© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2007

Διονύση Σέρρα, ΓΙΑ ΠΟΙΑ ΠΛΗΡΗ -ΚΑΙ ΟΛΟΦΩΤΗ- ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΨΥΧΟΓΡΑΦΙΑ;

[Από το Περιοδικό ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ 27 (2007) 403-411]

ΑΡΑΓΕ, λίγο μόλις πριν τη συμπλήρωση διακοσίων δέκα χρόνων από τη γέννηση (1798) – και ενάμιση ακριβώς αιώνα από το θάνατο (1875) – του γενάρχη της νεότερης ποίησής μας Διονυσίου Σολωμού και μετά από χιλιάδες τιμητικές – πολυφωνικές μα και άνισες – σελίδες που γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν γι’ αυτόν (χωρίς ακόμη να υπάρχει στη διάθεση όλων μια πλήρης και έγκυρη σολωμική βιβλιογραφία), πόσο πολύ γνωστός μας είναι και πόσο γόνιμα και άρρηκτα – αναμορφωτικά δικός μας έχει γίνει ο «όμορφος κόσμος» του μύστη ποιητή, η ψυχοσυναισθηματική του οντότητα, ο καθαρά ανθρώπινος πολυσύνθετος και πρισματικός «χαρακτήρας» του, η βαθύτερη ιδιοσυγκρασία του, η ηδύπικρη προσωπικότητά του, η ξέχωρη ατομική ιδιοτυπία του; Ποια ορατά ή ως ένα σημείο αντιληπτά «σημεία» και ποιες πλευρές της ισόβια και ενδότερα δοκιμαζόμενης από πολλούς και πολλά ύπαρξής του δε μας είναι προσιτά ή ευδιάκριτα, παραμένοντας εσαεί άγνωστα, αθέατα, αδιευκρίνιστα ή ασύλληπτα (στη σφαίρα του μετέωρου – αναπάντητου ερωτηματικού ή του αποθεματικού συλλογισμού) για τους κάθε λογής και (σ)τάσης αναγνώστες του, για τους ερευνητές, για τους μελετητές του, για τους βιογράφους και τους «ψυχογράφους» του, για τους ικανούς και καλοπροαίρετους – ή όχι – ανιχνευτές, κατακτητές κ.ά. ζηλωτές της ενδοχώρας του; Ποια και πόσα στοιχεία (γνωρίσματά) του θέλησε ο ιδιοφυής Ποιητής ν’ αποκαλύψει για τον αληθινό του εαυτό (όχι μονόπλευρα, εγωιστικά ή άκρατα περιαυτολογώντας) και τι ακριβώς – και γιατί – λίγα ή περισσότερα απέκρυψε, αφήνοντάς τα για πάντα στη μυστήρια σιωπή και στη σκιόφωτη ή την ανείδωτη πλευρά της ζωής και της γραφής του; Ποιος μπόρεσε πότε ή ποιος είναι σε θέση, υπεύθυνα και σοβαρά – και όχι άκριτα, υποκειμενικά και φαντασιωτικά -, με σεβασμό απόλυτο και γνώση και όραση βαθιά, να μιλήσει τεκμηριωμένα και με αναμφισβήτητη βεβαιότητα και πειστικότητα (χωρίς απλοϊκές ή βαθυστόχαστες, δήθεν, θεωρητικολογίες και δίχως αβάσιμα, αντιεπιστημονικά ή εφήμερα συμπεράσματα) για την εσώτερη υπόσταση και σύνθεση της ύπαρξής του, για την ψυχοσωματική υφή και τη σύνολη κατάστασή του, για της άρρητης «φύσης» του την πλάση, για τις μύχιες σκέψεις, τις επιθυμίες, τις κλίσεις, τα όνειρα, τις ορμές τους; Κι ακόμη, για τις φυσικές ανθρώπινες αδυναμίες ή τα όποια (κοινά ή ιδιαίτερα) ελαττώματά του, για τους πόθους ή τα πάθη του, για τα άθωρα τραύματα ή τις πληγές του, για τους φόβους, τις αγωνίες, τις ανησυχίες του; Για τις ανάγκες, τις ελλείψεις, τις – υλικές ή άυλες – στερήσεις του; Για την όποια έμφυτη, αισθητή ή έμμεσα – διαισθητικά – αντιληπτή (και εύλογη ή ευνόητη) ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητά του; Για τα κύρια αίτια ή τις πραγματικές αιτίες και αφορμές της συναισθηματικής του διάθεσης και της συμπεριφοράς του; Για τους θυμούς, τις εκρήξεις, τις εκάστοτε αντιδράσεις του, για τον εκφραστικό του λόγο και για τις σιωπές του; Για την προσωπική του ζωή, την ψυχοπνευματική και τη σαρκική – ερωτική πλευρά, «φύση» και στάση του; Για τις – περ’ από την υψηλής πνοής Ποίηση – σκέψεις, ιδέες και απόψεις του γύρω από την ανθρώπινη γέννηση, παρουσία και δράση, για την κοινωνία ή τις ηθικοκοινωνικές αρχές, αξίες, αντιλήψεις, σχέσεις κτλ, για τη φιλία, την αγάπη, την αλληλεγγύη, για την αξιοπρέπεια, την ανωτερότητα, τον αυτοσεβασμό κ.ά.; Για τον αρμόζοντα στον Άντρα και στη Γυναίκα ρόλο και προορισμό, για το γάμο ή την ελεύθερη διαβίωση (χωρίς δεσμεύσεις, συμβιβασμούς, υποχωρήσεις…), για το θεσμό της οικογένειας, για την τεκνοποιία ή την ανατροφή των παιδιών, για το ύψιστο χρέος – ή τις ευθύνες – του όντως άξιου και άριστου πατέρα και της ανεπίληπτης (χωρίς σκιές) μητέρας, μέσα από τις προσωπικές του, κυρίως, - ευχάριστες ή πικρές – εμπειρίες;

ΑΡΑΓΕ, ποιος μπορεί, αναμφίβολα, να ισχυριστεί ότι γνωρίζει, νιώθει ή αντιλαμβάνεται ποίου είδους και ποίου βαθμού ή σημασίας επιρροές δέχτηκε, ακούσια ή εκούσια, συνειδητά ή ασυνείδητα, θετικά και αρνητικά, τραυματικά ή όχι, στα τρυφερά παιδικά του και στα ανήσυχα νεανικά του χρόνια, με αφύπνιση της σάρκας και του νου – και με ευάλωτη ή αυστηρή την ευαίσθητη στ’ αντίθετα κ’ επώδυνα χαράγματα ψυχή του; Πώς κατά βάθος ένιωθε ή τι σκεφτόταν κ’ αισθανόταν για πρόσωπα και πράγματα ή καταστάσεις ποικίλες του χώρου του, του περιβάλλοντός του; Πώς αντιδρούσε, φανερά ή κρυφά, σε κάθε απλή ή δύσκολη περίπτωση και πώς έκρινε – δίκαια ή άδικα, σκληρά ή μεγαλόψυχα – τους άλλους (συγγενείς ή ξένους) στην πεζή καθημερινότητά του, χωρίς να ξεφεύγει από την αλήθεια της ζωής ή την ανάλλαχτη πραγματικότητα των άλλων; Σε ποιον ή ποιους απέδιδε, κυρίως, το «κράμα» ή τη «σκευή» της ύπαρξής του ή σε ποιους «χρέωνε», ευγνώμονα ή όχι, ανάλογο μερίδιο για τον περίπλοκο και όχι συνήθη, προικισμένο μα και αυτοβασανιστικό, ψυχισμό του; Τι (παντελώς ανέκφραστο) αισθανόταν για τον γέροντα πατέρα του και τι σήμαινε για την παιδική ψυχή του ο θάνατος αυτού; Τι ηδονικό ή σπαραχτικό χάραξε μέσα του η τότε στάση της νεαρής μητέρας του και η μετέπειτα συμπεριφορά της; Πώς, ακόμη, δέχτηκε την απομάκρυνση, σε μικρή ηλικία (χωρίς πατρική προστασία, ορφανός και με τη μένα σε δεύτερο – βιαστικό και δυσοίωνο – γάμο) από τη γενέτειρά του; Πώς έζησε και πώς διαμορφώθηκε ως έφηβος και ως ώριμος άντρας, χωρίς ο Νους του και το Ήθος του να πέσουν και να εγκλωβιστούν στο υπογάστριό του; Ποια «μοίρα» ή ποιες ακαθόριστες καταστάσεις τον οδήγησαν ισόβια να μάχεται, νικηφόρα ή όχι, παραδομένος σ’ έναν πολύμορφο και ανελέητο δυισμό ή «διχασμό», δοκιμαζόμενος στον αγώνα για το πέρασμα των δικών του «συμπληγάδων»: της αριστοκρατικής του, από τη μία, και της λαϊκής του καταγωγής, από την άλλη^ της ορφάνιας από πατέρα και της στέρησης της μητέρας^ της ελληνικής και της ιταλικής γλώσσας^ της ορθοδοξίας και του καθολικισμού^ της πατρικής ελληνικής γης και της πνευματικής του τροφού Ιταλίας^ των πρώτων Ελλήνων δασκάλων και των Ιταλών παιδαγωγών – εκπαιδευτών του^ της αγάπης για τη μάνα και της σύγκρουσης μαζί της^ του επτανησιακού χώρου και του άλλου ελλαδικού «τοπίου»^ της ψυχρής κ’ επιθανάτιας λογιοσύνης του καιρού του και του εύφορου δημοτικού Λόγου^ της αδελφικής αγάπης και της άρνησης ή στέρησής της^ της στενής και ένθερμης φιλίας και της οριστικής διακοπής της^ της νομιμότητας για την καταγωγή του και της αμφισβήτησής της^ της αδικίας και της δικαιοσύνης (δικαίωσης); Κι ακόμη, δοκιμαζόμενος ανάμεσα: στο Πνεύμα και την Ύλη, στη σάρκα και το νου (ή την ψυχή), στην ανάγκη για κοινωνική ή πιο προσωπική επαφή και στη μοναξιά ή στη σιωπή, στο δυνατό ή εφικτό και στο Ιδανικό, στο τέλειο ή το ανέφικτο, στη φιλοπατρία και την απογοήτευση από την ελληνική (και την τοπική), πραγματικότητα, στον αντιαγγλισμό και τον φιλοαγγλισμό, στην ελευθεροσύνη και τον αθέλητο ή αναγκαστικό συμβιβασμό, στο λυρισμό – ρομαντισμό και τη σάτιρα ή τον ρεαλισμό, στη λατρευτική εξιδανίκευση ή εξύμνηση της γυναίκας και την απόρριψη ή την καταδίκη της, στην άδολη αγάπη για τα παιδιά και την επιλογή (εκούσια ή ακούσια) της ως το τέλος αγαμίας, στην ιδέα, στο αίσθημα και την πράξη του Έρωτα;

ΑΡΑΓΕ, ποια άλλα στοιχεία συνιστούν τον παιδεμό, την «τραγωδία» αλλά και το ηθικοπνευματικό μεγαλείο του Ποιητή, την αυθεντική του «φύση» και «εικόνα» του; Με τι γελούσε, με τι διασκέδαζε, με τι χαιρόταν ή γιατί έκλαιγε, τι τον πονούσε περισσότερο, σε ποιον εμπιστευόταν ή εκμυστηρευόταν τα προσωπικά του προβλήματα, τα ερωτηματικά ή τις απορίες του για τον εαυτό του και τους άλλους, τα αισθήματά του, τις σκέψεις, τις έγνοιες, τις ανάγκες του (εσώτερες και όχι μόνο υλικές); Σε ποιον και πώς αποκάλυψε ποτέ (;) την αληθινή, τη διάφανη κι ακέραιη «μορφή» του, τ’ αποτυπώματα ή τις συνέπειες της καταγωγής του ή της γέννησης / ανατροφής του, τα από την ανοδική πορεία της ζωής και τις ανθρώπινες σχέσεις – τα από την άσωτη πάλη του – σημάδια ή κομμάτια του; Για τις διάφορες και αλλεπάλληλες δυσκολίες, για τα διλήμματά του, τις συγκρούσεις, τις διαμάχες, τις αντιθέσεις, τις πικρίες, τις πιέσεις κτλ από τον εαυτό του, από συγγενείς, γνωστούς, φίλους, συντοπίτες ή μη, από πρόσωπα του περίγυρου ή της τότε κοινωνίας, άλλα σημαντικά (κατά την εκτίμησή του) και άλλα ασήμαντα και κατώτερα των περιστάσεων, των προσδοκιών, των απαιτήσεών του, των ονείρων του;
Τι επιτακτικό και καθοριστικό τον οδήγησε, συνειδητά και αμετάκλητα, στην αρεστή ή μη και άχαρη φυγή, στη μοναξιά, στη μη αντοχή της συγκατοίκησης με άλλους, στη σιωπή, στο ασφυκτικό μα κι αναπόφευκτο (με τις Πνοές της γραφής) αδιέξοδο, στη σχεδόν αυτοκτονική παράδοσή του στο άκρατο της αυτοσυντριβής και της ψευδαίσθησης πιοτό; Μήπως τα τυχόν «στίγματα» και οι άθωρες πληγές του παρελθόντος, οι άφευκτες (για τον άνθρωπο) δοκιμασίες του σώματος, του νου και της ψυχής, το οδυνηρό πάθος για το ιδανικό ή το τέλειο, η επίμονη πάλη με τη γλώσσα και τον ανώτερο λυρικοστοχαστικό Λόγο, το αβάσταχτο βάρος της αυτογνωσίας ή της αλήθειας του, η (όποια) απογοήτευση, η βεβαιότητα της αδυναμίας για μια ριζική αλλαγή ή βελτίωση, η αναγκαστική ή πνιγηρή συμβατικότητα, η αηδία και η αποστροφή για πρόσωπα θλίψης ή πλήξης (κι όχι μόνο για την αφόρητη εικόνα της γυναίκας, που αντιαισθητικά και υποτιμητικά κάθεται, άχαρα, και τρώει, σ’ αντίθεση με την εξιδανικευμένη μορφή της, όπως την είχε πλάσει και την ήθελε ο ίδιος), για πράγματα και θέματα ανούσια, περιττά, ασήμαντα, αταίριαστα στο Καλό και το Ωραίο…;
Ποια «χάσματα» ανείδωτα δεν γέμισαν ανακουφιστικά ή ευφρόσυνα με άνθη ποιητικά, για κάποια άλλη άνοιξη ευοίωνα, και ποια συντρίμματα αμετακίνητα τον έσπρωξαν ή τον κράτησαν, μοναχικά, στον δικό του (χωρίς πτώση απ’ το ύψος του) σταυρό ή στα όρια μιας θαυμαστής αντοχής και πνευματικής ανάτασης, σε μη (με κλαυθμούς ή πεισιθάνατες γραφές) εξομολογημένα – και ακαθόριστα – δεσμά, σε ποικίλες αντιθέσεις, σε αντιφάσεις, σε ρήξεις, στο δικό του – ανύποπτο γι’ άλλους – κενό, χωρίς όμως και να στερηθεί ή να μας στερήσει δωρήματα Πνοής ηδονικής ως το πρόωρο τέλος του; Τι και ποιον αγάπησε ολόψυχα ή μοναδικά, με τον δικό του άγνωρο και άφατο τρόπο; Ποιος, τότε, μπόρεσε να τον δει, έτσι, όπως ακριβώς ήταν; Από ποιο πρόσωπο ή ποια «αλαφροΐσκιωτη» ύπαρξη άκουσε λόγια της καρδιάς, του Έρωτα και της Αγάπης, της πληρότητας, της χαράς…; Ποιο χέρι συμπαράστασης εκράτησε σφιχτά και ποιον ιδιαίτερα είδε ή ένιωσε να του αφοσιώνεται ολόψυχα στις κρίσιμε στιγμές του; Τι αποδεχόταν ευχάριστα και τι απέφευγε ή απέρριπτε αμετανόητα; Πόσο βοήθησε και πόσο «τιμώρησε» ο ίδιος τον για τα βαθιά και υψηλά πλασμένο – μα όχι κι από τ’ ανθρώπινα αποκομμένο – εαυτό του, κρίνοντάς τον δίκαια ή άδικα, με αυστηρότητα ή μ’ επιείκεια; Ποια υπήρξε η αυτοεκτίμησή του – ανεπηρέαστη από τον εύλογο θαυμασμό των άλλων – και ποιος ο αυτοέλεγχός του, η αυτοκριτική του; Γιατί, ίσως, αυτό που βαθύτερα ποθούσε ή λαχταρούσε, αυτό πιθανότατα συνέβαινε και να τον συντρίβει; Υπήρξε αυτή η ανεπούλωτη η αξεπέραστη τομή, χαραγή ή σχάση (σύγκρουση) ανάμεσα στο Θέλω και το Πρέπει, στην προσωπική του βούληση και τις επιταγές των άλλων, ανάμεσα στο Ναι και το Όχι; Με ποιους – και σε τι βαθμό, με ποιο τρόπο – επικοινωνούσε, χωρίς τυπικότητες, κοινοτοπίες ή «προσωπεία» και περ’ από συνηθισμένες ή επιφανειακές κοινωνικές γνωριμίες και επαφές; Μέχρι ποιο σημείο ταυτιζόταν ή πόσο – και ως προς τι ακριβώς – διέφεραν η πνευματική – ποιητική (ιδεολογική) και η ανθρώπινη (βιοσωματική) πλευρά του, η στάση του, η έκφρασή του; Για ποια «κομμάτια» του αισθανόταν – με ή δίχως έπαρση – υπερηφάνεια και πόσο ένιωθε – αφού ήταν και το γνώριζε – ξεχωριστός κι όχι ομόλογος με το σύνολο σχεδόν των γύρω του; Σε σχέση με ποια «σημεία» του μπορεί να θλιβόταν, να ένιωθε κάποιου είδους ενοχές, ν’ αγανακτούσε, να εκνευριζόταν, να αισθανόταν – αναίτια ή όχι – κάποιου είδους ντροπή ή συστολή; Για ποιες μύχιες σκέψεις του και για ποιες (ή μη) ενέργειές του μετάνιωσε και για ποιες πεισματικά ή πιστεύοντας στο δίκιο του δεν μετανόησε ποτέ; Πώς κατόρθωσε να «πνίγει», μες στα κατάβαθα ή στα απόκρυφα του «είναι» του, της πλάσης του τις φυσικές ή τις επίκτητες θηλιές και, αν διέφερε ασύγκριτα από του πεζούς συνοδίτες του, απ’ τους κοινούς κι ανύποπτους (απόμακρους) «συζητητές» του, πως – με ποιο τίμημα – γινόταν να στέκει ή να φτάνει όλο και πιο ψηλά στου Πνεύματος την επικράτεια, θητεύοντας – λόγω έμφυτης κλίσης και ανάγκης – (αυτοδιασωστικά) ή αντέχοντας και ανασαίνοντας με κόσμους όμορφους και ηθικούς ή με μαύρο φως αγγελικό σε σώματα της Χάρης σαρκωμένο; Πόσες, ακόμη, και ποιες φορές (πέρ’ από τις στιγμές της χαρμολύπης, την ώρα της σε μόνωση και βυθοσκόπηση δημιουργίας) ένιωθε αληθινά τι σημαίνει ευτυχία και ποια σωματικά ή ψυχικά κ.ά. «πονίδια» τον έκαναν, ίσως, να φαντάζει άτυχος ή και δυστυχισμένος, όχι όπως θα ήθελε ολοκληρωμένος ως άνθρωπος (με απόλαυση όλων των επιθυμητών αγαθών) και ως χαρισματικός ή κορυφαίος – σε κρίσιμη εποχή – δημιουργός (μ’ επίτευξη του αισθητά – λογοτεχνικά και ηθικοπνευματικά τέλειου);

