© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΘΑΜΠΟΥ

            ή, μιὰ ἐπιτομὴ Χριστουγεννιάτικων ἡμερολογιακῶν σημειώσεων


Αὐτὴ ἡ καταγραφή, ποὺ ἐπιχειρεῖται μὲ πόνο ψυχῆς καὶ μὲ ψιχαλισμένα τὰ ματια, εἶναι μιὰ ἐπιστροφή. Ἔτσι μονάχα θὰ μποροῦσα νὰ τὴν ὀνομάσω, γιατὶ στὸν βαθύτερο πυρήνα της περικλείει αὐτὸ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο ἔζησα πάμπολλες φορές. Εἴτε μὲ τὸν γυρισμὸ τῶν δικῶν μας ἀπὸ τὰ ξένα, ὅπου πήγαιναν νὰ ἐραστοῦν, εἴτε μὲ τὸ δικό μου τὸ γυρισμό, τότε ποὺ σπούδαζα, ἀπὸ μικρὸ ἀκόμα παιδί, κι ἐτούτη ἡ ἐπιστροφή, τὶς μέρες τὶς χρονιάρες (Χριστούγεννα, Πάσχα καὶ καλοκαίρι), ἦταν μιὰ ἀναγέννηση.
Μιὰ τέτοια, λοιπόν ἐπιστροφὴ ἐπιχειρῶ καὶ σήμερα, Παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων τοῦ σωτηρίου ἔτους 2016, σὲ ὥρα νυχτερινή, μὲ τὴν ἡσυχία νὰ ἁπλώνεται γύρω μου καὶ νὰ μεριμνᾶ, ἐτούτη τὴν ἱερὴ τὴ Νύχτα,  γιὰ μιὰ ἐπάνοδο σὲ φωτεινὰ πεδία τοῦ βίου μου.  Γιατὶ μονάχα ἔτσι μπορῶ νὰ σταθῶ ὅρθιος στὶς ὅποιες προσβολές  καὶ τὴν πάντιμο ὥρα τοῦ Ὄρθρου νὰ τοὺς θυμηθῶ στὴν Ἁγία Πρόθεση. Κι αὐτό, ἐπειδὴ τὸ ἀξίζουν καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀτλάντευτο θεμέλιό μου.
Ἀπὸ τὶς χαραμαδες ποὺ ἀνοίγονται τοὺτη τὴ Νύχτα μέσα στὴν ψυχὴ ἀρχίζει νὰ ἀχνοφαίνεται ἕνα σπίτι ποὺ χωνεύει μέσα στὸ χειμωνιάτικο τ᾿ ἀπόβραδο. Ἕνας ὑγρὸς ἀέρας περνοδιαβαίνει μέσα στὶς ἄδειες κάμαρες, ποὺ τὶς φωτίζουν οἱ ψυχὲς ἐκείνων ποὺ τὸ κατοίκησαν. Ψυχὲς ἀγαπημένες καὶ μακρυνές. Καὶ μαζί τους ξεπροβάλλει ἡ φροντίδα τους γιὰ τὴ Γιορτή. Ἐκείνη ἡ  παλιὰ φροντίδα, φορεμένη ὅλη τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ἀρχοντιά, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε καμμιὰ ὑπερβολή, ἀλλὰ μιὰ πειθαρχημένη τάξη. Γιατὶ ἔπρεπε νὰ διδαχτεῖ καὶ στοὺς νεώτερους ἡ οἰκονομία, ἡ νοικοκυροσύνη, ἡ ἀναζήτηση μόνον ὅσων εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ νὰ περάσει ἕνας ἄνθρωπος, μιὰ οἰκογένεια. Ἄλλωστε μὰ ξεχνᾶμε πὼς τὰ σπίτια ἐκεῖνα ἦταν μικρόχωρα, συμμαζεμένα καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα σχεδιασμένα νὰ ἐξυπηρετοῦν τὶς ἀνάγκες τῶν ὅσων τὰ κατοικοῦσαν. Ἔτσι ἡ Γιορτὴ περνοῦσε μὲ ἕνα γεῦμα, πάντα μετὰ τὴν ἀπόλυση τῆς ἐκκλησιᾶς, στὸ ὁποῖο μαζεύονατν ὅλη ἡ οίκογένεια γιὰ νὰ εύχηθοῦν καὶ συναμα νὰ εύφρανθοῦν, μετὰ ἀπὸ τὴν σαρανταήμερο νηστεία.
