© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Οι Αγιασμοί και τ’ Άγιο Χεράκι

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

'Ατιτλη ξυλογραφία του Γιάννη Γουρζή, έργο 2003
Ο λαμπερός, καυτός, σεπτεμβριάτικος ήλιος, λίγο πριν το γιόμα, δεν έδινε την εντύπωση ότι θα επέτρεπε στο κουδούνι να διεγείρει το βάρβαρο συναγερμό του. Κι όμως, εκείνο απτόητο και άκαρδο, ως άψυχο, σήμανε παρατεταμένα το τέλος των διακοπών!

Μαθητές και μαθήτριες, βαριεστημένα, μαζεύονταν κοντά στο σκηνικό, το ίδιο σαν τις άλλες χρονιές: Το τραπέζι με το λευκό τραπεζομάντηλο και το βάζο με τα λουλούδια, ο βασιλικός για το αγιασμένο ράντισμα, το μικρόφωνο, τα καρβουνάκια με το λιβάνι, τ΄ ασημένιο κουτί στο κέντρο του τραπεζιού, ο αρχιερέας με τους ιερείς που στόλιζαν το μαύρο τους φόντο με τα χρυσαφένια πετραχήλια, το σκήπτρο, το ωμοφόριο, πάνω από το επικαλυμμαύχιο, κάτω από τις μεσημεριανές ακτίνες… Τοπικοί άρχοντες με τα μαύρα γυαλιά και το σοβαρό προσωπείο, δίπλα στο μαύρο ράσο, επαναλάμβαναν από μέσα τους όσα σχεδίασαν να εκφωνήσουν την ώρα που θα έπαιζαν το δικό τους ρόλο, σαν τους μαθητές της σχολικής γιορτής. Κανένας εκπρόσωπος από τη δημοτική αρχή, ανατινάχτηκε νοερά και στη συνείδησή μας, εκείνη την ημέρα της απόπειρας εμπρησμού στο Ξενία. Στολές, σύμβολα, τίτλοι, αξιώματα, εξουσία, ευλογία, ευταξία, ιδρώτας, ύμνοι, ικεσίες, κηρύγματα, νουθεσίες, εναγκαλισμοί, υποσχέσεις… Οι μαθητές παρατάχθηκαν κατά τάξεις και οι καθηγητές, ντυμένοι με τα καλά τους, διασκορπίστηκαν ανάμεσά τους για την πρώτη τους επαφή κατά τη νέα σχολική χρονιά.

Οι ψαλμωδίες κόντευαν να φτάσουν την ώρα του αγιασμού των υδάτων, όταν ο Γιώργος από την πρώτη τάξη με ρώτησε ευγενικά για το λαμπερό κουτί πάνω στο τραπέζι, την ώρα ακριβώς που έψαλαν το απολυτίκιο του Αγίου Διονυσίου: «Της Ζακύνθου τον γόνον κι Αιγίνης τον πρόεδρον…». Είναι, βλέπεις, φιλομαθής μετανάστης και δε γνώριζε για το «Άγιο Χεράκι», όπως το έλεγε η θεία - Τζόγια και σταυροκοπιόταν κάθε φορά που εκείνο περιδιάβαινε τις γειτονιές της Ζακύνθου για να κάμει το θαύμα του, να παρηγορήσει, να ενδυναμώσει στις δυσκολίες και τις ασθένειες της ζωής…

Αστραπιαία πέρασαν από μπροστά μου εκείνες οι χειμωνιάτικες στιγμές που το «Άγιο Χεράκι» έμπαινε σαν ύστατη βοήθεια στην κάμαρη του γλυκύτατου μπάρμπα-Γιάννη Γαρδέλη που χαροπάλευε, νέος πατέρας, στην καρδιακή ανημπόρια… Το κρατούσε ευλαβικά στην αγκαλιά του ο παπα-Νικήτας, νεοχειροτονημένος τότε παπάς στο μοναστήρι, μέσα στο απαστράπτον από τα γυαλισμένα νικέλια και τα κόκκινα φανάρια στ΄ ανασηκωμένα φτερά του, μοναδικό τεράστιο αμερικάνικο ταξί, μάρκας Ford, του Γιάννη του Λουρέντζου. Υποκλινόντουσαν οι Λιθακιώτες καθώς περνούσε, σταυριοκοπιόντουσαν και προσευχόντουσαν να τον κάμει καλά…

Ήταν εκεί γύρω στο 1717, όταν η Μεσόγειος έβραζε από πλοία και στο Ιόνιο έπεφτε βαριά η απειλητική σκιά των Αγαρηνών. Τότε τουρκικά πλοία με αρχηγό τον αιμοδιψή πειρατή Μουστή ή Μοστρίνο, αγκυροβόλησαν στο λιμάνι των Στροφάδων και λεηλάτησαν το Μοναστήρι. Σύμφωνα με μια πηγή, μεταξύ των άλλων βανδαλισμών οι ληστοπειρατές έκοψαν τα χέρια από το λείψανο του Αγίου Διονυσίου και το υπόλοιπο το έβαλαν πάνω σ΄ ένα βαρέλι με πυρίτιδα προκειμένου να το ανατινάξουν. Ο Άγιος έκανε το θαύμα του και το μπαρούτι δεν έπιασε φωτιά. Άλλη πηγή αναφέρει ότι τα χέρια έκοψαν τέσσερις ευλαβείς χριστιανοί, αιχμάλωτοι των Τούρκων για αγιασμό τους. Όταν έφυγε η τουρκική μοίρα από τα Στροφάδια ο Μοστρίνος στοχάστηκε ότι θα μπορούσε να αποκτήσει χρήματα από την πώληση των χεριών του Αγίου, τα πήρε μαζί του και τα πώλησε στη Χίο. Τα χέρια επιστράφηκαν, αργότερα, στα Στροφάδια από ευλαβείς Χριστιανούς.

Το αργυρόγλυπτο κουτί με το θαυματουργό χέρι του Αγίου Διονυσίου είναι και αυτό έργο του Διαμαντή Μπάφα. «δια χειρός διαμαντή μπάφα καλαρυτιότου, 1820», αναγράφεται στις αργυρόγλυπτες συνθέσεις που υπάρχουν στο τέμπλο της εκκλησίας του Αγίου Διονυσίου καθώς και στη λάρνακα του Αγίου (1829). Αληθινό κομψοτέχνημα το κουτί, ανάλογο με την ανεκτίμητη αξία του περιεχομένου του. Στο επάνω πλαίσιο, παριστάνει τον Άγιο της συγγνώμης, ντυμένο αρχιερατικά, στην Κοίμησή του, ενώ στις πλευρές εικονίζονται μικρογραφικές παραστάσεις από τη ζωή και τα θαύματα του Ιεράρχη.

Οι αγιασμένες σταγόνες, με άρωμα βασιλικού, που περιμέναμε να δροσίσουν τα πυρωμένα μας μέτωπα δεν έφτασαν ποτέ. Παραδόθηκαν κι εκείνες νωχελικά στη μεσημεριάτικη ζέστη και στους σύντομους, ευτυχώς, συνηθισμένους λόγους. Καμία συγγνώμη για το κατάντημα της χώρας, του νησιού και της δημόσιας εκπαίδευσης από τον κόσμο των μεγάλων. Πώς να κοιτάξουμε τα παιδιά μας στα μάτια; Πώς να πεισθούν για την αξία της γνώσης στα χρόνια της απαξίωσής της; Μεγάλωσαν στην εποχή της βασιλεύουσας ύλης, της εικονικής πραγματικότητας, της αδιαφορίας, της διαφθοράς και της δανεικής ευμάρειας. Με ποια μέσα και ποιο περιεχόμενο σπουδών θα γίνουν ανθρωπινότεροι, όταν πολλοί χλευάζουν ακόμα και αυτή την πατροπαράδοτη παρουσία του Αγίου, αναμφισβήτητου συμβόλου της υπέρβασης, στερώντας κάθε ελπίδα μεταφυσικής εκδοχής της πραγματικότητας; Πόσα τέτοια έχει ακούσει το «Άγιο Χεράκι» κι όμως φωτοβόλο δείχνει το δρόμο της συγχώρεσης σαν το μοναδικό όπλο κατά της κακίας.

Απαιτεί συστολή, εσωτερική συντριβή, συνειδητή εσωτερική αυτομαστίγωση και προσευχή η μετάνοια και η ειλικρινής αίτηση συγγνώμης. Η παραπλάνηση, ο εγωισμός, η έπαρση, ο φόβος αφαιρούν τη δυνατότητα αναγνώρισης των λαθών, των αμαρτημάτων, της αστοχίας των πράξεων και των ενεργειών μας. Εξίσου και η συγχώρεση, ακρογωνιαίος λίθος του χριστιανισμού, χαρακτηρίζει ανθρώπους ιδιαίτερης καλλιέργειας, παιδείας και πίστης, που μπορούν να κοσμηθούν με το φωτοστέφανο της αγάπης εκδυόμενοι το μανδύα των ποικίλων συμπλεγμάτων υπεροχής ή μειονεξίας. Έτσι σπάζουν τα δεσμά της εσωτερικής απομόνωσης και δουλείας, επισκευάζονται ή και ανοίγονται οι νέοι δρόμοι που βγάζουν από τα αδιέξοδα και συγκολλούν θραυσμένους δεσμούς και παντοειδείς κοινωνικές σχέσεις.

«Αγάπης τω δεσμώ συνδεθείς θεοφόρε, διέλυσας τρανώς, την κακίαν της έχθρας…. Και το έγκλημα, σου αδελφού φονοκτόνω, συνεχώρησας, κατά Θεόν ως οικτίρμων…», υμνολογείται ο Άγιος Διονύσιος κατά Άγγελο Συμμάχιο την ημέρα της μνήμης της κοίμησής του (17Δεκεμβρίου).

Χωρίς πραγματική αγάπη για τον άνθρωπο, τους νέους και τον τόπο, μα και χωρίς τον πρέσβη μας Άγιο πώς να αισιοδοξήσουμε, να ενδυναμώσουμε τις σχέσεις μας, μα κυρίως ν΄ αντιδράσουμε και να χτίσουμε γερά θεμέλια στο νέο «σεισμόπληκτο» ζακυνθινό τοπίο;

Μου φάνηκε χαρούμενο το εικονιζόμενο ανάγλυφο πρόσωπο του Αγίου πάνω στο αστραφτερό κουτί. Θα ΄ναι γιατί βρέθηκε ανάμεσα στα παιδιά κι ας μην του έδωσαν σημασία. Ποιος να τους μάθει! Άλλωστε, είχαν πολλά να πουν μεταξύ τους τα παιδιά, μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Μόνο παλαμάκια χτυπούσαν. Πόσος κόπος, πόσος χρόνος, για να κρίνουμε και να επιλέγουμε πότε θα χτυπάμε παλαμάκια με τα δυο μας τα χεράκια!

