© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

Προσοχή στα συναισθήματα που εκφράζουμε. Ζουν ανάμεσά μας!

Περι-σκέπτεται ο Νίκος Γράψας

Τα συναισθήματά μας, από τη στιγμή που θα τα εκφράσουμε, ζούνε χωρίς εμάς, χωρίς το σώμα μας. Ζούνε μέσω των άλλων, αυτών που τα εισέπραξαν. Γίνονται συναισθήματα των άλλων.

Πόσα συναισθήματα των άλλων, δεν έχουν γίνει δικά μας από τη στιγμή που τα υποδεχτήκαμε, που τα νοιώσαμε… Των φίλων που έχουν φύγει από τη ζωή ή των οικείων, δεν συγκρατούμε παρά την ανάμνηση των συναισθημάτων τους. Τα σώματά τους ελάχιστα τα θυμόμαστε. Τα παιδιά μας, οι μαθητές, οι φίλοι μας, τα συναισθήματά μας αναγνωρίζουν και μεταχειρίζονται. Αυτά αντιγράφουν και διαχειρίζονται, αυτά τους κληροδοτούμε. Κι όταν λέμε για κάποιον, "μοιάζει στον…", εννοούμε ότι φέρει σημάδια των συναισθημάτων εκείνου.

Η αγάπη, από τη στιγμή που θα την εκφράσουμε, ζει χωρίς εμάς, ζει στους άλλους, σ' αυτούς που την υποδέχτηκαν, που την εισέπραξαν. Κι από εκείνους, αν εκφραστεί, θα πάει σε άλλους και σε άλλους. Κι αυτό θα συμβαίνει αιώνια.


Το ίδιο, ακριβώς, συμβαίνει και με το μίσος, με τον φθόνο, τη βία. Αν συναντήσουμε φίλους των φίλων μας που δεν τους γνωρίζουμε, για πρώτη φορά, θα εισπράξουμε συναισθήματα που είχαμε εκδηλώσει στους φίλους μας. Αν έχουμε εκδηλώσει στους φίλους και οικείους μας αρνητικά συναισθήματα, αυτά και θα εισπράξουμε όταν συναντήσουμε φίλους των φίλων και οικείων μας. Αν έχουμε εκδηλώσει θετικά συναισθήματα, αυτά θα μας επιστραφούν.

Τα συναισθήματα όταν εκφράζονται, αποκτούν ψυχή, γίνονται όντα αυτόνομα και μεταδίδονται όπως ο ήχος και το φως. Προσκολλώνται επάνω μας σαν τις επιδημίες και μάς λυτρώνουν ή μάς βασανίζουν. Αν το πλήθος των ανθρώπων εκφράζουν αγάπη, καλωσύνη, αυτά που λέμε ανθρωπιά, τότε οι κοινωνίες ευτυχούν. Αν εκφράζουν βία, φθόνο και κακία, αυτά που λέμε παλιανθρωπιά, τότε οι κοινωνίες δυστυχούν.

Ο κάθε ενήλικας άνθρωπος αποφασίζει μόνος του τι θα εκφράσει. Αρκεί να σκεφτεί, τι τον συμφέρει να εκφράσει, όχι προς στιγμήν, αλλά για όλη του τη ζωή. Λένε πως οφείλουμε κάποτε να οργιζόμαστε, να αγανακτούμε, να μισούμε. Όταν μας αδικούν, για παράδειγμα. Όμως, πώς να ξεχάσει κανείς τον Μαχάτμα Γκάντι που έδιωξε τους Άγγλους από την Ινδία χωρίς να σηκώσει τη φωνή και το χέρι του… Ποιος έκανε καλύτερη τη ζωή του επειδή εξοργίστηκε προς στιγμήν… Όμως έκανε καλύτερη τη ζωή του αυτός που σκέφτηκε, που έμεινε ψύχραιμος, που οργάνωσε, που σχεδίασε, που έδρασε θετικά, που ενέπνευσε θετικά, που εκφράστηκε θετικά, που αγωνίστηκε ειλικρινά. Αυτός που άπλωσε ανιδιοτελώς προς τους άλλους την ψυχή του.

Μ. Γ. Βαρβούνη: ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΙΩΑΣΑΦ ΤΩΝ ΙΩΑΣΑΦΑΙΩΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΚΗΤΗΣ ΤΩΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ (1915)

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 175-193]

Στον κώδικα 123 της Βιβλιοθήκης του Κυριακού, της Ιεράς Σκήτης Καυσοκαλυβίων Αγίου Όρους, που αποτελείται από 45 φφ., σώζεται χειρόγραφος κατάλογος της βιβλιοθήκης αυτής, συνταγμένος το 1915 από τον ιερομόναχο Ιωάσαφ, της συνοδείας των Ιωασαφαίων (1). Ο ίδιος μάλιστα ο συντάκτης του καταλόγου, στον πρόλογό του, παραθέτει την ιστορία του καταλόγου αυτού, αλλά και πληροφορίες για την μέθοδο εργασίας που ακολουθήθηκε.
Κατά τον ιερομόναχο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη (2) το κοσμικό όνομα του Ιωάσαφ, πνευματικού της Καλύβης των Ιωασαφαίων, ήταν Λάζαρος Σ. Παναρίνης, και είχε γεννηθεί στην Κορυτσά το 1870. Ο πατέρας του ήταν ξυλουργός και είχε εργαστεί στο Άγιον Όρος, χρησιμοποιώντας τον γιό του ως βοηθό. Ο Ιωάσαφ εγκαταβίωσε στα Καυσοκαλύβια, στη συνοδεία των Ιωασαφαίων, όπου το 1888 εκάρη μοναχός, και το 1891 χειροτονήθηκε ιερομόναχος, ενώ του απονεμήθηκε και το οφφίκιο του πνευματικού. Ασχολήθηκε με την αγιογραφία και με την ψαλτική, ως δε απόφοιτος του Σχολαρχείου αντέγραψε χειρόγραφα, αλλά βοήθησε και τον Ευλόγιο Κουρίλα, μετέπειτα Μητροπολίτη Κορυτσάς, να συντάξει τον κατάλογο των χειρογράφων κωδίκων της Σκήτης, για τον οποίο θα γίνει λόγος στη συνέχεια. Ασχολήθηκε επίσης με την φωτογραφία, και διατηρούσε πλήρες φωτογραφικό εργαστήριο, ενώ το αρχείο και οι σημειώσεις του παρέχουν σημαντικό υλικό για τους πατέρες και την ιστορία της Σκήτης, κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Αναδείχθηκε σε Γέροντα της Καλύβης των Ιωασαφαίων, και εκοιμήθη στις 22 Μαϊου 1938, σε ηλικία 78 ετών.
Σύμφωνα με αυτά, ο κατάλογος των χειρογράφων και των εντύπων βιβλίων της Βιβλιοθήκης της Σκήτης συντάχθηκε για πρώτη φορά το 1899, επί Δικαίου ιερομονάχου Αβραμίου, από τον Ιωάσαφ, με την βοήθεια των μοναχών Αρσενίου και Γερμανού. Ωστόσο το Μάϊο του 1914, επειδή ορισμένοι μοναχοί της Σκήτης άρχισαν να διαδίδουν ότι είχαν χαθεί χειρόγραφα και έντυπα βιβλία από το Κυριακό, οι προϊστάμενοι της κυρίαρχης μονής της Μεγίστης Λαύρας, που είχαν μεταβεί στη Σκήτη για την εγκαθίδρυση του νέου δικαιάτου του μοναχού Αρσενίου, ζήτησαν να γίνει καταμέτρηση, με βάση τον παλαιό αυτό κατάλογο. Από την διαδικασία αυτή αποδείχθηκε ότι όχι μόνον δεν έλλειπαν βιβλία, αλλά στο μεταξύ είχαν αποκτηθεί και άλλα πολλά, που είχαν αφιερωθεί στη Σκήτη μετά το 1899 (3).
Προέκυψε έτσι η ανάγκη συντάξεως νέου και ενημερωμένου καταλόγου, τον οποίο ανέλαβε και πάλι ο ιερομόναχος Ιωάσαφ, με την βοήθεια των μοναχών Νεοφύτου και Ιωακείμ, οι οποίοι και λειτούργησαν ως επιτροπή. Κατά την σύνταξη του νέου αυτού καταλόγου διακρίθηκαν, με ξεχωριστή αρίθμηση τα χειρόγραφα από τα έντυπα βιβλία, αλλά και επικολλήθηκαν στα βιβλία της Σκήτης ετικέτες με τους αριθμούς που είχαν στον κατάλογο, με τη βοήθεια και του γραμματέως της Σκήτης μοναχού Γρηγορίου. Σημειώθηκαν οι διαστάσεις, το υλικό γραφής και τα αδρομερή περιεχόμενα των χειρογράφων, ορισμένα από τα χαρακτηριστικά κτητορικά σημειώματα και οι πλέον σημαντικές από τις ενθυμίσεις τους, σε παράρτημα του πρώτου μέρους του καταλόγου, του αφιερωμένου στους κώδικες, και όσον αφορά τα έντυπα βιβλία σημειώθηκαν επίσης οι παλαιοί ταξινομικοί αριθμοί, τα πολλαπλά αντίτυπα κάθε βιβλίου και οι τόμοι που αποτελούσαν κάθε σειρά, αν το βιβλίο δεν ήταν αυτοτελές, αλλά μέρος ενός μεγαλύτερου πολύτομου έργου.
Τον κατάλογο αυτό των βιβλίων της Σκήτης των Καυσοκαλυβίων (4), ανέκδοτο μέχρι σήμερα, δημοσιεύουμε εν εκτάσει στη συνέχεια. Πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι κατάλογο των χειρογράφων της Σκήτης, πλην των σποραδικών αναφορών του Σπ. Λάμπρου (5), δημοσίευσαν το 1930 οι Ευλόγιος Κουρίλας και ο Μητροπολίτης πρ. Λεοντοπόλεως Σωφρόνιος Ευστρατιάδης (6), πρόσφατα δε ο λόγιος βιβλιοθηκάριος της Σκήτης μοναχός Πατάπιος (7). Επίσης, στα έντυπα βιβλία της Σκήτης έχει αναφερθεί ο Θωμάς Παπαδόπουλος (8), ενώ αναλυτική καταγραφή και βιβλιογραφική ταύτισή τους έχουν πρόσφατα δημοσιεύσει ο γράφων με τον κ. Ευστάθιο Ν. Κεκρίδη (9). Αξίζει επίσης να μνημονευθεί εδώ ότι την βιβλιοθήκη του Κυριακού της Σκήτης αναφέρει επαινετικά και ο μοναχός Ισίδωρος Παντελόπουλος, της Καλύβης του Αγίου Χαραλάμπους της Σκήτης, στο έμμετρο προσκυνητάριο των Καυσοκαλυβίων (10), το οποίο έχει φιλοπονήσει το 1915, την χρονιά δηλαδή που συντάχθηκε και ο κατάλογος που εδώ δημοσιεύουμε. Οι στίχοι αυτοί είναι απολύτως ενδεικτικοί του τρόπου με τον οποίο οι μοναχοί της Σκήτης έβλεπαν και αξιολογούσαν την βιβλιοθήκη τους, την εποχή που αποφασίστηκε και ολοκληρώθηκε η σύνταξη του καταλόγου του ιερομονάχου Ιωάσαφ :

Κι η βιβλιοθήκη του Κοινού στην είσοδον πλαγίως.
Ωραία και περικαλλής με άφθονα βιβλία,
μεμβράνας και χειρόγραφα και έντυπα παντοία.
Αυξάνει και στολίζεται μερίμνη ειδικοτάτου,
Ιωάσαφ βιβλιοθηκάρι μας, του πανοσιωτάτου*

* Ιωάσαφ Ιερ. εκ της Αδελφότητος των Ιωασαφαίων ζηλωτής εις το άκρον υπέρ του καλού κοινού εποίησε ετέραν βιβλιοθήκην των χειρογράφων (1917).

Στη συνέχεια δημοσιεύεται εκτενώς ο κατάλογος του Ιωάσαφ. Παραλείπεται μόνον ο Πίναξ ονομαστικός κατ’ αλφάβητον, και αριθμοί των εντύπων βιβλίων, που υπάρχει στο τέλος του χειρογράφου (φφ. 37-45), επειδή αυτός μπορεί να είχε σημασία για την χρήση της βιβλιοθήκης, αλλά δεν ενδιαφέρει τον σημερινό ιστορικό, ο οποίος θα θελήσει να εγκύψει στην ιστορία, στην συγκρότηση και στον βιβλιακό πλούτο της καυσοκαλυβίτικης βιβλιοθήκης. Ιστορικοί και επιστημονικοί είναι άλλωστε οι λόγοι που υπαγόρευσαν τη δημοσίευση που ακολουθεί, ώστε να έρθει στο φως μία πηγή που, αν διαβαστεί συγκριτικά με βάση τους μεταγενέστερους καταλόγους, μπορεί να βοηθήσει στον σχηματισμό πλήρους εικόνας για τον τρόπο με τον οποίο απαρτίστηκε διαχρονικά η βιβλιοθήκη αυτή, από τις κατά καιρούς δωρεές (11) :


Βιβλιοθήκη Κυριακού Ιεράς Σκήτης Αγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων, χφ. 123

Οσιώτατοι και Συσκητιώται μου Πατέρες
Τον κατάλογον των βιβλίων της κοινής βιβλιοθήκης του Κυριακού μας συνέταξα ως γνωστόν το πρώτον, αναμίξ χειρόγραφα μετ’ εντύπων το 1899 επί Δικαιάτου Αβραμίου ιερομονάχου εκ της Καλύβης των Τριών Ιεραρχών. Συμβοηθούς δε εις την τακτοποίησιν είχον τότε, τους συναδέλφους Αρσένιον και Γερμανόν μοναχούς, υποτακτικούς του γέρο-Νικοδήμου, εκ της Καλύβης των Αγίων Πάντων.
Αλλ’ επειδή το 1914 διεδόθη εκ τινων συσκητιωτών πατέρων ότι ελλείπουσιν βιβλία, την 6ην Μαϊου, εις την εγκαθίδρυσιν του νέου Δικαιάτου Αρσενίου μοναχού εκ της άνω Καλύβης του Ευαγγελισμού, οι εκ της Ι. Μονής Μεγίστης Λαύρας προϊστάμενοι μοι εφώναξαν, εις παρρησίαν παλαιάς τε και νέας σκητιωτικής συνάξεως και πολλών άλλων Πατέρων, παρατήρησαν τα βιβλία κατά τον κατάλογόν μου και όχι μόνον, ότι ευρέθησαν όλα κατά την αρίθμησίν μου, αλλά και περισσότερα, τα οποία είχον αφιερωθεί μετά την εμήν ταξινόμησιν.
Προς πλειοτέραν δε βεβαιότητα των τε χειρογράφων και των εντύπων, διώρισαν τριμελή επιτροπήν εξ υποτακτικών, εμού, Νεοφύτου μοναχού του γέρο-Θεοφυλάκτου, εκ της κάτω Καλύβης Γεννήσεως της Θεοτόκου, και Ιωακείμ μοναχού του παπά Παύλου, εκ της Καλύβης της Αγίας Άννης, παρετηρήσαμεν επισταμένως και ευρέθησαν ανελλιπή όλα όσα διελάμβανον εν τω καταλόγω μου.
Μετά την παρατήρησιν και πιστοτάτην πληροφορίαν, τη συμβουλή φίλου μου ελλογίμου μοναχού, εχώρισα εκ των εντύπων τα χειρόγραφα εις ιδιαίτερον τμήμα υπό άλλην αρίθμησιν. Και βοηθεία των ανωτέρω ρηθέντων συναδελφών μου, και του κοινού γραμματέως Γρηγορίου μοναχού, υποτακτικού του γέρο-Παναρέτου εκ της Καλύβης της Μεταμορφώσεως, προσεκολλήσαμεν έσωθεν και έξωθεν επί των βιβλίων τα υπ’ εμού ητοιμασμένα δελτάρια, φέροντα τον αριθμόν του βιβλίου, και σήμερον παραδίδωμι προς το Σεβαστόν Κοινόν της Ιεράς Σκήτης μας, οσιώτατον Δικαίον, και Ιεράν Σύναξίν του τον παρόντα κατάλογον διηρημένον εις δύο μέρη χειρογράφων και εντύπων, σύντομον μεν, αλλά δια τα χειρόγραφα τελειότερον του πρώτου. Εν τούτω σημειώ εκάστου κώδικος τα διαστάσεις, τον αιώνα, ως επληροφορήθην, τα φύλλα όπου ηρίθμησα σχεδόν όλων των κωδίκων, και εν ολίγαις λέξεσι το περιεχόμενον, προς γνώσιν όλων των συσκητιωτών Πατέρων, ων επικαλούμαι τα ευχάς, και διατελώ ζηλωτής των κοινών της αγαπητής μας Σκήτης.

Το πρώτον αντίτυπον τούτου παρέδωκα εις το κοινόν και επικυρώθη δια της επιθέσεως της σφραγίδος και υπογραφών της Συνάξεως και Επιτροπής, τη 25 Μαρτίου 1915. Ιωάσαφ Ιερομ(όναχος).


ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ
Α. ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ

1. Περγ. 4ο μεγ. (0,375Χ0,282) ΧΙ αιών φυλ. 361 σ. 2*
Ιωάννου του Χρυσοστόμου λόγοι και ομιλίαι 31 είναι μερικώς εσταχωμένος και κάλλιστα διατετηρημένος είναι πολύτιμος δια την Σκήτην της, οι λόγοι είναι διάφοροι κατά Ιουδαίων κ.τ.λ.