Τὸ τραπέζι, ὡστόσο, στρώνονταν καὶ τὸ ἀπόβραδο, ἐπίσημο κι αὐτό. Ὑπῆρχε τὸ ἐνδεχόμενο νὰ συμμετάσχουν σ᾿ αὐτὸ καὶ ἄλλοι συγγενεῖς, ὥστε νὰ δοθεῖ μιὰ λαμπρὴ γιορταστικὴ ἀτμόσφαιρα στὸ σπίτι.
Ἀλήθεια, λησμονᾶται τὸ ψημένο κρέας στὴν παραστιὰ περασμένο στὸν «κλώστη», ποὺ ἐκεῖνο τὸ βράδυ γίνονταν μιὰ ὑποτυπώδης σούβλα; Ἤ, ἀκόμα πάνω στὴ «μασά» κανένα κομμάτι λουκάνικο, νὰ ἀναδίνει ἐκείνη τὴν καπνιὰ τὴ μυρωδάτη, γιὰ νὰ «λιγκρίζει» τοὺς καλικάτζαρους...   
Ἤχοι γνώριμοι ἔχουν κατακαθίσει στὴν ψυχή ἀπὸ τότε... καὶ κάθε χρόνο τούτη τή μέρα ξανανεβαίνουν στὴν ἀκοή… Ἤχοι, ὅπως τὸ  «σάβλισμα»τῆς φωτιᾶς, τὸ τσιτσίρισμα τοῦ ψημένου κρέατος ἤ τοῦ λουκάνικου, τὸ σύρσιμο τοῦ μαχαιριοῦ ἤ τοῦ πιρουνιοῦ στὸ πιατο τὴν ὥρα τῆς μοιρασιᾶς, τὸ κελάρυσμα τοῦ κρασιοῦ ποὺ γεμίζει τὰ ποτήρια, τὸ τσούγκρισμα μετά, τὸ σκαμνὶ ποὺ τρίζει, ὁ σοφρᾶς ποὺ παραμερίζει... Κι ὕστερα μαζὶ μὲ τὶς εὐχὲς ἐκεῖνα τὰ ἀναφιλητά γιὰ τοὺς ξενητεμένους...
Βλέπεις τὸ τραπέζι δὲν ἦταν μονάχα συλλογὴ εἰκόνων, ἀλλὰ καὶ ἤχων συνδυασμένων μὲ γεύσεις διάφορες... Ἀκόμα κι ἐκεῖνες τὶς ἁρμυρὲς τῶν δακρύων...
Ὕστερα  ἦταν κι ἐκείνη ἡ ἡσυχία ποὺ ἀναδύονταν μόλις τέλειωνε τὸ τραπέζι κι ἄδειαζε ὁ τόπος... Μιὰ ἡσυχία ποὺ τὴν τάραζαν μονάχα τὸ κροτάλισμα τῆς φωτιᾶς πάνω στὰ ἄγρια τὰ ξύλα, ἀλλὰ καὶ τό σπρώξιμο τοῦ χειμωνιάτικου ἀγέρα πάνω στὰ πορτοπαράθυρα, λὲς κι ἤθελε νὰ μπεῖ μέσα νὰ νυχτερέψει κι αὐτός μὲ τοὺς νοικοκυραίους.
Ὅταν μετἀ ἀπὸ ὥρα χαμήλωνε τὸ φῶς τῆς λάμπας καὶ τὸ δωμάτιο γίνονταν ὡσάν ἀχνοφωτισμένη ἀπὸ λαδοκάντηλα ἐκκλησιὰ τὴν ὥρα τοῦ βαθέως ὄρθρου, τότε ξεπετάγονται ἀπὸ τὸν κόσμο τους τὰ ὄνειρα καὶ συντροφεύουν τοὺς νοικοκυραίους ποὺ ξαποσταίνουν μὲ τὴν εὐχὴ στὸ στόμα καὶ στὴν ψυχή: «Ἄντε, καὶ τοῦ χρόνου νἄμαστε καλά».