ΠώΣ, λοιπόν, έτσι παράξενα και θαυμαστά γεννήθηκε, ανατράφηκε, διαμορφώθηκε και άντεξε – ύπαρξη άξια – ο Σολωμός, με σάρκα και οστά, με όνειρα κ’ ελπίδες, με συν και με πλην, μ’ επιτυχίες και αποτυχίες, με χάρες και οιδήματα, με λάμψη και σκιές, με Πνεύμα ανώτερο και γοητευτικό, πρωτοπόρο και αποκαλυπτικό; Πώς κράτησε κι ανέδειξε παραδειγματικά, μέσ’ στα ρηχά και στα σκοτεινά του «τόπου» του και του καιρού του, σαν στόχο του και λάφυρό του το Άριστο και το Ωραίο; Πώς μέσ’ απ’ της ζωής την τραγικότητα ή τα «ερείπια» υψώθηκε κι αθανατίστηκε το μεγαλείο του (αφήνοντας στην άκρη τα μικρά, τα ευτελή και τα ανούσια), δωρίζοντας νέου ή άλλου κόσμου θησαυρούς ή μετατρέποντας το Δάκρυ του σε Χάδι; Και πώς της μέρας και της νύχτας του πνοές, από τα σπλάχνα του ηδύφωτες, γίναν κι αυτές χρυσόφτερα για της δοκιμασίας (το δικό του και άλλων) το κορμί, ώστε να βγαίνει μόνο και άτρητο από της γέννας ή της φύσης του την άβυσσο – αλλά κι απ’ το βυθό της κάμαράς του, με την πένα – όλο αίμα και γαλάζιο φωτεινό – άλλου Λόγου ευαγγελικού τα λαμπρά πετράδια ή τα μιλήματα μιας άλλης αύρας να σμιλεύει;
Πώς, όμως, και γιατί (ερήμην του) τον έστησαν ή τον κρατούν πολλοί απλά και μόνο στον εθνικοπατριωτικό του(ς) βάθρο, αγιοποιημένο ή απρόσιτο και παραλλαγμένο, σε ανάρμοστη – ή εκτυφλωτική, για πολλούς – «Σκιά» αφήνοντας τη βαθιά ανθρώπινη (με χάσματα και Θαύματα) πλευρά του, μεταπλάθοντάς τον, επιλεκτικά ή σκόπιμα, σε ό,τι νομίζουν ότι ο ίδιος αυτόθελα ήταν, είτε σε ό,τι επιθυμούν (ανεπίγνωστα) να είναι ή να φαίνεται, έξω από τη δική του «ταυτότητα» και πέρ’ από τους «νόμους» της ανθρώπινης φύσης;
Κι ακόμη, ποιοι και πόσο εύθραυστοι, λίγο – πολύ, και υποψιασμένοι για τα περ’ από την επιδερμίδα γνώστες – αναγνώστες του, διάφοροι μελετητές, γραμματολόγοι, ιστορικοί, λογοτέχνες, φιλόλογοι (πανεπιστημιακοί και μη, στοχαστικοί ή όχι), κριτικοί, αναλυτές, ψυχολόγοι κτλ μπορούν να πουν ότι ουσιαστικά και ολοκληρωτικά τον ξέρουν, ότι τον έχουν προσεγγίσει γνωρίζοντάς τον σε βάθος και σε ύψος γραφής και νόησης, ότι τον βλέπουν ολοκάθαρα, όπως πράγματι ήταν, και ως ανθρώπινο πλάσμα και ως ιδιοφυή δημιουργό; Ότι τον αγαπούν σαν φίλο διαχρονικό και ανεξάντλητο δωρητή υψίτονης πνευματικής προσφοράς ότι τον νιώθουν και τον χαίρονται πιο πάνω από τα «μέτρα» τα κοινά, ότι ακούν με όλα τους τα κύτταρα τα εύηχα ή κρυπτικά του σήματα, αυτά που ευάκουστα εχάραξε ή όσα άφησε ανάκουστα ή δεν θέλησε ν’ αποκαλύψει περιαυτολογώντας, ότι αφομοιώνουν αναμορφωτικά – και έμπρακτα, σε προσωπικό και γενικότερο επίπεδο – τα δοξαστικά για τη Ζωή και τις αξίες της μηνύματά του, οδεύοντας κι αυτοί ανοδικά «στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του»; Πόσοι, επίσης, δεν τον αδικούν (δίχως και να μειώνεται στο ελάχιστο η διαφορά – και η μεγαλοσύνη του), κοιτάζοντάς τον μόνο με τα δικά τους (της όψης τους τα) μάτια, φέρνοντάς τον σε σημείο χαμηλότερο και ξένο προς αυτόν, κινούμενοι από έμμονες ή άγονες ιδέες, από επιλογές ή επιθυμίες ατομικής – όχι καθαρά και ελεύθερα πνευματικής – αφετηρίας και σκοπιμότητας; Κι ακόμα, κρίνοντάς τον χωρίς αλάθητες μαρτυρίες ή στοιχεία σαφή, σύμφωνα με τις απόψεις τους, τις ανάγκες τους, τις φαντασιώσεις τους, τις πιθανές ή υποθετικές ερμηνείες τους, θωρώντας τον ισοπεδωτικά, μη συλλογιζόμενοι ότι μπορεί να υπήρξε ή να υπάρχει πάντα και κάποιος, ασύλληπτος για τους δικούς τους δέκτες, που δεν μπορεί να «μετρηθεί» με κριτήριο ή βάση τις συνήθεις ανάγκες και δυνατότητες – ή τα ένστικτα – του κοινού και αδύναμου ανθρώπινου σαρκίου;
Πόσοι και ποιοι (ανάλογης δυνατότητας, θέλησης, πνευματικότητας κτλ), εκατόν πενήντα χρόνια τώρα, παραδομένοι απλά και μόνο στη γοητεία ή στους ρυθμούς των Συλλαβών του, δυσκολεύονται ή αδυνατούν να παρακινηθούν και να συγ-κινηθούν από τα σαν τη θάλασσα ανήσυχα σπλάχνα του Ποιητή της Φαρμακωμένης, του Πόρφυρα, των Ελεύθερων Πολιορκημένων (πόσο υπήρξε κι ο ίδιος ένας άλλος πολιορκημένος στο δικό του «αλωνάκι», με ή χωρίς τη δική του Έξοδο;), χωρίς όμως να τον θεωρούν και να τον βιώνουν, διάφανο και ηδονικό, στις φλέβες και στις εσοχές του, στου στήθους τα γεννήματα, στις χαραγές και τα σπαράγματά του, χωρίς να μεταγγίζουν τη θέρμη ή τη φλόγα απ’ την άχνα του στον δικό τους σφυγμό και παλμό; Χωρίς, ακόμη, να τον (απο)δέχονται σαν εγκάτοικο του πάμφωτου – και του δικού τους ελλειμματικού – «κόσμου», έτσι όπως γεννήθηκε και πλάστηκε αλλιώτικα απ’ όλους τους άλλους – σύγχρονους και κατοπινούς-, με ιδιότητες και «φωνές» ηθικοπνευματικά θαυμαστές και πολύτιμες, μα και με αναπόφευκτες ή ευνόητες (όπως όλοι) αδυναμίες, με αρετές και ελαττώματα, με φύτρα από παράδεισο ζωής και με φωτιές από της ύπαρξης την κόλαση, με σπέρμα σάρκας γήινης και όχι εξωπραγματικής ή απόκοσμης;

ΑΡΑΓΕ, όντας πάντοτε ζωντανός μετά το βιολογικό του τέλος, σε πόσους εφήμερους θνητούς μπορεί να είναι γνωστός και ηδύχαρα προσιτός ο λειτουργός – ιερομόναχος (με οικουμενική διάσταση) Διονύσιος Σολωμός – ως προς την βαθύτατα ανθρώπινη και όχι μόνο την ύψιστα ποιητική ολότητα και ιδιαιτερότητά του, όταν ακόμα και οι συγκαιρινοί του ελάχιστα έμαθαν ή αντιλήφθηκαν (και κατέθεσαν) από της ψυχής του ή του «είναι» του τα μυστικά – και τα «φωνήματα» - κι όταν σε κάθε εποχή (και στην δική μας, σήμερα) είναι σχεδόν ή απολύτως δύσκολο (έως αδύνατο), και για τον πιο ικανό, επίμονο ή οξυδερκή ερευνητή – ανιχνευτή, να βρει τον άσφαλτο δρόμο τη δίοδο για την καθολική ανά-γνωση και τη φιλάνθρωπη κατάκτηση του άλλου, της αθέατης πλευράς του (ακόμη και του πιο κοντινού προσώπου ή άμεσου συνομιλητή), αν ο ίδιος αυτός – άλλος όχι μόνο στην όψη ή στον λόγο – δεν φανερώσει αυτόθελα και αυταπαρνητικά τα ίχνη του ή τα «σημάδια» για τη δική του άβυσσο, αν τα κλειδιά της ερημιάς ή της (ερμητικής) σιωπής μόνος του δεν αποκαλύψει;

ΕΤΣΙ, παρά τα όποια ουσιαστικά ή ρητορικά ερωτήματα και παρά τις όποιες ακριβείς ή πιθανές, υποθετικές κ.ά. απαντήσεις, (θα) παραμένει ένας γνωστός–άγνωστος κι ο Σολωμός, ολόφωτος σαν Πνεύμα ηδονής αλλά σκιόφωτος σαν γέννημα και σώμα (εσώτερης) δια-πάλης, με ακατόρθωτη μια πλήρη, εξαντλητική και ακριβοδίκαιη βιοψυχογραφία του (χωρίς αυθαίρετες υποκειμενικές παραναγνώσεις, παρερμηνείες, υποθέσεις, ανεκδοτολογίες, αβάσιμα ή φανταστικά – «βολικά» - συμπεράσματα κτλ), εκπληρώνοντας εσαεί το Χρέος του ως πνευματικά «παρών» δημιουργός - προς αυτούς που θέλουν και μπορούν να νιώθουν και να είναι, από ανάγκη, πιο κοντά του – με τη μεγαλοσύνη και την ομορφιά της γραφής του, με τα οράματα και της ανάβασης χαλάσματά του, πάντα πιο απτός και ονειρικός για τους ευαίσθητους (αλαφροΐσκιωτους) ομότεχνούς του, θαλερός και διάφανος ή πάμφωτος ποιητικά/νοητικά,

«μ’ όλα τα άνθη (του) σε γαλάζια δευτερόλεπτα μ’ όλες (του) τις αχτίδες».

Τρίτη 26 Ιουνίου 2007

Δέσποινας Καποδίστρια, ΓΑΛΛΟΙ ΕΛΛΗΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ Χ. ΖΩΗΣ (ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ)

«Ο συγκερασμός του ξένου, νεωτερικού στοιχείου
με το ντόπιο ελληνικό και η επανασύνδεση -μέσω
του ξένου- με το αρχαίο αποτελεί ιδιαίτερο τύπο
συγκερασμού παράδοσης και νεωτερισμού που
χαρακτηρίζει τον νεοελληνικό πολιτισμό.»
[1]

Είναι κοινά αποδεκτό, ότι, εκτός από το καθαρά φιλολογικό ενδιαφέρον που πάντοτε παρουσιάζουν τα επιστολικά κείμενα, η μελέτη της Επιστολογραφίας βοηθά και προάγει την έρευνα. Κατά συνέπεια, η γνώση της Επιστολογραφίας επιτρέπει την εξέταση των συνθηκών ζωής των επιστολογράφων και του κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο έζησαν, καθώς επίσης και τη συγκέντρωση ερμηνευτικών στοιχείων για την προσωπικότητα και τα γενικότερα ενδιαφέροντά τους που σχετίζονται με την εποχή τους. Παράλληλα, βοηθά στην ακριβέστερη κατανόηση, ανάλυση, παρουσίαση κι αξιολόγηση των διαφόρων έργων τους. Επιπλέον, η μελέτη των Επιστολών καθιστά δυνατή την διαπίστωση απόψεων, παρατηρήσεων και κρίσεων, που διατυπώνονται από τους επιστολογράφους για πρόσωπα και έργα της εποχής τους και σηματοδοτούν την αισθητική τους αξιολόγηση για την πολιτιστική στάθμη του καιρού τους[2].

Σχετικά με την πολύτιμη Αλληλογραφία του Ζακύνθιου λεξικογράφου και ιστοριοδίφη Λεωνίδα Χ. Ζώη (1865-1956) με σημαντικούς ανθρώπους της εποχής του έχει γραφτεί πλήθος μελετών,[3] με στόχο την συμπλήρωση των βιοεργογραφικών στοιχείων των Αλληλογράφων και την μελέτη του ιστορικού, κοινωνικού και πνευματικού πλαισίου στο οποίο έζησαν και δημιούργησαν. Σε μια προσπάθεια συμβολής σ’ αυτή τη μελέτη καθώς και στη συμπλήρωση της Επιστολογραφίας του Λεωνίδα Χ. Ζώη ή γενικότερα στη συμπλήρωση της τοπικής μας Επιστολογραφίας, καταθέτουμε εδώ, μερικά τεκμήρια της Αλληλογραφίας του δεινού ιστοριοδίφη με τους Γάλλους λογίους και ελληνιστές Louis Roussel, Fortunato Perilla και Roger Milliex[4].

Ο Louis Roussel[5] γεννήθηκε στην πόλη Νιμ το 1881 και πέθανε στο Μονπελιέ το 1971. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια του Μονπελιέ και της Σορβόννης και διετέλεσε μέλος της Γαλλικής Σχολής Αθηνών και καθηγητής του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Το 1925 διορίστηκε καθηγητής της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ.
Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται μελέτες όπως: La prononciation de l’Attique classique [Η προφορά της Αττικής κλασικής Διαλέκτου] (1921), Valaoritis traducteur [Ο Βαλαωρίτης ως μεταφραστής] (1922), Contes de Mycono [Παραμύθια της Μυκόνου] (1929), Palamas et Mistral [Παλαμάς και Μιστράλ] (1930), L’aspect en grec attique [Η όψη στα αττικά ελληνικά] (1958) και μεταφράσεις έργων όπως ο Καλλιμάχου ύμνος εις τον Δία (Libre 1928) και οι Πέρσες του Αισχύλου (1960). Από το 1922 εξέδιδε στην Αθήνα την διμηνιαία φιλολογική επιθεώρηση Libre, της οποίας η έκδοση συνεχίστηκε από το 1925 στο Μονπελιέ.
Σύμφωνα με την κρίση του Τέλλου Άγρα, «ως φιλόλογος ο Ρουσσέλ εισάγει το αυστηρώς κριτικόν πνεύμα εν τη μελέτη και τη βαθμολογία των έργων της αρχαιότητος, ως ελληνιστής δε είναι ένθερμος οπαδός του δημοτικιστικού κινήματος και εχθρός της καθαρευούσης. Γενικώτερον, ως κριτικός, ευρίσκει απολύτως απάδοντα προς τον μεσογειακόν και το εν γένει ανατολικόν περιβάλλον της Ελλάδος τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κηρύγματα της γνήσιας (pure) ποιήσεως, την οποίαν και καθόλου θεωρεί ως ατελή έκφρασιν ιδεών, ως είναι ο ελεύθερος στίχος προκειμένου περί μορφής της ποιήσεως. […]»[6].
Ο συνδετικός κρίκος που ενώνει τον Louis Roussel με τον Λεωνίδα Ζώη δεν είναι άλλος από τον διακεκριμένο Ζακυνθινό συγγραφέα Γρηγόριο Ξενόπουλο. Κι αυτό, γιατί ο Ξενόπουλος συστήνει στο Ζώη τον Γάλλο ελληνιστή γράφοντάς του: «[…] Αυτό το γράμμα μου θα σου το δώσει ο κ. Louis Roussel, ο γνωστός σου βέβαια Γάλλος Φιλόλογος κι’ Ελληνιστής, καθηγητής στην εδώ Γαλλική Σχολή κι’ αγαπητός μου φίλος. Θέλει να γνωρίση τη Ζάκυνθό μας και να τη μελετήση ’ς ό,τι τον ενδιαφέρει. Σε ποιόν άλλον λοιπόν μπορούσα να τον συστήσω παρά σε σένα; Σε παρακαλώ // να τον βοηθήσης και να τον οδηγήσης ’ς ό,τι θα χρειασθή, και να τον συστήσης θερμά, σα να ήμουν εγώ ο ίδιος, και στους λοιπούς φίλους μας. […]»[7].

Ο Γάλλος Fortunato Perilla[8] υπήρξε ιστορικός της Τέχνης, ζωγράφος και συγγραφέας έργων, σχετικά με τη βυζαντινή και νεοελληνική τέχνη και ιστορία. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής διορίστηκε στην Αθήνα, Διευθυντής του Τμήματος εξωτερικών εκδόσεων Γραφείου Τύπου της Β. Αντιπροσωπίας της Ιταλίας στην Ελλάδα. Ο Fortunato Perilla βιογραφείται μονάχα στο Λεξικό του Ζώη και σε κανένα άλλο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό ή άλλη Εγκυκλοπαίδεια. Το πιθανότερο είναι, το πρόσωπό του να ταυτίζεται με τον Φραγκίσκο Περιλλά[9] (1874-;), Γάλλο ιστορικό της Τέχνης και ζωγράφο, συγγραφέα μελετών της βυζαντινής και νεοελληνικής ιστορίας και τέχνης. Δημοσίευσε πολλά λευκώματα και έργα, όπως: Το Άγιον Όρος (1927), Οδηγός του Αγίου Όρους, Δαφνί (1928), Μυστράς, Χίος: το νησί της ευτυχίας (1928), Τα νησιά της Ελλάδος, Μακεδονία, Ακουαρέλες της Ελλάδος, Στη χώρα των Κενταύρων, Το 1821 και ο Μακρυγιάννης, Αττικοί περίπατοι και Παλιά Αθήνα.

Όσον αφορά στον ελληνιστή Roger Milliex,[10] γεννήθηκε το 1913 στη Μασσαλία και πέθανε στην Αθήνα στις 9.7.2006[11]. Σπούδασε φιλολογία στα Πανεπιστήμια της Εξ-αν-Προβάνς και της Σορβόννης και το 1936 ήρθε στην Ελλάδα ως καθηγητής του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών[12], όπου αργότερα έγινε υποδιευθυντής και διευθυντής σπουδών, ενώ το 1939 νυμφεύθηκε την πεζογράφο Τατιάνα Γκρίτση - Milliex[13].
Στην Ελλάδα, διακρίθηκε για την σημαντική πολιτισμική δραστηριότητά του, αποκορύφωμα της οποίας αποτελεί η έκθεση Αφιέρωμα στην Ελλάδα (Hommage à la Grèce), που έλαβε χώρα στο Γαλλικό Ινστιτούτο το 1949. Τα έργα σύγχρονης τέχνης που περιελάμβανε η έκθεση προσφέρθηκαν από κορυφαίους Γάλλους καλλιτέχνες ως ένδειξη αλληλεγγύης στους Έλληνες της Αντίστασης και συγκεντρώθηκαν με πρωτοβουλία του ζεύγους Milliex[14].
Τέλος, στην έντονη πνευματική του δραστηριότητα, ξεχωριστή θέση έχουν τα έργα του: Ά l’école du peuple grec (1940-1944) [Στο σχολείο του ελληνικού λαού (1940-1944)] (1946), Ο Αδαμάντιος Κοραής για το γαλλικό πολιτισμό – Ο Victor Hugo πιστός φίλος της Ελλάδας (1953), Chypre [Κύπρος] (1963), Ημερολόγιο και μαρτυρίες του πολέμου και της κατοχής (1982), καθώς και το πλήθος των μελετών του με κυρίως γαλλο-ελληνική θεματολογία, όπως Charles Péguy et les éternelles valeurs grecques [Ο Σαρλ Πεγκύ και οι παντοτινές ελληνικές αξίες] (1940), Les Universitaires et Intellectuels de Grèce au service de la Résistance [Οι Πανεπιστημιακοί και Διανοούμενοι της Ελλάδας στην υπηρεσία της Αντίστασης] (1945), Mistral et la Grèce [Ο Μιστράλ και η Ελλάδα] (1972), Φιλελληνικές εκδηλώσεις στη Γαλλία το 1897 στο πλευρό της επαναστατημένης Κρήτης (Ομιλία, Ακαδημία Αθηνών 1991).