Θ’ ακολουθήσουν κι άλλοι αγιασμοί, εκείνοι οι «αστείοι» που γίνονται στα εκλογικά κέντρα (κορυφαία υβριστική πράξη!), κι όπου να ΄ναι φτάνουν οι εκλογές! Ίσως και να ξαναμπεί στα σπίτια των αρρώστων το «Άγιο Χεράκι». Η μείωση της κοινωνικής μέριμνας στην κρίση του ελληνισμού και του καπιταλισμού θα δημιουργήσει στρατιές αρρώστων και δραματική έλλειψη της στοιχειώδους υποδομής για υγειονομική περίθαλψη.

«Άγιε μου Διονύσιε, βάλε το χεράκι σου να φτιάξουμε τα πράγματα, να μη λιώσουν κι άλλα παγόβουνα και μας αφανίσουν. Βοήθα μας κι εμάς τους δασκάλους να βρούμε δύναμη και φαντασία, τρόπους καλής επικοινωνίας, υπομονή κι επιμονή, να μη χαθούμε στην πλημμύρα, να δείξουμε στους μαθητές μας τους τρόπους ανάβασης σε υψηλότερους κόσμους».

Ζάκυνθος, 13-9-2010

Βιβλιογραφία: Ντίνου Κονόμου, Άγιος Διονύσιος ο Πολιούχος Ζακύνθου, Αθήνα 1969.

Νίκου Καζαντζάκη: [ΣΤΑ ΚΑΡΟΥΛΙΑ]

Ἀπὸ τὴν «Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο», ἐκδ. Ἐλ. Καζαντζάκη, 1964

Τελείωνε πιὰ τὸ προσκύνημά μας. Τὶς παραμονὲς τοῦ μισεμοῦ πῆρα τὸν ἀνήφορο μοναχός, ν' ἀνέβω στ' ἄγρια ἡσυχαστήρια, ἀνάμεσα στοὺς βράχους ἀψηλὰ ἀπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, στὰ Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σὲ σπηλιές, ζοῦν ἐκεῖ καὶ προσεύχουνται γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, καθένας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν καὶ τὴν παρηγοριὰ νὰ βλέπουν ἀνθρώπους, οἱ πιὸ ἄγριοι, οἱ πιὸ ἅγιοι ἀσκητὲς τοῦ Ἁγ. Ὄρους. Ἕνα καλαθάκι ἔχουν κρεμασμένο στὴ θάλασσα, κι οἱ βάρκες ποὺ τυχαίνει κάποτε νὰ περνοῦν ζυγώνουν καὶ ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ἐλιές, ὅ,τι ἔχουν, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ἀσκητὲς νὰ πεθάνουν τῆς πείνας. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἄγριους αὐτοὺς ἀσκητὲς τρελαίνουνται• θαρροῦν πὼς ἔκαμαν φτερά, πετοῦν ἀπάνω ἀπὸ τὸν γκρεμὸ καὶ γκρεμίζουνται• κάτω ὁ γιαλὸς εἶναι γεμάτος κόκκαλα.

Φωτογραφία Κώστα Μπαλάφα
Ἀνάμεσα στοὺς ἐρημίτες τούτους ζοῦσε τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ξακουστὸς γιὰ τὴν ἁγιοσύνη του, ὁ Μακάριος ὁ Σπηλαιώτης. Αὐτὸν κίνησα νὰ δῶ• ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ πάτησα στὸ ἱερὸ βουνό, εἶχα πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ πάω νὰ τὸν δῶ, νὰ σκύψω νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι καὶ νὰ τοῦ ξομολογηθῶ. Ὄχι τὰ κρίματά μου, δὲν πίστευα νὰ ‘χα κάμει ὥς τότε πολλά, ὄχι τὰ κρίματά μου παρὰ τὴν ἑωσφορικὴ ἀλαζονεία ποὺ συχνὰ μ' ἔσπρωχνε νὰ μιλῶ μὲ ἀναίδεια γιὰ τὰ ἑφτὰ μυστήρια καὶ τὶς δέκα ἐντολὲς καὶ νὰ θέλω νὰ χαράξω δικό μου δεκάλογο.

Ἔφτασα κατὰ τὸ μεσημέρι στ' ἀσκηταριά• τρῦπες μαῦρες στὸν γκρεμό, σιδερένιοι σταυροὶ καρφωμένοι στοὺς βράχους, ἕνας σκελετὸς πρόβαλε ἀπὸ μιὰ σπηλιά, τρόμαξα• σὰ νὰ 'χε φτάσει κιόλας ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ ξεπρόβαλε ὁ σκελετὸς αὐτὸς ἀπὸ τὴ γῆς καὶ δὲν εἶχε ἀκόμα προφτάσει νὰ ντυθεῖ ὅλες τὶς σάρκες του. Φόβος κι ἀηδία μὲ κυρίεψε, καὶ συνάμα κρυφὸς ἀνομολόγητος θαμασμός• δὲν τόλμησα νὰ τὸν ζυγώσω, τὸν ρώτησα ἀπὸ μακριά• ἅπλωσε τὸ ξεραμένο μπράτσο, ἀμίλητος, καὶ μοῦ 'δειξε μιὰ μαύρη σπηλιὰ ἀψηλὰ στὰ χείλια τοῦ γκρεμοῦ.

Πῆρα ν’ ἀνεβαίνω πάλι τοὺς βράχους, μὲ καταξέσκισαν τ' άγκρίφια τους, ἔφτασα στὴ σπηλιά. Ἔσκυψα νὰ δῶ μέσα• μυρωδιὰ χωματίλα καὶ λιβάνι, σκοτάδι βαθύ• σιγὰ σιγὰ διέκρινα ἕνα σταμνάκι δεξά, σὲ μιὰ σκισμάδα τοῦ βράχου, τίποτα ἄλλο• ἔκαμα νὰ φωνάξω, μὰ ἡ σιωπὴ μέσα στὸ σκοτάδι ἐτοῦτο μοῦ φάνηκε τόσο ἱερή, τόσο ἀνησυχαστική, ποὺ δὲν τόλμησα• σὰν ἁμαρτία, σὰν ἱεροσυλία μοῦ φάνηκε ἐδῶ ἡ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Εἶχαν πιὰ συνηθίσει τὰ μάτια μου στὸ σκοτάδι, κι ὡς τὰ γούρλωνα καὶ κοίταζα, ἕνας φωσφορισμὸς ἁπαλός, ἕνα πρόσωπο χλωμό, δυὸ χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς κι ἀκούστηκε γλυκιὰ ξεπνεμένη φωνή:
— Καλῶς τον!
Ἔκαμα κουράγιο, μπῆκα στὴ σπηλιά, προχώρησα κατὰ τὴ φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, εἶχε σηκώσει τὸ κεφάλι ὁ ἀσκητής, καὶ διέκρινα στὸ μεσόφωτο τὸ πρόσωπό του ἄτριχο, φαγωμένο ἀπὸ τὶς ἀγρύπνιες καὶ τὴν πείνα, μὲ ἀδειανοὺς βολβούς, νὰ γυαλίζει βυθισμένο σὲ ἀνείπωτη μακαριότητα• τὰ μαλλιὰ του εἶχαν πέσει, ἔλαμπε τὸ κεφάλι του σὰν κρανίο.
— Εὐλόγησον, πάτερ, εἶπα κι ἔσκυψα νὰ τοῦ φιλήσω τὸ κοκαλιασμένο χέρι.

Κάμποση ὥρα σωπαίναμε• κοίταζα μὲ ἀπληστία τὴν ψυχὴ τούτη ποὺ εἶχε ἐξαφανίσει τὸ κορμί της, αὐτὸ βάραινε τὶς φτεροῦγες της καὶ δὲν τὴν ἄφηνε ν' ἀνέβει στὸν οὐρανό. Ἀνήλεο, ἀνθρωποφάγο θεριὸ ἡ ψυχὴ ποὺ πιστεύει• κρέατα, μάτια, μαλλιά, ὅλα τοῦ τά 'χε φάει.

Δὲν ἤξερα τί νὰ πῶ, ἀπὸ ποῦ ν' ἀρχίσω. Σὰν ἕνα στρατόπεδο ὕστερα ἀπὸ φοβερὴ σφαγή μοῦ φάνταζε τὸ σαράβαλο κορμὶ μπροστὰ μου• ξέκρινα ἀπάνω του τὶς νυχιὲς καὶ τὶς δαγκωματιὲς τοῦ Πειρασμοῦ.
Ἀποκότησα τέλος:
— Παλεύεις ἀκόμα μὲ τὸ Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τὸν ρώτησα.
— Ὄχι πιά, παιδὶ μου• τώρα γέρασα, γέρασε κι αὐτὸς μαζὶ μου• δὲν ἔχει δύναμη• παλεύω μὲ τὸ Θεό.
— Μὲ τὸ Θεό! ἔκαμα ξαφνιασμένος• κι ἐλπίζεις νὰ νικήσεις;
— Ἐλπίζω νὰ νικηθῶ, παιδὶ μου• μοῦ ἀπόμειναν ἀκόμα τὰ κόκαλα• αὐτὰ ἀντιστέκουνται.
— Βαριὰ ἡ ζωή σου, γέροντά μου• θέλω κι ἐγὼ νὰ σωθῶ, δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος;
— Πιὸ βολικός; ἔκαμε ὁ ἀσκητὴς καὶ χαμογέλασε μὲ συμπόνια.
— Πιὸ ἀνθρώπινος, γέροντά μου.
— Ἕνας μονάχα δρόμος.
— Πῶς τὸν λέν;
— Ἀνήφορο• ν' ἀνεβαίνεις ἕνα σκαλί• ἀπὸ τὸ χορτασμὸ στὴν πείνα, ἀπὸ τὸν ξεδιψασμὸ στὴ δίψα, ἀπὸ τὴ χαρὰ στὸν πόνο• στὴν κορφὴ τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ πόνου κάθεται ὁ Θεός. Στὴν κορφὴ τῆς καλοπέρασης κάθεται ὁ Διάβολος• διάλεξε.
— Εἶμαι ἀκόμα νέος• καλὴ 'ναι ἡ γῆς, ἔχω καιρὸ νὰ διαλέξω.
Ἅπλωσε ὁ ἀσκητὴς τὰ πέντε, κόκαλα τοῦ χεριοῦ του, ἄγγιξε τὸ γόνατό μου, μὲ σκούντηξε:
— Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πρὶν σὲ ξυπνήσει ὁ Χάρος.
Ἀνατρίχιασα.
— Εἶμαι νέος, ξανάπα γιὰ νὰ κάμω κουράγιο.
— Ὁ Χάρος ἀγαπάει τοὺς νέους• ἡ Κόλαση ἀγαπάει τοὺς νέους• ἡ ζωὴ 'ναι ἕνα μικρὸ κεράκι ἀναμμένο, εὔκολα σβήνει, ἔχε τὸ νοῦ σου, ξύπνα!

