© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 18 Μαΐου 2010

Ο πλαστικός μας Μάης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ



«Κολώνες» λέμε στη Ζάκυνθο τα κτιστά, συνήθως, προσκυνητάρια, τα οποία, μετά, κυρίως, την πολλαπλή και πολύμορφη καταστροφή του Αυγούστου του 1953, τοποθετήθηκαν στις θέσεις όπου υπήρχαν πριν την μεγάλη θεομηνία εκκλησίες, για να θυμίζουν την ιερότητα του χώρου και να κρατούν την ανάμνηση, αλλά και να υπενθυμίζουν την ευθύνη των μεταγενέστερων.

Πολλές από αυτές και πιο πολύ όσες φτιάχτηκαν από τα απομεινάρια των προσεισμικών ιερών στεγών, όπου αντικατέστησαν, είναι αληθινά κομψοτεχνήματα και η παρουσία τους θυμίζει «περασμένα μεγαλεία» και σε αναγκάζει ουσιαστικά, όπως και ο κορυφαίος ποιητής κληροδοτεί, «διηγώντας τα να κλαις». Σαν τέτοιες περιπτώσεις, έτσι πολύ πρόχειρα και δίχως κόπο ή ψάξιμο, ενδεικτικά θα αναφέρω το προσκυνητάρι της Παναγίας της Ευαγγελίστριας στο χωριό Μουζάκι και το άλλο, στην Ρίζα του νησιού μας, στο Βουγιάτο, το οποίο συνθεμένο, με τα υλικά του παραθύρου της κόγχης του ιερού βήματος, έχει τοποθετηθεί στην θέση της παλιάς εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνος, εκεί στο κέντρο του χωριού και δίπλα στον κεντρικό δρόμο. Ίσως κάποτε κάποιος μελετητής πρέπει να ασχοληθεί με αυτά, να τα παρουσιάσει και να τα αναδείξει. Αξίζουν τον κόπο, γιατί δείχνουν μια νεώτερη, πολλή σημαντική παράδοση, αλλά και αποτελούν, συγχρόνως, και μια αξιοσέβαστη και αξιοπρόσεκτη λαογραφική μας έκφραση.

Μια από αυτές τις «κολώνες», μικρό κομψοτέχνημα και αυτή, μια και δεν ακολούθησε, ευτυχώς, την εύκολη λύση της προχειρότητας, αλλά σεβάστηκε μια παράδοση και δεν πρόδωσε μια νοοτροπία αιώνων, βρίσκεται στον δρόμο που οδηγεί από το χωριό Μπανάτο στην Χώρα και εκεί αποτελεί την πιο ζεστή παρηγοριά για τον κάθε ευαίσθητο διαβάτη. Θα την συναντήσουμε στην δεξιά μεριά του κεντρικού αυτού δρόμου, στην άκρη του, στο φρύδι του τράφου και θα την ξεχωρίσουμε για την κομψότητά της, αλλά και το κατάλευκό της χρώμα, το οποίο προκύπτει από την ευαισθησία του ασβέστη και την άγρυπνη φροντίδα των γειτόνων της και ίσως και παλιών ενοριτών ή ιδιοκτητών του ναού της, η οποία θυμίζει πάντα το ξημέρωμα της κάθε γιορτής, δεσποτικής, θεομητορικής ή γνωστού αγίου, με το αναμμένο της καντήλι. Την μέρα των Φώτων, επίσης, θα την δούμε στολισμένη με ένα νεράντζι και την Κυριακή των Βαΐων θα διακρίνουμε πάντα, πίσω από το συνεχώς καθαρό τζάμι της, την παραδοσιακή του τόπου μας βαγιοφόρα, πλεγμένη με φοινικόκλαδα και στολισμένη με κλαδιά ελιάς και ευωδιαστά ανοιξιάτικα λουλούδια.

Η εικόνα που περικλείει είναι του διαπραγματευτή «και τση γης και του πελάου» Αγίου Νικολάου και στέκεται στην θέση αυτή για να θυμίζει στους παλιότερους και να γνωρίζει στους νεώτερους πως κάπου εκεί, πριν την χρονιά της μεγάλης κοσμοχαλασιάς και του διχασμού της ιστορίας μας σε προσεισμικά και μετασεισμικά χρόνια, υπήρχε μια από τις πολλές εκκλησίες, οι οποίες ήταν αφιερωμένες στον ταπεινό Επίσκοπο των Μύρων της Λυκίας, τον οποίο ο λαός μας τον θεωρεί σαν τον μεγαλύτερο Άγιο της χριστιανοσύνης και η εκκλησία μας τον ονομάζει «Πανάγιο», αποδίδοντάς του τιμές μεγάλες και γιορτάζοντάς τον, εκτός από τις ετήσιες γιορτές του και κάθε ψιλή Πέμπτη.

Μα η φροντίδα των περιοίκων δεν σταματά ή μάλλον δεν σταμάταγε, όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια, στα όσα παραπάνω αναφέραμε. Εκτός από την διαρκή φροντίδα για το άναμμα του καντηλιού του, την εορταστική διακόσμηση και την ευπρεπή παρουσία του, φρόντιζαν οι περίοικοί του και για το φτωχικό του, αλλά στην ουσία πάμπλουτο, πανηγύρι. Έτσι δύο φορές το χρόνο, στις 6 του Δεκέμβρη, όπου τιμάται η μνήμη της κοίμησης του Ιεράρχη και στις 10 του Μάη, οπότε το νησί μας γιορτάζει την επέτειο της Παρόδου του Λειψάνου του από τα χώματά του, ένα γιορταστικό στεφάνι στόλιζε τον σιδερένιο σταυρό του πάνου μέρους της «κολώνας» και θύμιζε την ιερότητα της ημέρας και την σημασία του γιορταστικού της χαρακτήρα.

Το στεφάνι του χειμώνα ήταν συνήθως φτιαγμένο από δοξαστικές μυρτιές -«μερτίες», για τον πιο εύηχο τονισμό-, το κλασσικό αυτό φυτό των τζαντιώτικων πανηγυριών και λίγα λουλούδια, συχνά χρυσάνθεμα, τα οποία είχαν ξεφύγει από τις κακοκαιρίες και είχαν αντέξει στις ατέλειωτες βροχές και την καθημερινή υγρασία. Αποτελούσε την πιο ζεστή ευχαριστία στον κυρίαρχο των θαλασσών και την σεβάσμια γιορτή του, που έκλεινε τον κύκλο της πρώτης προεόρτιας σχόλης, των λαοφιλών Νικολοβάρβαρων.

Αυτό, όμως, που ήταν χάρμα οφθαλμών και παρηγορία ανάστασης, ήταν το στεφάνι της καλοκαιρινής, όπως την λέμε, γιορτής του Αγίου, αυτής του «Περαστού». Μέσα στην καρδιά της πολλαπλής ανθοφορίας και της ακμής του πιο τραγουδισμένου μήνα του χρόνου, του Μάη, ήταν πάντοτε φτιαγμένο -το «καλλιτεχνημένο» δεν θα ήταν υπερβολή- από ευωδιαστά τριαντάφυλλα, τα οποία είναι το λουλούδι της εποχής και πολύχρωμα άλλα φιόρα και με αυτό ο κάθε προσεκτικός διαβάτης θυμόταν το πανάρχαιο Πέρασμα και την χαρά των τότε κατοίκων του νησιού του, η οποία μπορεί να παραλληλισθεί με τον οργασμό της Άνοιξης.

Το γιορταστικό αυτό στεφάνι είχε γίνει με τον καιρό ένα από τα πιο αγαπημένα μεταπασχαλινά μου αντέτια. Όπου και να πήγαινα αυτή τη μέρα, κανόνιζα να είναι έτσι η πορεία μου, ώστε να περάσω από το Μπανάτο και να το δω. Να χαρώ την με αγάπη κατασκευή του, την επανάληψη της ιστορικής μνήμης, η οποία δεν είναι γραμμένη σε κανένα ημερολόγιο, αλλά στην καρδιά του λαού μας και να αναλογιστώ το πώς μπορεί να σωθεί ένας τόπος, ακόμα και σε καιρούς χαλεπούς και περιόδους λιτότητας, εάν δεν έχει χάσει την ταυτότητά του, η διατήρηση της οποίας είναι ισάξια με τον καθαρμό της ψυχής.

Με το στεφάνι αυτό είχαμε ασχοληθεί, επαινετικά τότε, όπως ίσως θυμάστε, και σε παλιότερο κείμενό μας, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην αρχαιότατη αυτή γιορτή της 10ης Μαΐου. Το σχετικό απόσπασμα είχαν αναδημοσιεύσει με φιλοζακυνθινή αγάπη και ειλικρινή φροντίδα στα ηλεκτρονικά περιοδικά τους ο πολύπλευρος π. Παναγιώτης Καποδίστριας και ο εραστής των γνήσιων τζαντιώτικων πανηγυριών και της δικής μας παράδοσης Διονύσης Βερτζάγιας. Η ενέργειά τους αυτή, μάλιστα, δείχνει την σημασία του και το πόσο μια απλή κίνηση μπορούσε να ομορφύνει τη ζωή μας και να καλυτερέψει την καθημερινότητά μας. Εκεί είχαν δημοσιευθεί και ανάλογες φωτογραφίες.

Φέτος, την περασμένη βδομάδα, ανήμερα στην αρχαιότατη τοπική μας γιορτή, επανέλαβα το αντέτι μου. Μετά την πανηγυρική λειτουργία, που παρακολούθησα στον εορτάζοντα ναό του Αγίου Νικολάου των Σχίνων, στο ριζοχώρι Φιολίτης, όπου εκεί όλα είχαν τελεσθεί με τάξη και σύμφωνα με την παράδοση, πηγαίνοντας προς την Χώρα, πέρασα και πάλι από το Μπανάτο για να δω την λουλουδένια κατασκευή και να ευχηθώ, έστω και σιωπηλά, «και του χρόνου».