Η σπουδαιότητα των επτά ανέκδοτων Επιστολικών κειμένων δεν κρίνεται μόνο από τις σημαντικές προσωπικότητες των αλληλογράφων αλλά και από το πλούσιο περιεχόμενό τους, σχετικό με θέματα λογοτεχνικής, λαογραφικής, γλωσσικής και ζακυνθινολογικής βιβλιογραφίας, κοινωνικής δραστηριότητας και ιστορικής πραγματικότητας.
Οι δύο Επιστολές γράφονται από τον Louis Roussel, απευθύνονται στον Λεωνίδα Χ. Ζώη και φυλάσσονται στο Αρχείο του τελευταίου[15]. Η πρώτη συντάσσεται στα γαλλικά τον Αύγουστο του 1922 - λίγες μόλις ημέρες πριν την Μικρασιατική Καταστροφή - και η δεύτερη στα ελληνικά τον Φεβρουάριο του 1926.
Η επόμενη Επιστολή γράφεται από τον ίδιο τον Λεωνίδα Ζώη στα ιταλικά, τον Μάρτιο του 1942. Απευθύνεται στον Fortunato Perilla και αντίγραφό της σώζεται σε ένα από τα ανέκδοτα «Επιστολάρια» του Ζακύνθιου ιστοριοδίφη. Ο Perilla απαντώντας στον Ζώη, γράφει την επόμενη Επιστολή στα ιταλικά, τον ίδιο μήνα, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, καθώς κι ένα πρόχειρο κι αχρονολόγητο σημείωμα στα γαλλικά. Τα κείμενά αυτά, αν και ήσσονος σημασίας, συγκριτικά με τις υπόλοιπες Επιστολές, μαρτυρούν τη συνεργατική σχέση που διατηρούσε ο Ζώης με έναν ακόμα διανοούμενο και γνωστό άνθρωπο των Τεχνών της εποχής του.
Οι υπόλοιπες δύο Επιστολές γράφονται από τον ίδιο τον Λεωνίδα Ζώη στη γαλλική γλώσσα και αντίγραφά τους σώζονται στα ανέκδοτα «Επιστολάριά» του. Το αντίγραφο της πρώτης Επιστολής είναι αχρονολόγητο, απευθύνεται στον Louis Roussel κι εφόσον αποτελεί απάντηση στο πρώτο γράμμα του Γάλλου λογίου, συμπεραίνουμε ότι γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1922. Η δεύτερη Επιστολή συντάσσεται, αντιγράφεται κι αποστέλλεται στον Γάλλο ελληνιστή Roger Milliex τον Ιανουάριο του 1955, δύο σχεδόν χρόνια πριν το θάνατο του ακάματου Ζακυνθινού λογίου[16].
Το σύνολο των επτά Επιστολών παρουσιάζεται στη συνέχεια με χρονολογική σειρά κι έχοντας υποστεί, όπου χρειάστηκε, την απόδοση στα νέα ελληνικά και τον απαραίτητο σχολιασμό.


Η ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Με τον Louis Roussel

1η Επιστολή Roussel[17]

24 août 1922
Cher Monsieur,
Me voici de retour à Athènes, sans incident. Je me hâte de vous remercier du charmant accueil que vous m’avez réservé dans votre belle île, vous, et Mrs Saloutsis et Dasis. Grâce à vous, j’ai passé une très agréable semaine.
J’ai lu avec le plus grand intérêt les publications que vous avez eu la gentillesse de me donner. Votre étude sur Foscolo fixe des points intéressants, la Patridographia est d’une admirable précision et d’une grande clarté, et votre travail sur les corporations à Zante est une contribution excellente à l’histoire sociale de l’île. Elle m’a particulièrement intéressé.
J’ai lu aussi avec un grand plaisir les œuvres de notre bon poète. L’inspiration patriotique élève très haut ses conceptions. Il me semble en particulier que, dans l’hymne à la grande Grèce, le poète qui n’a pas craint de rappeler le rythme et même des phrases de Solomos, a su ne pas rester au-dessous de son magnifique modèle.
Je vous envoie par le même courrier quelques exemplaires de celles de mes œuvres dont j’ai des exemplaires disponibles et je vous prie de les distribuer, comme il était convenu à ceux de vos amis que ces choses peuvent intéresser.
Il y a: 8 Karagheuz, tome I et tome II
8 Kalvos
4 Livres de Contes
2 Brochures sur la Langue dans les Έcoles.
Veuillez me faire savoir si vous avez reçu ces chefs-d’œuvre.
Si vous pouvez rassembler quelque chose de votre admirable dictionnaire de Zante, pensez à moi. Je vous en serai très reconnaissant.
J’écris à de Boccard, pour qu’il vous envoie ma Grammaire: il suffira que vous lui fassiez un article, que je lui enverrai.
Ά vous revoir, monsieur. Merci encore de toute votre amabilité.
Toutes mes amitiés aux personnes que j’ai eu le plaisir de connaître grâce à vous. Excusez-moi de vous avoir dérangé à un moment où votre deuil aurait demandé plutôt du repos, et croyez-moi bien amicalement à vous.
Roussel
Louis
Έcole Française d’Athènes
Rue Didot
Athènes.
.
Μετάφραση

24 Αυγούστου 1922
Αγαπητέ Κύριε,
Ορίστε που επέστρεψα στην Αθήνα χωρίς απρόοπτα. Σπεύδω να σας ευχαριστήσω για την γοητευτική φιλοξενία που μου επεφυλάξατε στο όμορφο νησί σας[18], εσείς και οι κύριοι Σαλούτσης[19] και Δάσης[20]. Χάρη σε σας, πέρασα μια πολύ ευχάριστη εβδομάδα.
Διάβασα με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον τα δημοσιεύματα που είχατε την ευγένεια να μου δώσετε. Η μελέτη σας για το Φώσκολο[21] καθορίζει ενδιαφέροντα σημεία, η Πατριδογραφία[22] είναι αξιοθαύμαστης ακρίβειας και μεγάλης σαφήνειας, και η δουλειά σας για τις συντεχνίες[23] στη Ζάκυνθο είναι μια εξαίρετη συμβολή στην κοινωνική ιστορία του νησιού. Μ’ ενδιέφερε ιδιαίτερα.
Διάβασα επίσης με μεγάλη ευχαρίστηση τα έργα του καλού μας ποιητή[24]. Η πατριωτική έμπνευση ανεβάζει πολύ ψηλά τις επινοήσεις του. Μου φαίνεται ιδιαιτέρως ότι στον ύμνο στην μεγάλη Ελλάδα[25], ο ποιητής που δε φοβάται να θυμίσει το ρυθμό και ακόμα τις φράσεις του Σολωμού, ήξερε να μην υστερήσει από το θαυμάσιο πρότυπό του.
Σας στέλνω με το ίδιο ταχυδρομείο μερικά αντίτυπα από τα έργα μου που έχω διαθέσιμα αντίτυπα και σας παρακαλώ να τα διανείμετε, όπως αρμόζει σε όσους από τους φίλους σας που τέτοια πράγματα μπορεί να τους ενδιαφέρουν.
Υπάρχουν: 8 Καραγκιόζηδες (τόμος Ι και τόμος ΙΙ)[26]
8 Κάλβοι[27]
4 Βιβλία Παραμυθιών[28]
2 Μπροσούρες για τη Γλώσσα στα Σχολεία[29].
Γνωστοποιήστε μου αν λάβατε αυτά τα αριστουργήματα.
Αν μπορείτε να συγκεντρώσετε κάτι από το θαυμάσιο λεξικό σας της Ζακύνθου, σκεφθείτε με. Θα σας είμαι πολύ ευγνώμων.
Γράφω στον Ντε Μποκάρ, για να σας στείλει τη Γραμματική μου[30]: θα αρκεί να του κάνετε ένα άρθρο, για να του το στείλω.
Εις το επανειδείν, κύριε. Ευχαριστώ πολύ για όλη σας την καλοσύνη.
Τους χαιρετισμούς μου στους ανθρώπους που είχα την ευχαρίστηση να γνωρίσω χάρη σε σας. Με συγχωρείτε που σας ενόχλησα σε μια στιγμή κατά την οποία το πένθος σας θα απαιτούσε κυρίως ανάπαυση, και πιστέψτε με, πολύ φιλικά δικό σας.
Roussel
Louis
Γαλλική Σχολή Αθηνών[31]
Οδός Διδότου
Αθήνα


Απάντηση Ζώη στην 1η Επιστολή Roussel

Cher M[onsieu]r Roussel,
Avec une joie extraordinaire je viens de recevoir votre lettre et le paquet des livres, que vous aviez la bonté de m’envoyer pour les distribuer aux amis. Je le ferai avec grand plaisir et bien vite. Les amis Ms Salutsis et Dassis vous remercieront particulièrement.
Vos opinions favorables pour mes humbles œuvres je garderai comme un indice honorable d’un savant et cher ami, auquel je n’ai rien fait -à cause de circonstances connus- qu’un devoir imposé. Je ne manquerai pas de chercher partout mon Dictionnaire et vous l’envoyer à temps, soit en volumes.
Veuillez, M[onsieur], d’agréer l’expression de mes sentiments les plus sincères.
Tout – à – vous
L. Z.
< Ά M[onsieu]r Louis Roussel. Prof[esseur] Rue Sina 29-31> Athènes.>


Μετάφραση

Αγαπητέ Κύριε Roussel,
Με μεγάλη χαρά μόλις έλαβα το γράμμα σας και το πακέτο με τα βιβλία, που είχατε την καλοσύνη να μου στείλετε για να τα διανείμω σε φίλους. Θα το κάνω με μεγάλη ευχαρίστηση και πολύ γρήγορα. Οι φίλοι κύριοι Σαλούτσης και Δάσης θα σας ευχαριστήσουν ιδιαίτερα.
Θα κρατήσω τις ευνοϊκές σας γνώμες για τα ταπεινά μου έργα σαν μια αξιότιμη ένδειξη ενός ειδήμονα και αγαπητού φίλου, για τον οποίο δεν έκανα τίποτα –εξαιτίας των γνωστών περιστάσεων- εκτός του επιβεβλημένου καθήκοντος. Δε θα παραλείψω να ψάξω παντού το Λεξικό μου και να σας το στείλω εγκαίρως, έστω και σε τεύχη[32].
Αποδεχθείτε, Κύριε, την έκφραση των πιο ειλικρινών μου αισθημάτων.
Δικός σας
Λ.Ζ.
< Στον Κύριο Louis Roussel, Καθηγητή Οδός Σίνα 29-31[33]> Αθήνα. >


2η Επιστολή Roussel ( Καρτ-Ποστάλ)[34]
[Πρώτη Πλευρά]

Monsieur L. Ζώη
«Αι Μούσαι»
[35]
Ζάκυνθος
Grèce


[Κύρια Πλευρά]

Φίλτατε κύριε,
Έλαβα τ’ όμορφό σας βιβλίο, και πολύ σας ευχαριστώ. Θα γράψω για δαύτο πιθανώς στο διπλό μου νούμερο του Φλεβάρη
[36]. Παρακαλώ να σημειώσετε πως δεν έχω τίποτα κοινό με τον Π. Ρουσσέλ[37] που διορίστηκε διευθυντής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα. Πέστε στους φίλους σας συγγραφείς να μη με ξεχνάνε. Χαιρετίσματα στον κ. Σαλούτση και σε όσους γνώρισα στο Τζάντε. Φιλικότατα.
Roussel
Louis


Β. Με τον Fortunato Perilla

Επιστολή Ζώη

Atene 8-III-942

Caro S[igno]r[e] Prof[essore],
Ho l’onore d’inviarla, con un piccolo mio lavoro, la lista dei nomi che mi ha chiesto.
Mi permettera V[ostra] S[ignoria] pregarla di tenere a mento l’ultima mia preghiera, riguardante le traduzioni dall’italiano in greco di qualunque libro o documento, antico o nuovo, per poter risparmiare almeno una parte dello stretto vivere.
Gradisca i sensi dell’alta mia considerazione di cui ho l’onore di essere De[votissi]m[o] Aff[ezio]n[atissimo]
L. Zois

S[igno]r[e] Prof[essore] Perilla
Via Regina Sofia Atene

Μετάφραση

Αθήνα 8-ΙΙΙ-942
<Οδός Μιχαήλ Βόδα 120>
Αγαπητέ Κύριε Καθηγητά,
Έχω την τιμή να σας στείλω, μαζί με μια μικρή μου δουλειά, την λίστα των ονομάτων που μου είχατε ζητήσει.
Θα μου επιτρέψει μου η ευγένειά σας να σας παρακαλέσω να έχετε στο νου σας την τελευταία μου παράκληση, σχετικά με τις μεταφράσεις από τα ιταλικά στα ελληνικά οποιουδήποτε βιβλίου ή εγγράφου, παλιού ή καινούργιου, ώστε να μπορέσουμε να διαφυλάξουμε τουλάχιστον ένα μέρος της γεμάτης ένδεια ζωής.
Δεχθείτε τα αισθήματα της μεγάλης μου εκτίμησης των οποίων έχω την τιμή να είμαι αφοσιωμένος.
Λ. Ζώης

Καθηγητή Κύριο Perilla
Οδός Βασιλίσσης Σοφίας Αθήνα


Απάντηση Perilla[38]στην Επιστολή Ζώη

14 marzo1942 – XXo
Gentilissimo amico,
grazie anzitutto dell’interessante pubblicazione che avete voluto offirmi – e grazie pure per gl’indirizzi fornitimi.
Io avrei la possibilità di utilizzare per l’Ufficio la Vostra attività : ma siamo tanto lontani e non c’é verso di communicare con la frequenza che sarebbe necessaria. Come fare ? venite a vedermi, oggi stesso se vi é possibile - Parleremo e, lo spero, «arrangeremo» questa faccenda -
Io sarò in Ufficio dalle 4 alle 8 pomeridiane.
Tanti cordiali saluti
Vostro aff[ezionatissi]mo
Perilla


Μετάφραση

14 Μαρτίου 1942 – 20ος
Ευγενέστατε φίλε,
Ευχαριστώ πρώτα απ’ όλα για την ενδιαφέρουσα δημοσίευση που θελήσατε να μου προσφέρετε – κι ευχαριστώ επίσης για τις διευθύνσεις που μου προμηθεύσατε.
Θα είχα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσω τη δραστηριότητά σας για το Γραφείο: αλλά είμαστε τόσο απομακρυσμένοι και δεν υπάρχει τρόπος να επικοινωνούμε με την συχνότητα που θα ήταν απαραίτητη. Τι να κάνουμε; Ελάτε να με δείτε, σήμερα αν σας είναι δυνατό – Θα μιλήσουμε και, το πιστεύω, «θα βολέψουμε» αυτήν την υπόθεση –
Θα είμαι στο Γραφείο από τις 4 έως τις 8 απογευματινές.
Πολλούς εγκάρδιους χαιρετισμούς.
Δικός σας αφοσιωμένος
Perilla


Σημείωμα Perilla[39]

Cher Monsieur,
Veuillez venir / à mon bureau / (Reine Sophie, 20) / pour commencer / notre travail du / Dictionnaire Zantiote. / Je vous attendrai / entre 5 et 6 h / Cordialement
Perilla

Μετάφραση

Αγαπητέ Κύριε,
Ελάτε στο γραφείο μου (Βασιλίσσης Σοφίας 20) για ν’ αρχίσουμε τη δουλειά μας για το Ζακυνθινό Λεξικό. Θα σας περιμένω μεταξύ των ωρών 5 και 6. Εγκάρδια,
Perilla


Γ. Με τον Roger Milliex


Επιστολή Ζώη στον Roger Milliex

Palaion Faliron
Dexamenis 15.
Cher monsieur Roger Milliex,
Je vous remercie de tout coeur pour “Les îles Ioniennes et la France” votre précieux cadeau reçu les premiers jours de la Nouvelle Année.
Croyez moi, vous avez fait revivre en moi la belle époque de mon enfance, lorsque avec une joie inouïe je recevais de mes parents les cadeaux de Noël.
Mais votre cadeau me donne l’occasion de communiquer, soit que mentalement avec une personne qui fait honneur aux lettres françaises et grecques et laquelle je n’ai pas de con[tact]
[40] personnel.
J’ai lu votre œuvre avec l’attention et l’intérêt que lui sont dus.
J’ai joui de l’esprit lumineux français dans ce travail d’une apparence si artistique comme dans un film exposé avec une précision mathématique et avec les con[duites]
[41] précises de l’écrivain sur tout ce qui concerne la Grèce et spécialement nos îles ioniennes si cruellement endommagées pendant la catastrophe du mois d’août 1953 et pour laquelle vous exprimez si gentiment votre sympathie. //
Mon long service aux Archives de Zante avait permis de concentrer suffisant matériel inédit, concernant les époques 1797 et 1807 de l’occupation française de l’Heptanése. Malheureusement l’incendie des Archives m’a privé non seulement du résultat de mes si longs efforts, mais surtout de grand honneur que j’aurais pris en le dédicant, presque complet, à vous.
Et maintenant une prière.
Si après la décision du Conseil de Ministre, a commencé par l’Imprimerie de l’ Έtat, l’impression de mes deux œuvres l’Histoire de Zante et le Dictionnaire Historique et Biographique de Zante. Puisque dans le Dictionnaire sont mentionnés les noms de ceux qui, de quelque manière ont contribué à la recherche de l’histoire de Zante, je voudrais bien y comprendre, en peu de mots, vos notices biographiques si vous daignez d’accepter.
Veuillez agréer, cher M[onsieu]r avec mes remerciements, l’expression de mes sentiments les plus dévoués.
L. Zois
20-1-55.


Μετάφραση

Παλαιόν Φάληρον
Δεξαμενής 15.
Αγαπητέ κύριε Roger Milliex,
Σας ευχαριστώ ολόψυχα για «Τα Ιόνια νησιά και τη Γαλλία»[42] το πολύτιμο δώρο σας που έλαβα τις πρώτες μέρες της Καινούργιας χρονιάς.
Πιστέψτε με, κάνατε να αναβιώσει μέσα μου η ωραία εποχή της παιδικής μου ηλικίας, όταν με μια πρωτάκουστη χαρά λάμβανα απ’ τους γονείς μου τα δώρα των Χριστουγέννων.
Αλλά το δώρο σας μου έδωσε την ευκαιρία να επικοινωνήσω, έστω και νοερά με ένα πρόσωπο που τιμά τα γαλλικά και τα ελληνικά γράμματα και με το οποίο δεν έχω προσωπική επαφή.
Διάβασα το έργο σας με την προσοχή και το ενδιαφέρον που του οφείλονται.
Χάρηκα το φωτεινό γαλλικό πνεύμα σ’ αυτή τη δουλειά μιας εμφάνισης τόσο καλλιτεχνικής όπως σε μια ταινία που εκτίθεται με μια μαθηματική ακρίβεια και με τις ακριβείς καθοδηγήσεις του συγγραφέα για όλα όσα αφορούν στην Ελλάδα και ειδικά στα δικά μας ιόνια νησιά, τόσο βάναυσα ζημιωμένα κατά τη διάρκεια της καταστροφής του Αυγούστου του 1953[43] και για την οποία εκφράζετε τόσο ευγενικά τη συμπάθειά σας.
Η μακρά μου θητεία[44] στα Αρχεία της Ζακύνθου μου επέτρεψε να συγκεντρώσω επαρκή ανέκδοτο υλικό, σχετικά με τις εποχές 1797 και 1807 της γαλλικής κατοχής της Επτανήσου. Δυστυχώς, η πυρκαγιά των Αρχείων μου στέρησε όχι μόνο το αποτέλεσμα των τόσο μακρών προσπαθειών μου, αλλά κυρίως την μεγάλη τιμή που θα είχα πάρει αφιερώνοντάς το, σχεδόν πλήρες, σε σας.
Και τώρα μια παράκληση.
Μετά την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, άρχισε από το Εθνικό Τυπογραφείο, η έκδοση των δύο μου έργων, η Ιστορία της Ζακύνθου[45] και το Λεξικό Ιστορικό και Βιογραφικό της Ζακύνθου[46]. Καθώς στο Λεξικό αναφέρονται τα ονόματα όλων αυτών που, με κάποιο τρόπο συνεισέφεραν στην έρευνα της ιστορίας της Ζακύνθου, θα ήθελα πολύ να συμπεριληφθούν εκεί, με λίγα λόγια, το βιογραφικό σας σημείωμα, αν καταδέχεσθε να δεχθείτε[47].
Αποδεχθείτε, αγαπητέ Κύριε, μαζί με τις ευχαριστίες μου, την έκφραση των πιο αφοσιωμένων μου αισθημάτων.
Λ. Ζώης
20-1-55.


ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Σύμφωνα με τις βασικές αρχές τις Επιστολογραφίας, τα κύρια κριτήρια για τη δημοσίευση επιστολικών κειμένων παραμένουν πάντοτε το περιεχόμενό τους, η υπογραφή του αποστολέα και το όνομα του παραλήπτη. Όσον αφορά στην Επιστολή που δημοσιεύουμε στη συνέχεια, το περιεχόμενο της παρουσιάζει έντονο γραμματειακό και ψυχογραφικό ενδιαφέρον. Το όνομα του αποστολέα είναι γνωστό και σεβαστό˙ αυτό του Λεωνίδα Χ. Ζώη, αλλά το όνομα του παραλήπτη, μας είναι άγνωστο. Εν τούτοις, η παρουσίασή της κρίνεται επιτακτική, αφού το περιεχόμενό της φωτίζει το ήθος του αποστολέα, υπογραμμίζοντας τα γνήσια πνευματικά στοιχεία της προσωπικότητάς του.
Η Επιστολή αντιγράφεται εδώ από το ανέκδοτο «Επιστολάριον» του Λεωνίδα Χ. Ζώη, είναι γραμμένη στη γαλλική γλώσσα, εκτείνεται σε τρεις σελίδες του «Επιστολάριου» και φέρει ημερομηνία της 15/27.3.1899. Ακολούθως, παρουσιάζεται το Επιστολικό κείμενο και η απόδοσή του στην ελληνική, ως εξής:

Zante ce 15/27 Mars 1899.
Monsieur
J’ai considéré un grand honneur pour moi la lettre que vous m’avez expédiée par l’entremise de Mr Έtienne Marzochi; et je ne pouvais la considérer autrement, puisque elle me présente l’occasion d’entrer en correspondance avec un personnage très – respectable, jouissant d’une grande et bien méritée réputation dans le monde des lettres.
Cet honneur est rehaussé par votre demande de vouloir traduire dans votre langue universelle mon modeste ouvrage sur Saint Denis, et je me hâte de vous donner toute autorisation en ce qui regarde mes ouvrages publiés ainsi qu’inédits, qui ne seront pas en petit nombre dans l’avenir.
Vos jugements savants sur mes ouvrages, unis à ceux d’autres personnages distingués, sont pour moi la seule satisfaction de mes travaux assidus pour les lettres et l’histoire, à qui j’ai sacrifié ma jeunesse et je sacrifierai le reste de ma vie.
Croyez, Monsieur, que dénués dans notre petite province de tout moyen néces//saire, tant matériel aussi bien qu’intellectuel pour une ample étude, ce que nous faisons est bien au dessus de nos forces. Pour cette raison nos faibles travaux doivent être jugés avec indulgence.
En dehors de mes écrits que je vous ai expédiés par l’entremise de Mr E. Marzochi, vous en recevrez aujourd’hui quelques autres encore que j’ai pu recueillir, car le recueil de tous ces petits travaux épars dans des journaux et des revues, est tout à fait impossible. Je vous enverrai prochainement un nouvel exemplaire de mon ouvrage (Saint Denis) avec toutes les corrections que j’ai pu apporter au texte italien des documents rédigés dans cette langue. Je me permets à ce propos de remarquer que dans la publication il ne s’est pas glissé de fautes typographiques, mais que c’est reproduction fidèle des pièces originales.
Je ne manquerai pas de recommander à tous mes amis des Îles Ioniennes, qui excellent dans les lettres, de vous faire parvenir leurs écrits.
Je vous suis reconnaissant de la publication prochaine de ma biographie, dont les notes // vous ont été fournies, si je ne me trompe, par mon ami distingué Mr E. Marzochi, une des étoiles brillantes de la pléiade des frères. Ricordan, André et Έtienne Marzochi, qui comptent parmi les rares poètes et lettrés que la Grèce moderne puisse offrir, et dont notre patrie est fière à juste titre.
Avant d’achever ces quelques lignes, je crois de mon devoir de vous exprimer de nouveau ma vive reconnaissance pour vos jugements empreints de tant de bienveillance à l’égard des mes modestes écrits, et de vous prier de vouloir bien excuser le retard que j’ai mis à répondre à votre lettre. Je me croirais vraiment heureux si je pourrai vous servir en quoi que ce soit, et je vous prie de me commander librement dans la certitude que vous trouverez en moi un ami respectueux et dévoué.
Veuillez agréer, Mr, l’assurance de ma haute considération.
Léonidas Ch. Zoïs

Μετάφραση

Ζάκυνθος 15/27 Μαρτίου 1899.
Κύριε,
Θεώρησα μεγάλη τιμή για μένα το γράμμα που μου στείλατε με τη μεσολάβηση του κ. Στέφανου Μαρτζώκη[48]˙ και δεν μπορούσα να το θεωρήσω διαφορετικά, αφού μου παρουσιάζει την ευκαιρία να αρχίσω αλληλογραφία με ένα πρόσωπο πολύ σεβαστό, που χαίρει μεγάλης κι εντελώς δίκαιας φήμης στο χώρο των γραμμάτων.
Αυτή η τιμή είναι ανυψωμένη από την αίτησή σας να θέλετε να μεταφράσετε στη διεθνή σας γλώσσα το μέτριο έργο μου για τον Άγιο Διονύσιο[49], και σπεύδω να σας δώσω κάθε εξουσιοδότηση σε ότι αφορά στα δημοσιευμένα, καθώς και στα αδημοσίευτα έργα μου, που στο μέλλον δε θα είναι λίγα.
Οι σοφές σας κρίσεις για τα έργα μου, ενωμένες μ’ αυτές άλλων διακεκριμένων προσώπων, είναι για μένα η μόνη ικανοποίηση για τις συνεπείς μου εργασίες σχετικά με τα γράμματα και την ιστορία, στα οποία θυσίασα τη νεότητά μου και θα θυσιάσω το υπόλοιπο της ζωής μου.
Πιστέψτε, Κύριε, ότι στερούμενοι στη μικρή μας επαρχία όλα τα απαραίτητα μέσα τόσο υλικά όσο και πνευματικά για μια ευρεία μελέτη, αυτό που κάνουμε είναι κατά πολύ πάνω από τις δυνάμεις μας. Γι’ αυτό το λόγο οι αδύναμές μας εργασίες πρέπει να κριθούν με επιείκεια.
Εκτός από τα γραπτά που σας έστειλα με τη μεσολάβηση του κ. Στ. Μαρτζώκη, θα σας στείλω ακόμα σήμερα μερικά άλλα, που μπόρεσα να μαζέψω, καθώς η συλλογή όλων αυτών των μικρών εργασιών, διασκορπισμένων σε εφημερίδες και περιοδικά είναι εντελώς αδύνατη. Σύντομα θα σας στείλω ένα καινούργιο αντίτυπο του έργου μου (Άγιος Διονύσιος) με όλες τις διορθώσεις που μπόρεσα να επιφέρω στο ιταλικό κείμενο των εγγράφων που συντάχθηκαν σ’ αυτή τη γλώσσα. Επιτρέπω στον εαυτό μου μ΄ αυτά τα λόγια να σημειώσει ότι στην έκδοση το κείμενο δεν γλίστρησε σε τυπογραφικά λάθη, αλλά ότι είναι πιστή αναπαράσταση των πρωτότυπων κομματιών.
Δε θα παραλείψω να συστήσω σε όλους τους φίλους μου από τα Ιόνια Νησιά που αριστεύουν στα γράμματα να σας στείλουν τα γραπτά τους.
Σας είμαι ευγνώμων για την προσεχή έκδοση της βιογραφίας μου, της οποίας οι σημειώσεις, σας προμηθεύτηκαν, αν δεν απατώμαι, από τον ξεχωριστό μου φίλο κ. Στ. Μαρτζώκη, έναν από τους λαμπερούς αστέρες της πλειάδας των αδελφών. Ρικορντάν[50], Ανδρέας[51] και Στέφανος Μαρτζώκης που υπολογίζονται μεταξύ των σπάνιων ποιητών και διανοούμενων που η σύγχρονη Ελλάδα μπορεί να προσφέρει και για τους οποίους η πατρίδα μας είναι δικαίως υπερήφανη.
Πριν ολοκληρώσω αυτές τις λίγες γραμμές, θεωρώ χρέος μου να σας εκφράσω εκ νέου την έντονη ευγνωμοσύνη μου για τις όλο καλοσύνη κρίσεις σας σχετικά με τα μέτρια γραπτά μου και να σας παρακαλέσω να συγχωρέσετε την καθυστέρησή μου να απαντήσω στο γράμμα σας. Θα θεωρώ τον εαυτό μου πραγματικά χαρούμενο αν θα μπορέσω να σας είμαι χρήσιμος σε οτιδήποτε είναι αυτό, και σας παρακαλώ να μου δώσετε παραγγελίες ελεύθερα με την βεβαιότητα ότι θα βρείτε σε μένα έναν φίλο που σας σέβεται και σας είναι αφοσιωμένος.
Δεχθείτε, Κύριε, τη διαβεβαίωση της μεγάλης μου εκτίμησης.
Λεωνίδας Χ. Ζώης

Διαβάζοντας προσεκτικά και αναλύοντας την Επιστολή αυτή, ο υποψιασμένος αναγνώστης μπορεί να διαισθανθεί περί της ταυτότητας του άγνωστου παραλήπτη. Σύμφωνα με τις προσεγγίσεις μας, πρόκειται για τον Γάλλο κορυφαίο ελληνιστή και μελετητή της νεοελληνικής γραμματείας Έmile Legrand[52] (1841-1903), τον γνωστό βιβλιογράφο, με τα κορυφαία έργα Bibliographie Hellénique [Ελληνική Βιβλιογραφία] και Bibliographie Ioniénne [Ιονική Βιβλιογραφία]. Η θέση μας αυτή διατυπώνεται με βάση τους εξής συλλογισμούς:
1. Ο παραλήπτης της Επιστολής του Ζώη είναι Γάλλος. Αυτό συνεπάγεται από το ότι ο Ζώης γράφει την Επιστολή του στην γαλλική, «στη διεθνή σας γλώσσα», όπως αναφέρει, για να τιμήσει τον αλληλογράφο του, καθώς και από το γεγονός ότι ο Στέφανος Μαρτζώκης που μεσολαβεί μεταξύ των δύο αλληλογράφων, κατοικούσε το 1899 στο Παρίσι και είχε πρόσβαση στους παρισινούς φιλολογικούς κύκλους.
2. Ο Ζώης γράφει με ύφος γεμάτο δέος και εξαιρετική ευγένεια. Απευθύνεται σε «ένα πρόσωπο πολύ σεβαστό, που χαίρει μεγάλης κι εντελώς δίκαιας φήμης στο χώρο των γραμμάτων». Όσο φιλοφρονητική κι αν θεωρήσουμε τη διάθεση του Ζώη, αντιλαμβανόμαστε ότι ο παραλήπτης είναι μια σημαντική προσωπικότητα των γραμμάτων και ότι γνώρισε την αποδοχή και την καταξίωση από τους σύγχρόνους του, κάτι που συμβαίνει στην περίπτωση του Έmile Legrand.
3. Εφόσον ο παραλήπτης επιθυμεί να μεταφράσει το έργο του Ζώη, Ο Άγιος Διονύσιος Προστάτης Ζακύνθου από την ελληνική προς την «διεθνή» του γλώσσα, γίνεται εύκολα κατανοητό ότι η γνώση του της ελληνικής ήταν άψογη, ακριβώς όπως και του Legrand που από το 1887 κατείχε την έδρα του Καθηγητή της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών του Παρισιού.
4. Υπογραμμίσαμε και παραπάνω ότι μεταξύ των αλληλογράφων μεσολαβεί ο ποιητής Στέφανος Μαρτζώκης. Στην περίπτωση που παραλήπτης της Επιστολής είναι ο Έmile Legrand, ο Μαρτζώκης μπορεί κάλλιστα να είναι ο μεσολαβητής, αφού η φιλία και η συνεργασία μεταξύ Μαρτζώκη και Legrand είναι γνωστές[53], δεδομένης και της έκδοσης των Σονέτων του Μαρτζώκη από τους Έmile Legrand και Hubert Pernot[54].
5. Από την ανέκδοτη αλληλογραφία μεταξύ του Hubert Pernot και του Λεωνίδα Ζώη[55], επικυρώνουμε το γεγονός ότι Legrand και Ζώης διατηρούσαν αλληλογραφία, είχαν συνεργατικές σχέσεις και ο Ζακύνθιος ιστοριοδίφης βοηθούσε πάντα πρόθυμα τον Γάλλο Καθηγητή, όπως ακριβώς υπόσχεται στην υπό μελέτη Επιστολή γράφοντας, «Θα θεωρώ τον εαυτό μου πραγματικά χαρούμενο αν θα μπορέσω να σας χρησιμεύσω σε οτιδήποτε είναι αυτό, και σας παρακαλώ να μου παραγγείλετε ελεύθερα με την βεβαιότητα ότι θα βρείτε σε μένα έναν φίλο που σας σέβεται και σας είναι αφοσιωμένος».
6. Στην εν λόγω αταυτοποίητη Επιστολή ο Ζώης υπογραμμίζει: «Δε θα παραλείψω να συστήσω σε όλους τους φίλους μου από τα Ιόνια Νησιά που αριστεύουν στα γράμματα να σας στείλουν τα γραπτά τους». Στη φράση του αυτή δε γίνεται παρά να αναρωτηθούμε: Γιατί ο Ζώης θα συστήσει μόνο στους Επτανήσιους φίλους του, να στείλουν τα έργα τους στον παραλήπτη της Επιστολής του, και όχι και στους άλλους συνεργάτες ή φίλους του από την υπόλοιπη Ελλάδα; Η απάντηση έγκειται ίσως στο ότι ο Ζώης επιθυμεί να βοηθήσει τον Έmile Legrand στη συλλογή όσο το δυνατό περισσότερων τίτλων Επτανησιακών έργων και μελετών για την βιβλιογράφησή τους και την ολοκληρωμένη σύνταξη της Ιονικής Βιβλιογραφίας.

Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση της Επιστολής αυτής, ευελπιστούμε στην μελλοντική πλήρη ταυτοποίηση του παραλήπτη με το πρόσωπο του νεοελληνιστή Καθηγητή Έmile Legrand, μέσω περαιτέρω μεθοδικής έρευνας. Εξάλλου, η ανεύρεση της αλληλογραφίας Legrand – Ζώη, που προς το παρόν λανθάνει, αποτελεί αδιαμφισβήτητο ερευνητικό desideratum.
.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Καθηγητή Γεωργίου Μπαμπινιώτη, «Τυπολογία του πολιτισμικού μας συγκερασμού», άρθρο στον ημερήσιο Τύπο. Αναδημοσίευση στο Έκφραση Έκθεση για το Ενιαίο Λύκειο. Θεματικοί Κύκλοι, ΟΕΔΒ 2001, σ. 445-449.
[2] Βλ. σχετικά, Φ. Μπουμπουλίδου, Νεοελληνική Επιστολογραφία. Α΄ Επιστολές του Διονυσίου Ρώμα, Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήναι 1985, σ. 5-8 (Πρόλογος).
[3] Βλ. ενδεικτικά α) Νίκου Γρυπάρη, Ανέκδοτα γράμματα του Γρηγορίου Ξενόπουλου στον Λεωνίδα Χ. Ζώη, (φιλολογική-εκδοτική επιμέλεια, Δ. Σέρρας), εκδ. Δήμος Ζακυνθίων, Ζάκυνθος 2001, β) Διονύση Σέρρα, «Ανέκδοτες Επιστολές (1917-1949) της Μαριέττας Γιαννοπούλου-Μινώτου στον Λεωνίδα Χ. Ζώη», Επτανησιακά Φύλλα, 22 (2002) 413-507, γ) Του ίδιου, Επιστολές από το ανέκδοτο «Επιστολάριον» του Ζώη προς τον Αρχιδούκα Σαλβατόρ της Αυστρίας, στο «Λουδοβίκος Σαλβατόρ και Λεωνίδας Χ. Ζώης. Γραφές για τη Γνωριμία και τη Συνεργασία τους», ό.π., 24 (2004) 256-280, και δ) Δέσποινας Καποδίστρια, αποσπάσματα από ανέκδοτες Επιστολές του Μανουήλ Ιω. Γεδεών προς τον Λεωνίδα Χ. Ζώη, στο «Συμβολή στις σχέσεις Ζακύνθου-Κωνσταντινουπόλεως. Ο Λεωνίδας Χ. Ζώης και η Εκκλησιαστική Αλήθεια», ό.π. 26 (2006) 64-74.
[4] Ευχαριστούμε θερμά τον φιλόλογο και ακαταπόνητο εκδότη των Επτανησιακών Φύλλων κύριο Διονύση Σέρρα για την ευγενική παραχώρηση των Επιστολών που παρουσιάζονται σ’ αυτή τη μελέτη.
[5] Για τον Louis Roussel, βλ. α) Ελευθερουδάκη Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, Εκδοτικός Οίκος Ελευθερουδάκη, Αθήνα, τ. 11, σ. 191, β) Λ. Χ. Ζώη, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1963, τ. 1, σ. 566 εξ. και γ) Νέα Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, Εκδόσεις Χάρη Πάτση, 27 (1980) 633.
[6] Τέλλου Άγρα, «Ρουσσέλ Λουδοβίκος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, Ιδρυτής Ιδιοκτήτης Παύλος Δρανδάκης, Εκδοτικός Οργανισμός ο «Φοίνιξ» Ε.Π.Ε., τ. ΚΑ΄, σ. 272 εξ.
[7] Βλ. Νίκου Γρυπάρη, ό.π., σ. 186.
[8] Για τον Fortunato Perilla, βλ. Λ. Χ. Ζώη, ό.π., σ. 525 εξ.
[9] Για τον Φραγκίσκο Περιλλά, βλ. στα σχετικά λήμματα α) Ελευθερουδάκη Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, Εκδοτικός Οίκος Ελευθερουδάκη, Αθήνα, τ. 10, σ. 606, β) Π. Ν. Παπά, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, «Πυρσός» Ανώνυμος Εταιρία Εκδόσεων και Γραφικών Τεχνών, τ. Κ΄, σ. 14, και γ) Π. Π. Κ., Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, Έκδοσις της Εγκυκλοπαιδικής Επιθεωρήσεως «ΗΛΙΟΣ», Αθήναι, τ. ΙΗ΄, σ. 231.
[10] Βλ. Δ. Δασκαλόπουλου, «Μιλλιέξ Ροζέ», Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, 42 (1996) 197 εξ.
[11] Για τον θάνατο του Roger Milliex, βλ. [Ανωνύμου], «Φινάλε για μια ιστορία φιλελληνισμού», Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, σ. 41 (Ένθετο Ορίζοντες, σ. 7), 10.7.2006.
[12] Μια σημαντική μαρτυρία για το ήθος και τον χαρακτήρα του Roger Milliex, μας προσέφερε η κυρία Ταζή Πετροπούλου - Μάνεση (γεν. 1920), μαθήτρια το 1939 και μετέπειτα συνάδελφος του Milliex στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Σύμφωνα με την μαρτυρία της κ. Πετροπούλου, ο Milliex υπήρξε άνθρωπος βαθύτατα μορφωμένος, πολύ δημοκρατικός και συνάμα θρησκευόμενος. Δίδαξε στους μαθητές του, Γάλλους θρησκευόμενους συγγραφείς και ποιητές όπως ο François Mauriac και ο Charles Péguy. Επρόκειτο για έναν ωραίο κι ευθυτενή άνθρωπο που του άρεσε η οδοιπορία. Αποκαλυπτικό για την ευγένεια του ήθους του Roger Milliex, είναι και το εξής περιστατικό που μας διηγήθηκε η κ. Ταζή Πετροπούλου: Όταν το 1939, η κ. Πετροπούλου τελείωσε το Cours Supérieur (χρονιά τελειοποίησης της γαλλικής γλώσσας στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών) δεν της απονεμήθηκε, όπως συνηθιζόταν, το βραβείο απόδοσης που εδικαιούτο. Ο Milliex της χάρισε τότε ένα βιβλίο ποιημάτων του Charles Péguy, γράφοντάς της ως αφιέρωση ότι εκείνο το μικρό βιβλίο ήταν πολύ πιο σημαντικό από το βραβείο που ενώ άξιζε δεν πήρε. Δυστυχώς, το βιβλίο ποιημάτων του Charles Péguy με την αφιέρωση, καθώς και φωτογραφίες του Milliex με την τάξη της κ. Πετροπούλου στο Γαλλικό Ινστιτούτο, καταστράφηκαν στην σεισμοπυρκαγιά του 1953. Ευχαριστούμε θερμά την κυρία Ταζή Πετροπούλου που τόσο αυθόρμητα κι ευγενικά, μας παρεχώρησε όλα τα παραπάνω στοιχεία, στην τόσο πολύτιμη προφορική της μαρτυρία.
[13] Βλ. Δ. Δασκαλόπουλου, «Μιλλιέξ – Γκρίτση Τατιάνα», ό.π., σ. 198.
[14] Βλ. και Μ.-Ελ. Χριστόφογλου, «Η Μεταπολεμική Τέχνη» στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 9 (2003) 276 εξ.
[15] Για το Αρχείο Ζώη, βλ. ενδεικτικά α) Διονύση Σέρρα, «Για το Αρχείο του Λ. Χ. Ζώη και του Ν. Γρυπάρη», Επτανησιακά Φύλλα, 18 (1997) 125-128 και β) Του ίδιου, «Άγνωστο αρχειακό υλικό του Λεωνίδα Χ. Ζώη (1865-1956)», ΣΤ΄ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο, Ζάκυνθος 1997, (Πρακτικά), εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000, τ. 1, σ. 515-523.
[16] Ο Λ. Χ. Ζώης πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου 1956.
[17] Η Επιστολή είναι μονοσέλιδη και δακτυλογραφημένη με μοβ μελάνι σε υπόλευκο αρίγωτο «τσιγαρόχαρτο» γραφής, χρησιμοποιούμενο σε δακτυλογραφική μηχανή. Έχει διαστάσεις 29x22,2εκ. και φέρει τη χειρόγραφη υπογραφή του αποστολέα.
[18] Σύμφωνα με την Επιστολή αυτή, ο Louis Roussel επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο στα μέσα του Καλοκαιριού του 1922 κι όχι έναν χρόνο πριν («Αφίκετο εις Ζάκυνθον την 26 ιουλ[ίου] 1921»), όπως εκ παραδρομής γράφει ο Λ. Χ. Ζώης, βλ. Λεξικόν…, τ. 1, σ. 567. Επιπλέον, στη μελέτη του Νίκου Γρυπάρη, βλ. ό.π., σ. 187 (σημείωση 3), διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Από το ανέκδοτο προσωπικό ημερολόγιο του Ζώη φαίνεται πως ο Roussel επισκέφτηκε τη Ζάκυνθο στις 25 Ιούλη 1922: “26 Ιουλίου 1922: Χθες ήλθεν ο καθηγ. της Γαλλίας κ. Λ. Ρουσσέλ. Σήμερον μετέβημεν μετ’ αυτού, Αντων. Δάση και Α. Σαλούτση εις Αβριακόν δι’ αμάξης”. Και την επομένη 27 Ιούλη 1922: “Μετέβημεν ομοίως δι’ ιδίων εις Καλαμάκι δι’ αμάξης”. ».
[19] Άγγελος – Μάρκος – Ιωάννης Σαλούτσης (1861-1936). Ανώτερος υπάλληλος της Αγγλικής Τηλεγραφικής Εταιρείας Eastern και ποιητής. Τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Σωτήρος. Ποιητικές συλλογές του: Στιχουργήματα (1908), Εθνικά τραγούδια (1913), Στην Γαλλικήν σημαίαν (1918). Βλ. Λ. Χ. Ζώη, ό.π., σ. 577.
[20] Αντώνιος Δάσης (;-1923) εμπορομεσίτης. Βλ. ό.π., σ. 146.
[21] Μέχρι το 1922, έτος κατά το οποίο γράφεται η παρούσα επιστολή, ο Λ. Χ. Ζώης είχε δημοσιεύσει τις ακόλουθες δύο μελέτες για τον Ούγο Φώσκολο: α) Casa del Foscolo e suo imprigionamento, Zante, 1888, και β) «Τα οστά του Φωσκόλου εν Ιταλία», Χαραυγή, Δ΄ (1914) 74 εξ. Κατά συνέπεια, δεν ξέρουμε σε ποια από τις δύο αναφέρεται ο Roussel. Βλ. Λ. Χ. Ζώη, «Αναγραφή Δημοσιευμάτων 1885-1951», Ανάτυπον εκ των Νεοελληνικών, εν Αθήναις 1951, σ. VII.
[22] Πρόκειται για την μελέτη του Ζώη, Πατριδογραφία Ζακύνθου, (α΄ έκδ. 1892, ε΄ έκδ. 1913). Βλ. ό.π., σ. ΧΙΙΙ.
[23] Αναφορά στην μελέτη του Ζώη, Αι εν Ζακύνθω συντεχνίαι, Ζάκυνθος 1893. Βλ. ό.π., σ. XVIII.
[24] Εννοείται ο Άγγελος Σελούτσης.
[25] Μνεία για τον Ύμνο εις την Μεγάλην Ελλάδα του Αγγέλου Σαλούτση που κυκλοφόρησε στη Ζάκυνθο το 1920 ως παράρτημα των Μουσών. Βλ. Λ. Χ. Ζώη, Λεξικόν…, τ. 1, 672.
[26] Πρόκειται για τη μελέτη του Roussel, Karagheuz ou un théâtre d’ombres à Athènes [Καραγκιόζης ή ένα θέατρο σκιών στην Αθήνα]. Ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε το 1921 στην Αθήνα από το Τυπογραφείο της Βασιλικής Αυλής, Α. Ραφτάνη.
[27] Εννοείται η μελέτη του Roussel, La versification d’ André Kalvos [Η στιχουργία του Ανδρέα Κάλβου] που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1921 και στην Αθήνα το 1922 από τις εκδόσεις Ραφτάνη.
[28] Αναφορά στο βιβλίο του Roussel, Le livre des contes [Το βιβλίο των παραμυθιών] που κυκλοφόρησε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του ’20.
[29] Πρόκειται για την μπροσούρα που εξέδωσε ο Roussel, με τίτλο Η γλωσσική διδασκαλία εις τα δημοτικά σχολεία και η έκθεσις της επιτροπής, έκδοση περιοδικού Αδερφοσύνη, το 1921.
[30] Εννοείται το βιβλίο του Roussel, Grammaire descriptive du Roméique littéraire [Περιγραφική γραμματική των λογοτεχνικών Ρωμαίικων], που κυκλοφόρησε το 1922 στο Παρίσι από τις εκδόσεις E. de Boccard.
[31] Η Γαλλική Σχολή Αθηνών ιδρύθηκε το 1846 και αποτελεί το παλαιότερο Ίδρυμα αρχαιολογικής έρευνας που ιδρύθηκε από αλλοδαπούς στην Ελλάδα. Η προσφορά της Γαλλικής Σχολής των Αθηνών στην επιστήμη είναι μεγάλη και το αρχαιολογικό ερευνητικό της έργο ιδιαίτερα σημαντικό, αφού ανέδειξε το κρητικό ανάκτορο στα Μάλια της Κρήτης, τις αρχαιότητες της Θάσου, μεγάλο μέρος της αρχαίας πόλης του Άργους, καθώς και τα μεγάλα ελληνικά ιερά των Δελφών και της Δήλου. Βλ. σχετικά, Β. Λαμπρινουδάκη, «Αρχαιολογικά ιδρύματα στην Ελλάδα», (λήμμα «Αρχαιολογία»), Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, 11 (1996) 246.
[32] Το Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου άρχισε να δημοσιεύεται το 1878 στο Περιοδικό Αι Μούσαι υπό τον τίτλο Λεξικόν Φιλολογικόν και Ιστορικόν Ζακύνθου. Σύμφωνα με την «Αναγραφή Δημοσιευμάτων 1885-1951» του Λ. Χ. Ζώη, ο Α΄ τόμος κυκλοφόρησε το 1898, ο Β΄ το 1901, ο Γ΄ το 1919 κι ακολούθησε ο Δ΄ τόμος, (βλ. «Αναγραφή…», σ. XXVI).
[33] Διεύθυνση του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών.
[34] Το κείμενο είναι γραμμένο με μαύρο μελάνι σε Καρτ-Ποστάλ διαστάσεων 13,6x8,6εκ. Στο αριστερό μέρος της πρώτης πλευράς και πλάγια, διαβάζουμε τα στοιχεία του Αποστολέα: «Roussel / Montpellier / Fac. des Lettres» (Roussel / Μονπελιέ / Φιλοσοφική Σχολή). To Καρτ-Ποστάλ φέρει σφραγίδα ταχυδρομείου με ημερομηνία 19.2.[19]26.
[35] Αι Μούσαι, το δεκαπενθήμερο περιοδικό που εξέδιδε ο Λ. Χ. Ζώης, στη Ζάκυνθο και κατόπιν στην Αθήνα, από το 1892 έως το 1941, βλ. και Γ. Κόκλα–Παπαδάτου, «Περιοδικά και εφημερίδες της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Ζακύνθου. Ζακυνθινά περιοδικά», Περιοδικό Ζάκυνθος ’85, Αθήνα 1986, σ. 121-124.
[36] Δυστυχώς, και παρά τις επίμονες προσπάθειές μας στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην Βιβλιοθήκη «Octave Merlier» του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, καθώς και στα Σπουδαστήρια Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας και Βυζαντινών/Νεοελληνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, δεν στάθηκε δυνατόν να εντοπίσουμε το περιοδικό Libre, ώστε να βρούμε την εν λόγω βιβλιοπαρουσίαση ή ακόμα να καταλάβουμε σε ποιο βιβλίο του Λ. Χ. Ζώη αναφέρεται ο Roussel.
[37] Εννοείται ο Πιερ Ρουσσέλ (Pierre Roussel). Βλ. [Ανωνύμου], Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, 52 (1992) 303. Εκεί διαβάζουμε: «Γάλλος ελληνιστής (1881-1945), διευθυντής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής (1925) και αργότερα καθηγητής στην Σορβόνη. Έγραψε μελέτες που αναφέρονται στην ιστορία και την θρησκεία τών Ελλήνων κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.»
[38] Η χειρόγραφη Επιστολή είναι γραμμένη με μαύρο μελάνι σε υπόλευκο αρίγωτο χαρτί, διαστάσεων 17x19,6 εκ., κομμένο από μπλοκ. Στο πίσω μέρος της σελίδας, με μαύρο μελάνι είναι γραμμένο το όνομα του παραλήπτη: «m Leonidas Zoïs» [κ. Λεωνίδα Ζώη].
[39] Το χειρόγραφο σημείωμα είναι γραμμένο με μαύρο μολύβι σε υποκίτρινο προχειροσχισμένο και κακοσχισμένο στην αριστερή του πλευρά έντυπο τηλεγραφήματος, διαστάσεων 14,7x10,5εκ.
[40] Κενό στο πρωτότυπο κείμενο.
[41] Κενό στο πρωτότυπο κείμενο.
[42] Εννοείται πιθανόν η μελέτη του Milliex, «Η Γαλλία εν τη ‘Επτανησιακή Ιστορία’».
[43] Για τους καταστροφικούς σεισμούς τον Αύγουστο του 1953 στα νότια Ιόνια Νησιά, βλ. τα Αφιερωματικά τεύχη α) Μνήμη και Ζωή. Πενήντα χρόνια από τους Σεισμούς του 1953, Επτανησιακά Φύλλα, 23 (2003) τχ 3-4 και β) Αφιέρωμα. Ζάκυνθος 1953-2003. Πενήντα χρόνια από τους σεισμούς, Περίπλους, 18 (2003) τχ 52. Πρβλ. Ζακύνθου Κατάβασις. Σεισμοί 1953. Ματιές στο Αθηναϊκό τύπο, Εκδ. Αστερίας, 2003.
[44] Ο Λ. Χ. Ζώης εργάστηκε στο Αρχειοφυλακείο Ζακύνθου από το 1894 ως το 1936.
[45] Αναφορά στο έργο του Λ. Χ. Ζώη, Ιστορία της Ζακύνθου που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1955, χωρίς όμως να αναφέρεται ότι είναι έκδοση του Εθνικού Τυπογραφείου.
[46] Εννοείται το Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου. Βλ. και υποσημείωση 32.
[47] Πράγματι, ο Milliex ανταποκρίνεται σ’ αυτήν την παράκληση του Ζώη και συνεπώς, στο Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου υπάρχει εκτενές λήμμα που αφορά στον Milliex, στις σπουδές και στην εργογραφία του, καθώς επίσης και στο γεγονός ότι «Ο κ. Μιλλιέ[ξ] επέδειξε στοργικόν πόνον και μεγάλον ενδιαφέρον υπέρ των σεισμοπλήκτων Ζακ.[υνθίων]». Βλ. τ.1, σ. 425.
[48] Στέφανος Μαρτζώκης (1855-1913) Ζακύνθιος ποιητής, από του τελευταίους εκπροσώπους της Επτανησιακής Σχολής. Κυριότερα έργα του: Sonnets [Σονέτα] (Παρίσι 1899), Ποιήματα (Αθήνα 1901) και Νέα Ποιήματα (Αθήνα 1906). Βλ. Γλυκ. Πρωτοπαπά – Μπουμπουλίδου, «Μαρτζώκης Στέφανος», Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, 40 (1996) 398.
[49] Εννοείται το έργο του Ζώη, Ο Άγιος Διονύσιος Προστάτης Ζακύνθου που κυκλοφόρησε στη Ζάκυνθο το 1895. Βλ. Λ. Χ. Ζώη, «Αναγραφή…», σ. XV.
[50] Μέμνων, Ricordano ή Ντάνο Μαρτζώκης (1844-1902). Αδελφός του Στέφανου Μαρτζώκη και καθηγητής στο Γυμνάσιο Ζακύνθου. Στα έργα του συγκαταλέγονται φιλολογικές και ιστορικές μελέτες, ποιητικές συλλογές και μεταφράσεις. Βλ. Λ. Χ. Ζώη, Λεξικόν…, τ. 1, σ. 400 εξ.
[51] Ανδρέας Μαρτζώκης (1849-1923) ποιητής από τους «ήσσονες» της Επτανησιακής Σχολής, αδελφός του Στέφανου Μαρτζώκη. Έγραψε λυρικά ποιήματα και σατιρικά στιχουργήματα. Το μεγαλύτερο έργο του θεωρείται το αφηγηματικό ποίημα Ο Γούμενος της Αναφωνήτρας (Εν Αθήναις 1889). Βλ. Γλυκ. Πρωτοπαπά – Μπουμπουλίδου, «Μαρτζώκης Ανδρέας», Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα 40 (1996) 398.
[52] Περισσότερα για τον Έmile Legrand, βλ. Αικατερίνης Κουμαριανού, «Λεγκράν Εμίλ», ό.π., 38 (1996) 33.
[53] Βλ. σχετικά, Νίκου Γρυπάρη, Νεοελληνικά Φιλολογικά Παραλειπόμενα, Αθήνα 1977, σ. 93-98 και 121 εξ.
[54] Hubert Pernot (1870-1946), ο Γάλλος νεοελληνιστής Καθηγητής της Σορβόννης και μαθητής του Legrand, που μετά το θάνατο του δασκάλου του συμπλήρωσε και εξέδωσε την Ιονική Βιβλιογραφία (1910). Βλ. [Ανωνύμου], «Περνό Υμπέρ», ό.π., 49 (1992) 49.
[55] Οι ανέκδοτες Επιστολές μεταξύ Pernot και Ζώη ανακοινώθηκαν από τον π. Παναγιώτη Καποδίστρια στο Διεθνές Συνέδριο «Πηγές Επτανησιακής Φιλολογίας (1500-1940)» (Κεφαλονιά 28-30.10.2006).

Σάββατο 23 Ιουνίου 2007

Διονύση Σέρρα, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ: 150 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ. ΑΦΙΕΡΩΜΑ


"Πάντ΄ανοιχτά, παντ΄άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου…"

Ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού

Η καταστροφή των Ψαρών

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
περπατώντας η Δόξα μονάχη
μελετά τα λαμπρά παλικάρια
και στην κόψη στεφάνι φορεί
γεναμένο από λίγα χορτάρια
που είχαν μείνει στην έρημη γη.
(1825)

Η Φαρμακωμένη

Τα τραγούδια μου τα ‘λεγες όλα,
τούτο μόνο δε θέλει το πεις,
τούτο μόνον δε θέλει τ’ ακούσεις,
Αχ! την πλάκα του τάφου κρατείς.

Ω παρθένα! αν ημπόρειαν οι κλάψες
πεθαμένου να δώσουν ζωή,
τόσες έκαμα κλάψες για σένα,
που θελ’ έχεις την πρώτη πνοή.

Συφορά! Σε θυμούμ’ εκαθόσουν
στο πλευρό μου με πρόσωπο αχνό,
«Τι έχεις;» σου ‘πα, και συ μ’ αποκρίθεις:
«Θα πεθάνω, φαρμάκι θα πιω»!

Με σκληρότατο χέρι το πήρες,
ωραία κόρη, κι αυτό το κορμί,
οπού του πρεπε φόρεμα γάμου,
πικρό σάβανο τώρα φορεί.

Το κορμί σου εκεί μέσα στον τάφο
το στολίζει σεμνή παρθενιά.
Του καιρού σ’ αδικούσεν ο κόσμος
και σου φώναξε λόγια κακά.

Τέτοια λόγια αν ημπόρειες ν’ ακούσεις,
ωχ το στόμα σου τι ‘θελε βγει;
«Το φαρμάκι που επήρα και οι πόνοι
δεν εστάθηκαν τόσο σκληροί»!

Κόσμε ψεύτη! Τες κόρες τες μαύρες
κατατρέχεις όσο είν’ ζωντανές,
Σκληρέ κόσμε! και δεν τους λυπάσαι
την τιμήν όταν είναι νεκρές.

Σώπα, σώπα! θυμήσου πως έχεις
θυγατέρα, γυναίκα, αδελφή.
Σώπα! η μαύρη κοιμάται στο μνήμα,
και κοιμάται παρθένα σεμνή.

Θα ξυπνήσει την ύστερη μέρα,
εις τον κόσμον ομπρός να κριθεί»
και στον Πλάστη κινώντας με σέβας
τα λευκά της χέρια θα πει:

«Κοίτα μέσα στα σπλάχνα μου, Πλάστη!
τα φαρμάκωσα, αλήθεια, η πικρή,
και μου βγήκε ωχ το νού μου, Πατέρα,
που πλασμένα μου τα ‘χες Εσύ.

Όμως, κοίτα στα σπλάχνα μου μέσα,
που το κρίμα τους κλαίνε, και πες,
πες του κόσμου που φώναξε τόσα,
εδώ μέσα αν είν’ άλλες πληγές».

Τέτοια, ομπρός εις τον Πλάστη κινώντας
τα λευκά της τα χέρια, θα πει.
Σώπα, κόσμε! Κοιμάται στο μνήμα,
και κοιμάται παρθένα σεμνή.

(1826)

Ο Λάμπρος
(Απόσπασμα)

Η ημέρα της Λαμπρής

21.
Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη,
και από εκεί κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε.
Μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε.
Φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι.

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες ψάλλουνε οι ψαλτάδες.
Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες
κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ το αγιοκέρι
οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.

Εις Φραγκίσκα Φραίζερ
Επίγραμμα

Μικρός προφήτης έριξε σε κορασιά τα μάτια
και στους κρυφούς του λογισμούς χαρά γιομάτους είπε:
«Κι αν για τα πόδια σου, Καλή, κι αν για την κεφαλή σου,
κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάν’ ο ήλιος,
δώρο δεν έχουνε για Σε και για το μέσα πλούτος.
Όμορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος»!

(1894)

Προς τους Επτανησίους
(Απόσπασμα)

Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε
πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε.

Oι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
(Αποσπάσματα)

Σχεδίασμα Β΄

1.
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει,
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ‘γω στο χέρι;
Οπού ‘συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

2.
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
κι ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
που ευδώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο,
το σκουλικάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι εκείνο.
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι,
με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει,
όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει.

Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά στον εαυτό της.

(……………………………………………)

Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους,
τούς λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν
τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.
Γλυκιά κι ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.

