, ἄλλα νεοφανῆ συναισθήματα σοῦ ἀναφύονται. Σάν τότε ἀκριβῶς, καλοκαίρι μέ 40 βαθμούς ὑπό σκιάν, μετά τήν ἐπίπονη ἀνάβαση στά σκαλοπάτια τῆς Μονῆς Ἀναπαυσᾶ, μπαίνεις τάλας κι ἔφιδρως στό ἁγιογραμμένο Καθολικό τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί σέ κυκλώνουν ἐξαίφνης μορφές δροσιστικές, μέ πάνω ἀπ' ὅλα τήν ὀνοματοδοσία τῶν ζώων ἀπ' τόν Ἀδάμ, ἔργο 16ου αἰῶνος, διά χειρός Θεοφάνους Στρελίτζα Μπάθα, ἐπειδή ἀκριβῶς

«Ὁ ποιητής τά πράγματα ὀνομάζοντας
Τά σώζει ἀπό τό θάνατο» (24).

Σάν τότε ἐξάλλου, σέ ἄλλο κατακαλόκαιρο, ὑπό καύσωνα χαιρέκακο καί πάλι, τώρα πιά στά περιώνυμα τῆς Κνωσοῦ ἀνάκτορα, ἀντικρύζεις ἄξαφνα τόν «Πρίγκηπα μέ τά κρίνα» στόν κόσμο του, ἀνενόχλητον πάντως ἀπ' τόν θόρυβο τῶν ἑλληνομανῶν τριγύρω τουριστῶν, κι ἀναθαρρεύεις!!!

Τί περίεργοι συνειρμοί μέρα-μεσημέρι!... Ποῦ σέ πάει ὁ νοῦς, ὁ δημεγέρτης!... Ἤ, μήπως ὅμως, αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει τή γονιμότητα ἤ τήν ὕψιστη ὠφέλεια, πού σοῦ δωρίζει ἡ Ποίηση μόνον; Βρεθήκαμε, ἆραγε, μακριά (ἤ μήπως κοντύτερα) στά καθέκαστα τῆς γραφῆς τοῦ Θεσσαλονικέως Δημιουργοῦ; Εἶμαι βέβαιος γιά τό δεύτερο· κάτι, πού οἱ συνήθεις ἀναλυτές τῆς Τέχνης, ἀσελγοῦντες μᾶλλον πάνω στό κ α ί ἤ στό π ο ῦ τῶν στίχων μας, μά καί οἱ κάθε λογῆς διϋλίζοντες αὐτεπαγγέλτως τά αἰσθήματα, οὐδέποτε θά δυνηθοῦν, εὐτυχῶς!!!

* * *

Ἔμπλεως δέους καί πίστεως ὁ Βαρβιτσιώτης ἔναντι τοῦ τρόπου αὐθεντικῆς βιοτῆς, πού ὀνομάζουμε «Οὐρανό», ἀτενίζει ὀρθοδοξότατα τό Θεῖον, προσβλέποντας στήν οὐσιαστική μέθεξη ἀρρήτων μυστηρίων τῆς ὄντως Ζωῆς. Πρόκειται γιά ἕναν ἐν κόσμῳ Ἀναχωρητή, ὁ ὁποῖος φεύγει, ὅλο φεύγει ἀπό τά καθημερινά, ἀποτασσόμενος τό δέλεαρ τῶν τρεχόντων κοσμικῶν, ὄχι ἐπειδή τά φοβᾶται ἤ τ' ἀπεχθάνεται (ὡς εἴθισται στούς καιρούς μας), ἀλλά ἐπιδιώκοντας καί στοχεύοντας, ἐκεῖ στήν αὐτομόνωσή του, παρέα μέ τά συνένοχα ὅπλα του-τό χαρτί καί τό μολύβι, νά ἐφεύρει τά λεκτικά (κι ὄχι μόνον) ἀντίδοτα, γιά νά καταπολεμήσει, μιά καί καλή, τήν ἐπάρατη ἀκοσμία τοῦ τώρα Κόσμου, ὥστε, ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα νά ἐπιστρέψει στά ἐνθάδε, νά νοηματοδοτήσει ἐκ νέου τίς κοσμικές μας προοπτικές, τίς ἀτολμίες ἤ τίς ἀστοχίες τοῦ σήμερα.

Εἶναι ποιητής προσευχόμενος ὁ Βαρβιτσιώτης καί νυκτικός, κατανυγόμενος ὁλοένα ἀπ' τό παράστημα καί τό παράδειγμα τῶν κορυφαίων γιά τήν σωτηρία μας ἱερῶν Προσώπων. Κι ἐπισημαίνει ὡς φωτεινός σηματοδότης μας:

«Προσοχή στά φωτοστέφανα τῶν ἁγίων
Προσοχή στό ἀβασίλευτο χαμόγελο τῆς Παρθένου Μαρίας
Προσοχή στό κεντημένο μέ δάκρυα καί πληγές σῶμα τοῦ Ἰησοῦ» (25).

Δέν εἶναι ἄλλωστε ἀμελητέα ἡ ξεκάθαρη ὁμολογία πίστεως, πού πραγματοποιεῖ, ὅταν παραδέχεται τήν καταλυτική κι ἀναμορφωτική παρουσία καί παρέμβαση Ἐκείνου στή διαχρονική πορεία τῆς Ἱστορίας:

«Στῆς ἱστορίας τήν παλίρροια
Θ' ἀστράφτει ἀείποτε τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ» (26).