Γιατί τότε τὰ Χριστούγεννα δὲν ἦταν μιὰ ψυχρὴ παρένθεση μέσα στὸν βίο, ἀλλὰ ἕνα γεγονὸς ποὺ χρειαζόταν προετοιμασία, μετοχὴ στὴν ὅλη χαρμολύπη τῆς Γιορτῆς καὶ φυσικά πανηγυρικὴ σύναξη τῆς οικογένειας. Πάντα γύρω ἀπὸ τραπέζι μὲ τὴ συμβολικὴ καὶ «γλυκεῖα» -κατὰ τὸν Ἀλ. Μωραϊτίδη- συντροφιὰ τῆς φωτιᾶς.
Ὅμως ὁ στοχασμὸς θὰ  ἔχει καὶ συνέχεια...

π. κ. ν. κ  

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΓΥΡΗ ΤΗΣ ΜΥΛΩΝΟΥΣ, ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΝ ΝΥΦΙΩΤΗ ΚΑΙ ΤΗ ΘΕΙΑ ΜΥΓΔΑΛΙΤΣΑ

Μὲ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς, τὸν Γιάννη τὸν Νυφιώτη καὶ τὴ θειὰ Μυγδαλίτσα ἡ φετινή μας συντροφιὰ γιὰ τὰ Χριστούγεννα.
(ἤ, μιὰ διαφορετικὴ ἀνάγνωση τῶν διηγημάτων, «Στὸ Χριστὸ, στὸ Κάστρο» τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη καί, «Ἡ θειὰ Μυγδαλίτσα» τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη)

Στὸν προσφιλῆ καὶ πανσέβαστο Π. Β. Πάσχο, ποὺ μ᾿ ἔμαθε νὰ προσεγγίζω τὸν σωτηριολογικὸ χαρακτήρα τῶν ἔργων τῶν δύο Ἀλέξανδρων τῆς γείτονος Σκιάθου

Μέρες προεόρτιες διανύουμε, τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου ἄχραντες στιγμές, ποὺ ψιχαλίζουν τὸ εἶναι μὲ σταγόνες κατανύξεως καὶ βέβαιης εὐλογίας. Γιατὶ αἰῶνες τώρα, ἀπὸ τὴν πρώτη ἐκείνη τὴ θεία Νύχτα τῆς Βηθλέέμ, κομίζεται αὐτὴ ἡ εὐλογία, φωτισμένη ἀπὸ τὸ Ἄστρο ποὺ ὁδήγησε τοὺς Μἀγους καὶ ντυμένη μὲ τοὺς αἵνους τοὺς Ἀγγελικοὺς «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» ( Λκ. 2, 14).
Αὐτὴ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐδοκία ἀναζητᾶ, λοιπόν, κάθε φιλόθεη καὶ ἁγιοπνευματικὰ χαριτόβρυτη ψυχή, ποὺ ἐπιμένει νὰ ζεῖ τὸ Γεγονὸς ὅπως συντελέστηκε καὶ ὄχι ὅπως ἐξελίχτηκε: ὡς ξέφρενο πανηγύρι καταναλωτικοῦ χαρακτήρα καὶ εὐκαιρία γιὰ διακοπές. Γιατὶ ἡ Γιορτὴ δὲν ἀρχίζει μὲ τὸ στόλισμα τῶν βιτρινῶν καὶ τὸν φωτισμένο διάκοσμο, ἀλλὰ μὲ τὴν εἴσοδο στὸ ἱερὸ Σαρανταήμερο, τὴν προετοιμασία καὶ προπόνηση δηλαδή, ἡ ὁποία χαλυβδώνει τὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὰ μονοπάτια ἐκεῖνα ποὺ ἡ ιερότητα καὶ τὸ κάλλος ἀποπνέουν τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ.