Δυστυχώς, όμως, η έκπληξη ήταν δυσάρεστη. Πάνω στον σταυρό της κολώνας, εκεί που χρόνια και χρόνια κρεμόταν σαν ευχή και προσευχή η ευγένεια των ψυχών των περιοίκων, υπήρχε μια πλαστική προχειρότητα, η οποία, αν μη τι άλλο, έδειχνε την αποφυγή του κόπου και την προσαρμογή της πιο παλιάς γιορτής του τόπου μας στην άψυχη και θλιβερή, μα και επίφοβη, σημερινή πραγματικότητα.

Μια ακόμα ευαισθησία είχε σταματήσει και μια κατασκευή από ψυχής μέριμνας και λατρευτικής αγάπης είχε δώσει την θέση της στην ευκολία και τον κιτς εορτασμό του τραγικού ετοιματζίδικου. Και όμως! Τα τριαντάφυλλα γύρω βάραιναν τις μάντρες των σπιτιών και οι κήποι τους ήταν περισσότερο ολάνθιστοι από ποτέ.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό μού φάνηκε βλασφημία.

Ευτυχώς στις άκρες του τράφου λίγες αντιστεκόμενες μαργαρίτες, απομεινάρια της φετινής αληθινά οργιαστικής και πρώιμης βλάστησης, είχαν ανθίσει και αυτές πρόσφεραν, σαν αντίβαρο και δείγμα γνησιότητας, την εκ καρδίας και αληθινή προσευχή τους, μύρο πανάκριβο, στον μεγάλο Δεσπότη των Μύρων, το λείψανο του οποίου το 1087, σαν εκείνη την ημέρα είχε διαβεί από το νησί της Ζακύνθου και οι κάτοικοί του ακόμα και στις μέρες μας διατηρούν την ανάμνηση του μεγάλου αυτού γεγονότος, που είναι κομμάτι της ιστορίας τους και συνεχίζουν να το γιορτάζουν πανηγυρικά.
Είναι που η φύση του νησιού μας μπορεί να καλύπτει πάντα τις όποιες ασχημονίες μας.
Μα μέχρι πότε;

Σημείωση σύνταξης: Δείτε το σχετικό ρεπορτάζ στο Νυχθημερόν της 9ης Μαΐου 2010, εδώ. 

Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

18 Μαΐου: Διεθνής Hμέρα Mουσείων

Της Κατερίνας Δεμέτη

Στις 18 Μαΐου τα Αρχαιολογικά, τα Βυζαντινά, τα Λαογραφικά, τα Εθνολογικά, τα Μουσεία Φυσικής Ιστορίας, τα Μουσεία Καλών Τεχνών, τα Ιστορικά, τα Υπαίθρια, τα Οικολογικά και τα Οικομουσεία, τα Μουσεία-κήποι και φυσικά πάρκα, τα Μουσεία Οπτικοακουστικών Μέσων, τα ιδιωτικά και κρατικά, τα μεγάλα και τα περιφερειακά, στην Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο, γιορτάζουν.
Το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM), που ιδρύθηκε το Νοέμβριο του 1946 ως μη κυβερνητικός οργανισμός από λίγους αρχικά επαγγελματίες των μουσείων - αρχαιολόγους, ιστορικούς της τέχνης, μουσειολόγους, συντηρητές κ.ά.- που αγωνιούσαν για την τύχη της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς, μετά τις καταστροφές που είχε υποστεί στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, καθιέρωσε από το έτος 1977, τη 18η Μαΐου, ως Διεθνή Ημέρα Μουσείων.

Την ημέρα αυτή, παράλληλα με το γενικότερο μήνυμα του εορτασμού, διερευνάται σ' όλες τις χώρες-μέλη του ICOM, με ομιλίες και άλλες εκδηλώσεις, ένα ειδικό θέμα που συνδέεται με τα μουσεία και τον πολιτισμό.
Για φέτος επέλεξε το θέμα «Μουσεία για την Κοινωνική Αρμονία».
Με την επιλογή του θέματος αυτού, το ΙCOM επιθυμεί να καταδείξει τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζουν τα Μουσεία στη διαφύλαξη της πολιτιστικής πολυμορφίας και της βιο-ποικιλότητας ως κοινής παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Όπως διαβάζουμε σε σχετική ανακοίνωση: Το μέλλον της ανθρωπότητας είναι συνυφασμένο με την περιβαλλοντική, οικονομική και κοινωνική αειφορία. Τα Μουσεία μπορούν να συμβάλουν στην αρμονική συνύπαρξη, προωθώντας τον αμοιβαίο σεβασμό, τη συνεργασία μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, λαών και πολιτισμών.
Για παράδειγμα, μέσα στο σύγχρονο Μουσείο το επιστημονικό-τεχνολογικό επίτευγμα ή αντικείμενο, αλλά και το έργο τέχνης γίνεται προσπάθεια να γίνουν κατανοητά με τη λογική και αντιληπτά με το συναίσθημα, μέσα από τη σωστή έκθεσή τους και την επαρκή παροχή πληροφοριών.
Η άποψη που έχουμε για ένα αντικείμενο, αλλά και το ίδιο το αντικείμενο είναι προϊόντα ιστορικής διαδικασίας. Οι πληροφορίες που παρέχονται αποβλέπουν στην ένταξη του αντικειμένου στο ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό πλαίσιό του, έτσι ώστε να προβάλλεται στο σύνολό του ένας πολιτισμός. Παίρνοντας ο επισκέπτης πληροφορία για τον αισθητικό, τον ψυχολογικό και τον κοινωνιολογικό ρόλο κάθε αντικειμένου, αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχουν πολιτισμοί καλύτεροι ή χειρότεροι, ωραίοι ή άσχημοι, αλλά υπάρχουν πολιτισμοί διαφορετικοί.
Γιατί ο ρόλος του Σύγχρονου Μουσείου δεν είναι να αξιολογεί, αλλά να εξηγεί.
Τα Mουσεία σήμερα έχουν πάψει ν’ αποτελούν θησαυροφυλάκια του υλικού τους, και έχουν αναδειχτεί σε ζωντανά ιδρύματα εκπαίδευσης και καλλιέργειας του κοινού.
Σήμερα είναι πλέον ξεπερασμένη η άποψη ότι «τα αριστουργήματα μιλάνε μόνα τους» κι επικρατεί η θέση να έχουν τα μουσεία εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι είναι με τέτοιο τρόπο οργανωμένα, ώστε ο επισκέπτης αφού πρώτα αποκτήσει τη γνωριμία της θεματικής περιοχής, που αποτελεί το αντικείμενό τους, θα του γεννηθεί η επιθυμία να θελήσει να ξαναέρθει ή να διευρύνει και με άλλους τρόπους αυτήν τη γνωριμία.
Στην προσπάθεια αυτή έρχεται να προσφέρει τις ευεργετικές υπηρεσίες της η σύγχρονη Τεχνολογία: τόσο σε θέματα διάρθρωσης των λειτουργιών των μουσείων, όσο και σε θέματα που αφορούν την καταγραφή του υλικού τους, τη συντήρηση, τη διάσωση και την τεκμηρίωσή του, αλλά κυρίως την οργάνωση της πληρέστερης παρουσίασής του για χάρη των επισκεπτών.
Όπως προκύπτει άλλωστε από το άρθρο 3 του Καταστατικού του Διεθνούς Συμβουλίου: «Μουσείο είναι ένα ίδρυμα μόνιμο, μη κερδοσκοπικό, στην υπηρεσία της κοινωνίας και της εξέλιξής της. Είναι ανοικτό στο κοινό, για να δει και να καταλάβει την ιστορία του, με τη βοήθεια των αντικειμένων (υλικός πολιτισμός) που δημιούργησαν οι κοντινοί και μακρινοί πρόγονοί του. Κάνει έρευνες σχετικές με τα υλικά τεκμήρια του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του, τα συλλέγει, τα διαφυλάττει, τα συντηρεί, τα κοινοποιεί και ιδίως τα εκθέτει για μελέτη, παιδεία και ψυχαγωγία».
Έτσι τα μουσεία μπορούν να γίνουν φορείς πολιτισμικών ανταλλαγών «με σκοπό την ανάπτυξη της μόρφωσης, την αμοιβαία κατανόηση και τη συνεργασία μεταξύ των λαών».
Για να εκπληρώσει και να έχει λόγο ύπαρξης ένα Σύγχρονο Μουσείο, θα πρέπει η σχέση που χτίζει με τον επισκέπτη να μην είναι απρόσωπη, αλλά να στηρίζεται στη διαπροσωπική επικοινωνία και στον αλληλοσεβασμό. Τα αντικείμενα που κρύα και απρόσωπα χωρίς πληροφορίες είναι κλεισμένα μέσα σε βιτρίνες, απωθούν. Και ο χωρίς σεβασμό και δεκτικότητα επισκέπτης, που περνά το κατώφλι του μουσείου, δεν μυείται στο περιεχόμενό του.