* ήτοι δίφυλλος η σελίς.

2. Περγ. 8ον (0,210Χ0,143) Χ αιών φ. 4 σ. 2
Εκ της Της Εβραίους επιστολής του Παύλου.

3. Περγ. 4ον(0,29Χ0,18) ΧΙ αιών φ. 300 σελ. 2
Πανηγυρικόν ακέφ. Και κολοβόν περιέχον 32 λόγους διαφόρων αγίων και διδασκάλων, ήτοι Ιω. του Χρυσοστόμου, Δαμασκηνού, Ανδρέου Κρήτης, Θ. Στουδίτου, Εφραίμ, Γεωργίου Νικομηδείας κ.τ.λ., εις διαφόρους Δεσποτικάς, Θεομητορικάς και αγίων εορτάς.

4. Χαρτ. 4ον(0,30Χ0,22) ΧΙV αιών φ. 6+239 σ. 2 [εν τέλει 1332]
Πραξαπόστολος. Εις το τέλος Προκείμενα και αλληλούϊα των Κυριακών λειτουργιών των η΄ ήχων.

5. Χαρτ. 4ον(0,32Χ0,22) ΧV αιών φ. 286 σ. 2
Πανηγυρικόν περιέχον 41 λόγους διαφόρων αγίων και διδασκάλων Χρυσοστόμου, Δαμασκηνού, Εφραίμ, Γρηγορίου Νύσσης, Αμφιλοχίου, Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, Πρόκλου, Θεοδώρου Στουδίτου, του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και άλλων εις διαφόρους Δεσποτικάς, Θεομητορικάς και αγίων εορτάς.

6. Χαρτ. 4ον(0,32Χ0,22) ΧV αιών φ. 293 σ. 2
Πανηγυρικόν περιέχον 42 λόγους διαφόρων αγίων και διδασκάλων εις διαφόρους εορτάς, ως το υπ’ αριθ. 5.

7. Χαρτ. 4ον μικρ. (0,285Χ0,200) ΧV αιών φ. 220 σ. 2
Του οσίου Εφραίμ του Σύρου περιέχει 49 διάφ. Κεφάλαια και λόγους ασκητικούς παραινετικούς εις ελληνικήν φράσιν.

8. Χαρτ. 4ον μικρ. (0,30Χ0,23) ΧV αιών φ. 383
Παρακλητική ακέφαλος και κολοβός.

9. Χαρτ. 8ον (0,227Χ0,160) ΧVΙ αιών φ. 281
Ακέφαλος και κολοβός περιέχει διήγησιν των διαφόρων τελωνίων, των ψυχικών παθών όπου απαντά η ψυχή και 30 διαφόρους λόγους και ομιλίας αγίων Αμφιλοχίου, Χρυσοστόμου, Γρηγορίου Θεολόγου, Επιφανίου κ.λπ. διδασκάλων εις ελληνικήν φράσιν.

10. Χαρτ. 8ον(0,20Χ0,14) ΧΙV αιών φ. 67
Ακέφαλος και κολοβός περιέχει δύο λόγους αγίου Αμφιλοχίου Ικονίου, κεφάλαια διάφορα εκ του Γεροντικού, στίχους τινάς, κεφάλαια κατ’ ερωταπόκρισιν περί διαφόρων ζητημάτων εκ της θεολογίας, αστρονομίας […]μον κατ’ εκλογήν.

11. Χαρτ. 8ον μικρ. (0,21Χ0,15) ΧV αιών φ. 321
Ακέφαλος και κολοβός συμπίλημα διαφόρων κωδίκων του αυτού αιώνος περιέχει λόγους Δωροθέου αρχιμανδρίτου (αββά Δωροθέου), Νικήτα Ηρακλείας, Συμεών του νέου Θεολόγου, Ιωάννου της Κλίμακος, Μαξίμου του Ομολογητού, Ιωάννου του Δαμασκηνού, Εφραίμ του Σύρου και διαφόρων άλλων διδασκάλων και αγίων. Εξ αυτών και λόγοι τινές ακέφαλοι και κολοβοί.

12. Χαρτ. 4ον μεγ. (0,25Χ0,18) ΧVΙΙΙ αιών σελ. 416
Ακολουθίαν και βίον του οσίου πατρός ημών Μαξίμου του Καυσοκαλύβη, ακολουθίαν αγίου Πέτρου Αθωνίτου και Ονουφρίου, ακολουθίαν και βίον ελληνικόν οσίου Νήφωνος Καυσοκαλυβίτου, λόγον αγίου Επιφανίου εις την θεόσωμον ταφήν και λόγους εις την προσκύνησιν του Τιμίου Σταυρού κ.τ.λ.

13. Χαρτ. 8ον (0,22Χ0,16) ΧVΙΙΙ αιών (αψκδ΄) φ. ΙΙ+287
Αββά Ισαάκ του Σύρου λόγοι 93 εις ελληνικήν φράσιν.

14. Χαρτ. 8ον (0,225Χ0,160) ΧVΙΙΙ αιών φ. 266
Συναγωγή των θεοφθόγγων ρημάτων και διδασκαλιών των θεοφόρων πατέρων από πάσης γραφής θεοπνεύστου συναθροισθείσα και οικείως και προσφόρως εκτεθείσα εις ωφέλειαν των εντυχανόντων και κε΄ λόγοι Συμεών του Θεολόγου εις ελληνικήν φράσιν.

15. Χαρτ. 8ον (0,22Χ0,16) ΧVΙΙΙ αιών φ. 221
Πέτρου του Δαμασκηνού μ΄ υποθέσεις, έτερα κδ΄ κεφάλαια, και 10 διάφοροι διδαχαί, ως και εκ του βίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη.

16. Χαρτ. 8ον (0,23Χ0,16) ΧVΙΙΙ αιών(αψλδ΄) φ. 112
Πέτρου Δαμασκηνού 39 υποθέσεις και έτερα η΄. άλλων αγίων.

17. Χαρτ. 8ον (0,22Χ0,16) ΧVΙΙ αιών φ. 151
Πέτρου Δαμασκηνού 40 υποθέσεις, 24 κεφάλαια και εν τέλει εις λόγος αγίου Βασιλείου περί μοναχών.

18. Χαρτ. 8ον μικ. (0,185Χ0,145) ΧVΙΙ αιών φ. 400
Αμαρτωλών σωτηρία ακέφαλος και κολοβός περιέχει τα θαύματα της Θεοτόκου εν εκτάσει και εις απλουστάτην χυδαϊκήν φράσιν.

19. Χαρτ. 8ον μικ. (0,20Χ0,14) ΧVΙΙ αιών φ. 113
Λειτουργικόν χρυσόδετον γεγραμμένον δια χρυσών γραμμάτων εν ταις επιγραφαίς, και δι’ ωραίων πολυχρώμων αρχικών κεφαλαίων, ανήκει εις το Βήμα και φυλάσσεται υπό του Βηματάρη.

20. Χαρτ. 8ον μικρ. (0,20Χ0,14) ΧVΙΙΙ αιών σελ. 112
Περιέχει τροπάρια του εσπερινού της Πεντηκοστής, 2 λόγους εις την Πεντηκοστήν Ιωάννου Χρυσοστόμου και Γρηγορίου Παλαμά, και επιτάφιον θρήνον.

21. Χαρτ. 8ον μικρ. (0,205Χ0,150) ΧΙΧ αιών φ. 256
Μουσικόν Δοξαστάριον Ιακώβου Πρωτοψάλτου, κολοβός.

22. Χαρτ. 8ον μικρ. (0,207Χ0,150) ΧVΙΙ ή ΧΙΧ αιών φ. 97
Διάφοροι σημειώσεις, παρακλητικοί κανόνες της Θεοτόκου, ακολουθία αγίου Γερασίμου Κεφαλληνίας, και αι περίοδοι Ιωάννου του Θεολόγου. Ακέφαλος και κολοβός.

23. Χαρτ. 8ον (0,22Χ0,16) ΧVΙΙΙ αιών σελ. 124
Αι περίοδοι του ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου.

24. Χαρτ. 8ον μικρ. (0,21Χ0,16) ΧVΙΙΙ αιών σελ. 71
Ακολουθία μικρού αγιασμού, δύο κανόνες παρακλητικοί εις την Θεοτόκον (ήτοι της μικράς παρακλήσεως και έτερος) διασάφησις πώς δει τον ιερέα μνημονεύειν εν τη του Σταυρού Υψώσει κ.τ.λ.

25. Χαρτ. 8ον μικρ. (0,205Χ,160) ΧVΙΙΙ αιών (αψοζ΄) φ. 23
Περιέχει όσα και ο προηγούμενος κώδιξ πλην ολίγων υποθέσεων.

26. Χαρτ. 8ον μικρ. (0,187Χ0,123) ΧVΙΙΙ αιών φ. 92
Ευχαί του Λυχνικού και του Όρθρου.

27. Χαρτ. 8ον (0,25Χ0,18) ΧΙΧ αιών σελ. 164
Ακολουθία των αγιορειτών Πατέρων, και λόγος αναζητήσεως και ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού επί Κωνσταντίνου και Ελένης.

28. Χαρτ. 8ον (0,227Χ0,157) ΧΙΧ αιών σελ. 95
Ευχαί του Λυχνικού και του Όρθρου, διάταξις της προσκομιδής, ακολουθία του μικρού αγιασμού, και διάφοραι ευχαί. Ανήκει εις το Βήμα.

29. Χαρτ. 8ον (0,22Χ0,16) ΧΙΧ αιών σελ. 61
Εκλογή εκ του Ψαλτηρίου υπό Ν. Βλεμμίδου

30. Χαρτ. 8ον μικρ. (0,22Χ0,16) ΧVΙΙΙ αιών (αψκη΄) σελ. 74
Διατύπωσις, ήτοι τυπικόν, της εκκλησιαστικής ακολουθίας των αγρυπνιών, εν ποίες ημέρες εορτασίμοις επιτελείται η θεία ιερουργία μόνον εις το Κυριακόν κ.τ.λ. κατά την τάξιν της Ιεράς Σκήτης της Αγίας Άννης.

31. Χαρτ. 8ον (0,235Χ0,167) ΧVΙΙΙ αιών σελ. 174
Οκτώηχοι κανόνες εις την Αγίαν Τριάδα, λόγος Ιωάννου του Δαμασκηνού εις το Γενέσιον της Θεοτόκου, Ιωάννου Χρυσοστόμου εις το Γενέσιον του Τιμίου Προδρόμου, και Νικηφόρου Θεοτόκη εις την αυτήν εορτήν.

32. Χαρτ. 8ον (0,23Χ0,16) ΧVΙΙΙ αιών φ. 114
Ιωάννου Δαμασκηνού και Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγοι εις το Γενέσιον της Θεοτόκου, αδήλου εις την Περιτομήν του Χριστού, Γρηγορίου Νύσσης εγκώμιον εις τον Μέγα Βασίλειον, και έτερος αδήλου εις την Περιτομήν και Μέγα Βασίλειον.

33. Χαρτ. 8ον (0,227Χ0,158) ΧΙΧ αιών (αωξε΄) φ. 43
Λόγος εις το σωτήριον πάθος του Ι. Χριστού, Τυπικόν ήτοι Κοινονικόν του οσίου Αθανασίου του εν τω Άθω, και Χαιρετισμοί εις τον απόστολον Ιωάννην τον Θεολόγον.

34. Χαρτ. 8ον (0,22Χ0,17) ΧVΙΙΙ αιών φ. 863
Περιέχει πατερικά και εκλογήν των διαφόρων βίβλων αγίων και διδασκάλων, και ιστορικά τινά, είναι δε λίαν ανορθόγραφος.

35. Χαρτ. 8ον μεγ. (0,25Χ0,17) ΧΙΧ αιών φ. 15
Ακολουθία του οσίου πατρός ημών Νήφωνος του Καυσοκαλυβίτου.

36. Χαρτ. 8ον μεγ. (0,263Χ0,211) ΧΧ αιών φ. 15
Κανών εις τον επιτάφιον θρήνον της Παναγίας Θεοτόκου, ψαλλόμενος κατά την παννυχίδα της αγίας Μεγάλης Παρασκευής, αντιγραφείς εξ αρχαίου κώδικος της Μ. Λαύρας.

37. Χαρτ. 8ον μεγ. (0,270Χ0,195) ΧVΙΙΙ αιών σελ. 40
Ακολουθία του αγίου Νείλου του Μυροβλήτου.

38. Χαρτ. Βομβ. 8ον (0,24Χ0,18) ΧVΙΙΙ αιών φ. 406
«Παράδεισος των Γερόντων» ήτοι Πατερικόν διαφόρων διηγημάτων.

39. Χαρτ. 4ον (0,36Χ0,25) ΧΧ αιών σελ. 176
Ακολουθία, βίος απλούς και ελληνικός του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Μαξίμου του Καυσοκαλύβη, και ακολουθία πάντων των αγίων νεοφανών Μαρτύρων.

40. Χαρτ. 4ον (0,34Χ0,21) ΧΙΧ αιών σελ. 74
Ακολουθία των τριών οσίων πατέρων ημών Μαξίμου, Νήφωνος και Ακακίου των ιδιαιτέρων προστατών της Σκήτης μας. Λόγος εγκωμιαστικός εις τους αυτούς, κανών εις τον άγιον Αντώνιον, και δύο ιαμβικοί κανόνες εις την Υπαπαντήν και εις την Ύψωσιν του Σταυρού.

41. Χαρτ. 4ον μικρ. (0,30Χ0,22) ΧΙΧ αιών φ. 18
Ακολουθία, βίος και κτιτορικόν υπόμνημα του οσίου πατρός ημών Νήφωνος του Καυσοκαλυβίτου.

42. Χαρτ. 4ον μικρ. (0,30Χ0,20) ΧΙΧ αιών σελ. 23
Ακολουθία και βίος του οσίου πατρός ημών Ακακίου του Καυσοκαλυβίτου.

43. Χαρτ. 8ον μέγ. (0,25Χ0,19) ΧΙΧ αιών σελ. 22
Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου.

44* (1). Χαρτ. 8ον (0,21Χ0,10) ΧVΙΙΙ αιών (1742) σελ. 903
Μουσικόν στιχηράριον Γερμανού Νέων Πατρών, κοσμείται και υπό 24 εικόνων διαφόρων Δεσποτικών, Θεομητορικών και αγίων εορτών.

* Οι με τον δεύτερον αριθμόν κώδικες είναι οι υπό του καθηγητού κ. Σ. Λάμπρου αναφερόμενοι εις τον κατάλογόν του. Μόνον αυτοί του επαρουσιάσθησαν και περιέγραψε.

45 (2). Χαρτ. 8ον (0,20Χ0,135) ΧVΙΙ αιών (αχιγ΄) φ. 181.
Ψαλτήριον μετά των ωδών καλλιγεγραμμένον.

46 (3). Περγαμ. 8ον (0,20Χ0,15) ΧΙΙΙ αιών φ. τκγ΄
Σειρά αποφθεγμάτων Πατέρων, ήτοι Πατερικόν.

47 (4). Χαρτ. 8ον μικρ. (0,18Χ0,13) ΧΙΧ αιών φ. 44
Εκλογή Ψαλτηρίου εις διαφόρους εορτάς.

48 (5). Χαρτ. 8ον μικρ. (0,19Χ0,14) ΧVΙΙΙ αιών φ. 38
Εκλογή Ψαλτηρίου εις διαφόρους εορτάς ομοία της άνω.

49 (6). Χαρτ. 8ον μεγ. (0,245Χ0,185) ΧΙΧ αιών φ. 24
Ακολουθία εις τον Επιτάφιον Θρήνον.

50 (7). Χαρτ. 8ον μεγ. (0,24Χ0,18) ΧVΙΙΙ αιών φ. 158
Νομοκάνων, ήτοι οι περί εξομολογήσεως διάφοροι κανόνες.

51 (8). Χαρτ. 8ον μικρ. (0,18Χ0,13) ΧVΙΙΙ αιών φ. 560
Μουσικόν Εσπερινού, Όρθρου και Λειτουργίας.

52 (9). Χαρτ. 8ον (0,21Χ0,145) ΧΙV αιών φ. 243
Ιστορία του αγίου Ιωάσαφ και Βαρλαάμ.

53 (10). Χαρτ. 4ον (0,27Χ0,185) ΧΙΧ αιών σελ. 34
Ακολουθία νεκρώσιμος ψαλλομένη εις τεθνεώτας πατέρας.

54 (11). Χαρτ. 8ον (0,22Χ0,16) ΧΙΧ αιών φ. 11
Οίκοι κδ΄ εις την Αγίαν Τριάδα και νεκρώσιμοι ευχαί του αγίου Νήφωνος του Διονυσιάτου.

55 (12). Χαρτ. 8ον (0,225Χ0,160) ΧΙΧ αιών σελ. 388
Κώδιξ εκκλησιαστικής μουσικής.

56 (13). Χαρτ. 8ον (0,18Χ0,12) ΧVΙΙΙ αιών φ. 556
Κώδιξ εκκλησιαστικής μουσικής Εσπερινού, Όρθρου και Λειτουργίας. Προτάσσεται διδασκαλία των σημαδίων της ψαλτικής κ.τ.λ.

57 (14). Χαρτ. 16ον (0,15Χ0,10) ΧVΙΙΙ αιών φ. 289
Ομιλία ωραιοτάτη περί της θείας κοινωνίας. Λόγοι και ομιλίαι διαφόρων αγίων, διδασκάλων, αρχαίων φιλοσόφων, στίχοι εις εορτάς, και συλλογή διαφόρων δημωδών παροιμιών.