Καταφεύγουμε, λοιπόν, μέρες ποὺ εἶναι, στὶς θεοσεβεῖς γραφὲς τῶν δύο Ἀλέξανδρων τῆς Σκιάθου, λογίων ποὺ τίμησαν τὰ Χριστούγεννα, ἀλλὰ καὶ ἔδειξαν τὸ μεγαλεῖο «τῶν ταπεινῶν τῇ καρδίᾳ», τὸ πῶς, δηλαδή, αὐτοὶ προσεγγίζουν τὴ Γιορτή, βιώνουν τὸ μεγαλεῖο της καὶ χαίρονται μὲ ἄφατη κατάνυξη τοῦ «Χριστοῦ τους τὰ Γεννέθλια», τιμώντας παράλληλα καὶ τὶς Παραδόσεις τὼν Πατέρων μας. Σημεῖο ἀναφορᾶς, ἀλλὰ καὶ μὲ μεταφορικὴ σημασία κοιταγμένο, εἶναι τὸ Καστρο τῆς Σκιάθου καί, μάλιστα, ὁ ἐκεῖ ἀρχαῖος ναὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ «το παλαι μητρόπολις το φρουρίου», κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη. Καὶ δὲν ἐπιλέχτηκε τυχαῖα αὐτὴ ἡ ἔγκοπος ἀναβαση στὴν ἁλίκτυπον πολιτείαν τοῦ Καστρου, γιατὶ ἄν τὸ καλοπροσέξουμε ἡ πορεία αὐτὴ τὸ ἱερὸ Σαρανταήμερο θυμίζει μὲ τὴ νηστεία καὶ τὴν ἀναμονὴ τῆς Γιορτῆς. Γιατὶ προσέχοντας καλύτερα τὴν ὅλη προσπάθεια τῶν ἑοερταστῶν νὰ φύγουν χειμώνα καιρό, μὲ ὄχι καὶ τόσο εὐοίωνες συνθῆκες γιὰ θαλασσιο ταξίδι καὶ τὴν ὅποια δακινδύνευσή τους, αὐτὸ κάλλιστα δείχνει τὴν περιπέτεια τοῦ κάθε πιστοῦ μέσα στὸ πέλαγος τῶν σαραντα ἡμερῶν, ὥστε νὰ φτάσει τελικὰ νὰ ὑποδεχθεῖ τὴν τοῦ Χριστοῦ Μητρόπολιν, κατὰ τὴν ὑπέροχη ρήση τοῦ ἱ. ὑμνογράφου: «Ὑπόδεξαι Βηθλεέμ, τὴν τοῦ Θεοῦ Μητρόπολιν. Φῶς γὰρ τὸ ἄδυτον ἐπὶ σὲ γεννῆσαι ἥκει...». Γι᾿ αὐτὸ καὶ μετὰ ἀπὸ περιπετειώδη προσπάθεια ὁ μισθός τους ἦταν καὶ μεγαλος, ἀλλὰ καὶ πλούσια εὐλογημένος, ἀφοῦ πιστοποιεῖται στὰ ὅσα καταθέτει μὲ κάθε εἰλικρίνεια καὶ συγκίνηση ὁ ἴδιος ὁ Παπαδιαμαντης. Ἄς τὸν προσέξουμε: « παπα-Φραγκούλης κα συνοδία του φθάσαντες εσλθον τέλος ες τν ναν το Χριστο, κα καρδία των σθάνθη θάλπος κα γλυκύτητα φατον. ερες ψιθύρισε μετ νδομύχου συγκινήσεως τό, «Εσελεύσομαι ες τν οκόν σου»,. Γλυκύτητα καὶ συγκίνηση, τὰ δύο ὑλικὰ τῆς ἐναρέτου χαρμολύπης δηλαδή, ποὺ συνεχίζεται καὶ στὴν ὥρα τῆς Ἀκολουθίας: «Ἀλλ τε ερες ξελθν ψαλε τ «Δετε δωμεν πιστοί, πο γεννήθη Χριστός», τότε α μορφα τν γίων φάνησαν ς ν φαιδρύνθησαν ες τος τοίχους».
Ἀξίζει, θαρρῶ, μιὰ περιπέτεια τέτοια, ὅταν ἡ καταληξή της εἶναι αὐτὴ ἡ αἴσθηση τῆς γλυκύτητας καὶ φαιδρότητας, ὄχι μόνο τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἁγίων.