Στη Ζάκυνθο, το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει να έρθει στην πρωτοπορία των μουσείων της χώρας μας με τις διάφορες δράσεις που αναπτύσσει προς αυτή την κατεύθυνση, συνεργαζόμενο με τα αντίστοιχα τμήματα του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, όπως με τη Διεύθυνση Νεώτερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και τη Διεύθυνση Μουσείων, Εκθέσεων και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων. Παράλληλα το σύστημα της ηλεκτρονικής ξενάγησης των επισκεπτών, που εφαρμόζει, ελκύει τους επισκέπτες και κάνει το περιεχόμενό του πιο προσιτό, ειδικά για τη νέα γενιά.
Είναι πολύ σημαντικό σε μια εποχή που ο πολιτισμός τείνει να γίνει παγκόσμιος, οι εθνικές ή τοπικές διαφορές αμβλύνονται και οι παραδόσεις σιγά σιγά χάνονται, τα μουσεία ν’ αποτελέσουν τις απαραίτητες δεξαμενές πολιτιστικής μνήμης, απ’ όπου μπορεί να αντληθεί η αναγκαία για την εξέλιξη της ζωής και των κοινωνιών ποικιλομορφία.
Ο σημερινός εορτασμός λοιπόν αποτελεί τόσο μια υπενθύμιση στους υπευθύνους των Μουσείων, του ρόλου τους, όσο και ένα κάλεσμα σε κάθε πολίτη της τοπικής κοινωνίας να επισκεφτεί, τα μουσεία της περιοχής του.
Για φέτος τιμώμενα Ιδρύματα είναι το Βυζαντινό Μουσείο Βέροιας, το Βυζαντινό Μουσείο Αντιβουνιώτισσας Κέρκυρας, το Βυζαντινό Μουσείο Φθιώτιδας, το Μουσείο Μπενάκη - Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης και το Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος.
Η κεντρική εκδήλωση του εορτασμού θα γίνει στην Αθήνα, στο Μουσείο Μπενάκη, ενώ ποικίλες εκδηλώσεις έχουν προγραμματιστεί για το διάστημα από 11 έως 26 Μαΐου σε όλη τη χώρα.
Την Τρίτη, 18 Μαΐου, το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων περιμένει όσους θέλουν να το επισκεφτούν και να πλοηγηθούν με το ηλεκτρονικό σύστημα περιήγησης των επισκεπτών.

Τρίτη 11 Μαΐου 2010

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, ΤΑ ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΑ ΠΟΤΗΡΙΑ (διήγημα)


στην μνήμη του πατέρα μου

Μπήκε το χάραμα. Πρώτος πάνω σε ένα άσπρο άλογο.

Πίσω του σε παράταξη ολόκληρο τάγμα.

Οι Γερμανοί είχαν φύγει την νύχτα και σίγουρα θα είχαν παγιδέψει το χώρο. Έπρεπε να βιαστούν. Μεθοδικά, αλλά σύντομα, κατάφεραν να σώσουν τα κτήρια. Οι αποθήκες στο Χασάνι έμειναν ανέπαφες.

Ακούστηκαν γέλια και οι φωνές ύψωσαν την ένταση.

Ο καπετάν Φώτης δεν περπατούσε. Πετούσε. Όλο το πρόσωπο όπως στη μέθη.

- Ξέρεις τι σημαίνει να ζεις το όνειρο;

Ο κομματικός επιτετραμμένος τον ενστερνίστηκε. Τα παλικάρια έπρεπε να ξεκουραστούν. Άνοιξαν όλα τα κτήρια εκτός από το τελευταίο. Γι’ αυτό έπρεπε να υπάρχει διαταγή από το κόμμα. Βρήκαν τρόφιμα, ρούχα, σκεπάσματα, παπούτσια, πράματα γενικά που τους έλειπαν χρόνια. Μια νέα εποχή. Χωρίς κατακτητές και κατακτημένους.

- Για φαντάσου, είπε ο Γιάννος, θα ζήσουμε.

- Ναι, του απάντησε ο καπετάνιος. Θα γίνω Δάσκαλος, συνέχισε και ένα φως τον έλουσε ολόκληρο.

- Εγώ θα κάνω πολλά παιδιά, καπετάνιε. Να τα βλέπω να τρώνε και να χαίρουμαι.

- Θα έχετε δωρεάν σπίτι και φυσικά δουλειά. Η υγεία και η παιδεία θα είναι για όλους και …

- Σε θέλω, του είπε ο καπετάνιος. Να πάμε μαζί, να ανοίξουμε την αποθήκη. Μου ήρθε διαταγή από το κόμμα. Εσύ και εγώ όμως.

Ξεκίνησαν σκυφτοί. Η σχέση τους δεν ήταν η καλύτερη. Στρατιωτικός ο ένας, αμπάρουτος ιδεολόγος ο άλλος. Συμφωνούσαν βέβαια σε πολλά, αλλά σε άλλα ήταν σε απόσταση.

- Κάτι σαν τον Κολοκοτρώνη και τον Όθωνα, έλεγε ο καπετάνιος πειράζοντάς τον.

- Θα έχεις εμένα δικαστή, συμπλήρωνε ο κατά σύμπτωση, φοιτητής της Νομικής, Πολυζωΐδης.

Φτάσανε στην πόρτα του τελευταίου κτηρίου. Ερημιά. Μα μόνο στον επιτετραμμένο, η ερημία είχε αποτέλεσμα. Ο καπετάνιος άνοιξε το λουκέτο, τράβηξε την σιδερένια πόρτα και άρχισε να γελάει.

Θησαυροί. Όλα χρυσά, αργυρά και επίχρυσα. Μαχαίρια, κουτάλια, κηροπήγια, κορνίζες, φωτιστικά… Νοικοκυριά, άπειρα, όλο πολυτέλεια.

- Το κόμμα θα επιμεληθεί για τα ευρήματα, είπε η καθοδήγηση και βιάστηκε να πάρει πρωτοβουλία για την σφράγιση του κτηρίου.

- Τα κλειδιά τα βαστώ εγώ, του είπε βλοσυρά ο καπετάνιος.

Δεν τον έπαιρνε, τα έδωσε και τράβηξε για το απογευματινό προσκλητήριο.

Στη γύρω περιοχή ο κόσμος είχε μάθει τα νέα. Πολλοί ήρθαν για τα επινίκια. Αγκαλιές και φιλιά με τους πολίτες. Είχαν επιτέλους νικήσει. Η ελευθερία φώναζε στη νύχτα τραγούδια της αντίστασης. Εκείνο το βράδυ όλοι ξέδωσαν και στο όνειρό τους, θα είδαν τον κόσμο από ψηλά. Στο κάτω – κάτω αεροδρόμιο είχαν απελευθερώσει.

- Το πρωί να έρθουν όλοι οι πολίτες στο προσκλητήριο, είπε ο καπετάνιος στον Λευτέρη, τον Εαμίτη.

Πράγματι το άλλο πρωί, με την αυγούλα, άνθρωποι έβγαιναν από παντού. Πίσω από τους θάμνους, πίσω από τα βούρλα, πίσω από άλλους… Κόσμος, ρακένδυτος και πεινασμένος. Με τα μάτια καχύποπτα και κείνο το φόβο… Συνήθειες των τελευταίων ετών. Σιγά – σιγά μια αγκαλιά οι πολίτες γύρω από την παράταξη των στρατιωτών. Στο κέντρο μπροστά, πάνω σε μια πρόχειρη εξέδρα, ο καπετάνιος και δίπλα η καθοδήγηση.

Όλα είχαν περηφάνια και αρχοντιά. Ο τόπος σε ανάταση. Στο τέλος ο εθνικός ύμνος και έπειτα ο λόγος του καθοδηγητή. Βουβαμάρα. Οι περισσότεροι πολίτες άκουγαν για πρώτη φορά περιγραφή του παραδείσου. Δεν πίστευαν στα αυτιά τους. Σχόλια άρχισαν και ερωτήσεις πολλές. Όλοι καλύφθηκαν. «Λαϊκή δημοκρατία», ήταν η διαπίστωση.

Ο καπετάνιος σηκώθηκε, έστριψε το μουστάκι του και έπιασε να στηρίζει το χέρι του στο πιστόλι. Έδωσε παράγγελμα να λύσουν τους ζυγούς και πρόσθεσε:

- Όλοι οι πολίτες να έρθουν συντεταγμένοι στο τέλος του διαδρόμου προσγείωσης. Πάμε για απογείωση, ψιθύρισε του Γιάννου.

Όντως σε λίγο βρέθηκαν όλοι μπροστά από την κλειστή πόρτα. Περιέργως άνοιξε δύσκολα.

- Μούχλα, η υγρασία διαβρώνει τα πάντα, είπε ο καπετάνιος στους δίπλα του.

Ο επιτετραμμένος έδειχνε ενοχλημένος. Δεν τολμούσε να σκεφτεί τη συνέχεια. Μα να σου που ήρθε. Οι πολίτες τριάδες και κάποιοι φαντάροι παρέδιδαν τους θησαυρούς. Όλοι θα έπαιρναν όλα μέχρι εξαντλήσεως του τελευταίου. Στρατιωτική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα.

- Τι κάνεις εκεί καπετάνιε; στρίγκλισε ο ινστρούχτορας. Δίνεις τα χρυσά στους ξυπόλητους;

- Ναι, αυτά δεν έλεγες; Από σήμερα ρε, οι φτωχοί και οι φουκαράδες θα πίνουν σε κρυστάλλινα ποτήρια.

Σαν τον Άι Γιώργη έλεγαν πως ήτανε. Κανείς δεν τον ξανάδε. Από την άλλη μέρα αναλήφθηκε για το κόμμα.