Σώπασε μιὰ στιγμή, καὶ σὲ λίγο:
— Εἶσαι ἕτοιμος; μοῦ κάνει.
Ἀγανάχτηση μὲ κυρίεψε καὶ πεῖσμα.
— Ὄχι! φώναξα.
— Αὐθάδεια τῆς νιότης! Τὸ λὲς καὶ καυχιέσαι, μὴ φωνάζεις• δὲ φοβᾶσαι;
— Ποιὸς δὲ φοβᾶται; Φοβοῦμαι. Κι ἐλόγου σου, πάτερ ἅγιε, δὲ φοβᾶσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει νὰ φτάσεις στὴν κορφὴ τῆς σκάλας, φάνηκε ἡ πόρτα τῆς Παράδεισος• μὰ θ' ἀνοίξει ἡ πόρτα αὐτὴ νὰ μπεῖς; θ' ἀνοίξει; εἶσαι σίγουρος;

Δυὸ δάκρυα κύλησαν ἀπὸ τὶς κόχες τῶν ματιῶν του• ἀναστέναξε• καὶ σὲ λίγο:
— Εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• αὐτὴ νικάει καὶ συχωρνάει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου.
— Κι ἐγὼ εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• αὐτὴ λοιπὸν μπορεῖ νὰ συχωρέσει καὶ τὴν αὐθάδεια της νιότης.
— Ἀλίμονο νὰ κρεμόμαστε μονάχα ἀπὸ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• ἡ κακία τότε κι ἡ ἀρετὴ θὰ μπαῖναν ἀγκαλιασμένες στὴν Παράδεισο.
— Δὲν εἶναι, θαρρεῖς, γέροντά μου, ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοΰ τόσο μεγάλη;
Κι ὡς τό 'πα, ἄστραψε στὸ νοῦ μου ὁ ἀνόσιος, μπορεῖ, μά, ποιὸς ξέρει, μπορεῖ ὁ τρισάγιος στοχασμός, πὼς θά 'ρθει καιρὸς τῆς τέλειας λύτρωσης, τῆς τέλειας φίλιωσης, θὰ σβήσουν οἱ φωτιὲς τῆς Κόλασης, κι ὁ Ἄσωτος Υἱός, ὁ Σατανᾶς, θ' ἀνέβει στὸν οὐρανό, θὰ φιλήσει τὸ χέρι τοῦ Πατέρα καὶ δάκρυα θὰ κυλήσουν ἀπὸ τὰ μάτια του: «Ἥμαρτον!» θὰ φωνάξει, κι ὁ Πατέρας θ' ἀνοίξει τὴν ἀγκάλη του: «Καλῶς ἦρθες» θὰ τοῦ πεῖ «καλῶς ἦρθες, γιὲ μου• συχώρεσέ με ποὺ σὲ τυράννησα τόσο πολύ!».

Μὰ δὲν τόλμησα νὰ ξεστομίσω τὸ στοχασμὸ μου• πῆρα ἕνα πλάγιο μονοπάτι νὰ τοῦ τὸ πῶ.
— Ἔχω ἀκουστά, γέροντά μου, πὼς ἕνας ἅγιος, δὲ θυμᾶμαι τώρα ποιός, δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ ἀνάπαψη στὴν Παράδεισο. Ἄκουσε ὁ Θεὸς τοὺς στεναγμούς του, τὸν κάλεσε: «Τί ἔχεις κι ἀναστενάζεις;» τὸν ρώτησε• «δὲν εἶσαι εὐτυχής;—Πῶς νά 'μαι εὐτυχής, Κύριε;» τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἅγιος. Στὴ μέση μέση τῆς Παράδεισος ἕνα συντριβάνι καὶ κλαίει. —Τί συντριβάνι;—Τα δάκρυα τῶν κολασμένων».

Ὁ ἀσκητὴς ἔκαμε τὸ σημάδι τοῦ σταυροῦ, τὰ χέρια του ἔτρεμαν.
— Ποιὸς εἶσαι; ἔκαμε μὲ φωνὴ ξεψυχισμένη• ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ!
Ἔκαμε πάλι τὸ σταυρὸ του τρεῖς φορές, ἔφτυσε στὸν ἀέρα:
— Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ, ξανάπε, κι ἡ φωνὴ του τώρα εἶχε στερεώσει.

Ἄγγιξα τὸ γόνατό του ποὺ γυάλιζε γυμνὸ στὸ μεσόφωτο• τὸ χέρι μου πάγωσε.
— Γέροντά μου, τοῦ κάνω, δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ σὲ πειράξω, δὲν εἶμαι ὁ Πειρασμός• εἶμαι ἕνας νέος ποὺ θέλει νὰ πιστέψει ἁπλοϊκά, χωρὶς νὰ ρωτάει, ὅπως πίστευε ὁ παππούς μου ὁ χωριάτης• θέλω, μὰ δὲν μπορῶ.
—Ἀλίμονό σου, ἀλίμονό σου, δυστυχισμένε• τὸ μυαλὸ θὰ σὲ φάει, τὸ ἐγὼ θὰ σὲ φάει. Ὁ ἀρχάγγελος Ἑωσφόρος, ποὺ ἐσὺ ὑπερασπίζεσαι καὶ θὲς νὰ τὸν σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στὴν Κόλαση; Ὅταν στράφηκε στὸ Θεὸ κι εἶπε: Ἐγώ. Ναὶ ναί, ἄκου, νεαρέ, καὶ βάλ'το καλὰ στὸ νοῦ σου:
Ἕνα μονάχα πράμα κολάζεται στὴν Κόλαση, τὸ ἐγώ. Τὸ ἐγώ, ἀνάθεμά το!
Τίναξα τὸ κεφάλι πεισματωμένος:
— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ζῷο, μὴν τὸ κακολογᾶς, πάτερ Μακάριε.
— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ἀπὸ τὸ Θεό. Πρῶτα ὅλα ἦταν ἕνα μὲ τὸ Θεό, εὐτυχισμένα στὸν κόρφο του. Δὲν ὑπῆρχε ἐγὼ καὶ σὺ κι ἐκεῖνος• δὲν ὑπῆρχε δικό σου καὶ δικὸ μου, δὲν ὑπῆρχαν δυό, ὑπῆρχε ἕνα• τὸ Ἕνα, ὁ Ἕνας. Αὐτὸς εἶναι ὁ Παράδεισος ποὺ ἀκοῦς, κανένας ἂλλος• ἀπὸ κεῖ ξεκινήσαμε, αὐτὸν θυμᾶται καὶ λαχταρίζει ἡ ψυχὴ νὰ γυρίσει• βλογημένος ὁ θάνατος! τί 'ναι ὁ θάνατος, θαρρεῖς; Ἕνα μουλάρι, τὸ καβαλικεύουμε καὶ πᾶμε.

Μιλοῦσε, κι ὅσο μιλοῦσε τὸ πρόσωπό του φωτίζουνταν• γλυκό, εὐτυχισμένο χαμόγελο ζεχύνουνταν άπὸ τὰ χείλια του κι ἔπιανε ὅλο του τὸ πρόσωπο. Ἔνιωθες βυθίζουνταν στὴν Παράδεισο.
— Γιατί χαμογελᾶς, γέροντά μου;
— Εἶναι νὰ μὴ χαμογελῶ; μοῦ ἀποκρίθηκε•' εἶμαι εὐτυχής, παιδὶ μου• κάθε μέρα, κάθε ὥρα, γρικῶ τὰ πέταλα τοῦ μουλαριοῦ, γρικῶ τὸ Χάρο νὰ ζυγώνει.

Εἶχα σκαρφαλώσει τὰ βράχια γιὰ νὰ ξομολογηθῶ στὸν ἄγριο τοῦτον ἀπαρνητή της ζωής• μὰ εἶδα ἦταν ἀκόμα πολὺ ἐνωρίς• ἡ ζωὴ μέσα μου δὲν εἶχε ξεθυμάνει, ἀγαποῦσα πολὺ τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἔλαμπε ὁ Ἑωσφόρος στὸ μυαλό μου, δὲν εἶχε ἀφανιστεῖ μέσα στὴν τυφλωτικὴ λάμψη τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα, συλλογίστηκα, σὰ γεράσω, σὰν ξεθυμάνω, σὰν ξεθυμάνει μέσα μου κι ὁ Ἑωσφόρος.

Σηκώθηκα. Ἄσκωσε ὁ γέροντας τὸ κεφάλι.
— Φεύγεις; ἔκαμε• ἄε στὸ καλό• ὁ Θεὸς μαζί σου.
Καὶ σὲ λίγο, περιπαιχτικά:
— Χαιρετίσματα στὸν κόσμο.
— Χαιρετίσματα στὸν οὐρανό, ἀντιμίλησα• καὶ πὲς στὸ Θεὸ, δὲ φταῖμε ἐμεῖς, φταίει αὐτὸς ποὺ ἔκαμε τὸν κόσμο τόσο ὡραῖο.

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

Σαπφούς: [ΚΕΛΟΜΑΙ ΣΕ ΓΟΓΓΥΛΑ...] (Απόδοση: Οδυσσέας Ελύτης]


κέλομαί σε Γογγύλα πέφανθι λάβοισα μα γλακτίναν, σέ δηύτε πόθος τ [έαυτος] αμφιπόταται * ταν κάλαν, α γαρ κατάγωγις αύτα επτόαισ' ίδοισαν έγω δέ χαίρω καί γάρ αύτα δή τόδε μέμφεταί σοι Κυπρογένηα * τας άραμαι τούτο τω βόλλομαι * Γογγύλα κατθάνην δ' ίμερός τις έχει με και λωτίνοις δροσόεντας όχθοις ίδην Αχερωντος]



γύρνα πάλι κοντά μου σ' εξορκίζω Γογγύλα· το χιτώνα φορώντας το λευκό σα γάλα πάλι φανερώσου· όμορφη· να `ξερες τι λαχτάρες μου γεννάς έτσι ντυμένη! και πώς νιώθω χαρούμενη που όχι εγώ μα η Θεά μας η ίδια σου το λέει· σα να σε μαλώνει· που τόσα χρόνια την παρακαλώ και την παρακαλώ * Γογγύλα· λες κι ένας πόθος με πιάνει να πεθάνω και τις όχθες όπου ανθεί ο λωτός μέσα στη δρόσο ν' αντικρίσω του Αχέροντα



Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις. Ερμηνεύει η Φλέρυ Νταντωνάκη




Απαγγέλλει η Λυδία Κονιόρδου



Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Ο «Λιός», που είναι «Λέων»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Ο δικός μας βουνίσιος Άι-Λιός δεν είναι ο Προφήτης Ηλίας της ορεινής Ελλάδας. Πρόκειται για τον Άγιο Λέοντα, επίσκοπο Κατάνης, ο οποίος γιορτάζει στις 20 Φεβρουαρίου και η λατρεία του τονίζει μια διαφορετικότητα και υπογραμμίζει άλλες επιδράσεις και διαφορετικές προελεύσεις. Είναι ένας από τους προ του Σχίσματος, κοινούς των δύο δογμάτων, αγίους, ο οποίος μαζί με τον ομώνυμό του πάπα Ρώμης και τους ομολόγους του Κλήμη και Σίλβεστρο, του προσεισμικού και σήμερα στο Μουσείο Ζακύνθου εκτεθειμένου τέμπλου του Αγίου Δημητρίου του Κόλα, της Αρχής του Ψηλώματος, προεκτείνουν την ανεξιθρησκία της κοσμαγάπητης και πολύμορφης Mater Dolorosa και δίνουν ένα ακόμη στοιχείο της ιδιαιτερότητας του τοπικού μας, ιόνιου, πολιτισμού. Συνυπάρχουν στο ίδιο χωριό με την κυριαρχούσα μέσα στο άπλετο φως του Ιουλίου γιάτρισσα των ματιών Αγία Παρασκευή και διχάζοντας, ενώνουν. Είναι, δηλαδή, μια μικρογραφία της τζαντιώτικης νοοτροπίας και μια ακόμα απόδειξη τής δίχως σύνορα και φραγμούς μοναδικότητάς της.