Αὐτά, λοιπόν μὲ τὸν Παπαδιαμαντη. Ὅμως ἄς δοῦμε τώρα μιὰν ἄλλη περιπέτεια: Αὐτὴ τὴ φορὰ μιᾶς ἁπλῆς νησιώτισσας ποὺ ζεῖ τὴν ἀναμονὴ τῶν Χριστουγέννων παραλληλα μὲ τὴν προσμονὴ τοῦ ξενιτεμένου της τοῦ γιοῦ.
Ἔτσι, κι ἡ θειὰ ἡ Μυγδαλίτσα-αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά της-ξεκινάει παραμονὴ τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ ἔρημο παλιό της χωριό, τὸ Καστρο, ὅπου πηγάινει μὲ τὶς γνωστὲς περιπέτειες.
Περιγράφει, λοιπόν, ὁ Μωραϊτίδης τὸ τί διαδραματίζεται ἐκεῖ, στὸ Κάστρο τῆς Σκιάθου, ἔξω ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ Χριστοῦ, τὴ γνωστὴ ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη παλαιά Μητρόπολη.
Τὰ πρόσωπα τώρα ποὺ ἐμφανίζονται, εἶναι ὅλοι τους ἁπλοϊκοί, ἀψεγάδιαστοι καὶ ἀπέριττοι ἄνθρωποι. Πρόκειται δηλαδή γιὰ κάποιους ἀγράμματους ποιμένες καὶ μιὰ ταπεινή, φτωχὴ κι ἁπλοϊκὴ γερόστισσα, τὴ θειὰ Μυγδαλίτσα: μιὰν ἀθεράπευτη δηλαδή, νοσταλγὸ τῆς πατρογονικῆς της, τῆς παλιᾶς ἐνορίας τοῦ Χριστοῦ στὸ Καστρο, ἡ ὁποία ἐκείνη τὴν Παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων παρέμεινε ἀλειτούργητη. Κι ἔτσι ἀποφασίζει νὰ μὴν ἀφήσει τὸ Χριστὸ τέτοια μέρα ποὺ ξημερώνει ἔρημο, γι᾿ αὐτὸ κι ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴ Χώρα νὰ πάει στὴν ἀλειτούργητη ἐκκλησία, νὰ ἀναψει τὰ καντήλια, νὰ προσευχηθεῖ νὰ κάμει Χριστούγεννα συντροφιὰ μὲ τὶς μνῆμες της.
Συναντιέται, λοιπόν, μὲ τοὺς βοσκούς ποὺ ἀπαγκιάζουν ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησιά καὶ μετὰ πηγαίνει μέσα στὸ ναὸ τοῦ Χριστοῦ ν᾿ ἀναψει τὰ καντήλια, μέρα ποὺ ξημερώνει. Ἔχει πιὰ νυχτώσει γιὰ τὰ καλά. Οἰ βοσκοὶ συνομιλοῦν μεταξύ τους.
«-Μεσάνυχτα! Νά, μεσάνυχτα, διέκοψε τότε ὁ Κουτσογεώργης, μετὰ ὥραν σιωπῆς καταβιβάσας τὴν κουκούλλαν τῆς κάππας καὶ θεωρῶν σοβαρῶς τοὺς ἀστεϊσμούς.
--Νά ὁ ἀστέρας ! Νά ὁ μεσονύχτης ! εἶπε καὶ ὁ ἄλλος ποιμήν, παρακολουθῶν τὸν σύντροφόν του εἰς τὴν πρακτικὴν ταύτην ἀλλ᾿ ἀκριβῆ ἀστρολογίαν.
Καὶ τοὺς εἶδες τότε ἐκεῖ τοὺς σκαιοὺς αὐτοὺς ποιμένας ν᾿ ἀποκαλυθφῶσι εὐλαβῶς καὶ νὰ προσκυνῶσι ἐπί τινας στιγμὰς ἐν κατανύξει, γονατισμένοι, ὡς νὰ παρίσταντο μυστηριωδῶς ἐν τῇ ἑβραϊκῇ Βηθλεὲμ εἰς τὴν θείαν τοῦ Σωτῆρος γέννησιν.