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Όταν το χάσμα του σεισμού μικραίνει

Γράφει Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Ξεκινώντας την παρουσίαση της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου του Ιωάννη Μ. Δεμέτη «Άγιος Λάζαρος, η γειτονιά μου», η οποία έγινε με προσοχή και φροντίδα από τις μοναδικές -γι’ αυτό και πολύτιμες- εκδόσεις του νησιού μας «Τρίμορφο», του Άκη Λαδικού, θα ξεκινήσω από το εξώφυλλο. Και αυτό όχι μόνο επειδή το κάνει να διαφέρει και να ξεχωρίζει από την πρώτη του τυπογραφική εμφάνιση, αλλά επειδή και εδώ επαληθεύεται η γνώμη πως μια φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις.

Εφέστια απεικόνιση σ’ αυτό η εκκλησία του Τετραήμερου φίλου του Χριστού, στην προσεισμική μορφή της, με την καθαρά τοπική μας αρχιτεκτονική, την μεγαλόπρεπη είσοδό της και τα κλασσικά για τις τζαντιώτικες ιερές στέγες παράθυρά της. Δίπλα της το μονό της καμπαναριό μ’ ένα - δύο χαρακτηριστικά σπιτάκια συντροφιά του και μπρος της ένα κάρο, όπου οι μεταφερόμενοι μ’ αυτό κοιτάζουν κατάματα το φακό και μάς, τους αναγνώστες των σελίδων του βιβλίου, όπως και αυτοί οι γείτονες και φίλοι, που στέκονται μπρος στα σκαλοπάτια του ναού και φαίνεται να διηγούνται μάντζιες και ιστορίες άλλων εποχών, οι οποίες, όμως, όπως και αυτές που μας διασώζει η φιλαλληλία και εργατικότητα του συγγραφέα και υπάρχουν στις περιεχόμενες διηγήσεις του, είναι κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας μας και κρίκος της αλυσίδας του πολιτισμού μας και γι’ αυτό το λόγο και μόνο η καταγραφή τους, αλλά και η μεταφορά τους σε μας τους νεώτερους και ουσιαστικά σεισμόπληκτους, παρότι γεννηθήκαμε μετά την θεομηνία, είναι κάτι περισσότερο από προσφορά.

Η εκκλησία της κάθε γειτονιάς, ιδιαίτερα η κεντρική, μια και όπως γνωρίζουμε και επαληθεύεται από τα γραφόμενα του βιβλίου, πολλές άλλες, σημαντικές και περίφημες υπήρχαν στην περιοχή, είναι το επίκεντρο και ο καθρέφτης της συνοικίας. Αυτή του Αγίου Λαζάρου της φωτογραφίας, που καμιά σχέση δεν έχει με την ανεύθυνα και απερίσκεπτα φτιαγμένη, σε καιρούς χαλεπούς, σημερινή, δείχνει την καλλιέργεια και τον πολιτισμό των ανθρώπων, οι οποίοι την οικοδόμησαν και την συντήρησαν, αλλά και την φινέτσα μιας εποχής, όπου αυτό που λέμε ζακυνθινό στοιχείο δεν είχε ακόμα ισοπεδωθεί, όπως, δυστυχώς, στις μέρες μας συμβαίνει.

Οι σελίδες που περιέχονται επαληθεύουν την υπόσχεση του εξωφύλλου. Μια κοινωνία ομόκεντρη μ’ αυτήν που κατοικούσε στην υπόλοιπη πόλη και τα νησί γενικότερα καταγράφεται στις διηγήσεις του Ιωάννη Μ. Δεμέτη και μια αντίσταση στην φθορά της επιβολής υπάρχει παντού έντονη και αποθανατίζεται με γνώση και αγάπη.

Ήταν η εποχή που η περιοχή έπρεπε να παράγει όλα αυτά που σήμερα αγοράζονται από επιπόλαιες μεταφορές και εισαγωγικές απερισκεψίες. Επαγγέλματα που δεν υπάρχουν πια και τις ονομασίες τους μας τις ρωτάνε πια τα παιδιά μας, δυστυχώς, σαν άγνωστες λέξεις, γεύσεις χαμένες, συνοδευόμενες από μυρωδιές ξένες πια στην όσφρησή μας, αντέτια που τα απέρριψε η απρόβλεπτη οικονομική μας άνοδος, καθημερινότητες, οι οποίες είναι πολυτέλεια στην για το περιττό κατανάλωση των καιρών μας και πολλά άλλα, σημαντικά μα λησμονημένα, καταγράφονται στις σελίδες του βιβλίου, βίωμα και ανάγκη του συγγραφέα του και περνούν στις επόμενες γενιές, όχι απλά σαν διήγηση, αλλά και σαν κληροδοτημένη παρακαταθήκη.

Είναι μια εποχή, που όπως κάθε τόπος, έτσι και ο τόπος μας, είχε ακόμα ταυτότητα. Κρατούσε ως και τότε, παρά τις αντίξοες συνθήκες και τις αναλφάβητες εξουσίες, κάτι από την μακραίωνη ιστορία του, από την επαφή του με την Δύση και την λεπτότητα που επιβάλει η γνήσια και αληθινή παιδεία, αυτή που δεν αποκτήθηκε σε θρανία και αίθουσες διδασκαλίας, αλλά την έχει επιβάλει η αγάπη στον συνάνθρωπο, η εκτίμηση στον τόπο που ζούμε και ο σεβασμός στον εαυτό μας.

Μια λαογραφική προσφορά είναι το βιβλίο αυτό του Ιωάννη Δεμέτη, με αναφορές που δεν τις βρήκε ο ίδιος σε σκονισμένες σελίδες και ανήλιαγα αρχεία, αλλά είναι μέρος της ζωής του και παιδικό του βίωμα. Μας μεταφέρει ό,τι έζησε και αγάπησε και γι’ αυτό η καταγραφή του είναι ντοκουμέντο και μαρτυρία. Τοπωνυμία, μαγαζιά, παιγνίδια, επαγγέλματα, σουσούμια, μικροπωλητές, αντέτια και πολλά άλλα χώρεσαν στις σελίδες αυτής της σημαντικής έκδοσης και παρατείνουν μ’ αυτόν τον τρόπο, έστω και αναγνωστικά, την ζωή και την σημασία τους.

Πανηγύρια ζωντανεύουν και είτε επιστρέφουν στην μνήμη όσων τα έζησαν, είτε δίνουν το έναυσμα για την οργάνωση κάποιων νεώτερων. Πρωταρχικό και πρωτεύον αυτό της κεντρικής εκκλησίας, που έδωσε και το όνομά της στην γειτονιά, αυτό που ακόμα και σήμερα, σε μικρογραφία βέβαια και - αλίμονο- παρακμή, γίνεται κάθε χρόνο το απόγευμα της Λαμπρής. Χαρακτηριστικό του οι περίφημες «φωτίες», που τέλειωναν, μαζί με την γιορτή, σαν καίγονταν το «κάστρο» και έδειχναν και την ιστορία της εποχής τους, μια και - όπως ο Ιωάννης Μ. Δεμέτης μας διηγείται και διασώζει - άλλοτε απέδιδαν την επιπόλαιη θρησκευτικότητά τους στο κάψιμο του Ιούδα, άλλοτε εκδικούνταν τον Μουσολίνι, δίνοντάς του την θέση του δόλιου και προδότη μαθητή και τα εξευτελιστικά πρωτεία και άλλοτε έδειχναν την συμπαράστασή τους στους Κύπριους αδελφούς τους, με την δημόσια διαπόμπευση του Χάρντιγκ. Μετά και τα άλλα της γειτονιάς, όπως της Αγίας Μαρίνας, με την πλούσια λαογραφία του και του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου, με την έφιππη Γκιόστρα του και τους υπόλοιπους αγώνες του.

«Τελικά», γράφει κλείνοντας τον πρόλογό του στην έκδοση ο συγγραφέας και ερευνητής Νίκιας Λούντζης, «έχεις την ψευδαίσθηση πως έζησες κι εσύ στον Άγιο Λάζαρο πριν από το 1953, για όσο διάστημα, τέλος πάντων, κρατάει η ανάγνωση ενός ωραίου βιβλίου. Γιατί το βιβλίο του Γιάννη Δεμέτη», συνεχίζει, «δεν είναι μόνον πολύτιμο, είναι και ωραίο. Πολύτιμο: για τις διεξοδικές λαογραφικές πληροφορίες του, γύρω από μια κοινωνία αναγκασμένη να παράγει σχεδόν όλα όσα, στις μέρες μας, κυκλοφορούν έτοιμα, τυποποιημένα και αδιάφορα. Ωραίο: για τη σταδιακή ένταξη του αναγνώστη, έτσι που, στη στερνή σελίδα, να θαρρεί πως αφήνει πίσω του τα στερνά σπίτια του Αϊ - Λαζάρου για να δρασκελίσει στην άχαρη, σημερινή πραγματικότητα».

Αυτή, πραγματικά, είναι μια από τις πολλές αξίες του βιβλίου. Δεν είναι μόνο που ο συγγραφέας καταγράφει - και αυτό είναι άθλος - όλα τα σπίτια και τα κτίρια, δεξιά και αριστερά του δρόμου της περιοχής, είναι και που μπορεί να σκιαγραφήσει τους κατοίκους τους και να μας αποδώσει τις ταυτότητές τους, να μας έχει πείσει, αφήνοντας την ανάγνωση των σελίδων του, πως έχουμε μιλήσει μαζί τους, στο διάλειμμα της εργασίας τους ή στον μπάγκο μιας γειτονικής ταβέρνας.