58 (15). Χαρτ. 16ον (0,15Χ0,10) ΧVΙΙΙ αιών φ. 223
Στιχηράριον μουσικόν της εκκλησιαστικής ακολουθίας.

59 (16). Χαρτ. 16ον (0,156Χ0,105) ΧVΙΙΙ αιών φ. 415
Στιχηράριον μουσικόν της εκκλησιαστικής ακολουθίας.

60 (17). Χαρτ. 8ον (0,21Χ0,155) ΧVΙΙΙ αιών φ. 25
Ακολουθία του Επιταφίου Θρήνου.

61 (18). Χαρτ. 8ον (0,21Χ0,15) ΧVΙΙ αιών φ. 7
Ακολουθία του Πάσχα.

62 (19). Χαρτ. 8ον (0,21Χ0,15) ΧVΙΙΙ αιών φ. 7
Ακολουθία της Αναστάσεως (του Πάσχα)

63 (20). Χαρτ. 4ον (0,26Χ0,19) ΧVΙΙΙ αιών φ. 6
Οίκοι κδ΄ εις την Αγίαν Τριάδα.

64 (21). Χαρτ. 4ον (0,26Χ0,20) ΧΙΧ αιών φ. 2
Μουσικόν το α΄ τροπάριον του εσπερινού της Πεντηκοστής.

65 (22). Χαρτ. 8ον (0,22Χ0,16) ΧΙΧ αιών φ. 9
Οίκοι κδ΄ εις την Αγίαν Τριάδα.

66 (23). Χαρτ. 4ον (0,28Χ0,20) ΧΙΧ αιών φ. 9
Εγκώμιον εις τον άγιον Χαράλαμπον (εκ του Μ. Χριστιανοπούλου).


ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Άλλαι μεν ευρίσκονται εν τοις χειρογράφοις κώδιξι ως σημειώ δια του εισαγωγικού και έτεραι υπ’ εμού προς είδησιν.
Οι αριθμοί είναι των κωδίκων.

Αρ. 7
εν τέλει : «Εις τους 1677 έγινεν σεισμός φοβερώτατος ώστε εχάλασαν πολλά χωρία και μάλιστα τα βασιλικά εδώ εις την Θεσσαλονίκην και εγέννησε και μία Ιουδαία ένα πεδί με δύο κεφαλάς εδώ εις την Θεσσαλονίκην».

Αρ. 10 :
«Αφιερώθη εις την κοινήν βιβλιοθήκην, υπό του Γέροντος Θεοφάνους μοναχού και συνοδείας αυτού, εκ της Καλύβης του αγίου Ευσταθίου το 1914».

Αρ. 12 :
«Η Γραφή των νεοσυνθέτων τροπαρίων προς αναπλήρωσιν της ακολουθίας του αγίου Μαξίμου είναι του ονομαστού καλλιγράφου Συμεών μοναχού, η δε του τελευταίου λόγου εις την εν Άδου Κάθοδον και εις την νεκρών Ανάστασιν, του ημετέρου Αθανασίου».

Αρ. 13
εν σελ. στ΄ : «Αφιερώθη το παρόν βιβλίον υπό εμού Μακαρίου ελαχίστου Μυτιληνέου εις την Σκήτην του Καυσοκαλύβι δια να το έχουν οι εκείσε ευρισκόμενοι πατέρες να το ανεγνώθουν όλοι κοινώς εις ψυχικήν τους οφέλιαν και όποιος το αποξενώσει να δόση λόγον εν ημέρα κρίσεως. Παρακαλώ σας δε όλους σας όπου το αναγνώσκεται να με ενθυμάσται εις τας προσευχάς σας».

Αρ. 16
εν τέλει του πίνακος : «Αύτη η βίβλος Δαμασκηνού του Πέτρου ίδιον κτήμα τυγχάνει συν τοις άλλοις του Κυριακού της Αγίας Τριάδος της εν τη Σκήτη του Καυσοκαλυβίτου προς των Πατέρων αεί λατρευομένης. Όρα ουν πας τις των αναγινωσκόντων μη μ΄αφαιρέσεις, μηδέ με σφετερίσης, ίνα μη αραίας συσχεθείς των αββάδων. Κατά το σωτήριον και νέον έτος αψλδ΄».

Αρ. 18 :
«Αφιερώθη υπό του Γέροντος Αντωνίου μοναχού και της συνοδείας αυτού εκ της Καλύβης της Υπαπαντής».

Αρ. 19 :
«Φυλάττεται υπό του κατά καιρόν Βηματάρη, και του νυν τοιούτου παπά-Νικοδήμου, υποτακτικού του Γέρο-Νικοδήμου εκ της Καλύβης των Αγίων Πάντων». Εν αρχή : «η παρούσα θεία λειτουργία υπάρχει της Αγίας Τριάδος εις το Καυσοκαλύβη».

Αρ. 22 :
Και ούτος αφιερώθη υπό του ιδίου Γέροντος του υπ’ αρίθ. 18.

Αρ. 26 :
Και ούτος συγχρόνως αφιερώθη υπό του αυτού προς κοινήν ωφέλειαν.

Αρ. 28 :
Επίσης και ούτος φυλάττεται υπό του ιδίου Βηματάρη.

Αρ. 35 :
Είνε ιδιόχειρος γραφή Νήφωνος μοναχού Αγιορείτου του εν τη Ιβήρων Σκήτη ασκήσαντος.

Αρ. 36 :
«Τον κανόνα τούτον επρομηθεύθην από την βιβλιοθήκην της Μ. Λαύρας εξ αρχαίας μεμβράνης και καλλίγραψα αυτόν δια το Κυριακόν».

Αρ. 38 :
«Εγράφη δια συνδρομής και δαπάνης του εν Ιερομονάχοις κυρού Γαβριήλ του εκ Μαγνησίας κατά το έτος αψνζ΄ εν μηνί Μαϊω. Όστις δε τούτο αποξενώσει της Σκήτης εχέτω τας αράς των εν αυτή ησυχαζόντων πατέρων, αμήν».

Αρ. 39 :
«Αντεγράφη υπό των συναδέλφων της ημετέρας Συνοδίας Ευθυμίου και Ιγνατίου των μοναχών και αφιερώθη εις το Κυριακόν προς χρήσιν της εορτής και πανηγύρεως του αγίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη. 1914».

Αρ. 40 :
«Η ακολουθία αύτη των τριών οσίων εγένετο κατ’ αίτησιν των συσκητιωτών πατέρων, ίνα εορτάζωσι και πανηγυρίζωσι αυτούς εις μίαν ημέραν, αλλ’ ο σκοπός μένει ανενέργητος, ένεκα λόγων οικονομικών του κοινού ημών».

Αρ. 43 :
«Η Γραφή της ακολουθίας ταύτης είνε του συσκητιώτου Ζαχαρίου μοναχού Ζωγράφου, υποτακτικού Γέρο-Νεοφύτου μοναχού, εκ της γειτονικής ημών β΄ Καλύβης των Αρχαγγέλων».

Αρ. 44
εν αρχή η σημ(είωσις) : «Το παρόν στιχηράριον αφιέρωται παρ’ εμού μοναχού Παϊσίου του μουσικού εις το Κυριακόν της Αγίας Τριάδος του Καυσοκαλυβίου εις μνημόσυνον αϊδιον και έστω αναφαίρετο το αψλε΄. έτει από σωτηρίω». Ως με επληροφόρησαν οι γεροντώτεροι, ο Παϊσιος ούτος ήτο Λαυριώτης και ιεροψάλτης, ήλθεν ενταύθα εις ησύχασιν μέχρι τέλους εις άνω β΄ Καλύβην του αγίου Γεωργίου, πλησίον της Υπαπαντής.

Αρ. 45
εν τέλει σημ(είωσις) : «Δαβίδ το Ψαλτήριον εγκεχάραξε μονάζων Κυριακός Διονυσίου». Η γραφή τούτου είναι αρίστη καλλιγραφία, μικρόν τε διαφέρει του τύπου.

Αρ. 64 :
Ετονίσθη υπό του συσκητιώτου μακαρίτου Ανδρονίκου, αλλ’ άτεχνον.



Β. (KΑΤΑΛΟΓΟΣ) ΤΩΝ ΕΝΤΥΠΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
[Οι αριθμοί που ακολουθούν τα στοιχεία κάθε βιβλίου αντιστοιχούν, κατά την σειρά που
παρατίθενται, στον ταξινομικό αριθμό που το βιβλίο έχει στην βιβλιοθήκη, στον αριθμό των αντιτύπων και στον αριθμό των τόμων που περιλαμβάνει κάθε έκδοση]

Α/Α ΒΙΒΛΙΟΥ ΟΝΟΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΣ
ΤΟΠΟΣ Κ. ΧΡΟΝΟΣ
1. Τετραευάγγελον και Πράξεις των Αποστόλων ακέφαλον 1/ -/ -
2. Πράξεις και Επιστολαί Αποστόλων ακέφαλον 2/ -/ -
3. Ψαλτήριον εξηγηθέν υπό Θεοδωρήτου Ενετίησιν 1613 3/-/ -
4. Τετραευάγγελον Lipsiae 1595 4/ -/ -
5. Τετραευάγγελον Ενετίησιν 1745 5/ -/ -
6. Γρηγορίου του Θεολόγου Ενετίησιν 1738 6/ -/ -
7. Εραστής Σοφίας Κων/πολις 1816 7/ 2/ 2
8. Εξήγησις της θ. Λειτουργίας Βιέννη 1795 8/ -/ -
9. Εγκυκλοπαιδεία Φιλολογική Ενετίησι αψι΄ 9/ -/ -
10. Πράξεις των Αποστόλων αχρονολόγητον 10/ -/ -
11. Ευαγγελική Σάλπιγξ Αθήναις 1836 11/ -/ -
12. Εξήγησις εις την Εξαήμερον Κων/πολις 1807 12/ -/ -
13. Κανών Επιταφίου και Αναστάσεως Κων/πολις 1800 13/3/3
14. Συλλογή των Ι. Κανόνων των Αποστόλων Ενετίησι 1787 14/2/2
15. Κανονικόν Αποστόλων και Συνόδων Κων/πολις 1800 15/ -/ -
16. Αγ. Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου βίος ελληνικός Ιεροσολύμοις 1901 16/ -/ -
17. Εξομολογητάριον Νικοδήμου Βενετία 1868 17/-/ -
18. Λόγοι εις την Μεγ. Τεσσαρακοστήν Λειψία 1766 18/ - /-
19. Περί των καθηκόντων … Βουκουρέστιον αψιθ΄ 19/ -/ -
20. Θείον και Ιερόν Ευαγγέλιον Αθήναι 1884 20/ -/ -
21. Μέγα Προσευχητάριον Αθήναι 1906 21/2/2
22. Ταμείον Ανθολογίας Μουσικόν Κων/πολις 1838 22/2/2
23. Ειρμολόγιον Καταβασιών ακέφαλον 23/2/2
24. Δοξαστάριον αργόν Ιακώβου Γαλατά 1836 24/2/4
25. Δοξαστάριον αργόν Ιακώβου Κων/πολις 1888 25/1 /1
26. Δοξαστάριον Αποστίχων του Χουρμουζίου Θεσ/νίκη 1901 26/2/2
27. Δοξαστάριον Αθωνιάς Π. Φιλανθίδου Κων/πολις 1906 27/2/4
28. Νέα Μουσική Κυψέλη Αθήναι 1898 28/1/2
29. Δοξαστάριον Σύντομον Πέτρου Λαμπαδαρίου Βουκουρέστιον 1820 29/-/1
30. Δοξαστάριον Σύντομον Πέτρου Λαμπαδαρίου Κων/πολις 1882 30/1/1
31. Εν Άνθος Μουσικόν Κων/πολις 1896 31/2/2
32. Χερουβικάριον Κων/πολις 1900 32/1/1
33. Αββά Δωροθέου Κων/πολις 1871 33/-/-
34. Ακολουθία Αγ. Ιγνατίου Μηθύμνης Κων/πολις 1805 34/-/-
35. Ερμηνεία Ακαθίστου Ύμνου [αχρονολόγητον] 35/-/-
36. Προσκυνητάριον Ιεροσολύμων Μόσχα 1837 36/-/-
37. Θεοτοκάριον Ενετίησιν αχπα΄ 37/-/-
38. Ψαλτήριον Ενετίησιν 1755 38/-/-
39. Απόστολος της Εκκλησίας Ενετίησιν 1759 39/-/-
40. Τα Ιερά Γράμματα μεταφρασμένα Οξονία 1898 40/-/-
41. Αββά Μακαρίου Αθήναις 1886 41/-/-
42. Αδάμαντες του Παραδείσου Αθήναις 1885 42/-/-
43. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς Κων/πολις 1906 43/2/2
44. Μελέτη περί αθανασίας ψυχής Αθήναις 1901 44/-/-
45. Πρόχειρον νομικόν Κων/πολις 1887 45/-/-
46. Στιχολογία των θ΄ ωδών Σύρω 1885 46/5/1
47. Εκλογή των ψαλμών Αθήναις 1884 46/5/1
48. Ακολουθία του Μνημοσύνου Αθήναις 1889 46/5/1
49. Ακολουθία της Αγίας Σκέπης Αθήναις 1869 46/5/1
50. Ακολουθία του Αγίου Στυλιανού Αθήναις 1887 46/5/1
51. Συμεών Θεσσαλονίκης Βενετία 1863 47/-/-
52. Ανθολογία Μουσικόν ακέφαλον 48/-/-
53. Συλλογή Ιδιομέλων Μουσικόν Βενετία 1831 49/-/-
54. Ψαλτήριον Ενετίησιν 1744 50/-/-
55. Θύρα Μετανοίας Ενετίησιν 1795 51/-/-
56. Κατήχησις, ήτοι εξήγησις της Λειτουργίας Ενετίησιν αχπα΄ 52/-/-
57. Μαργαρίται Ιωάννου του Χρυσοστόμου Ενετίησιν αχοε΄ 53/-/-
58. Κατήχησις Θεοδώρου Στουδίτου Ενετίησιν αχοστ΄ 54/2/1
59. Λόγοι ασκητικοί Μεγ. Βασιλείου Ενετίησιν αχοστ΄ 54/2/1
60. Κυριακοδρόμιον Αγαπίου Ενετίησιν 1751 55/-/-
61. Κυριακοδρόμιον έτερον Αγαπίου Ενετίησιν 1740 56/-/-
62. Βίοι Αγίων (Συναξαριστής) υπό Μαξίμου Ενετίησιν αχνστ΄ 57/-/-
63. Βίοι Αγίων (Συναξαριστής) έτερον Ενετίησιν αχπε΄ 58/-/-
64. Εκλόγιον Αγαπίου Ενετίησιν αχπα΄ 59/-/-
65. Εκλόγιον Αγαπίου Ενετίησιν 1764 60/-/-
66. Εκλόγιον Αγαπίου Αθήναις 1869 61/-/-
67. Αμαρτωλών σωτηρία Ενετίησιν 1765 62/-/-
68. Αμαρτωλών σωτηρία Ενετίησιν 1780 63/-/-
69. Λόγοι Πανηγυρικοί Χρυσοκεφάλου Κοσμόπολις αψμγ΄ 64/-/-
70. Λόγοι Πανηγυρικοί Χριστιανοπούλου Ενετίησιν 1747 65/-/-
71. Ομιλίαι Χρυσάνθου Ιεροσολύμων Ενετίησιν 1734 66/-/-
72. Αυλός Ποιμενικός Λειψία 1780 67/2/2
73. Βίβλος Καλοκαιρινή Ενετίησιν 1694 68/2/2
74. Μέγας Συναξαριστής Δουκάκη Αθήναις 1889-1896 69/1/10
75. Τριώδιον Μεγάλου Συναξαριστού Δουκάκη Αθήναις 1896 70/2/1
76. Πεντηκοστάριον Μεγάλου Συναξαριστού ΔουκάκηΑθήναις 1897 70/2/1
77. Κατήχησις Θεοδώρου του Στουδίτου Ερμούπολις 1887 71/-/-
78. Επιταφίου Θρήνου Ακολουθία Ερμ/πολις 1873-189372/5/5
79. Ιωάννου του Χρυσοστόμου Ερμηνεία Ευαγγελίων
Ματθαίου, Ιωάννου και Πράξεων Αποστόλων,τόμ.
α΄, β΄, γ΄, έκδοσις Καρυοφύλλη Αθήναις 1872-1874 73/-/4
80. Εκκλησιαστική Ιστορία Μελετίου Αθηνών Κων/πολις 1853 74/-/1
[α΄μόνον]
81. Ακολουθία Μανουήλ, Σαβέλ και Ισμαήλ Βιέννη 1803 75/2/1
82. Ακολουθία Αγίου Ιγνατίου Μηθύμνης Κων/πολις 1805 75/2/1
83. Ακολουθία Αγίου Σπυρίδωνος Ενετίησιν 1755 76/-/-
84. Ακολουθία Αγίου Σπυρίδωνος ετέρα Ενετίησιν αψεζ΄ 77/-/-
85. Ακολουθία των Αγιορειτών Πατέρων Ερμούπολις 1847 78/3/3
86. Ακολουθία της Αγίας Σκέπης Αθήναις 1869 79/-/-
87. Ακολουθία των Νεομαρτύρων Ευθυμίου, Ιγνατίου,
Ακακίου, Ονουφρίου και Γεωργίου Χιοπολίτου Αθήναις 1868 80/2/2
88. Μακαρίου του Αιγυπτίου ακέφαλον 81/2/2
89. Ισαάκ του Σύρου (ελληνικός) Λειψία αψο΄ 82/2/2
90. Ισαάκ του Σύρου (εξηγημένος) Αθήναις 1871 83/2/2
91. Νέος Παράδεισος Ενετίησιν αχπ΄ 84/-/-
92. Νέος Παράδεισος Ενετίησιν 1761 85/-/-
93. Θησαυρός Δαμασκηνός Ενετίησιν αχκη΄ 86/-/-
94. Θησαυρός Δαμασκηνός Ενετίησιν 1762 87/-/-
95. Θησαυρός Δαμασκηνός Ενετίησιν 1765 88/-/-
96. Ραντισμού Στηλίτευσις Κων/πολις αψνζ΄ 89/3/3
97. Παράδεισος (Βίοι Αγίων) Ενετίησιν αχπθ΄ 90/-/-
98. Παράδεισος (Βίοι Αγίων) Ενετίησιν 1766 91/-/-
99. Πνευματικά Γυμνάσματα Ενετίησιν αω΄(1800) 92/3/3
100. Νέος Θησαυρός Ενετίησιν αψξ΄ 93/-/-
101. Νέος Θησαυρός Ενετίησιν 1793 94/-/-
102. Οδηγός της αληθείας Άμστραδαμ 1743 95/-/-
103. Μηνιάτης Ενετίησιν αψκζ΄ 96/-/-
104. Αποστολική Σαγήνη Ενετίησιν αψπε΄ 97/-/-
105. Ευαγγελική Σάλπιγξ Λειψία 1758 98/-/-
106. Ευαγγελική Σάλπιγξ Λειψία 1765 99/-/-
107. Εφραίμ του Σύρου Ενετίησιν 1720 100/-/-
108. Θεοτοκάριον Ενετίησιν 1796 101/-/-
109. Ακολουθία Μανουήλ, Σαβέλ και Ισμαήλ Λειψία 1815 102/-/-
110. Εκλογή εκ των Ψαλμών ακέφαλον 103/-/-
111. Ισαάκ Σύρου Ασκητικά (ελληνικά) 1895 104/-/-
112. Αποστολική Σαγήνη Ερμούπολις 1873 105/-/-
113. Προσκυνητάριον Ι.Μ. Δοχειαρίου Βουκουρέστιον 1843 106/-/-
114. Το Άγιον Όρος, Μ. Μεταξάκη Αθήναις 1913 107/-/-
115. Ευχολόγιον Ενετίησιν 1692 108/-/-
116. Νέα Κλίμαξ, Ιωάννου της Κλίμακος Ενετίησιν 1774 109/-/-
117. Παλαιά Διαθήκη, τουρκιστί Αθήναις 1838 110/-/-
118. Παλαιά και Νέα Διαθήκη Μόσχα αωκα΄ 111/-/-
119. Κυριακοδόμιον Ευαγγελίου, Νικηφόρου Θεοτόκη Μόσχα 1796 112/1/2
120. Κυριακοδόμιον Ευαγγελίου, Νικηφόρου Θεοτόκη Μόσχα 1837 113/1/2
121. Κυριακοδόμιον Αποστόλων, Νικηφόρου Θεοτόκη Μόσχα 1808 114/1/2
122. Ερμηνεία 7 Καθολικών Επιστολών του Παύλου Ενετίησιν 1806 115/-/-
123. Κήπος Χαρίτων Ενετίησιν 1819 116/-/-
124. Νέον Μαρτυρολόγιον Αθήναις 1856 117/-/-
125. Εφραίμ του Σύρου Ασκητικά Αθήναις 1864 118/-/-
126. Συμεών του νέου Θεολόγου ακέφαλον 1790 119/-/-
127. Συμεών του νέου Θεολόγου Σύρω 1886 120/-/-
128. Νέον Εκλόγιον Ενετίησιν 1803 121/-/-
129. Τόμος Αγάπης Δοσιθέου 1698 122/-/-
130. Αμφιλόχια Αγ. Φωτίου Αθήναις αωνη΄ 123/-/-
131. Ασκητικά του Μεγ. Βασιλείου ακέφαλον 1535 124/2/2
132. Εξήγησις εις την Αποκάλυψιν Βερόνη αψλβ΄ 125/-/-
133. Εορτοδρόμιον Βενετία 1836 126/2/2
134. Συμεών Θεσσαλονίκης Αγιασίω αχπγ΄ 127/-/-
135. Συμεών Θεσσαλονίκης Αθήναις 1857 128/-/-
136. Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας Ενετίησιν 1802 129/-/-
137. Πανοπλία δογματική Τεργοβύστω 1710 130/-/-
138. Ιστορία Ιερά, ήτοι τα Ιουδαϊκά Βουκ/στιον αψιστ΄ 131/2/2
139. Νέον Εκλόγιον Κων/πολις 1863 132/2/2
140. Αι ιδ΄ Επιστολαί του Παύλου Ενετίησιν 1819 133/1/3
141. Ιωάννου του Χρυσοστόμου Ερμηνεία εις τας
Επιστολάς του Παύλου ακέφαλον 134/-/-
142. Βασιλείου του Μεγάλου λόγοι Βασιλεία 1551 135/2/1
143. Γρηγορίου του Θεολόγου λόγοι Βασιλεία 1550 135/2/1
144. Εξήγησις εις τους Ψαλμούς, Αθανασίου του
Μεγάλου Antverpia 136/1/3 145. Φιλοκαλία Ενετίησιν αψπβ΄ 137/2/2
146. Χρυσοπηγή Ιωάννου του Χρυσοστόμου Ενετίησιν 1786 138/-/1
[α΄μόνον]
147. Επιστολαί Αγίου Νείλου του Σοφού Παρισίους 139/-/-
148. Ευαγγέλιον και Πράξεις ακέφαλον 140/-/-
149. Συναγωγή των Θείων Πατέρων, Ευεργετηνός Ενετίησιν 1783 141/-/-
150. Συναγωγή των Θείων Πατέρων, Ευεργετηνός Κων/πολις 1861 142/-/-
151. Συναξαριστής του Νικοδήμου Βενετία 1819 143/2/5
152. Τριώδιον Ενετίησιν αψμη΄ 144/-/-
153. Τριώδιον Ενετίησιν αψοη΄ 145/-/-
154. Τριώδιον Βενετία 1776 146/-/-
155. Τριώδιον ακέφαλον 147/2/1
156. Πεντηκοστάριον ακέφαλον 147/2/1
157. Πεντηκοστάριον Βενετία 1873 148/-/-
158. Πεντηκοστάριον Ενετίησιν 1746 149/-/-
159. Πεντηκοστάριον Ενετίησιν 1777 150/-/-
160. Πεντηκοστάριον Βενετία 1896 151/-/-
161. Παρακλητική Ενετίησιν αψμβ΄ 152/-/-
162. Παρακλητική Ενετίησιν 1776 153/-/-
163. Παρακλητική Βενετία 1874 154/-/-
164. Μηναία Ενετίησιν αψμ΄ 155/1/12
165. Μηναία Ενετίησιν αψοθ΄ 156/1/12
166. Μηναία Κων/πολις 1843 157/1/12
167. Μηναία Βενετία 1879 158/1/12
168. Μηναίον Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου ακέφαλον 159/-/1
169. Μηναίον Μαρτίου φ. 70 Ενετίησιν αφπθ΄ 160/-/1
170. Μηναίον Μαϊου φ. 60 Ενετίησιν αφπη΄ 160/-/1
171. Μηναίον Απριλίου φ. 67 Ενετίησιν αφπη΄ 160/-/1
172. Μηναίον Ιουνίου φ. 58 Venetiis αφξη΄ 160/-/1
173. Τυπικόν Ενετίησιν αχπε΄ 161/-/-
174. Θεία Γραφή Ενετίησιν ΑΧΠΖ΄ 162/-/-
175. Σειρά εις την Οκτάτευχον και Βασιλειών Λειψία 1772 163/1/2
176. Πηδάλιον έκδ. Θεοδωρήτου Λειψία 1800 164/-/-
177. Ερμηνεία εις την Αποκάλυψιν Λειψία 1800 165/-/3
178. Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου Παρισίους
M.DC.XXXVIII 166/-/-
179. Aγίου Αστερίου Αμασείας λόγοι πανηγυρικοί Παρισίους
M.DC.XLVIII 167/-/-
180. Aγίου Ιουστίνου του φιλοσόφου Βενετία 1747 168/-/-
181. Ιωάννου του Χρυσοστόμου τα άπαντα Ετόνη 1613 169/1/8
182. Θεοφάνους Κεραμέως ομιλίαι Ιεροσόλυμα 1860 170/-/-
183. Παρακλητική Ενετίησιν 1871 171/-/-
184. Τριώδιον Ενετίησιν 1876 172/-/-
185. Πηδάλιον Αθήναις 1886 173/-/-
186. Προσκυνητάριον Οσίου Λουκά Αθήναις 1874 174/-/-
187. Κλίμαξ Ιωάννου της Κλίμακος (απλή) Κων/πολις 1883 175/-/-
188. Κλίμαξ Ιωάννου της Κλίμακος (απλή) Κων/πολις 1883 176/-/-
189. Κλίμαξ Ιωάννου της Κλίμακος (ελληνικός) Κων/πολις 1883 177/-/-
190. Ισαάκ Σύρου (απλούς) 1895 178/-/-
191. Πανδέκτης Αντιόχου Αθήναις 1906 179/-/-
192. Μέγας Συναξαριστής Δουκάκη Αθήναις 1889-189 180/1/12