-Χριστούγεννα, Χριστούγεννα!!»
Ἀλήθεια, στὶς μέρες μας πόσοι βιώνουν τὰ Χριστούγεννα, ὅπως ἐκεῖνοι οἱ ταπεινοί, ἀγράμματοι, «ἀπολίτιστοι», πλήν τόσο εὐλαβεῖς καὶ θεοφώτιστοι νησιῶτες; Κι ἀκόμα, ποιὸς θὰ καταδεχτεῖ νὰ τὸν «συντοφέψουν» στὴ Γιορτὴ ποὺ ἔρχεται, ἔστω καὶ νοερά;
Ἀθάνατε Μωραϊτίδη... Ἀλησμόνητε Παπαδιαμαντη, μὲ πόσα δῶρα στολίζετε τὰ δικά μας ἄχαρα κι ἀπνευμάτιστα Χριστούγενα....

Παραμονὲς Χριστογέννων 2016 π. κ. ν. κ. Σκόπελος

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «Νά τά ποῦμι, θειά;» Τά λησμονημένα κάλαντα σέ ἔρημα ἤ ἐρειπωμένα σπίτια


Στὸν Παναγιώτη τὸν Γιατρό, ἑόρτιον ὄφλημα
Εἶναι ἀλήθεια, πὼς ἡ μνήμη αὐτὲς τὶς περιούσιες ἡμέρες τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου λειτουργεῖ κάπως παράξενα. Δηλαδή, πιὸ εὐαίσθητα καὶ τρυφερά, ἀφοῦ ἀναδύει ἀπὸ τὰ θησαυροφυλάκια τῆς ψυχῆς, ὅπου ταμιεύονται οἱ πλέον πολύτιμες ἀναμνήσεις, τὶς πλέον κορυφαῖες. Ὅπου μεταξύ τους συνυπάρχουν καὶ οἱ φωτεινές, ἀστείρευτες σὲ νοσταλγία καὶ ποιητικὴ ὁμορφιά, στιγμὲς ἀπὸ τὰ παλιά μας Χριστούγεννα: ἐκεῖνα δηλαδή, της παιδικῆς ἡλικίας, ποὺ ἀπομένουν ἄσβυστα καὶ πάντα μὲ τὰ χρώματα τῆς νοσταλγίας στολισμένα.
Κι ἀνάμεσα στὶς ἀλησμόνητες αὐτές στιγμὲς διακρίνονται, μὲ φωτεινὲς πινελιὲς χρωματισμένα, τὰ παλιὰ Χριστούγεννα μὲ τὰ νοσταλγικὰ τὰ κάλαντα, ποὺ λέγονταν πάντα μὲ τὴ συνοδεία τοῦ ραβδιοῦ, τὸ ὁποῖο ρυθμικὰ χτυποῦσε πάνω στὸ πατωμα. Πάντα σὲ ὥρα ἀπόβραδη, ἐκεῖ δηλαδή, ποὺ συνορεύουν ἡ Νύχτα μὲ τὴν Ἡμέρα, κινοῦσε τὸ δρομολόγιο τῶν μικρῶν καλανδιστῶν. Ἀπὸ τὸ ἐρειπωμένο σήμερα Κάτω Χωριό, τὸ Ρέμα μετά κι ὕστερα τὸ Ἀπάνω Χωριό, ἴσαμε τὸν «Πεῦκο». Παρέες-παρέες τὰ παιδιά σεργιανοῦν τὰ καλτεριμια καὶ χτυποῦν τὶς πόρτες τῶν μισοφωτισμένων σπιτιῶν, μὲ τὸ ἐρώτημα:
-Θειά, νὰ τὰ ποῦμι;
Κι ἡ ἀπαντηση:
-Πέστιτα, πέστιτα...