Ο Πειρασμός

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
και μες τη σκιά, που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους,
ανάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους,
κι ούλα ‘ς τον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Εξ' αναβρύζει κι η ζωή ’ς γη, σ’ ουρανό, σε κύμα,
αλλά σ’ της λίμνης το νερό, π’ ακίνητο ‘ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν’ ιδής, και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ‘χ ευωδίσει τσ ύπνους της μέσα σ’ τον άγριο κρίνο.
Αλαφροΐσκιωτε καλέ, γεια, πες απόψε τι δες,
νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός, και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο καν’ η μέλισσα κοντά σ’ το λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο, π’ ασπρίζει μες τη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρόγγυλο φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

Έλληνες ποιητές για τον Διονύσιο Σολωμό

Ιάκωβος Πολυλάς (1826 – 1898)

Εις το θάνατον Διονυσίου Σολωμού

Ελλάς, τα μαύρα φόρεσε
και κλίνε το κεφάλι.
Το κάλλιο απ’ τα τέκνα σου
στου τάφου την αγκάλη
τ’ άψυχο σώμ’ ανάπαψε,
κι από τους ουρανούς,

που φώτιζαν το πνεύμα του
μ’ απόκρυφη σοφία,
κι ερύθμιζαν τα χείλη του
μ’ ανήκουστη αρμονία
που θέλει φθάσει ανίκητη
στους ύστερους καιρούς,

της δόξας τ’ αχερόπλεχτο
στεφάνι λησμονώντας,
γέρνει σ’ εσέ φιλόστοργα
τον πόνο σου θωρώντας,
και να χαρεί τ’ αδάκρυτα
βασίλει’ αργοπορά.

Αργοπορά τα δάκρυά σου
πολληώρα μελετάει,
τα αθάνατά σου αισθήματα
με ζήλο ανθολογάει,
δώρο στο θρόνο τ’ Άπλαστου
να φέρει ταπεινά.

Κλάψε! φωνή δε βρίσκεται
να σε παρηγορήσει,
πάρεξ από τον πόνο σου
για λίγο αν ξαναζήσει
το χείλι που χαιρέτησε
την θείαν Ελευθεριά!

Κλάψε – και πάλι θάρρεψε,
στον πόνο ω μαθημένη!
Αιώνες δε σού μάραναν
την αρετή κρυμμένη
στ’ αραχνιασμένο σάβανο
στην έρμη σκοτεινιά,

κι όταν στεριές και πέλαγα
ξανάειδαν τη μορφή σου
τόσο λαμπρή που χλώμιασαν
οι τύρανοι της γης σου,
με ύμνους σε στεφάνωσε
το τέκνο που θρηνείς,

κι η Μούσα η νέα του Έλληνος
πετάχθη αρματωμένη,
ωραία σαν την Αθάνατη
που ο μύθος παρασταίνει
ανδρειωμένο γέννημα
ουράνιας κορυφής.

Α! στα θεϊκά του ονείρατα
ο ποιητής θωρούσε
της μοίρας σου το πλήρωμα,
και το στεφάνι ανθούσε
που ολόγυρα στην κόμη σου
θα πλέξουν οι καιροί,

όταν θα ιδείς το πνεύμα σου
σημαία φωτός να στήσει
σ’ όλη τη γη που βάρβαρος
εχθρός έχει πατήσει,
κι από του νου τη δύναμη
η οργή του νικηθεί.

[………..]

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (1859 – 1943)

ΣΟΛΩΜΟΣ

Τόσο σε νιώθω μέσα στην καρδιά μου,
που τώρα τρέμω μήπως και σε χάσω,
σ’ των στίχων μου τη γύμνια, ποιητά μου,
απ’ τα ζεστά μου στήθη αν σ’ ανεβάσω.

Βαθιά κ’ εσύ μέσα σ’ το νου κλεισμένη
έκρυβες την ιδέα, λάμψη θεία,
κ’ εκύτταζες με στίχους καμωμένη
για να της πλάσεις άξια κατοικία.

Γι’ αυτό σ’ των τραγουδιών σου το βιβλίο
σκόρπιοι, ριγμένοι σαν από την τύχη,
μισόπλαστοι, ένας ένας, δύο δύο,
μαζί αστράφτουν και σβήνουν τόσοι στίχοι!

Στίχοι σαν περιστέρια χωρίς ταίρι,
στίχοι, ταιράκια, μα χωρίς φωλιά,
στίχοι σα ρόδου φύλλα που τ’ αγέρι
τα σκόρπισε από την τριανταφυλλιά.

Μα μέσα σου εξύπναε ξαφνικά
η φαντασία, δύναμη γεμάτη,
κι ό,τι έχτιζες εσύ πονετικά,
τα γκρέμιζε σα χάρτινο παλάτι.

Γιατί για την ιδέα, λάμψη θεία,
δεν έφταναν των στίχων σου τα κάλλη
και ήταν η δική σου φαντασία
παράξενη, ανυπόταχτη, μεγάλη.

Σ’ της θάλασσας επάνω τα νερά
ένας τεχνίτης με μυαλό και γνώση
βαρύν αγώνα είχε μια φορά
παλάτι ξακουστό να θεμελιώσει.

Το ξακουστό παλάτι την ημέρα
σ’ τα κύματα χτιστό θαμποβολούσε,
μα όταν η νύχτ’ απλωνόταν εκεί πέρα,
νεράιδα πεισματάρα το χαλούσε.

Ενίκησ’ ως το τέλος ο τεχνίτης
κ’ ερρίζωσε το θαύμα του σ’ το κύμα…
- Εσύ πριν να νικήσεις την ορμή της,
Αχ! η νεράιδα σ’ έβαλε σ’ το μνήμα!

«Τα τραγούδια της πατρίδας μου» (1886)


ΔΗΜ. Π. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ (1860-1926)

Στην εκατονταετηρίδα του ποιητού

Δεν πέθανε ο Αθάνατος – η Δόξα δεν πεθαίνει!…
Χιλιάδες χρόνια κι αν διαβούν αθάνατη θα μένει
της Ρίμας σου η ομορφιά, η λάμψη του Άσματός σου,
κι η αρμονία της Μούσας σου της κοσμοξακουσμένης!…
Κάθε καρδιά Ελληνική θε ναν’ κ’ ένας βωμός σου,
ω Ψάλτη της «Ελευθεριάς» και της «Φαρμακωμένης»!

(«Νέα Λαϊκή Ανθολογία», Αθήναι 1899)

ΜΑΡΙΝΟΣ ΣΙΓΟΥΡΟΣ (1885-1961)

ΣΤΟ ΣΟΛΩΜΟ

Σ’ τη δόξα σου μπροστά κλίνω το σώμα
και γέρνω το κεφάλι λυπημένος
για σένα, που ενώ είσαι σ’ το χώμα
ζεις όμως και δεν είσαι πεθαμένος.

Το σώμα σου αν σ’ τη γη είναι θαμμένο,
εσύ όμως είσαι πάντα ζωντανός,
και εις τον κόσμο αυτόν το νεκρωμένο
πετάς ωσάν αστέρι λαμπερός.

Σ’ τα στήθη μου μία φωνή μου λέει…
μία φωνή μεγάλη, μυστική.
«Το μάτι σου δεν πρέπει πλειά να κλαίει
ο ποιητής δεν πέθανε μα ζει…».

Δεν πέθανες, όχι, μα ζεις ακόμα
τα έργα σου η ψυχή σου συντροφεύει
κι αν το κορμί σου σκέπασε το χώμα,
ο νους όμως τη δόξα του γυρεύει.

(«1798 – 1898 Πανηγυρικόν τεύχος επί τη εκατονταετηρίδα από της γεννήσεως του εθνικού ποιητού Διονυσίου Σολωμού», Ζάκυνθος 1902)

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ (1926 – 1990)

Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ

Πώς πέφτουμε στη νύχτα κι από τι πόθους…
Με κοφτερή μοναξιά στολισμένος άρχισα να κοιμάμαι
λευκός ιδρωμένος μέσα στην αγελάδα του ύπνου
κλεισμένος ολούθε απ’ τον όνειρο που κυματίζει στα βάθη
κι ολοένα κερδίζει την ύλη πέρα της.
Ένα ξημέρωμα καθάριζε τα μάτια μου
στους ουρανούς ανοίγαν όλα τα παράθυρα κι ο Διονύσιος
μαυροντυμένος μ’ άσπρα χειρόκτια κρατούσε το σκουληκάκι
στην παλάμη που έμοιαζε με στουπέτσι βαμμένη
πλάι του σ’ ωραία παραλία
έπεφταν οι κολυμβητές να πιάσουν το σταυρό τα Θεοφάνια
και μακριά πως ακούγονταν αθώα τουφέκια
ο βρόντος της αγάπης η χαρά της συμφοράς
μ’ όλα τα άνθη σε γαλάζια δευτερόλεπτα μ’ όλες τις αχτίδες
την αγαπημένη του πεταλούδα στον ιερό γλιτωμό της
και δράκοντες ευωδιάς ανέβαιναν από κίτρινες σκάλες
ως τα κοράσια που δε χάρηκαν τον έρωτα.
Γύρω ήτανε δάσος χιλιοπράσινο
με τα πουλιά σαν αναρίθμητους καρπούς απάνω στα δέντρα
με τα πουλιά σε μεθυσμένη σύναξη για πάντα κ’ ένας σκύλος
αργά πηγαίνοντας ούρησε στο κορμί της κοντινής αμυγδαλιάς
με σηκωμένο πόδι κι ανάμεσα
ο γόος έσφαζε τη φωνή που τινάχτηκε από τρεις λέξεις
οι απαίσιες χιλιετηρίδες.

«Ο υπνόσακος» 1964


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

Για τις γλώσσες μπορεί να πει κανείς αυτό που λέει ο Μακιαβέλλης για όλους τους ανθρώπινους θεσμούς, πως δεν υπάρχει δηλαδή σωτηρία, όταν υπάρχει διαφθορά, παρά μόνο αν ξαναγυρίσουμε στις αρχές. Οι δάσκαλοι της Ελλάδας γυρίζουν πολύ πίσω, αυτό δεν είναι ξαναγύρισμα στις αρχές. Χαίρομαι να παίρνονται για ξεκίνημα τα δημοτικά μας τραγούδια, θά 'θελα όμως, όποιος μεταχειρίζεται τήν κλέφτικη γλώσσα, να τη μεταχειρίζεται στην ουσία της και όχι στη μορφή της, με νιώθεις; Κι όσο για την ποίηση, πρόσεξε καλά, Γιώργη μου, γιατί βέβαια καλό είναι να ρίχνει κανείς τις ρίζες του πάνω σ' αυτά τ' αχνάρια, δεν είναι όμως καλό να σταματά εκεί. Πρέπει να υψώνεται κατακόρυφα. Δεν ξέρω αν φανέρωσα καλά τη σκέψη μου, έτσι βιαστικά που γράφω. Η κλέφτικη ποίησι είναι όμορφη και ενδιαφέρουσα καθώς μ' αυτήν παράστησαν ανεπιτήδευτα ο Κλέφτες τη ζωή τους, τις ιδέες τους και τα αισθήματά τους. Δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον στο δικό μας στόμα. Το έθνος ζητά από μας το θησαυρό της δικής μας διάνοιας, της ατομικής, ντυμένον εθνικά. […]
Προς Γεώργιο Τερτσέτη, 1 Ιουνίου 1833. Από το Διονυσίου Σολωμού, Άπαντα, τ. 3 (Αλληλογραφία), επιμέλεια Λίνου Πολίτη, Ίκαρος 1991, σ. 254.
*
Είναι είκοσι ένα χρόνια που σαν σήμερα η Ελλάδα έσπασε τις αλυσίδες. Η μέρα αυτή του Ευαγγελισμού είναι μέρα για χαρά και για δάκρυα. Χαρά για τα μελλούμενα, δάκρυα για τη σκλαβιά την περασμένη.
Και για το σήμερα τι να πω; Η διαφθορά είναι τόσο γενική, κι έχει ρίζες τόσο βαθιές, που σε κάνει να σαστίζεις. Μόνο όταν τα αίτια της διαφθοράς εξολοθρευτούν πέρα ως πέρα, θα μπορέσουμε νά 'χουμε μια ηθική αναγέννηση. Τότε το μέλλον μας θα είναι μεγάλο, όταν όλα στηριχτούν στην ηθική, όταν θριαμβεύσει η δικαιοσύνη, όταν τα γράμματα καλλιεργηθούν όχι για μάταιη επίδειξη, παρά για το όφελος του λαού, που έχει ανάγκη από παιδεία και από μόρφωση όχι σχολαστική. Τότε θα έχουμε -ή μάλλον θα έχουν τα παιδιά μας- μια ηθική αναγέννηση και το μέλλον θα είναι μεγάλο.
Προς Γεώργιο Τερτσέτη, 25 Μαρτίου 1842. Βλ. ό.π., σ. 370.