Πράγματι τελειώνοντας το διάβασμα και κλείνοντας το βιβλίο πιστεύεις πως περπάτησες στο νοτιοδυτικό αυτό άκρο της Χώρας, την μια και κεντρικότερη είσοδό της, πως διάβηκες τα στενά καντούνια μαζί με τους γειτόνους της, πως άναψες το κερί σου στο μανουάλι μπρος από την καθέδρα της Αγίας Μαρίνας, που ολοχρονίς φυλάσσεται στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου του Κάτου και την ημέρα της μνήμης της και μόνο μεταφέρεται στην δική της, για τον ετήσιο πανηγυρισμό της, πως κόλλησες την δεκάρα σου στο τζάμι του κονίσματος του Αγίου Φανουρίου του πρόναου, για να δεις αν θα γίνει η επιθυμία σου, πως παρήγγειλες κεραμίδια ή τούβουλα στα Καμίνια και τέλος πως παρακολούθησες μια από τις συχνές μάντζιες, που γίνονταν σε κάποιο χαρακτηριστικό δρομάκι, έτσι για να δικαιώσεις την μεγαλοσύνη του μοναδικού Δημητρίου Γουζέλη. Όσο για τις φωτογραφίες του βιβλίου, έτσι ξεθωριασμένες, δείχνουν περισσότερο έντονες και πολυδιάστατες.

Μακάρι, όπως τονίζει και ο Διονύσης Βίτσος, στην εισαγωγή του, η κάθε γειτονιά να είχε τον δικό της Δεμέτη. Τότε το χάσμα του σεισμού ίσως ήταν μικρότερο. Γιατί, όπως ήδη σημειώσαμε, εμείς είμαστε οι πραγματικά σεισμόπληκτοι.

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Κρίση Λόγου

Επίκαιρο άρθρο του Roni Bou Saba


Ζώντας ο αλλοδαπός για τέσσερα περίπου χρόνια στην Ελλάδα, θεωρώ ότι με αγγίζουν τρόπον τινα αυτά, που βιώνει η χώρα - και όλος ο κόσμος άλλωστε. Ωστόσο, δεν προφασίζομαι ότι βλέπω τα πράγματα με ελληνική ματιά, αλλά ως έξωθεν παρατηρητής, ο οποίος εμπνέεται από τον ελληνικό πολιτισμό.

Η Ελλάδα παραμένει γνήσια ανατολίτικη χώρα στα όρια της Ευρώπης και της υποτιθέμενης «ένωσής» της. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα παραμένει μια χώρα, όπου η ανώτερη θεμελιακή κοινωνική αξία είναι ο Άνθρωπος και όχι ο νόμος ή η πολιτεία. Αυτό είναι ένα στοιχείο, που χαρακτηρίζει τον ελληνικό πολιτισμό άλλωστε, από αρχαιοτάτων χρόνων, πριν ακόμα το συνειδητοποιήσει η Δύση με την νεωτερικότητα. Ταυτόχρονα όμως η θεμελίωση της κοινωνίας πάνω στην αξία του Ανθρώπου συνεπάγεται ότι ο νόμος έρχεται δεύτερος, και ότι η εγγύηση για την συγκρότηση τέτοιας κοινωνίας είναι ο Λόγος ως λογική και διάλογος / επικοινωνία. Γι’ αυτό, εκεί που τοποθετείται ο νόμος ως εγγυητής της συγκρότησης μιας κοινωνίας και όχι ο Λόγος ανακαλύπτονται πάντοτε προβληματικά κενά κυρίως σε επίπεδο ηθικής.

Τι συμβαίνει όμως, όταν ηγείται τέτοιας κοινωνίας ένας πολιτικός; Η ολοφάνερη απάντηση είναι Κρίση, και μάλιστα σε όλα τα αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα. Μια κρίση, που φτάνει στα όρια της θανατηφόρας σύγκρουσης δυο τυφλών βιαιοτήτων: της βιαιότητας του χρήματος και της βιαιότητας της εξέγερσης. Τα τέσσερα θύματα που έπεσαν χτες βρέθηκαν -δυστυχώς- σε έναν από τους χώρους, όπου συγκρούονται πάντα οι δυο αυτές βιαιότητες…

Η Ελλάδα καλείται για άλλη μια φορά να πρωτοστατεί στην αντιμετώπιση της Κρίσης. Πρώτα όμως πρέπει να προσδιοριστεί αυτή η κρίση. Για τους περισσότερους είναι κρίση οικονομική, για μένα είναι κρίση Λόγου. Γιατί το θέμα δεν είναι αν έχει ή δεν έχει χρήματα ο άνθρωπος, η κοινωνία, η πολιτεία. Είναι πώς ζει, είτε έχει λίγα χρήματα, πολλά ή καθόλου. Οι Έλληνες, που ήταν χτες στους δρόμους, βλέπουν την κρίση ως οικονομική, αλλά και ως κρίση εθνικής ταυτότητας, και εθνικής ελευθερίας. Γι’ αυτό τον λόγο οι διαδηλωτές εκτόξευσαν τα συνθήματά τους κατά της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ., που είναι δυο εκφάνσεις ενός πρώτου κακού και όχι οι αιτίες του κακού...

Οι Έλληνες για άλλη μια φορά κληρώθηκαν να πρωτοστατούν στο σπάσιμο του φαύλου κύκλου της Κρίσης. Πιστεύω ότι είναι οι καταλληλότεροι για κάτι τέτοιο, δεδομένου του πολιτισμού τους, που σέβεται την θεμελιακή κοινωνική αξία του ανθρώπου. Μια αντίσταση των Ελλήνων στον επιβαλλόμενο σύγχρονο τρόπο ζωής θα παρασύρει και άλλους λαούς, αν συνεχιστεί και κλιμακωθεί μακριά και ανεξάρτητα από τα πολιτικά σχέδια όλων των κομμάτων. Μια αντίσταση, δηλαδή, κατά της κρίσης Λόγου, που αποπροσανατολίζει τον κόσμο από τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων του καθώς και από τους πραγματικούς υπεύθυνους για τα προβλήματα.

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Πρωθυπουργικός επιχείλιος έρπης

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Μακιγιαρισμένος και ατάραχος με το «κόσμημα» του ηττημένου στο χείλος, ψευδόμενος και παρασυρμένος από τη μανία της φιλοδοξίας για την παραμονή στο κληρονομικό πρωθυπουργικό αξίωμα εμφανίστηκε για άλλη μια φορά σαν τον εφιάλτη που φοβίζει τις πρωινές ώρες και σε αφυδατώνει από την αγωνία και τον τρόμο. Ανίκανος να εκφραστεί ελεύθερα μας ανάγνωσε τα ετοιματζίδικα των επιστρατευμένων επικοινωνιολόγων-γραφιάδων του…. Τι κρύβεται άραγε πίσω από τον επιχείλιο έρπητα, πόσο μεταδοτικός κι επικίνδυνος είναι; Οι σωματικές ασθένειες έχουν συνήθως ψυχολογικό υπόβαθρο και μολύνουν τους δρόμους των κοινωνικών δικτύων…

Οδυνηρή συστάδα μικροσκοπικών φυσαλίδων, συνήθως κοντά στα χείλη, που προκαλείται από ιογενή μόλυνση είναι ο επιχείλιος έρπης, κατά τους ειδικούς [*]. Ο κρύος αέρας, το κάψιμο από τον ήλιο και το στρες αποτελούν παράγοντες επικινδυνότητας. Οι φυσαλίδες προκαλούνται από τον ιό του απλού έρπητα HSV1 και οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μολυνθεί μέχρι να φτάσουν στην ενηλικίωση. Η αρχική μόλυνση συχνά περνά απαρατήρητη, αλλά ο ιός παραμένει σε νάρκη στα νευρικά κύτταρα και επανεμφανίζεται κάτω από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν. Στην αρχή νιώθουμε τσιμπήματα στην προσβεβλημένη περιοχή. Μια ή δυο συστάδες από μικροσκοπικές φυσαλίδες εμφανίζονται και το δέρμα γύρω από αυτές ερεθίζεται. Στη συνέχεια οι φυσαλίδες σπάνε, αποκτούν κρούστα και μέσα σε 10-14 μέρες υποχωρούν. Τόσο, αλλά σε χρόνια, χρειάζεται και το ΔΝΤ για να ολοκληρώσει την υποδούλωσή μας.

Για την πρόληψη μεμονωμένων περιστατικών χρησιμοποιείται έτοιμη αντιϊκή κρέμα και πρέπει να απλωθεί αμέσως μόλις εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα, διαφορετικά θα χρειαστεί να ληφθούν φάρμακα ισχυρά από το στόμα. Και πάλι όμως τα συμπτώματα μπορεί να επανεμφανιστούν όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Για να ελαχιστοποιηθεί η επικινδυνότητα της εξάπλωσης του ιού θα πρέπει να αποφεύγουμε ν΄ αγγίζουμε τις φυσαλίδες και να ανταλλάζουμε φιλιά. Μερικές φορές ο ιός μπορεί να μεταδοθεί με το στοματικό σεξ. [*]

Λυπήθηκα όταν διάβασα τις οδηγίες θεραπείας και πρόληψης. Δεν μπορώ να φιλήσω τον πρωθυπουργό μας, να τον συγχαρώ για την «ευστροφία» του (λέξη που με κόπο και προσπάθεια κατάφερε να την προφέρει) καθώς και για όλες εκείνες τις ανθρωπιστικές αξίες που του ανέσυραν από το προσφιλές στον παπανδρεϊσμό χρονοντούλαπο της ελληνικής ιστορίας. Να ‘τανε άραγε ο επιχείλιος έρπης το αποτέλεσμα της ανακάλυψης «καινούργιων» εννοιών που τις αγνοούσε ο αμερικανοτραφείς και οι τύψεις που τον ακολουθούν ή η αγωνία του για τη θέση του στο χρονοντούλαπο; Πώς μας συνήθισε στο ψέμα τριάντα χρόνια και έγινε το πρότυπο (ο ίδιος και οι όμοιοί του πολιτικοί) μιας πρόσκαιρης, δανεικής και επίπλαστης υλικής ευζωίας στο σκληρό σκάκι του καπιταλισμού; Πώς γκρεμίστηκαν τα όνειρα και η αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου λαού που διαβεβαιωνόταν για την οικονομική ανάπτυξη και ασφάλεια στην ευρωπαϊκή αγκαλιά; Όταν οι εκλεγμένοι αρχηγοί δείχνουν το εύκολο δρόμο γιατί ο λαός να ιδρώσει στον ανηφορικό;