Ἡ τιμή πάντως πρός τή Θεοτόκο ὑπερέχει στήν ἀνά χεῖρας Ποίηση. Ἴσως, διότι ἡ χαμηλῶν τόνων ἀνάερη φυσιογνωμία Της, ἡ πολλά κραυγάζουσα σιωπή καί ἡ καθόλου ἄχραντη βιοτή Της ἀπ' τή Σύλληψη κιόλας ὥς καί τή Μετάστασή Της, θέλγει εὐφρόσυνα κι αὐτονόητα κάθε νοῦ καί δή τοῦ εὐαίσθητου καί καλόγνωμου Ἕλληνα, ἀφοῦ ἔχει πλέον καταστεῖ πεποίθησή μας ἀδιάσειστη διά τῆς ἀσφαλοῦς ὁδοῦ τῆς ἱερᾶς Παραδόσεώς μας, ὅτι ἡ ταπεινή αὐτή Κόρη ἀπό τήν ἄσημη κώμη τῆς Ναζαρέτ ἀποτελεῖ γιά τό ἀνθρώπινο γένος τό δοχεῖο τῆς Χάριτος καί τῆς Χαρᾶς του, τό γεφύρι ἤ τή σκάλα μεταξύ οὐρανίων κι ἐπιγείων, τή γλυκύτατη παραμυθία τῶν ἀνθρώπων, τήν ἁρμόδια ἐκπρόσωπό μας στόν Οὐρανό, τήν ἀνύστακτη πρέσβι μας στήν ἐπάνω Πατρίδα. Μιά τοὐλάχιστον ποιητική συλλογή τοῦ Βαρβιτσιώτη ἀπευθύνεται προσευχητικά καί τιμητικά πρός τήν πανσεβάσμια Μορφή Της. Εἶναι ὁ Ταπεινός αἶνος πρός τήν Παρθένο Μαρία (1971).

Ὁ ἔναστρος λόγος του πρός Ἐκείνην, πατώντας στέρεα στήν κοινή πεποίθηση τῶν παρελθόντων ἤδη εἴκοσι ὁλόκληρων αἰώνων Ὀρθοδοξίας, ἀπορρέει ἀπό τά μύχια τώρα τῆς ὑπόστασής του ὡς καρδιακή προσευχή, πανάκριβο θυμίαμα ἐσωτερικοῦ παλμοῦ καί θρίαμβος ἐπινίκιος τῆς ἀγαπητικῆς πρός τό μεγαλεῖο Της διάθεσής του. Λόγος ἁπλοῦς καί γιά τοῦτο ἀκριβῶς καθαρότατος κι ἄκρως μεγαλοπρεπής, λόγος ρέων, μουσικός κι ἑλληνοπρεπής, γλαφυρότατος καί θεοπρεπής, λόγος ἀνάλαφρος κι πανωραῖος, τοῦ Θανάτου ἀντίλογος κι ἀντιστάθμισμα. Ἐρανίζομαι (χάριν εὐφωνίας) κάποιους ἐνδεικτικούς του στίχους, ὀάσεις τρυφερότητας κι εὐλάβειας:

«Φῶς ἀβασίλευτο κι ἔρωτας τοῦ φωτός
Αὐγή καί βλέφαρο τῆς αὐγῆς
Κι ὅλα μεμιᾶς ἀναγαλλιάζουν» (27),

«Θαμπωμένοι ἐμεῖς ἀπ' τό θυρεό τῆς Ὡραιότητός Σου» (28),

«ὤ Παναγίτσα ἡλιόκαλη δική μας
Παρηγοριά μας καί καταφυγή μας

Σ' ἕνα δελφίνι καθιστή
Περνᾶς τούς κάβους στήν ἀράδα
Τό χαμόγελό Σου ἀστραπή
Κάτασπρο γνέφαλο ἤ νιφάδα» (29),

«Μᾶς ἐπισκέπτεσαι πάντα ὦ Περίβλεπτη
Τίς χιονισμένες κάμαρες ἀνοίγοντας στή θαλπωρή τοῦ θέρους
Κι ἄγγελοι πλῆθος συνωστίζονται
Κάτω ἀπό τό ἀνθοπέταλο
Πού σχηματίζει τ' ὄνομά σου» (30),

«Ἀκόμα καί τό φῶς χρειάζεται τήν παρουσία σου
Δέσποινα τῶν ἀγγέλων πού προστατεύει τόν ὕπνο μας
Γιατί μονάχα Ἐσύ μπορεῖς ν' ἀναχαιτίσεις τά σκοτάδια
πού ἐφορμοῦν
Σέ πένθιμη νυχτερινή ἱππασία
Κι ὅπου στενάζει ἕνα παιδί
Κάνεις ν' ἀνθίσει μιά δροσοσταλίδα» (31).