Ελπίζουμε ότι η αναλυτική δημοσίευση της σπουδαίας αυτής πηγής θα συμβάλλει στη γνώση μας για την ιστορία και των συγκρότηση των αγιορείτικων βιβλιοθηκών (12), οι οποίες περιλαμβάνουν πολλούς θησαυρούς, και προσφέρουν ακόμη πεδίο ερεύνης για πολλούς νέους ερευνητές της εκκλησιαστικής ιστορίας, της ιστορίας της τυπογραφίας, της παιδείας, της γραμματείας (13) και του πολιτισμού μας.


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

1. Βλ. χαρακτηριστικά Μάξιμος Καυσοκαλυβίτης, Ιερά Σκήτη Αγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων, Άγιον Όρος 1995, σ. 37. Ιερομόναχος Μάξιμος Καυσοκαλυβίτης, Ασκητικές μορφές και διηγήσεις από τον Άθω, Άγιον Όρος 1999, σσ. 112-113. Για την ιστορική αδελφότητα των Ιωασαφαίων βλ. Ι.Μ. Χατζηφώτης, Αββακούμ Λαυριώτης ο «ανυπόδητος» και άλλα αθωνικά μελετήματα, Κατερίνη 1993, σσ. 138-140. Για τις σχέσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ με την αδελφότητα των Ιωασαφαίων βλ. Γερ. Σμυρνάκης, Το Άγιον Όρος, Καρυές 1988 (β΄ έκδ.), σσ. 400-403.
2. Ιερομόναχος Μάξιμος Καυσοκαλυβίτης, Ασκητικές μορφές και διηγήσεις από τον Άθω, Άγιον Όρος 1999, σσ. 112-113. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη φράση του Γέροντος Ισιδώρου, της Ιεράς Σκήτης των Καυσοκαλυβίων, συνεργάτη του Ιωάσαφ στην τακτοποίηση και διαχείριση της Βιβλιοθήκης της Σκήτης :
«Ο ιερός ούτος άνθρωπος, το γένος Αλβανός αλλά εις τον νουν μέγας, πάντοτε καταγίνεται εις αντιγραφάς σπουδαίων πραγμάτων. Τόσον ηύξησε τας γνώσεις του δια της μελέτης όπου κατά πολλά επαινείται, ουδόλως δαπανά τον καιρόν εις ανωφελείς πράξεις και ως άλλη φιλόπονος μέλισσα εργάζεται το μέλι της αρετής σεμνοπρεπέστατα, όθεν εξ αγάπης η εμή αδυναμία εποίησε στίχους πολιτικούς και εγκωμιαστικούς εις την αυτού κορυφήν».
3. Μ. Γ. Βαρβούνης, «Κατά το Όρος του Άθωνος». Αθωνικά και αγιορειτικά μελετήματα, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 226-227, όπου συνοπτικό ιστορικό της συντάξεως αυτού του καταλόγου.
4. Για την Ιερά Σκήτη των Καυσοκαλυβίων βλ. μοναχός Αντώνιος, Η εν τω Αγιωνύμω Όρει του Άθω Ιερά Σκήτη της Αγίας Τριάδος των Καυσοκαλυβίων Αγίου Όρους, εν Αθήναις 1964. Επίσης βλ. Μ. Γ. Βαρβούνης, «Καυσοκαλυβίτικα σημειώματα», Γρηγόριος ο Παλαμάς 86 (2003), σσ. 749-755 (= Ο ίδιος, «Κατά το Όρος του Άθωνος». Αθωνικά και αγιορειτικά μελετήματα, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 219-224).
5. Σπ. Λάμπρος, Κατάλογος των εν ταις βιλιοθήκαις Αγίου Όρους ελληνικών κωδίκων, 2, Cambridge 1900, αρ. 6535-6557.
6. Ευλ. Κουρίλας – Σωφρ. Ευστρατιάδης, Κατάλογος των κωδίκων της Ιεράς Σκήτης Καυσοκαλυβίων και των Καλυβών αυτής, Paris 1930.
7. Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης, Κατάλογος των χειρογράφων κωδίκων του Κυριακού της Σκήτης Αγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων, Θεσσαλονίκη 2005.
8. Θωμάς Παπαδόπουλος, Βιβλιοθήκες Αγίου Όρους. Παλαιά ελληνικά έντυπα. Πρώτη προσπάθεια συγκροτήσεως συλλογικού καταλόγου, Αθήνα 2000.
9. Μ. Γ. Βαρβούνης – Στ. Ν. Κεκρίδης, «Η Βιβλιοθήκη του Κυριακού στην Ι. Σκήτη Καυσοκαλυβίων Αγίου Όρους», Θεολογία 73 (2002), σσ. 601-648 και Θεολογία 74 (2003) σσ. 63-110 (= Μ. Γ. Βαρβούνης, «Κατά το Όρος του Άθωνος». Αθωνικά και αγιορειτικά μελετήματα, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 224-316).
10. Μοναχός Ισίδωρος, Προσκυνητάριον της Ιεράς Σκήτης των Καυσοκαλυβίων (1915), Θεσσαλονίκη 2000, σ. 38. Εξέχουσα μορφή της Σκήτης υπήρξε ο παπά Ιωνάς ο Καυσοκαλυβίτης, στις ενέργειες του οποίου οφείλεται και ο πλουτισμός της Βιβλιοθήκης του Κυριακού, βλ. Β. Ψευτογκάς, «Ιωνάς ο Καυσοκαλυβίτης. Ο βίος και το έργο του», Αναφορά εις μνήμην μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου 5, Γενεύη 1989, σσ. 399-427 και μοναχός Πατάπιος, Ιωνάς ο Καυσοκαλυβίτης. Ο βίος και τα έργα μιας πνευματικής μορφής του 18ου αιώνος, Άγιον Όρος 1999, σ. 32. Πρβλ. γι’ αυτόν και Th. Papadopoulos, The Greek Church and people under Turkish domination, Brussels 1952, σ. 301-305.
11. Από τις δωρεές αυτές αξίζει να αναφερθεί εκείνη των βιβλίων και των χειρογράφων του Χαρίτωνος του Πνευματικού, της Καλύβης του Ακαθίστου Ύμνου, του 19ου αιώνα, από τον υποτακτικό του μοναχό Αθανάσιο, βλ. Ιερομόναχος Μάξιμος Καυσοκαλυβίτης, Ασκητικές μορφές και διηγήσεις από τον Άθω, Άγιον Όρος 1999, σσ. 155-157 και μοναχός Πατάπιος, Χαρίτων ο πνευματικός, Θεσσαλονίκη 2003. Ο ίδιος, «Ασματικός κανόνας στον άγιο Αχίλλιο της Λάρισας. Το έργο και ο ποιητής του Χαρίτων ο Τρικκαίος», Θεσσαλικό Ημερολόγιο 45 (2004), σσ. 305-312.
12. Για την Βιβλιοθήκη της Ιεράς Σκήτης των Καυσοκαλυβίων βλ. επίσης μοναχός Πατάπιος, Τα σημειώματα των χειρογράφων του Κυριακού της Σκήτης Αγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων, Θεσσαλονίκη 2002, ανάτυπο από το περιοδικό Κληρονομία 32 (2000), σσ. 321-357. Ο ίδιος, «Παλαιογραφικά από τη Σκήτη Καυσοκαλυβίων», Πρωτάτον 84 (2002), σσ. 118-125. Μοναχός Πατάπιος – Μ. Γ. Βαρβούνης, Καυσοκαλυβίτικα Νεομαρτυρολογικά, Θεσσαλονίκη 2003, όπου και σχετική βιβλιογραφία.
13. Δημοσιεύσεις παρομοίων κειμένων από χειρόγραφα της Βιβλιοθήκης της Σκήτης βλ. στον μοναχό Πατάπιο, «ΚΔ΄ Οίκοι χαιρετήσιμοι εις τον Άγιον Ιωάννην τον Ελεήμονα. Το έργο και ο ποιητής του ιερομόναχος Ισίδωρος Κυριακόπουλος», Εκκλησιαστικός Φάρος 83 (2001-2002), σσ. 67-80. Ο ίδιος, «Ο λόγιος ιερομόναχος Ραφαήλ ο Ακαρνάν και ο Εγκωμιαστικός του λόγος προς τον Άγιον Γεώργιον», Όσιος Γρηγόριος 27 (2002), σσ. 10 κ.εξ. Ο ίδιος, «Ο Μιχαήλ Η΄ ο Παλαιολόγος, η Σύνοδος της Λυών και η έλευση των Λατινοφρόνων στον Άθω», Θεοδρομία Δ΄ (2002), σσ. 100-113. Ο ίδιος, «Η πανηγυρική ακολουθία των Αγίων Μακαρίων και οι Αγιορείτες υμνογράφοι Χριστόφορος Προδρομίτης και Αντώνιος Νεασκητιώτης», Εκκλησιαστικός Φάρος 84 (2003), σσ. 9-39. Ο ίδιος, «Οι Αγιορείτες υμνογράφοι Χριστόφορος Προδρομίτης και Αντώνιος Νεασκητιώτης», Πρωτάτον 92 (2003), σ. 152-164.

