© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Με αφορμή το κάδρο ενός μαγέρικου

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Μεσημέρι βροχερό, της απαρχής του χειμώνα, όπως μόνο στη Ζάκυνθο μπορείς να τον βιώσεις. Υγρασία, που διαπερνά το είναι σου και φόβος για μια επερχόμενη στατικότητα, την οποία μόνο η προσμονή μπορεί να φωτίσει. Η πραγματικότητα μιας επαρχίας και η αλήθεια ενός «Φιόρου», όπου από καιρό και με τον καιρό μαράθηκε. Επαλήθευση του μύθου της Περσεφόνης, επέκταση της εκδίκησης της αλήθειας. Το χθες σε σελίδες ιστορίας και το σήμερα ρομφαία να πληγώνει ανίατα.
Με φίλο καθόμασταν σ’ ένα από τα λιγοστά μαγέρικα της μεσημεριάτικης πλήξης της πόλης μας, της κάποτε Χώρας και τρώγαμε, περισσότερο από ανάγκη επαφής και καταπολέμησης της ανίας, της μπροστά στην εξώθυράς μας ερχόμενης πραγματικότητας και λιγότερο από ικανοποίηση μιας βασικής μας αίσθησης και ανάγκης.
Στους τοίχους του μαγαζιού, ως συνήθως στο νεότερο Φιόρο του Λεβάντε, οι παλιές του δόξες σε κορνίζες. Φωτογραφίες της προσεισμικής πόλης, αυτής που χάθηκε οριστικά και αμετάκλητα τον φοβερό και στιγματικό εκείνο Αύγουστο του 1953, να θυμίζουν, να διακοσμούν μα και να διδάσκουν. Είναι αλήθεια πως έγιναν μόδα και ενίοτε κουράζουν. Μα δείχνουν, πάνω απ’ όλα, την ανάγκη της διατήρησης της μνήμης και την επιμονή - εμμονή για την υπογράμμιση μιας ιδιαιτερότητας και τον τονισμό ενός περασμένου και ίσως και πεπερασμένου μεγαλείου. Η κομψότητα και η αισθητική ν’ αντιμάχονται την μπετόν ευδαιμονία μας και η φινέτσα ν’ αντικρούει την πλαστική μας ευμάρεια, όπου ακόμα και κάθε Χριστούγεννα έκανε, όπως είχαμε ξαναγράψει, αν θυμάστε, την ιστορική μας πλατεία του Αγίου Μάρκου, Αγίας Βαρβάρας Αιγάλεω και τον μικρό νεογέννητο Ιησού από την ζεστασιά του στους πίνακες του Κουτούζη και του Καντούνη, τον εξευτέλιζε σε πλαστικές ύβρεις. Η εκδίκηση της γυφτιάς ή το κατρακύλισμα ενός πολιτισμού. Δεν έχει σημασία. Το ίδιο και το αυτό είναι. Του κιτς η μάνα στην καρδιά του τόπου, που κάποτε επάξια ονομάστηκε «Φλωρεντία της Ανατολής». Η ανταπόδοση του πιεσμένου, που μισεί. Η ανυπαρξία της παιδείας, που καταστρέφει.
Σε μια από αυτές τις μουσειακές πια, δυστυχώς, φωτογραφίες, απεικονίζονταν η παλιά μας Μητρόπολη του Αγίου Νικολάου των Ξένων, η οποία, εκτός από τον ταπεινό επίσκοπο των Μύρων της Λυκίας, τον «και τση γης και του πελάου» αντικαταστάτη του Ποσειδώνα και πάτρωνα και προστάτη των απανταχού της γης ναυτικών, φιλοξενούσε και τον παλιό, πριν τον Άγιό μας, πολιούχο του νησιού, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή, όταν και αυτός, όπως πολλοί άλλοι, μετά την έλλειψη του κινδύνου των πειρατών και την επιβολή της μεταφοράς του «μαύρου χρυσού», της σταφίδας, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την καστρόπολη της ασφάλειας και να κατηφορίσει προς τον αιγιαλό.
Απλή από έξω και αυτή η ιερή στέγη του νησιού μας, προσεισμικά βέβαια, μα αληθινό μουσείο στο εσωτερικό της. Έργα τέχνης την κοσμούσαν, εικονογραφικές αναστάσεις, ξυλόγλυπτες πνοές και αργυρόγλυπτες ικεσίες. Ο φημισμένος αρχιερατικός θρόνος, η καθέδρα με την εικόνα του Ελκόμενου, τα κονίσματα της προσπετίβας, η φινέτσα και η κομψότητα, αλλά και η λεπτότητα, που προέρχονταν από προβληματισμό και σκέψη. Αυτά που σε μια μέρα ή πιο σωστά σε λίγες ώρες, έγιναν ερείπια και στάχτη, για να δώσουν την θέση τους σε φας - φουτ άποψης διάδοχο.
- Δες τι ωραία ήταν η παλιά μας Μητρόπολη, είπα στον φίλο συνδαιτυμόνα μου, απλή απ’ έξω και πανέμορφη μέσα, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους καλλιεργημένους και ευαίσθητους, αντίθετα από τους σημερινούς απόγόνους τους, που φροντίζουν το εξωτερικό και αδιαφορούν για το εσωτερικό των κατοικιών τους, σαν κάποιους πρωταγωνιστές ευαγγελικής περικοπής.
Το δέχτηκε, μιας και η παιδεία του το επέτρεπε, αλλά μού απάντησε:
- Και η διπλανή εκκλησία του Αγίου μας, όμορφη δεν είναι; Και αυτό γιατί πιο πέρα, πραγματικά υπήρχε η απεικόνιση του ναού του Πολιούχου μας.
Τότε ήρθαν στο νου μου όλα αυτά που είχα ακούσει και διαβάσει για τις αντιδράσεις των συμπατριωτών μας, όταν αναγειρόταν αυτό το σημαντικό για όλους μας κτίριο. Αν θυμάμαι καλά οι πατεράδες μας το ήθελαν σαν τους Αγίους Πάντες, του ιστορικού μας κέντρου, δεμένο με την δική μας αρχιτεκτονική παράδοση και προέκταση της τοπικής μας αισθητικής. Επικράτησε, όμως, η άποψη της εξομοίωσης και η ισοπέδωση των συγκοινωνούντων δοχείων, μια και οι Συντεχνίες είχαν από καιρό εκλείψει και τα Αδελφάτα δεν είχαν λόγο στην νεότερη ιστορία μας.
Ο πολύς Διον. Ρώμας, σ’ επιστολή του που έστειλε, λίγο μετά την θεομηνία του 1953, στον τότε μητροπολίτη του Τζάντε, τον γεννημένο στην γειτονική Κεφαλονιά, Αλέξιο Ιγγλέση, επιδιώκοντας να δημιουργηθεί το Μουσείο μας, στο οποίο θα στεγαζόταν όλοι οι σεισμόπληκτοι θησαυροί των πολυάριθμων ναών του νησιού, όπου, εκ των πραγμάτων, δεν υπήρχε προοπτική να ξαναχτιστούν και αντικρούοντας την άποψη του δεσπότη, ο οποίος δεν ήθελε να γίνουν εκθέματα τα αντικείμενα λατρείας, θέλοντας να τον πείσει για το αντίθετο, μεταξύ άλλων γράφει:
«[…] Οι προαναφερόμενοι αρχαιολογικοί ιστορικοί χώροι οι διακοσμηθέντες αρχικώς με τα εν λόγω αριστουργήματα είναι ακόμη υπαρκτοί και ως εκ τούτου ο σύνδεσμος μεταξύ περιέχοντος και περιεχομένου απολύτως οργανικός. Αντιθέτως εις την Πόλιν μας, εάν εξαιρέσωμεν τους ναούς Αγίου Νικολάου Μώλου και Παναγίας των Αγγέλων, ουδεμία άλλη Εκκλησία αξία της τεραστίας καλλιτεχνικής παραδόσεως της Νήσου απέμεινεν. Τα λοιπά Εκκλησιαστικά κτίρια, τα οποία πρόκειται να διακοσμηθούν, αποτελούν αυτοσχεδιασμούς άνευ ουδεμιάς καλλιτεχνικοθρησκευτικής πνοής των οποίων αποκλειστική αρετή είναι η αντισεισμικότης των. Ουδείς οργανικός δεσμός υφίσταται πλέον μεταξύ των εκ σιδηρομπετόν αυτών κατασκευών και των θαυμασίων ξυλογλύπτων τέμλων και των φορητών εικόνων, όπου υπερχειλίζει η θεία Πίστις και το πηγαίον τάλαντον των μεγάλων εκείνων καλλιτεχνών του παρελθόντος […]».
Όσοι μπορούν να δουν τα πιο πέρα από την επιφάνεια, θα διαπιστώσουν το πόσο δίκιο είχε ο συγγραφέας του «Περίπλου» και τότε βουλευτής Ζακύνθου. Γνώστης και λάτρης, ως εκ τούτου, της ιδιαιτερότητας του πολιτισμού του νησιού μας, προειδοποιεί και μαντεύει. Χτυπά το κουδούνι του κινδύνου, αλλά κανείς δεν τον ακούει. Στην ίδια του, μάλιστα, επιστολή, την οποία πρωτοδημοσιεύει ο ακαταπόνητος Διονύσης Σέρρας, από τα αρχεία του λόγιου Νίκου Γρυπάρη, στον τόμο του περιοδικού του, των πολύτιμων και μοναδικών Επτανησιακών Φύλλων, ο οποίος είναι αφιερωμένος στην επέτειο του σεισμού, το Καλοκαίρι του 2003, γίνεται πιο σαφής για την αρχιτεκτονική του ναού του Αγίου μας και ενδεικτικά σημειώνει:
«[…] Προσεισμική μεν αλλά πρόσφατος κατασκευή διατηρηθείσα ανέπαφος. Το μεγαθήριον αυτό, του κ. Ορλάνδου, αποτελεί κόλαφον αισθητικόν εις την παράδοσιν της Ζακυνθινής (και γενικώς της Επτανησιακής) Εκκλησιαστικής, αρχιτεκτονικής, παραδόσεως. Ως εκ της υφής του, πάντως, δεν χρήζει διακόσμου φορητών εικόνων αλλά στολισμόν των θόλων, αψίδων κλπ. είτε δια μωσαϊκών ψηφιδωτών (όπερ και το ορθότερον) είτε δια μεγάλων συνθέσεων FRESCO […]». Κάτι, που δυστυχώς, δεν έγινε, συνεχίζοντας τον «κόλαφον».
Ηθικό πόρισμα απ’ όλα τα παραπάνω: Η συνήθεια είναι ο χειρότερός μας σύμβουλος. Μπορεί να σε ισοπεδώσει. Κάνει ακόμα και έναν επτανήσιο και δη ζακυνθινό να προδώσει την αισθητική του, ν’ ανεχτεί αρχιτεκτονική ξένη απ’ την παράδοσή του, να δεχτεί ένρινες ψαλμωδίες και θρηνωδίες, να ξεχάσει τη φινέτσα του, να μην σέβεται την λογοτεχνία του και δη την ποίηση, που δημιουργείται γύρω του. Τότε όμως θα έχει μια «κηδεία, σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες», όπως επιγραμματικά σημειώνει ο εκ της γείτονος νήσου καταγόμενος μεγάλος ποιητής.
Υπάρχει άρα καιρός για αντίσταση;
Ναι, αν υπάρχει παιδεία. Προς το παρόν μάς λείπει. Ας την αποκτήσουμε.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια: ΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ ΩΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ. ΖΑΚΥΝΘΟΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ - ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

[Εισήγηση κατά το Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις. Ζάκυνθος, Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αρκαδίων, Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009]

Μακαριότατε Πάπα και Πατριάρχα Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρε, Μακαριότατε Αρχιεπίσκοπε Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομε, Μακαριότατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμε, Άγιοι Εκπρόσωποι της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και της Σιωνίτιδος, Πολυσέβαστή μας Χορεία των Ιεραρχών, Σεβαστοί Πατέρες, Εντιμότατοι Άρχοντες, Ελλογιμότατοι Κύριοι Καθηγητές και Σύνεδροι, Κυρίες και Κύριοι,

Κατ’ αρχήν οφείλω χάριτες υιϊκές στον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, ότι, ως Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου, ανέθεσε στην ταπεινότητά μου να παρουσιάσει στο παρόν Συνέδριο το θέμα «Τα Επτάνησα ως Πανορθόδοξοι Προσκυνηματικοί Προορισμοί - Ζάκυνθος, Ιστορία – Παραδόσεις».


Πρόκειται για ένα πλατύ, βαθύ και απαιτητικό θέμα, το οποίο αγκαλιάζει έναν ολόκληρο Πολιτισμό (τον Επτανησιακό), εστιάζοντας μάλιστα στην πάλαι ποτέ «Φλωρεντία της Ανατολής», τουτέστιν το νησί μας τη Ζάκυνθο.

Περί των ιδιαιτεροτήτων του Επτανησιακού Πολιτισμού έχουν πλείστα όσα γραφεί από σημαίνοντες επιστήμονες, οι οποίοι έχουν δαπανήσει τη ζωή τους στην έρευνα και την καταγραφή των ιστορικών δεδομένων του Ιόνιου χώρου. Τα δεδομένα υπάρχουν, οι θαυμαστικές αναφορές στις ιδιαιτερότητες του τόπου περισσεύουν, οι προγονικές δάφνες πότε μαραίνονται, πότε αναθαρρεύουν, ουδέποτε όμως εκπίπτουν.

Τα Επτάνησα δεν αποτελούν μονάχα γεωγραφικό χώρο, αλλά λειτουργούν και ως ιδέα. Ανέκαθεν (και όχι τόσο στις μέρες μας, ως προς την καθημερινή ζωή και πράξη) απετέλεσαν ένα γεωγραφικό σώμα, γνωρίζοντας την αυτή τύχη κάτω από τις ίδιες εξουσίες. Ευνόητο είναι, ότι θα διαμόρφωναν παρόμοια πολιτισμική, θρησκευτική, ιστορική αυτοσυνειδησία, η οποία θα μπορούσε να συνοψισθεί στη φράση, ότι κατέστησαν διαιώνια «δύση της Ανατολής και ανατολή της Δύσης» (1). Τούτο σημαίνει, ότι απετέλεσαν το κατώφλι της συνάντησης της λεγόμενης «καθ’ ημάς Ανατολής» με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Δυο κόσμοι αλληλοπεριχωρούμενοι βελούδινα στην Ιόνια επικράτεια, δίχως αδιέξοδες εκπλήξεις, μεγαλόστομες εντάσεις ή φοβίες έναντι των ετεροτήτων του Άλλου ή του Ξένου.

Αν και τα στοιχεία δεν είναι πολλά για την βυζαντινή εποχή των Εφτά Νησιών, λόγω της απόστασής τους από το πάλαι ποτέ βυζαντινό κέντρο των εξελίξεων, μπορούμε να πούμε ότι είχαν και αυτά τον ρόλο τους ως συναντώμενα από τους πρωταγωνιστές της μεγάλης αυτής περιόδου στη μέση της Μεσόγειας λεκάνης. Πρωτοσυναντώνται ενωμένα τα νησιά (πλην των Κυθήρων, που συνδέονται κυρίως με την Πελοπόννησο έως τη Βενετική Κυριαρχία) ως Ναυτικό Θέμα της Κεφαλληνίας, τον 8ο αιώνα (2). Σπαράγματα έργων τέχνης της αξιομνημόνευτης αυτής περιόδου εδώ κι εκεί στα Νησιά μαρτυρούν τον όσο επηρεασμό από τη Βυζαντινή Τέχνη, την κυρίως εκκλησιαστική. Για παράδειγμα, φθάνουν έως τις μέρες μας βυζαντινά μνημεία στην Παλαιόπολη των Κορφών, στους Παξούς, στο Φισκάρδο της Κεφαλονιάς, στο Μελινάδο, στο Νησί Σχοιναρίου, στον Σκοπό και στο Κάστρο της Ζακύνθου, στον Ποταμό ή στην Παλαιόπολη των Κυθήρων. Η βυζαντινή αγιογράφηση των ναών αυτών και άλλων ανθεί και διαρκεί αρκετά, παράγοντας σημαντικά έργα, παρά το γεγονός ότι εν τω μεταξύ (14ος αιώνα) κυριαρχεί πλέον η Βενετική παρουσία στα Επτάνησα. Τώρα πλέον η επικοινωνία με την Δύση, αλλά και η συνάντηση στα Νησιά πνευματικών ανθρώπων από την αλωμένη Κωνσταντινούπολη, την Κρήτη, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο, είναι καθοριστική για την διαμόρφωση της επτανησιακής ιδιαιτερότητας, η οποία δεν εκφράζεται μονάχα στην Τέχνη ή τα Γράμματα, αλλά στην ίδια την ψυχοσύνθεση του λαού των Νησιών, κάτι που ως γονίδιο φθάνει έως τον 21ο αιώνα. Το απλοποιημένο δυτικό Μπαρόκ στην οικοδόμηση ναών οδήγησε στο λεγόμενο «επτανησιακό μπαρόκ». Παρά το γεγονός, ότι έχουμε σημαντικά έργα αυτής της περιόδου ως προς την τοιχογράφηση εκκλησιών, η υγρασία του Ιόνιου χώρου προξενεί προβλήματα. Τα μεταβυζαντινά έργα ως προς τα Εικονίσματα είναι κάτι περισσότερο από θαυμαστά.

Οι Κρήτες ζωγράφοι, δίνοντας νέα πνοή και ανθεκτικά φτερά στη Βυζαντινή Αγιογραφία, παράγουν κορυφαία έργα. Είναι η Εποχή (με κεφαλαίο το έψιλον) των Φιλόθεου Σκούφου, Ηλία Μόσχου, Θεόδωρου Πουλάκη, Αδελφών Τζάνε και αργότερα των Γερόλυμου Πλακωτού ή Πιττόρου, Στέφανου Τζανκαρόλα Κωνσταντίνου Κονταρίνη, Ανδρέα Καραντινού, Λέοντος Λειχούδη, Γεωργίου Χρυσολωρά, Σπυρίδωνος Σπεράντζα, Άγγελου Δημισιάνου, Νικολάου Καλλέργη. Η κράση με την Ιταλική Τέχνη φέρει στο προσκήνιο σημαντικούς δημιουργούς κι έργα σπουδαία: Δοξαράδες (Παναγιώτης και Νικόλαος), Νικόλαος Κουτούζης ο και πρωτοκορυφαίος της επτανησιακής ζωγραφικής, Νικόλαος Καντούνης, Γιαννάκης Κοράης (3).

Αξίζει εδώ εμφατικά να τονισθεί η μεγάλη και γονιμότατη επιρροή των Κρητών στην επτανησιακή ιδιοπροσωπία. Μετά την πτώση του Χάνδακα (1669) οι Κρήτες πρόσφυγες μπολιάζουν καλότυχα τους Ιόνιους με ό,τι όμορφο και πρωτοποριακό της εποχής εκείνης ως προς τα Γράμματα και τις Τέχνες. Κατά κύριο λόγο τη Ζάκυνθο (4).


Ο φερόμενος πάντως ως Επτανησιακός Πολιτισμός διαμορφώθηκε υπό την λειτουργία και λειτουργικότητα των ορθόδοξων κοινωνιών των Νησιών. Επτανήσιοι κυρίως σπουδάζουν σ’ ελληνικά κολέγια στην Ιταλία, τα οποία φρενάρουν με τον τρόπο τους την διείσδυση των Ρωμαιοκαθολικών στην Ορθόδοξη Ανατολή. Λόγιοι πηγαινοέρχονται στην Δύση, επηρεαζόμενοι από τις νέες ιδέες και τροφοδοτώντας με νέες γνώσεις τα μετόπισθεν, καθείς εφ’ ω ετάχθη. Αναφέρουμε ενδεικτικά τους Ερμόδωρο Λήσταρχο, Μάξιμο Μαργούνιο, Θωμά Φλαγγίνη, Ιωάννη Κωττούνιο, Νικόλαο Κούρτσολα, Θωμάς Διπλοβατάτζη και κατά την περίοδο του νεοελληνικού Διαφωτισμού τους Αντώνιο Κατήφορο, Βικέντιο Δαμοδό, Ευγένιο Βούλγαρι, Νικηφόρο Θεοτόκη, Ηλία Μηνιάτη, Ιωαννίκιο και Σωφρόνιο Λειχούδη και πλείστους άλλους σπουδαίους και αξιομνημόνευτους με πρωτοποριακό έργο (5).

Ως προς την Λογοτεχνία, καθοριστική -αν όχι θεμελιακή- είναι η παρουσία του φαινομένου Διονύσιος Σολωμός στην Επτανησιακή Γραμματεία, η οποία επηρεάζει έκτοτε, γονιμοποιητικά την εν γένει Λογοτεχνία των Ελλήνων. Βέβαια και ο Σολωμός δεν προήλθε από παρθενογένεση. Είχε βαθιές ρίζες στην αλληλοπεριχώρηση των Ιονίων με την Κρήτη και την Δύση, αλλά ετούτος ο Παμμέγιστος έχτισε πολύ ψηλά τη φωλιά του κι εκεί πάντα παραμένει δυσθεώρητος για εμάς τους επιγενόμενους (6). Δίπλα του ακριβώς οι αυτάδελφοι ως προς την ποιότητα Ανδρέας Κάλβος και Ούγκος Φώσκολος. Όμως και όσοι Επτανήσιοι ακολουθούν μετά από αυτόν, αφενός μεν υπάρχουν στην παρασκιά του, αφετέρου δε έχουν πολύ ψηλά τον πήχη της Ποιότητας. Γι’ αυτό ακριβώς μέχρι τις μέρες μας συναντώνται Ιόνιοι Τεχνίτες του Λόγου κορυφαίοι: Γεώργιος Τερτσέτης, Αντώνιος Μάτεσης, Ανδρέα Λασκαράτος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Ιωάννης Ζαμπέλιος, Ιάκωβος Πολυλάς, Λορέντζος Μαβίλης, Κωνσταντίνος Θεοτόκης και πολλοί άλλοι (7).