Κανένας πολιτικός δεν ένιωσε τα τσιμπήματα της νόσου που προειδοποιούσαν για την εξάπλωση ώστε να φροντίσει για τις ανάλογες κρέμες; Πώς ν΄ αντέξει το στομάχι όλα αυτά τα αντιϊκά αντιβιοτικά της συνταγής του ΔΝΤ; Θα φθάσουν άραγε τα 10-14 χρόνια για να σπάσουν οι φυσαλίδες και να κάνουν την κρούστα της ίασης ή θα μολυνθεί το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας;

Πόσοι από εμάς έχουμε τη δύναμη να παλέψουμε για ν΄ αλλάξουμε τη συνταγή; Τα προβλήματα έχουν περισσότερες από μία λύσεις όπως και στην ιατρική. Η ομοιοπαθητική, για παράδειγμα, έχει εφεύρει άλλους τρόπους ίασης, αλλά και άλλη στάση ζωής. Είναι πιο φιλική προς το περιβάλλον, χρησιμοποιεί φάρμακα από την παγκόσμια χλωρίδα που δεν έχουν παρενέργειες, τονώνει τα ανθρώπινα συναισθήματα δίνει φτερά στην ανθρώπινη θέληση για δημιουργία μέσα από την πρόληψη, την αλληλεγγύη και την ομαδικότητα.

Οι δική μας στάση ζωής πώς θα πειστούμε ότι πρέπει να αλλάξει; Βρισκόμαστε σε μια πρωτόγνωρη δίνη. Για να μην παρασυρθούμε πρέπει ν΄ αγκαλιαστούμε στους αγώνες, στην εργασία, στις εκκλησίες, στις γειτονιές, στα σχολεία, στις δυστυχίες, στις απλές απολαύσεις… αλλά και μετά από αυτά να μην κλειστούμε στον εαυτό μας. Είναι η άμυνα στο στρες που επανεμφανίζει και μεταδίδει τον έρπητα. Ο κίνδυνος της απομόνωσης και του ατομικισμού έχει καλλιεργηθεί επισταμένα και στις μέρες μας μπορεί να δηλητηριάσει ακόμα περισσότερο τις σχέσεις μας και να εξαλείψει οποιαδήποτε ελπίδα. Ήδη έχουν αρχίσει ν΄ απλώνονται τα άδεια χέρια των ανέργων. Μέχρι που οι όποιοι αγώνες για δικαιοσύνη και δημοκρατία να καρποφορήσουν ο καθένας από εμάς πόσο είναι διατεθειμένος να προσφέρει από το υστέρημά του και από τα αισθήματά του;

Ο εθελοντισμός καρποφόρησε στην ανούσια κι εμπορευματική φιέστα των ολυμπιακών αγώνων που καθήλωσε ακόμα περισσότερο την οικονομία μας. Στο μέλλον θα είναι απαραίτητος όσο ποτέ άλλοτε για να καλύψει τα κενά του ανύπαρκτου κοινωνικού κράτους. Θα χρειαστεί να ξαναπλέξουν οι γυναίκες τις μάλλινες κάλτσες για το σύγχρονο πόλεμο του ψύχους της χρεοκοπίας και οι καλλιτέχνες μαζί με τους πνευματικούς ανθρώπους να καθοδηγήσουν και να εμψυχώσουν τον απαγοητευμένο Έλληνα με την έμπνευση και το ταλέντο που ο καθένας διαθέτει.

Η Εκκλησία που σε μεγάλο βαθμό ενεργεί ως Ανώνυμη Εταιρεία δεν μπορεί να απολαμβάνει τα του ράσου της, εκμεταλλευόμενη την ασφάλεια της κρατικής επιχορήγησης και ασυλίας. Το απολαυστικό λουκουμάκι, που προσφέρει στον οδοιπόρο που επισκέπτεται το μοναστήρι μέσα από πολύωρη πεζοπορία στα δύσβατα ανηφορικά μονοπάτια είναι πρόσκαιρο βάλσαμο και γίνεται στερεή ελπίδα στο διάβα της ζωής, όταν γίνεται καθημερινό της μέλημα.

Ο επιχείλιος έρπης είναι ασθένεια του πολιτικού μας συστήματος που άλλοτε κρύβεται κι άλλοτε εμφανίζεται και πολλές φορές επεκτείνεται και στα γεννητικά όργανα που το αναπαράγουν για να μοιράζουν τους ανθρώπους στους έχοντες και κατέχοντες και να συνθλίβουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι ιατρικές οδηγίες απαγορεύουν την ψηλάφηση του μολυσμένου σημείου και συνάμα την επαφή με τη γενετική περιοχή για να σταματήσει η επέκταση της νόσου και οι γέννες από γυναίκες που πάσχουν από την ασθένεια γίνονται με καισαρική τομή για να μη μολυνθεί το νεογέννητο.

Εμείς πρέπει ν' αρνηθούμε οποιαδήποτε χειραψία με τους πολιτικούς, που μάς παρέσυραν στον γκρεμό της ευτέλειας και του σπαραγμού, μέχρι που να πεισθούμε ότι άλλαξαν ρότα και αποκατέστησαν το αίσθημα δικαίου αυτοκαθαιρόμενοι και αυτοτιμωρούμενοι για τις πράξεις τους. Η ανατροπή τους είναι προ των πυλών και η παραδειγματική τιμωρία τους εθνικό αίτημα.

Ο έρπης που εμφανίζεται με το στρες είναι σύνηθες φαινόμενο και στους μαθητές αυτού του άθλιου εκπαιδευτικού εξετασιοκεντρικού συστήματος τις παραμονές της μεγάλης δοκιμασίας των πανελληνίων εξετάσεων. Το νέο σχολείο που επαγγέλλεται η υπουργός της Δια βίου Μάθησης δεν έχει καλούς οιωνούς. Η υπαγωγή του στη νοσηρή τοπική αυτοδιοίκηση, η πληθώρα μαθητών στην τάξη και η οικονομική καχεξία του σχολείου και των δασκάλων του δεν αποτελούν εγγύηση επιτυχίας. Εν ολίγοις, τα νέα φάρμακα που κομίζει στο φτωχό-τσαλακωμένο της τσαντάκι η υπουργός, είναι αδύναμα για να καταπολεμήσουν τη νόσο. Οι δάσκαλοι πρέπει για άλλη μια φορά να αποδείξουν ότι είναι λειτουργοί, κάτι σαν ιεραπόστολοι, και θα πρέπει να μην υπακούουν στην τεχνοκρατική αντίληψη της ηγεσίας των τεχνοκρατών για να ευδοκιμήσει κάποτε στον τόπο μας ο ανθρωπισμός και αλληλεγγύη. Τώρα που ο καταναλωτισμός θα βρεθεί σε δεύτερη μοίρα ίσως είναι η πιο κατάλληλη εποχή το σχολείο να διδάξει πώς να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, τον χαμένο στη ζάλη της χλιδής και της απληστίας.

Έχουμε χρέος να μην επιτρέψουμε στον πρωθυπουργικό έρπητα να διεισδύσει στα κοινωνικά δίκτυα και να μολύνει με απαισιοδοξία και ηττοπάθεια την κοινωνία. Δεμένοι και αγκαλιασμένοι ν΄ αγωνιστούμε σκληρά στο πλαίσιο της ομάδας, ανακαλύπτοντας τους δρόμους της ελευθερίας που αποκρύπτει το θωρακισμένο «Εγώ» μας και οδηγούν στο ξάγναντο των πλατειών του «Εμείς».

[*]. Ιατρική στον 21ο αιώνα, American College of Physicians, εκδ. Δομική

Ζάκυνθος 3-5-2010

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: 6.6.66 (Μετάφραση στα αραβικά: Roni Bou Saba)



66.6.6

كلّها في عينيّ عظيمة
المغسلة
والكومودينة
ووَثَبات الدالية
ومِقرَعة الأشياء
الأب بائع جوّال_ تَرى_
والأمّ خيّاطة
الأيّام زبائن تهدّم الزمن
تُفني الأسماءَ
المكسورة المتبخّرة
تسلّمني يداً بيد إلى الأستاذ.

-حين الدرس
أضجر
كذلك
إلّي
وميميس
وآنّا-

عند الشَفَق عند العِشاء
ائتمنتُ الجارة
على مسرّاتٍ وعقود
على قميص لمّاع
على كلّ عبير زهر في المزهريّات الصغيرة
وطَلِباتي كلَّها حقّقتها.


تعرفيني الآن جيّداً
تعرفيني من كلّ وجه

الأب بائع جوّال_ تَرى_
والأمّ خيّاطة.



6.6.66

Όλα μού δείχνονται παμμέγιστα
το λαβομάνο
τα κομοδίνα
της κληματαριάς οι ορμές
το ρόπτρο των πραγμάτων

ο πατέρας πλανόδιος βλέπεις
υφάντρα η μάνα
πελάτισσες ημέρες κατεδαφίζουν τον καιρό
σαρώνουν τα σπασμένα
ξεθυμασμένα ονόματα
με παραδίνουν χέρι-χέρι του δασκάλου.