Δεν ήταν, λοιπόν, τυχαίο, που λήγοντος του λέοντος των μηνών του ενιαυτού Αυγούστου στον χώρο του επιλέχτηκε να γίνει μια συνάντηση πολιτισμών, που ταυτόχρονα ήταν και μια με άποψη πρόταση επιστροφής εις τα ίδια.

Εκείνο το επιλογικό ενός ακόμη θορυβώδους θέρους βράδυ, με την πρώτη ψύχρα, η οποία μας προετοίμαζε για τα επερχόμενα και τον απόηχο πανηγυριών και εκδηλώσεων, ο καθαρόαιμος μονόλογος του «Χάση» του πολύπλευρου Δημητρίου Γουζέλη, πούρος κάτοικος της αστικής πολιτιστικής και όχι μόνο έκφρασης του ακμάζοντος Τζάντε, συνάντησε τον σεισμόπληκτο μετανάστη του «Φιόρου του Λεβάντε» (άλλον «Υδραίο» στη «Λάρισσα»), ξεπέρασε την παγίδα της κοντόφθαλμης εθνικοφροσύνης στους ρυθμούς και τα βήματα μιας ταραντέλας, χάρηκε το εναρμόνισμα της ντόπιας αρέκιας με την γειτονική αριέτα, αναζήτησε γνήσια ελληνικές και δίχως ανατολίτικες προσμίξεις ρίζες, ξετίναξε τις επιζήμιες χορογραφίες των νεοελληνικών επιδράσεων του πρώτου έγχρωμου κινηματογράφου («Οι θαλασσιές οι χάντρες» κ.τ.λ.) και με καμάρι και αυτοπεποίθηση επέδειξε την ταυτότητά του, διεκδικώντας μια θέση επιβίωσης μπροστά στον κίνδυνο μιας ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης.

Με σύνεση και σπουδή το νησί μας εκείνο το απόβραδο έψαξε το παρελθόν και την καταγωγή του, παρουσίασε με καμάρι το με την συνύπαρξη Δύσης και Ανατολής, με μορφή Ιανού, γι’ αυτό και θεϊκό, πρόσωπό του, το δίχως στεγανά και μεμψιμοιρίες, αυτό που σαν τον δικό του «Αμνό» περιφέρεται εαρινά και ορθρινά επιτάφια αναστάσιμος και ξαναθύμισε το ότι τα τζαντζαμίνια, που εκείνη την ώρα εφηβικά ευωδίαζαν, συνταιριασμένα σε μια σαν την ράβδο του Ααρών ανθίζουσα κιόκα, είναι κίνδυνος της όσφρησής μας, αλλά και των άλλων μας αισθήσεων να τα ονομάζουμε … «γιασεμιά»!

Δεν στάθηκε, όμως, εκεί. Γνωρίζοντας τον κίνδυνο της στείρας παρελθοντολογίας, απαραίτητης μεν, αλλά επίφοβης δε, αν στεκόμαστε μόνο σ’ αυτήν, τόνισε στο τέλος πως η καλλιφωνία υπάρχει ακόμα στο νησί της καντάδας και του θεάτρου «Φώσκολος», παρά την κυριαρχούσα κακόφωνη απομίμηση, μπορώντας μάλιστα να μας εκπροσωπήσει, σαν πρέσβης καλής θελήσεως, και εκτός συνόρων, μέσα από την φωνή του Διονύση Σούρμπη και ότι ακόμα και σήμερα μπορεί να μελοποιηθεί ο έρωτας του Αντωνίου Μάτεση για την γενέθλια γη του, μια και πολλά ζακυνθινόπουλα, με βασικό ταλέντο και απαραίτητες σπουδές, σαν τον Παναγιώτη Μαρίνο, ένοιωσαν το αίμα του «σπουργίτη» που κυλά μέσα στις φλέβες τους και την αποξενωτική μοναξιά μιας διαφορετικής με την νοοτροπίας μας και τον πολιτισμό μας, νεώτερης πρωτεύουσας και επέστρεψαν στον τόπο της ενσάρκωσής τους, υποσχόμενα την παλιννόστησή του και την επαναφορά της μορφής του, που θα απομακρύνει οριστικά το φαιδρό του προσωπείο.

Δεν θέλω ν’ αναφερθώ σε ονόματα, γιατί σίγουρα πολλά θα ξεχάσω και η παράλειψη θα είναι αναμφίβολα άδικη και ξεχωριστική. Δεν μπορώ, όμως, να μην σταθώ στους άοκνους και συνεχώς βελτιούμενους «Τραγουδιστάδες τση Ζάκυθος», που πέραν του σεβαστικού τους ονόματος, πιστεύουν και λατρεύουν καθολικά ορθόδοξα (σαν τον παλαιό των ημερών επίσκοπο της Κατάνης) την ιόνια ευαισθησία, τον με σταθερά βήματα βαδίζοντα και δίχως παρεκκλίσεις και συνοδευτικά, νεοελληνικά παλαμάκια βηματίζοντα στους τζαντιώτικους και ιόνιους χορούς, Νίκο Αρβανιτάκη, της εύηχης και μη παρεκκλίνουσας στις νεώτερες, τουριστικές σειρήνες «Υακίνθης», το αιωνόβιο, αλλά μη γερασμένο «Φιόρο του Λεβάντε», που σκέφτηκε πρώτος και ίδρυσε ο παλιός μου δάσκαλος Άγγελος Βισβάρδης και τώρα οι μαθητές του το συνεχίζουν επάξια, τους ατόφιους και γνήσιους χορευτές του χωριού, που έγινε η εκδήλωση, με την δική τους έκφραση της «Άμοιρης», τον Γιώργο Φιορεντίνο, που με το ταλέντο του συνένωσε «τα το πριν διεστώτα» και τον Θοδωρή Καμπίτση, ο οποίος είχε και την ευρύτερη επιμέλεια του δεσίματος της τοπικής μας παράδοσης και δημιουργίας και του συνταιριάσματος των όμαιμων και όμορων πολιτισμών.

Αν ξέχασα κάποιους να με συγχωρήσουν, αλλά δεν κρατώ μπροστά μου πρόγραμμα και κάτι τέτοιο θα ταίριαζε περισσότερο σε δημοσιογραφικό κείμενο. Εξάλλου, τους συντελεστές της παράστασης τους διαβάσατε και τους γνωρίσατε σε διάφορες αναφορές του τοπικού τύπου. Σκοπός δικός μου σήμερα είναι, μέσα από αυτήν την βδομαδιάτικα επαναλαμβανόμενη στήλη μου, να προσπαθήσω να βρω την ουσία της εκδήλωσης και αυτήν να παρουσιάσω και να επαινέσω.


Γιατί αυτό ακριβώς χρειάζεται σήμερα η Ζάκυνθος: την επαναφορά της εις τα ίδια. Μισό και βάλε αιώνα μετά την ολοκληρωτική της καταστροφή, τον κακοθύμητο εκείνον Αύγουστο του 1953 και τα όσα θλιβερά και κατακτητικά την ακολούθησαν, πληγωμένη και ταλαιπωρημένη από έναν άναρχο και βίαιο τουρισμό τσιμεντοποίησης, διοικούμενη, συχνά, από αυτό που αντικρούει τον Απόστολο και το Ευαγγέλιο, που διαβάζονται στις γιορτές του Αγίου της και Αγίου μας (κάτι για τον «καλό ποιμένα» και τον «μη εισερχόμενον δια της θύρας, αλλά αλλαχόθεν»), πρέπει ν’ αναζητήσει την δική της ταυτότητα, να την επιβάλει σε όσους πιστεύουν πως ο ελληνισμός χορεύει μόνο με φουστανέλα και τραγουδά μονάχα στο μινόρε και να διεκδικήσει την θέση της, αυτήν που της αρμόζει, στην σημερινή δημιουργία, μια και διαθέτει και τα φόντα και τους ανθρώπους, όπου θα τα στηρίξουν.

Τέτοιες συνυπάρξεις, σαν αυτήν του Άι-Λιού (Λέοντος στην ουσία, όπως προαναφέραμε), αλλά και σαν την προηγούμενη και εισαγωγική των Μαριών, την οποίαν, λόγω Φώσκολου, δεν παρακολουθήσαμε και γι’ αυτό δεν αναφερθήκαμε σ’ αυτήν, πρέπει να στηρίζονται και να υπάρχουν, για να μην βρεθούμε ξαφνικά ανέστιοι, απάτριδες, απάτορες και αμήτορες.

Είναι η αιτία που θα ξανανθίσουν τζαντζαμίνια, που θα συνοδεύουν την «ευωδία των χρυσών κίτρων». Τότε «ωραία και μόνη η Ζάκυνθος [θα μας] κυριεύει» και πάλι. Αρκεί να μην την ξεπουλήσουμε.

Ο δικός μας Άι-Λιός, βλέπετε, είναι Λέων.

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Γιάννη Κοντού: ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ, ΤΟΝ ΕΙΧΑΝ ΞΕΧΑΣΕΙ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ, ΝΟΜΙΖΕ (ποίημα)

[Αναδημοσίευση, Περιοδικό Ἡ Λέξη, Ἀθήνα, Νοέμ.-Δεκ. 1997. Ἀπό τὸ Ποιητῶν ἀναθήματα στὸν Διονύσιο Σολωμό, ἐπιλογή, ἐπιμέλεια καὶ εισαγωγή: Διονύσης Σέρρας, ἐκδ. Μπάστας-Πλέσσας, Ἀθῆναι 1998].