Ανάλογα άλματα ποιότητας έχουν διαιώνια κατορθωθεί και σε όλες τις μορφές της Τέχνης (8), με σημαντικότερες εκφράσεις τη Ζωγραφική και τη Μουσική (9).

Ως προς τα Εκκλησιαστικά των Επτανήσων στεκόμαστε στους σημαντικότερους σταθμούς του Χριστιανισμού τους: Επί Λατινοκρατίας-Φραγκοκρατίας καταργείται σταδιακά ο Επίσκοπος στα Νησιά και ο θεσμός των Πρωτοπαπάδων (10) είναι αυτός που θα ισχύει πλέον, τον οποίον διατηρεί και η Βενετική Κυριαρχία (11), με κάποια διαλείμματα εκλογής επισκόπων, ανάλογα με τα συμφέροντα της Γαληνοτάτης, παράλληλα με το υφιστάμενο αξίωμα του Λατίνου Επισκόπου. Εννοείται, ότι ακραγγίζουμε το θέμα, επειδή το καθένα από τα νησιά υπήχθη στη Βενετία σε διάφορο χρόνο, οπότε τα εκκλησιαστικά του διαμορφώθηκαν ανάλογα με τις ορέξεις και τα υφιστάμενα πολιτικο-κοινωνικά δεδομένα του συγκεκριμένου τόπου και χρόνου, πολλάκις μες από έριδες και προβλήματα στον τρόπο συνύπαρξης των δύο δογμάτων στα Νησιά. Ορθόδοξο Επίσκοπο απέκτησε η Κέρκυρα το 1799-1800. Το πέρασμα των Ρώσων σηματοδότησε την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας. Το Σύνταγμα της Επτανήσου Πολιτείας του 1803 την καθιστά δόγμα επικρατέστερο έναντι της «δεκτής και προστατευομένης» «Καθολικορωμάνας».

Η Βρετανική Κυριαρχία του 19ου αιώνα χειραγωγεί τα Επτάνησα στην Ένωση με την Ελλάδα του 1864 με ό,τι θετικό ή και αρνητικό αυτό συνεπάγεται σε όλες τις εκφάνσεις του κοινοτικού βίου των Ιονίων.

Ως προς τα Εκκλησιαστικά της περιόδου αυτής, σημαντικός σταθμός είναι το επί αρμοστείας Μαίτλαντ Σύνταγμα του 1817, το οποίο επαναφέρεται ο θεσμός του Επισκόπου σε καθένα από τα Εφτά Νησιά. Σημαντικές προσωπικότητες παρήλασαν ως Μητροπολίτες ή Επίσκοποι και μάλιστα σε πολύ ευαίσθητη περίοδο, δεδομένης της Επανάστασης στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Αναφέρουμε μονάχα τον φλογερό Φιλικό Νικόλαο Κοκκίνη τον Ζακύνθου και τον Κεφαλληνίας Σπυρίδωνα Κοντομίχαλο, οι οποίοι μάλιστα καθυστέρησαν, όσο άνθεξαν, την εκκλησιαστική αφομοίωση των Ιονίων από την Εκκλησία της Ελλάδος, μετά την Ένωση (12).

Σημαντική είναι η παρουσία των Τριών Αγίων της Επτανήσου στην διαμόρφωση της θρησκευτικότητας των Ιονίων. Δεν είναι απλές ή απλοϊκές περιπτώσεις τα ανέγγιχτα από τον Χρόνο Λείψανα Διονυσίου του εν Ζακύνθω, Γερασίμου του εν Κεφαλληνία και Σπυρίδωνος του εν Κερκύρα. Αλλά και των Αγίων Θεοδώρας της Αυγούστας εν Κερκύρα και Ιωσήφ του Κρητός εν Γαϊτανίω Ζακύνθου. Θα μού επιτρέψετε να ισχυρισθώ, ότι απετέλεσαν τονωτική ένεση για την συσπείρωση εντός του σώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας των πιστών, παρά τους κλυδωνισμούς, εξαιτίας της συνάντησης και συνύπαρξης με τους Δυτικούς.

* * *

Μετά από αυτά τα συνοπτικά στοιχεία, τα αφορώντα γενικά στα Επτάνησα και τα οποία δύναται ο υποψιασμένος και απαιτητικός επισκέπτης ν’ ακραγγίξει ταξιδεύοντας στα Ιόνια, περιορίζουμε το ενδιαφέρον μας στο νησί της Ζακύνθου, την «υλήεσσαν» κατά Όμηρον, την «ωραίαν και μόνην» κατά Κάλβον.

Ψαύοντας τα χνάρια της τοπικής θρησκευτικότητας θα συναντήσει αξιοσημείωτες ιδιαιτερότητες, οι οποίες πάντως υπηρετούν την κοινή των Ορθοδόξων Πίστη, δίχως όμως τις ακρότητες και τις ευσεβοφάνειες, οι οποίες κατά κωμικοτραγικό τρόπο σημειώθηκαν ή και ακόμη παρατηρούνται σε άλλες τοπικές Εκκλησίες της Ελλάδας (13).

Κατά την Παράδοση, τον Χριστιανισμό εκήρυξε στη Ζάκυνθο η Μαρία η Μαγδαληνή, όταν ναυάγησε στα βορειοδυτικά του νησιού το πλοίο που την μετέφερε στη Ρώμη, για να διαμαρτυρηθεί για την στάση του Πιλάτου έναντι του Ιησού (14).

Παρενθετικά εδώ χρειάζεται ν’ αναφερθεί, ότι το 1777, προερχόμενος από την Κεφαλονιά, βρέθηκε στη Ζάκυνθο ο εθνεγέρτης Κοσμάς ο Αιτωλός. Όμως δεν κατόρθωσε να κηρύξει, επειδή τον απέπεμψε -δυστυχώς- το αρχοντολόι του καιρού, συμπαραστατούμενο από τον τοπικό Κλήρο (15).

Σταθερή πάντως αξία του Τζάντε και των απανταχού Ζακυνθίων είναι ο Άγιος Διονύσιος (16). Το Σκήνωμά του, αλώβητο κι ευωδιάζον αποτελεί την εγγύηση ποιότητας της ζακυνθινής καθημερινότητας, το σημείο αναφοράς και καταφυγής του καθενός, είτε πιστού, είτε δύσπιστου περί τα πνευματικά. Δεν είναι λίγες οι φορές, που ακούμε το εξαιρετικά παράδοξο, αλλά εύκολα ερμηνεύσιμο: «Δεν ξέρω από εκκλησιές, Χριστούς και Παναγίες… Όσο έχω εγώ το “Άγιο Κορμάκι” δεν έχω τίποτα…». Γι’ αυτό ακριβώς και τα δυο τριήμερα των πανηγύρεων του Αγίου Διονυσίου (της μνήμης του από 16ης έως 19ης Δεκεμβρίου και της μεταθέσεώς του από τα νησιά των Στροφάδων από 23ης έως 26ης Αυγούστου) λειτουργούν ως εγερτήρια ψυχών. Όσοι έχουν βρεθεί κατ’ αυτές τις επίσημες εορτές στο περικαλλέστατο Καθολικό της Μονής Του, θα έχουν ασφαλώς μεταλάβει από τη Χάρη και το Μεγαλείο που εκπέμπει φωτιστικά και ιαματικά προς τον κάθε προσκυνητή η συνάφεια με τον Άγιο της Συγνώμης και της Ανεξικακίας (17).

Μια άλλη πολυσήμαντη παράγραφος του Ζακυνθινού Εκκλησιαστικού Τυπικού είναι οι Τελετές του Μεγαλοβδόμαδου και της Λαμπρής. Στην διάρκειά τους ο Ζακυνθινός και μαζί του οι χιλιάδες επισκέπτες του νησιού, εισοδεύουν με όλο τους το είναι στο Θείο Δράμα και μεταλαμβάνουν μέχρι την ύστατη σταγόνα από το ποτήριο της ημέρας της Λαμπρής. Δεν θα παρουσιάσουμε εδώ λεπτομέρειες (αν και η λεπτομέρεια εν προκειμένω έχει εξέχουσα θέση) μια και κατ’ έτος κυκλοφορεί ειδικό έντυπο, στο οποίο καταγράφονται όλα τα Δρώμενα του Πάθους και της Ανάστασης (18). Μένουμε σε ορισμένες μόνον στιγμές:


Α) Καθ’ όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα οι ναοί, οι ιερείς στις ακολουθίες και ο λαός μαυροφορούν. Τούτο δεν αλλάζει, ει μη μόνον κατά τη στιγμή της «Gloria», δηλαδή της «Πρώτης Ανάστασης», κατά τον Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου, οπότε «ξεχηρεύουν» χαρμόσυνα και οι καμπάνες, οι οποίες είχαν σιωπήσει εντελώς μετά την Θεία Λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης.

Β) Η ώρα των Ωρών της Μεγάλης Παρασκευής είναι η Λιτανεία του Εσταυρωμένου ανά την πενθηφορούσα πόλη του Τζάντε. Η στιγμή των Στιγμών όμως είναι η λεγόμενη «Ευλογία του Σύμπαντος»: Ο Μητροπολίτης, στο τέλος της Λιτανείας, από ειδική εξέδρα στην Πλατεία Σολωμού και υπό τις πένθιμες νότες του «… και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα» (τονισμένο πρωτότυπα κατά πάσα πιθανότητα από τον Ιωάννη Πλανήτερο (19), αποδιδόμενο υπέροχα από τη Φιλαρμονική), ευλογεί με τον Εσταυρωμένο τα τέσσερα σημεία του Ορίζοντα. Πολλοί δηλώνουν, ότι αξίζει να ζουν, για να συμμετέχουν σε αυτή και μόνη την ιερότατη Τελετή. Δέος και κατάνυξη! Άκρα δική μας ταπείνωση ενώπιον της άκρας Συγκαταβάσεως του Μεγάλου Νεκρού…

Μια άλλη σημαντική εθιμική Τελετή, την οποίαν αξίζει κανείς να παρακολουθήσει είναι τα λεγόμενα «Κάλαντα του Δεσπότη». Εξηγώ συνοπτικά: Ο Όρθρος των Θεοφανίων ψάλλεται στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Νικολάου των Ξένων αφ’ εσπέρας. Στο τέλος της Ακολουθίας και με τη συνοδεία των τοπικών Αρχών, του Κλήρου ιεροφορούντος και του Λαού, μεταβαίνει ο Μητροπολίτης στο Μητροπολιτικό Μέγαρο. Είναι το τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς ως ευρισκόμενος «εις τόπον» και «τύπον» τού κατ’ εξοχήν Τιμωμένου, δηλαδή του Επιφανέντος Χριστού. Στο Μητροπολιτικό Μέγαρο ακούει ειδικά για την περίπτωση συνθεμένα Κάλαντα με κείμενο ευχετικό για τον «Λειτουργό Θεού Υψίστου» και στη συνέχεια από τον εξώστη του Μεγάρου απευθύνεται στον λαό, που περιμένει έξω, με επίκαιρη και συνήθως βαρυσήμαντη ομιλία του, την σημαντικότερη της χρονιάς. Αυτή η από τον Εξώστη Ομιλία τού εκάστοτε Ζακύνθου ίσως ν’ αποτελεί επιρροή από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Προσωπικά δεν γνωρίζω κάτι ανάλογο στην Ορθοδοξία, που να έχει μάλιστα τόσο βαθιές ρίζες στον Χρόνο.

Όλα όσα προαναφέρθηκαν ακροθιγώς ως προς τις ιδιαιτερότητες του Ζακυνθινού Τυπικού δεν μπορούν να εκφρασθούν δίχως το ανάλογο ένδυμα της Μουσικής. Στη Ζάκυνθο ανθεί παλαιόθεν, ένα ιδιάζον εντόπιο μέλος ως προς την Ψαλτική, το οποίο αποτελεί μετεξέλιξη του Κρητικού Μέλους (που, κατά τον Μάρκο Δραγούμη (20), επηρέασε την ζακυνθινή ψαλμωδία από τον 16ο αιώνα, κυρίως όμως μετά την πτώση του Χάνδακα), αφού συναντήθηκε και ανακατεύτηκε με τα ευρωπαϊκά ακούσματα.

Τα ζακυνθινά ψαλσίματα ακούγονται κατά προτίμησιν από δύο τετράφωνους χορούς. Τούτο σήμερα τηρείται μόνον στον Ναό του Πολιούχου Αγίου Διονυσίου από τους χορούς των Ιωάννη Σούλη και Σάββα Βοζαΐτη. Κατά τον ερευνητή και συγγραφέα Νίκια Λούντζη, «η προαναφερθείσα ιδιότυπη χρήση των δύο χορών υπήρξε, (…), βενετσιάνικη εισφορά στο Ζακυνθινό Μέλος. Καθιερώθηκε στο ναό του San Marco (…). Η αντιφωνία ήτανε βέβαια σε χρήση τόσο στο Βυζάντιο όσο, κατ’ επέκταση, στην παλιότερη ζακυνθινή εκκλησία. (…) Η “επανάσταση” του Βίλλαερτ στον Άγιο Μάρκο έγκειται στο ότι, με τους δύο χορούς και τα δύο όργανα της εκκλησίας, ξεπέρασε την ψαλμωδία “εξ υπαμοιβής” για να εισαγάγει την ταυτόχρονη, αντιστικτική ή αρμονική, συνήχηση. Η “βενετσιάνικη πρόταση” της λειτουργίας των δύο χορών, αναμφίβολα, αποτέλεσε υπέρβαση»
(21) .

Είναι κατανοητό, ότι σκοπός της εισήγησής μας δεν είναι μουσικολογικός, αλλά, επειδή κατά καιρούς διάφοροι ανυποψίαστοι μέμφονται το ζακύνθιον ύφος, κλείνω την παράγραφο αυτήν, δανειζόμενος την άποψη του συνθέτη Μιχάλη Αδάμη, καταγεγραμμένη από τον Μάρκο Δραγούμη: Ότι δηλαδή, όταν άκουγε την ψαλμωδία αυτήν, τού θύμιζε την αρχαία Βυζαντινή Μουσική «περισσότερο απ’ ό,τι το νεοβυζαντινό μέλος που κυριαρχεί σήμερα στο πανελλήνιο» (22).

Αξίζει εδώ ν’ αναφερθεί μετά λόγου γνώσεως κι εκφράζοντας τα αισθήματα του κάθε Ζακυνθινού, ότι όλες αυτές οι εθιμικές-λατρευτικές ιδιαιτερότητες, εάν τηρηθούν και υπηρετηθούν από τον Κλήρο και δη τον εκάστοτε Μητροπολίτη της Ζακύνθου, τότε η ναυς της τοπικής Εκκλησίας ταξιδεύει μ’ ενότητα και ασφάλεια. Εάν όλα τα παραπάνω δεν τηρηθούν, οι κραδασμοί είναι πάμπολλοι κι επικίνδυνοι. Γι’ αυτό και παλαιό αίτημα των Ζακυνθίων υπήρξε (κάτι που βεβαίως προκύπτει από πλήθος δημοσιευμάτων στον διαχρονικό τοπικό Τύπο) ο Επίσκοπός της να προέρχεται από τα σπλάχνα της, ώστε να δυνηθεί να τηρήσει την τοπική Τάξη, όχι ως βεβιασμένη αναγκαιότητα, αλλά ως ανάγκη αναπνοής και του ίδιου. Κατά την τελευταία 15ετία η Ζάκυνθος έχει ευεργετηθεί να ποιμαίνεται από τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο Β΄ τον Συνετό, ο οποίος, με τρόπο συνετό, όχι μονάχα ετήρησε κατά πάντα την εκκλησιαστική μας Παράδοση, αλλά της προσέδωσε και νέα πνοή! Όχι επειδή πρέπει, αλλά κυρίως επειδή πηγάζει ανακουφιστικά από μέσα του!!!

Ο επιχειρών περιήγηση στη θρησκευτική πραγματικότητα της Ζακύνθου επισκέπτης, εκτός από το προσκύνημα στο τετιμημένο Σκήνωμα του Αγίου Διονυσίου, θα έχει την ευκαιρία να λάβει γνώση της τοπικής εκκλησιαστικής Ιστορίας, επισκεπτόμενος το νεοσύστατο Μουσείο (23) της Μονής, όπου εκτίθενται πραγματικοί θησαυροί Τέχνης και Πίστης, αποκατεστημένοι κατά κύριο λόγο στο υποδειγματικό Εργαστήριο Συντήρησης Εικόνων (24), που λειτουργεί τα τελευταία χρόνια στη Μονή. Όλα τούτα τα έργα έλκουν την καταγωγή τους κυρίως από την παλαιή έδρα της Μονής στα νησάκια Στροφάδες (25), αμελητέες για τους πολλούς κουκίδες στην νοτιοδυτική άκρη του ελληνικού χάρτη, όπου όμως σώζεται και κατά την τελευταία 15ετία γίνεται τιτάνια προσπάθεια ν’ αποκατασταθεί το περιώνυμο Καστρομονάστηρο των Παλαιολόγων, πάλαι ποτέ πνευματική ακρόπολη της όλης περιοχής.

Ο περιηγητής αξίζει να θαυμάσει εξάλλου τα παλαίφατα κι εσχάτως αποκατεστημένα Μοναστήρια (26) του Προδρόμου στη Λαγκάδα, Αγίου Γεωργίου των Κρημνών (όπου διακρίθηκε ο ρακενδύτης Μοναχός και Δάσκαλος του Γένους Παχώμιος Ρουσάνος), της Σπηλιώτισσας Ορθονιών, της Αναφωνήτρας στο Πλεμοναρίο (όπου ο ασκητής Αρχιεπίσκοπος πρώην Αιγίνης Διονύσιος ο Σιγούρος συναντήθηκε με τον φονέα του αδελφού του, συγχωρώντας τον), αλλά κι ένα πλήθος ενοριακών ναών ή παρεκκλησίων, τα οποία (με σημαντικότερο παράδειγμα την χρυσοποίκιλτη Φανερωμένη της πόλης Ζακύνθου) προσπαθούν ακόμη να ορθοποδήσουν μετά τη φοβερή Σεισμοπυρκαγιά του Αυγούστου 1953.

Στέκομαι ιδιαίτατα σε αυτή τη χρονολογία, επειδή το ιστορικό αυτό γεγονός επέφερε συγκλονιστικές μεταβολές, τόσο τον τόπο, στα μνημεία, στους ανθρώπους της Ζακύνθου, όσο και στην ίδια την ψυχοσύνθεση των εντοπίων. Είναι τέτοιο το κοινωνικο-οικονομικό και πολιτισμικό σοκ, ώστε έκτοτε οι Ζακύνθιοι, είτε στις διαπροσωπικές σχέσεις, είτε στη Γραμματεία τους, χρονολογούν πλέον «προσεισμικά» και «μετασεισμικά». Ο επισκέπτης μας συχνότατα θα το ακούσει αυτό. Όπως, εξάλλου, αξίζει να μπει στον προσεισμικό τόπο και χρόνο μας, μες από μια ξενάγηση στο Μεταβυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου, στην πλατεία Σολωμού. Εκεί έχουν συγκεντρωθεί πλήθος πολύτιμων και αξιοθαύμαστων σπαραγμάτων Τέχνης από ναούς, αφανισμένους υπό τα ερείπια των Σεισμών. Τέμπλα, φορητές εικόνες, τοιχογραφίες, ξυλόγλυπτα, αργυρόγλυπτα και ό,τι άλλο θαυμαστό χαρακτηρίζει την εντόπια Τέχνη. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, όπου υπάρχει μια μικρή μεν αλλά σημαντική συλλογή έργων θρησκευτικής Τέχνης.

Όλον αυτόν τον εικαστικό πλούτο περί την εκκλησιαστική Τέχνη της Ζακύνθου, αναχωρώντας ο περιηγητής απ’ το νησί μας, μπορεί να τον πάρει μαζί του μες από μνημειώδεις εκδόσεις. Θα μού επιτρέψετε να τού προτείνω κάποιες: α) Το πόνημα υπό τον τίτλο «Μουσείο Ζακύνθου» της Ζωής Μυλωνά (27), και β) το τρίτομο έργο «Εικόνες της Ζακύνθου» των Μυρτάλης Αχειμάστου-Ποταμιάνου και Γιάννη Ρηγόπουλου (28).

Κλείνω αυτή την περί Ζακύνθου συνοπτική παρουσίαση μ’ ένα υμνητικό σονέτο για το νησί, γραμμένο από έναν κορυφαίο της παγκόσμιας Γραμματείας. Δεν ανήκει στους περιηγητές, οι οποίοι έφτασαν έως εδώ κι έγραψαν τις εντυπώσεις τους. Η δύναμη της Φήμης της Ζακύνθου υπήρξε όμως τόσο διαδεδομένη, ώστε και ο Edgar Allan Poe (διότι περί αυτού πρόκειται) μεγαλύνει τον τόπο ως εξής:


ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ

Από τ’ ωραιότερο λουλούδι, εσύ ανθονήσι,
επήρες το γλυκόνομα που σε ομορφαίνει.
Πόσες στη θύμησή του, όποιος θα σε αντικρίσει,
λαμπρές κι αρμονικές στιγμές δεν ανασταίνει!