-Όταν
Έχω
Διάβασμα
Βαριέμαι
η Έλλη
ο Μίμης
η Άννα το ίδιο-

Στην πρώτη δεύτερη φυλακή της νυκτός
εμπιστεύτηκα τη Γειτόνισσα
χαρές και περιδέραια
πουκάμισο απαστράπτον
κάθε οσμής λουλουδικό στα βαζάκια
και τα χατίρια μου όλα.


Τώρα με ξέρεις καλά
κι απ’ την ανάποδη καλύτερα

ο Πατέρας πλανόδιος βλέπεις
υφάντρα η Μάνα.

[Από την ποιητική συλλογή: Παναγιώτη Καποδίστρια, Της αγάπης μέγας χορηγός, 2003, σ. 51 εξ. Βραβείο Ματράγκα της Ακαδημίας Αθηνών 2004]

Τρίτη 4 Μαΐου 2010

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, ΠΡΑΣΙΝΑ ΑΛΟΓΑ (διήγημα)

Copyright φωτογραφίας: ΠΟΡΦΥΡΗΣ

- Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;

Μου το είπε δύο τρεις φορές, μετά με έσπρωξε και παίρνοντας τη θέση μου με θρασύτητα, παρήγγειλε φρέντο καπουτσίνο στην χαμογελαστή ξανθιά με τα μαύρα φρύδια. Άφησε δέκα ευρώ. Η ξανθιά έσκυψε να πάρει το χρήμα με νάζι. Ευχαρίστησε αγγλιστί και έδειξε λίγο από το στήθος της. Όσο επέτρεπε το μπουστάκι της.

- Εσείς;

- Το ίδιο, τόλμησα να ψελλίσω.

Με σέρβιρε πρόχειρα, απαξίωσε το ελάχιστο φιλοδώρημα και γύρισε να πλύνει τα άπλυτα.

Από απόσταση κοιτούσα τον υπέρβαρο νέο.

Περιστοιχισμένος από ημίγυμνες καλλονές και υπηρέτες. Γέλια και κακό στην παραλία. Ήπιε τον καφέ, πέταξε το ποτηράκι επιδεικτικά και σαν από ταινία ο διπλανός του πρόστρεξε τείνοντάς του ένα τεράστιο αναμμένο πούρο. Πήρε μια δύο ρουφηξιές. Με την κίνηση του χεριού του έδειξε ότι φτάνει. Ο άλλος έσκυψε πήρε το πλαστικό και με το πούρο στο χέρι με πλησίασε.

Τρόμαξα. Το κατάλαβε και μου χαμογέλασε. Ανακουφίστηκα. Πέταξε στο καλαθάκι τα άχρηστα και με γέλιο μου θύμισε:

- Ξέρεις ποιος είναι αυτός;

Έγνεψα όχι.

- Είναι πλούσιος. Έχει πολλά λεφτά. Κάνει ό,τι θέλει.

- Στην Ελλάδα ζούμε, συμπλήρωσα.

- Το έχεις!

- Δεν έχω τίποτα, μισθωτός..., τού απάντησα.

- Και εγώ, μού είπε εμπιστευτικά.

- Δε λες που έχουμε δουλειά…

Με χτύπησε φιλικά στην πλάτη.

- Κουράγιο, είπε με στόμφο και ξεκαρδίστηκε μόνος του.

Εγώ το είχα πάρει στα σοβαρά. Έπρεπε να σώσουμε τον τόπο. Δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια και ο καθένας έπρεπε να αναλάβει τις ευθύνες του. Γι’ αυτό δεν μίλησα, όταν έκαναν τις περικοπές στα επιδόματα. Ούτε όταν κατάργησαν τα δώρα και ξανά τα επιδόματα. Τι να πω; Να βγω στους δρόμους και να κάνω περισσότερο κακό στην εθνική οικονομία; Τώρα μάλιστα που ήταν και η τουριστική περίοδος; Έγκλημα. Έβαλα πιπέρι στις σκέψεις μου εν τη γενέσει. Θα ζοριστούμε και θα τα καταφέρουμε. Όλοι μαζί θα γράψουμε ξανά έπος. Οι Έλληνες άλλωστε ποτέ δεν υπέκυψαν. Περηφάνια και φρέντο με κράτησαν όρθιο. Φρένο δεν είχαμε όμως και όσο κι αν ήθελα να το δω αισιόδοξα, αυτή η κατηφόρα των τελευταίων μηνών είχε αναγάγει σε μοναδική πολυτέλεια τον καφέ σε πλαστικό στην παραλία. Ευτυχώς που ζούσα επαρχία. Φυσούσα μπουρμπουλήθρες στο ποτηράκι για να πλουτίζω το περιεχόμενο και να κρατήσει περισσότερο. Τι το ’θελα όμως;

Άρχισα να σκέφτομαι την βενζίνη που έτρεχε ανελέητα. Χωρίς το αμάξι μου όμως. Δεν βαριέσαι, ποδήλατο. Είναι και οικολογικό. Κι αν δεν υπάρχει; Πράσινα άλογα. Όλα πράσινα. Κύπελο, πρωτάθλημα, ενέργεια, ανάπτυξη, το κορίτσι μου και λίγο θάλασσα. Ανατρίχιασα. Έβλεπα παντού διαφήμιση του ΕΟΤ. Θα πήξουμε στους τουρίστες και θα ξοφλήσουμε το χρέος. Ο Θεός της Ελλάδας δεν θα μας αφήσει έτσι. Άσε που μπορεί να πάρουμε και το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Τι Βραζιλία και Αργεντινή. Η χώρα μας φιγουράρει πρώτη πιο ψηλά και από την Βενεζουέλα στα επιτόκια.

Κοίταξα με συμπάθεια τον ευτραφή ανάγωγο. Ξεδίνει ο άνθρωπος. Επιχειρηματίας θα είναι. Ατέλειωτες ώρες ευθύνης και στο κάτω - κάτω αυτός παράγει. Τώρα τι; Φουρκέτες, πλαστικά καθικάκια, πιρούνια; Μάλλον όχι στον τόπο όλα είναι εισαγόμενα. Οι πλούσιοι αυτής της χώρας δεν κάνουν, έχουν. Από πού; Χαζό ερώτημα. Γενικά έχουν αφορολόγητα. Κάνουν όμως χορηγίες. Στον πολιτισμό κυρίως. Τηλεοπτικά σόου, καλλιστεία, ποδοσφαιρικές ομάδες, χάπενινγκ, καλοκαιρινά πάρτυ, πισίνες, προωθήσεις συμφερόντων, ξέπλυμα χρημάτων προς όφελος της δημόσιας υγείας, προαγωγές πάσης φύσεως, εγγυήσεις, δάνεια, offshore εταιρείες, παραγωγές φούσκας.

Μπλουφ! Έκανε η μπουρμπουλήθρα στον καφέ. Λερώθηκα στο πρόσωπο και έκανα να σκουπιστώ. Έβγαλα το μαύρο γυαλί. Ήμουν χωρίς προστασία στον ήλιο της μεσογείου. Κόντεψα να τυφλωθώ από το φως.

- Εσύ τι ακριβώς κάνεις; ρώτησα τον παρατρεχάμενο.

- Υπεύθυνος πούρου, είπε και έτρεξε με επαγγελματική συνέπεια στο αφεντικό του.

- Τον αναπτήρα μου, τού φώναξα.

- Για την πατρίδα ρε γαμώτο, μού είπε και έμεινα με το τσιγάρο σβηστό στο στόμα.

«Κέρδος», σκέφτηκα. Οι έμμεσοι φόροι το είχαν κάνει και αυτό τρελή πολυτέλεια.

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Οι πυρπολημένες πέτρες του Πετρούτσου

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ
 

Πολλοί είναι αυτοί που ρώτησαν, κατά την διάρκεια των τριήμερων γιορτών της «Γκιόστρας τ’ Άϊ - Γιωργιού», που μ’ επιτυχία φέτος διοργάνωσε για πρώτη φορά, από 23 έως 25 Απριλίου, η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, για το ποια ήταν αυτή η περίφημη εκκλησία του Πετρούτσου, στην οποία γίνονταν οι ιππικοί αγώνες του πανηγυριού του Τροπαιοφόρου Μεγαλομάρτυρα και σε ποιο ακριβώς σημείο της πόλης μας βρισκόταν, πριν τον καταστρεπτικό και ανελέητο σεισμό του ισοπεδωτικού, με όλες τις σημασίες και ερμηνείες της λέξης, εκείνου Αυγούστου του 1953.

Σκέφτηκα, λοιπόν, για την ιστορία και μόνο, σ’ αυτό το βδομαδιάτικο κείμενό μου να βρω κάποια στοιχεία από τις υπάρχουσες πηγές και κυρίως από τα βιβλία των Λεωνίδα Χ. Ζώη και Ντίνου Κονόμου, να τα συρράψω και να σας τα προσφέρω σήμερα, φίλοι αναγνώστες, για την ενημέρωσή σας, καθώς και για την υποχρέωση που έχουμε όλοι για την γνώση του παρελθόντος μας και του πολιτισμού μας, γιατί ένα αληθινό μουσείο ήταν και αυτή η προσεισμική ιερή στέγη του τόπου μας, καθώς και ένα κόσμημα της νότιας πλευράς της πόλης μας, μαζί με δεκάδες άλλες, που βρίσκονταν στην περιοχή.

Ανοίγοντας, όμως, πρώτα απ’ όλα, το πολύτιμο, μετά την θεομηνία, βιβλίο του Ντίνου Κονόμου «Ναοί και μονές στη Ζάκυνθο», το οποίο εκδόθηκε με χορηγία της τότε Ιονικής και Λαϊκής Τραπέζης Ελλάδος, το 1964, κόλλησε η προσοχή μου στην τελευταία παράγραφο του κειμένου και με τίποτα άλλο δεν μπόρεσα ν’ ασχοληθώ.