Μαύρη κηλίδα
στὸ λευκὸ πουκάμισο
οἱ τύψεις του. Νευρικὰ περπατοῦσε
μὲ τὰ φτερὰ καλὰ κρυμμένα.
Ἀσημένια τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ χέρια.
Φῶς πάνω στὸ φῶς
καὶ τὸ ποτῆρι πάντα ἄδειο.
Πατοῦσε χορταράκι
καὶ ἤτανε σὰν νὰ πατάει κάρβουνο.
Ἔκανε ἄνω κάτω τὸ σπίτι,
γιὰ νὰ βρεῖ καμιὰ κρυμμένη λέξη.
Ἔψαχνε μέχρι στὶς ραφὲς τῶν ρούχων
καὶ στὰ μποτίνια του. Ἔψαχνε
στὸν ἀχυρώνα καὶ στοὺς δρόμους.
Κοιτοῦσε τὸ παραμικρό,
τὸ ἐλάχιστο, τὸ τυλιγμένο
στὸ κουκοῦλι τοῦ καιροῦ.
Ὅλο ἔφευγε πρὸς τὰ μέσα του,
πρὸς τὸ σκοτεινό. Αὐτὸς
ἀπὸ συναισθηματικὴ πάθηση
τὸ ἔβλεπε γαλάζιο.
Στὸ γαλάζιο ἔμεινε γιὰ πάντα:
ἀφοῦ τὶς νύχτες ἔβαξε ἀπέναντί του,
τὸν μικρὸ Διονύσιο καὶ ἔκλαιγε μὲ λυγμούς.

(Ὅσο γιὰ γράμματα, ἀκόμη φτάνουν ἀπὸ τὴν Κρεμόνα).

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Νίκου Καρούζου: Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤ' ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ

[Ἀπὸ τήν ποιητική συλλογή "Ὑπνόσακκος". Ἀναδημοσίευση ἀπό τὸν Τόμο: Ποιητῶν ἀναθήματα στὸν Διονύσιο Σολωμό, ἐπιλογή, ἐπιμέλεια καὶ εισαγωγή Διονύσης Σέρρας, ἐκδ. Μπάστας-Πλέσας, Ἀθῆναι 1998.]


Πῶς πέφτουμε στὴ νύχτα κι ἀπὸ τί πόθους...
Μὲ κοφτερὴ μοναξιὰ στολισμένος ἄρχισα νὰ κοιμᾶμαι
λευκὸς ἱδρωμένος μέσα στὴν ἀγελάδα τοῦ ὕπνου
κλεισμένος ὁλοῦθε ἀπ' τὸν ὄνειρο ποὺ κυματίζει στὰ βάθη
κι ὁλοένα κερδίζει τὴν ὕλη πέρα της.
Ἕνα ξημέρωμα καθάριζε τὰ μάτια μου
στοὺς οὐρανοὺς ἄνοιγαν ὅλα τὰ παράθυρα κι ὁ Διονύσιος
μαυροντυμένος μ' ἄσπρα χειρόκτια κρατοῦσε τὸ σκουληκάκι
στὴν παλάμη ποὺ ἔμοιαζε μὲ στουπέτσι βαμμένη
πλάι του σ' ὡραία παραλία
ἔπεφταν οἱ κολυμβητὲς νὰ πιάσουν τὸ σταυρὸ τὰ Θεοφάνια
καὶ μακριὰ πῶς ἀκούγονταν ἀθῶα τουφέκια
ὁ βρόντος τῆς ἀγάπης ἡ χαρὰ τῆς συμφορᾶς
μ' ὅλα τ' ἄνθη σὲ γαλάζια δευτερόλεπτα μ' ὅλες τὶς ἀχτίδες
τὴν ἀγαπημένη του πεταλούδα στὸν ἱερὸ γλιτωμὸ της
καὶ δράκοντες εὐωδιᾶς ἀνέβαιναν ἀπὸ κίτρινες σκάλες
ὥς τὰ κοράσια ποὺ δὲ χάρηκαν τὸν ἒρωτα.
Γύρω ἤτανε δάσος χιλιοπράσινο
μὲ τὰ πουλιὰ σὰν ἀναρίθμητους καρποὺς ἀπάνω στὰ δέντρα
μὲ τὰ πουλιὰ σὲ μεθυσμένη σύναξη γιὰ πάντα κ' ἕνας σκύλος
ἀργὰ πηγαίνοντας οὔρησε στὸ κορμὶ τῆς κοντινῆς ἀμυγδαλιᾶς
μὲ σηκωμένο πόδι κι ἀνάμεσα
ὁ γόος ἒσφαξε τὴ φωνὴ ποὺ τινάχτηκε ἀπὸ τρεῖς λέξεις
οἱ ἀπαίσιες χιλιετηρίδες.

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Η συμπαντική στιγμή της «ηττονίκης»

Γράφει ο Roni Bou Saba

Δραπέτευσα για πολλοστή φορά από το άχαρο διάβασμα ένεκα εξεταστικής, καταφεύγοντας στην φωλιά του Κροκ. Στου Νικόλα του Άσιμου, για όσους δεν έτυχε να πέσουν στο βιβλίο του - ή να πέσει εκείνο σ’ αυτούς. Κάποτε είχα διαβάσει στο βιβλίο Αναζητώντας τους Κροκανθρώπους, ένα ποίημα -το παραθέτω πιο κάτω- όπου αναφέρεται ο Άσιμος στις «Συμπαντικές Στιγμές»! Λοιπόν σήμερα ένιωσα ότι συνάντησα μια «συμπαντική στιγμή», που διατύπωσαν και ο Άσιμος και ο Ελύτης.

«Είναι η στιγμή της ήττας σου, της πιο πικρής σου ήττας, αλλά και της νίκης σου, της πιο σπουδαίας νίκης», λέει ο Νικόλας. Και ο Ελύτης παλαιότερα είχε πει -στο Μονόγραμμα- «Νίκη νίκη όπου έχω νικηθεί».

Κατ’ αρχάς θεωρώ αυτή τη στιγμή συμπαντική, γιατί πιστεύω ότι ο Άσιμος δεν είχε υπ’ όψιν του τον στίχο του Ελύτη, που προηγείται του κειμένου του Νικόλα. Τότε ο Άσιμος δεν είχε την πολυτέλεια να φάει, πόσο μάλλον να αγοράσει ποιητικές συλλογές. Μα ούτε ιντερνέτ υπήρχε, για να κατεβάσει το Μονόγραμμα με διάφορες απαγγελίες. Αυτή η στιγμή, που ανακάλυψαν οι δυο ποιητές, αποκτά πολύ μεγάλη σημασία γιατί ακριβώς αυτοί οι δυο δεν τους ενώνει φαινομενικά τίποτε. Ο Ελύτης έχει ταξιδέψει σ’ όλο τον κόσμο, γνώρισε την εκτίμηση της ελίτ της εκάστοτε χώρας, βραβεύτηκε με ένα διεθνές βραβείο (Νόμπελ), έφαγε με πλούσιους και έκανε διακοπές. Ο Άσιμος ήταν διωκόμενος από όλους, από την ακροδεξιά ως την ακροαριστερά και όσους κατατάσσονται στο μεταξύ, δεν είχε πολλές φορές πού την κεφαλήν κλίναι και τα μόνα ταξίδια του ήταν από τα αστυνομικά τμήματα και τα δικαστήρια μέχρι την ψυχιατρική κλινική και τανάπαλιν.

Αλλά αυτή μόνο η συμπαντική στιγμή αποδεικνύει ότι ένα νήμα συνδέει τα πάντα και τους πάντες, μια ουσία διαπερνάει τα πάντα και τους πάντες. Ένα σημείο μηδέν, όπου αναφέρονται όλα και όλοι. Μπορεί να φαίνεται πως ο ένας είναι το αντίθετο του άλλου, αλλά στην πραγματικότητα όταν -και άμα- ακουμπήσει κάποιος αυτό το σημείο μηδέν βρίσκει ότι όλα μπορεί να φαίνονται διαφορετικά αλλά βαθιά μέσα στο είναι απορρίπτονται οι αντιθέσεις. Περιττεύει γι’ αυτό να αναλύσω τις συγκεκριμένες διατυπώσεις των δυο ποιητών. Αρκεί το ρίγος που διαπερνά όποιος τα διαβάζει...

Στο δεύτερο μανιφέστο του σουρρεαλισμού (1929) αναφέρεται ότι «τα πάντα τείνουν να μας πείσουν ότι πραγματικά υπάρχει ένα ορισμένο σημείο του μυαλού στο οποίο ζωή και θάνατος, πραγματικό και φανταστικό, παρελθόν και μέλλον […] παύουν να εκλαμβάνονται ως αντιφατικά. Τώρα όσο και αν ψάξει κανένας ποτέ δεν θα βρει στις δραστηριότητες των σουρρεαλιστών άλλη κινούσα δύναμη εκτός από την ελπίδα να βρουν και να προσδιορίσουν το σημείο τούτο».

Γι' αυτό το σημείο μιλάνε ο Ελύτης και ο Άσιμος στις παραπάνω συμπαντικές στιγμές, που κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν για πάντα με χαρτί και μελάνι. Και για αυτό το σημείο υπήρξαν με το βίο τους η απόδειξη. Ίσως γι’ αυτό και οι δυο άφησαν ως σήμερα το στίγμα τους.

Θέλεις να πατάς σταθερά
Σ’ αρέσουν οι ρηχές θάλασσες
Σ’ αρέσει να γυρνάς τον κόσμο
Αλλά πάντα στα ρηχά
Εμένα μ’ αρέσουν οι βαθειές θάλασσες
Κι ας μην γυρνώ τον κόσμο
Κι ας με νομίζεις κολημένο
στο ίδιο αυτό σημείο.
Δεν υπάρχει σύμπαν
Υπάρχουν μόνο στιγμές
Συμπαντικές στιγμές
Αν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις
Γι’ αυτό το ξέχασες που σούλεγα
μωρό μου κείνο το πρωινό
δίπλα στη σκάλα. Πως η ζωή
κι ο θάνατος δεν είναι θέμα περιβάλλοντος.
Είναι θέμα αντοχής στην ίδια γραμμή πλεύσης.
Εγώ δεν χρειάζομαι τον κόσμο
Κακώς έχεις νομίσει
Για μένα δεν υπάρχει κόσμος
Χρειάζομαι απλά να δημιουργήσω κόσμους.