Ξυπνούν θωριές ευτυχισμένες που έχουν σβήσει,
ελπίδες φευγαλέες και στοχασμοί χαμένοι,
τ' όραμα εκείνης που δεν θα ξαναγυρίσει
ποτέ στη χλοερή γη τη μοσκοβολισμένη.

Ποτέ πλια! Τον αντίλαλο γρικώ θλιμμένο. -
Δεν θα ξαναχαρώ τα μαγικά σου κάλλη...
Και τώρα πια θάναι για με καταραμένο

το πρόσχαρο κι ολανθισμένο σου ακρογιάλι,
ω φλόγα του Υακίνθου, Ζάκυνθος εσύ,
λουλούδι της Ανατολής, Χρυσό Νησί!
(29)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Η έκφραση αυτή αποδίδεται στον Ζακύνθιο συγγραφέα Διονύσιο Ρώμα.
2. Τένιας Ρηγάκου, «Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Τέχνη στα Ιόνια Νησιά», Ιόνιοι Νήσοι. Ιστορία και Πολιτισμός, εκδ. Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, Αθήνα 2007, σ. 55.
3. Βλ. αναλυτική αναφορά, ό.π., σσ. 55-65.
4. Βλ. Ντίνου Κονόμου, Κρήτη και Ζάκυνθος, Αθήνα 1968 και Του ίδιου, Κρητικοί στη Ζάκυνθο, εκδ. Παγκρητίου Ενώσεως Αθηνών, Αθήνα 1970.
5. Βλ. Αθανασίας Γλυκοφρύδη-Λεοντσίνη, «Παιδεία και Φιλοσοφία στα Νησιά του Ιονίου (16ος – 19ος αιώνας)», Ιόνιοι Νήσοι. Ιστορία και Πολιτισμός, ό.π., σσ. 123-133.
6. Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, «Ο ενικός Σολωμός», Παρνασσός 41 (1999) 398-410.
7. Βλ. Θεοδόση Πυλαρινού, «Η Επτανησιακή Λογοτεχνία», Ιόνιοι Νήσοι. Ιστορία και Πολιτισμός, ό.π., σσ. 135-159.
8. Βλ. Θάνου Χρήστου, «Η Τέχνη στα Επτάνησα (18ος-20ός αιώνας)», ό.π., 205-223.
9. Βλ. Κώστα Καρδάμη, «Η Μουσική στα Επτάνησα», ό.π., σσ. 187-203.
10. Πρβλ. Σπύρου Χρ. Καρύδη, «Η εκλογή του Πρωτοπαπά Ζακύνθου και το ζήτημα της Επισκοπής Κυθήρων κατά την περίοδο της Βενετικής Κυριαρχίας», Θησαυρίσματα 38 (2008) 349-370.
11. Όσον αφορά στα της Κέρκυρας αυτής της περιόδου, πρβλ. επιλεκτικά, Α. Χ. Τσίτσα, Η Εκκλησία της Κερκύρας κατά την Λατινοκρατίαν 1267-1797, Κέρκυρα 1969 και Αλίκης Νικηφόρου, Δημόσιες τελετές στην Κέρκυρα κατά την περίοδο της Βενετικής Κυριαρχίας 14ος-18ος αι., εκδ. Θεμέλιο / Ιστορική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1999.
12. Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, «Η Ιστορία της Εκκλησίας των Ιονίων Νήσων», Ιόνιοι Νήσοι. Ιστορία και Πολιτισμός, ό.π., σσ. 239-255.
13. Πρβλ. Δημητρίου Μαγριπλή - Ι. Σόλαρη – Ι. Μπουγά, «Θρησκευτικός φανατισμός και τοπικές κοινωνίες στον ελληνικό χώρο», στον Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 583-594.
14. Βλ. Λεωνίδα Χ. Ζώη, Ιστορία της Ζακύνθου, Αθήναι 1955, σ. 286 εξ.
15. Βλ. σχετικά, Γ. Γ. Αλισανδράτου, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός στην Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο (1777), Ανέκδοτη επιστολή ενός ακροατή του. Μελέτη ιστορική και φιλολογική, Αθήνα 1982.
16. Βλ. Ντίνου Κονόμου, Άγιος Διονύσιος ο Πολιούχος Ζακύνθου, Αθήνα 1969 (β΄ έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, 1996).
17. Πρβλ. Jill Dubish, Το θρησκευτικό προσκύνημα στη σύγχρονη Ελλάδα. Μια εθνογραφική προσέγγιση, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2000.
18. Κυκλοφορεί συνήθως από τις ζακυνθινές εκδόσεις Έντυπο κάθε χρόνο ειδικό τεύχος, σε 10.000 αντίτυπα, το οποίο διανέμεται δωρεάν στους πασχαλινούς επισκέπτες της Ζακύνθου. Σε αυτό αναφέρονται τα έθιμα των Μεγάλων Ημερών, θεολογικά και λογοτεχνικά κείμενα σχετικά με το θείο Δράμα, ξεναγήσεις στα Μουσεία και στ’ αξιοθέατα του νησιού. Όλ’ αυτά διανθισμένα με πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Αξίζει να σημειωθεί, ότι το σχετικό φυλλάδιο του 2009 διανεμήθηκε σε όλη την Ελλάδα, μέσω της έγκριτης Εφημερίδας Το Βήμα της Κυριακής (4.4.2009) κι έτσι έφθασε σε 250.000 αναγνώστες!
19. Υπάρχει ολόκληρη διαλεκτική για την πατρότητα της μελωδίας αυτών του θαυμαστού αυτού ψάλματος, Βλ. σχετικά, το κεφάλαιο «Ο Ύμνος “Ίνα τι εφρύαξαν έθνη”», στο Νίκια Λούντζη, Η Ζάκυνθος μετά μουσικής… Εκκλησιαστική και Κοσμική Μουσική (Λαϊκή), εκδ. Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, Αθήνα 2008, (τ. 1), 98-114.
20. Βλ. Μάρκου Φ. Δραγούμη, «Η δυτικίζουσα εκκλησιαστική μουσική μας στην Κρήτη και στα Επτάνησα», Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, 31 (1976-1978) 272. Σημαντικότατο είναι και το πόνημα, Του ίδιου, Η μουσική παράδοση της Ζακυνθινής Εκκλησίας, εκδ. Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, Αθήνα 2000, το οποίο μετά πολλής επιστημοσύνης αντιμετωπίζει το θέμα, αποτυπώνοντας άγνωστες ή λιγότερο γνωστές μελωδίες.
21. Νίκια Λούντζη, ό.π., σ. 57. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι το εν λόγω πόνημα Λούντζη (σελ. 47-175) αποτελεί την καλύτερη και γλαφυρότερη (γιατί όχι;) μέχρι στιγμής σύνοψη της επιστημονικής γνώσης γύρω από το Ζακυνθινό Εκκλησιαστικό Μέλος και την εν γένει εκκλησιαστική μας Μουσική Παράδοση.
22. Μάρκου Φ. Δραγούμη, «Πρόσφατες έρευνες στη Ζάκυνθο για την εκκλησιαστική της μουσική», Δελτίον της Ιονίου Ακαδημίας, τ. 2, 271.
23. Βλ. σχετικά, Ζωής Μυλωνά, «Η Ιερά Μονή Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου και το νέο Μουσείο», Εορτολόγιον 2002 Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, σσ. 22-61.
24. Βλ. σχετικά, [Ανωνύμου], «Εργαστήριο Συντήρησης Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου», Εορτολόγιον 2003 Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, σσ. 25-30. Πρβλ και «Μικρή Πινακοθήκη. Οι Εικόνες πριν και μετά τη συντήρηση», ό.π., σσ. 31-43.
25. Από μια τεράστια βιβλιογραφία περί των Στροφάδων Νήσων, αναφέρουμε επιλεκτικά: α) Ντίνου Κονόμου, Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1967, σσ. 154-157, β) Διονυσίου Ι. Μούσουρα, Αι Μοναί Στροφάδων και Αγίου Γεωργίου των Κρημνών Ζακύνθου, (διδακτορική διατριβή), εκδ. Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου, εν Αθήναις 2003, γ) Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, «Στον πλωτό παράδεισο των Στροφάδων Νήσων», Εορτολόγιον 2008 Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, σ. 16-29 και δ) Γιώργου Καρρή και Αριστοτέλη Μαρτίνη, «Στροφάδια: Ένας απομονωμένος οικολογικός θησαυρός», ό.π., σσ. 30-39.
26. Βλ. σχετικά, στον Τόμο «Μονές της Ζακύνθου. Ιστορία - Αρχιτεκτονική - Τέχνη», Πρακτικά Επιστημονικής Ημερίδας (16 Νοεμβρίου 1996), εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1998.
27. Εκδ. Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Πολιτισμού, Αθήνα 1998. Η συγγραφέας του Ζωή Μυλωνά είναι Αρχαιολόγος και διετέλεσε επί πολλά χρόνια Διευθύντρια του Μουσείου Ζακύνθου και εσχάτως της νεοσύστατης 20ής Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.
28. Εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου και οι τρεις τόμοι. Ο α΄ είναι της Μυρτάλης Αχειμάστου-Ποταμιάνου (Αθήνα 1997), με προλεγόμενα του Μανόλη Χατζηδάκη, κυκλοφορήθηκε μάλιστα και στην αγγλική γλώσσα. Οι β΄ και γ΄ τόμοι της σειράς είναι του Γιάννη Ρηγόπουλου και φέρουν τον παραλλαγμένο τίτλο «Εικόνες της Ζακύνθου και τα πρότυπά τους» (Αθήνα 2006).
29. Η μετάφραση είναι του Μαρίνου Σιγούρου, δημοσιευμένη στο βιβλίο του Εκλεκτές σελίδες (1901-1952), του 1952. Εδώ προέρχεται από την ποιητική ανθολογία του Διονύση Σέρρα, Η Ζάκυνθος στην ελληνική και ξένη ποίηση, εκδ. Οι Φίλοι του «Περίπλου», Αθήνα 1994, σ. 126. Το ίδιο ποίημα βλ. α) Εδγαρ Άλαν Πόε, Τα Ποιήματα, (Μτφρ Νίκου Σημηριώτη), εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1979, σ. 39 και β) Edgar Allan Poe, «Sonnet – To Zante / Σονέτο – Στη Ζάκυνθο», (Μτφρ Στέφανου Μπεκατώρου), Επτανησιακά Φύλλα 19 (1998) 327.

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου: ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ










Κατά την διάρκεια της αποψινής τιμητικής εκδήλωσης για την τριπλή επέτειο του Μητροπολίτη Ζακύνθου κ. Χρυσοστόμου και την παρουσίαση του Τιμητικού - Επιστημονικού Τόμου "Φιόρα Τιμής" έγινε η Ανακήρυξή του σε Επίτιμο Καθηγητή του ΑΤΕΙ Ιονίων Νήσων και μάλιστα του Τμήματος Τεχνολογίας Περιβάλλοντος και Οικολογίας (που εδρεύει στη Ζάκυνθο), η ίδρυση του οποίου οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στον ίδιο τον Μητροπολίτη.
Για την προσωπικότητα του τιμωμένου μίλησε από καρδιάς ο Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής Καθηγητής Γιώργος Καλκάνης, ενώ το σχετικό ψήφισμα ανέγνωσε ο Προϊστάμενος του Τμήματος Τεχνολογίας Περιβάλλοντος Καθηγητής Αριστοτέλης Μαρτίνης.
Μετά τα καθιερωμένα, ο κ. Χρυσόστομος -κατά τα ειωθότα παρόμοιων απονομών- έλαβε τον λόγο και ομίλησε ως εξής:


ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ
τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου



Μέ χαρά καί εὐχαρίστηση ἀποδέχομαι τήν σέ Ἐπίτιμο Καθηγητή Ἀνακήρυξή μου ἀπό τό Τμῆμα Τεχνολογίας Περιβάλλοντος καί Οἰκολογίας. Ἡ τιμή, ἀποβλέπει -θεωρῶ- πρός τήν Ἐκκλησία, ἐπειδή, ὅ,τι καί ἄν πράξουμε ἐμεῖς οἱ χοϊκοί καί πεπερασμένοι, ἐκ τῆς Χάριτος τοῦ Οὐρανοῦ ἀπορρέει ὡς δωρεά. Καί, σύμφωνα μέ τό ἱερό λόγο, «δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε». Κατά συνέπειαν, ὁ ὁμιλῶν προσφέρει, ὄχι ἐξ ἰδίων, ἀλλ’ ἐκ τῶν δωρεῶν τοῦ Ποιητοῦ τῆς ὑπάρξεώς μας.
Συμμετείχαμε ὄντως ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μας στόν ἀγώνα ἱδρύσεως καί συνεχίζομε νά ἐργαζόμαστε ὅπου μᾶς ζητηθεῖ στήν ἀγωνία προόδου τοῦ περιβαλλοντικοῦ Τμήματος Α.Τ.Ε.Ι. τοῦ νησιοῦ μας, καθώς ἔχουμε πεισθεῖ γιά τήν ἀναγκαιότητα εὐαισθητοποιήσεως ὅλων, ἀλλά κυρίως τῆς νέας γενιᾶς περί τά οἰκολογικά προβλήματα, γιά τά ὁποῖα, ἐν συντομίᾳ πολλῇ, κάνω εὐθύς ἀμέσως ὁρισμένες θεολογικές σκέψεις:

Μέχρι τήν ἐποχή μας, ἀπό πολλές πλευρές ἀκούγεται ἡ ἄποψη περί δυνατότητος αὐτοϊάσεως τοῦ τραυματισμένου οἰκοσυστήματος. Καί δικαίως. Μέχρι πρότινος κάτι μποροῦσε νά κατορθωθεῖ. Ἤδη, κατά τίς ἐπισημάνσεις τῶν εἰδικῶν, οἱ δυνατότητες διορθώσεως ἐξαντλοῦνται δραματικῶς.

Κατά τήν χριστιανική θεώρηση τῶν πραγμάτων, ἡ θεία Χάρη ἔχει ἐκφρασθεῖ πρός τό ἀνθρώπινο γένος «πολυμερῶς καί πολυτρόπως». Τά δημιουργήματα τοῦ Σύμπαντος, μέ ἀνώτερο τόν Ἄνθρωπο, ἐξῆλθαν «καλά λίαν» ἀπό τά χέρια τοῦ Πλάστη. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἐπαναλαμβάνει τήν παρακοή τῶν Πρωτοπλάστων.

Ὁ ὁμιλῶν ἔχει καί σέ ἄλλες εὐκαιρίες παρατηρήσει, ὅτι τό οἰκολογικό πρόβλημα (τό ὁποῖο κατά πολλούς εἶναι ἕνα πρόβλημα πολιτικό), εἶναι σέ τελική ἀνάλυση πρόβλημα κυρίως π ν ε υ μ α τ ι κ ό. Συγκρούεται ξανά ὁ ἰδεαλισμός μέ τόν ὑλισμό. Ὁ ἄνθρωπος, ἀποτελούμενος ἀπό τήν ψυχή καί τό σῶμα, ἀπό στοιχεῖα πνευματικά δηλαδή καί ὑλικά, εἶναι ὑποχρεωμένος νά τηρεῖ μιάν ἁρμονία μεταξύ τῶν δύο. Ἐάν ἡ ἀξία τοῦ ἑνός συνθετικοῦ ἀπορροφηθεῖ ἀπό τό ἄλλο, ἐάν ἡ ψυχή δηλαδή ὑπερκεράσει τό σῶμα, ἤ, ἐάν στό σῶμα δοθεῖ ἔμφαση μεγαλύτερη ἔναντι τῆς ψυχῆς, τότε διασαλεύεται ἐπικίνδυνα ἡ ἰσορροπία, τήν ὁποίαν ὅρισε ὁ Δημιουργός καί κατά συνέπειαν ἐκπίπτομε θεολογικῶς, εἴτε στό στρατόπεδο τῶν εὐσεβιστῶν, εἴτε στό στρατόπεδο τῆς λατρείας τῆς ὕλης, σέ δυό ἀκραῖες πάντως καταστάσεις, καταδικασμένες στήν συνείδηση τῆς αὐθεντικῆς Ὀρθοδοξίας.
Κατ’ ἐπέκτασιν τῆς συλλογιστικῆς μας αὐτῆς, μόλις ὁ ἄνθρωπος ἐθεώρησε, ὅτι τό φυσικό περιβάλλον, μέ τό νά τό ὑποτάξει στίς ὀρέξεις του, θά ἠμποροῦσε νά τοῦ παρέχει ὅλο καί περισσότερα, ἄρχισε μεταξύ τους μιά ἰδιάζουσα σχέση, ἀφύσικη: Ὁ ἄνθρωπος διαρκῶς λήστευε, δυνάστευε τό περιβάλλον καί ἐκεῖνο, ἀμυνόμενο νά κρατήσει τήν ἁρμονία του, ἄρχισε ν’ ἀντιδρᾶ.
Τούς πικρούς καρπούς τῆς δεύτερης αὐτῆς πτώσεως γευόμαστε ὅλοι μας καί -δυστυχῶς- θά γεύονται καί τά παιδιά τῶν ἑπομένων γενεῶν. Ἐντός ὀλίγου δέν θά μποροῦμε πιά νά ζήσουμε ἐπάνω στή γῆ. Ἐξόριστοι ἀπό τό φυσικό μας περιβάλλον, τό ὁποῖο λεηλατήσαμε (πολλές φορές μάλιστα, ἀποδιωγμένοι καί ἀπό τόν ἴδιο μας τον ἑαυτό) ψάχνομε νά εὕρουμε τόπο κατάλληλο, ὥστε ἐκεῖ νά κρύψουμε τήν γυμνότητά μας.
Ἐάν ὁ ἄνθρωπος σεβόταν τά ἐν σοφίᾳ ποιήματα τοῦ Θεοῦ μέσα στόν κοινό Κῆπο-Κόσμο μας, ἐάν διέκρινε πίσω ἀπό τό κάθε κτίσμα τήν μυστική ἐνέργεια τοῦ Δημιουργοῦ, τότε θά προσέδιδε στά πράγματα τοῦ Περιβάλλοντος τήν σημασία πού τούς ἀνήκει. Ἀντιθέτως, πασχίζει ὅλο καί περισσότερο νά ἐκμεταλλευθεῖ τήν κάθε πτυχή καί δυνατότητα τοῦ οἰκοσυστήματος, προσβάλλοντας ἔτσι μέ βάναυσο τρόπο τίς ὁριοθετήσεις τοῦ Δημιουργοῦ. Τό πρόβλημα ἔγκειται σέ αὐτό ἀκριβῶς: Χάνοντας τήν πνευματικότητά μας, μεταθέσαμε τό κέντρο βάρους τοῦ ἐνδιαφέροντός μας στήν θεοποίηση τῆς ὕλης, γι’ αὐτό καί παταγωδῶς ἀποτύχαμε ὡς ὑπάρξεις καί πολιτισμός.

Ἡ συστράτευση τῶν χριστιανικῶν δυνάμεων ἔναντι τοῦ προβλήματος ἔχει ἀνθίσει καί ἐξελιχθεῖ ἱκανοποιητικῶς κατά τήν τελευταία εἰκοσαετία. Πρῶτος διδάξας ὁ μακαριστός Πατριάρχης Δημήτριος. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τό 1989, ἐπί τῆς πατριαρχίας του καθιερώθηκε ἡ 1η Σεπτεμβρίου κάθε ἔτους ὡς ἡμέρα ἀναπέμψεως προσευχῶν γιά τήν προστασία τοῦ περιβάλλοντος. Μ’ ἕνα ἐμπνευσμένο Μήνυμά του ἐπεσήμανε τήν ἀναγκαιότητα τῆς πρωτοβουλίας αὐτῆς, προτρέποντας μάλιστα τούς μέν πιστούς, νά νουθετοῦν σχετικῶς καί τά παιδιά τους, τούς δέ κυβερνῆτες τῶν λαῶν, νά μή χρονοτριβοῦν στήν προστασία καί διάσωση τῆς φυσικῆς δημιουργίας.

Στό σημεῖο αὐτό θά μνησθοῦμε τῶν οἰκολογικῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ σημερινοῦ Πρώτου τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος, ἀμέσως μόλις ἀνέλαβε τά ἡνία τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τό 1991, υἱοθέτησε τά οἰκολογικά ὁράματα τοῦ προκατόχου του. Εἶναι τέτοιας σημασίας οἱ δραστηριότητές του ὑπέρ τοῦ Περιβάλλοντος, ὥστε ἡ διεθνής κοινότητα, ἀναγνωρίζοντας τήν συμβολή του στήν μεγάλη ὑπόθεση τῆς εὐαισθητοποιήσεως τοῦ σύγχρονου κόσμου ὑπέρ τῶν δικαίων τῆς Κτίσεως, τόν ἔχει ὀνομάσει «Πράσινο Πατριάρχη» γιά ὅσα σκέπτεται καί πραγματοποιεῖ, συνεπικουρούμενος ἀπό τήν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδο τοῦ Φαναρίου ὑπέρ τοῦ κοινοῦ στόχου.