Νικολάου Λ. Μόττα, Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΚΑΙ ΝΟΤΙΟΥ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΙΑΚΩΒΟΥ ΣΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ 1960 ΚΑΙ 1970

[Από τον τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 643-652]

Προλογική σημείωση: Πηγή των χωρίων και των επιστολών που περιλαμβάνονται στο κείμενο είναι η έκδοση Τα Άπαντα επί Πανανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εθνικών Θεμάτων (εκδόσεις University Studio Press) που περιλαμβάνει μέρος της ανέκδοτης αλληλογραφίας του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Ιακώβου με τους προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, προέδρους και πρωθυπουργούς και της Ελλάδος. Περιλαμβάνονται επιστολές από το 1959 έως το 1996, με τους: Harry Truman, Dwight Eisenhower, John F.Kennedy, Lyndon Johnson, Richard Nixon, Gerald Ford, Jimmy Carter, Ronald Reagan, George Bush Sr, Bill Clinton και με τους Γεώργιο Παπανδρέου, Κωνσταντίνο Καραμανλή, Κωνσταντίνο Τσάτσο, Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Κατά την τριακονταπενταετή θητεία του στο αξίωμα του Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής, ο μακαριστός Ιάκωβος είχε στο κέντρο του ενδιαφέροντος και της δραστηριότητας του τα ελληνικά εθνικά ζητήματα. Από το Κυπριακό πρόβλημα και τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις μέχρι το ζήτημα του ονόματος της Μακεδονίας και τη Βόρειο Ήπειρο, ο Αρχιεπίσκοπος ασκούσε -στο μέτρο του δυνατού- την επιρροή του στην εκάστοτε ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Ταυτόχρονα, όντας ανυποχώρητος και θερμός υποστηρικτής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θρησκευτικών ελευθεριών, μεριμνούσε πάντοτε γιά τις κατα- στάσεις που αντιμετώπιζαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η περί αυτό ελληνο-ορθόδοξη Ομογένεια της Τουρκίας. Αυτή η ευαισθησία του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου γιά το Πατριαρχείο, τους 'Ελληνες της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου ενισχύονταν, βέβαια, και από μία άλλη παράμετρο: το γεγονός ότι και ο ίδιος, ως τέκνο της νήσου Ίμβρου, αισθανόταν “παιδί της μειονότητας”, κάτι που προσέδιδε ένα επιπρόσθετο προσωπικό στοιχείο στην πολύπλευρη αυτή δράση του.

Α. ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1960 (1959-1969)

Από το ξεκίνημα κιόλας της διακονίας του στην ηγεσία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής, ο Ιάκωβος μερίμνησε να ενημερώσει την αμερικανική ηγεσία γιά το status quo κάτω από το οποίο λειτουργούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εκφράζοντας έτσι την αγωνία της Ελληνικής Ομογένειας των Ηνωμένων Πολιτειών γιά τα τεκταινόμενα στην Κωνσταντινούπολη. Στις 9 Νοεμβρίου του 1959 (χρονιά εκλογής του), ο Ιάκωβος απέστειλε επιστολή στον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Dwight Eisenhower [1], με αφορμή την επίσκεψη του δεύτερου σε Αθήνα και Άγκυρα, ζητώντας του να συμπεριλάβει στις συνομιλίες του με την τουρκική κυβέρνηση τα ζητήματα που αφορούσαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Επιπροσθέτως, εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Ουάσινγκτον πρέπει να πιέσει την Τουρκία ώστε να δοθεί η απαραίτητη υποστήριξη προς τον Πατριάρχη Αθηναγόρα Ι και προς αυτήν την κατεύθυνση παρότρυνε τον αμερικανό πρόεδρο να συναντηθεί προσωπικά με τον πνευματικό ηγέτη της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Το παραπάνω αποτέλεσε μόνον την αρχή. Τη δεκαετία του 1960, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος δραστηριοποιείται σε σημαντικό βαθμό προκειμένου να διασφαλιστούν -κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο- οι ελευθερίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς και τα δικαιώματα της ολοένα και μειούμενης ρωμέϊκης μειονότητας της Τουρκίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προθέσεων του Αρχιεπισκόπου απετέλεσε άλλωστε και η σχετική επιστολή του (στις 4 Οκτωβρίου 1962) προς τον τέως πρόεδρο Harry Truman [2] στον οποίο απεστάλη -κατόπιν αιτήματος του ίδιου του τ. προέδρου- έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ (State Department) αναφορικά με την κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι η προηγειθείσα περίοδος (ιδιαίτερα τα έτη 1955-59) αποτέλεσε διάστημα ιδιαίτερης πολιτικής έντασης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, καθώς είχε προηγηθεί το πογκρόμ διώξεων κατά της ρωμέϊκης μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, ενώ η κατάσταση στην Κύπρο ήταν άκρως τεταμένη. Δεδομένης λοιπόν της κατάστασης ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος κάνει έκκληση στον τέως πρόεδρο Τρούμαν να επιδείξει ο ίδιος προσωπικό ενδιαφέρον γιά το Οικουμενικό Πατριαρχείο (που αντιμετώπιζε την ολοένα και αυξανόμενη εχθρότητα της Τουρκίας) γνωρίζοντας και μία άλλη, σημαντική, παράμετρο: ότι ο Harry Truman, όντας εν ενεργεία πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής το 1948, είχε ευνοήσει την εκλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα Ι, μέχρι τότε Αρχιεπισκόπου Αμερικής.
Παρακολουθώντας στενά τα τεκταινόμενα στην Τουρκία, ο Αρχιεπίσκοπος θέτει το ζήτημα της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης στην 17η Διενιαύσια Κληρικολαϊκή Συνέλευση της Ελληνικής Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Αμερικής. Στις 4 Ιουλίου 1964, η Αρχιεπισκοπή εξέδωσε δελτίο Τύπου στο οποίο γίνεται αναλυτική αναφορά στους διωγμούς που υπέστη η μειονότητα της Τουρκίας, εκδοθέν κατόπιν ομοφώνου αποφάσεως (ψήφισμα) της Συνέλευσης που έλαβε χώρα στο Ντένβερ του Κολοράντο.
Αφορμή είναι οι απελάσεις 1017 ελλήνων της Πόλης, καθώς και η αυθαίρετη δήμευση -αντί ευτελούς τιμήματος- των περιουσιακών στοιχείων 12.500 ρωμιών. Το ψήφισμα της κληρικολαϊκής Συνέλευσης απεστάλη στον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Lyndon Johnson (ο οποίος είχε διαδεχθεί το δολοφονημένο John F. Kennedy) και στον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών U. That, καλώντας τη διεθνή κοινότητα να εξασκήσει επιρροή στους κυβερνώντες της Άγκυρας με σκοπό να σταματήσουν οι διώξεις και αδικίες που συντελούνταν.
Αυτό που γίνεται φανερό από το ψήφισμα της κληρικολαϊκής Συνέλευσης του Ντένβερ είναι η προσπάθεια του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου να πιέσει ακόμη περισσότερο την αμερικανική ηγεσία, αυτή τη φορά με σκοπό την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των Ηνωμένων Εθνών γιά ένα ζήτημα που συνδέεται άμεσα με την προστασία των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων.
Η θωράκιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων άλλωστε αποτέλεσε και τον “κορμό” της δράσης του Αρχιεπισκόπου σε ένα μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1960. Κατά τη χρονική αυτή περίοδο, ο Ιάκωβος είχε την ευκαιρία να συναντήσει και να θέσει τα ζητήματα του Πατριαρχείου και της Ομογένειας σε σημαντικούς παράγοντες της πολιτικής ζωής της Ουάσινγκτον. Ένας από τους ανθρώπους-κλειδιά ήταν ο Mac George Bundy, ανώτερος πολιτικός σύμβουλος τότε του προέδρου Lyndon Johnson σto Λευκό Οίκο.
Σε σχετική επιστολή του προς τον Bundy, στις 9 Οκτωβρίου 1964, ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρεται στην σύνδεση - από πλευράς της Τουρκίας - των γεγονότων στην Κύπρο με την ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης. Δηλαδή, στην προσπάθεια της Άγκυρας να εκμεταλλευτεί εντέχνως την προβληματική πολιτική κατάσταση στην Κύπρο (π.χ. με το πρόσχημα του κινδύνου που διέτρεχαν οι τουρκοκύπριοι), ώστε να δημιουργήσει δυσμενείς συνθήκες τόσο γιά την Ομογένεια της Πόλης όσο και γιά το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατ' επέκτασιν. Αυτή η προσπάθεια της Τουρκίας, την οποία ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος κατείγγειλε στην κυβέρνηση Τζονσον είχε τη μορφή “αντιποίνων” και έπαιρνε την περίοδο εκείνη ανησυχητικές διαστάσεις.
Στην επιστολή του προς τον σύμβουλο Bundy, γράφει ο Ιάκωβος (μετάφραση): Από τη στιγμή που η κρίση της Κύπρου έχει, δυστυχώς, συνδεθεί με την κατάσταση της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Τουρκίας, είναι επόμενο οι ελληνικής καταγωγής αμερικανοί να ζητούν από την κυβέρνηση μας (ΗΠΑ) να βοηθήσει στην εξεύρεση μιάς βιώσιμης λύσης γιά το Κυπριακό. (9 Οκτωβρίου 1964).
H απάντηση του συμβούλου του αμερικανού προέδρου ήρθε λίγες ημέρες αργότερα (κατ' εντολή του ίδιου του προέδρου), στις 21 Οκτωβρίου, κάνοντας αναφορά στις προσπάθειες γιά διευθέτηση των ζητημάτων που είχαν ανακύψει από τον τότε πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία κ.Stevenson. Στο ίδιο έγγραφο, ο Bundy επικαλείται δηλώσεις του αμερικανού πρέσβη ο οποίος είχε χαρακτηρίσει την κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη ως “θλιβερή επωδό της κοινοτικής εχθρότητας στην Κύπρο” και αναφέρει ότι ο Stevenson προέβη στις ανάλογες παραστάσεις προς την τουρκική κυβέρνηση.
Αυτή η κινητοποίηση της διπλωματικής αποστολής των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία γιά το συγκεκριμένο ζήτημα, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στις πιέσεις που άσκησε ο Αρχιεπίσκοπος το προηγούμενο διάστημα στην αμερικανική ηγεσία. Παρ' όλα αυτά, ένα σημαντικό συμπέρασμα που βγαίνει από τα παραπάνω, είναι πως η, κατ' οποιονδήποτε τρόπο, διασύνδεση του Κυπριακού ζητήματος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνική Ομογένεια της Τουρκίας αποτελούσε καθεστώς το οποίο μόνο αρνητικά αποτελέσματα είχε.
Όταν τα πράγματα χειροτέρεψαν και η Τουρκία προέβη σε νέες απελάσεις ελλήνων ομογενών της Κωνσταντινούπολης, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος έθεσε το πρόβλημα στον ίδιο τον πρόεδρο Lyndon Johnson (Επιστολή, 28 Οκτωβρίου 1964). Χρησιμοποιώντας σκληρή γλώσσα γιά τις πράξεις των τουρκικών αρχών, ο Ιάκωβος κατήγγειλε τα γεγονότα στον ίδιο τον πρόεδρο, καλώντας τον ταυτόχρονα να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες άσκησης επιρροής προς την Άγκυρα. Γιά άλλη μία φορά, αλλά τώρα με αποδέκτη τον ίδιο τον ηγέτη της υπερδύναμης, ο Αρχιεπίσκοπος κάνει σαφές ότι η μακροχρόνια πολιτική και διπλωματική κρίση στην Κύπρο δε θα έπρεπε να χρησιμοποιείται ως “φερετζές” γιά την σταδιακή εξάλλειψη του ελληνικού στοιχείου στην Τουρκία.
Χαρακτηριστικά τα όσα γράφει στην επιστολή του προς τον πρόεδρο Τζόνσον ο Αρχιεπίσκοπος (μετάφραση): Τη στιγμή που ο εκπρόσωπος της τουρκικής αντιπροσωπείας διαβεβαίωνε το Συμβούλιο Ασφαλείας (του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών) ότι δεν θα υπήρχε καμία εχθρική πράξη εναντίον των ελληνικής καταγωγής τούρκων πολιτών, οι αρχές της Τουρκίας έπαιρναν μέτρα, καταργώντας στην πράξη το εκπαιδευτικό σύστημα της ελληνορθόδοξης κοινότητας... (28 Οκτωβρίου 1964).
Οι συνθήκες και οι συμφωνίες που συγκροτούσαν το διεθνές δίκαιο αποτέλεσαν πολλές φορές την πρωμετωπίδα των επιχειρημάτων του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου, όταν απεύθυνονταν στην ηγεσία των ΗΠΑ προς υποστήριξη των ελληνικών θέσεων. Η παραβίαση του άρθρου 40 της Συνθήκης της Λωζάνης [3] του 1923 αποτελεί το κύριο θέμα της επιστολής του προς τον πρόεδρο Lyndon Johnson, στις 20 Απριλίου 1965, στην οποία ζητείται η παρέμβαση της Ουάσινγκτον προς την Άγκυρα.
Πιό συγκεκριμένα, η επιστολή του Αρχιεπισκόπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει: ...το άρθρο 40 της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 μεριμνά πως οι μη μουσουλμανικές μειονότητες στην Τουρκία πρέπει να έχουν ίσο δικαίωμα στην εγκαθίδρυση, διεύθυνση και έλεγχο (με δικά τους έξοδα) θρησκευτικών και κοινωνικών ιδρυμάτων, σχολεία και άλλων εκπαιδευτικών οργανώσεων, διατηρώντας το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα ελεύθερα...
Επί της ουσίας, ο Αρχιεπίσκοπος υπενθυμίζει στον αμερικανό πρόεδρο το αυτονόητο συμπέρασμα που πηγάζει από τον σεβασμό των διεθνών συνθηκών (Λωζάνη), οι οποίες παρ' όλα αυτά, σε ορισμένες περιπτώσεις, καταπατούνται μέχρι και σήμερα, κατά παραβίαση των θεμελιωδών θρησκευτικών και πολιτικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Αυτό το ζήτημα τέθηκε και πάλι από τον Αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο, ο οποίος επανήλθε τον Σεπτέμβριο του 1965 με τηλεγράφημα προς τον Lyndon Johnson zητώντας του να γίνει δεκτός σε ακρόαση, ώστε να του το εκθέσει ο ίδιος, ενώπιος- ενωπίω, την κατάσταση που αντιμετώπιζε το Πατριαρχείο στην Τουρκία.
Μιά κατάσταση, που όπως την περιγράφει ο Ιάκωβος στις επιστολές του προς τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών περιελάμβανε το κλείσιμο χριστιανικών ναών, την προσπάθεια υποβίβασης του Οικουμενικού Πατριάρχη από το τουρκικό κράτος, καθώς και τις προσωπικού τύπου επιθέσεις που δέχονταν ο Επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας από μερίδα του Τύπου.
Ο Ιάκωβος, λοιπόν, παρεμβαίνει ο ίδιος στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, θέτοντας ενώπιον του προέδρου τις αρνητικές ενέργειες εκπορευόμενες από ένα συμμαχικό (προς την Αμερική) κράτος, το οποίο αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει, εμπράκτως, τον Οικουμενικό και πανανθρώπινο ρόλο του Πατριαρχείου και του Πατριάρχη προσωπικά.
Η δραστηριότητα αυτή που ανέπτυξε ο Αρχιεπίσκοπος είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς όντας ο συνδετικός κρίκος του Πατριαρχείου με την αμερικανική ήπειρο, ενημέρωνε εκτενώς - και σε τακτά χρονικά διαστήματα - την ηγεσία των Η.Π.Α. γιά ζητήματα που, υπό άλλες συνθήκες, ενδέχεται να χανόντουσαν στο διπλωματικό πλουραλισμό των εξόχως σημαντικών διεθνών θεμάτων που απασχολούσαν την Ουάσινγκτον την περίοδο εκείνη.
Στις 30 Μαρτίου του 1966 ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος έγινε δεκτός από τον πρόεδρο Lyndon Johnson στο Λευκό Οίκο. Ο ίδιος περιγράφει τη συνάντηση σε σχετική επιστολή του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα: Ήρχισα την έκθεσιν μου με την έκφρασιν των ευχαριστιών μου διά την παρασχεθείσαν τόσον προθύμως ακρόασιν και με την βεβαίωσιν της προσωπικής μου, ως και όλου του ποιμίνου μου, εκτιμήσεως διά την παρεχομένην ευκαιρίαν να αναπτύξω προς αυτόν το θέμα του εν Κωνσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου και της εν Τουρκία Ομογενείας, το οποίον συνέχει τόσον πολύ την ψυχήν μας εδώ. Ο λόγος, εσυνέχισα, διά τον οποίον εζήτησα αυτήν την ακρόασιν, είναι η αύξουσα ανησυχία των ελληνορθοδόξων Aμερικανών ως και των μελών των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών εν Αμερική διά τα υπό της Τουρκικής κυβερνήσεως συνεχώς επί δεκαετίαν και πλέον λαμβανόμενα περιοριστικά και καταπιεστικά μέτρα, τα οποία αποβλέπουν σήμερον μεν εις την ταπείνωσιν του Οικουμενικού Θρόνου, αύριον δε εις την ολοκληρωτικήν εξουθένωσιν αυτού (30 Μαρτίου 1966).
Η σημαντικότερη, όμως, παράμετρος της συνάντησης του Ιακώβου με τον πρόεδρο Τζόνσον βρίσκονταν σε μία επισήμανση του Αρχιεπισκόπου αναφορικά με τον Πατριάρχη Αθηναγόρα (πρώην Αρχιεπίσκοπος Αμερικής) και την στήριξη που του είχε προσφέρει στην εκλογή του ο τότε αμερικανός πρόερδος Harry Truman. Με αυτόν τον τρόπο, όπως θα δούμε παρακάτω, ο Ιάκωβος επιχείρησε να υπενθυμίσει στον πρόεδρο Τζονσον τον επιπρόσθετο ρόλο του Πατριαρχείου στη Μέση Ανατολή ως “ανασταλτικού παράγοντος” γιά την Σοβιετική διείσδυση.
Ακολουθούν τα λόγια του Αρχιεπισκόπου προς τον αμερικανό πρόεδρο όπως ο ίδιος τα περιγράφει στην επιστολή προς τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα: Ως ωρισμένως γνωρίζετε, κ.Πρόεδρε, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, κρινόμενος επί της βάσει του ευρυτέρου διαχριστιανικού και ειρηνιστικού πνεύματος, το οποίον ενέπνεεν όλην την πολιτείαν του κατά τα 18 έτη της ενταύθα διακονίας του, παρεκλήθη από την Κυβέρνησιν ενός των προκατόχων σας, του μεγάλου φίλου σας H.S. Truman, να θέση υποψηφιότητα ότε ο Οικουμενικός Θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως ευρίσκετο εν χηρεία κατά το 1948. Και εδέχθη να θέση υποψηφιότητα ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Αθηναγόρας παρορμηθείς από την συνείδησιν του χρέους του, όπως υπηρετήση την πατρίδα του Αμερικήν εις την υπόθεσιν της προαγωγής αγαθών σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος, και παραλλήλως να εργασθή διά την αναχαίτισιν της Σοβιετικής διεισδύσεως εις την Μέσην Ανατολήν, η οποία Μέση Ανατολή έπρεπε να παραμείνη εις την σφαίραν της επιρροής της Δύσεως, εξασφαλιζομένης κατ' αυτόν τον τρόπον της ισορροπίας, η οποία και τότε, όπως και σήμερον, κρίνεται ως προϋπόθεσις ειρηνικών σχέσεων μετά των αντιπάλων μας δυνάμεων (30.4.1966).
Η παραπάνω αναφορά του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου έχει ιδιαίτερη σημασία. Και αυτό διότι την περίοδο εκείνη οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής βρισκόντουσαν στην καρδιά του “Ψυχρού Πολέμου” με τη Μόσχα και οποιαδήποτε υποστήριξη σε περιφερειακό επίπεδο (πόσο δε μάλλον στη νοτιο-ανατολική Ευρώπη και Μέση Ανατολή) ήταν απαραίτητη γιά τα συμφέροντα τους. Αυτό που επισημαίνει στον αμερικανό πρόεδρο ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος είναι η στρατηγική θέση του Πατριαρχείου, στο μεταίχμιο Ευρώπης και Ασίας, κάτι που προφανώς του προσέδιδε μιά επιπλέον σημασία σε συνάρτηση με την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σε αυτό το σημείο, ο Ιάκωβος αξιοποίησε με αριστοτεχνικό τρόπο τον χρόνο που του είχε διεθέσει ο πρόεδρος ώστε να του εξηγήσει τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε στην ευρύτερη περιοχή η αποδυνάμωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τονίζοντας το ρόλο του Πατριαρχικού θρόνου ως “ειρηνοποιού” θεσμού στην Ευρασία, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος έκανε σαφές στον Lyndon Johnson δύο βασικές παραμέτρους:
α) Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπηρέτησε - και υπηρετεί - πιστά την πολιτική ειρήνης και καλής γειτονίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Η επιχείρηση από πλευράς της Τουρκίας να “μειωθεί” σημαντικά ο ρόλος του Πατριαρχείου και να “αποψιλωθεί“ η οικουμενικότητα του ρόλου του θα είχε επιπτώσεις στις σχέσεις των δύο χωρών, οξύνοντας μιά ήδη τεταμένη κατάσταση που επικρατούσε. Επομένως, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε πλήγμα στους στόχους της Ατλαντικής Συμμαχίας (δηλαδή πρωτίστως των Ηνωμένων Πολιτειών) αναφορικά με τη διατήρηση της ειρήνης μεταξύ δύο χωρών-μελών του ΝΑΤΟ, με στρατηγική σημασία γιά την ευρύτερη περιοχή.
β) Δεύτερον, η επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας έναντι του Πατριαρχείου το εξουθενώνει σε εκκλησιαστικό και οικουμενικό επίπεδο. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία - και πρόκληση ταυτόχρονα - γιά τη Ρωσική Εκκλησία ώστε να αναλάβει αυτή τα ηνία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η “κυριαρχία” του Πατριαρχείου Μόσχας επί του Οικουμενικού Πατριάρχη, θα ενίσχυε το ρόλο της σοβιετικής κυβέρνησης στην περιοχή (δεδομένου του γεγονότος ότι, σύμφωνα με τον Ιάκωβο, η ρωσική εκκλησία αποτελεί και σήμερον το όργανον της Ρωσικής κυβερνήσεως, όπως ήτο και επί της κυβερνήσεως των Τσάρων).
Η τακτική, λοιπόν, του Αρχιεπισκόπου στην επικοινωνία του αυτή με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών είχε έναν προφανή στόχο: Να ελκύσει το ενδιαφέρον του προέδρου Lyndon Johnson, συνδέοντας τα τεκταινόμενα στην Κωνσταντινούπολη με τα ευρύτερα γεωστρατηγικά συμφέροντα της υπερ- δύναμης. Από την απάντηση δε του προέδρου προς τον Ιάκωβο -όπως ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος την έχει μεταφέρει στην επιστολή προς τον Αθηναγόρα- γίνονται κατανοητά τα εξής: Ότι ο Lyndon Johnson ενημερώθηκε γιά ορισμένες παραμέτρους του ζητήματος τις οποίες δε γνώριζε, ότι αντιλήφθηκε την σημασία που έχει γιά τη σταθερότητα της περιοχής η εύρυθμη και αταλάντευτη λειτουργία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, όμως, επέμενε στην ανάδειξη των κυρίαρχων θεμάτων γιά την Ορθόδοξη Εκκλησία και την ελληνική μειονότητα της Τουρκίας. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκαν και άλλες πρωτοβουλίες του (Γερουσία Η.Π.Α., Βουλή Αντιπροσώπων κ.α), οι οποίες ακολού- θησαν την συνάντηση με τον πρόεδρο. Αυτές τις πρωτοβουλίες τις αναφέρει ο ίδιος ο Αρχ. Ιάκωβος σε σχετικό σημείωμα του, στις 7 Απριλίου 1966.