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Ούγος Φώσκολος και το Φιλιόκβε

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Ugo Foscolo 1778-1827, 
έργο Francois-Xavier Fabre (1766-1837)
Παλιότερα όσοι αναφέρονταν στην ιστορία και τον πολιτισμό της Ζακύνθου συνήθιζαν εύστοχα και σωστά να την ονομάζουν πατρίδα του Σολωμού, του Κάλβου και του Φώσκολου, εξαίροντας, έτσι, την λαμπρή ποιητική τριανδρία του Ιόνιου χώρου και αποδίδοντας τα πρέποντα στις τρεις κορυφαίες μορφές του. Ήταν οι εποχές όπου οι δημιουργοί του λόγου δεν χρειάζονταν επικίνδυνα επίθετα στέγασης των μετριοτήτων και όπου η τέχνη δεν είχε πατρίδα και εθνικότητα, αλλά ισορροπούσε παγκόσμια, όπως και οι Ζακύνθιοι νοιώθανε πολίτες του κόσμου, δίχως κοντόφθαλμα στεγανά και ανάγκη περιοριστικής ταυτότητας.
Αργότερα και παράλληλα με την εποχή της πτώσης - τίποτα δεν είναι τυχαίο - ο τελευταίος από τους πρωτοκορυφαίους και πρωτόκλητους σχεδόν ξεχάστηκε ανέστιος και από πολλούς, άστοχα και αβασάνιστα, αλλά και χάριν, προπάντων, της τρέχουσας επικαιρότητας και της αναγκαίας μίμησης, αντικαταστήθηκε από άλλους επώνυμους και κυρίως από τον Ξενόπουλο. Μα αυτό ήταν η μεγαλύτερη αδικία και η «εσχάτη πλάνη», η οποία αναμφίβολα απειλούσε την ιδιοσυγκρασία μας, ως «χείρων της πρώτης».
Μα φαίνεται πως το αίμα δεν γίνεται τόσο σύντομα νερό και πως μια ιδιαιτερότητα δεν μπορεί εύκολα να αφανιστεί, παρά τις πιέσεις και τις καταπιέσεις και την επιπόλαια ισοπεδωτική διάθεση, που διαθέτουν άφθονα οι καιροί μας. Γι’ αυτό και ο Ποιητής των «Τάφων» επανήλθε στην θέση του και στεγάστηκε στις καρδιές των συμπατριωτών του και πάλι, ξεπερνώντας την εγκατάλειψη του σεισμόπληκτου και ισορροπώντας την ζυγαριά, η οποία έπαψε πια να γέρνει.
Το όνομά του ακούγεται ξανά και μάλιστα συχνά, μαζί με τον μαθητή και τον μιμητή του και θυμίζει δογματικά πως και οι δύο, «ομοούσιοι και ομότιμοι σαφώς», από αυτόν εκπορεύονται, μια και το έργο του, δεν είναι ούτε «αρξόμενον», ούτε «παυσόμενον», αλλά «πυρ διαιρούμενον εις νομάς χαρισμάτων».
Αιτία γι’ αυτήν την οφειλόμενη παλιννόστηση και ο νεοσύστατος σύλλογος «Ούγος Φώσκολος», ο οποίος πρωταρχικό σκοπό του έχει να ξαναχτιστεί το μικρό σπιτάκι που τον άνδρωσε, στην ομώνυμη κεντρική οδό της πόλης μας, την κάποτε «κάτω Πλατεία Ρούγα», όπου και η συρρικνωμένη νεώτερη Οδηγήτρια με την εικόνα του Αγίου Φανουρίου, που η παράδοση θέλει να φωτίζει το ακοίμητο καντήλι της τις πρώτες του μελέτες και να στεγαστεί σ’ αυτό ο εμπνευστής των «Χαρίτων» και ό,τι έχει σχέση με τη ζωή και το έργο του.
Απόδειξη για την φερεγγυότητα και την σοβαρότητα αυτού του ελπιδοφόρου συλλόγου, που την στηρίζουν ακρογωνιαία οι μεγαλύτερες πνευματικές προσωπικότητες της σημερινής Ζακύνθου και όχι μόνο, αλλά και η αιώνια εφηβική αναζήτηση του ακαταπόνητου Νίκου Λαλώτη, η πρώτη του εκδήλωση, η οποία πραγματοποιήθηκε στον ιστορικό και ποιητικό Λόφο του Στράνη την Παρασκευή 27 Αυγούστου, στις 8 το βράδυ και ξεπερνώντας όλες τις δυσκολίες και τις μικρότητες, επανέφερε τον μικρό Νικολό της Ζακύνθου και τον παγκόσμιο Ούγο στην πολυπόθητη «μητρική του γη» και στα χώματα που τον γέννησαν και φιλοξένησαν τις πρώτες του μεγαλόπνοες ανησυχίες.
Στον συναισθηματικά φορτισμένο και πανελλήνια γνωστό και σεβαστό αυτό χώρο ο απαιτητικός επιστολογράφος του Ιακώβου Όρτις είχε έναν γνήσιο ποιητικό διάλογο με τον υμνητή του Σολωμό, όπου εκεί τον οδήγησαν συχνά τα βήματά του, αλλά και οι ποιητικές του ανησυχίες, όχι μόνο επειδή αυτό ήταν το θέμα του Καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεράσιμου Γ. Ζώρα, ο οποίος ήταν ένας από τους ομιλητές και τους συντελεστές της εκδήλωσης, αλλά και γιατί όλη η τέχνη είναι μια συνομιλία και μια αλληλοσυμπλήρωση. Έτσι παρότι «ο βίος βραχύς, η τέχνη [παραμένει] μακρά», όπως υπενθύμισε η Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Συγκριτικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ., Φανή Κισκήρα - Καζαντζή και «ο μαγικός λόγος του Φώσκολου» αμετάφραστος αιωνίζει και συνδιαλέγεται με τις επόμενες γενιές, επίκαιρος και φρεσκοδιατηρημένος, μια και είναι δημιούργημα και επιστέγασμα μιας πολυτάραχης και πολύβουης εποχής, της εποχής του, όπως μας την γνώρισε εκείνο το καλοκαιριάτικο και πολλαπλά φωτεινό και ζεστό βράδυ ο ιόνια όμαιμός μας συγγραφέας Φίλιππος Δρακονταειδής.
Η συγκέντρωση εκείνη έκλεισε με την αγωνία επιστροφής του αναπαυμένου στον Τίμιο Σταυρό της Φλωρεντίας Ζακυνθινού στην πατρίδα που τον γέννησε, μέσα από χαρακτηριστικές του επιστολές, τις οποίες απέδωσε με το αστείρευτο ταλέντο της η συμπατριώτισσά μας ηθοποιός Τζένη Ρουσέα. Σημαντική, τέλος, ήταν και η συμμετοχή του συγγραφέα και μελετητή Διονύση Μουσμούτη, διευθυντή του περιοδικού «Ιστορία», ο οποίος συντόνισε την εκδήλωση και ενοποίησε τους συντελεστές της.
Η συμμετοχή του κόσμου ήταν κάτι περισσότερο από ικανοποιητική και η ουσιαστική του συμμετοχή απέδειξε πως το νησί μας μπορεί ακόμα να ελπίζει και να αναζητά την επαναφορά του στην θέση που του αρμόζει και την ποιότητα που του αξίζει.
Εκατοντάδες νεώτεροι Ζακύνθιοι, ξεπερνώντας το αιματοφόρο στίγμα του «Νεοζακύνθιου», οδήγησαν τα βήματά τους το εσπέρας εκείνο της προπαρασκευής στον ιερότερο χώρο του Τζάντε, γνώρισαν πως τα κανόνια της πολιορκημένης ελευθερίας του Μεσολογγίου είναι ομόβροντα με όλα τα άλλα, άσχετα εθνικότητας και δόγματος ή θρησκείας, συνομίλησαν με τον πολίτη όλου του κόσμου Ποιητή τους και έπαψαν να είναι δογματικά αιρετικοί, μη αρνούμενοι την καθολικά ορθόδοξη τριαδικότητα του υπερούσιου και μεστού ποιητικού λόγου.
Ο λαός μας λέει πως «η καλή μέρα, από την αυγή δείχνει». Η εκδήλωση στο γλυκοχάραμα της δημιουργίας του πολιτιστικού μας Συλλόγου «Ούγος Φώσκολος» υπόσχεται, ως εκ τούτου, μιαν άριστη συνέχεια. Έδωσε απαιτητικές εξετάσεις και βαθμολογήθηκε με άριστα.
Ευχής έργο είναι να πραγματοποιηθεί σύντομα και ο ουσιαστικός σκοπός του Σωματείου, ο οποίος είναι η επαναφορά στην ζωή μας του σπιτιού του μεγάλου Ποιητή και να το δούμε και πάλι υψωμένο στην θέση που τον στέγασε και σκέπασε μ’ ένα κεραμίδι τις απάτριδες παιδικές του ανησυχίες. Έτσι θα πάψει η αχαριστία και ο τόπος από υβριστικό πάρκιν υπόδουλων θα ξαναγίνει χώρος ικεσίας και ελπίδας ελεύθερα σκεπτόμενων και θα αποκαταστήσει τον πνεύμονα της πόλης και του νησιού, ο οποίος ουσιαστικά δεν υπάρχει, με κίνδυνο θανάτου.
Εκεί μπορεί να γίνονται και όλες οι εκδηλώσεις, που αφορούν τον Ποιητή, αλλά να δοθούν και αφορμές για συνέχιση.
Ο πολλαπλά πολύτιμος Διονύσης Ζήβας, ανάργυρα, όπως πάντα συνηθίζει, ετοίμασε το αρχιτεκτονικό σχέδιο, σεβόμενος την ιστορία και την παράδοσή μας. Πολλοί και αξιόλογοι συμπολίτες μας έχουν πλαισιώσει τον ομώνυμο του Δημιουργού σύλλογο, που σκοπό του έχει τον επαναπατρισμό του Ποιητή. Ο κόσμος που πλαισίωσε την πρώτη του εκδήλωση ήταν επαρκέστατος. Η ποιότητά της αναμφίβολη.
Μακάρι να βρεθεί αυτός που θα βάλει τον θεμέλιο λίθο. Αληθινά αξίζει την αγάπης μας και την στήριξή μας. Έτσι θα τεκμηριωθεί και θα σταθεροποιηθεί το ποιητικό μας τρισυπόστατο.
Η αίρεση ήταν και είναι αιτία θανάτου.
Η Ζάκυνθος πρέπει να εξακολουθεί να είναι η πατρίδα του Σολωμού, του Κάλβου και του Φώσκολου.
Όλα τα άλλα είναι συμβιβασμοί και υποχωρήσεις.

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Έφιππες πινελιές στον αποχαιρετισμό του Καλοκαιριού