Ὁ Βαρβιτσιώτης ἀποδεικνύεται στήν κυριολεξία Ὑμνογράφος ἐπιδεξιότατος. Μπορεῖ νά μήν συντάσσεται μέ τά ἐξωτερικά ἐκφραστικά μοτίβα τῶν γνώριμών μας βυζαντινῶν ἐκκλησιαστικῶν ποιητῶν, ἀλλά ὁ ἐσωτερικός του ρυθμός, ἡ ὑποδειγματική του σεμνότητα, ἡ ἔναστρη ταυτόχρονα καλολογία του, τό ἀπαστράπτον συναίσθημα πού ξεδιπλώνεται γάργαρο, ἡ ἐκπεφρασμένη ροή τοῦ ζέοντος πιστεύματός του παραπέμπουν κατ' εὐθείαν ἐκεῖ, στό βάθος τῶν αἰώνων, ἴσως διότι ἀρδεύεται ἀδιάλειπτα ἀπ' τό φρέαρ τῆς Παράδοσης, ἁπλώνοντας ἔτσι τίς ρίζες του θαλλερές καί στό αὔριο. Εἶμαι ὑπερβέβαιος, ὅτι, ἄν κάτι-ὁτιδήποτε συνέβαινε κι ἔπαυε πιά νά χρησιμοποιεῖται ὡς λειτουργική ὑμνητική τοῦ Θείου γλώσσα ἡ βυζαντινότροπη ποίηση, ἀρχαία καί νεώτερη -ὅ μή γένοιτο, ἐννοεῖται-, ὁ εὔχυμος κι εὔρωστος λόγος τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη θά κατελάμβανε τήν πρωτεύουσα θέση στή νοητή αὐτή ἀντικατάσταση, ἐκεῖ ὅπου γιά τόσους καί τόσους αἰῶνες κατέχουν τά πρεσβεῖα τῆς τιμῆς περίβλεπτος Ρωμανός ὁ Μελωδός (32) ὁ πρωτοκορυφαῖος, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (33) ὁ ταπεινόφρων, Κασσιανή (34) ἡ τολμηρότατη τῶν γυναικῶν στό στίχο, τώρα τελευταῖα Γεράσιμος ὁ Μοναχός ὁ Μικραγιαννανίτης (35) ἤ Ἀθανάσιος ἱερομόναχος ὁ Σιμωνοπετρίτης (36) καί τόσοι ἄλλοι ἐπώνυμοι ἤ ἀνώνυμοι ἐκκλησιαστικοί στιχοπλόκοι, θεοδίδακτα πάντως καί «πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου» (37). Διότι, ἁπλούστατα, καταφέρνει νά συνδυασθοῦν ἁρμονικότατα διά τῆς ποιήσεώς του, τό τερπνόν τῆς τέχνης του μετά τοῦ ὠφελίμου τοῦ ζέοντος φρονήματός του, γεφυρώνοντας τό ἐσώτατο μέλος τῶν στιχηρῶν του μέ τό βέβαιο μέλλον τῆς πίστης. Ἐνώπιος Ἐνωπίῳ, λοιπόν, φλέγεται ἀπό τή λυσιμελή ἐμπειρία τῆς πύρωσης, δίχως ποτέ ν' ἀφομοιώνεται ἤ ν' ἀφανίζεται κατακαιόμενος. Προσεύχεται αὐθεντικά κι αἰσθαντικά, ἔγκλειστος ἐκ νεότητός του στό μοιραῖο κελλί τῆς Ἄσκησης καί τῆς ὅλο κοινωνικότητα Μοναξιᾶς του, ἀποκρούοντας ἐπιτυχῶς μέχρι σήμερα τό κάθε ἐνάντιο καί δηλητηριῶδες κεντρί, πού ἐλλοχεύει ἀνά πᾶσα στιγμή, νά μᾶς εὕρει εὐάλωτους. Τή δική μας ροπή, ὑπονοῶ, πρός τό ὑπερφίαλο καί τό ἐγωπαθές, τό τάχα καί τό δῆθεν. Ἀποθεώνει ὁ Ποιητής τό γήινο κι ἐνσαρκώνει ἐπισημότατα τό Θεῖον, κάτι ἄλλωστε, πού συνιστᾶ καί συνοψίζει ἀνέκαθεν τόν Κανόνα τῆς ὅσης Ὀρθοδοξίας μας ὡς Ὀρθοπραξίας.

* * *

Τό μυστικιστικό στοιχεῖο θαυματουργεῖ εὐφρόσυνα στήν ποίηση τοῦ Βαρβιτσιώτη, χαρακτηρίζοντας ἀνεξίτηλα τά καλοστημένα (πραγματικά ἤ φανταστικά) σκηνικά τοῦ Κόσμου του, μαζί μέ τίς τάσεις, τίς ἐντάσεις, τίς ἀντιστάσεις, τίς ἀνατάσεις του. Ὅλ' ἀφοροῦν στό Ἐπίκεντρο, στήν Οὐσία (ἀπουσία, ἤ μή παρουσία) τῶν Ὀνείρων καί τῶν λοιπῶν Ὄντων. Ἡ γραφή του διανύει τό σχῆμα: Μυστηριώδης - μυστικοπαθής - μυστική - μυσταγωγική - μυστηριακή. Μᾶς προϊδεάζει σχετικά:

«Ἀνακάλυψα μιά νέα
Μυστική γραφή
Ἴδια σκιά πού ξετυλίγεται
Δαντελλωτή
Μές στή ραγισματιά τῆς μέρας
Ἰδεόγραμμα χαραγμένο
Μέ τό δάχτυλο τῆς Περσεφόνης
Ὑπόγεια φλέβα
Πού ὅμως ἀχτινοβολεῖ
Σκιά πλατύφυλλη
Σωρευτική
Θεοσκότεινο ἄνθος
Σφραγισμένο
Μέ τή σιωπή» (38).

Ὅλα τίθενται, συντίθενται ἤ καί συχνότατα ἀποσυντίθενται μέ παρρησία περισσή. Μιά πολύ μακρινή Ἀπουσία παρ' ὅλ' αὐτά, ἀνά πᾶσα στιγμή καί ὥρα παροῦσα, κυκλοφορεῖ κυριαρχική στήν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρά του, καλορυθμίζοντας ἐντέλει τά πάντα, πίσω ἀπ' τίς τρέχουσες λέξεις του, τά νῦν καί ἀεί νοούμενα. Μιά λατρεία εὐωδέστατη γιά τίς ἤδη φευγάτες θωπεῖες ὑπεραμύνεται τῶν δικαίων της. Ἕνας ὁλόκληρος ἕτερος (μά ταυτόχρονα, τόσο οἰκεῖος του) Κόσμος στήν ἀντίπερα ὄχθη τοῦ Ζῆν ἐπιβιώνει, ἐντός ἐκτός καί ἐπί τ' αὐτά.

«Μαβιά ἡ μορφή της κάτω ἀπ' τό χιόνι
Διαιωνίζει μιάν ὑποχθόνια βλάστηση» (39).

Ἦχοι ἀπόηχοι μικρῶν ἤ μεγάλων σιωπῶν καί παράδοξες -πλήν ἰσχυρότατες- Μνῆμες, ἄν καί πολλές φορές κολοβωμένες ἀπ' τήν πολλή τώρα μακρότη, μά καί ἡ σκουριά παράλληλα τῶν νοτισμένων αἰσθημάτων νοηματοδοτοῦν πάλι καί πάλι τή δίχως κατάληξη περιπέτεια τοῦ Ὑπάρχειν. Ὅλα πᾶνε κι ἔρχονται, παλαιώνονται καθ' ὁδόν ἐπιδεξιότατα, προγευόμενα τό Τέλος (μέ τήν ἔννοια τῆς ὁλοκλήρωσης ἤ καί τῆς ἐκπλήρωσης), ὡς μέλη-στελέχη πολύτιμα μιᾶς παράτολμης, γι' αὐτό καί τόσο θελκτικῆς, νέας Δημιουργίας:

«Βαθειά συρτάρια ἀπό ξύλο παλαιό
Πού εὐωδιάζουν
Μέ σκουριασμένες κλειδαριές
ἠχηρά μονάχα ἀπό τή σιωπή
Μέσα τους ἀχτινοβολεῖ
Ἡ πιό παράξενη μυστική νύχτα» (40),

ἐνῶ ὁ ἐπί σκοπόν ἁρμόδιος Ὀφθαλμός (στήν προκειμένη περίπτωση ὁ Ποιητής) καί μετά ἀπό μακρά ἀγρύπνια, ἐγρήγορση κι ἀναμονή στό φεγγίτη τῆς Αἰωνιότητας, ἀφουγκράζεται ὁλοένα, ἤ καί θεᾶται σήμερα σημεῖα ἀποκαλυπτικά, τά ὁποῖα παραπέμπουν στό Αὔριο τῶν Ὀνομάτων καί τῶν Εἰδῶν:

«Βήματα νεκρῶν πού ἀπομακρύνονται ὁλοένα
Σώματα πουλιῶν βαλσαμωμένα
Λυπημένα βλέμματα χωρισμένων ἐραστῶν» (41).

Οἱ χρονίζουσες ἀποστάσεις μας ἀπ' τό Ἀκμαῖο ἤ οἱ ἀλλεπάλληλες πτώσεις μας ἀπ' τό Αὐθεντικό, οἱ ἔξοδοί μας ἀπ' τόν Κῆπο τῆς Τελειότητας καί τῆς Ὀμορφιᾶς (πεῖτε τις καλύτερα, αὐτοεξορίες ἤ καί κάποτε αὐτοκτονίες) σ' ἕναν δυσοίωνο κόσμο virtual πραγματικότητας μέ τόν Big Brother νεόκοπο -ἀλίμονο- κυρίαρχο τοῦ «παιχνιδιοῦ», δέ συνιστοῦν ἀσφαλῶς μιά κατά φύσιν κατάσταση. «Ἐν ἀρχῇ» (42) ἐκεῖ, κατεῖχε χαρισματικά ὁ Ἄνθρωπος, μακάριος, τήν κορυφαία κατάσταση τοῦ posse non mori (43) ἀλώβητο, ἀργότερα ὅμως κι ἀνά πᾶσα στιγμή ποθεῖ καί σχεδιάζει, μακρόθεν καί λυπούμενος, τήν Ἐπιστροφή. Ἀπό τότε καί στό ἑξῆς, ἡ γεύση παραμένει ἀσίγαστη τῆς Νοσταλγίας, ἡ ἐπιθυμία διαρκής πρός τό πρώην Κάλλος καί τ' ἄλλα δωρήματα, τ' ἀπωλεσθέντα. Μά καί πάλι ἀνθίσταται -ἀτυχῶς- ἐνάντια στό δικό του συμφέρον, ἀνασταλτικά τοῦ δικοῦ του σωσμοῦ, διότι ἔχει πλέον προσλάβει ὡς νεώτερη, ἀνάρμοστη φύση του, τή ροπή ἐτούτη πρός τήν Ἀντίσταση καί τή Φυγή:

«Ὀργισμένες ἀχτίδες πού διαπερνοῦν τόν ὁρίζοντα
Ἴχνη πού ἀφήνει ὁ οὐρανός
Ὕστερα ἀπό τή θύελλα
Ὕστερα ἀπό τήν τελευταία πτώση
Τοῦ ἀγγέλου» (44).

* * *

Ἄτριον (45) εἶναι ὁ τίτλος τῆς ποιητικῆς συλλογῆς (παραγωγῆς 1994-1995) τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη, πού γεφυρώνει ἐκδοτικά (Ὀκτώβριος τοῦ 2000) τόν εἰκοστό μέ τόν εἰκοστό πρῶτο αἰώνα. Ἡ ἀρχαία αὐτή λέξη σημαίνει τό «στημόνι», ἀπαραίτητο γιά τήν ὕφανση, στή διασταύρωσή του μέ τό ὑφάδι. Κάπως ἔτσι χρειάζεται νά ἐκληφθεῖ τό ἀνά χεῖρας βιβλίο: Στημόνι τοῦ νεώτερου κόσμου τοῦ ὀνειρικοῦ, τῶν νήπιων ἀκόμη χρόνων τοῦ μόλις εἰσοδεύσαντος αἰώνα, τῶν ἱερῶν ἐμπειριῶν (καλῶν ἤ κακῶν, δέν ἔχει καμιά σημασία) τοῦ Ποιητῆ στή συνεύρεσή τους μέ τίς νέες πραγματικότητες τοῦ σήμερα ἤ τοῦ αὔριο. Στημόνι, ἐξάλλου, μιᾶς ἐπαναστατικότερης ὁλοένα Σιωπῆς· ἑνός ἀγωνιώδους ἀγώνα γιά τήν ἐπικράτηση τῶν δώρων τ' Οὐρανοῦ στή γῆ· τῆς ζωῆς ἐπί τῶν παντοειδῶν γνωστῶν μας ἀγνώστων φαντασμάτων, τῆς ὀρθοφωνίας τῶν αἰσθημάτων ἐπί τῆς κακοφωνίας τοῦ Ἀναίσθητου, τῆς Ἀγάπης, φίλοι μου, τῆς Ἀγάπης!!! Αὐτῆς, τῆς ταλαίπωρης ἐρωμένης!!!...

Ὁ Ποιητής ἐκ προοιμίου, κατά τρόπο ἱερατικό, δηλώνει εἰς ἐπήκοον τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Δήμου:

«Ἀντιστροφή πιά τώρα
Πρός τήν ἀπόκρυφη σκιά
Ὅπου ἀναθρώσκει
Ἕνα ἄνθος ἀπό φῶς
Σφραγισμένο μέ τή σιωπή του» (46).

Ἐνῶ βιώνει μιάν ὄντως δυσοίωνη πραγματικότητα, μιά κατάσταση ἔκπτωσης, παθῶν καί λαθῶν, μιά

«Γυμνή ἐποχή
Μέ τό ξεθυμασμένο της ἄρωμα
Καί μέ τό διάφανο ψῦχος της» (47),

δέν παύει ἐπ' οὐδενί, νά παραμένει

«(...) γοητευμένος ἀπό τό οὐράνιο πῦρ
Ἀπό τούς κήπους τοῦ μυστηρίου
Θρεμμένος ἀπό τό ψωμί τῆς μοναξιᾶς
Ἀναζητώντας πάντα τήν πνοή τοῦ ὠκεανοῦ
Ναυσιπλοεῖ μέσα στό ἄρρητο καί στό ἄγνωστο» (48).