Ἔκτοτε ἡ Ὀρθόδοξη Βιβλιογραφία πλήθει σοβαρότατων και ἐμπεριστατωμένων θεολογικῶν μελετῶν γιά τό ἐν λόγῳ θέμα, διαρκῶς μάλιστα ἐμπλουτίζεται μέ νεώτερες καταθέσεις.
Ἀξίζει ν’ ἀναφερθεῖ, ὅτι ὁ ὁμιλῶν ἔχει ἀπό τοῦ Ὀκτωβρίου 2007 εἰσηγηθεῖ στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅτι θά μπορούσαμε ὡς Συνοδικό Σῶμα νά προβοῦμε σέ ὁρισμένες κινήσεις εὐαισθητοποιήσεως τοῦ λαοῦ μας, δεδομένου ὅτι ὁ ρόλος μας εἶναι πνευματικός καί ἡ Ἐκκλησία μας μόνον ὡς Μητέρα δύναται νά νουθετήσει ἄρχοντες καί ἀρχόμενους. Ὁ σύγχρονος θεολογικός μας λόγος, εἶναι ἀνάγκη να γίνει κτῆμα ὅλων. Ξέχωρα ἀπό τό ὁτιδήποτε σκέπτεται ἤ ἤδη ἐφαρμόζει ὁ καθένας ἐξ ἡμῶν ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ἐπισκοπικῆς του εὐθύνης, εἶναι ἀνάγκη νά ὑπάρξει ἕνα συνοπτικό corpus τῆς σύγχρονης «θεολογικῆς Οἰκολογίας». Ὁ περί Οἰκολογίας λόγος μας εἶναι ἀπαραίτητο νά γνωσθεῖ ἀπό μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές καί ὅλους τούς νέους μας, ἐκπαιδευτικούς ὅλων τῶν βαθμίδων, κατοίκους τῶν πόλεων καί τῆς ὑπαίθρου, Κλῆρο και Λαό ἐν γένει.

Εὐχαριστῶ γιά τήν τιμή καί τήν ὑπομονή Σας καί μακάρι, ὁ καθένας ἀπό τόν χῶρο εὐθύνης του, νά κάμει τό δέον γενέσθαι ὑπέρ τοῦ Περιβάλλοντός του, δηλαδή ἐντέλει τοῦ ἴδιου του ἑαυτοῦ Του!
Γένοιτο!

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Διονυσίου Γ. Δακουρά: Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΙΕΡΟΣ (Θρησκειολογική αναφορά)

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 249-268]

«Τοῖς ἐρημικοῖς ἄπαυστος ὁ θεῖος πόθος ἐγγίνεται, κόσμου οὖσι τοῦ ματαίου ἐκτός»,
Παρακλητική, Ἦχος Α΄


«Τοῖς ἐρημικοῖς ζωὴ μακαρία ἐστί, θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένοις»,
Παρακλητική, Ἦχος Πλ. Α΄

Αντί Προλόγου
Οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ συνεργάται τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ζακύνθου κ. Χρυσοστόμου ἀνέλαβον τὴν πρωτοβουλίαν νὰ τὸν τιμήσουν διὰ τῆς συγγραφῆς Τιμητικοῦ Τόμου, εἶναι προφανεῖς. Ἰδιαιτέρως μάλιστα δι’ ὅσους ἀποτελοῦν τὸν κύκλον τῶν παρὰ τῷ τιμωμένῳ Ἀρχιερεῖ διακονούντων εἰς τὴν θεόσωστον Μητρόπολιν τῆς Ζακύνθου, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι περισσότερον παντὸς ἄλλου εἰς θέσιν νὰ γράψουν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν προσωπικήν του ἐπέτειον ἐπὶ τῇ συμπληρώσει δεκαπενταετίας ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεως αὐτοῦ εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον τῆς γενέτειράς των.
Ἐπειδὴ ἡ Ἐπιτροπὴ παρέχει τὴν εὐκαιρίαν εἰς ὅσους περιεποίησαν τὴν τιμὴν τῆς προσκλήσεως πρὸς συμμετοχὴν εἰς τὸν Τόμον μὲ μίαν πρωτότυπον ἐργασίαν «ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῆς ἐπιστημοσύνης» των, ἐδραξάμην τῆς εὐκαιρίας νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν πρόσκλησιν μὲ θέμα τῆς εἰδικότητός μου, ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἐπέτειον τῆς συμπληρώσεως πλήρους πεντηκονταετίας ἀπὸ τῆς Μοναχικῆς του κουρᾶς εἰς τὴν περιώνυμον Μονὴν τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Θεοβαδίστου Ὄρους Σινᾶ καὶ μὲ θέμα ἁπτόμενον τοῦ Μοναχισμοῦ, σεβασμοῦ ἕνεκεν ὄχι μόνον πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν ἐκεῖ ἐγκαταβιούντων εὐσεβῶν Μοναχῶν, ἀλλὰ καὶ διότι ἐκεῖ τεθησαύρισται τὸ τίμιον Λείψανον τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, ἀποτελούσης τρανὴν ἀπόδειξιν τῆς, κατ’ ἐμέ, ἐφηρμοσμένης Ἁγιότητος.
Πλὴν τούτων ἐθεώρησα καθῆκον τὴν συμμετοχήν μου εἰς τὸν Τιμητικὸν Τόμον καὶ δι’ ἕνα ἐπιπρόσθετον λόγον, ὅτι δηλαδὴ αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ ὑπερήφανος, ὡς ἕλκων τὴν καταγωγὴν ἐκ τῆς Χώρας τῆς Ζακύνθου καὶ ὡς φέρων ἀναξίως τὸ ὄνομα τοῦ προστάτου τῶν Ζακυνθίων Ἁγίου Διονυσίου, τὸ ἱερὸν Λείψανον τοῦ ὁποίου, ὅπως ἐκεῖνα τοῦ Ἁγίου Γερασίμου ἐν Κεφαλληνίᾳ, τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος καὶ τῆς Ἁγίας Θεοδώρας τῆς Αὐγούστης ἐν Κερκύρᾳ, ἀποτελεῖ τὴν ἀνὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὄντως διαρκῆ καὶ ἐφηρμοσμένην Ἁγιότητα πρὸς δόξαν τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ.