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Την προηγούμενη Πέμπτη, 26 Αυγούστου, μια μέρα σημαδιακή για το νησί μας, μια και μ’ αυτήν, με τα Μπασίματα του Αγίου μας, λήγει τυπικά το Καλοκαίρι και περνάμε στην φθινοπωρινή -και προς Θεού, όχι την χειμερινή- περίοδο, η Γκιόστρα της Ζακύνθου διοργάνωσε μια μεγάλη φιλική συγκέντρωση στην Πλαζ του Ε.Ο.Τ., δίπλα από τα γραφεία της, θέλοντας να έρθει σε επαφή με τα μέλη και τους φίλους της και ν’ αποχαιρετήσει την περίοδο της ξεγνοιασιάς και της ραστώνης.
Εκατοντάδες ήταν κυριολεκτικά αυτοί που ανταποκρίθηκαν, ντόπιοι και ξένοι, αλλά και όλοι αυτοί που μετά την καταστροφή και την ριζική, προς το χειρότερο, αλλαγή, η οποία ακολούθησε την πολλαπλή θεομηνία του Αυγούστου του 1953 ονομάζονται χαρακτηριστικά «Zακυνθινοαθηναίοι» και για κάποιες ώρες βρέθηκαν μαζί, διασκεδάζοντας και ανταλλάσσοντας απόψεις.
Κάτω από ένα ολόγιομα φεγγάρι, δύο μόλις μέρες μετά την πανσέληνο του κορυφαίου θερινού μήνα, αυτού που ο λαός μας τον θέλει «δύο φορές τον χρόνο», οι διοργανωτές, οι συμμετέχοντες, οι φίλου και οι πιστοί του παλαιότατου αυτού εθίμου του νησιού μας, που πάντα ήταν λαοφιλές και αγαπητό, των φημισμένων και πολυσυζητημένων ιππικών αγώνων, χάρηκαν την γαλήνη της θάλασσας, απόλαυσαν το ζακυνθινό τοπίο, το οποίο, παρότι βάναυσα κακοποιημένο, εξακολουθεί ν’ αντιστέκεται και να επιβιώνει και με τρόπο απλό, μα καθόλου ευκαταφρόνητο, ψυχαγωγήθηκαν και ξαναθυμήθηκαν το τι σημαίνει η ανθρώπινη επαφή και το πόσο όμορφο είναι το απλό και το μη στημένο.
Πολλές εκπλήξεις υπήρχαν εκείνη τη βραδιά. Η βαρκαρόλα πρώτα με τα νεαρά καλλίφωνα ζακυνθινόπουλα, τα οποία απέδειξαν πως σε πείσμα των καιρών και της πολύμορφης κατρακύλας μας συνεχίζουν να αναπνέουν και να ζουν με τον τρόπο των προγόνων τους, προεκτείνοντας μια παράδοση αιώνων και διατηρώντας την ζωντανή και άσβηστη, το συγκρότημα «Υακίνθη» μετά, με τους δικούς μας άριστα εκτελεσμένους χορούς, όταν πολλοί άλλοι γύρω τους, την ίδια στιγμή υποχωρούσαν στους ρυθμούς του γραφικού τελικά και άσχετα με την ιόνια ιδιοσυγκρασία μας «Ζορμπά», για να ικανοποιήσουν, αμειβόμενοι, τους πρόσφατους ανεπαίσθητους κατακτητές μας, τα πυροτεχνήματα τέλος, που είναι το αναπόσπαστο κομμάτι του τζαντιώτικου πανηγυριού και μπορεί να θεωρούνται πολυτέλεια, ειδικά από κάποιους επίφοβα ορθολογιστές, αλλά στην ουσία η απουσία τους εγκυμονεί τον κίνδυνο της αποκοπής μας από την ιδιαιτερότητά μας και την παράδοσή μας.
Λαμπιόνια πολύχρωμα θύμιζαν στους παρευρισκόμενους την ουσία της υπαίθριας χαράς, μα και τις νύχτες στο κάποτε γειτονικό «LUX», με τις κλασσικές του ταινίες και τις δύο επαναλήψεις της Κυριακής, σημαίες ιπποτικές, από την στην αρχή της άνοιξης διακόσμηση της Γκιόστρας, έδιναν στον χώρο μορφή άλλης εποχής και φλόγες πυρσών απάλλασσαν την όραση από την κιτς φωταγώγηση του τουριστικού θέρετρου και έδιναν στις υπόλοιπες αισθήσεις την ανέξοδη πολυτέλεια μιας με οικολογική ταυτότητα ζεστασιάς.
Με λίγα λόγια όλα έδειχναν το κλίμα μιας καθαρής γιορτής και μάλιστα επτανησιακής, με τον «καθαρό ήχο των εορταζόντων» και την ζεστασιά που πάντα είναι απαραίτητη και δημιουργικά ζωογόνα, αλλά μας την στέρησε μια άναρχη πρόοδος και ένας χωρίς υπόβαθρο απότομος πλουτισμός μας.
Η προσέλευση του κόσμου ήταν πολλή πιο μεγάλη από την αναμενόμενη και οι προτάσεις για επανάληψη και πιο συχνή διοργάνωση παρόμοιων συναθροίσεων από το Σωματείο “Giostra Di Zante” αποδεικνύουν το ότι ακόμα μπορούμε να ελπίζουμε και το πως κάτι εξακολουθεί να παραμένει, σαν φλόγα κρυμμένη μέσα στην στάχτη, που κάποτε μπορεί να μας ξαναζεστάνει, χωρίς τον κίνδυνο της αποτέφρωσης και της καταστροφής.
Πάνω απ’ όλα όμως εμείς οι διοργανωτές χαρήκαμε την ζεστή και φιλική ανταπόκριση του κοινού και γνωρίσαμε το πόσο και το πώς οι νεότεροι Ζακυνθινοί, παρά τις επίφοβες σειρήνες, που απειλούν την ιδιοσυγκρασία τους και βάζουν σε κίνδυνο την ταυτότητά τους, αγκαλιάζουν προσπάθειες στηριγμένες στην ιστορική τεκμηρίωση και την ουσιαστική έρευνα και θέλουν να συνεχίσουν την ιστορία τους.
Για μια ακόμα φορά αποδείχτηκε έμπρακτα και όχι με κούφια, πανηγυριώτικα λόγια, σαν αυτά των παντός είδους και καιρού πολιτικών μας, πως οι σημερινοί κάτοικοι του νησιού, που κάποτε ήταν το «Φιόρο του Λεβάντε» και η «Φλωρεντία της Ανατολής», αγαπούν την δική τους Γκιόστρα και ακολουθώντας το παράδειγμα των πριν από αυτούς θέλουν να την διατηρήσουν, να την συνεχίσουν και να την προεκτείνουν.
Όπως και τότε, που ο Αρίγκος γινόταν πολυάνθρωπος και η Πλατεία Ρούγα, αργότερα, γέμιζε από κόσμο, έτσι και εκείνο το βράδυ, του τέλους του Αυγούστου, η εγκαταλελειμμένη άπονα και άκαρδα πλαζ του Ε.Ο.Τ. πήρε και πάλι ζωή και σε πείσμα της φθοράς της και φθοράς μας αναζωογονήθηκε και έδωσε ελπίδες δικής της και δικής μας αναζωογόνησης.
Το κυριότερο, όμως, δίδαγμα της βραδιάς ήταν πως αποδείχτηκε ότι μπορούμε οι ίδιοι να πάρουμε στα χέρια μας την τύχη μας και το μέλλον μας, χωρίς να περιμένουμε τίποτα από τους κατέχοντες, αλλά μη έχοντες «ηγέτες» μας και πως αυτό είναι εύκολο και απλό.
Η Γκιόστρα της Ζακύνθου ήταν πάντοτε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και της ιστορίας του τόπου μας και είναι ευτύχημα που επανήλθε στη ζωή μας και εξακολουθεί να υπάρχει. Η επαναφορά της, απ’ ότι έχει αποδειχτεί, δεν είναι μια απλή και νεκρή αναβίωση, αλλά μια ανάσταση και μια παλινόρθωση. Έχει μπει και πάλι στη ζωή μας και αποδεικνύει πως ακόμα δεν έχει επέλθει η οριστική υποχώρηση και πως παρά την απώλεια των πανάκριβων και αποδεικτικών για τον υλικό και παράλληλα πνευματικό μας πλούτο δαχτυλιδιών, τα χέρια που τα φορούσαν το ίδιο κομψά παραμένουν και ίσως τα ξαναφορέσουν δίχως τον κίνδυνο της γελοιοποίησης του νεοπλουτισμού. Ο κόσμος που συγκεντρώθηκε εκείνη την καλοκαιριάτικη βραδιά στην εκδήλωση της ζακυνθινής Γκιόστρας είναι μια εγγύηση για όλα τα παραπάνω και προπάντων μια παρηγοριά υπόσχεσης.
Οι συναθροίσεις αυτές, οι τόσο ανθρώπινες, θα συνεχιστούν και την χειμερινή περίοδο και τον ερχόμενο Μάρτη, την περίοδο του τζαντιώτικου Καρναβαλιού, οι ιππότες θα διαβούν και πάλι την πρόωρα γερασμένη και άδικα φθαρμένη Πλατεία μας Ρούγα, για να της ξαναδώσουν ζωή με τον ήχο των πετάλων τους, θα διεκδικήσουν τον κρίκο στην μεγάλη μας πλατεία και με τα χλιμιντρίσματα των αλόγων τους θα επαναφέρουν μνήμες, στερεώνοντας υποσχέσεις.
Αρκεί που όλοι οι Ζακυνθινοί αγαπούν την Γκιόστρα τους και σε κάθε περίπτωση το αποδεικνύουν.
Είναι και αυτό μια πνοή δροσιάς σε εποχές άπνοιας. Ας την διατηρήσουμε.

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Ο αριθμός του θηρίου

Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ / ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ, 28.8.2010

Συγγραφέας με ασυνήθιστο λογοτεχνικό προφίλ, τολμηρές εμπνεύσεις και ανορθόδοξη στάση, ο Σπύρος Καρυδάκης δίνει ένα σκληρό, εξαιρετικά φιλόδοξο μυθιστόρημα, που διερευνά τις σκοτεινές όψεις της αγάπης από τη μια, του δυτικού πολιτισμού από την άλλη. Πάντα ασυμμόρφωτος με το «πνεύμα της εποχής» και τις τάσεις της βιβλιοπαραγωγής, ο Σπύρος Καρυδάκης συνήθιζε, πλάι στις άλλες συγγραφικές ιδιορρυθμίες του, να βγάζει σχετικώς ολιγοσέλιδα πεζά σε μια εποχή που ήταν της μόδας ανάμεσα στους νέους και νεότερους συγγραφείς τα ογκώδη μυθιστορήματα. Ενώ τώρα, που η υπερπροσφορά τίτλων, σε συνθήκες μάλιστα κρίσης, και η απαύδηση του κοινού πιέζουν προς την κατεύθυνση της μείωσης τόσο των εκδόσεων όσο και του αριθμού των σελίδων, επανεμφανίζεται μ΄ ένα μυθιστόρημα μεταφορικά και κυριολεκτικά θηριώδες, απόλυτα σύμφωνο με τον τίτλο του.

Ο 49χρονος σήμερα Ζακυνθινός, που πριν ριζώσει στον εκδοτικό χώρο πέρασε από τα πιο διαφορετικά επαγγέλματα (από αγρότης ώς ναυτικός, από ανθοπώλης ώς μάγειρας, από εργάτης ώς δημοσιογράφος), σοκάρει κάθε φορά με την επιλογή και την προσέγγιση των θεμάτων του. Αψηφώντας ολότελα την πολιτική ορθότητα, εμπνέεται από την παθολογία της αρσενικής φύσης για να διερευνήσει φιλοσοφικά ζητήματα όπως η βία των ανθρώπινων σχέσεων, η σεξουαλικότητα και οι αγεφύρωτες διαφορές των δύο φύλων, η σχέση φύσης και κουλτούρας, οι παθογένειες του σύγχρονου πολιτισμού κ.λπ. Ο Καρυδάκης είναι ένας εξαιρετικά πρωτότυπος συγγραφέας. Αλλά κι εξαιρετικά άνισος.