Λησμονημένα ὀνόματα ἐπιστρέφουν, ξεθωριασμένα χρώματα ἐρυθριοῦν ἐκτάκτως τώρα στή Στροφή. Καραδοκίες ὀνείρων ξεθαρρεύουν και ἀνθίζουν. Τά ὅσα νήπια συναισθήματα ἐνηλικιώνονται. Ἡ γνωστή του ἐκείνη, ἀπ' τά πολύ παλιά, Μορφή (ἄσαρκη ἤ ἐνσώματη, δέν πολυέχει σημασία στό ἐπέκεινα τοῦ Χρόνου) ἰσχύει ἀκόμη. Τώρα, περισσότερο παροῦσα. Τώρα, ὀργιάζουσα στή νιοστή. Εἶναι θέμα Προσώπου, τελικά. Ἐκεῖνο διαρκεῖ, ἐκεῖνο εἶναι τό ἐξόχως ἐρωτεύσιμο κι ἀνεπανάληπτο, γιά ἐκεῖνο ἀκριβῶς συγκαταβαίνει συνήθως ἡ Οὐρανός στή Γῆ. Ἐν ἔτει, λοιπόν, σωτηρίῳ 2000 καί βάλε, μετά Χριστόν, ὁ Βαρβιτσιώτης ἀνασύρει αὐτή τή Μορφή ἀπ' τόν πρώην αἰώνα του, ἀπ' τίς προπερασμένες του ἡμέρες «ἀπαραποίητη»:

«Ἀκόμα κι ἄν ἔχεις ἐξαφανιστεῖ
Ἀκόμα κι ἄν ἔχεις ἀποδημήσει
Ὅπου καί νά 'σαι θά σέ ξαναβρῶ

Τό πρόσωπό σου μοῦ ἀνήκει
Ἀπαραποίητο μέσα στόν ἄνεμο» (49).

Κι ὅμως, ἡ Ποίηση, ἐνῶ σέ λυτρώνει, ταυτόχρονα σ' ἐξαντλεῖ, ὄντας

«(...) σειρήνα καραβιοῦ
Πού καλεῖ σέ βοήθεια» (50).

Ἐνῶ σέ ὠθεῖ νά χαμογελᾶς ἤ νά λυτρώνεσαι μή ἀπελπιζόμενος, κάποτε σ' ἐξωθεῖ καί στά δάκρυα, ὄχι τοῦ χαμοῦ, μά σέ κεῖνα πού εἶναι δάκρυα ἀπροσδιόριστης προέλευσης, κραυγή πού δέν ξέρεις γιατί κι ἀπό ποῦ. Ἡ Ποίηση, ἐξάλλου, σέ κενώνει, ἔτσι καθώς ἡ τελετουργία ἐκείνη τῆς Πενίας καί τοῦ Πόρου, τῆς Νοσταλγίας καί τοῦ Κορεσμοῦ. Καί ὁ Τάκης Βαρβιτσιώτης, ἀπό τά καλοθύμητα ἐκεῖνα Φύλλα ὕπνου (51) (τοῦ 1949) ὥς τό σημερινό πολύτροπο Ἄτριον, ἔχει καταξοδευτεῖ καί τολμᾶ νά τό πεῖ, ὄχι ὡς παράπονο (ποτέ δέν θά τὄκανε), ἀλλά ὡς ρεαλιστικό γράφημα ἔσω ψυχῆς καί ὡς παρακαταθήκη ἤ πρώτης τάξεως προϊδεασμό γιά κάθε ἐπίδοξο ἐπίγονό του, ὀρεγόμενον δόξαν ποιητοῦ:

«Ὁ λόγος μου
Ὁ διάφανος λόγος μου
Ὤ τί σκληρή δοκιμασία!
Τί περιπέτεια ἐξαντλητική!

Τά φτερά μου πιά ἔλιωσαν
Καί μέρα μέ τή μέρα
Γίνομαι ἀόρατος
Προστατευμένος μόνο
Ἀπό τό φῶς τῆς τραγωδίας μου» (52) .

* * *

Δέν εἶν' εὔκολο διακόνημα ἡ θητεία στήν Ποίηση, δέν εἶναι... Κι ὁ Τάκης Βαρβιτσιώτης, κρίκος ὁλόχρυσος μιᾶς μακρᾶς (ἀρχαϊκῆς, μά στέρεης) ἁλυσίδας καταξοδεμένων προφητικῶν φυσιογνωμιῶν, ἐπιθυμεῖ ν' ἀπιθώσει τήν ποιητική διαδοχή, (σκυτάλη εὐθύνης ὕψιστης), σέ χέρια στιβαρά καί νόες διαυγεῖς, πού θ' ἀριστεύσουν -σύν τῷ χρόνῳ- εὔρωστοι κατά τή νοητή κι ἀτέρμονη σκυταλοδρομία πρός τή Γνώση, τήν Τελείωση, τό αὔριο τῶν Πραγμάτων. Καί τοῦτο, ἐπειδή γνωρίζει καλά, ὅτι, ἄν δέν ὑπάρξει ἡ ζητούμενη αὐτή οὐσιαστική διαδοχή, ὅλα θά ριχτοῦν στή χοάνη τῆς Λήθης, στήν ὁριστική σιωπή τοῦ Χαμοῦ. Ὁ κίνδυνος πάντοτε ἐμφωλεύει καί δέν μᾶς εἶν' ἐπιτρεπτό, νά καταλήγουμε στήν Ἀμνησία, λόγω τῆς ἐπί θύραις καθολικῆς Ἀμνηστίας, πού μᾶς ἐπαπειλεῖ ἀδιάλειπτα. Ἡ ἐγρήγορση προαπαιτεῖται γιά τή δικαίωση τῆς Ποίησης, διότι

«Ὅπως τά καρφιά
Σκουριάζουν κάποτε καί τά ὄνειρα
Μέ τόν καιρό» (53).