Ι. Εἰσαγωγικά
1) Ὁ ὅρος «Μοναχισμός», ἐτυμολογούμενος ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ ρήματος «μονάζειν», τουτέστι «ζῆν μεμονωμένως», θεωρεῖται ἐξ ὅλων σχεδὸν τῶν ἐρευνητῶν τῆς παρούσης ἐποχῆς ὡς καθολικὸν ἀνθρώπινον βασικὸν δεδομένον καὶ κατὰ συνέπειαν ὡς παγκόσμιον φαινόμενον. Οὕτω εἰς ὅλα τὰ μεγάλα θρησκεύματα ἀπαντοῦν μοναχικαὶ μορφαὶ ζωῆς, αἱ ὁποῖαι παρίστανται ὡς ἀναχωρητισμός, ἢ ὡς μοναστήρια κοινοβιακὰ ἢ καὶ ὡς μικταὶ μορφαί. Αἱ διάφοροι μορφαὶ αὗται ἐξελίσσονται ἔχουσαι ὡς ἀφετηρίαν τὴν θέλησιν πρὸς ὁλοκληρωτικὴν ἀφιέρωσιν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν ἀποδοχήν των ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι κατ’ ἀκολουθίαν συνδεδεμέναι μὲ τὰς κοινωνικὰς καὶ νομικὰς (κανονιστικὰς) διαστάσεις τῆς λαϊκο-θρηκευτικῆς κοινότητος.
Εἰς τὴν προχριστιανικὴν καὶ ἐξωχριστιανικὴν περιοχὴν ὁ Μοναχισμὸς καταλαμβάνει ἐντὸς τοῦ Βουδδισμοῦ καὶ τοῦ Τζαϊνισμοῦ λίαν ἐκτενῆ χῶρον. Ἀμφότερα τὰ θρησκεύματα αὐτά, ὅπως καὶ ὁ Ταοϊσμὸς καὶ ὁ Λαμαϊσμός, εἶναι θρησκεύματα Μοναχισμοῦ, ἄν βεβαίως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ὅλη ἱστορία τοῦ Βουδδισμοῦ. Μοναχικοὶ τρόποι ζωῆς ἀπαντοῦν καὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμόν, ἰδίᾳ εἰς τὴν φιλοσοφικὴν Σχολὴν τῶν Πυθαγορείων, εἰς τὴν ἀρετολογίαν τῆς Στοᾶς, τῆς βραδυτέρας λαϊκῆς φιλοσοφίας, ἐξ ἧς προέρχονται ὡρισμέναι ἔννοιαι καὶ τεχνικοὶ ἐκφραστικοὶ ὅροι, ὅπως π.χ. Ἄσκησις, Ἀναχωρητισμός, Κοινόβιον, Σχῆμα (δηλαδὴ ἡ ἐνδυμασία τῶν Μοναχῶν).
Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον τῆς μοναστικῆς ζωῆς ἀντιδιαστέλλονται οἱ Ἀναχωρηταί, δηλαδὴ Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι, ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς τάξεως τῶν ἀδελφῶν Μοναχῶν ἀποσύρονται εἰς τὴν ἐρημίαν, δι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται ἕκαστος ἐξ αὐτῶν «ὁ κατὰ μόνας» ζῶν, ὁ ἐρημίτης. Οὗτοι διακρίνονται ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὀνομάζονται κοινοβιάται, δηλαδὴ Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι διαβιοῦν εἰς μοναστικὴν κοινότητα, εἰς ἕν τάγμα, εἰς μοναστήριον, καὶ ὑπηρετοῦν τὸν Θεὸν ὑπὸ ἕνα κανονισμὸν καὶ ἕνα ἡγούμενον. Ἐν τῇ Π.Δ. τόσον αἱ προφητικαὶ κοινότητες, ὅσον καὶ ἡ κοινότης Qumran, παρουσιάζουν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον χαρακτηριστικὰ ἑνὸς μοναστικοῦ τρόπου ζωῆς.
2) Εἰς τὴν αὐτοκατανόησιν τοῦ ἀρχαίου χριστιανικοῦ Μοναχισμοῦ ἡ ἀνωτέρω παρατήρησις τοῦ μοναστικοῦ φαινομένου παραμένει ξένη. Οὐδεμία ἄμεσος ἐξάρτησις τοῦ Χριστιανικοῦ Μοναχισμοῦ ἐκ τοῦ ἐξωχριστιανικοῦ Μοναχισμοῦ ἀναγνωρίζεται ἐκ μέρους νεωτέρων ἐρευνητῶν. Ὅπως ὁ πρώιμος ἐκκλησιαστικὸς Μοναχισμός, οὕτω καὶ ἡ Θεολογία τοῦ Μοναχισμοῦ τῆς ἐποχῆς μας θεωρεῖ τὸν Μοναχισμὸν θεμελιούμενον εἰς τὴν κλῆσιν τοῦ Χριστοῦ πρὸς μίμησίν Του, συμφώνως πρὸς τὸ Εὐαγγέλιόν Του. Αὕτη ἐκδηλοῦται εἰς τὴν πολλαπλότητα τῶν τρόπων ζωῆς ἐκ τῆς πληρότητος τῶν δωρουμένων χαρισμάτων. Αὐτὴ ἡ θεμελιώδης βιβλικὴ ἐντολὴ παραμένει οὐσιώδης πυρὴν καὶ εἰς ὅλας τὰς πνευματικὰς κοινότητας, εἰς τὰς ὁποίας ὅμως δέν δύναται νὰ γίνεται λόγος περὶ Μοναχισμοῦ ἐν τῇ ἐννοίᾳ ἐκείνου τῆς πρώτης χιλιετίας.
Μοναστικοὶ τρόποι ζωῆς γίνονται ἱστορικῶς ἀντιληπτοὶ τὸ πρῶτον μετὰ τὸν διωγμὸν τοῦ Δεκίου (249/250), ἰδιαιτέρως ὅμως μετὰ τὴν Κωνσταντίνειον στροφήν. Ἄνδρες καὶ γυναῖκες προσπαθοῦν νὰ ἐφαρμόσουν τοὺς λόγους τοῦ Ἰησοῦ εἰς μίαν ὁλοκληρωτικὴν ἀφιέρωσιν τῆς ζωῆς των πρὸς τὸν Θεόν. Πρὸς τοῦτο ἀρκεῖ νὰ ἀναφερθοῦν π.χ. τὰ χωρία, Μάρκ. 10, 19, Ματθ. 19, 11 ἑξ., Λουκ. 18, 18 ἑξ. Μετὰ τοὺς ἐν τῇ Ἁγ. Γραφῇ ἀναφερομένους διδασκάλους, προφήτας καὶ θαυματουργοὺς προβάλλουν ἐντὸς ὀλίγου ἄνδρες καὶ γυναῖκες ὡς μαθηταί, οἱ ὁποῖοι συγκεντρώνονται πέριξ αὐτῶν, ὅπως εἶναι ὁ Μ. Ἀντώνιος († 356), ἢ σχηματίζονται κοινότητες, ὅπως τοῦ Παχωμίου, τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ Μαρτίνου καὶ τοῦ Βενεδίκτου, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 360-550. Αὗται πάλιν ἐξελίσσονται δι’ ἑνὸς τρόπου ζωῆς βιουμένης ὑπὸ τὸν Κανονισμὸν εἰς μίαν τοιαύτην κατάστασιν, ἡ ὁποία βραδύτερον ἔλαβε τὸν τίτλον τοῦ Τάγματος.
3) Ἐπειδὴ ἡ ἐκτίμησις τοῦ Ἰησοῦ, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ μὴ χριστιανικὰ θρησκεύματα, ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ λύτρωσιν καὶ σωτηρίαν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται μόνον εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀνθρώπων, γίνεται πλέον λόγος ὄχι περὶ ἐντολῶν-διαταγῶν, ἀλλὰ περὶ «συμβουλῶν». Αὗται ἀρθρώνονται εἰς τοὺς «Κανόνας-Τάγματα», διὰ τὰ ὁποῖα δέν εἶναι τόσον ἀποφασιστικοὶ οἱ ἀριθμοὶ καὶ αἱ τυπικαὶ ἐκφράσεις, ἀλλὰ ἡ «μεταβίβασις-ἐγκατάλειψις» τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν θεόν, μὲ τὴν ἀμετάκλητον ἀπόφασιν, οὐδεμίαν ἄλλην ὑλικὴν ἀξίαν νὰ προτιμοῦν οὔτε καὶ αὐτὴν τὴν ἰδίαν θέλησιν, εἰ μὴ μόνον τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν μετερρυθμισμένον Χριστιανισμὸν μία περαιτέρω διάσωσις μοναχικῶν τρόπων ζωῆς, (ὅπως τὸ Ταιζέ, Casteler Ring κ.ἄ.), κατανοεῖται ἐκ τῆς προϋπαρχούσης γενικῆς ἀνθρωπίνης ἀντιλήψεως καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ Εὐαγγελίου.
ΙΙ. Θρησκειολογικὰ δεδομένα τοῦ Μοναχισμοῦ
1) Μετὰ τὴν θρησκειολογικὴν εἰσαγωγὴν περὶ τῆς οὐσίας τοῦ Μοναχισμοῦ, ἀναφερόμεθα ἀκολούθως εἰς τοὺς ἐνσαρκωτὰς τοῦ Μοναχισμοῦ, ἐκείνους δηλαδή, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν τάξιν τῶν Μοναχῶν, ἡ ὁποία, μόνον εἰς τὸν Χριστιανισμὸν ἀποτελεῖ τὴν τρίτην κατὰ σειρὰν τάξιν, μετὰ τὴν τῶν λαϊκῶν καὶ κληρικῶν. Δέν ὑπεισερχόμεθα, βεβαίως, εἰς τὴν ἐκκλησιαστικο-ἱστορικὴν ἐξέλιξιν καὶ διαμόρφωσιν τῆς ἰδιαιτέρας τάξεως τῶν Μοναχῶν, ἀλλὰ περιοριζόμεθα εἰς τὴν θρησκειολογικὴν ἀναφορὰν περὶ τῶν Μοναχῶν καὶ τῶν Μοναζουσῶν, οἱ ὁποῖοι τιμοῦν τὸ μοναχικὸν αὐτῶν σχῆμα. Συγκριτικὴ θρησκειολογικὴ θεώρησις τοῦ Χριστιανικοῦ Μοναχισμοῦ μὲ τὸν προχριστιανικὸν καὶ ἐξωχριστιανικὸν ἀπαιτεῖ, ὡς εἶναι εὔλογον, ἰδιαιτέραν πραγματείαν.
Ἀπὸ καθαρᾶς λοιπὸν θρησκειολογικῆς ἐπόψεως ὁ Μοναχὸς θεωρεῖται φορεὺς τῆς ἱερότητος καὶ ἁγιότητος. Ἐνῶ Ἱερεὺς γίνεται ὁ ἄνθρωπος εἴτε διὰ γεννήσεως ἢ διὰ χειροτονίας, Μοναχὸς γίνεται ὁ ἀσκητὴς κατόπιν ἐλευθέρας ἀποφάσεως, ἡρωϊκῆς ἀπαρνήσεως καὶ προσωπικῆς θυσίας. Ὁ Ἱερεὺς εἶναι φορεὺς μιᾶς πραγματικῆς, ἐνῶ ὁ Μοναχὸς μιᾶς προσωπικῆς ἱερότητος.
2) Ἀρχικῶς δέν φαίνεται νὰ ἦσαν κάπως ἡνωμένοι ὁ Μοναχισμὸς καὶ ὁ Κλῆρος. Ἀπὸ θρησκειολογικῆς ἐπόψεως καὶ μόνον δύναται νὰ λεχθῆ, ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸν προχριστιανικὸν Μοναχισμόν, ὅτι ἡ κλασικὴ χώρα τοῦ Μοναχισμοῦ ἦτο ἡ Ἰνδία (1). Τὸ πρῶτον ὑπῆρχαν εἰς Ἰνδίαν μόνον μεμονωμένοι - ὀλίγοι ἀσκηταί. Κατὰ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ὁ βραχμανικὸς πα-τήρ τῆς οἰκίας ἐγένετο μοναχός, ἐρημίτης τοῦ δάσους, χαρακτηριζόμενος ὑπὸ τῶν ἰνδικῶν κειμένων «vana-prastha», ὁ ὁποῖος καὶ ἐξετέλει, ἂν καὶ εἰς περιωρισμένον βαθμόν, τὴν προσφορὰν θυσίας. Τελικῶς οὗτος ἐγένετο «sannyāsin»,δηλαδὴ ἀπαρνητής, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν λατρείαν προσέφερε καὶ περιεπλανᾶτο ὡς ἐπαίτης. Ἐκ παραλλήλου ὑφίσταντο ἀσκηταί, οἱ ὁποῖοι ἤδη λίαν ἐνωρίς, εἰς νεαρὰν ἡλικίαν ἐγένοντο ἀνέστιοι περιπλανώμενοι μοναχοί, καλούμενοι «sramana» καὶ «sādhu». Πρῶτος ἱδρυτὴς μοναστικῆς ὀργανώσεως ἦτο ὁ Parsvanatha, ἀποβιώσας περὶ τὸ 720 π.Χ., υἱὸς βασιλέως, ὁ ὁποῖος εἰς ἡλικίαν 30 ἐτῶν ἀνεχώρησεν ἐκ τοῦ κόσμου. Ἵδρυσεν τάγμα ἐξ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ὀνόματι «sangha», δηλαδὴ τάγμα τῶν «nirgrantha» τουτέστι «τῶν ἀπηλευθερωμένων ἐκ τῶν δεσμῶν τοῦ karma». Ἐνταῦθα ἀπαντᾷ ἡ σύστασις-ἀπαίτησις τῆς μὴ ἀσκήσεως βίας ἐναντίον οἱουδήποτε ζῶντος ὄντος, ἡ καθιέρωσις δηλαδὴ τῆς γνωστῆς «ahimsa». Ἐκτὸς ταύτης ἀπῃτεῖτο ἐκ μέρους τῶν μοναχῶν, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, εἰλικρίνεια, σεξουαλικὴ ἀποχή, καὶ ἀκτημοσύνη. Πέριξ τοῦ Τάγματος συ-νεσπειρώθη μία κοινότης ἐκ λαϊκῶν, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Αὐτὸ τὸ Τάγμα μετερρυθμίσθη κατὰ τὸν 6ον αἰῶνα π.Χ. ὑπὸ τοῦ Vardhamana Ma-hāvira Nataputta. Ἐξ αὐτοῦ προῆλθεν τὸ μοναχικὸν Τάγμα τῶν Jinas (2). Οἱ μοναχοὶ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ τηροῦν τὰς πέντε «μεγάλας ὑποσχέσεις-τάματα», τὰ λεγόμενα «mahāvrata», τὰ ὁποῖα ἦσαν: 1) Μὴ τραυματισμὸς οἱουδήποτε ζῶντος ὄντος, γεγονὸς τὸ ὁποῖον περιελάμβανεν ὄχι μόνον αὐστηρὰν χορτοφαγικὴν διατροφήν, ἀλλὰ καὶ ἀποφυγὴν τῆς ἀκουσίας θανατώσεως ἐντόμων. 2) Εἰλικρίνεια, 3) Γενετήσια ἀποχή, ἀποκλειομένης οἱασδήποτε κοινωνίας μετὰ τοῦ ἄλλου φύλου. 4) Σεβασμὸς τῆς ξένης ἰδιοκτησίας, καὶ 5) Πλήρης ἀκτημοσύνη. Οἱ λαϊκοὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ Τάγμα, καλούμενοι «Ἀκροαταί» (śrāvaki), ἔπρεπε νὰ τηροῦν μόνον τὰ «μικρὰ τάματα» (anuvrata): 1) Ἀποφυγὴ τῆς ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως θανατώσεως ζώντων ὄντων, 2) Ἀποφυγὴ μοιχείας, 3) Εἰλικρίνεια καὶ μή-κλοπή. Καθῆκον ὅμως ἰδιότυπον τῶν λαϊκῶν ἦτο ἡ φροντὶς διὰ τὴν διατροφὴν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν.
3) Κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν περίπου ἀνεφύη καὶ τὸ βουδδιστικὸν Τάγμα (3), ἀποκαλούμενον «sangha» καὶ ὀργανωθὲν κατὰ τὰ πρότυπα τοῦ Τζαϊνισμοῦ. Πέριξ τῆς κοινότητος τῶν ἐπαιτῶν μοναχῶν, τῶν «Bhiksu», καὶ ἐπαιτῶν-μοναζουσῶν, τῶν «Bhiksuni», συνεκεντροῦντο οἱ ἀνήκοντες εἰς τρίτον τάγμα λαϊκῶν λάτρεων, ἀνδρῶν, τῶν «upāsaka», καὶ γυναικῶν, τῶν «upasika». Οἱ μοναχοὶ τηροῦν ἀκόμη τὰς 10 ἐντολάς, ἀποκαλουμένας «dasa-sila»: Εἰς τὰς τζαϊνιστικὰς ἐντολὰς προστίθενται καὶ ἄλλαι, ὅπως μόνον ἅπαξ τῆς ἡμέρας νὰ τρώγουν, νὰ ἀποφεύγουν τὸν χορόν, τὴν μουσικὴν καὶ τὴν ἐπίδειξιν. Στέφανοι, ἀρώματα καὶ κοσμήματα δέον νὰ ἀπορρίπτωνται καὶ νὰ περιφρονοῦνται. Ὕπνος μόνον ἐπὶ τῆς γῆς-ἐδάφους, ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος δέν ἐγγίζονται. Τὸ εἰδικὸν τάγμα τῶν γυναικῶν-μοναζουσῶν ἔπαυσε εἰς τὰς χώρας τοῦ Τεραβάντα Βουδδισμοῦ, ἀφ’ ὅτου διεκόπη ἡ διαδοχὴ χειροτονίας. Τὴν θέσιν του κατέλαβε μία ἀδελφότης προσομοιάζουσα πρὸς μοναχάς, δηλαδὴ ἓν πρᾶγμα μεταξὺ τῶν bhiksuni καὶ τῶν upasika.
Ὁ Μαχαγιάνα Βουδδισμός, ὑπεράνω τῆς ὑποχρεώσεως τῶν δέκα ἐντολῶν τοῦ ἀρχαίου Βουδδισμοῦ, θέτει τὸ χρέος τοῦ ἰδεώδους τοῦ Bodhi-sattva, συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον ὁ μοναχὸς δέον νὰ ὁδηγήσῃ ὅλα τὰ ὄντα πρὸς τὴν λύτρωσιν καὶ νὰ θέσει τέλος εἰς πάσας τὰς θλίψεις αὐτῶν. Μο-λονότι διὰ τοῦ ἰδεώδους τούτου καταργεῖται ἡ διαφορὰ μεταξὺ μοναχῶν καὶ λαϊκῶν, ἐν τούτοις ὁ μαχαγιανικὸς Μοναχισμὸς κατέκτησε τὸ Θιβὲτ καὶ τὰς ἀπωανατολικὰς χώρας, ὅπως εἶναι ἡ Κίνα, ἡ Κορέα καὶ ἡ Ἰαπωνία (4). Εἰς τὸ Θιβὲτ ἐγκατελείφθη ἡ ὑποχρέωσις τῆς μοναχικῆς ἀγαμίας. Ὁ μεταρρυθμιστὴς Tsong-kha-pa (1357-1418) ἀποκατέστησεν τὴν ἀγαμίαν μόνον διὰ μικρὸν τμῆμα τοῦ Μοναχισμοῦ, ἐπονομαζόμενον «Αἵρεσις τῶν κιτρινοσκούφηδων», ὁ ἴδιος δὲ ἐπέτρεψεν τὸν γάμον εἰς τὰ μέλη τῆς «Αἱρέσεως τῶν κοκκινοσκούφηδων». Εἰς τὴν Ἰαπωνίαν ὁ πολέμιος τῆς δι-δασκαλίας «sola-fide» Shinran ἀπέρριψε τὴν ἀγαμίαν εἰς τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ἱδρυθεῖσαν αἵρεσιν ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Jōdo-Shin-shu», τουτέστι τὴν Αἵρεσιν τῆς καθαρᾶς χώρας, καὶ μετέβαλε οὕτω τὸν Μοναχισμὸν εἰς κοσμικὸν ἱερατεῖον. Αἱ ὑπολειφθεῖσαι αἱρέσεις παρέμειναν πισταὶ εἰς τὸν ἄγαμον Μοναχισμόν. Κατὰ τὴν ἐθνικὴν ἀναγέννησιν τοῦ 19ου αἰῶνος ἀπηγορεύθη γενικῶς ἡ ἀγαμία καὶ οἱ μοναχοὶ ἐξηναγκάσθησαν νὰ προ-σφέρουν ὑπηρεσίας μόνον ὡς κοσμικοὶ ἱερεῖς. Μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτῆς ὀλίγα μόνον βουδδιστικὰ μοναστήρια ἀνενέωσαν τὴν ὑπόσχεσιν πρὸς ἀγαμίαν. Μέγα μέρος τῶν ἰαπώνων μοναχῶν, ἀκόμη καὶ οἱ ἡγούμενοι, εἶναι σήμερον ἔγγαμοι. Ὁ «μετερρυθμισμένος Βουδδισμός» τῆς αἱρέσεως «Cao-Dai» ἀντιθέτως μετὰ τὴν ἀρχικὴν ἀνοχὴν τοῦ γάμου τῶν ἱερέων εἰσήγαγε καὶ πάλιν τὴν ὑποχρεωτικὴν ἀγαμίαν. Ὁ ταοϊστικὸς Μοναχισμὸς διεμορφώθη κατὰ τὸ πρότυπον τοῦ βουδδιστικοῦ (5).
4) Εἰς τὸν Ἰνδουϊσμὸν ἡ μοναστηριακὴ κοινοβιακὴ μορφὴ μοναχῶν ὑποχωρεῖ ἔναντι τοῦ ἀτομικοῦ ἀσκητισμοῦ (6). Οἱ πλεῖστοι ἰνδοὶ μοναχοὶ διάγουν πνευματικήν-ἀσκητικὴν ζωὴν μόνον δι’ ἑαυτοὺς ὡς Yogin, sādhu (= περιπλανώμενος μοναχός, ἀραβιστὶ Fakir) καὶ sannyāsin. Κατὰ τὴν πληθυσμικὴν καταμέτρησιν τοῦ 1901 διεπιστώθησαν εἰς Ἰνδίας 2.755.009 ἀσκηταί. Ἐξ αὐτῶν πολλοὶ ὑποτάσσονται καὶ ἀποδέχονται τὸν ὑπὸ τοῦ Βούδδα ὡς ὑπερβολὴν ἀποκρουόμενον αὐτοβασανισμόν: περιφέρονται τῆδε κἀκεῖσε γυμνοί, κάθηνται μεταξὺ φλογῶν ὑπὸ τὸν ἀφόρητον ἡλιακὸν καύσωνα, διατηροῦν τὸν βραχίονα αὐτῶν καθέτως πρὸς τὰ ἄνω, ἀφήνουν τὰς ἐσφιγμένας γροθιὰς αὐτῶν νὰ ἀναπτυχθοῦν ἐντὸς κρέατος ἢ διατρέφονται ἀπὸ τὰς σάρκας πτωμάτων. Ὑπάρχουν καὶ ὡρισμένα ἰνδουϊστικὰ μοναχικὰ τάγματα, ἀλλὰ μικρὸν μέρος αὐτῶν συγκατοικεῖ εἰς τὰ āśrama. Τὸ τάγμα, τὸ ὁποῖον ἵδρυσεν ὁ φιλόσοφος καὶ θεολόγος Sankara κατὰ τὸν 8ον αἰῶνα μ.Χ. φέρει ἐκ τῆς πλουσίως διηρθρωμένης ἱεραρχίας τὸν χαρακτηρισμὸν «daśnami», τουτέστιν «ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὀνομάζονται μὲ δέκα ὀνόματα». Ὁ διδάσκαλος αὐτῶν φέρει τὸν τίτλον «Sankarācārya». Τὸ τάγμα αὐτὸ λατρεύει τὸν Σίβα, ἄλλα δὲ τάγματα σέβονται τὸν Βίσνου, ὅπως οἱ ὀνομαζόμενοι «Bairagi», δηλαδὴ οἱ «ἀπαθεῖς», καὶ τὰ τάγματα τῶν «Bhakti» - θεολόγων Ramanuja καὶ Madhva. Ὑπάρχουν πολλοὶ ἰνδοὶ ἀσκηταί, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἐπιλέξει τὴν ἀσκητικήν «ἐπαγγελματικήν» ζωὴν διὰ καθαρῶς πνευματικοὺς-ἀσκητικοὺς λόγους, ἀλλὰ ἁποκλειστικῶς καὶ μόνον διὰ λόγους ἐκμεταλλεύσεως, προκειμένου νὰ τυγχάνουν τῆς ἐλεημοσύνης τῶν λαϊκῶν, διὸ καὶ ὄντως ἀποκαλοῦνται «ἐπαῖται-ἀσκηταί».
5) Ἐλέχθη ἤδη ὅτι ἀπὸ θρησκειολογικῆς ἐπόψεως αἱ Ἰνδίαι ἐθεωροῦντο ὡς κλασικὴ χώρα τοῦ Μοναχισμοῦ, ἰδίᾳ δὲ τοῦ προχριστιανικοῦ. Τοῦτο ὅμως δέν ἰσχύει ἐν ἀπολύτῳ ἐννοίᾳ, κατὰ τὴν ταπεινήν μας ἄποψιν, δεδομένου ὅτι καὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ὑφίστανται Μοναχισμὸς καὶ μοναχικὰ τάγματα. Δέν πρέπει βεβαίως, νὰ παραβλέψῃ κανεὶς τὸ γεγονός, ὅτι, ἐνῷ εἰς τὰς Ἰνδίας κατὰ τὰ μέσα τῆς πρώτης προχριστιανικῆς χιλιετίας ὑφίσταται ἐξειλιγμένος ὁ Μοναχισμός, ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι χῶροι εἰς τὸν κόσμον τῆς Μεσογείου, ὅπου ὁ Ἑλληνισμὸς ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ οὐχὶ εὐκαταφρόνητον Μοναχισμόν. Προχείρως ἀναφέρονται οἱ Πυθαγόρειοι, οἱ Κυνικοὶ καὶ οἱ «κάτοχοι» τῆς αἰγυπτιακῆς θεότητος τοῦ Σαράπιδος, οἱ ὁποῖοι δέν ὑστεροῦν εἰς διαφόρους μορφὰς ἀσκητικῆς κοινοβιακῆς ζωῆς. Εἰς τὴν ἐξάπλωσιν ἀσκητικῶν ἰδεωδῶν εἰς τὸν ἑλληνιστικὸν κόσμον ἀναφέρονται αἱ αὐτομαρτυρίαι τοῦ Μάρκου Αὐρηλίου καὶ πρὸ παντὸς τὰ μυστικιστικά-φιλοσοφικὰ συγγράμματα τοῦ Πλωτίνου. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἰσραηλιτικοῦ ἐδάφους ἀντιπροσωπεύουν οἱ Ρεχαβίται ἕνα ἀσκητισμόν, τὸν ὁποῖον ὁ Ἱερώνυμος θεωρεῖ ὡς πρόδρομον τοῦ Χριστιανικοῦ Μοναχισμοῦ (Εp. 58). Ὁ Φίλων καὶ ὁ Φλάβιος Ἰώσηπος περιγράφουν κοινότητας μοναχικῶν ταγμάτων τῶν Ἐσσαίων (7) καὶ τῶν Θεραπευτῶν (8), οἱ ὁποῖοι διῆγον ἀσκητικὸν βίον μὲ κοινότητα ἀγαθῶν, ἀγαμίαν, ἐργασίαν καὶ προσευχήν. Μὲ τὴν κοινότητα μάλιστα τῶν Ἐσσαίων ταυτίζεται ἡ κοινότης Qumran, ἡ ὁποία ἐγένετο γνωστὴ διὰ τῆς ἀνακαλύψεως τῶν χειρογράφων τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης (9).