Η εκκλησία, βέβαια, και κατά τις πληροφορίες του χαλκέντερου ιστορικού του νησιού μας, ήταν στολισμένη με αξιοθαύμαστα έργα τέχνης, που ευτυχώς διασώθηκαν και σήμερα βρίσκονται στο νέο μας Μουσείο, την εκκλησία του Αγίου Λαζάρου και τον ναό της Αναλήψεως, ο οποίος της χρωστά και το ξυλόγλυπτο και χρυσωμένο της τέμπλο. Μα πού ν’ ασχοληθείς με την από αυτήν προερχόμενη πολυπρόσωπη Αποκαθήλωση του Νικολάου Κουτούζη ή τον ανάγλυφο στο ασημένιο βατσέλι Καβαλάρη, που σκοτώνει τον δράκοντα και είναι έργο του «επιστήμονα» Γεωργίου Ιωάννου Αρβανιτόπουλου, καθώς η διακριτική υπογραφή του βεβαιώνει, όταν στο τέλος της καταγραφής διαβάζεις την μεγαλύτερη καταστροφή και την πιο άδικη ισοπέδωση. «Ο ναός, αν και πληγωμένος», μας πληροφορεί κατασυγκίνητος ο Ντίνος Κονόμος, «έμεινε όρθιος με την συμφορά του 1953. Εν τούτοις, ενώ μπορούσε ν’ αναστηλωθή, έριξαν άφθονο δυναμίτη και τον γκρέμισαν!». Να γιατί, όπως και παλιότερα έχω γράψει, εκτός από την θεομηνία του Εγκέλαδου και της πυρκαγιάς, υπήρχε, τότε, όπως και πάντα στην μεθενωτική ιστορία μας, η ανθρωπομηνία της αδιαφορίας και της αδηφαγίας!

Ο Άϊ - Γιώργης του Πετρούτσου θα μπορούσε να είχε σωθεί, καθώς και πολλά άλλα χτίρια της πόλης μας και του νησιού μας, αν ο σεισμός του 1953, εκτός των άλλων, που τον κάνουν να διαφέρει απ’ όλους τους προηγούμενους, δεν είχε συμπέσει με την εποχή των πνευματικά ισχνών αγελάδων της νεοελληνικής τσιμεντοποίησης, μεταδοτικής νόσου, από την οποία υποφέρει ακόμα και σήμερα και αυτό το λεγόμενο «Κλεινόν Άστυ». Και αυτή η αρρώστια, απ’ ότι αποδείχτηκε, είναι χειρότερη και από την πανούκλα, γι’ αυτόν δεν μπορεί να την διώξει, όπως συνέβη παλιά στο νησί μας με την τελευταία ο έφιππος Τροπαιοφόρος, ούτε να την κατατροπώσει με το κοντάρι του, μια και δεν είναι θεριό, όπως στην εικόνα του, αλλά Λερναία Ύδρα, που ένα κεφάλι της κόβεις και εφτά της βγαίνουν. Εδώ αδυνατεί και αδιαφορεί ακόμα και το Θείον!

Αλήθεια, για σκεφθήτε, αν σ’ αυτήν την απρόσωπη και δίχως παρελθόν πόλη, που η μοίρα μας έλαχε να ζούμε, υπήρχαν, αν όχι αναστηλωμένα κάποια κτίρια της ιστορίας μας, έστω αυτά τα ελάχιστα που από μόνα τους αντιστάθηκαν και σώθηκαν, πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή και η καθημερινότητά μας; Αναλογισθήτε πόσο πιο ανθρώπινο θα ήταν το σκηνικό και το ποια ευθύνη θα μας κληροδοτούσαν τα εναπομείναντα αυτά οικοδομήματά του.

Σήμερα, εκτός από τον Άγιο Νικόλαο του Μόλου, την με την ποιητική ονομασία, αλλά μη ποιοτική αδιαφορία, Κυρία των Αγγέλων και την αποκαταστημένη, με τα μέτρα των δυνατοτήτων, Φανερωμένη, όλες οι άλλες εκκλησίες μας, με κορυφαία αυτήν του Πολιούχου μας, υψώνονται αδιαφορώντας για την αρχιτεκτονική μας παράδοση και ιδιαιτερότητα, αψηφούν πέντε, περίπου, αιώνων αρχιτεκτονική δημιουργία και έχουν αυτομολήσει σε μια ισοπεδωμένη, στρατιωτικού ρυθμού, μπετόν αδιαφορία, άσχετες υβριστικά με τα σπαράγματα της καλαισθησίας όπου φιλοξενούν.

Η τρίμορφη Αποκαθήλωση του πολυτάλαντου Νικολάου Κουτούζη, της πάνω ζώνης της προσπετίβας της μετασεισμικής Ανάληψης, του κέντρου της Χώρας και της ενορίας μου, αναζητά καθημερινά τις ομογάλακτες και δίδυμες αδελφές της, που εκτίθενται στις αίθουσες του Μεταβυζαντινού μας Μουσείου, της πλατείας Σολωμού. Είναι απαρηγόρητες συγγενείς χωρισμένες! Θα μπορούσαν να είναι μαζί αχώριστες στον τόπο που για εκείνον τις δημιούργησε ο καλλιτέχνης τους. Όμως αυτός, όπως μάς διέσωσε ο Κονόμος και διηγούνται οι παλιότεροι, έπεσε θύμα πυρπολητών, που με πυρίτιδα, όπως οι βάρβαροι, ανατίναξαν και τα θεμέλιά τους, πιστεύοντας ίσως πως έτσι θα εξαφανίσουν το παρελθόν που δεν τους ταίριαζε.

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου ανατινάχτηκε από μια αγράμματη και καθόλου ευαίσθητη εξουσία και μαζί της εξαφανίστηκαν νοοτροπίες και μνήμες.

Στο Άγιο Βήμα, μάς διασώζει ο Κονόμος και πάλι, υπήρχε ένας Εσταυρωμένος με το κεφάλι γερμένο, όπως είναι και το σωστό, εμπρός, εντελώς θλιμμένος, λες και γνώριζε την καταστροφή που θα ακολουθούσε. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάπου σήμερα. Μα και αν υπήρχε, πού θα στεκόταν και ποιοι θα καταλάβαιναν την πρότασή του; Η τηλεοπτική μας αισθητική προτιμά άλλες ισοπεδώσεις και η απομάκρυνσή μας από τις ρίζες μας δεν αντέχει σταυρούς και προβληματισμούς. Οι εικόνες μας είναι πολλές και της μιας χρήσης. Έχουν ημερομηνία λήξης. Όπως η τέχνη μας. Όπως η ζωή μας.

Την Παρασκευή 23 Απριλίου, στις 7.30 το βράδυ, η «Παραλιακή» μας ύβρις έγινε και πάλι ευχετική «Στράτα Μαρίνα» με τους ήχους των τυμπάνων της Γκιόστρας. Το κέντρο μας και πάλι «Φόρος». Με τα ποδοβολητά, όμως, των αλόγων το φαρί της εικόνας του εαρινού και πασχαλιάτικου Αγίου, δεν μπόρεσε να ξεκινήσει και αυτό, για να τ’ ακολουθήσει και να συναγωνιστεί μαζί τους. Ο τόπος του είχε καταστραφεί όχι από τον σεισμό και την φωτιά, αλλά από την εκδικητική μπαρούτη των ανθρώπων που τόσα χρόνια προστάτευε και κάποτε είχε σώσει από επιδημία. Ο ίδιος δε ο παγκόσμιος καβαλάρης του ήταν μετανάστης στην ασπλαχνία του μπετόν και ντρεπόταν τον Τετραήμερο στεγαστή του ν’ ανοίξει την πόρτα και να φύγει. Μα και αν το έκανε πού θα πήγαινε; Τριπλοπαρκαρίσματα και αναίδεια θα του έκλεινα τον δρόμο, ενώ μπορεί να ζήταγαν για βόλτα και το ζώο του κάποιοι ανενημέρωτοι και θρασείς τουρίστες.

Ο Άι - Γιώργης του Πετρούτσου δεν υπάρχει πια, όχι επειδή τον γκρέμισε ο σεισμός ή τον έκαψε η φωτιά, αλλά επειδή ενοχλούσε την απύθμενη πνευματική μας φτώχια, που ακολουθεί την μέθοδο της αποκοπής αυτού που προεξέχει, για να θεμελιώσει την αυτάρεσκη δημοκρατία της. Αν βρισκόταν στην θέση του, κάποια γωνιά του προσώπου της πόλης μας θα κρατούσε κάτι από την παλιά ομορφιά της. Τώρα παρουσιάζει ένα προσωπείο, κατεστραμμένο από βιτριόλι και -λόγω της ασχήμιας της- πουλιέται φτηνά ή και χαρίζεται.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά τελευταία, μετά την «Γκιόστρα τ’ Άι - Γιωργιού», σαν βλέπω τις ρημαγμένες πλάκες της Πλατείας Ρούγας, θυμάμαι τις πυρπολημένες πέτρες του Πετρούτσου. Πιστεύω μάλιστα πως και αυτές είναι αποτέλεσμα αυτής της αναίσχυντης ανατίναξης.

Μακάρι να είναι το τελευταίο θύμα της.

*** Οι τρεις εικόνες είναι λεπτομέρειες από τον ίδιο πίνακα, το έργο του Διονυσίου Τσόκου "Βάφτιση σε ζακυνθινή εκκλησία".
Related Posts with Thumbnails