Ἀντί ἄλλων ἐπιπρόσθετων καταληκτικῶν λόγων στήν ἐντελῶς προσωπική μας ἐτούτη περιδιάβαση μέσα στόν ὁλάνθιστο Κῆπο τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη, δανείζομαι δυό ποιητικά ψήγματα τῆς σοφίας του, διότι ἀποτελοῦν -θεωρῶ- ἄριστες παραινέσεις πρός ναυτιλομένους, ἀλλά καί συνοψίζουν ἐπαρκῶς τή γένεση, τήν ἐξέλιξη καί τήν ἐν γένει ποιητική μυσταγωγία, πού τελεσιουργεῖ ἀνέκαθεν ὁ ἴδιος:

[Ι]
«Αὐτός ὁ ἅγιος πού λέγεται ποιητής
Ὁ ἄνεργος αὐτός
Πού διακονεύει κάποτε στή γῆ
Καί κάποτε στόν οὐρανό
Πάντοτε πανωραῖος καί πάντοτε θαλερός
Μές στήν ἀτέρμονη ἰχνηλασία του» (54).

[ΙΙ]
«Ὅσο ὑπάρχουν ποιητές
Τά πουλιά θά πετοῦν
Καί τά δέντρα θ' ἀνθίζουν
Δέ θά μποροῦν ἀνίερα χέρια
Νά σταματήσουν τήν ἄνοιξη
Νά ἐξαφανίσουν τά πράσινα σημάδια
Αὐτούς πού πιστεύουν ἀκόμα
Πώς εἶναι τ' ὄνειρο δυνατό» (55).

Καί μιά διαπίστωση ἀκροτελεύτια, πού σημειολογικά λέει πολλά: Ἡ μακρά καί πλατιά Ποίηση τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη δέν διαθέτει τελεῖες. Ψάχνεις σελίδα τή σελίδα, μά δέ βρίσκεις. Ἤ, μᾶλλον, ὑπάρχουν μερικές σ' ἐλάχιστα ποιήματα τῆς πρώτης του ἐποχῆς. Τό κάθε του στιχηρό ἀπό τότε, κλείνει, μά δέν τελειώνει. Τοῦτο μᾶς παρέχει τή μυστική πληροφορία καί τή βεβαιότητα, ὅτι ὁ δημιουργός τους ἀφήνει ἐσκεμμένα κάθε φορά τίς ὑποθέσεις του ἀνοιχτές σέ καινούργιες προσεγγίσεις, νεώτερες ἐκδοχές, σάν ἀνοιχτά (ὀρθάνοιχτα) παράθυρα πρός τόν ἔξω κόσμο (ἤ πρός τή μέσα φυλακή) κι ἐνῶ κάθε φορά μᾶς νουθετεῖ στοργικότατα:

«Ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς ἀναχώρησης
Μή λυπηθεῖτε φίλοι μου
Μή λυπηθεῖτε

Ἄς ταξιδέψει τό χαμόγελό σας
ἀπό στόμα σέ στόμα» (56)

[Μπανάτο Ζακύνθου, Ἰούνιος 2001]


ΘΕΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ (57)

Στόν Τάκη Βαρβιτσιώτη

Νά πού ὁ Ὕπνος χρηματίζεται κι αὐτός
μέ νουθεσίες παραμυθιοῦ
καί ἄνευ λόγου Λόγο
ὄμορφες
καί θεόμορφες
λέξεις παρακειμένου

πέπτωκα
ἤ τετέλεκα
πέφευγα
κι ὅπου-ὅπου.

Τό μάθε τέχνη κι ἄστηνε ἐσχάτη ἐλπίδα
στέκει στήν πύλη ὁ Πυρετός
κι ἄν θέλεις ἔμπα

μά σέ γκρεμούς ἀπό νερά
ὁλονυχτίς μές στ' Ὄνειρο
καί τήν αὐγή
Ἰούνιος ἀπό σώματα
(εὐπαθῆ γιασεμιά πού τά φθόνησε ὁ Ὄρθρος)
ὑφάδι ἀποτρόπαιο
τῆς θερινῆς ἰσημερίας.

[Ποίημα π. Παναγιώτη Καποδίστρια, γραμμένο στις 25.6.2001]