6α) Ὁ Πρωτοχριστιανισμὸς δεικνύει ἤδη ἰσχυρὰς ἀσκητικὰς τάσεις, ἔστω καὶ ἂν εἷς κατ’ ἐξοχὴν Μοναχισμὸς ἐμφανίζεται μὲν ἐπισήμως κατὰ τὸν Δ΄ αἰῶνα, πλὴν ὅμως αἱ ρίζαι αὐτοῦ ἀνάγονται εἰς τὴν ἀποστολικὴν ἐποχήν. Λίαν ἐνωρὶς ἀνεφύη εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ἐκκλησίαν μία προνομιοῦχος τάξις μοναχῶν, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν μέρει μὲν ἔζων κατὰ μόνας, ἐν μέρει δὲ ἀπὸ κοινοῦ εἰς τὰ λεγόμενα ἀσκητήρια. Εἷς τῶν κατ’ ἐξοχὴν εἰδημόνων τῶν ἀσκητικῶν ἰδεωδῶν ὑπῆρξεν ὁ Ὠριγένης (10), τὰ συγγράμματα τοῦ ὁποίου ἀνεγινώσκοντο λίαν ἐπιμελῶς καὶ ὑπὸ τῶν μεταγενεστέρων χριστιανῶν μοναχῶν. Ὁ κυρίως ὅμως Χριστιανικὸς Μοναχισμὸς ἄρχεται ἀπό τοῦ Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου (11).
Ὁ παλαιότερος Μοναχισμὸς χαρακτηρίζεται ὑπό τινος ριζικοῦ ἀναχωρητισμοῦ ἐκ τοῦ κόσμου καὶ τῆς τάσεως πρὸς καταφυγὴν εἰς τὴν ἔρημον. Ἀλλὰ καὶ τὸ ὄνομα Μοναχός, δηλαδὴ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ζῆ κατὰ μόνας, ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Χριστιανικὸς Μοναχισμὸς πρωταρχικῶς ἦτο ἀναχωρητισμός, ἐρημιτισμός. Ἐντὸς βραχέος χρόνου ὅμως διεμορφώθησαν μοναί, μοναστήρια, κοινότητες δηλαδὴ μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἑκουσίως ἔθετον ἑαυτοὺς ὑπὸ ἕνα πνευματικὸν πατέρα. Ἀκόμη ἰσχυροτέρα ἦτο ἡ ζωὴ εἰς κοινότητας, εἰς τὰς ὁποίας ἕκαστος μοναχὸς ἀπομεμονωμένος ζῇ ἐντὸς ἰδίου κελλίου. Ἡ «συνοικία» αὐτὴ ἢ τὸ «χωρίον μοναχῶν», ἢ «ἀποικία» ἐρημιτῶν ἀπεκλήθη Λαύρα, ὅπου συνυπάρχουν πολλὰ αὐτόνομα κελλία. Ἐνῷ εἰς τὸ κοινόβιον, τὸ ὁποῖον εἶναι κατ’ ἐξοχὴν μονὴ-μοναστήριον, οἱ μοναχοὶ ζοῦν μαζί, εἰς τὴν Λαύραν οἱ μοναχοὶ εἶναι ἢ «ἀναχωρηταί» ἢ «ἡμιερημῖται», ἕκαστος δὲ μοναχὸς εἶναι «ἡγούμενος εἰς τὸ ἴδιον αὐτοῦ κελλίον». Εἰς τὴν Συρίαν παρετηροῦντο καὶ ὁδοιπόροι μοναχοί. Ὁ πάλαι ποτὲ ρωμαῖος στρατιώτης Παχώμιος ἐγένετο πατήρ τοῦ κοινοβιακοῦ Μοναχισμοῦ, δεδομένου ὅτι περιέβαλε διὰ τειχῶν πολλὰς συνοικίας μοναχῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἀνήγειρε καὶ Ναὸν κοινὸν διὰ τὰς λατρευτικὰς ἀνάγκας τῶν μοναχῶν. Οὗτος συνέγραψε καὶ τοὺς πρώτους κανόνας-διατάξεις διὰ μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνιζον-ἐρρύθμιζον τὴν ὑπακοὴν ἔναντι τοῦ προεστῶτος ἢ ἡγουμένου ὡς καθῆκον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐνδυμασίαν, τὴν διατροφήν, τὴν καθ’ ἡμέραν ζωήν, τὴν προσευχήν, τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν ἐκ τοῦ κόσμου ἀπομάκρυνσιν. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ Παχώμιος θεωρεῖται ὁ εἰσηγητὴς τοῦ κοινοβιακοῦ Μοναχισμοῦ εἰς Αἴγυπτον, ὁ ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης θεωρεῖται ὁ ἀντίστοιχος εἰσηγητὴς τῆς κοινοβιακῆς μοναχικῆς ζωῆς εἰς τὴν Παλαιστίνην.
Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπεχείρησε νὰ διεισδύσῃ ἰσχυρότερον εἰς τὴν οὐσίαν τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ νὰ μεταβάλῃ τὸν ἐρημητισμὸν εἰς οὐσιαστικωτέραν κοινοβιακὴν ζωήν. Ὁ ἱεράρχης ἐκεῖνος συνέβαλεν, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος εἰς τὴν στροφὴν τοῦ Μοναχισμοῦ πρὸς τὸν ὀρθότερον προσανατολισμόν του. Τὰ «Ἀσκητικά» του ἀπετέλεσαν τὸ βάθρον τῆς ὀργανώσεως τοῦ Μοναχισμοῦ, οὕτω δὲ ὁ ἴδιος ἀνεδείχθη ὁ κατ’ ἐξοχὴν νομοθέτης τοῦ μοναχικοῦ βίου εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν. Κατ’ αὐτὸν ἡ μοναστικὴ κοινότης ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ ὁμοίωμα, πρότυπον τῆς πρωτοχριστιανικῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος. Εἰς τὴν θέσιν τῶν διαφόρων «μοναχικῶν οἰκιῶν» εἰσῆλθε τὸ κοινοβιακὸν μοναστήριον, ὑπὸ μίαν στέγην, μίαν τράπεζαν, ἕνα προϊστάμενον, ἕνα ὀρατόριον, μίαν ψαλμωδίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον χώραν αἱ προσευχαὶ τῶν ὡρῶν. Ἡ προσπάθειά του ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ καταστήση ἐφικτὴν τὴν πραγμάτωσιν τοῦ μοναχικοῦ ἰδεώδους καὶ ὑπὸ τῶν «ἀδυνάτων» καὶ «ἀσθενεστέρων». Διὰ τῆς κοινοβιακῆς ταύτης ζωῆς ὁ μοναχὸς θὰ ἤρχετο εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν συμμοναστήν του, τὸν πλησίον μοναχόν, ἐξ οὗ θὰ ἐλάμβανε ἢ εἰς ὃν θὰ μετέδιδεν ὅ,τι θὰ ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν σωτηρίαν ἀμφοτέρων. Διὰ τῶν Διατάξεων τοῦ Μ. Βασιλείου ἐγένετο ἡ εἴσοδος τῶν μοναχῶν εἰς τὴν μοναχικὴν τάξιν ἀμετάκλητος. Βεβαίως ὁ ἐρημιτισμὸς δέν ἠφανίσθη ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ κοινόβιον ἐθωρεῖτο ὡς τὸ στοιχειῶδες - δημοτικὸν σχολεῖον τοῦ Ἀναχωρητισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο ὡς ἡ βαθμὶς τῆς μοναχικῆς τελειότητος.
Ἐνῷ κατὰ τὴν παλαιοτέραν ἐποχὴν ὁ Μοναχισμὸς διετέλει εἰς ἰσχυρὰν ἔντασιν πρὸς τὸ ἱερατεῖον, ἡ ἀναγκαιότης τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὡδήγησεν εἰς τὴν δημιουργίαν ἑνὸς μοναχικοῦ ἱερατείου. Κατ’ ἀκολουθίαν παρέμενον ἐπὶ αἰῶνας λαϊκοί-μοναχοὶ ὡς οἱ πνευματικοὶ πατέρες, οἱ ἐξομολόγοι εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν. Κατὰ τὴν πρώτην ἐποχὴν ἡ Αἴγυπτος, ἡ Παλαιστίνη καὶ ἡ Συρία ἦσαν αἱ πρωτεύουσαι τοῦ Μοναχισμοῦ, βραδύτερον δὲ τὸ Ὄρος Ἄθως καὶ τὰ Σπήλαια-Μοναστήρια εἰς τὸ Κίεβον ἀπέβησαν τὰ κέντρα τῆς μοναχικῆς ζωῆς (12).
6β) Ὁ Μοναχισμὸς τῆς Δύσεως ἐμπνέεται ἐκ τοῦ ἀνατολικοῦ. Πρωτοπόρος εἰς τὴν διάδοσιν τοῦ Μοναχισμοῦ εἰς τὴν Δύσιν, ἤδη ἀπὸ τοῦ Δ΄ αἰῶνος, ὑπῆρξεν ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὅταν οὗτος ἐξωρίσθη τὸ 339 εἰς τὴν Δύσιν, ἂν καὶ εἰς τὴν διάδοσιν αὐτοῦ τὰ μέγιστα συνετέλεσεν ἡ συγγραφὴ τοῦ βίου τοῦ Μ. Ἀντωνίου, μεταφρασθέντος εἰς τὴν λατινικὴν γλῶσσαν ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Ἀντιοχείας Εὐαγρίου. Συνεχισταὶ τοῦ ἔργου τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἰς τὴν διάδοσιν τοῦ Μοναχισμοῦ εἰς τὴν Δύσιν, καὶ δὴ εἰς τὴν Ρώμην, ἦσαν οἱ ἤδη εἰς Ἀνατολὴν χρηματίσαντες καὶ διανύσαντες τὸν μοναχικὸν δίαυλον Ἱερώνυμος καὶ Ρουφῖνος. Ἐπιπροσθέτως συνέβαλον εἰς τὴν διάδοσιν τοῦ μοναχικοῦ βίου εἰς τὴν Β. Ἰταλίαν ὁ Ἀμβρόσιος, ἐπίσκοπος Μεδιολάνων, καὶ εἰς τὴν Β. Ἀφρικὴν ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος. Ἡ αὐστηρὰ αἰγυπτιακὴ ἄσκησις διὰ τοῦ γαλλικοῦ μοναστηρίου εἰς τὸ Lérin μετηνέχθη εἰς τὸν Κελτικὸν Χριστιανισμόν. Οὗτος ἔλαβε ἰδιαιτέραν διαμόρφωσιν διὰ τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ περιοδευτῶν μοναχῶν (13).
Εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸν περιοδευτικὸν Μοναχισμὸν αὐτὸν ὁ Βενεδικτίνειος Μοναχισμὸς ἐκπροσωπεῖ τὸν Μοναχισμὸν εἰς σταθεροὺς χώρους (14). Ὁ ἐκ Νουρσίας Βενέδικτος ἐπεχείρησε τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ δυτικοῦ μοναχικοῦ βίου, ἱδρύσας κατὰ τὸν ΣΤ΄ αἰῶνα εἰς Καμπανίαν καὶ ἐπὶ τοῦ ὄρους Κασσίνου τὸ ὁμώνυμον μοναστήριον (Monte Cassino). Ἡ χριστιανικὴ μοναχικὴ παράδοσις συνεδέθη εἰς τὸν Βενεδικτίνειον Μοναχισμὸν μὲ τὴν παλαιορωμαϊκὴν πειθαρχίαν (disciplina) καὶ διεμόρφωσεν οὕτω τὸν Μοναχισμὸν εἰς στρατιὰν Χριστοῦ (militia Christi). Κατ’ ἀντιίθεσιν πρὸς τὸν κελτικὸν Μοναχισμὸν τοῦ Βενεδίκτου, ὑπῆρχεν ἀρχικῶς εἷς λαϊκὸς Μοναχισμός, εἰς τὸν ὁποῖον οἱ μοναστηριακοὶ ἱερεῖς οὐδεμίαν ὑπεροχὴν εἶχαν ἔναντι τῶν λαϊκῶν μοναχῶν. Εἰς ἀμφοτέρους τοὺς τύπους αὐτοὺς τοῦ Μοναχισμοῦ ἦτο κοινὴ ἡ δραστηριότης ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Πολιτισμοῦ. Παραλλήλως ὑπῆρχον καὶ καθαρῶς θεωρητικὰ ἀσκητικὰ Τάγματα, ὅπως οἱ «Kartäuser» καὶ «Kamaldulenser» καὶ τὰ τάγματα τῶν ἐπαιτῶν-ἱεροκηρύκων τῶν Δομινικανῶν (15) καὶ τῶν Φραγκισκανῶν (16), οἱ ὁποῖοι καὶ ἀνενέωσαν τὸ πρωτοχριστιανικὸν περιοδεῦον κήρυγμα. Ἂν ὁ Φραγκῖσκος τῆς Ἀσίζης ἤθελε νὰ ἱδρύσῃ μίαν μόνον ἐλευθέραν ἀδελφότητα εἰς τὴν κυριολεκτικὴν μίμησιν τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων Του, αὕτη παρὰ ταῦτα ἐξειλίχθη ραγδαίως εἰς ἐκκλησιαστικὸν τάγμα· αἱ παλαιοφραγκισκαναὶ πνευματικαὶ κινήσεις ἀπεχωρίσθησαν ὡς αἱρετικαί (17). Μία ὅλως νέα μορφὴ τῆς οὐσίας τοῦ τάγματος ἀνεφύη διὰ τοῦ τάγματος τῶν Ἰησουϊτῶν (18), τὸ ὁποῖον συνέδεε ἕνα κατ’ ἐξοχὴν ἀτομικισμὸν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν ὑπὲρ τοῦ ἱεραρχικοῦ Παπισμοῦ καὶ θεωρητικὴν ἄσκησιν μὲ ἰσχυρὰν δραστηριότητα ἐπὶ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ ἐπιστημονικοῦ πεδίου. Μὲ τὰ περισσότερα ἀνδρικὰ τάγματα συνεδέοντο «υἱοθετημένα» γυναικεῖα τάγματα. Ἡ δυτική-εὐρωπαϊκὴ δραστηριότης ἐμφανίζεται καὶ εἰς τὰς πολυαρίθμους ἱδρύσεις γυναικείων ταγμάτων καὶ ἑνώσεων μονῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξαντλοῦν τὰς δραστηριότητας αὐτῶν εἰς τὴν σχολικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν περιποίησιν ἀσθενῶν.
6γ) Οἱ πρωταγωνισταὶ τῆς Μεταρρυθμίσεως ἐπίστευον ὅτι εἶχον ἐκριζώσει τὸν ἀνδρικὸν καὶ τὸν γυναικεῖον Μοναχισμόν. Ὁ Λούθηρος ἀπέρριπτε τὴν «vota monastica» καὶ διεξήγαγεν σφοδρὸν καὶ ἐμπαθῆ ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ «μετὰ ζαχάρεως καλυπτομένου διαβολικοῦ δηλητηριώδους νεοσσοῦ» τοῦ «καλογερισμοῦ». Ἔθετε τὴν ὑπηρεσίαν μιᾶς ὑπηρετρίας εἰς τὸν σταῦλον ὑψηλότερον τοῦ ἀσκητικοῦ ἔργου καὶ τῆς προσφορᾶς ἑνὸς μοναχοῦ «Kartäuser» (19). Κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα ἀνεφύη παρὰ ταῦτα, κατ’ ἀπομίμησιν τῶν γυνακείων ρωμαιοκαθολικῶν ταγμάτων, εἷς «εὐαγγελικὸς σύνδεσμος διακονισσῶν» (20), ἀλλὰ ὑψώθησαν καὶ φωναὶ περὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ ἀνδρικοῦ καὶ τοῦ γυναικείου Μοναχισμοῦ (21).
Ἀκόμη καὶ ὁ φιλελεύθερος θεολόγος Adolf von Harnack ἐπεθύμει τὴν δημιουργίαν εὐαγγελικῶν ταγμάτων (22). Σειρὰ ἀνδρικῶν ταγμάτων καὶ μέγας ἀριθμὸς γυναικείων ἀνεφύη εἰς τὴν ἀγγλικανικὴν ἐκκλησίαν. Ἐσχάτως ἠκολούθησεν ἵδρυσις ταγμάτων ἀκόμη καὶ ἐπὶ καλβινικοῦ καὶ λουθηρανικοῦ ἐδάφους. Σημαντικώτεραι εἶναι ἡ ἀδελφότης εἰς Taizé παρὰ τῷ Cluny, εἰς τὴν Γαλλίαν, ἡ ἀδελφότης Pomeyrol καὶ ἡ Μαριοαδελφότης εἰς τὸ Darmstadt. Παραλλήλως ἀνεφύη σειρὰ τριτογενῶν ταγμάτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸ «Tiers ordre protestant des veilleurs», τὰ εὐαγγελικὰ τριτογενῆ φραγκισκανῶν καὶ ἡ ἀδελφότης «Μιχαήλ», ἡ νορβηγικὴ «Ordo Crucis» καὶ ἡ σουηδικὴ «Societas Sanctae Birgittae».
7) τὸ Ἰσλάμ ἦτο πρωταρχικῶς ἐχθρικὸν πρὸς τὸν Μοναχισμόν, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὸ Κοράνιον ἀπαντοῦν ἴχνη σεβασμοῦ ἔναντι τῶν χριστιανῶν μοναχῶν. Ὑπὸ τοῦ Μωάμεθ ἔχουν παραδοθῆ τὰ λόγια, ὅπως: «Δέν ὑπάρχει Μοναχισμὸς εἰς τὸ Ἰσλάμ» καὶ «Ὁ Μοναχισμὸς τῆς κοινότητος αὐτῆς, (τῆς ἰσλαμικῆς), εἶναι ὁ ἱερὸς πόλεμος» (23). Ἡ ἰσχυρὰ ὅμως ἐσχατολογικὴ ἀναμονή, ἡ ὁποία κυριαρχεῖ εἰς τὰς πρώτας Σούρας τοῦ Κορανίου, ὁδηγεῖ εἰς ἕνα αὐστηρὸν ἀσκητισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον οἱ εὐσεβεῖς ἀφιεροῦνται εἰς τὴν πρὸς τὸν Ἀλλάχ προσευχήν, εἰς τὴν νηστείαν καὶ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Κορανίου. Μόλις βραδύτερον εἰσέδυσεν εἰς τὸν ἀρχικὸν ἀσκητισμὸν τὸ στοιχεῖον τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Διαρκοῦντος τοῦ 9ου αἰῶνος ἐνεφανίσθησαν πολλαὶ προσωπικότητες ὡς μυστικοὶ διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι ὅμως συνεσπείρωσαν ἁπλῶς κύκλους μαθητῶν. Αἱ πρῶται κοινότητες, ὁμοιάζουσαι πρὸς τάγματα μὲ αὐστηρὰν συνοχὴν ἀνεφύησαν ὑπὸ τὸν Μυστικὸν τῆς Βαγδάτης Abdul-gadir-al-Gilani. Ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἱδρυθεῖσα ἀδελφότης «Qādiriya» εἶναι μέχρι τῆς σήμερον λίαν σημαντικὴ καὶ ἤσκησεν μεγάλην ἐπίδρασιν εἰς τὸν ἰνδικο-πακιστανικὸν χῶρον. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ταγμάτων εἰς τὸ Ἰσλάμ παραλλάσσει διαρκῶς δι’ ἐξαφανίσεων ἢ διακλαδώσεων (24).
Σημαντικὸν ρόλον διεδραμάτισαν ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν Qādiriya εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἰσλάμ καὶ τὰ ἀκόλουθα τάγματα: 1) Οἱ Mevlevi, οἱ χαρακτηριζόμενοι ὑπὸ τῶν Εὐρωπαίων ὡς «χορεύοντες δερβίσαι» (dervish στὰ ἀραβικὰ fakir, ἐπαίτης). Τὸ τάγμα τοῦτο ἱδρύθη ὑπὸ τοῦ Maulana, εἰς τὰ τουρκικὰ Mevlana Gelal ed-din Rumi, τὸ μαυσωλεῖον τοῦ ὁποίου διασώζεται ἀκόμη καὶ σήμερον εἰς Konya ὡς πνευματικὸν κέντρον τῶν Mevlevi, μολονότι ὅλα τὰ τάγματα εἰς τὴν Τουρκίαν ἀπὸ τοῦ 1925 ἔχουν καταργηθῆ. 2) Οἱ Rifāiya, χαρακτηριζόμενοι εἰς τὴν Εὐρώπην ὡς «οὐρλιάζοντες δερβίσαι» ἐξ αἰτίας τῆς ἰδιαζούσης μυστικῆς προσευχῆς, τῆς «dhikr». 3) Οἱ Cishtiya εἰς Ἰνδίας, τὸ τάγμα τῶν ὁποίων, κατά τινα παράδοσιν, ἱδρύθη ὑπὸ τοῦ Mu’in ad-din Cishti, ἀποθανόντος τὸ 1226 εἰς Ajmer. 4) Οἱ Bek-tashiya εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ Ἀλβανίαν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν παραλάβει χαρακτηριστικὰ ἑτερόδοξα στοιχεῖα καὶ πολιτικῶς ἀπέκτησαν μεγαλυτέραν σημασίαν διὰ τῆς σνδέσεως αὐτῶν μὲ τὰς συμμορίας τῶν Γενιτσάρων. 5) Οἱ Nagshibandiya, οἱ συχνάζοντες εἰς τὴν περιοχὴν Τουρκίας καὶ Τουρκεστάν, καὶ χαρακτηριζόμενοι ὑπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ διαλογισμοῦ. 6) Οἱ Sa-nūsīya εἰς τὴν Β. Ἀφρικήν, οἱ ὁποῖοι ἐπεδίωξαν διὰ μιᾶς μιμήσεως τοῦ Μωάμεθ («imitatio Muhammadi») μίαν πνευματικὴν καὶ πολιτικὴν ἀνανέωσιν τοῦ Ἰσλάμ.
Εἰς ὅλα τὰ τάγματα ἀπὸ κοινοῦ ὑφίσταται ἓν ἰδιαίτερον τυπικὸν εἰσόδου-προσλήψεως εἰς αὐτά. Περὶ τὰ εἰδικὰ μέλη τοῦ Τάγματος, τὰ ὁποῖα ἐν μέρει μόνον ζοῦν τὴν ἀγαμίαν, συγκεντροῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φροντίζουν περὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐντὸς τοῦ μοναστηρίου ἐνοίκων. Αἱ βαθμίδες τῆς μοναστηριακῆς ἱεραρχίας κανονίζονται αὐστηρῶς. Ἡ σημασία τοῦ ἰσλαμικοῦ τάγματος διὰ τὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν ἱεραποστολικὴν ἐργασίαν δέν πρέπει νὰ ὑποτιμηθῇ. Ἡ μυστικὴ εὐσέβεια κατέστη-σεν αὐτοὺς ἀρίστους κήρυκας, ἀνωτέρους τῶν διδασκάλων τοῦ Κορανίου, οἱ ὁποῖοι ἐπιδίδονται εἰς τὸν νόμον τοῦ Ἰσλάμ. Ἐνῶ ἀναλόγως τῶν μεγάλων ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι δίδονται διὰ τὸ σύνολον τῶν ἰσλαμικῶν ταγμάτων, ἰδιαιτέρως μάλιστα ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς Ἀλγερίαν μεταξὺ τῶν 4 ἑκατομμυρίων μουσουλμάνων ὑφίστανται 295.000 μέλη ταγμάτων, πρέπει κανεὶς παρὰ ταῦτα πάντοτε νὰ ἀναλογισθῇ ὅτι δέν πρόκειται περὶ ἑνὸς κλειστοῦ Μοναχισμοῦ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ Βουδδισμοῦ ἢ τοῦ Χριστιανισμοῦ.