Β. ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1970 (1970-1979)

Κατά την δεκαετία του 1970 ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος έκανε ουσιώδεις παρεμβάσεις, ζητώντας από την αμερικανική κυβέρνηση να δείξει απτό ενδιαφέρον γιά το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Είναι δε σημαντικό το γεγονός ότι η δεκαετία του '70 σημαδεύτηκε και από το κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης (το 1971), ενώ το 1972 πεθαίνει ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Ι και τον διαδέχεται ο Δημήτριος. Ήταν, όμως, επόμενο ότι τόσο τα ζητήματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και η ελληνική μειονότητα της Πόλης, να περάσουν σε “δεύτερη μοίρα” έπειτα από τα τραγικά γεγονότα στην Κύπρο - ιδιαίτερα μετά την τουρκική εισβολή το 1974. Παρ' όλα αυτά, ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής παρενέβη στον πρόεδρο Gerald Ford 4 τον Οκτώβριο του 1974, όταν και είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει μαζί του.
Σε αυτήν την περίπτωση, με προφανή τη συναισθηματική του φόρτιση γιά όσα είχαν συμβεί στη μεγαλόνησο, ο Ιάκωβος αναφέρθηκε με σκληρά λόγια γιά την Τουρκία, λέγοντας μεταξύ άλλων:
Έφυγα από εκεί με ένα βαθύ ψυχικόν τραύμα και παρηκολούθησα εκ του εγγύς τας δηώσεις του 1955, την δίωξιν της Ομογενείας, εξορίας - απαλλοτριώσεις περιουσίας, πράξεις πνευματικής γενοκτονίας, όπως το κλείσιμο σχολείων, του Πατριαρχικού Τυπογραφείου και της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Και συνεχίζει λέγοντας προς τον πρόεδρο Φορντ: ...και επί πλέον έχω τον Πνευματικόν μου Πατέρα ηλικίας 86 ετών, ο οποίος μου γράφει περί των διώξεων και εκφοβισμού και κακομεταχειρίσεως του στοιχείου μας και περί των συνθημάτων, τα οποία ακούονται περί γενικής διώξεως και εν ανάγκη σφαγής των εναπομεινάντων Ελλήνων της Τουρκίας, οι οποίοι κατά εκατοντάδες καθημερινώς εγκαταλείπουν το πατρώον έδαφος, μεταβαίνοντες εις την Ελλάδα. (σημείωμα 7 Οκτωβρίου 1974).

Με αυτόν τον τρόπο ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος επιχείρησε να μεταφέρει στην επικοινωνία του με τον αμερικανό πρόεδρο και ένα επιπρόσθετο, προσωπικό και βιωματικό στοιχείο. Από την πλευρά του, ο Gerald Ford που ήταν ένοικος του Λευκού Οίκου γιά δύο μόλις χρόνια, έμεινε στην ελληνική συνείδηση γιά δύο κυρίως ζητήματα: πρώτον, την επίθεση που είχε εξαπολύσει εναντίον της απόφασης του αμερικανικού Κογκρέσου γιά “εμπάργκο όπλων” στην Τουρκία και δεύτερον, την σιωπή του στην είδηση της αυτοανακήρυξης της “τουρκικής δημοκρατίας της βορείου Κύπρου”, του γνωστού και ως “ψευδοκράτους Ντενκτάς” το 1975. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστική η έντονη δυσαρέσκεια της ελληνικής Ομογένειας της Αμερικής γιά την πολιτική Φορντ, η οποία και εκφράζεται σε σχετικό τηλεγράφημα που απέστειλε στον πρόεδρο, την 14η Φεβρουαρίου 1975, ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μπακόπουλος εκ μέρους του εκατονταμελούς Αρχιεπισκοπικού Συμβουλίου.
Τα παραπάνω είχαν μάλλον δημιουργήσει μιά αίσθηση ότι τα ελληνικά εθνικά ζητήματα θα τύχουν καλύτερης αντιμετώπισης μετά την εκλογή του κυβερνήτη της Geοrgia Jimmy Carter [5] στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος, που διατηρούσε επαφή με τον Κάρτερ πριν ακόμη την εκλογή του δεύτερου στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα, συναντήθηκε με τον πρόεδρο τον Απρίλιο του 1977. Σύμφωνα με δημοσίευμα της ομογενειακής εφημερίδας Εθνικός Κήρυξ (30.4.1977), πέραν του Κυπριακού ζητήματος, ο Ιάκωβος και ο πρόεδρος συζήτησαν διεξοδικά "το θέμα της παραβιάσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τους Τούρκους στην Κύπρο, καθώς επίσης και στη νήσο Ίμβρο, γενέτειρα του Αρχιεπισκόπου".

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με το τέλος της δεκαετίας του 1970 ουσιαστικά συμπληρω- νεται μιά 20ετία ατα- λαντευτης και προσηλωμένης προσπάθειας του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου, ώστε να προωθηθούν περισσότερο στο κέντρο του ενδιαφέροντος της αμερικανικής διπλωματίας τα ζητήματα του Πατριαρχείου και η περί αυτό Ελληνική Ομογένεια της Τουρκίας. Πρόκειται γιά μία δύσκολη περίοδο, κατά την οποία συμβαίνουν γεγονότα που μεταβάλουν συνεχώς την ούτως η άλλως “ρευστή“ φύση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων. Από τα “Σεπτεμβριανά“ μέχρι της δράση της ΕΟΚΑ στην Κύπρο και τελικώς την τουρκική εισβολή του 1974, το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης γίνεται δέκτης των αρνητικών συνεπειών, δεδομένου του γεγονότος ότι η Άγκυρα εκμεταλλεύεται τις πολιτικο-διπλωματικές συνθήκες, προκειμένου να δημιουργήσει προβλήματα στην Ομογένεια της Πόλης.
Στην συχνή και περιεκτική επικοινωνία του με την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών κατά την εικοσαετία 1959-1979, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος καταδικάζει την πρακτική αυτή, προσπαθώντας ταυτόχρονα να επικεντρώσει, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, το ενδιαφέρον της Ουάσινγκτον σε τρία βασικά σημεία:
Πρώτον, το γεγονός ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η ελληνική Ομογένεια δεν είναι δυνατό να αποτελούν τα “εξιλαστήρια θύματα” των γεγονότων στην Κύπρο ή των όποιων αρνητικών εξελίξεων λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο των ελληνο-τουρκικών σχέσεων.
Δεύτερον, ότι η πολιτική της Τουρκίας συνιστά παραβίαση Διεθνών Συνθηκών οι οποίες έχουν υπογραφτεί μεταξύ των δύο χωρών (Ελλάδας-Τουρκίας) και τις οποίες οι κυβερνήσεις οφείλουν να σέβονται. Παράδειγμα αποτελεί η Συνθήκη της Λωζάνης, του 1922, περί της ανταλλαγής των πληθυσμών (μουσουλμάνοι Δυτικής Θράκης και Ρωμιοί Κωνσταντινούπολης).
Τρίτον, η γεωπολιτική σημασία του Οικουμενικού θρόνου (στο υπογάστριο της τότε Σοβιετικής υπερδύναμης και κοντά στη Μέση Ανατολή) συνιστά μιά πραγματικότητα που δε μπορεί να περνά απαρατήρητο από την Ουάσινγκτον. Ταυτόχρονα δε, ο Αρχιεπίσκοπος επισημαίνει στον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Lyndon Johnson το γεγονός ότι η ρωσική εκκλησία (άμεσα επηρεαζόμενη από την πολιτική των Σοβιετικών) καραδοκεί, ώστε να αναδειχθεί σε ηγέτιδα πνευματική δύναμη του Ορθόδοξου κόσμου, σε περίπτωση που το Πατριαρχείο δεν είναι σε θέση να παίξει τον οικουμενικό του ρόλο.
Σε μία περίοδο ιδιαίτερη γιά τα αμερικανικά γεωστρατηγικά συμφέροντα (Βιετνάμ, Ψυχρός Πόλεμος) η συμβολή του Ιακώβου αποδεικνύεται ουσίωδης γιά τα ζητήματα του Πατριαρχείου και της Ομογένειας στην Τουρκία. Και αυτό διότι καταφέρνει, πράγματι, να “κεντρίσει” το ενδιαφέρον της ηγεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών με τις δυναμικές και εύστοχες παρεμβάσεις του. Χρησιμοποιώντας τόσο το αξίωμα του ως πνευματικού αρχηγού 3.000.000 περίπου αμερικανών ελληνικής καταγωγής και με όπλο του την “πειθώ” ενός καλού γνώστη των πραγμάτων, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος συνέβαλε σημαντικά στο να αποτελέσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντικείμενο σοβαρής συζήτησης στην Ουάσινγκτον. Κάτι που, αναμφισβήτητα, αποτελεί φωτεινό παράδειγμα προώθησης των εθνικών ζητημάτων της Ελλάδας και γιά τις σημερινές ηγεσίες, οι οποίες καλούνται να ανταποκριθούν με αποτελεσματικότητα στις απαιτήσεις των καιρών.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1953-1961.
2. Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1945-1953.
3. Υπογράφτηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας στις 24 Ιουλίου 1923 από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις άλλες χώρες που πολέμησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922) και συμμετείχαν στην Συνθήκη των Σεβρών συμπεριλαμβανομένης της Ε.Σ.Σ.Δ.. Το άρθρο 40, εδ.'β, αναφέρει μεταξύ άλλων:
...(οι μειονότητες) θα έχωσιν ιδίως ίσον δικαίωμα να συνιστώσι, διευθυνώσι και εποπτεύωσι, ιδίαις δαπάναις, παντός είδους φιλανθρωπικά, θρησκευτικά ή κοινοφελή ιδρύματα, σχολεία και λοιπά εκπαιδευτήρια, μετά του δικαιώματος να ποιώνται ελευθέρως εν αυτοίς χρήσιν της γλώσσης των...“. Το άρθρο 41 προνοεί πως ”Εν ταις πόλεσιν και περιφερείες, ένθα διαμένει σημαντική αναλογία υπηκόοων μη μουσουλμάνων, η Τουρκική Κυβέρνησις θα παρέχη, ως προς την δημόσιαν εκπαίδευσιν, τας προσηκούσας ευκολίας προς εξασφάλισιν της εν τοις δημοτικοίς σχολείοις παροχής, εν τη ιδία αυτών γλώσση, της διδασκαλίας εις τα τέκνα των εν λόγω Τούρκων υπηκόοων.
4. Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1974 - 1976.
5. Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1976 - 1980.