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Τ ά κ η Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η, Σύνοψη· Ποιήματα (1958-1972), Ἐκδ. Ἐγνατία, (Θεσσαλονίκη) 1981, τ. 2, 31 [ποίημα «Τό μεταίχμιο», ἀπό τήν ποιητική συλλογή Τό πέπλο καί τό χαμόγελο, 1958-1962].
2. Γιά τόν Τ ά κ η Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η, τό ἔργο καί τήν ὅλη ἐπιφανέστατη παρουσία του στά ἑλληνικά καί παγκόσμια Γράμματα, βλ. κατατοπιστικά στοιχεῖα, ἐπιλεκτικά: α) 'Η λ ί α Κ ε φ ά λ α, "Ἐπίλογος" [στό βιβλίο τοῦ Τ. Β. Νήματα τῆς Παρθένου], Ἐκδ. Κέδρος, (Ἀθήνα) 1997, σ. 125-129, β) Ἀ λ έ κ ο υ Δ α φ ν ο μ ή λ η, Ὁ ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης, Θεσσαλονίκη 1999 καί γ) Π. Δ. Μ α σ τ ρ ο δ η μ ή τ ρ η, «Νοσταλγία καί Δοξολογία στήν ποίηση τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη», Ἀνάτυπο ἀπό τήν Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 32 (1998-2000) 59-68.
3. Ἀξίζει νά ἐπισημανθοῦν δυό σπουδαῖα καί μεγάλα ἀφιερώματα ἔγκριτων λογοτεχνικῶν περιοδικῶν γιά τόν Ποιητή: Α) Περιοδικό Ἔρευνα 1 (Ἰανουάριος 2000) 5-12. Γράφουν μέ ἀλφαβητική σειρά οἱ: Πίτσα Γαλάζη, Δημήτρης Θ. Γκότσης, Hotacio Castillo, Ἀλέκος Δαφνομήλης, Βίκτωρ Ἰβάνοβιτς, Myo Kapetanovich, Δημήτρης Ἰ. Καραμβάλης, Ἠλίας Κεφάλας, Φώφη Κορίδη, Γιάννης Κορίδης, Διονύσης Κωστίδης, Εὐτυχία Ἀλεξάνδρα Λουκίδου, Π. Δ. Μαστροδημήτρης, Νίκος Μουτσόπουλος, Δημήτρης Νικορέτζος, Justo Jorge Padron, Νίκος Παππᾶς, Λένα Παππᾶ, Ἠλίας Σιμόπουλος, Μιχάλης Σταφυλᾶς, Κώστας Τριανταφυλλίδης καί Γιῶργος Φρέρης. Ἀκολουθεῖ ἐκτενές ἀνθολόγημα ποιημάτων καί ἀναλυτικό Χρονολόγιο τῆς ζωῆς καί τοῦ ἔργου τοῦ Ποιητῆ. Β) Περιοδικό Ὀμπρέλα 48 Μάρτιος-Μάϊος 2000) 3-49. Γράφουν οἱ: Μ. Ἀποστολᾶτος, Μιχάλης Ἀγγελάκης, Ἑλένη Καρασαββίδου, Βίκυ Μπακάλη, Δημήτρης Νικορέτζος, Μαργαρίτα Δαλμάτη, Νέστορας Μάτσας, Εὐαγγελία Παπαχρήστου-Πάνου, Δημήτρης Ἰ. Καραμβάλης, Κώστας Σαρδελῆς, Κατερίνα Τσιτσεκλῆ, Δ. Κωστίδης, Λουκᾶς Θεοχαρόπουλος, Πάνος Π. Παναγιωτούνης, ὁ ἴδιος ὁ Ποιητής περί Ποιήσεως καί ἀπάνθισμα ἀπ' τό ἔργο του.
4. Ἡ ἐκτίμηση αὐτή τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη δημοσιεύεται στό ἐξώφυλλο τοῦ ποιητικοῦ τόμου, Τ ά κ η Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η, Σύνοψη· Ποιήματα 1973-1979, Ἐκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1988, τ. 3.
5. ὅ.π., σ. 117 (ἀπό τό ποίημα "Mant Chagall" τῆς ποιητικῆς συλλογῆς Καλειδοσκόπιο, 1972-1976).
6. Ποίημα Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, ὑπό τόν τίτλο «Αὐτός ὁ μικρός θεός πού μιλᾶ», δημοσιευμένο στό Περιοδικό Ἐντευκτήριο, τεῦχος 51, Ἰούλιος-Σεπτέμβριος 2000.
7. Ἀπό Συνέντευξη τοῦ Ποιητῆ στήν Φ ώ φ η Κ ο ρ ί δ η. Βλ. τόν διαδικτυακό Τόπο in.gr: Βιβλία. Πρβλ. ὅσα περιέχονται στό τεῦχος «Ἐπίσημη ὑποδοχή τοῦ Ἀντεπιστέλλοντος Μέλους τῆς Ἀκαδημίας [Ἀθηνῶν] κ. Τάκη Βαρβιτσιώτη», Ἀνάτυπον ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν τ. 44, τεῦχ. β' (1999) 328-348, ὅπου Χαιρετισμός τοῦ τότε Προέδρου τῆς Ἀκαδημίας Γ ε ω ρ γ ί ο υ Μ η τ σ ο π ο ύ λ ο υ, Προσφώνηση τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Τ ά σ ο υ Ἀ θ α ν α σ ι ά δ η καί Ὁμιλία τοῦ τιμωμένου Ποιητῆ.
8. Τ ά κ η Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η, Σύνοψη..., ὅ.π., σ. 145 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Ἡ ἀτραπός, 1972-1976).
9. ὅ.π., σ. 41-66.
10. ὅ.π., σ. 9-23.
11. ὅ.π., σ. 13.
12. Ἀπό τό ποίημα Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, «Ὁ χειμώνας περίλαμπρος», Ἐντευκτήριο, ὅ.π.
13. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., σ. 72 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Ἑνωμένα χέρια, 1972).
14. ὅ.π., σ. 60 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Ἡ Ἄννα τῆς ἀπουσίας, 1973-1974).
15. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Φαέθων, Ἐκδ. Γ. Μπίμπη, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 19 (ποίημα "Ἡ μοναξιά καί ἡ σιωπή").
16. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., σ. 202 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Fragmenta ἤ Ἡ βλάστηση τῶν ὀρυκτῶν, 1977-1979).
17. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Ὄχι πιά δάκρυα, Ἐκδ. Κέδρος, (Ἀθήνα) 1998.
18. ὅ.π., σ. 7.
19. ὅ.π., σ. 9.
20. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., σ. 229.
21. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Ὄχι πιά δάκρυα, ὅ.π., σ. 19 (ποίημα «Ἡ ἀσημένια κόρη»).
22. ὅ.π., σ. 21 (ποίημα «Ποτέ δέν ἦταν ἄλλοτε»).
23. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Ἄρωμα ἑνός κομήτη, Ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 1997, σ. 15 (ποίημα «Ὑπάρχει κάτι πιό συγκλονιστικό»).
24. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Νήματα τῆς Παρθένου, ὅ.π., σ. 48.
25. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Τά δῶρα τῶν Μάγων, Ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 1999, σ. 29.
26. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Νήματα τῆς Παρθένου, ὅ.π., σ. 46.
27. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., τ. 2, 148 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Ταπεινός αἶνος στήν Παρθένο Μαρία, 1971).
28. ὅ.π., σ. 149.
29. ὅ.π., σ. 150 ἑξ.
30. ὅ.π., σ. 152.
31. ὅ.π., σ. 153.
32. Γιά τόν Ρ ω μ α ν ό τόν Μ ε λ ω δ ό, βλ. ἐπιλεκτικά, 'Ο δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, Ἐν λευκῷ, Ἐκδ. Ἴκαρος, (Ἀθήνα) 1992, σ. 35-56.
33. Γιά τόν Ἰ ω ά ν ν η τόν Δ α μ α σ κ η ν ό, βλ. ἐπιλεκτικά, α) Π α ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Ἐκλογή Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ὑμνογραφίας, Ἐκδ. Ἀδελφότητος Θεολόγων Ὁ Σωτήρ, Ἀθῆναι 1978 (β'), σ. 287-310 καί β) Ἀ ρ χ ι μ. Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Ἕνας Ἅγιος Ὑπουργός, Ναύπακτος 1992.
34. Γιά τήν Κ α σ ί α ἤ Κ α σ σ ι α ν ή, βλ. ἐπιλεκτικά, Π α ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, ὅ.π., σ. 372-376.
35. Γιά τόν Γ ε ρ ά σ ι μ ο Μ ι κ ρ α γ ι α ν ν α ν ί τ η, βλ. ἐπιλεκτικά, α) Ἀ ρ χ ι μ α ν δ ρ ί τ ο υ Γ ε ω ρ γ ί ο υ Χ. Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ὁ Ὑμνογράφος Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης καί οἱ ἀκολουθίες του σέ Ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης· Συμβολή στή μελέτη τοῦ βίου καί τοῦ ἔργου του, (Διδακτορική Διατριβή), Ἐκδ. Ὀργανισμοῦ Πολιτιστικῆς Πρωτεύουσας τῆς Εὐρώπης, Θεσσαλονίκη 1997, β) Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Τό ἔργον τοῦ Ὑμνογράφου Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου· Εὑρετήρια, Ἐκδ. ὅ.π., Θεσσαλονίκη 1997 καί γ) Π ρ ω τ ο π ρ ε σ β υ τ έ ρ ο υ Π α ν α γ ι ώ τ ο υ Κ α π ο δ ί σ τ ρ ι α, «Τό περί τῶν Ζακυνθίων Ἁγίων ὑμνογραφικό ἔργο τοῦ Μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου», Ἀνάτυπο ἀπό τά Πρακτικά τοῦ Διεθνοῦς Συνεδρίου Ἅγιοι καί ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες στή Ζάκυνθο, Ἀθῆναι 1999, τ. 2, 9-22.
36. Γιά τόν σύγχρονο "Ὑμνογράφο τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας", βλ. Μ (ο ν α χ ο ῦ) Μ (ω ϋ σ ῆ) Ἁ (γ ι ο ρ ε ί τ ο υ), "Ὁ Ὑμνογράφος ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Σιμωνοπετρίτης καί τό ὑμνογραφικό του ἔργο", Περιοδικό Πρωτᾶτον, τεῦχ. 82 (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2001) 51-54.
37. Ἀπό τήν Ὑμνογραφία τῆς Ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων. Βλ. Πεντηκοστάριον.
38. Τ ά κ η Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η, Τά δῶρα τῶν Μάγων, ὅ.π., σ. 9 (ποίημα «Μυστική γραφή»).
39. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Νήματα τοῦ Παρθένου, ὅ.π., σ. 106.
40. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., τ. 3, 180 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Fragmenta ἤ Ἡ βλάστηση τῶν ὀρυκτῶν, 1977-1979).
41. ὅ.π., σ. 181.
42. Γ ε ν. 1, 1.
43. «Ἡ δυνατότητα τοῦ μή ἀποθανεῖν». Θεολογική ἔκφραση, σύμφωνα μέ τήν ὁποίαν , προπτωτικά ὁ Ἄνθρωπος, διά τοῦ «κατ' εἰκόνα», εἶχε πλουτισθεῖ μέ τό δῶρο τῆς Ἀθανασίας, τό ὁποῖο ἀμαύρωσε μέ τήν παρακοή καί τήν ἀποστασία του. Προσωπική μας πεποίθηση ἀποτελεῖ, ὅτι ἡ ἐν γένει Ποίηση, ἀσυνείδητα ἤ ἐνστικτωδῶς, ἐτούτη τή μαρτυρική μάκρυνση ἀπό τήν Ἀθωότητα διεκτραγωδεῖ. Ἀσφαλῶς καί ὁ Τάκης Βαρβιτσιώτης.
44. Τ ά κ η Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η, ὅ.π., σ. 182.
45. Ἐκδ. Κέδρος, Ἀθήνα 1999, σσ. 48.
46. ὅ.π., σ. 9 (ποίημα «Πρός τήν ἀπόκρυφη σκιά»).
47. ὅ.π., σ. 10.
48. ὅ.π., σ. 15.
49. ὅ.π., σ. 31 (ποίημα «Ἀκόμα κι ἄν ἔχεις ἐξαφανιστεῖ»).
50. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Νήματα τῆς Παρθένου, ὅ.π., σ. 73.
51. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη· Ποιήματα 1941-1957, Ἐκδ. Ἐγνατία 1980, τ. 1, 25-41).
52. ὅ.π., σ. 36 (ποίημα «Ὁ λόγος μου»).
53. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Ἄρωμα ἑνός κομήτη, ὅ.π., σ. 20 (ποίημα «Ὅπως τά καρφιά»).
54. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Νήματα τῆς Παρθένου, ὅ.π. , σ. 119.
55. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., σ. 16 (ἀπό τήν ποιητική συλλογή Δέκα ποιήματα τῆς ὀργῆς καί τοῦ χρέους, 1972-1973).
56. Τ ο ῦ ἴ δ ι ο υ, Σύνοψη..., ὅ.π., τ. 1, 37 (ἀπό τήν πρώτη ποιητική του συλλογή Φύλλα ὕπνου, 1941-1944). Σκόπιμα τό δοκίμιο ἐτοῦτο κλείνει μέ τό συγκεκριμένο ποίημα, δίχως ἐπίσης τελεία τέλους. Γιά νά μείνει κι αὐτό ἀνοιχτό, καθώς «θά ταξιδεύει τό χαμόγελό σας / ἀπό στόμα σέ στόμα».
57. Το ποίημα αυτό εν τω μεταξύ δημοσιεύτηκε στην ποιητική συλλογή μας Της αγάπης μέγας χορηγός, Εκδ. Επτανησιακά Φύλλα, Αθήνα 2003, σ. 43.
Related Posts with Thumbnails