8) Παρὰ πάσας τὰς μεγάλας διαφορὰς τῶν διαφόρων μοναστηριακῶν ταγμάτων ἐντὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀφ’ ἑνός, ὅσον καὶ πολυδικαίως ἐντὸς τῶν διαφόρων παγκοσμίων θρησκευμάτων ἀφ’ ἑτέρου, παρατηρεῖται θρησκειολογικῶς μία κατὰ τὰς βασικὰς γραμμὰς τῆς μοναστικῆς ζωῆς, ἐπιφανειακῶς τουλάχιστον, ἐντυπωσιακὴ ὁμοιότης. Ἡ μοναστικὴ ζωὴ ἄρχεται μὲ τὴν ἔξοδον ἐκ τοῦ κόσμου, τὴν γνωστὴν ὡς «Pabbajja» εἰς τὸν Βουδδισμὸν καὶ Conversio εἰς τὸν δυτικὸν Χριστιανισμόν. Θὰ πρέπει βεβαίως νὰ ἀναφέρωμεν ὅτι ὁ ὀρθόδοξος Μοναχισμὸς ἀπαιτεῖ διὰ τὸν ἄνθρωπον μίαν ἀπόφασιν-θυσίαν, μετὰ ἀπὸ ἀπόλυτον αὐτοέλεγχον, ἀποχωρισμὸν καὶ ἀποταγὴν τῶν ἐγκοσμίων καὶ ἐξαγνισμὸν τῆς βουλήσεώς του, μετανάστευσιν ἐκ τῆς κοινωνίας πρὸς τὰς ἐρήμους καὶ τὴν ἐκεῖ, εἰς τὴν ἔρημον, δημιουργίαν καὶ σύστασιν τῆς μακαρίας ἐρημικῆς ζωῆς.
Ἀμέσως συνδεδεμένον μὲ τὸν Μοναχισμὸν φαίνεται νὰ εἶναι καὶ τὸ θέμα τοῦ μοναχικοῦ ἐνδύματος, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀρχικῶς τοῦ ἰδιαιτέρου ἐνδύματος τοῦ ὑποψηφίου, τοῦ δοκίμου μοναχοῦ (25). Τόσον εἰς τὰ μὴ χριστιανικὰ τάγματα, ὅσον καὶ τὰ χριστιανικά, ἀπαιτεῖται ἡ δοκιμασία τοῦ μοναχοῦ, τοῦ τε ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός. Ἡ μετάβασις εἰς κανονικὸν μοναχὸν ἀκολουθεῖ εἰς μίαν πρᾶξιν τῆς χεροτονίας-χειροθεσίας, τῆς ἀφιερώσεως, τῆς κουρᾶς καὶ τῆς ὁμολογίας τῆς ὑποσχέσεως ἢ τάματος. Κατὰ τὴν διαδικασίαν ἑνὸς τάγματος λαμβάνει χώραν ὁ ὅρκος τοῦ τάματος, ὅπως π.χ. εἰς τὸν μαχαγιανικὸν Βουδδισμὸν καὶ εἰς τὸν Χριστιανικὸν Μοναχισμόν. Εἰς ὅλα τὰ πλήρη τάγματα κοινὸν εἶναι τὸ τριπλοῦν μοναχικὸν ἰδεῶδες τῆς πτωχείας, τῆς ἀγαμίας καὶ τῆς ὑπακοῆς. Εἰς τὴν χριστιανικὴν Ἐκκλησίαν ὀνομάζονται ταῦτα ἀναφορικῶς πρὸς τὸ παράδειγμα τῶν Ἀποστόλων «consilia evangelica» (26).
9α) Τὸ θεμέλιον τῆς μοναχικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀκτημοσύνη. Ἡ ριζικωτάτη μορφὴ εἶναι ὁ Μοναχισμὸς ἐπαιτείας, ὅπως τοὐλάχιστον συμβαίνει εἰς τὸν Τζαϊνισμὸν καὶ τὸν ἀρχαῖον Βουδδισμόν, ἴσως δὲ καὶ εἰς τὰ πρωταρχικὰ τάγματα τῶν Δομινικανῶν καὶ Φραγκισκανῶν. Τὸ ἰδεῶδες τοῦτο τῆς πλήρους, τῆς κατ’ ἐξοχήν, πτωχείας ἀσκεῖται τόσον αὐστηρῶς, ὥστε εἰς τὴν Ἀνατολήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Δύσιν, ἀπαγορεύεται καὶ τὸ ἄγγιγμα χρυσοῦ νομίσματος. Ἀκόμη καὶ σήμερον οἱ ἰνδουϊσταὶ Sādhu καὶ οἱ βουδδιστικοὶ μοναχοὶ ἀμφοτέρων τῶν φύλων ἐφαρμόζουν τὴν ἐντολὴν αὐτήν. Ἡ καθημερινὴ ἐπαιτεία καθ’ ὁδὸν ἀσκεῖται καὶ σήμερον ἀκόμη εἰς τὰς βουδδιστικὰς χώρας τῆς Ταϊλάνδης, τῆς Βίρμας καὶ Καμπότζης, παρόμοιόν τι μὲ τὸ συμβαῖνον εἰς τὰς δυτικὰς ρωμαιοκαθολικὰς χώρας «Terminieren» (ὑπὸ προθεσμίαν, ὁρισμὸς ἡμερομηνίας) τῶν φραγκισκανῶν καὶ Καπουτζίνων λαϊκῶν ἀδελφῶν. Τὰ περισσότερα ὅμως μὴ χριστιανικὰ καὶ χριστιανικὰ μοναστήρια κατέχουν οἰκίας καὶ ἐγγείους ἰδιοκτησίας. Ἐνῷ δηλαδὴ ὑπάρχουν πτωχοὶ μοναχοί, ὑπάρχουν πλούσια μοναστήρια. Ἐξ ὅσον ὅμως γνωρίζομεν τὰ χριστιανικὰ ὀρθόδοξα ἀνατολικὰ μοναστήρια ἀσκοῦν μέγα κοινωνικὸν καὶ φιλανθρωπικὸν ἔργον. Οὐδόλως ἐνδιαφέρουν, ὡς εἶναι φυσικόν, περιπτώσεις παρεκτροπῶν καὶ κακοδιαχειρίσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ἐξαιρέσεις καὶ δέν ἀναιροῦν οὔτε ἀμαυροῦν τὴν συνολικὴν προσφορὰν τῶν μοναστηρίων. Ἕκαστος μοναχὸς ἁπλῶς παραμένει πτωχὸς καὶ λαμβάνει πᾶν τὸ ἀναγκαῖον δι’ ἑαυτὸν ἐκ τοῦ μοναστηρίου. Δέν εἶναι κἂν ἀπαραίτητον νὰ ἐπισημάνωμεν τὴν ἀνωτερότητα, ἡ ὁποία διέπει τὴν χριστιανικὴν ὀρθόδοξον μοναχικὴν ζωήν, καὶ τὴν διαφορὰν ἐκ τῶν ἄλλων τρόπων μοναχικῆς ζωῆς, εἴτε πρόκειται διὰ τὸν χριστιανικὸν Μοναχισμὸν τῆς Δύσεως, εἴτε κυρίως διὰ τὸν ἐξωχριστιανικὸν τοιοῦτον. Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς μοναχὸς καὶ ἡ μοναχὴ διὰ τοῦ ἱδρῶτος καὶ τῆς προσφερομένης ἐργασίας κερδίζουν τὴν τροφὴν αὐτῶν. Ἡ πλήρης πενία ἐξυμνεῖται ὡς πηγὴ ὑψίστης πνευματικῆς ἐλευθερίας καὶ βαθυτάτης ψυχικῆς γαλήνης καὶ ἠρεμίας, τόσον εἰς τοὺς χριστιανοὺς μοναχοὺς καὶ τὰς μοναχάς, ὅσον καὶ εἰς τὸν ἐξωχριστιανικὸν μοναχισμόν, ὅπου καὶ ἂν οὗτος ἀπαντᾷ. Ἡ ἐξύμνησις αὕτη λαμβάνει χώραν τόσον εἰς τὰ βουδδιστικὰ «ᾌσματα» τῶν μοναχῶν, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, τὰ γνωστὰ «Thera- καὶ Theri-gatha» (27), ὅσον καὶ εἰς τὰς «Lode», ἐξυμνήσεις τοῦ Φραγκισκανοῦ Jacopone da Todi (28). Τὸ τοῦ Παύλου, «ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδέν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες», (Β΄ Κορ. 6, 10), χαρακτηρίζει ἄριστα τὴν οὐσίαν τοῦ ἀκτήμονος μοναχοῦ. Ὁ Φραγκισκανὸς Jacopone da Todi ἀποδίδει ποιητικῶς τὸ ἀνωτέρω χωρίον τοῦ Ἀπ. Παύλου:
«φτώχεια, δηλαδὴ τίποτα δέν ἔχεις
καὶ τίποτα πλέον δέν θέλεις
συγχρόνως τὰ πάντα κατέχεις
στὸ πνεῦμα ὅμως τῆς ἐλευθερίας μόνης
(29).
9β) τὸ δεύτερον θεμέλιον τῆς μοναχικῆς ζωῆς εἶναι ἡ πλήρης γενετήσιος ἀποχή, τουτέστιν ἡ παρθενία καὶ ἡ ἀγαμία. Πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς γενετησίου ἀποχῆς ἀπαιτεῖται ἡ συστηματικὴ ἀποφυγὴ πάσης ἐπικοινωνίας μετὰ τοῦ ἄλλου φύλου, ἢ τοὐλάχιστον συνιστᾶται ὑψηλὴ ἐπιφύλαξις ἔναντι αὐτοῦ. Αὐτὴ ἡ ἐπιφύλαξις ὁδηγεῖ πολλαπλῶς εἰς μίαν σαφῆ ἐχθρικότητα ἔναντι τῶν γυναικῶν (30). Τὰ αἴτια-κίνητρα τῆς ἀγαμίας εἶναι πολλά: Ὅπως ἡ πτωχεία, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ ἀγαμία καὶ γενετήσιος ἀποχὴ θεωρεῖται ὡς πηγὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Τὸ δεύτερον κίνητρον εἶναι ἡ συγκέντρωσις πνευματικῶν δυνάμεων, ἡ αὐτοσυγκέντρωσις πρὸς ἐπίτευξιν τῆς σωτηρίας. Εἰς τὴν ἰνδικὴν λέξιν «brahma-carya», ἥτις σημαίνει «ζωὴ εἰς τὴν θεϊκὴν δύναμιν» (εἰς τὴν δύναμιν ἱερότητος, ἁγιότητος), ἀντηχεῖ ἀκόμη ὁ πρωτόγονος ὑπολογισμός-ἐκτίμησις τῆς θελήσεως καὶ δυνάμεως «Mana». Τὸ τρίτον κίνητρον εἶναι ἡ πλήρης παράδοσις-ἀφιέρωσις εἰς τὸν Θεόν, ὡς τὸ μόνον ὕψιστον ἀγαθόν: ὁ ἀπ. Παῦλος εἰς τὴν Α΄ Κορ. 7, 32 ἑξ. ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμερίμνους εἶναι· ὁ ἄγαμος μεριμνᾶ τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ· ὁ δὲ ἔγγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί». Τὸ τέταρτον κίνητρον εἶναι ἡ πρόληψις-προεξόφλησις τῆς τελικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Ἰησοῦ, ὅτι «ὅταν ἀναστηθοῦν ἐκ νεκρῶν οἱ ἄνθρωποι, οὔτε οἱ ἄνδρες ἔρχονται εἰς γάμον, οὔτε αἱ γυναῖκες δίδονται εἰς γάμον, ἀλλ’ εἶναι σὰν τοὺς ἀγγέλους, ποὺ ζοῦν εἰς τοὺς οὐρανούς» (Μάρκ. 12, 25), ἡ μίμησις δηλαδὴ τοῦ ἀγγελικοῦ βίου, ὅπως τοῦτο ἐπιβεβαιοῦται εἰς τὸν παλαιοχριστιανικὸν Μοναχισμόν (31).
Τὸ πέμπτον κίνητρον εἶναι ἡ δυνατότης ἑνὸς εὐρυτέρου ἔργου ἀγάπης: Ὁ ἄγαμος δύναται ὄχι μόνον νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν πλήρη καὶ τελείαν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν πλήρη ἀγάπην πρὸς τοὺς ἀδελφούς, διότι ἡ ἀγάπη του καὶ ἡ φροντίς του δέν εἶναι στενὴ καὶ περιωρισμένη μόνον εἰς τὸν οἰκογενειακὸν κύκλον. Παραλλήλως πρὸς ὅλα αὐτὰ τὰ κίνητρα δρᾶ ἀκόμη ἡ πρωτόγονος ταμπού-σκέψις, ἡ παράστασις περὶ μιᾶς μολυσματικῆς δυνάμεως παντὸς σχετιζομένου μὲ τὴν σεξουαλικὴν ζωήν (32).
9γ) Τὸ τρίτον μοναχικὸν ἰδεῶδες εἶναι ἡ πλήρης ὑπακοὴ τοῦ μοναχοῦ ἔναντι τοῦ πνευματικοῦ ἀρχηγοῦ, προϊσταμένου ἡγουμένου. Ἀκόμη καὶ ὁ ἀτομικιστὴς Ἰνδὸς μυστικός, ὁ ὁποῖος ἐκλέγει τὸν ἴδιον Guru, ὀφείλει νὰ ὑπακούῃ εἰς αὐτὸν πλήρως. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ πράττῃ καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς μίαν κοινότητα ἑνὸς τάγματος, εἰς τὸν βουδδιστικὸν ἡγούμενον, τὸν ἰνδουιστικὸν «upādhyāya», δηλαδὴ διδάσκαλον ἢ «nāyaka», τὸν καθοδηγητήν, τὸν μουσουλμανικὸν «seikh» ἢ «pir», τὸν ἀνατολικο-ορθοδόξον ἡγούμενον, τὸν δυτικο-χριστιανικὸν ἀββᾶν, τὸν «Prior» ἢ «Guardian». Κατὰ τὸν Θωμᾶν τὸν Ἀκινάτην (33), ἡ ὑπακοὴ εἶναι ἡ με-γαλυτέρα θυσία, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ προσφέρῃ ὁ ἄνθρωπος, ὁ μοναχὸς ἐν προκειμένῳ, διότι οὗτος δέν στηρίζεται εἰς τὴν ἑκούσιον πενίαν παραιτούμενος ἐξωτερικῶν πραγμάτων, οὔτε εἰς τὴν σεξουαλικὴν ἀποχήν, παραιτούμενος ἑαυτοῦ, ἀλλὰ εἰς τὴν ἰδίαν του θέλησιν. Οἱ ἰσλαμικοὶ Σούφι (34), ὁ Φραγκῖσκος τῆς Ἀσίζης (35) καὶ ὁ Ἰγνάτιος Loyola (36), συγκρίνουν τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς ἰδίας θελήσεως μὲ τὴν πλήρη ἀδράνειαν ἑνὸς νεκροῦ σώματος.
9δ) Ἡ σημαντικὴ ἀποστολὴ εἰς τὴν καθ’ ἡμέραν ζωὴν τοῦ μοναχοῦ, ἀνδρὸς καὶ γυναικός, εἶναι ἡ καλλιέργεια τῶν τεχνῶν καὶ ἡ πνευματικὴ ἄσκησις, ἡ πνευματικὴ γυμνασία ἢ ἐκπαίδευσις, ὁ διαλογισμὸς ἢ αὐτοκαταβύθισις. Ἐντὸς ἰνδικοῦ ἐδάφους διεμορφώθη ἡ «ψυχοτεχνικὴ» τῆς Yoga (37), ἡ ὁποία εἰς τὴν «Jhana» τοῦ Τεραβάντα Βουδδισμοῦ (38) ἐγνώρισε μίαν ἐμβάθυνσιν καὶ ἐκτέλεσιν, εἰς δὲ τὸ κινεζικὸν «ch’an» καὶ τὸ ἰαπωνικὸν «zen» (39) ἐφεῦρε νέας μεθόδους. Εἰς τὸν χριστιανικὸν Μοναχισμὸν τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς ἀνεπτύχθη μία τεχνικὴ τῆς ἐσωτερικῆς προσευχῆς, τῆς ὀνομαζομένης «νοερᾶς προσευχῆς ἢ καρδιακῆς» (40). Ἐκ τοῦ ὀρθοδόξου ἀνατολικοῦ χριστιανικοῦ Μοναχισμοῦ ἡ «μνήμη θεοῦ» διεδόθη διὰ τῆς «dhikr» (=ἀναμνήσεως) καὶ εἰς τὸ Ἰσλάμ. Παραλλήλως πρὸς τὴν μεμονωμένην προσευχήν, ὑπάρχει καὶ ἡ κοινὴ προσευχή, προσευχὴ τοῦ χοροῦ, προσευχὴ τῶν ὡρῶν, καλλιεργουμένη εἰς τὸν ἀνατολικὸν καὶ τὸν δυτικὸν Μοναχισμόν. Εἰς τὰς «regula» τοῦ Βενεδίκτου μάλιστα αὕτη καταλαμβάνει τὴν πρώτην θέσιν μεταξὺ τῶν μοναστηριακῶν ἀσκήσεων καὶ χαρακτηρίζεται ὡς Opus Dei ἢ Opus divinum ἐν ὑπερβολικῇ ἐννοίᾳ. Ὁ Τεραβάντα Βουδδισμὸς γνωρίζει μίαν ἀπὸ κοινοῦ ἀπαγγελίαν μιᾶς Sutta, π.χ. Τῆς «Mettā-sutta», ἓν κείμενον περὶ τῆς ἀγάπης. Μίαν ἀκόμη σημαντικὴν θέσιν κατέχει ἡ χορωδιακὴ προσευχὴ εἰς τὸν βουδδιστικὸν Μοναχισμὸν τῆς Κίνας (41), τῆς Ἰαπωνίας καὶ τοῦ Θιβέτ. Τὸ συ-νηθέστερον ἀπαγγελλόμενον κείμενον εἶναι ἡ «γραφὴ τοῦ Λοτοῦ περὶ τῆς καλῆς θρησκείας».
10) Διὰ τὸν χριστιανικὸν Μοναχισμὸν ἡ σύνδεσις τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἐργασίας εἰς τὴν ζωὴν τοῦ μοναχοῦ, ἀνδρὸς καὶ γυναικός, ἀποτελεῖ κανόνα. Ὁ Βενέδικτος συνέδεσε ἁρμονικὰ τὴν προσευχὴν καὶ τὴν ἐργασίαν, ἐκφραζομένην διὰ τοῦ «ora et labora». Τόσον ὁ Παχώμιος καὶ ὁ Μ. Βασίλειος, ὅσον καὶ ὁ Φραγκῖσκος τῆς Ἀσίζης ἀπῄτουν τὴν ἐργασίαν ἐκ μέρους τῶν μοναχῶν. Οἱ χριστιανοὶ μοναχοὶ προσέφερον μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἐπιστήμας καὶ τὰς τέχνας, ἰδιαιτέρως μάλιστα εἰς τὴν ἀντιγραφὴν καὶ διάσωσιν βιβλικῶν, θρησκευτικῶν καὶ θύραθεν κειμένων. Μὲ τὴν ἐπκράτησιν τῆς ὑπεροχῆς τῶν ἱερέων-μοναχῶν, ἐγκατελείφθη ἡ χειρονακτικὴ ἐργασία εἰς τοὺς λαϊκοὺς μοναχούς. Ἐσχάτως εἰς μεμονωμένα μοναστήρια Βενεδικτίνων ἀπαιτεῖται καὶ πάλιν ἡ χειρονακτικὴ ἐργασία ἐκ μέρους τῶν ἱερέων-μοναχῶν.
Ἀντιθέτως πρὸς τοὺς χριστιανοὺς μοναχούς, οἱ μοναχοὶ τοῦ Τεραβάντα Βουδδισμοῦ εἶναι καθαρῶς ὀπαδοὶ τοῦ διαλογισμοῦ, ἀποφεύγοντες τὴν ἐργασίαν. Ἡ χειρονακτικὴ ἐργασία θεωρεῖται μάλιστα ἀξιόποινος δι’ αὐτούς. Ἡ πρώτη ἐπιμελὴς ἀντιγραφὴ κειμένων, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν κατηργήθη ἐν κυριολεξίᾳ. Οἱ Ἰάπωνες ζενισταὶ μοναχοὶ ὑποχρεοῦνται εἰς προσφορὰν ἐργασίας. Ὁ ἐργατικὸς αὐτῶν ζῆλος εἰς τοὺς ριζῶνας εἶναι ὄντως παροιμιώδης. Καὶ διὰ τοὺς μοναχοὺς τῆς βιετναμεζικῆς μεταρρυθμιστικῆς αἱρέσεως τοῦ «Cao Dai» ἡ ἐργασία ἀνήκει εἰς τὸν καθ’ ἡμέραν βίον, συμβάλλουν δὲ τὰ μέγιστα εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ ἐδάφους των.
11) Ὁ Μοναχισμός, κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ Heiler, τόσον εἰς τὸν Χριστιανισμὸν ὅσον καὶ εἰς τὸν πρωταρχικὸν Βουδδισμὸν καὶ τὸν Ἰνδουϊσμόν, εἶναι «ἡ κατάστασις τῆς πληρότητος καὶ τῆς τελειότητος ἢ τῆς θρησκείας κατ’ ἐξοχήν, status perfectionis, religionis. Δὲν παραλείπει βεβαίως ὁ Heiler νὰ τονίζῃ ὅτι εἰς τὸν Τζαϊνισμὸν καὶ τὸν ἀρχικὸν Βουδδισμὸν μόνος ὁ μοναχὸς εἶναι εἰς θέσιν, νὰ βαδίσῃ τὴν ὁδὸν τῆς λυτρώσεως, καὶ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ Νιρβάνα. Ὁ μοναχὸς αὐτός, μόνον, χαρακτηρίζεται ὡς «arhat», δηλαδὴ ὡς τέλειος. Ἓν ἀναιρετικὸν στοιχεῖον τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς εἶναι καὶ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ λαϊκοὶ ὁπαδοὶ δέν ἔχουν τὴν δυνατότητα αὐτήν, εἰ μὴ μόνον, ὅταν ἀναγεννηθοῦν ἐκ νέου εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ εἰς βραδυτέραν ὕπαρξιν κατὰ τὰς μετεμψυχώσεις τὰς μελλούσας νὰ ἀκολουθήσουν, θὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ δυνατότης νὰ βαδίσουν τὴν λυτρωτικὴν ὁδόν. Αὐτὴ καὶ μόνον ἡ ἀδυναμία, ὁ διαχωρισμὸς δηλαδὴ μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ὀπαδῶν, ἐλέγχουν ὡς ἀνακριβῆ τὰ περὶ τελειότητος τῆς ἰνδικῆς θρησκευτικῆς μοναχικῆς ζωῆς.
Εἰς τὸν Χριστιανισμὸν χαρακτηρίζεται μὲν τέλειος ὁ μοναχός, ἀλλ’ ὄχι μόνος αὐτός. Ἕκαστος χριστιανὸς δύναται νὰ βαδίζῃ τὴν ὁδὸν τῆς ἱερότητος, τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς τελειότητος. Ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης ἐτροποποίησε τὴν διδασκαλίαν περὶ τοῦ Μοναχισμοῦ ὡς καταστάσεως τελειότητος, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ τελειότης ἁπλῶς θεωρεῖται μόνον εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὸν πλησίον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ἐπιτελέσουν καὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν τάξιν τῶν λαϊκῶν, θεωρεῖ ὅμως τὰς «τρεῖς εὐαγγελικὰς συμβουλάς» τῆς πενίας, τῆς παρθενίας καὶ τῆς ὑπακοῆς ὡς τὰ ἄριστα ἐργαλεῖα πρὸς τὴν τελειότητα, ὡς «instrumenta perfectionis» (42).
12) Ἐναντίον τοῦ Μοναχισμοῦ τόσον εἰς τὴν Ἀνατολήν, ὅσον καὶ τὴν Δύσιν, ἐγένετο ἐμφανὴς ἡ διαμαρτυρία μιᾶς εὐσεβείας εἰς τὸ κέντρον τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ πίστις περὶ τοῦ δώρου τῆς θείας χάριτος. Ὁ «Ἰαπωνικὸς Λούθηρος» Shinran (43) ἐξῆλθεν ἐκ τῆς εὐσεβείας τῆς πίστεώς του μὲ τὴν μοναχικὴν παράδοσιν τοῦ ἀπωανατολικοῦ Βουδδισμοῦ καὶ προηγήθη τῶν ἄλλων μὲ τὸ παράδειγμα τῆς συζεύξεώς του. Ἐσημειώθη ἤδη τὸ μῖσος καὶ ἡ περιφρόνησις, τὴν ὁποίαν ἠσθάνετο ὁ Λούθηρος ἔναντι τοῦ «καλογερισμοῦ». Ὁ ἀνανεωμένος ὅμως εὐαγγελικός, προτεσταντικὸς Μοναχισμὸς διατηρεῖται σταθερῶς εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς μεταρρυθμίσεως, θεωρεῖ ὅμως ὅτι εἰς μίαν ζωὴν συμφώνως πρὸς τὰς «εὐαγγελικὰς ἐπιταγάς» ἀπαιτεῖται μία βοήθεια διὰ τοῦ εὐαγγελικοῦ-προτεσταντικοῦ εὐαγγελισμοῦ εἰς τὸν μοντέρνον κόσμον. Ἀκόμη καὶ ἰνδοὶ Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑποστῆ ἐπίδρασιν τῆς περὶ χάριστος διδασκαλίας, ὅπως ὁ Sundar Singh (44) καὶ ὁ Nārāyan Vāman Tilak (45), προτιμοῦν μίαν ζωὴν ἑνὸς πτωχοῦ καὶ ἀγάμου Sādhu καὶ ἤσκησαν μίαν ἰσχυρὰν ἱεραποστολικὴν δρᾶσιν εἰς Χριστιανοὺς καὶ μὴ Χριστιανοὺς τῆς ἑαυτῶν πατρίδος.