Σπύρος Αλ. Καββαδίας

Η ποιητική του Σολωμού

Ο Διονύσιος και ο Δημήτριος Σολωμός ήταν φυσικά τέκνα (figli naturali) του Κόντε Ταμπακέρη Νικολάου Σολωμού και της ποπολάρας Αγγελικής Νίκλη. Γεννήθηκαν και τα δύο στην κακόφημη συνοικία της Αγίας Άννας.
Ο ποιητής μας, Διονύσιος, βαπτίστηκε στις 8 Ιουνίου 1798, με ανάδοχο τον εκλαμπρότατο κύριο Αντώνιο Καπνίση και ήταν μηνών 2. Και στη ληξιαρχική αυτή πράξη της Αγίας Παρασκευής αναφέρεται ως φυσικό παιδί του Κόντε Σολωμού, επειδή ήταν εξώγαμο, διότι η νόμιμη σύζυγός του Μαρνέτα Κάκνη βρισκόταν στη ζωή ως το 1803. Τα εξώγαμα, σύμφωνα με το βενετσιάνικο δίκαιο, που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά ως το 1840, δεν είχαν κληρονομικά αστικά δικαιώματα, αλλά μόνο διατροφής μέχρι την ενηλικίωσή τους. Κατά το γαλλικό δίκαιο, που ίσχυε τότε στην πράξη και στα Ιόνια Νησιά, είχαν τα φυσικά παιδιά τα ίδια δικαιώματα με τα νόμιμα (figli legittimi). Στο βενετσιάνικο νόμο στηρίχθηκε και ο Ιωάννης Λεονταράκης στην πολύκροτη δίκη που κράτησε 5 χρόνια και που τόσο στοίχισε στην ψυχή του ποιητή μας και στη λογοτεχνία μας.
Αν γινόταν δεκτή η αίτηση του ετεροθαλούς αδελφού του, θα βρισκόταν χωρίς την ακίνητη κτηματική τους περιουσία, την οποία τους κληροδότησε με τη διαθήκη του ο Νικόλαος. Αλλά και μια μέρα πριν πεθάνει, στις 27 Φεβρουαρίου 1807, τα κατέστησε νόμιμα με το γάμο του με την Αγγελική.
Όρισε μ’ αυτή τη διαθήκη του και τους επιτρόπους τους. Εδώ πρέπει να υπομνήσουμε ότι ο Νικόλαος Μεσαλάς τους συμπεριφέρθηκε καλύτερα από πατέρας. Προστάτευσε τ’ ακίνητά τους από τον ετεροθαλή αδελφό τους Ροβέρτο και φρόντισε για την ιταλική εκπαίδευσή τους, κατά τη συνήθεια των Ευγενών (αφεντάδων), προσλαμβάνοντας ως οικοδιδάσκαλό τους τον Ιταλό πρόσφυγα (Don Santo Rossi). Ο αδελφός του ποιητή, Δημήτριος, μας πληροφορεί ότι ο Μαρτελάος δεν υπήρξε ποτέ δάσκαλος του Διονυσίου ούτε πριν από την αναχώρησή του για την Ιταλία, ούτε μετά την επιστροφή του. Εξάλλου, η πολιτική τρικυμία, που διήρκεσε από το 1797 έως το 1809, δεν επέτρεψε στον κρυπτόμενο και καταδιωκόμενο Μαρτελάο ν’ ασκήσει τα διδακτικά του καθήκοντα. Ο μόνος Έλληνας δάσκαλος του ποιητή, και μετά την επάνοδό του στη γενέτειρα και για λίγο, όπως μας πληροφορεί η ίδια πηγή, ήταν ο Αναστάσιος Καραβίας. Το 1808, συνοδευόμενος από τον Santo Rossi, πηγαίνει στη Βενετία, για να παρακολουθήσει μαθήματα Λυκείου. Αλλά ο ανυπότακτος χαρακτήρας του Διονυσίου αναγκάζει τον Rossi να τον κλείσει οικότροφο στο Λύκειο της Κρεμόνας, η οποία ήταν η πατρίδα του καθολικού ιερωμένου. Το 1815 γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Παβίας. Δε νομιμοποίησε τις σχέσεις του με τη Θέμιδα, γιατί η ερωμένη του, η λογοτεχνία, τον είχε συνεπάρει.
Διαβάζει, μελετά τους κλασσικούς ιταλούς, Dante Alighieri, Πετράρχη, Torquato Tasso, Φώσκολο, Αλφιέρη και συνδέεται με τους πιο σπουδαίους λογοτέχνες της χώρας αυτή, Monti, Manzoni και άλλους. Μετέχει στις συζητήσεις τους, εκφράζει απόψεις κι αφομοιώνει τις πολιτικές ιδέες της εποχής του. Γνωρίζει τον γαλλικό Διαφωτισμό, τον πολιτικό ευρωπαϊκό ορθολογισμό, και τον ιταλικό Καρμποναρισμό. Του τελευταίου ίχνη επίδρασης βρίσκουμε στο δίστιχο του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»:
«Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά».
Το σύμβολο των Καρμποναρίων ήταν το «Δένδρο της Ελευθερίας», η βάση του οποίου τρεφόταν από τα κόκαλα των μαρτύρων της. Οι ιδέες αυτές, οι αρχές της Γαλλικής Επανάστασης, η «Μασσαλιώτιδα», ο «Θούριος» και τα εμβατήρια του Ρήγα, κυκλοφορούσαν στα Ιόνια Νησιά, κι αποτελούσαν κοινούς τόπους για τους προσολωμικούς και το Σολωμό. Τα νησιά μας γεωγραφικά αποτελούν το τέλος της Ανατολής και την είσοδο στην Ευρώπη. Τι άλλο είναι το λογοτεχνικό έργο του Σολωμού παρά αρμονικό συνταίριασμα της ευρωπαϊκής φιλοσοφικής σκέψης και αισθητικής, με τα λαϊκά ελληνικά μνημεία του λόγου και της μεταφυσικής μας παράδοσης; Την ίδια εποχή στην Ιταλία επικρατεί ο Κλασσικισμός, που στηρίζεται στους Λατίνους. Σιγά – σιγά αναφαίνεται ο Ρομαντισμός. Ο Σολωμός αναζητεί ένα είδος μεικτόν, αλλά νόμιμο, γιατί, όπως έλεγε, του πρώτου έχουμε εκπρόσωπο τον Όμηρο, του δεύτερου το Σαίξπηρ.
Όταν το 1818 επέστρεψε στη Ζάκυνθο άρχισε να γράφει ιταλικά ποιήματα (Rime Improvvisate, αυτοσχέδια δηλαδή) κι ελληνικά τραγουδάκια. Ταυτόχρονα, μελετούσε τη νεοελληνική, μαζεύοντας και ακούοντας δημοτικά τραγούδια και παρατηρώντας το ζακυνθινό ιδίωμα. Λογοτεχνία και φιλολογική, νεοελληνική, φυσική γλώσσα δεν υπήρχε πάνω στην οποία να μπορούσε να στηριχθεί, για να μας χαρίσει τα πλάσματα της σοφίας του και της δημιουργικής του φαντασία. Ο Βηλαράς κι ο Χριστόπουλος ήταν στιχοπλόκοι και γι’ αυτό δεν ικανοποιούσαν τις αυστηρές καλλιτεχνικές απαιτήσεις του. Μόνη διέξοδος στο ποιητικό του καμίνι παρέμεινε η ιταλική γλώσσα με την πλούσια της μελωδική παράδοση.
Για ευτυχία της Ελλάδας, το Μάη του 1822, έφθασε στη Ζάκυνθο ο Μεσολογγίτης (τονίζω ιδιαίτερα τη λέξη) ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης. Οι δύο άνδρες, ύστερα από αίτηση του Σολωμού, συναντήθηκαν και συζήτησαν σχετικά για τη γλώσσα μας και τη φιλολογία. Ο Τρικούπης του είπε ότι οι κορυφές του ιταλικού Παρνασσού έχουν ήδη καταληφθεί από τους Dante, Torquato Tasso, Φώσκολο και άλλους. Η κορυφή του ελληνικού Παρνασσού είναι κενή, τον περιμένει. Στο γράμμα του από το Λονδίνο, γραμμένο στη γαλλική, και σήμερα μεταφρασμένο, γράφει ο Τρικούπης.
«Κατ’ αίτησίν του τότε εξέθεσα τα της γλώσσης μας και της φιλολογίας μας. – Δεν γνωρίζω ελληνικά, - μου λέγει – πώς ημπορώ να γράφω καλά; - Πράγματι, πολύ ατελώς εγνώριζε την ομιλουμένην. – Η γλώσσα, - του απάντησα – την οποία εμάθατε μαζί με το μητρικόν γάλα, είναι η ελληνική. Είναι εύκολον να την επαναφέρετε εις την μνήμην σας, και αν συγκατατίθεστε, θα σας βοηθήσω όσον ημπορώ κατά την εν Ζακύνθω διαμονή μου, η οποία κατά τας τελευταίας μου ειδήσεις, θα παραταθεί, καθ’ όσον ο λόρδος Γυίλφορδ θα βραδύνει να έλθει. Δεν πρόκειτα, - του επρόσθεσα – ούτε περί της φιλολογικής γλώσσης, τόσον κοπιαστικής, ούτε περί της μακαρονικής, τόσον γελοίας, αλλά περί της γλώσσης μας της μητρικής και ζωντανής-.»
Μακαρονική, ιδιωματική με πολλές ξένες λέξεις και προσμίξεις είναι των σατιρικών, που σκάρωναν τον Ροΐδη («Πρωτοχρονιά», «Βίζιτα» ή «Ιατροσυμβούλιο», οι ζακυνθινές «Ομιλίες» στα ελληνοβενετσιάνικά τους), ενώ φιλολογική είναι αυτή του Δούκα, της Αθηναϊκής Ρομαντικής Σχολής και των επιγραμμάτων των Προπυλαίων του Πανεπιστημίου και της Ριζαρείου Σχολής.
Σημειώνω ότι εδώ στα Επτάνησα η δημοτική, και με αρκετούς ιδιωματισμούς, ήταν η γραφόμενη από το 1540 με τον Νικόλαο Σοφιανό. Έτσι, ο ποιητής δεν μολύνθηκε ποτέ από «τη σχολαστική παράδοσι της γραπτής γλώσσας. Ξένος ήταν (γι’ αυτήν) και ξένος έπρεπε να μείνει πάντοτε».
Η αγνή ποιητική του διάθεση, αφιλίωτη πάντα με τη σχολαστικότητα, ασπάστηκε «την άλλη πάγκοινη παράδοσι της ομιλουμένης, εις την οποίαν έρρεεν ακόμη μια καθαρή φλέβα Ελληνισμού». «Με την αυτομόρφωτη αυτή γλώσσα εσυγγένευε ο ποιητικός νους του Σολωμού, και αυτό άρχισε να τη μελετήσει, άμα επέστρεψε εις την πατρίδα του, ώστε εις ολίγο διάστημα καιρού επήρε το πνεύμα της, από το στόμα του λαού, και από τα εθνικά τραγούδια, τα οποία ήδη εφρόντιζε να συνάξει από τα διάφορα μέρη της Ελλάδας». Πράγματι, οι αδελφοί Ιακωβάτοι από την Κεφαλονιά υπήρξαν συλλογείς δημοτικών τραγουδιών για το Σολωμό. Στη σελίδα 132 των Απάντων ο ποιητής αντέγραψε ή κατέγραψε τρία ερωτικά δίστιχα, στίχους από το τραγούδι του «Νεκρού Αδελφού», και στίχους από το ακριτικό τραγούδι του «Σκλάβου στο Καράβι». Αποθησαυρίζει λέξεις από τον Βηλαρά («αεροσείστρα»: Άπαντα, σ. 40), από το προφορικό ελληνικό λόγο («χερούλι», «νωπό», «ζωντανοχήρα»: Άπαντα, σ.26), και τρόπους από τη λαϊκή γλώσσα (modi di dire popolari: π.χ. «ετοιμοθάνατο», «χρυσοπηγή», «έτρεξε η θάλασα», «ελευτεριά ή θάνατος», «χρυσοπράσινα»: Άπαντα, 4.474). Διάβαζε και σημείωνε τον Φωριέλ. Όπου κι αν πάει, όπου κι αν βρεθεί, ακούει με προσοχή το ελληνικό δημοτικό τραγούδι. Στη Ζάκυνθο τον Νικόλαο Κοκοθρή με το γνωστό δίστιχο που διάσωσε ο Πολυλάς:
«Ο Άγιος τάφος του Χριστού, εκείνος δεν εκάη
εκεί που βγαίνει τ’ Άγιο Φως, άλλη φωτιά δεν πάει».
Στην Κέρκυρα ακόμη διηγούνται οι ογδοντάρηδες, ότι οι παππούδες τους θυμόνταν «τον Σολωμό και τον Μάντζαρον κατά τον περίπατόν τους» στο Κανόνι, να σταματούν στα αργαστήρια της Στραγιας για να ακούσουν τους ψαράδες και τους κηπουρούς, που τραγουδούσαν μετά την παύση της εργασίας τους. Μ’ αυτό τον τρόπο απολάμβανε και μάθαινε τον ρυθμό, τη μελωδία του εθνικού μας στίχου, ο οποίος διατηρεί πάρα πολλά στοιχεία από την αρχαία προσωδία του ομηρικού δακτυλικού εξάμετρου.
Σοφός ήταν ο στοχασμός του (κατά τον Νικόλαο Τωμμαζέο) να αφήσει τα ιταλικά μέτρα (1833) και τη ρίμα (1844) και ν’ αγκαλιασθεί με το στίχο του έθνους, που ταιριάζει τους παλαιούς ρυθμούς με τους νέους, ν’ αγκαλιασθεί μ’ αυτόν σε πάλη κοπιαστική και καρποφόρα. Το αίσθημα του ρυθμού είναι σ’ αυτόν ένα χάρισμα φυσικό, αναθρεμμένο από λεπτές παρατηρήσεις και από μελέτες επίπονες. Ήταν απίστευτοι οι κόποι και οι εργασίες του ποιητή στους ρυθμούς. Ο στίχος του κατέβαινε αυθόρμητος και όχι ζητημένος. Ύψωσε τον νεοελληνικό στίχο στο ύψος του αρχαίου. Η φιλία με τον Μάντζαρο υπήρξε γόνιμη. Ο Δε Βιάζης κάνει μια σπουδαία και σωστή παρατήρηση, την οποία όλοι οι σολωμιστές αποδέχονται: κανένας δεν αποτόλμησε να ερμηνεύσει και να ανεύρει τα αίτια της υπεροχής των ελληνικών ποιήσεων του Σολωμού συγκριτικά με τα ιταλικά του. Το αναμενόμενο ήταν τα ιταλικά του έργα να είναι ανώτερα από μελωδική και εκφραστική άποψη, επειδή η ιταλική γλώσσα είναι πιο μουσική και πιο καλλιεργημένη λογοτεχνικά και το σπουδαιότερο, ο ποιητής γνώριζε πολύ καλά, καλύτερα από την φτωχή κι ακαλλιέργητη ελληνική που, στον προφορικό λόγο, έγεμε από ιταλικές λέξεις.
Του ήταν τόσο οικεία η ιταλική, ώστε σ’ αυτή σχεδίαζε την υπόθεση (αρχή, μέση και τέλος) και κομμάτια, επεισόδια έργων του, ενότητες άρτια οργανωμένες. Τα τελευταία του έργα (1850 – 1857) σχεδίαζε στην ιταλική, χωρίς να προφτάσει να τα μεταφέρει ποιητικά στην ελληνική. Π.χ.: «Το ελληνικό καράβι», «Η Σαπφώ», «Η Ελληνίδα μητέρα», «Η γυναίκα με το βέλο», «Το αηδόνι και το γεράκι», «Στον Ορφέα», και το «Επίγραμμα στην Αλίκη Ουάρδ». Αντίθετα σώζονται στην ιταλική πεζά σχεδιαγράμματα έργων του, τα οποία κατόρθωσε – εν όλω ή εν μέρει – να τα μετασχηματίσει σε θαυμάσιο και μοναδικό ποιητικό λόγο, αξεπέραστο ως σήμερα. Τέτοια είναι π.χ.: «Ο Πόρφρυρας», «Η Ιταλία» (1848), και «Εις το θάνατο της Αιμιλίας Ροδόσταμο».
Η θεματική του αναφέρεται στην Ελευθερία, τον Έρωτα, την Πατρίδα, τη Θρησκεία στην πάλη της ηθικής με την κτηνώδη δύναμη στην αγάπη του στη ζωή και τη φύση, και στην υπεράσπιση της γυναίκας (π.χ. «Η Φαρμακωμένη», έτσι την έλεγε).
Η μεταφορά των σκέψεών του από τα ιταλικά πεζά σε νεοελληνικό πανελλήνιο ποιητικό λόγο γινόταν ύστερα από πολλές παραλλαγές, δοκιμές, προσπάθειές του.
Ενδιάμεσος δρόμος το ζακυνθινό ιδίωμα. Δηλαδή δεν σταματούσε εκεί, αλλά αγωνιζόταν ώσπου να δώσει στο στίχο πανελλήνια μορφή, στιβαρότητα, λιτότητα, πυκνότητα και μελωδικό βάδισμα στον δεκαπεντασύλλαβο. Τελείωνε το στίχο ή τις ενότητες, όταν οι λέξεις ήταν αμετάθετες, αναντικατάστατες, κυριολεκτικές, χωρίς προθέσεις ή αφαιρέσεις, χωρίς παραγεμίσματα, αλλά αψεγάδιαστο, τέλειο σαν τις δωρικές κολόνες, αργοκίνητο ή γοργοκίνητο, χωρίς χασμωδίες, με αφαιρέσεις φωνηέντων και εκθλίψεις, με εξοβελισμό των ιδιωματισμών και με προσπάθεια τονισμού της όγδοης συλλαβής του στίχου, η οποία ανήκε, συνήθως, σε οξύτονη λέξη. Τίποτε το περιττό ούτε στο σολωμικό στίχο ούτε στον δεκαπεντασύλλαβο του εθνικού τραγουδιού, όλα, μα και το μικρό λεξίδιο λειτουργούν αρμονικά, χάρη στο ρυθμικό τόνο και το ευφωνικό –ν-, που διασώζει τη μελωδία. Δεν αντιγράφει ο ποιητής τον πολιτικό στίχο με την παράθεση – επεξήγηση – που επιτελεί το β’ ημιστίχιο, ούτε το λεγόμενο τσάκισμα και το διασκελισμό ή τα άστοχα ερωτήματα. Το 1844 εγκαταλείπει και το κουδούνισμα της ξενόφερτης ομοιοκαταληξίας, για να κερδίσει σε ανδρικό βάδισμα ο ρυθμός και η εσωτερική αρμονία (συνακολουθεί και η μεγαλοπρέπεια των θεμάτων). Από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» (Β΄ Σχεδίασμα») αρχίζει να θέτει ρυθμικούς τόνους στο στίχο, που συμπίπτουν με τους γραμματικούς, φαινόμενο που παρατηρείται στο βυζαντινό ρυθμοτονικό μέτρο. Αν ο στίχος είναι δεκαπεντασύλλαβος με ένα πλήρες νόημα, η δεσπόζουσα λέξη μπαίνει, συνήθως, στην όγδοη συλλαβή, κι αν έχει δύο ρήγματα στην όγδοη και στη δωδέκατη. Πολλές παραλλαγές του ίδιου στίχου οφείλονται και σε μελωδικούς λόγους, π.χ.:
Α΄ Φάση: «Ένας ηχός γλυκύτατος όπου με προβοδούσε»
Β΄ Βάση : «Ένας γλυκύτατος ηχός όπου με προβοδούσε»
Στη δεύτερη παραλλαγή η λέξη «ηχός» είναι η δεσπόζουσα και μεταφέρεται η οξύτονη λήγουσά της στην όγδοη συλλαβή.
Η μελέτη του δημοτικού τραγουδιού βοήθησε τον ποιητή να κατανοήσει τη νεοελληνική σύνταξη και να εξοβελίσει τους ιδιωματισμούς, π.χ.:
Α΄ Φάση: «κ’ η αναγελάστρα σάλπιγγα μεσουρανής πετιέται».
Β΄ Φάση: «κ’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανής πετιέται».
Βλ. το δίστιχο: «Κόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι»
Α΄ Φάση: «στο περιβόλι της ψυχής το μοσχοαναστημένο»
Β΄ Φάση: «στο περιβόλι της ψυχής το μοσχοαναθρεμένο»
Η λέξη «μοσχοαναθρεμένο» είναι λέξη του δημοτικού τραγουδιού.
Ο ποιητής, υψωμένος κατακόρυφα στο εθνικό μας τραγούδι, κατακυριεύει τη γλώσσα του και τρυγάει τις λέξεις του, π.χ.:
«πάρε μια φούχτ’ από τη γη την ποθητή σου κ’ έβγα».
Η λέξη «ποθητή» είναι λέξη του δημοτικού τραγουδιού και σημαίνει: «την ερωμένη». Αμέσως ανακαλεί και στη μνήμη μας μια φράση του «Επιταφίου του Περικλέους» (Θουκιδίδη, 2,4,1): «εραστάς γιγνόμενους αυτής (της πόλεως)».
Άλλοτε τριχοτομεί τον στίχο και με τον ήχον αισθητοποιεί το νόημα. Βλ. το «Β’ Σχεδίασμα», των «Ελεύθερων Πολιορκημένων»:
«Τέλος μακρειά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο».
Η πληθώρα των υγρών, -λ-, -ρ-, και του δυνατού φωνηέντος –α-, φέρνουν στ’ αυτιά μας το απειλητικό σάλπισμα του Αράπη.
Βλ. το «Β΄ Σχεδίασμα» των Ελεύθερων Πολιορκημένων:
«λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κ’ η μάνα το ζηλεύει».
Τα δύο πρώτα τετρασύλλαβα με την εσωτερική ομοιοκαταληξία, το ασύνδετο σχήμα, τα υγρά –λ-, -ρ-, δημιουργούν χείμαρρο χαράς, που αισθητοποιείται με χορό. Το β΄ ημιστίχιο, εκφραστικό εσωτερικού αηδιαστικού συναισθήματος, διαλύει τη μελωδία, επειδή αντιστρέφει τους νόμους της μητρικής στοργής και φέρνει νικητή το ένστικτο της επιβίωσης. Μπορεί να παίρνει τους συμβολισμούς της ομορφίας («ήλιος», «σελήνη», «άστρο τσ’ αυγής», «άστρο της ημέρας», «κυπαρίσσι»), μπορεί να χρησιμοποιεί φράσεις του δημοτικού τραγουδιού («σέρνει λαλιά») ή κι ολόκληρους στίχους.
«βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη»,
«κ’ είχε τον ήλιον πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη»,
αλλά προσπαθεί ν’ απαλλαγεί κι απ’ αυτές τις επιδράσεις.
Για το πλήθος των εχθρών που πολιορκούν το Μεσολλόγγι έχουμε τις εξής παραλλαγές που δείχνουν τον αγώνα του ποιητή για προσωπική έκφραση (οι δύο πρώτες είναι από το «Β΄ Σχεδίασμα» και η τελευταία από το «Γ΄ Σχεδίασμα» των «Ελεύθερων Πολιορκημένων»):
«τόσ’ άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας»,
«κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί, τόσ’ αρώματα σε κλειούνε»
«κι όσ’ άνθια θρέφει και καρπούς, τόσ’ άρματα σε κλειούνε».
Στους στίχους αυτούς διακρίνονται φράσεις και ίχνη του δημοτικού τραγουδιού, ενώ ο παρακάτω από το «Γ΄ Σχεδίασμα» των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» είναι εντελώς ανεξάρτητος:
«όσες μακριά παίρνουν μορφές οι στρούνοι στον αέρα».
Πολλοί στίχοι του ποιητή έλκουν μακρινή την καταγωγή τους από παροιμίες, π.χ.:
«έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη»,
«ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε».
Η παροιμία λέγει:
«Ο Μάρτης έβρεχε και ο θεριστής εχόρευε».
Ο δεύτερος στίχος είναι ο προοιμιακός του «Β΄ Σχεδιάσματος (απ. 2)», και με την παραγωγική μέθοδο, μεσ’ από τον οργασμό της φύσης, θα καταλήξει στον φόβο της ψυχής:
«τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της».
Και τα αινίγματα δεν ήταν άγνωστα στον ποιητή.
Στίχοι ολόκληροι έχουν τη μορφή και την υπαινικτικότητα του γλωσσικού αυτού λαϊκού μνημείου,
π.χ.:’ «σ’ αυτόν τον κόσμο χύνεται και σ’ άλλους κόσμους φθάνει»
(ο διάττων αστέρας),
«ολίγο φως και μακρυνό σε μέγα σκότος κι έρμο»
(ο ναυτικός φάρος),
«φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και τον Χάρο»
(το φως της Ανάστασης).
Από το «Γ’ Σχεδίασμα» των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» και ύστερα υποχωρούν οι λαϊκοί συμβολισμοί, ο ρυθμός γίνεται πιο αρρενωπός, ο στίχος πιο λακωνικός, πυκνός, στιβαρός, κυριολεκτικός, απέριττος και ουσιώδης. Αρκεί ένας στίχος για να δείξει την ποιότητα του σχεδιασμένου, αλλ’ ατελείωτου ποιήματος, να υποδηλώσει το μεγάλο ποιητή, τον πατριάρχη της λογοτεχνίας μας π.χ.:
«μακρύς ο λάκκος π’ άνοιξε και κλει τον γίγαντά μου»
(από την «Ελληνίδα μητέρα»).
Μεγαλοπρεπές περπάτημα σύμφωνο με το επικό, υψηλό νόημα, μορφή και περιεχόμενο ελληνικό, παιάνας κι όχι έλεγος.
Απ΄ όσα πορίσματα από αδημοσίευτη μελέτη μου εξέθεσα, νομίζω ότι η υπεροχή των ελληνικών ποιημάτων του ποιητή, οφείλεται στην αφομοίωση των μνημείων του λαϊκού λόγου από μέρους του, τα οποία με την παράδοση των 3.000 ετών έχουν αποβάλει κάθε περιττό από τον στίχο και το τραγούδι, και παρουσιάζονται, στίχος και τραγούδι, σαν γυμνασμένοι έφηβοι κλασικών αγαλμάτων.
Στην καθαρή ποίηση του Ζακύνθιου βάρδου περικλείεται όλη η ουσία του λαϊκού έμμετρου λόγου και η μελωδία του.Δίκαια, επομένως, υπακούοντες στην προτροπή του Ελύτη, «μνημονεύουμε το Διονύσιο Σολωμό» για την πολύχρωμη υψηλή ποίησή του και την εθνική πανελλήνια γλώσσα του, προσφορά ανεκτίμητη, δωρεά «εις αιεί», ποίηση και γλώσσα περιχυμένες από τη μεγάλη ποιητική του ελληνική, που κατόρθωσε, χιλιάδες τόμους ιστορίας, να τους κλείσει σε θεϊκό παρακλητικό στίχο:
«Μητέρα μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα»,
στίχος που εκφράζει την ουσία του Ελληνισμού.