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Ευθυμίου Θ. Σουλογιάννη: ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΙΚΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΚΑΤΑ ΤΗ ΝΕΟΤΕΡΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 909-918]

1. ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Η εμφάνιση ελληνικών παροικιών στην Αίγυπτο χρονολογείται τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Οι παροικίες αυτές δεν έχουν καμια σχέση στην οργάνωση και δομή τους με την αρχαία παρουσία των Ελλήνων Μακεδόνων, οι οποίοι κατά την ελληνιστική περίοδο της Ιστορίας δημιούργησαν τον γνωστό αξιόλογο πολιτισμό, ούτε με εκείνη της βυζαντινής περιόδου στην ιστορία της χώρας, παρά μόνο ως προς την κοινή καταγωγή του ελληνικού πληθυσμού εκεί.
Πράγματι κατά τα τέλη του 8ου αι. και τις αρχές του επόμενου οδηγήθηκαν στην Αίγυπτο μισθοφόροι, πρώτα στο πλευρό των Γάλλων και ύστερα των Μαμελούκων, όταν αυτοί κυβερνούσαν την Αίγυπτο, ενώ ταυτόχρονα έμποροι έφθαναν για καθαρά επιχειρηματικούς λόγους μαζί με ρεύμα μεταναστών που ζητούσαν καλύτερη τύχη. Όλοι αυτοί, Έλληνες το γένος, κατέφευγαν για να απαλλαγούν από την τουρκική κατοχή του ελλαδικού χώρου, δεχόμενοι ακόμη και στερήσεις που συνεπαγόταν αυτή η μετανάστευση την εποχή εκείνη. Υπήρχε και μια τετάρτη κατηγορία Ελλήνων, που ήσαν δούλοι των Αιγυπτίων στρατιωτών του Ιμπραήμ που, από την Πελοπόννησο κυρίως, αλλά και από την Κρήτη, μεταφέρονταν στα σκαλβοπάζαρα της Ανατολής, και συγκεκριμένα της Αιγύπτου. Αυτοί εξισλαμίζονταν και προσλαμβάνονταν οι μεν γυναίκες σε χαρέμια, μεγάλος δε αριθμός ανδρών καταλάμβαναν κυβερνητικές και άλλες θέσεις. ΄Οσοι από αυτούς δεν δέχονταν να επαναπατρισθούν, γεγονός που επιτυγχανόταν έπειτα από ενέργειες αρμοδίων, έφθαναν πολλές φορές σε ύπατα και αυτοί αξιώματα.
Μισθοφόροι και δούλοι δεν μπήκν στην πορεία και την διαδικασία ίδρυσης συλλογικών παροικιακών φορέων ούτε στην ίδρυση επιχειρήσεων με οικονομικό υπόβαθρο όποιας μορφής. Με αυτούς τους δύο τομείς ασχολήθηκαν σστηματικά-οργανωτικά οι έμποροι και οι συνεργαζόμενοι με αυτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, οι πολλές δηλαδή χιλιάδες εργαζόμενοι, είτε σε ελληνική είτε σε μη ελληνική επιχείρηση, μικρή, μεσαία και μεγάλη.
Πρίν όμως από αυτή την σημαντική παρουσία των Ελλήνων στη νεότερη Αίγυπτο, υπήρχε στη χώρα το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η ελληνορθόδοξη αρχαία Αλεξανδρινή Εκκλησία ήδη από τον 1ο π.Χ. αι. σε ακμή μεν κατά τους πρώτους αιώνες, σε κατάσταση νάκης και παρακμής δε μετά την ισλαμική κατοχή της Αιγύπτου από τους ΄Αραβες, με όλες φυσικά τις συνέπειες ενός τέτοιου γεγονότος. Οι σχεδόν ανύπαρκτες οικονομικές δυνατότητες του Πατριαρχείου και η έλλειψη ποιμνίου στη διάρκεια της ιστορίας του υπήρξαν τα κύρια χαρακτηριστικά της επί πολλούς αιώνες δραστηριότητάς του, καθώς συνθέτουν ταυτόχρονα και την εικόνα του Ελληνισμού στην Αίγυπτο από τον 7ο αι. μέχρι και τον 18ο. Είναι μια πραγματική σιγή. Παρόλα υτά το Πατριαρχείο είχε στην δικαιοδοσία του σχολεία ελληνικής μάθησης για ΄Ελληνες, ελληνόφωνους, αραβόφωνους κά. Με φροντίδα του Πατριάρχη Ιωαννίκιου (1645-1657) ιδρύθηκε η πρώτη ελληνική σχολή στη Μονή του Αγίου Γεωργίου στο παλαιό Κάιρο, ενώ παράλληλα λειτουργούσε στην Αλεξάνδρεια στη Μονή του Αγίου Σάββα σχολή που ίδρυσε ο πολύς Μελέτιος Πηγάς.
΄Ετσι έχουν συνοπτικά περιγραφικά τα πράγματα, όν αρχίζει να αυξάνεται ο ελληνικός πληθυσμός στην Αίγυπτο, να αποκτά ζωντάνεια ο τόπος και να γνωρίζει κυριολεκτικά ποσοτική και ποιοτική άνοδο σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής το Γένος των Ελλήνων.

2. ΧΡΟΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ. ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΑ

Χρονολογικά η παρουσία του νεοτέρου Ελληνισμού στην Αίγυπτο διαιρείται στις εξής περιόδους, με το αντίστοιχο περιεχόμενο ανθρώπινης δστηριότητας :

1η περίοδος: 1830-1881. Μεγάλος αριθμός Ελλήνων εγκαθίσταται σε διάφορες πόλεις και χωριά της Αιγύπτου, κυρίως Αλεξάνδρεια, Δέλτα, Διώρυγα Σουέζ και Κάιρο, από την εποχή του Μωχάμετ ΄Αλυ μέχρι την αγγλική κατοχή, που υπήρξε αποτέλεσμα της επανάστασης Οράμπι. Στην περίοδο αυτή πραγματοποιείται η ίδρυση προξενικών και εν γένει διπλωμτικών αρχών εκπροσώοησης του ελληνικού κράτους, καθώς και η ίδρυση Κοινοτήτων, Αδελφοτήτων και Συλλόγων ελληνικού Δικαίου, αναγνωρισμένων πό την αιγυπτιακή πολιτεία.

2η περίοδος: 1882-1913. Οι Έλληνες προσπαθούν κα κατορεθώνουν να αποδείξουν αξιόλογη δραστηριότητα στην οικονομί του τόπου και προβαίνουν στην ίδρυση σχολείων, ναών και άλλων φιλανθρωπικών φορέων. Γεννιούνται πολλοί Έλληνες στην Αίγυπτο. Η εποχή χαρακτηρίζεται από ακμή της ελληνικής παροικίας.

3η περίοδος: 1914-1940. Συνεχίζεται η ακμή στην παροικιακή ζωή, παρά την ελάχιστη αποχώρης Ελλήνων από την χώρα, η οποία αργά και σταδιακά απαγκιστρώνεται από την αγγλική κατοχή. Οι κάθε είδους πολιτειακές ανακατατάξεις δημιουργούν τις πρώτες ανησυχίες στους ΄Ελληνες.

4η περίοδος. Δυναμική υπήρξε η προσφορά του Ελληνισμού της Αιγύπτου στο πλευρό των συμμάχων κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στη νίκη κατά του ναζισμού-φασισμού. Αρχίζει η συρρίκνωση της παροικίας και η διαρροή των Ελλήνων από την αιγυπτιακή γη. Ακολουθεί έτσι ο επαναπατρισμός του μεγαλύτερου αριθμού τους, καθώς και η μετανάστευση από την Αίγυπτο στην Αυστραλία, στη Ν. Αφρική, στην Κύπρο, στον Καναδά, στις ΗΠΑ, στη Ν. Αμερική και αλλού.

Ο ελληνικός πληθυσμός στην Αίγυπτο κατά καιρούς υπολογίστηκε αριθμητικά χωρίς ακρίβεια. Στο τέλος του 18ου αι. δεν ξεπερνούσε τις 2.000. Το 1933 υπολογίζεται γύρω στις 10.000, στους οποίους όμως συμπεριλαμβάνονταν όλοι οι Ορθόδοξοι της χώρς (πλν Κοπτών), ανεξαρτήτου εθνικότητας, δηλαδή Αραβόφωνοι Σύροι (Συρορθόδοξοι) και φυσικά Έλληνες, Οθωμανοί υπήκοοι. Στο τέλους του αιώνα οι Έλληνες σ την Αίγυπτο, από ελέυθερες και μη περιοχές της Ελλάδας, ξεπερνούσαν τις 75.000.
Η πρώτη επίσημη αιγυπτιακή απογραφή πληθυσμού πραγματοποιήθηκε το 1907 και απέδωσε το εξής αποτέλεσμα: οι ΄Ελληνες ανέρχονταν σε 131.947, από τυος οποίους 62.973 (35.175 άνδρες και 27.798 γυναίκες) είχαν ελληνική υπηκοότητα, 40.000 προέρχονταν από κατεχόμενες από την Τουρκία περιοχές και 30.000 δεν ήσαν ανεγνωρισμένης υπηκοότητας (οι αποκαλούμενοι απάτριδες). Νεότερες απογραφές έδιδαντα εξής αποτελέσματα : Το 1917οι ελληνικής υπηκοότητας ΄Ελληνες ανέρχονταν σε 56.731. Το 1927 το σύνολο των Ελλήνω της Αιγύπτου ανερχόταν σε 74.770 (Αλεξάνδρεια 48.755, Κάιρο 26.105), εκ των οποίων ήσαν, ελληνικής υπηκοότητας 63.914, αιγπτιακής 10.849, ιταλικής 7.355, τουρκικής 4.809, γαλλικής 738 και διαφόρων υπηκοοτήτων 3.418. Το 1932 πατριαρχική πηγή ανεβάζει το ποίμνιο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας στην Αίγυπτο σε 152.000 Ορθοδόξους, από τους οποίους το 88% ήσαν Έλληνες κατά το γένος, δηλαδή 134.000. Το 1937 αιγυπτιακή απογραφή ανεβάζει τους Έλληνες της Αιγύπτου συνολικά σε 187.770. Μετά την διαρροή των Ελλήνων από τη χώρα που επιτελέσθηκε στο μεγαλύτερο αριθμό της από 1957 μέχρι 1962, κατά προξενικό υπολογισμό παρέμειναν 27.500, ενώ το 1972, κατά την πηγή αυτή ο ελληνικός πληθυσμός δεν περβαίνει τις 15.000 άτομα. Σήμερα υπολογίζεται ότι στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια διαβιούν 1.000 περίπου Έλληνες, με ελληνική ή αιγυπτιακή υπηκοότητα ή και τις δύο συγχρόνως, γόνοι αμιγών ελληνικών και μικτών γάμων (δηλαδή όπου ο ένας από τους γονείς είναι μωαμεθανός ή κόπτης ή χριστιανός ορθόδοξος αραβόφωνος).

3. ΑΣΧΟΛΙΕΣ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ

Υπολογίζοντας τις τάξεις ή κοινωνικές ομάδες στον ελληνικό πληθυσμό της Αιγύπτου σε σχέση με τις ασχολίες και τα επαγγέλματα, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία, θα είχαμε να παρατηρήσομε ότι είναι δυνατό να διαρεθούν στα εξής :

Α. Με άμεση εξάρτηση από τον καθαρά οικονομικό κλάδο:

α. Τραπεζίτες, μεγαλέμποροι, μεγαλοεπιχειρηματίες, γαιοκτήμονες
β. Έμποροι μικρομεσαίοι, καταστηματάρχες
γ. Χειροτέχνες, βιοτέχνες, υπάλληλοι (λογιστές, πωλητές μεγάλων, καταστημάτων, ασφαλιστικών εταιρειών κλπ.). Είναι ο μεγάλος αριθμός των εργαζομένων, εξαρτημένων από την αστική επιχειρηματική τάξη.
δ. Εργάτες, μικροτεχνίτες, μικροϋπάλληλοι
ε. ΄Αποροι, υποαπασχολούμενοι κλπ.
Οι δύο πρώτες κατηγορίες αποτελούσαν το 1/5 του όλου ελληνικού πληθυσμού, η τρίτη τα 2/5, η τέταρτη το 1/5, και η πέμπτη το άλλο 1/5

Β. Με άμεση εξάρτηση από τον επιστημονικό ή πνευματικό κλάδο:
Επιστήμονες, γιατροί, νομικοί, αρχιτέκτονες, μηχανικοί, εκπαιδευτικοί, κληρικοί κα.

Αξίζει να τινιστεί ότι ως προς το πνευματικό επίπεδο επισημαίνεται ότι η ανώτερη αστική τάξη και οι βιοπαλαιστές για διαφορετικό λόγο δεν είχαν ιδιαίτερη ενασχόλιση με το πνεύμα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, σε αντίθεση με τους πειστήμονες και τους εν γένει πνευματικούς ανθρώπους, φαινόμενα συνηθισμένα εξάλλου στην ανθρώπινη κοινωνία.

Σε σχέση με την κοινωνική ενσωμάτωση στο αραβικό περιβάλλον θα είχε ο μελετητής να παρατηρήσει ότι οι κατώτερες οιονομικές τάξεις δεν περιφρνούσαν τον αιγυπτιακό λαό, σε αντίθεση με τα ανώτερα οικονομικά στρώματα.
Τελικά όλοι εγκατέλειψαν την προσαρμογή στη δεδομένη στιγμή της αλλαγής πολιτειακού καθεστώτος (1952 κεξ.) και των προβλημάτων που δημιούργησε αυτή λόγω εξάλλου και του ανταγωνισμού.
Ο περιηγητής Niebuhr γράφει ότι οι Έλληνες στην Αίγυπτο κατά τα μέσα και το τέλος του 18ου αι. ήσαν τεχνίτες, ναύτες, ιερείς, μοναχοί και ειδικά στη μεσογειακή ακτή έμποροι, καραβοκύριδες που μετέραν εμπορεύμτα από το αρχιπέλαγος πάνω σε καΐκια. Άλλος περιηγητής, ο De Chabrol, βεβαιώνει το ίδιο για τους ΄Ελληνες εμπόρους του Καϊρου και παρέχει λεπτομερή πίνακα εμπορευμάτων που εισάγονταν στην Αίγυπτο από ελληνικές περιοχές γύρω στο 1775. Για τα μέσα του 19ου αι. εξάλλου, ο M. Russel παρατηρεί ότι οι Έλληνες που μετανάστευσαν από την Ελλάδα γύρω στο 1880 πρέπει να θεωρηθούν οι μόνοι ξένοι στον τόπο (σε νατίθεση δηλαδή με τους Εβραίους, Σύρους, Αρμένιους, Αιθίοπες κά.) που διατηρούν τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά των προγόνων τους είτε αυτά είναι αρνητικά είτε θετικά σε κάθε τι σχετικό με το εμπόριο. Οι περισσότεροι προσθέτοι ήσαν ναυτικοί και χειρόνακτες.
Ιδού μερικοί αριθμοί σχετικοί με τα επαγγέλματα και τις δραστηριότητες των Ελλήνων στην αιγυπτιακή γη γενικά :
- Το 1926 οι ειδικοί Έλληνες, διορισμένοι από την αιγυπτιακή πλευρά για τν έλεγχο του εξαγώγιμου εμπορίου, ανέρχονταν σε 119 επί συνόλου 173.
- Κατά την περίοδο 1890-1909, στην Εταιρεία εκμετάλλευσης της Διώρυγας του Σουέζ, εργάζονταν 3.000 ΄Ελληνες, οι μισοί τνω οποίων ήσαν πιλότοι-πλοηγοί. Ο αριθμός αυτός μειωνόταν σταδιακά μέχρι την αγγλο-γαλλο-ισραηλινή επέμβαση το 1956.
- Το 1897 σε σύνολο 287 εργολάβων δημοσίων έργων στην Αίγυπτο, οι 101 ήσαν Έλληνες.
- Στο νομικό κόσμο οι Έλληνες διακρίθηκαν. Από τις δεκατέσσερεις θέσεις δικαστών στα Μικτά Δικαστήρια, σύμφωνα με τις Διομολογήσεις, τις δέκα κατείχαν Έλληνες. Στον Δικηγορικό Σύλλογο της Αιγύπτου 9 Έλληνες διετέλεσαν πρόεδροι, ενώ 34 ήσαν μέλη του. Αυτά συνέβαιναν μεταξύ του 1876 και του 1928.
- Στα λεγόμενα αστικά επαγγέλματα οι αριθμοί και οι αναλογίες αποτελούν εντυπωσιακά στοιχεία για την δραστηριότητα του Ελληνισμού στην Αίγυπτο. Στην χρονική περίοδο από το 1829 μέχρι το 1927 εργάστηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, εγγεγραμμένοι σε μητρώα (registres de commerce) 4.480 γιατροί συνολικά, από τους οποίους 619 ήσαν ΄Ελληνες, 506 οδοντίατροι, από τους οποίους 72 ήσαν Έλληνες, 1236 φαρμακοποιοί, από τους οποίους 126 ήσαν Έλληνες, 439 βοηθοί φαρμακοποιοί, από τους οποίους 126 ήσαν Έλληνες και 725, μαίες από τις οποίες 104 ήσαν Ελληνίδες.
- Στην περίοδο 1879-1908 οι αριθμοί σχετικά με τα πιο πάνω επαγγέλματα έδειχναν : Οι Έλληνες γιατροί αποτελούσαν το 22,5% του συνόλου, οι οδοντίατροι το 18,5%, οι φαρμακοποιοί το 4,3% και οι μαίες το 20%.

4. ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Έλληνες λοιπόν ίδρυσαν και συντήρησαν συλλογικά όργανα, όπως Κοινώτητες και Σωματεία. Ιδρύθηκαν συνολικά 40 Κοινότητες και περίπου 100 σωματεία-Σύλλογοι σε ολόκληρη τη χώρα. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων των Κοινοτήτων λειτούργησαν σχολεία, οί, νοσοκομεία, γηροκομεία, ορφανοτροφεία και συσσίτια, με κύριο πάντα στόχο την ενίσχυση του συνόλου τνω παροίκων. Τα σωματεία εκτός φιλανθρωπίας ανέπτυξαν τον αθλητισμό, την πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση, την ψυχαγωγία κ.ά.
Σημαντικό σταθμό στην ιστορία του Ελληνισμού της Αιγύπτου αποτελεί το έτος 1843, κατά το οποίο ιδρύθηκε η Ελληνική Κοινότητα Αλεξανδρείας, με την χορηγία των μεγαλεμπόρων αδελφών Μιχαήλ, Κωνσταντίνου και Θεοδώρου Τοσίτσα, του Ν. Στουρνάρη, του Σ. Ζιζίνια, του Δ΄ Αναστάση και άλλων. Πρώτο μέλημα ήταν η ίδρυση σχολείου, δημοτικής κατεύθυνσης, που ονομάσθηκε Τοσιτσαία Σχολή, και σήμερα είναι η έδρα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, και ναού με αφιερωμένου στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Αργότερα ιδρύθηκαν Νοσοκομείο, σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, γηροκομείο, άλλοι ναοί, με ευεργεσίες των Γ. Αβέρωφ, Ε. Μπενάκη, Γ. Σερβουδάκη, Κ. Σαλβάγου κλπ. Αντίστοιχα το 1856 ιδρύθηκε η εκεί «Ελληνορθόδοξος Κοινότης», η οποία αναμορφώθηκε με τον χαρακτήρα που διατηρεί σήμερα και έγινε «Ελληνική Κοινότητα Καΐρου», με σχολεία, νοσοκομείο, γηροκομείο, ναούς κά. από ευεργεσίες των οικογενειών Αχιλόπουλου, Σπετσερόπουλου, Μελαγχροινού, Ξενάκη, Αμπέτ κά.
Από το 1860 μέχρι και την πρώτη δεκαετία του 20ού αι. ακολούθησε η ίδρυση των άλλων Κοινοτήτων και Συλλόγων στο Δέλτα του Νείλου (Μανσούρα, Τάντα, Καφρ ελ Ζαγιάτ, Ζαγαζίκ κ.ά.), στις πόλεις της Διώρυγας του Σουέζ (Π. Σάιτ, Ισμαηλία και Σουέζ), στην Κεντρική και ΄Ανω Αίγυπτο (Φαγιούμ, Μίνια, Ασιούτ, Λούξορ, Ασουάν κά.). Και σε αυτές τις μικρότερης οπωσδήποτε εμβέλειας Κοινότητες υπήρχε παροικιακή δραστηριότητα, φιλανθρωπική και εν γένει κοινωνική. ΄Ετσι, για παράδειγμα στην πόλη της Μανσούρας λειτουργούσε δημοτικό και γυμνάσιο σχολείο, δωρεές των ευεργετών Δήμα, Γρηγορίου, Ράλλη κά. Οι Κοινότητες Πορτ Σάιτ, Ισμαηλίας και Σουέζ είχαν αξιόλογες παροικίες Ελλήνων που προέρχονταν από τα Δωδεκάνησα και διέθεταν σχολεία, ναούς, συλλόγους και πλούσια κοινωνική ζωή.
Στην Αίγυπτο, ως προς τον εκεί Ελληνισμό ίσχυε, ό,τι ακριβώς και σε άλλα μέρη της γης, με την παρουσία του, δηλαδή η εγκατάστασή του με μικρά μέσα στην αρχή, η προσαρμογή του στον ρυθμό διαβίωσης, και η περισσότερη ή λιγότερη προσαρμογή του. Άρχισε να εργάζεται σκληρά και σταδιακά προόδευσε ωφελώντας το άτομό του, την οικογένειά του, την παροικία και λιγότερο ή περισσότερο τη χώρα.
Ο Έλληνας στην Αίγυπτο ευνοήθηκε από τον ιδρυτή της μοναρχικής δυναστείας Μωχάμετ Άλυ, στη συνέχεια από την αγγλική αποικιοκρατία, από τις Διομολογήσεις, στα θέματα δικαιοσύνης, όπως συνέβη στις χώρες που υπήγοντο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η αγγλική παρουσία στην Αίγυπτο κατ’ αρχάς αντιτάχθηκε σε εύπορες οικογένειες Ελλήνων που ήσαν οικονομικοί παράγοντες (κλασική περίπτωση η οικογένεια Καβάφη), τις διέλυσε επιχειρηματικά και εστήριξε νέες, της επιρροής της (π.χ. οικογένειες Μπενάκη, Χωρέμη, Σαλβάγου, Αχιλλόπουλου, Σπετσερόπουλου, Τσανακλή, Ζερμπίνη κά.). Η υπεροχή των Ελλήνων στον τομέα της οικονομίας γενικά και ειδικότερα έδωσε σύντομα θετικά αποτελέσματα μέσα στην αραβική και διεθνή κοινωνία. Το γεγονός ότι συνετέλεσαν στην δημιουργία αξιόλογης μεταρρυθμιστικής πολιτικής για την καλλιέργεια της γης, επί Μωχάμετ Άλυ. Η ίδρυση Τραπεζών σε συνεργασία με άλλους Ευρωπαίους, η καλλιέργεια με θαυμάσια αποτελέσματα του βαμβακιού και του αμπελιού, η εκβιομηχάνηση της χώρας, στην οποία οι ΄Ελληνες έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο, αλλά και η εκπληκτική ανάπτυξη εσωτερικού και εξωτερικού εμπορίου, όλα αυτά ήσαν κατορθώματα, Ελλήνων, ως προς το μεγαλύτερο μέγεθός τους, στη σύλληψη, εκτέλεση και απόδοση, σε συνεργασία βέβαια με το αιγυπτιακό-αραβικό δυναμικό, καθώς και με την ευνοϊκή αντιμετώπιση των κατεχόντων κάθε φορά την εξουσία.
Στην κοινωνική σύνθεση και παραγωγικότητα των παροίκων δεσπόζει το οικονομικό στοιχείο, όπως είναι φυσικό άλλωστε. Και αυτό αναλύεται σε εμπόριο, βιομηχανία, βιοτεχνία, πιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις κάθε είδους κλπ. Με αυτό το δεδομένο, καθώς και λόγω του γεγονότος ότι η μεγαλύτερη ακμή της ελληνικής οικονομικής και άλλης ενδοπαροικιακής δραστηριότητας στην Αίγυπτο τοποθετείται στα έτη 1880 μέχρι 1940, θα ερευνήσει και θα σχηματίσει την κατάλληλη εικόνα της ελληνικής παρουσίας στην χώρα αυτή.

5. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Δεν ήταν όμως μόνο στα οικονομικά που οι ΄Ελληνες στη νεότερη Αίγυπτο διέπρεψαν. Σημαντικότατη υπήρξε οπωσδήποτε η παρουσία τους στην επιστημονική και γενικά πνευματική ζωή της Αιγύπτου, μέσα στατ παροικιακά πλαίσια και έξω από αυτά. Γιατροί, νομικοί, αρχιτέκτονες, μηχανικί, εκπαιδευτικοί, επιστήμονες όλων των ειδικοτήτων έθεσαν τις βάσεις στην πρόοδο της παροικίας και της χώρας. Την δραστηριότητα αυτή συμπλήρωσε το δημιουργικότατο έργο πολλών και αξιόλογων λογοτεχνών, ζηγράφων, γλυπτώ, μουσουργών και ερμηνευτών φωνητικής και συμφωνικής μουσικής, ηθοποιών, σκηνοθετών, δημοσιογράφων και εν γένει διανοουμένων ατόμων.
Πιο πρόσφορη για την παρούσα περιήγηση θα ήταν ασφαλώς η αναφορά στη λογοτεχνική παραγωγή των Ελλήνων της Αιγύπτου, στα περιοδικά, στις εφημερίδες, στη καλλιτεχνική ζωή. Και τούτο διότι αναδείχθηκαν πράγματι αξιόλογοι δημιουργοί και ερμηνευτές της Τέχνης σε ελληνικό και πανευρωπαϊκό επίπεδο. Εκτός του Καβάφη, που φυσικά εδέσποσε, αξιόλογη θέση στα γράμματα κατέχουν οι Στρατής Τσίρκας, Τίμος Μαλάνος, Γλαύκος Αλιθέρσης, Πέτρος Μάγνης κ.ά. Ζωγράφοι αναδείχθηκαν αρκετοί, όπως οι Παρθένης, Λίτσας, Αγγελόπουλος, Ματσάκης και πολλοί μαθητές τους, καθώς και οι γεννημένοι στην Αίγυπτο Κιούσης, Μαγγανάρης, Κυρίτσης κά. Αρκετοί και αξιόλογοι ήσαν και όσοι περαστηκοί εργάστηκαν στη χώρα απλώς, όπως οι Κεφαλληνός, Μαλέας, Βολανάκης, Τσιριγώτης, Κόντογλου κ.ά. Στα καλλιτεχνικά στην τέχνη της μουσικής διέπρεψαν οι Οδ. Λάππας (φωνή), Γ. Θέμελης (πιάνο), Γιάννης Χρήστου και Μάνος Λοΐζος (σύνθεση) κ.ά. Θέατρο, όπερα, οπερέττα υπήρξαν είδη που καλλιεργήθηκαν από και μέσα σε τοπικούς θιάσους και συγκροτήματα. Ωστόσο το ελληνικό κοινό της Αιγύπτου γεύθηκε σε όλη την διάρκεια των 60 πρώτων χρόνων του 20ού αι. θιάσους από την Ελλάδα και την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη.
Αξιόλογη οπωσδήποτε ήταν η παραγωγή των εντύπων. Πάνω από 4.000 ελληνικά βιβλία τυπώθηκαν από Έλληνες υγγραφείς σε ελληνικά τυπογραφεία της Αιγύπτου. Τα βιβλία αυτά μαζί με 400 περίπου (τίτλοι) περιοδικά και εφημερίδες κυκλοφορούσαν στο ελληνικό κοινό των 150.000 και πλέον ατόμων, κατά μέσο όρο, και κατά την πορεία 130 χρόνων (1853-1983). Τα πνευματικά αυτά προϊόντα αντιπροσωπεύουν ένα ευρύτατο φάσμα του γραπτού λόγου: ιστορικά, φιλολογικά, θρησκευτικά, γλωσσολογικά, κοινωνιολογικά, αρχαιολογικά, οικονομολογικά, θετικών επιστημών, παιδαγωγικά, μουσικολογικά, λογοτεχνικά, ημερολόγια, απομνημονεύματα, σχολικά, αθλητικά, αστυνομικά, λευλώματα, δελτία, προγράμματα, καταστατικά, κανονισμοί, όλα αυτά μαρτυρούν μια αξιόλογη ελληνική βιβλιογραφία στη νεότερη εποχή, που είναι βέβαια αδιάσπαστο τμήμα της Ελληνικής Βιβλιογραφίας.
Στην Αίγυπτο κυκλοφόρησαν κατά καιρούς αρκετές εφημερίδες παροικιακού χαρακτήρα, οι πιο σπουδαίες των οποίων ήσαν: Μεταρρύθμιση, Τηλέγραφος, Ομόνοια, Αίγυπτος, Ταχυδρόμος, Εφημερίς, Ανατολή, Ημερήσια Νέα (στην Αλεξάνδρεια), και Κάιρον, Κέκροψ, Κλειώ, Πάροικος, Φως (στο Κάιρο) και Σύνδεσμος (Πορτ Σάιτ). Τα σπουδαιότερα περιοδικά που κυκλοφόρησαν στην Αίγυπτο ήσαν : Γράμματα, Νέα Ζωή, Αλεξανδρινή Τέχνη, Αθήναιον, Ελλήνιον, Μουσείον, φιλολογικά αυτά, οικονομικά, όπως το Δελτίο του Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου Αλεξανδρείας, ο Εμπορικός Μηνύτωρ κ.ά. Σε αυτά προσθέτομε τα πατριαρχικά Πάνταινος, Εκκλησιαστικός Φάρος, Ανάλεκτα κ.ά., καθώς και Δελτία των διαφόρων σωματείων, με ποικίλη ύλη, λογοδοσίες, τέλος δε πολλά δακτυλογραφημένα-πολυγραφημένα και λιθογραφημένα φυλλάδια, για να δανειστούμε ορολογία της εποχής.

6. Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΣΟΥΔΑΝ

Όταν ο γιος του Μ. Άλυ Ισμαήλ επιχείρησε να κατακτήσει το Σουδάν, τον ακολούθησαν κάποιοι ΄Ελληνες ενταγμένοι στον αιγυπτιακό στρατό. ΄Ησαν εγκατεστημένοι στην χώρα αυτή πριν την επανάσταης του Μagdi, και γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα. Μερικοί ήσαν έμποροι, μερικοί ασκούσαν κρατικό αξίωμα. Κατά την επικάτηση του Μagdi υπέστησαν διωγμούς, καθώς ετάχθηκαν με το μέρος του Gordon, Άγγλου αντιπάλου του Σουδανού επαναστάτη. Τότε αρκετοί ΄Ελληνες εθανατώθηκαν, μερικοί εξισλαμίσθηκαν βίαια.
Το 1896, όταν προήλαυνε νικηφόρος ο αγγλοαιγυπτιακός στρατός οι Έλληνες άρχισαν να παίζουν ενεργό ρόλο στην οικονομία της χώρας. Έλληνες έμποροι τότε εξήγαγαν στην Αίγυπτο τα προϊόντα του Σουδάν. ΄Ετσι στο Χαρτούμ και στο Όμντουρμαν ιδρύθηκαν το 1902 Ελληνιές Κοινότητες, οργανωμένοι φορείς του εκεί Ελληνισμού που ανέπτυξαν κοινωνική δραστηριότητα. Ιδρυτές υπήρξαν εύπορες οικογένειες, όπως Καπάτου, Κρυσταλλίδη, Λοίζου, Γεωργαντέλλη, Καββαδία κ.ά., προερχόμενες κυρίως από την Κεφαλληνία και την Κύπρο. Κάποιες από αυτές προηγουμένως είχαν δραστηριοποιηθεί στην Αίγυπτο. Μια από αυτές υπήρξε η οικογένεια Γεράσιμου Κοντομίχαλου. Η παρουσία του τελευταίου στο Σουδάν υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την ιστορία των Ελλήνων κατά νεότερη εποχή στον τόπο. Ο Γεράσιμος Κοντομίχαλος διετέλεσε Πρόεδρος της Κοινότητας Χαρτούμ, μέγας ευεργέτης και ιδρυτής του εκεί Γυμνασίου που ονομάσθηκε Κοντομιχάλειος Σχολή. Παράλλη ένας άλλος ευργέτης ο Παναγιώτης Τράμπας ίδρυσε δημοτικό σχολείο, την Τράμπειο Σχολή.
Οι Έλληνες επίσης ίδρυσαν Κοινότητες σε άλλες πόλεις του Σουδάν, όπου παράλληλα με την οικονομική τους δραστηριότητα, αναπτύχθηκε κοινωνική παροικιακή δραστηριότητα μέχρι περίπου το 1960. Οι πόλεις που είχαν ελληνική παρουσία ήσαν το Πορτ Σουδάν, η Ατμπάρα, το Ουάντι Μέντανι, το Ουάντι Χάλφα, το Ελ Ομπέιτ. Λίγοι Έλληνες τέλος έζησαν στις περιοχές κοντά στα σύνορα με την Αιθιοπία, καθώς και στο Νότιο Σουδάν, στο Νταρφούρ. Σήμερα ζουν ελάχιστοι Έλληνες στο Χαρτούμ, όπου υπάρχει Ελληνική Πρεσβεία, Μητρόπολη με την επωνυμία Χαρτούμ και παντός Σουδάν (άλλοτε Νουβίας), Κοινότητα στην οποία λειτουργούν οι σχολές Τράμπειος και Κοντομιχάλειος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(για τον Ελληνισμό της Αιγύπτου)

Γιαλουράκης Μ., Η Αίγυπτος των Ελλήνων, Αθήνα 1967.
Πολίτης Αθ., Ο Ελληνισμός και η Νεωτέρα Αίγυπτος, τόμοι Α΄- Β΄, Αλεξάνδρεια-Αθήναι 1928-1930.
Σουλογιάννης Ε.Θ., Η Ελληνική Κοινότητα Αλεξανδρείας, 1843-1993, έκδ. ΕΛΙΑ, Αθήνα 1994, και 2005 δεύτερη έκδοση
- Η Ελληνική Κοινότητα Κάϊρο, έκδ. Κότινος, Αθήνα 2001
- Η θέση των Ελλήνων στην Αίγυπτο, από την ακμή στην παρακμή, έκδ. Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων, Αθήνα 1999, και δεύτερη έκδοση, χ.χρ.

(για τον Ελληνισμό του Σουδάν)

Ευαγγελίδης Ν., Μητροπολίτης Νουβίας και μετέπειτα Πατριάρχης Αλεξανδρείας Νικόλαος Ε΄, Ιστορία του εν Σουδάν Ελληνισμού, Αλεξάνδρεια 1925.
Σκωτίδης Ν., Το Σουδάν, Αλεξάνδρεια 1908.
Related Posts with Thumbnails