Για να το πω απερίφραστα, είναι ο πιο άνισος Ελληνας πεζογράφος που γνωρίζω. Τα βιβλία του είναι μια αδιάκοπη διελκυστίνδα ανάμεσα σε υψιπέτιδες ιδέες και στενά προσωπικές εμμονές του θυμικού. Η δομή τους τείνει προς τη διάλυση από την ανεξέλεγκτη σύμφυρση και σύγκρουση των πιο ανόμοιων μοτίβων και στοιχείων, από την αυτοανάφλεξη ενός λόγου που θέλει να πει μεμιάς τα πάντα. Η εξοντωτική για τον αναγνώστη γλώσσα του, τόσο στη σύνταξη όσο και στο λεξιλόγιο, κράμα ποιητικής φρενίτιδας και λεξιθηρικού διανοουμενισμού (με πλήθος λέξεων όπως φιλαργία, αγαθοθέλεια, απαρεμφατικότητα, περίπυστος, προδιανοητικότητα), φτάνει συχνά σε ψηλές κορυφές φιλοσοφικού λυρισμού, αλλά ακόμα πιο συχνά σε μια αφόρητη εκζήτηση, που την κάνει μερικές φορές ακατανόητη.

Το φετινό Τherion του (με χαρακτηριστικά αιμάτινο το ο στο εξώφυλλο) αποτελείται ουσιαστικά από δύο ιστορίες, ενδιαφέρουσες και οι δύο, αλλά τόσο διαφορετικές στην ουσία τους ώστε η συναρμογή τους τείνει προς την αμοιβαία αποδυνάμωση. Η μία αναφέρεται σ΄ έναν δεκαοχτάχρονο νέο, τον Γιώργο, που πιστεύει ακράδαντα ότι η αγάπη είναι από τη φύση της κανιβαλική, καταστροφική, γι΄ αυτό είναι ηθικότερο ν΄ αφήνεσαι ολοκληρωτικά σ΄ αυτούς που σε αγαπούν παρά ν΄ αγαπάς ο ίδιος (μια προκλητική αντιστροφή του αριστοτελικού «βέλτιον το φιλείν ή το φιλείσθαι»). Με βάση αυτή τη θεωρία του, παραδίνει τον εαυτό του σ΄ έναν ηλικιωμένο καθηγητή της χειρουργικής, ο οποίος τον έχει ερωτευτεί παράφορα (αν και υποτίθεται ότι κανένας από τους δυο δεν είναι ομοφυλόφιλος), και γίνεται με τη θέλησή του έρμαιο των ορέξεων και των σχεδίων εκείνου.

Η δεύτερη ιστορία περιστρέφεται γύρω από τις εφιαλτικές δραστηριότητες του γηραιού καθηγητή, του Παύλου Β. Αυτός διευθύνει μια κλινική, στην οποία εισάγονται διά της βίας νεαρά άτομα και των δύο φύλων, κατά κανόνα περιθωριακοί μετανάστες, και είτε θανατώνονται αμέσως για να πουληθούν τα όργανά τους είτε πουλιούνται σε πελάτες ανά τον κόσμο, για να χρησιμοποιηθούν ως πόρνες ή ως θύματα σε τελετουργικούς φόνους. Ο Γιώργος θα γνωρίσει τον Παύλο Β. όταν θα διεισδύσει στο άδυτο της κλινικής για να σώσει ένα αλβανάκι, πρώην αρσενική πόρνη, και θα γίνει αιχμάλωτος του καθηγητή. Οι φίλοι του Γιώργου προσπαθούν να τον απελευθερώσουν. Αυτοί είναι ο Λεωνίδας, καθηγητής του στο πανεπιστήμιο, ομοφυλόφιλος κι ερωτευμένος μαζί του, η Ελένη, φίλη του Λεωνίδα, πρώτη (μάλλον και τελευταία) γυναίκα με την οποία θα κάνει έρωτα ο Γιώργος, και ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, πρώην αστυνομικός Αντρέας, επίσης ομοφυλόφιλος. Ο γιατρός μεταφέρει όμως τον Γιώργο στο Βερολίνο, όπου τον μεταχειρίζεται σαν παλλακίδα του και τον παίρνει μαζί του στις συναντήσεις του με τους συνεργάτες του στο φρικιαστικό εμπόριό του. Η κορύφωση της διαμονής τους στο Βερολίνο θα είναι η ξενάγησή τους σ΄ ένα άντρο όπου εκτυλίσσονται πράξεις απίστευτης σεξουαλικής βίας, που θα έκαναν ν΄ ανατριχιάσει ακόμα κι ένας ντε Σαντ ή ένας Παζολίνι. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο καθηγητής Παύλος Β. θ΄ απαιτήσει από τον Γιώργο την έσχατη απόδειξη της υποταγής του: να θανατώσει ο ίδιος τον μικρό Αλβανό, τον Άκι.

O Καρυδάκης δοκιμάζει τη θεωρία του ήρωά του για την αγάπη επιλέγοντας ως «αντιδραστήριο» τον έρωτα ενός διεστραμμένου, εγκληματικά μεγαλομανούς ανθρώπου, όπως είναι ο καθηγητής Παύλος Β. Αυτό, φυσικά, κάνει το πρώτο σκέλος της θεωρίας, για την κανιβαλική φύση της αγάπης, να φαίνεται αυταπόδεικτο, μολονότι αφήνει ενοχλητικά μετέωρο το δεύτερο σκέλος: δεν είναι ξεκάθαρο γιατί ο ανέραστος Γιώργος (που, παρεμπιπτόντως, δεν πείθει καθόλου ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας) βρίσκει σωστό το να παραδίνεται στην αγάπη των άλλων, και μάλιστα σε μια αγάπη που τον υποβιβάζει σε ερωτικό μπιμπελό και παθητικό θεατή κακουργημάτων. Ή μήπως γίνεται ξεκάθαρο, αν μετακινηθούμε λίγο από τη δική του σκοπιά; Διότι η συμπεριφορά του Γιώργου παραπέμπει όλο και πιο επίμονα σ΄ έναν νέο που έχει συνηθίσει να τον θαυμάζουν και να τον ποθούν, οπότε, με τυπική ψυχολογία νάρκισσου, θεωρεί ότι παραχωρεί ένα μεγάλο προνόμιο αφήνοντας κάποιον να τον αγαπάει και να τον γεύεται ερωτικά, ενώ ο ίδιος δεν μπορεί ν΄ αγαπήσει. Ετσι όμως η θεωρία του Γιώργου για τη φύση της αγάπης ανασκευάζεται πιο εύκολα απ΄ ό,τι της αξίζει, γιατί τουλάχιστον το πρώτο σκέλος της δεν είναι τόσο άτοπο όσο αρέσκονται να πιστεύουν οι αναγνώστριες των ροζ μυθιστορημάτων.

 Υπάρχει πάντως εδώ, όπως και σε προηγούμενα βιβλία του Καρυδάκη, ένας υφέρπων, αλλά πολύ αισθητός, πανταχού παρών ομοφυλοφιλικός ερωτισμός, μια αποθέωση του ανδρικού σώματος, στις διάφορες εκδοχές του, και της υπεραρσενικής συμπεριφοράς, η οποία τείνει ωστόσο πάντοτε προς την αυτοκαταστροφή. Στο μυθιστόρημα Η νύχτα των ονομάτων, από το 2000, το στοιχείο της υπόγειας ομοφυλοφιλίας ταίριαζε πολύ ωραία στο θέμα, που ήταν η δομή, η ψυχολογία και η λειτουργία μιας κλειστής παραστρατιωτικής ομάδας. Αλλά στο Τherion δύσκολα καταλαβαίνουμε τη σκοπιμότητά του. Δεν μπορεί να μη μας ξενίσει το ότι πρωταγωνιστούν σ΄ αυτό το μυθιστόρημα δύο άνδρες που συνδέονται ομοφυλοφιλικά χωρίς να είναι ομοφυλόφιλοι (!), καθώς και το ότι όλοι οι (πολλοί) άνδρες που παίζουν κάποιον ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας είναι είτε συνειδητά ομοφυλόφιλοι είτε έχουν λανθάνουσες ομοφυλοφιλικές τάσεις είτε έχουν βιαστεί από άλλους άνδρες. Είναι αυτό που έλεγα πιο πάνω: οι προσωπικές εμμονές του Καρυδάκη, όποια και αν είναι η γενεσιουργός αιτία τους, θολώνουν τον ορίζοντα του βλέμματός του.

Το δεύτερο θέμα του μυθιστορήματος αναπτύσσεται με ικανοποιητικότερο τρόπο. Το θέμα αυτό δεν είναι τίποτα λιγότερο από την εγγενή θηριωδία και θανατολαγνεία του δυτικού πολιτισμού (σωστά ο Καρυδάκης χρησιμοποιεί για την πρώτη έννοια συχνότερα τη γερμανική λέξη Grausamkeit, που δεν παραπέμπει τόσο στην αγριότητα του θηρίου όσο στην αφύσικη σκληρότητα της απανθρωπιάς). Η πλοκή εδώ θυμίζει όλο και περισσότερο καρτούν (πράγμα όχι απαραίτητα κακό), αλλά η πραγματικότητα την οποία απηχεί είναι πιεστικά παρούσα στον κόσμο. Ο καθηγητής Παύλος Β. διακηρύσσει ότι «κάθε υγιής κοινωνία θεμελιώνεται πάνω στην εργασιακή, ηδονιστική, κοντολογής εργαλειακή χρήση όσων ανθρώπων είναι δυσλειτουργικοί απέναντι στην πρόοδο» (σ. 107) και «Θεωρώ τη βία και τον καταναγκασμό θετικές δυνάμεις που προάγουν την εξέλιξη της κοινωνίας. [...] χρειάζονται πλήρη αποδοχή, νομική περιχαράκωση και προστασία» (σ. 149). Αυτές οι θέσεις δεν αποτελούν μόνο την ιδεολογική αυτονομιμοποίησή του αλλά και το άρρητο θεμέλιο της δυτικής ιδεολογίας της προόδου. Ισως η τρομακτικότερη φιγούρα σ΄ αυτό το μυθιστόρημα είναι η κυρία Αριστίντ, η Ολλανδέζα φίλη του καθηγητή, μεγαλέμπορος πολύτιμων λίθων, στο έπακρο καλλιεργημένη, εκλεπτυσμένη, αβρή και μειλίχια, αλλά κατά βάθος κυνική, υποκρίτρια και αδίστακτη επιχειρηματίας- μια ανατριχιαστική εκδοχή του δυτικού ανθρώπου.

Το μυθιστόρημα κλείνει, παρόλα αυτά, αισιόδοξα. Ο νεαρός Αλβανός, ο Άκι, όχι μόνο σώζεται αλλά και θα σώσει λίγο αργότερα τον απελπισμένο από την κατάρρευση της θεωρίας του και την εγκατάλειψή του από τους άλλους Γιώργο. Ο Γιώργος θα καταλάβει ότι η αγάπη μπορεί να έχει και πιο άδολες πλευρές. Το τέλος του βιβλίου αναγγέλλει την αρχή μιας μεγάλης φιλίας ανάμεσα στον νέο άνδρα και το παιδί. Η οποία φιλία, για να μη ξεχάσουμε ότι διαβάζουμε Καρυδάκη, έχει, τουλάχιστον από τη μεριά του μικρού, σαφέστατα ερωτικό προσανατολισμό.
Related Posts with Thumbnails