Γ[ΕΩΡΓΙΟΣ] Τ[ΕΡΤΣΕΤΗΣ]

Ο Κόμης Διονύσιος Σολωμός
Περιοδικό Spectateur d’ Orient (Athenes) τ.χ. 85 (25 Φεβρουαρίου 1857), σ.σ. 61-65

Η μεγάλη ελληνική πατρίδα κηδεύει σήμερα ένα από τα πιο δοξασμένα παιδιά της, τον κόμητα Διονύσιο Σολωμό, τον ποιητή της ξαναγεννημένης Ελλάδας από τη στάχτη και τα ιερά κόκαλα των προγόνων, για να μας δώσει την επιβλητική εικόνα, με την οποία ο ποιητής αρχίζει τον υπέροχο Ύμνο του στην ελληνική λευτεριά:
«Από τα κόκαλα βγαλμένη…».
Ο Σολωμός πέθανε στην Κέρκυρα στις 9/21 του Φλεβάρη. Ο θάνατός του γέμισε από βαθιά θλίψη όλο το ελληνικό έθνος, μια λύπη ανακατωμένη από ενθουσιασμό και έρωτα όπως δεν την είχε νιώσει μεγαλύτερη από τη μέρα που πέθανε στην αγκαλιά του στο Μεσολόγγι ο ποιητής του Τσάιλδ Χάρολδ, του Γκιαούρ και του Κορσάρου. Μένει αξέχαστη η μαύρη ημέρα, που η θλιβερή φράση ο μεγάλος άνδρας πέθανε, διατρέχοντας τα διάτρυτα χαρακώματα της ηρωικής πόλης σπάραζε την καρδιά των ηρώων, που κανένας κίνδυνος, καμιά δοκιμασία δεν τους τάραξε ποτές. Αναθυμήθηκαν τις μέρες των μεγάλων συμφορών και των ευγενικών πόνων κι έχυσαν άφθονα δάκρυα πάνω στον ποιητή και πάνω στους μάρτυρες που τραγούδησε.

Στην είδηση του θανάτου του Σολωμού η Ιονική Βουλή σταμάτησε τη συνεδρίασή της. Διατάχτηκε επίσης το κλείσιμο του Θεάτρου. Η κηδεία έγινε την επαύριο, 10/22 του Φλεβάρη. Η νεκρώσιμη ακολουθία προχώρησε με τη μουσική μπροστά, ως τη στερνή κατοικία ανάμεσα σε δύο πυκνές κι αδιαπέραστες σειρές του λαού. Οι Αρχές αποδώσαν στον ένδοξο νεκρό τιμές εξαιρετικές. Πέντε λόγοι εκφωνήθηκαν στην εκκλησιά και ένας στον τάφο. Στην Ελλάδα και σ’ όλους τους Έλληνες της Τουρκίας ο θάνατος του κόμητος Σολωμού είχε την ίδια απήχηση που είχε και στα Εφτάνησα, γιατί οι χαρές και οι λύπες είναι κοινές ανάμεσα στους Έλληνες, πολιτικά χωρισμένους, μα σφιχτά ενωμένους στην καρδιά και το πνεύμα. Η ελληνική κυβέρνηση, συμμεριζόμενη το εθνικό πένθος, έδωσε εντολή στον έλληνα Πρόξενο της Κέρκυρας να διαβιβάσει στους συγγενείς του νεκρού τα βαθιά συλλυπητήρια της Ελλάδας.

Ο κόμης Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, στα 1798 από σπίτι ξεχωριστό και πλούσιο. Κατά τη συνήθεια της αριστοκρατικής νεολαίας στα χρόνια αυτά, ο Σολωμός σπούδασε στην Ιταλία, στο Πανεπιστήμιο της Παβίας. Ακολούθησε τα νομικά, μα επιδόθηκε με θέρμη στη σπουδή της κλασσικής ελληνικής φιλολογίας και της ιταλικής λογοτεχνίας. Η ελληνική λογοτεχνία, αυτό το αμίμητο αλλά και υπέροχο πρότυπο λογοτεχνικής αγωγής όλων των πολιτισμένων λαών, τράβηξε το ενδιαφέρον του ξεχωριστά, από τα πρώτα νεανικά του χρόνια. Απ’ αυτά τα χρόνια καλλιεργούσε μ’ έρωτα την ποίηση. Μερικά από τα πρώτα του λυρικά συνθέματα φανερώνουν κιόλας σ’ αυτά τα νεανικά δοκίμια, γεννήματα μιας γόνιμης φαντασίας και μια παθαιμένης καρδιάς, εάν ένα μεγάλο περιστατικό, το πιο γόνιμο για το μέλλον απ’ όλα τα γεγονότα του θαυμαστού αυτού αιώνα, δεν ερχόταν να ανάψει ξαφνικά τον πυρσό της αληθινή μεγαλοφυΐας, του ποιητή.
Μόλις ο κόμης Σολωμός γύρισε από την Ιταλία στο νησί της γενετής του, ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Η περασμένη γενιά θυμάται ακόμα τον τεράστιο αντίχτυπο που είχε τότε στην Ευρώπη αυτό το καταπλητικό γεγονός και τον παράφορο ενθουσιασμό που είχε πιάσει τότε όλες τις ψυχές, ακόμα και τις πιο βαριές και τις πιο ψυχρές. Στα 1823, μέσα στο γενικό αυτό ξάναμμα, ο Σολωμός έγραψε τον Ύμνο του στην Ελευθερία, που έγινε δημοτικό τραγούδια, το κατ’ εξοχήν εθνικό άσμα των νέων Ελλήνων, που αρέσουν πάντοτε να τραγουδούν τις εθνικές τους δόξες, όπως στα χρόνια του Ομήρου. Ποτές, ύστερ’ από τον Τυρταίο, οι αντίλαλοι των αρχαίων βουνών της Ελλάδας δεν ξαναείπαν παρόμοια τραγούδια.

Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν είν’ ένα μακρό ποίημα από 158 στροφές τετράστιχες. Ο ποιητής με δύναμη προσωποποιεί την ελληνική λευτεριά ν’ ανασταίνεται και την παριστάνει να πηγαίνει στην Τριπολιτσά, την Κόρινθο, το Μεσολόγγι, εμψυχώνοντας τους Έλληνες και περιγράφοντας τ’ ανδραγαθήματά τους.
Αυτό το τραγούδι μεταφράστηκε σ’ όλες τις γλώσσες της Ευρώπης, όπου θεωρήθηκε σαν ένα από τα πιο όμορφα λυρικά συνθέματα που έχουν ποτέ γραφτεί. Αυτό το ποίημα είναι το αριστούργημα του Σολωμού. Όπως κάθε αληθινό εθνικό τραγούδι, αυτή η ωδή φαίνεται μάλλον έργο ενός λαού παρά έργο ενός ανθρώπου. Το μεγαλείο κι η απλότητα των εικόνων και του ύφους και το ύφος των στοχασμών και των αισθημάτων είναι τα λαμπρά χαρακτηριστικά αυτού του Ύμνου, που μελοποιημένος τραγουδιέται από το λαό, όπως άλλοτε τραγουδούσαν την Ιλιάδα στα ίδια χώματα.

Όπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές ο κόμης Σολωμός εχώριζε για την ιδιομορφία του. Ήταν μελαγχολικός και ζούσε πολύ αποτραβηγμένος. Όχι μόνο δεν ήταν ματαιόδοξος για το ταλέντο του, μα τον στενοχωρούσε πολύ ο θόρυβος που έκαναν τα τραγούδια του. Επίσης, πράγμα παράξενο κι ανεξήγητο για κάθε άλλον, εχτός για ένα ποιητή, οι λαμπρές επιτυχίες που είχε, τον έκαναν να πάρει την απόφαση να μη δημοσιεύσει τίποτα ενόσω ζούσε, απόφαση που δυστυχώς πολύ σπάνια παραβίασε, παρ’ όλα τα παρακάλια των φίλων του.
Εξ αιτίας αυτού του θλιβερού καπρίτσιου του δεν έχουμε ακόμα παρά μόνο ένα μικρό αριθμό ποιημάτων του Σολωμού.
Τα χειρόγραφά του δεν θ’ αργήσουν να τυπωθούν και τότε θα μπορέσουμε να εκτιμήσουμε τον ποιητή σ’ όλες τις πλευρές της σπάνιας μεγαλοφυΐας του.
Στον αριθμό τον ποιημάτων, που δημοσιεύτηκαν στα ζώντα του, θαυμάζουν προπάντων το απόσπασμα ενός ποιήματος με τον τίτλο Ο Λάμπρος. Ο Λάμπρος φαίνεται να είναι ένα ρομαντικό ποίημα στο είδος των ρομαντικών ποιημάτων του λόρδου Μπάιρον. Η λαίδη Δούγκλας, η γυναίκα του Λόρδου Αρμοστή της Επτανήσου, έπεσε στα γόνατα του ποιητή, κι έτσι άφησε να δημοσιευθεί μια από τις σπουδαιότερες σκηνές του Λάμπρου, η πιο καλύτερη ίσως. Θα ‘φτανε αυτό και μόνο το κομμάτι για να εξασφαλίσει στον ποιητή την αθανασία.

Ο Διονύσιος Σολωμός έγραψε ένα μεγάλο αριθμό τραγουδιών, που είναι όλα δημοτικά και ξεχωρίζουν για τη χάρη του ύφους κι έχουν μια αρμονία εξαίρετη. Το πιο λαϊκό από όλα τα ποιητικά λουλούδια είναι εμπνευσμένο στον ποιητή από μια καταστροφή μιας οικογένειας, που έγινε μπροστά στα μάτια του. Ο σιωπηλός ποιητής αγαπούσε με μια πατρική αφοσίωση μια νέα κόρη, όμορφη και παθαιμένη για την ποίηση και τη μουσική. Την άκουγε με χαρά να του απαγγέλνει ή να του τραγουδά τους στίχους του. Αγαπημένη και προδομένη από ένα ιταλό ζωγράφο, η νέα κόρη φαρμακώθηκε. Τότε, για ν’ αποκαταστήσει την τιμή της δύστυχης κόρης ο Σολωμός σύνθεσε το θαυμάσιο μοιρολόι του, που τραγουδιέται σ’ ένα τόνο μελαγχολικό και διαπεραστικό.
Συχνά το βράδυ στην Κέρκυρα ο ελαφρός ήχος της θάλασσας έρχεται και μου φέρνει αυτό το τραγούδι, που μου φαίνεται σαν φωνή ενός άλλου κόσμου, σαν το παράπονο της γλυκιάς κι αθώας παρθένας που καθυβρίσθηκε. Οι πρώτοι στίχοι του αντηχούν ακόμα στ’ αυτιά μου:

Τα τραγούδια μου τα 'λεγες όλα,
τούτο μόνο δεν θέλει το πεις,
τούτο μόνο δεν θέλει τ’ ακούσεις,
αχ, την πλάκα του τάφου κρατείς.

Αυτός ο τελευταίος στίχος ταιριάζει σήμερα στον ποιητή. Η ουράνια λύρα του έπεσε από τα παγωμένα χέρια του και η κρύα πέτρα του τάφου τον σκεπάζει.
Είθε τα δάκρυα ενός έθνους, που ύστερ, από τον Όμηρο έκλαψε τόσους εθνικούς ποιητές του, τους μεγαλύτερους του κόσμου, να είναι ο χρεωστούμενος στη μεγαλοφυΐα του φόρος τιμής.


Κείμενα του Αρχιεπισκόπου και του Επαρχείου Ζακύνθου

1
Αρχιεπισκοπείον Ζακύνθου

Τη 14η Φεβρουαρίου 1857 Ε.Π.

Εκλαμπρότατε Έπαρχε,
Επειδή η Πατρίς, αποβιώσαντος του Εξόχου Υμνωδού της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Κόμητος Κυρίου Σολωμού, υστερήθη ανδρός τιμώντος αυτήν, η Εμή ταπεινότης συναισθανομένη το προς τον πολύτιμον άνδρα τούτον ευγνωμοσύνης καθήκον, ίνα απονέμη ως Πνευματικός Πατήρ του Χριστεπώνυμου τούτου λαού της Επαρχίας ταύτης το προσανήκον τω Ορθοδόξω Αυτής τέκνω μνημόσυνον υπέρ της μακαρίας αυτού ψυχής μετά του Ιερού Κλήρου, συμμεριζόμενου και αυτού τον προς τον αείμνηστον Κόμητα Διονύσιον οφειλόμενον σεβασμόν, ως το του Ζακυνθίου όνομα εν τη Ελλάδι της Ιστορίας έκλαμπρον αφήσαντος, δια ταύτα προσκαλεί την Υμετέραν Εκλαμπρότητα, ως Αρχηγόν της ενταύθα Τοπικής Κυβερνήσεως, ευελπιζομένη ότι θέλετε ευαρεστηθή μετά των λοιπών Αρχών του Τόπου να παρευρεθή εν τη Ιερά ταύτη Μητροπόλει κατά το προσεχές Σάββατο περί τας 10 ½ ώρας π.μ., ένθα, ως είρηται, θέλει τελεσθή, εν πάση τη ανηκούση τάξει, Μνημόσυνον, και εν τω τέλει Επιτάφιος λόγος υπέρ του εν μακαρία τη λήξει Διονυσίου.
Κρίνω προσέτι καθήκον μου να παρακαλέσω την Υμετέραν Εκλαμπρότητα, όπως κατ’ αυτήν την ιδίαν ημέραν ο τόπος όλος δείξη δείγματα σεβασμού και πένθους υπέρ του ενδόξου συμπολίτου αυτού, ει δυνατόν, ευαρεστηθέντες διατάξητε να παυθώσιν αι δημόσιαι εργασίαι και κλεισθώσιν όλα τα οινοπωλεία και εργαστήρια. Εν τοσούτω, Εκλαμπρότατε Έπαρχε, δεχθήτε τον προσανήκοντα σεβασμό, μεθ’ ου διαμένω
της Υμετέρας Εκλαμπρότητος
Προς Κύριον ένθερμος ευχέτης,
Νικόλαος
Μητροπολίτης Ζακύνθου

Προς τον Εκλαμπρότατον
Κόμητα Κύριον Κύριον
Δόκτορα Φ. Μερκάτην,
Έπαρχον Ζακύνθου
Κτλ, κτλ, κτλ.
Χ.Ι. Ρουσιλάτος
Ιερογραμματεύς

2
Επαρχείον Ζακύνθου

Τη 26 Φεβρουαρίου 1857

Πανιερώτατε Δέσποτα!
Απαντών ετοίμως εις τη σημερινήν Υμετέραν επιστολή λαμβάνω την τιμή να αναγγείλω Υμίν ότι την 10 ½ π.μ. του προσεχούς Σαββάτου 16/28 φθίνοντος θέλω ασμένως παρευρεθεί μεθ’ όλων των Αρχών εν τω Ναώ της Μητροπόλεως εις το μνημόσυνον υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του εξόχου και αειμνήστου ποιητού Κόμητος Διονυσίου Σολωμού, το οποίον λίαν αξιεπαίνως απεφάσισας.
Επειδή δε εις το κλεινόν όνομα του ενδόξου ποιητού εγκαυχάται η πατρίς ημών, διέταξα, σύμφωνα με την Υμετέραν επιθυμίαν, να μείνωσι κατά την ρηθείσαν ημέραν κεκλεισμένα όλα τα εργαστήρια ανεξαιρέτως, προς δε το θέατρον, και έλαβον τα κατάλληλα μέτρα, ίνα απαγορευθεί το φέρειν προσωπίδας, όπως το πένθος αποβή γενικότερον εις τον τόπον. Εντούτοις, επικαλούμενος τας πατρικάς Υμών ευχάς, υποφαίνομαι.
Της Υμετέρας Πανιερότητος
Προθυμότατος δούλος,
Φ. Μερκάτης,
Έπαρχος

Προς τον Πανιερώτατον
Νικόλαον
Μητροπολίτην,
κτλ, κτλ, κτλ Ζακύνθου


3
Αρχιεπισκοπείον Ζακύνθου

Τη 23 Φεβρουαρίου 1857 Ε.Π.

Εντιμότατε Κύριε Ιππότα,
Εκ βάθους ψυχής λυπηθείς και συναισθανθείς την στέρησιν του επροσφιλεστάτου τέκνου της ημών Πατρίδος και υιού κατά πνεύμα της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, του διασήμου Ποιητού Κόμητος Διονυσίου Σολωμού, του τιμήσαντος το ελληνικόν όνομα και πάσαν την ελληνικήν φυλήν, αυθορμήτως και κατά πρωτοβουλίαν διέταξα δημόσιον μνημόσυνον εν τη Μητροπόλει, ίνα ψαλή υπό παντός του Κλήρου κατά το παρελθόν Σάββατον των Τυρινών, όπερ έπραξε κατά τας εμάς εμπνεύσεις και τον σεβασμόν, ον έτρεφον εις τον αοίδιμον και μεγαλυφέστατον άνδρα. Προσηκόντως δε εκτιμώσα τον άνδρα η Εκκλησία ώφειλε ίνα δώση και δείγμα τρανόν και επίσημον περί τούτου. Όθεν απεφάσισε να αναπέμψη μετά πάσης πομπής και αξιοπρεπείας της εαυτής ευχάς υπέρ της μακαρίας ψυχής του κλεινού αυτής τέκνου.
Διο έκρινα έυλογον να γράψω εις τον Εκλαμπρότατον Έπαρχον, ίνα ευαρεστηθή να διατάξει, ως και διέταξε, καθ’ όσον αφορά το μέρος το πολιτικόν, την παύσιν των εργασιών των δημοσίων καταστημάτων, την κλείσιν των λεσχών και των εργοστασίων και το γενικόν της πατρίδος πένθος, καθά γίνεται δηλόν εκ των επισυνημμένων.
Κατά την μνημονευθείσαν λοιπόν ημέραν, παρούσης της Σεβαστής Κυβερνήσεως και πασών των Αρχών, των Ευγενών, των Λογίων και παντός του Λαού, εξετέλεσεν η Εμή ταπεινότης μετέ την Θείαν Λειτουργίαν, ήτις εκτελέσθη παρά του Εφημερίου της Μητροπόλεως και του Αρχιδιακόνου, παρηκολουθημένη υπό παντός του Ιερού Κλήρου, μνημόσυνον πάνδημον υπέρ του Μακαρίου Κόμητος Διονυσίου και ανέπεμψε τω Υψίστω τας ευχάς Αυτής και παρακλήσεις υπέρ αυτού εν μέσω των κατανυκτικών δεήσεων του Λαού.
Τούτων τελεσθέντων, ο ιεροδιδάσκαλος Κ. Στρατούλης, ο και Διευθυντής του Δευτερευόντος Σχολείου της νήσου, διαταχθείς υπό της Εμής ταπεινότητος, εξεφώνησε λόγον επιτάφιον, λίαν συγκινητικόν και καταλληλότατον προς το δίκαιον εγκώμιον του αποβιώσαντος ημών Ορθοδόξου τέκνου. Ο λόγος ούτος εθεώρησε τον κλεινόν υιόν της πατρίδος ως αγαθόν πολίτην και ενάρετον Χριστιανόν, αφ’ ενός, και ως ένδοξον και μεγαλοφυέστατον Ποιητήν αφ’ ετέρου.
Εν τούτοις, την Υμετέραν Εντιμότητα παρακαλών, ίνα ευαραστηθή να διακοινώση ταύτα τη Εκλαμπροτάτη Γερουσία, όπως Αύτη διατάξη την εις το προσεχέστερον φύλλον της Επισήμου Εφημερίδος τύπωσιν της παρούσης και των εσωκλείστων εγγράφων, διατελώ διάπυρος εις Θεόν ευχέτης
της Υμετέρας Εντιμότητος
Νικόλαος
Μητροπολίτης Ζακύνθου

Προς τον Εντιμότατον Ιππότην και
Κόμητα Α.Λ. Δούσμανην,
Ι.Τ.Μ.Γ.
Γραμματέα της Εκλαμπρότατης Γερουσίας
επί τω Γενικώ Τμήματι
κτλ, κτλ, κτλ
Εις Κέρκυραν


Βιβλιογραφία
1. «Βάρβαρος» έφτασα και τέτοιος δεν είμαι». Επιμέλεια Λεονάρντο Παγκανέλι (Πανεπιστήμιο της Γένοβας), Γένοβα 1998.
2. Ποιητών αναθήματα στο Διονύσιο Σολωμό. Επιλογή – Επιμέλεια – Εισαγωγή Διονύσης Σέρρας. Πρόλογος Σπύρος Αλ. Καββαδίας, εκδόσεις Μπάστας – Πλέσσας, Αθήνα 1998.
3. Τιμώντας τον Διονύσιο Σολωμό. 200 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1998.
4. Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1235, Αθήνα, Χριστούγεννα 1978.
5. Γρικώντας την άπλαστη αρμονία των ουρανών, Επιμέλεια Γιώργος Κεντρωτής, εκδόσεις Ύψιλον / Βιβλία, Αθήνα 2002.
Related Posts with Thumbnails