13) Περάναντες τὴν θρησκειολογικήν ἀναφορὰν περὶ τοῦ Μοναχισμοῦ ἔχομεν δι’ ἐλπίδος ὅτι ἀνταπεκρίθημεν, κατὰ τὸ ἐφικτόν, εἰς τὴν ἀναγκαίαν θρησκειολογικὴν ἀντικειμενικότητα, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ Θρησκειολογία ὡς ἱστορικὴ ἐπιστήμη. Ἡ Θρησκειολογία παραθέτουσα ὅλα τὰ θρησκειολογικὰ δεδομένα διὰ τῆς προσφορᾶς ὅλων ἐκείνων τῶν ἱστορικῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν οὐσίαν ἑκάστου θρησκεύματος ἐλπίζει ὅτι ἔχει ἐπιτελέσει τὸ καθῆκον της.
Ἡ ἀντικειμενικότης αὐτή, ὡς εἶναι πρόδηλον, ἵσταται εἰς ἕν πολὺ λεπτὸν σημεῖον ἰσορροπίας, ἐκ μέρους τουλάχιστον τοῦ ἑκάστοτε ἐρευνητοῦ, ἡ ὁποία διατρέχει ἀμέσως τὸν κίνδυνον νὰ βαρύνῃ τὸν ζυγὸν εἴτε πρὸς τὴν μίαν εἴτε πρὸς τὴν ἄλλην πλευράν. Τοῦτο γίνεται ἐκ μέρους τοῦ ἐρευνητοῦ εἴτε ἀκουσίως, κατὰ τὸ πλεῖστον, εἴτε ἐνσυνειδήτως, ἀναλόγως δηλαδὴ τῆς θρησκευτικῆς του οἰκειότητος καὶ ὁμολογίας, εἰς τοιοῦτον βαθμὸν μάλιστα, ὥστε νὰ καθίσταται φανερὸν πότε εἶναι τις ἀντικειμενικὸς ἔναντι τῆς ἀληθείας καὶ πότε ὄχι.
Ἂν καὶ εἴμεθα βέβαιοι περὶ τῆς ἐπιστημοσύνης τοῦ μεγάλου θρησκειολόγου ἀειμνήσου Friedrich Heiler, ἔναντι τοῦ ὁποίου αἰσθανόμεθα σεβασμὸν καὶ ἐκτίμησιν διὰ τὴν ὅλην αὐτοῦ προσφορὰν εἰς τὴν Θρησκειολογίαν, κλίνοντες γόνυ πρὸ τῆς εὐρυμαθείας καὶ τῆς θαυμαστῆς συγγραφικῆς αὐτοῦ δραστηριότητος, δύο ἀντιλήψεις του δέν μᾶς εὑρίσκουν συμφώνους, δεδομένου ὅτι ἡ Συγκριτικὴ Θρησκειολογία εἶναι κλάδος τῆς Γενικῆς Θρησκειολογίας καὶ προβαίνει εἰς σύγκρισιν ὑπὸ τοὺς ἀπαραιτήτους ὅρους. Συγκεκριμένως: α) Ἀνεφέρθημεν ἤδη εἰς τὴν ἐκφρασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Heiler ἀντίληψιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Μοναχισμός, τόσον εἰς τὸν Χριστιανισμόν, ὅσον καὶ εἰς τὸν πρωταρχικὸν Βουδδισμὸν καὶ τὸν Ἰνδουϊσμόν, εἶναι κατάστασις τελειότητος ἢ τῆς θρησκείας κατ’ ἐξοχήν. Ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὸν Χριστιανικὸν Μοναχισμόν, ἀναφερόμεθα εὐθὺς ἀμέσως σχολιάζοντες καὶ τὴν δευτέραν ἀντίληψιν τοῦ ἐπιφανοῦς θρησκειολόγου. Ἡ ἀπόφασις ὅμως αὕτη αὐτοαναιρεῖται διὰ τῆς ἀντιλήψεως, ὅτι τόσον εἰς τὸν Τζαϊνισμόν, ὅσον καὶ εἰς τὸν πρωταρχικὸν Βουδδισμόν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν μεταρρυθμιστικὰ συστήματα προελθόντα ἐκ τοῦ Ἰνδουισμοῦ, ὁ μοναχὸς καὶ μόνον δύναται νὰ βαδίζη τὴν ὁδὸν τῆς λυτρώσεως, προκειμένου νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Νιρβάνα. Οἱ λαϊκοὶ ὀπαδοὶ ἀδυνατοῦν νὰ βαδίσουν εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν τὴν ὁδὸν τῆς λυτρώσεως, προσδοκῶντες νὰ ἀποκτήσουν τὴν δυνατότητα ταύτην διὰ τῆς ἐν οὐρανῷ ἀναγεννήσεως αὐτῶν, εἰς δὲ τὴν ἑπομένην μετεμψύχωσιν, δηλαδὴ εἰς μίαν ἑπομένην ὕπαρξιν, θὰ δυνηθοῦν ἴσως νὰ βαδίζουν τὴν ὁδὸν τῆς λυτρώσεως. Δέν εἶναι κἂν ἀναγκαῖον νὰ τονισθῇ, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος «τελειότης» ἐλέγχεται ὡς ἀναληθὴς καὶ ἄδικος, ἐφόσον δὲν ἔχουν πάντες τὴν δυνατότητα νὰ γίνουν «τέλειοι».
Ἡ ἄλλη ἀντίληψις τοῦ διακεκριμένου θρησκειολόγου ἀναφέρεται εἰς τὴν μοναχικὴν ζωὴν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀσφαλῶς ὁπωσδήποτε, ὄχι μόνον ὡς ταπεινοὶ χριστιανοὶ θεολόγοι, ἀλλ’ οὔτε καὶ ὡς θεράποντες τῆς Θρησκειολογίας, καὶ δὴ τῆς Συγκριτικῆς, δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐλέγχεται ὡς ἀνακριβὴς καὶ ἀνιστόρητος. Ἡ ἄποψις, ὅτι «πιθανῶς ἡ τεχνικὴ προσευχῆς τῶν μοναχῶν τοῦ Ἄθω ἔχει ὑποστῆ ἐπίδρασιν ἐκ τῆς ἰνδικῆς Yoga» (46), δηλοῖ ἄγνοιαν τῆς οὐσίας τοῦ μοναχικοῦ βίου εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Καθολικὴν Ἐκκλησίαν, ἐν προκειμένῳ δὲ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων τῶν ἱερῶν, τῶν μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Αὐτὴ ἡ «πιθανότης» αἵρεται διὰ λόγους τυπικοὺς καὶ οὐσιαστικούς. Εἰς τοὺς τυπικοὺς λόγους ἀνήκει τὸ γεγονός, ὅτι ὁ διαπρεπὴς θρησκειολόγος θεμελιοῖ τὴν «πιθανότητά» του εἰς ἀπόψεις δυτικῶν ἐρευνητῶν, ἐπηρεασμένων ὑπὸ τοῦ παπισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐμφορεῖται ὑπὸ τοῦ ἀντιπαλαμικοῦ πνεύματος, ἄν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅλος ὁ ἀγὼν τοῦ Βαρλαάμ καὶ τῶν σύν αὐτῷ ἐναντίον τῆς ἡσυχαστικῆς κινήσεως, ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος (47). Οἱ οὐσιαστικοὶ λόγοι εἶναι ὅτι ἡ «τεχνικὴ τῆς προσευχῆς» τῶν χριστιανῶν μοναχῶν οὐδεμίαν οὐσιαστικὴν συγγένειαν δύναται νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν ἰνδικὴν Yoga, ἀφοῦ ἡ Yoga δὲν εἶναι ἰδιαιτέρα ἀπολυτρωτικὴ θεωρία, ἀλλὰ μέσον πρὸς λύτρωσιν, κοινὸν εἰς πάντα τὰ ἰνδικὰ συστήματα, τὰ ἐπαγγελλόμενα τὴν λύτρωσιν. Διὰ τὸν ὀρθόδοξον χριστιανὸν μοναχὸν οὐδέποτε ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ Γιόγκα, οὔτε ὡς γυμναστική, οὔτε ὡς γνήσιον ἰνδικὸν θρησκευτικὸν σύστημα. Αἱ γονυκλισίαι ἢ αἱ «μετάνοιαι» τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως εἶναι ἐνέργειαι κατὰ πολὺ σημαντικώτεραι τῶν ἁπλῶν κινήσεων τοῦ σώματος, ἀναφερόμεναι εἰς περισσότερον συγκεκριμένην διάθεσιν καὶ τάσιν τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς. Ἡ πνευματικὴ τελείωσις τοῦ χριστιανοῦ, μοναχοῦ καὶ λαϊκοῦ, δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκην αὐτονόμου τινὸς ἀνθρωποκεντρικῆς τεχνικῆς Γιόγκα καὶ γυμναστικῆς, ἀλλ’ ἀποτελεῖ δῶρον τῆς λυτρούσης θείας Χάριτος. Ἡ θρησκειολογικὴ ἀντικειμενικότης καὶ συνέπεια ἐπιτρέπει νὰ παραθέσωμεν ἐνταῦθα καὶ ἡμεῖς τὴν σύγκρισιν τῶν ἀσκήσεων γονυκλισιῶν, ὅπως αὐτὴν ἀναφέρει ἡ Ursula von Mangoldt (48): «Ἡ ὁριζοντία θέσις εἶναι ἔνδειξις-ἔκφρασις τῆς ἐσωτερικῆς ἡσυχίας, τῆς χαλαρώσεως, τῆς στάσεως δηλαδὴ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ Ἰνδός. Ὁ ὁριζοντιούμενος Βούδδας, ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται εἰς τὴν εἰρήνην τοῦ θανάτου, εἰς τὸ Νιρβάνα, καὶ ὄχι ὁ καθέτως ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ κρεμάμενος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, εἶναι διὰ τὸν Ἰνδὸν ἁπλῶς συμβολικὴ εἰκὼν τῆς λυτρώσεως. Ὁ Ἰνδός, ἤρεμος καὶ ἀπραγὴς εἰς τὴν ἀκίνητον σωματικὴν στάσιν τῆς θέσεως τοῦ Βούδδα, ἀναμένει τὴν πλήρη ἀπελευθέρωσιν ἐκ τοῦ κόσμου, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος τῆς Δύσεως, –καὶ ἐν προκειμένω ὁ μοναχὸς καὶ λαϊκός– εὑρισκόμενος εἰς ἐνεργὸν ἀφύπνισιν, εἶναι ἕτοιμος πρὸς ἐπίθεσιν καὶ προάσπισιν ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν ἐντολὴν τῆς κυριαρχικῆς του ἐξουσίας ἐπὶ τῆς γῆς».
Ὁ διαλογισμὸς τοῦ Χριστιανοῦ, λαϊκοῦ καὶ μοναχοῦ, τοῦ ἡσυχαστοῦ, ὁδηγεῖ τοῦτον εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ ζῶντος προσωπικοῦ Θεοῦ. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ὁ Χριστιανὸς Μοναχός, ὡς ἄνθρωπος ἱερός, δέν ἐγκαταλείπει τὸ ἀνθρώπινον αὐτοῦ πρόσωπον, συνομιλεῖ μετὰ τοῦ Θεοῦ του ἐν στοχαστικῇ θεωρίᾳ, ἡ δὲ προσευχή του εἶναι καθαρῶς Χριστοκεντρική, στροφὴ καὶ ἀφοσίωσις πρὸς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ἄνθρωπος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Ὁ ἡσυχαστὴς ἀσκητὴς θεωρεῖ τὴν ἡσυχίαν ὡς ἀπαραίτητον ὅρον ἐπιτεύξεως τοῦ μοναχικοῦ ἰδεώδους. Ἡ ἡσυχαστικὴ προσευχή, ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερική, δέν εἶναι τεχνική, ἀλλὰ προϊὸν τῆς διαθέσεως τῆς καρδίας, ἡ ὁποία παραμένει προσηλωμένη εἰς τὸ ἀντικείμενον αὐτῆς. Ὁ δὲ τρόπος αὐτὸς τῆς σιωπηρᾶς προσευχῆς, γενομένης διὰ τῆς σκέψεως, τοῦ νοῦ, ἀπεκλήθη «νοερὰ προσευχή», διὰ τῆς ὁποίας ὁ προσευχόμενος καταξιοῦται εἰς διαρκῆ ἔλλαμψιν, διὰ τοῦτο καὶ λίαν δικαίως ἡ ζωὴ τοῦ μοναχοῦ, ὡς ἀνθρώπου ἱεροῦ, ὑμνεῖται ὡς μακαρία ζωὴ θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένη, ἀποτελοῦσα ὄντως τὴν ὑψίστην κατὰ Χριστὸν φιλοσοφίαν.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Πρβλ. A.S. Geden, Monasticism (Buddhist, Hindu), ἐν Encyclopedia of Religion and Ethics ed. James Hastings, London 1908 bis 1926 (Nachdruck 1951), (ἐφεξῆς = ERE) τ. 8, σ. 797-805, καὶ L. de la Vallée Poussin, Religious Orders (Indian), ἐν ERE, τ. 10, σ. 713 ἑξ.
2. Πρβλ. Mrs Sinclair Stevenson, Heart of Jainism, London 1910, H. Glase-napp, Jainismus, Berlin 1925, σ. 336 ἑξ. καὶ Walter Schubring, Die Lehre der Jainas, Berlin 1935, σ. 157-207.
3. Πρβλ. Robert Spence Ηardy, Eastern Monasticism, London 1860, Hermann Oldenberg, Buddha, sein Leben, seine Lehre, seine Gemeinde, Stuttgart (1881), 1914 (6η έκδοση), σ. 380-430.
4. Πρβλ. Leon Wieger, Boddhisme chinois, I. Monachisme, Paris 1910. Karl Ludwig Reichelt, Der Chinesische Buddhismus, μετάφρ. W. Oehler, Basel 1926, σ. 166-208. Robert Bleichsteiner, Die gelbe Kirche, Wien 1937. F. Heiler, Die Religionen der Menschheit (ἐκδ.), Stuttgart 1959, σ. 923 ἑξ.
5. Πρβλ. Η. Hackmann, Die 300 Mönchsgebote des chinesischen Taoismus, Ams-terdam 1931. E. Erkes, Die Anfänge des dauistischen Mönchtums, Sinica 11 (1936), σ. 36 ἑξ.
6. Πρβλ. C. Oman, Mystics, Ascetics and Saints of India, London 1903. R. Schmidt, Fakire und Fakirtum im alten und mondernen Indien, Berlin 1908.
7. Πρβλ. James Maffart, "Essenes", ἐν ERE τ. 5, σ. 395-401, W. Baner, "Essener", ἐν Pauly-Wissowa, Suppl. Τ. 4, 1924, σ. 386-430. K.G. Kuhn, ἐν Die Religion in Ge-schichte und Gegenwart (ἐφεξῆς: RGG), τ. 2 (3η έκδ.), σ. 701 ἑξ.
8. Πβλ. G. Ficker, ἐν RGG τ. 5 (2η έκδ.), σ. 1141.
9. Πρβλ. C.T. Fritsch, The Qumran Community, its History and Scrolls, N. York 1955. Kurt Schubert, Die Gemeinde vom Toten Meer, München 1958. Hans Bardtke, Die Handschriftenfunde vom Toten Meer, München 1958.
10. Πρβλ. Walter Völker, Das Vollkommenheitsideal des Origenes, Tübingen 1934.
11. Πρβλ. Karl Heussi, Der Ursprung des Mönchtums, Tübingen 1926. Ad. v. Harnack, "Das Mönchtum, seine Idee und seine Geschichte" (1880), Reden und Aufsätze, Gießen 1906, I2, σ. 81-89. H. v. Campenhausen, Die asketische Hei-matlosigkeit im altkirchlichen und frühen mittelalterlichen Mönchtum, Tübingen 1930. Fr. Heiler, Urkirche und Ostkirche (Die Katholische Kirche des Ostens und Westens I), München 1937, σσ. 365-410.
12. Πρβλ. R.M. Dawkins, The monks of Athos, London 1936. Igar Smolitsch, Russisches Mönchtum, Entstehung, Entwicklung und Wesen, Würzburg 1953.
13. Πρβλ. John Ryan, Irish Monasticism, Origins and Development, Oxford 1931.
14. Πρβλ. Ildefons Herwegen, Der hl. Benedikt, Düsseldorf 1919. Stephanus Hilpisch, Geschichte des Benediktinischen Mönchtums, Freiburg 1929.
15. Πρβλ. G. Gieraths, ἐν Lexikon für Theologie und Kirche (ἐφεξῆς: LThk), τ. 3, σσ. 478-479 καὶ 483 ἑξ.
16. P. Cuthbert, Der hl. Franz von Assisi, Stuttgart 1929. H. Grundmann, ἐν RGG, τ. 2, σσ. 1057-1058 καὶ S. Clasen, ἐν LThk, τ. 4, σ. 274 ἑξ.
17. Πρβλ. Ernst Benz, Ecclesia spiritualis, Kirchenidee und Geschichtstheologie der franziskanischen Reformation, Stuttgart 1934.
18. Hugo Rahner, Ignatius v. Loyola, Das geschichtliche Werden seiner Fröm-migkeit, Graz 1949 (2η έκδ.). Heinrich Böhmer, Die Jesuiten (1904), 1921 (4η έκδ.). Peter Lip-pert, Zur Psychologie des Jesuitenordens (1912), München 1923 (3η έκδ.), R. Fülöp-Miller, Macht und Geheimnis des Jesuitenordens (1929), München 1951.
19 Πρβλ. Dr. Martin Luthers sämtliche Werke, Erlanger Ausgabe 1823 ἑξ., 2. Aufl. 31, 279, 6 (2η έκδ.), 106 ἑξ.
20 Πρβλ. Theodor Schaefer, Die Weibliche Diakonie, 3 Bde, 1879-1883, 1992 (2η έκδ.).
21 Πρβλ. Friedrich Parpert, Das Mönchtum und die evangelische Kirche, München 1936. Τοῦ αὐτοῦ, Das Wiederaufleben des Mönchtums im gegenwärtigen Protestantismus, München 1935. Evangelische Orden und Bruderschaften, ἔκδ. ὑπὸ Fr. Heiler, Eine heilige Kirche, Zeitschrift für ökumenische Einheit, Mün-chen 1935, 1/3, Die evangelischen Bruder- und Schwesternschaften der Gegen-wart in Selbstdarstellungen, ἔκδ. Lydia Präger, Stuttgart 1959.
22 Πρβλ. "Was wir von der Katholischen Kirche lernen und nicht lernen sollen" (1891), Reden und Aufsätze II2, σ. 257 ἑξ.
23 Πρβλ. Ahmad b. Handal III, 266, Hadwörterbuch des Islam, ἔκδ. A.J. Wen-sinck καὶ J.H. Kramers, Leiden 1941, σ. 608.
24 Πρβλ. E. Montet, "Religious Orders (Muslim)", ἐν ERE, ἔνθ’ ἀνωτ., τ. 10, σ. 719-726, O. Dupont, X. Coppolani, Les confréries réligieuses musulmanes, Algier 1897, J.K. Birge, The Bektashi Order of Derwische, London 1937. Handwörterbuch des Islam, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 78 ἑξ., 85 ἑξ., 249 ἑξ., 467 ἑξ., 573.
25. Πρβλ. Philipp Oppenheim, Symbolik und religiöse Wertung des Mönchs-kleides im Christlichen Altertum, München 1932.
26. Πρβλ. Thomas von Aquino, Summa Theologica, II/II, 184.
27. Πρβλ. Psalms of the Erly Buddhists by Caroline Rhys Davids, London 1909/13. Lieder der Mönche und Nonnen Gotamo Buddhos, μτφρ. ὑπὸ K.E. Neumann, München 1923.
28. Πρβλ. Νέα ἔκδοσις ὑπὸ S. Caramella, Bari 19302, καὶ Landa 59, πλήρης μετάφρασις ὑπὸ H. Federmann, München 1924, σ. 55 ἑξ.
29. Πρβλ. Friedrich Heiler, "Erscheinungsformen und Wesen der Religion", ἐν Die Religionen der Menschheit, ἔκδ. Christel M. Schröder, Bd. 1. W. Kohlhammer Verlag, Stuttgart 1961, σ. 392.
30. Πρβλ. Fr. Heiler, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 419, 423.
31. Πρβλ. Τὴν προσευχὴν κατὰ τὴν χειροθεσίαν τοῦ μοναχοῦ εἰς τὸ Μέγα Εὐχολόγιον.
32. Πρβλ. Fr. Heiler, ἔνθ’ ἀνωτ. σ. 198.
33. Πρβλ. Summa Theologica II/II, s. 186a. 5, καὶ a.8
34. Reynold A. Nicholson, The mystics of Islam, London 1941, σ. 41 ἑξ.
35. Speculum perfectionis c. 48; Thomas a Celano, Leg. II, 112.
36. Constituio 6,1.
37. J.W. Hauer, Der Yoga, ein indischer Weg zum Heil, Stuttgart 1958
38. Fr. Heiler, Buddhistische Versenkung, 1922 (2η έκδ.).
39. Daisetz Teitaro Suzuki, Die große Befreiung. Einführung in den Zen-Buddhismus, bearb. V. H. Zimmer, Leipzig 1929, Heinrich Dumoulin, Zen. Geschichte und Gestalt, Bern 1959.
40. Fr. Heiler, Das Gebet. Eine religionsgeschichtliche und religionspsycholo-gische Untersuchung, 5. Aufl. München 1923, σ. 287 ἑξ., 594 (4η έκδ.).
41. K.L. Reichelt, Der Chinesische Buddhismus, übers. v. W. Oehler, Basel 1926, σ. 193 ἑξ.
42. Summa Theologica II/II, 184a, 185a.1 καὶ 186 a.1.
43. A. Lloyd, Shinran and his Work. Komparative Studies in Shinshū Theology, Tokyo 1910.
44. Πρβλ. Fr. Heiler, Sadhu Sundar Singh, Ein Apostel des Ostens und Westens, München (1924) 19264.
45. Πρβλ. J.C. Winslow, Nārāyan Vaman Tilak, the Christian poet of Maharash-tra, Calcuta 1923.
46 Πρβλ. Fr. Heiler, Erscheinungsformen und Wesen der Religion, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 394.
47. Τοὐλάχιστον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ A.M. Amman SJ, Die Gotteschau im palamitischen Hesychasmus (Das östliche Christentum 6/7), Würzburg 1938. Πρβλ. καὶ Ernst Benz, Nembatsu und Herzensgebet, D.T. Suzuki-Commemoration Kyoto 1960, σ. 126-149.
48. Πρβλ. ἡμέτερον σύγγραμμα, Συγκριτικὴ Θρησκειολογία, Τόμ. Β΄, Τὰ ἀσιατικὰ θρησκεύματα καὶ ἡ προβολή των, Ἔκδ. Έννοια, Ἀθήνα 2007, σ. 68.

Related Posts with Thumbnails