Μέχρι σήμερα χαϊδεύουν τὴν ἀκοὴ ἐκεῖνα τὰ λιτά, εἰλικρινῆ καὶ τίμια λόγια, ποὺ χάριζαν αἰσιοδοξία στὴν παιδικὴ ψυχὴ μὲ τὴν καταδέκτικότητα τους. Γιατὶ φτωχοί ἦταν οι περισσότεροι στὸ χωριό καὶ τὰ οἰκονομοῦσαν μὲ δυσκολία μεγάλη, ὅμως αὐτὲς τὶς χρονιάρες μέρες γιὰ τὸ καλὸ πρόσφεραν λιγοστὰ κέρματα καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὰ λίγους ἀπὸ τοὺς καρποὺς ποὺ εἶχαν ( καρύδια, ἀμύγδαλα, σῦκα) , ἀλλὰ καὶ πορτοκάλια (λησμονοῦνται τὰ μεγάλα πορτοκάλια-φίλεμα τῆς θειᾶς τῆς Σεραϊνῶς;).
Πόση ἀνακούφιση χάριζαν ἐκεῖνες οἱ γιορταστικὲς περιπλανήσεις μέσα στοὺς νυχτωμένους, χειμωνιάτικους δρόμους, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ περιγραφεῖ. Γιατὶ εἶχαν μιὰ γνησιότητα και ἕνα ἰδιότυπο κάλλος αὐτὲς οἱ ὧρες. Πρῶτα-πρῶτα ἀφαιροῦσαν ἀπὸ τὸ χωριὸ τὴ μονοτονία τῆς καθημερινότητος καὶ τὸ στόλιζαν γιορταστικά. Ὄχι πὼς ὑπῆρχαν τότε δέντρα καὶ στολίδια ὡσὰν αὐτὰ ποὺ βλέπουμε σήμερα νὰ στολίζουν σπίτια καὶ καταστήματα. Στολίδια τότε ἦταν αὐτὲς οἱ παιδικὲς φωνὲς ποὺ διαλαλοῦσαν μὲ ἀθωότητα τό, «Χριστὸς γεννᾶται σήμερον... χαίρει ἡ κτίσις ὅλη..». Ὅπως στολίδια ἦταν ἡ ἀσβεστωμένη παραστιά, ἡ καθαρὴ ἡ κουρελοῦ στὸ φτωχικὸ τὸ πάτωμα, τὰ καθαρὰ πετσετα΄κια στὴ «βγοῦ», ἀλλὰ καὶ τὸ φαῒ ποὺ σιγόβραζε, ἡ κουλούρα τοῦ Ἁη-Βασιλιοῦ καὶ τὰ καινούρια τὰ σκαρπίνια ποὺ ἔφτιαξε ὁ μπάμπα Παντελής.
Κι ὕστερα ἐκεῖνοι οἱ ἥχοι ἤ μυρωδιὲς ποὺ γευόταν ἡ παιδικὴ ψυχή. Ὅπως ὁ ἥρεμος καὶ ἁπαλὸς ἦχος τοῦ νεροῦ ποὺ κυλοῦσε κάτω στὸ Ρέμα, τὸ βουητὸ τῆς νυχτωμένς θάλασσας ποὺ ἔφτανε ἀπὸ κάτω, ἀπὸ τοῦ «Κώστα», τὰ βήματα πάνω στὰ λιθόστρωτα τὰ καλτερίμια ἤ στὸ χωματόδρομο πάνω ἀπὸ τὸ Νεκροταφεῖο μὲ κεῖνα τὰ μικρά-μικρὰ χαλικάκια, τὸ τρίξιμο τῆς παλιᾶς πόρτας, τὸ σύρσιμο τοῦ σκαμνιοῦ πάνω στὸ πάτωμα καὶ τόσα ἄλλα..Οἰ μυρωδιὲς μετά, τῆς ὑγρασίας καὶ τοῦ βρεγμένου χώματος, τῆς ρετσίας ἀπὸ τὰ καμμένα πεῦκα ἤ τῆς παράξενης εὐωδιᾶς τοῦ σχίνου, ἀλλὰ καὶ τῆς κλειδωμένης ἀνάσας στὰ σφραγισμένα σπίτια γιὰ τὸ κρύο ἀνακατωμένης μὲ καπνὸ τσιγαρου, καψαλισμένου ψωμιοῦ, καπνιᾶς ἀπὸ τὴν παραστιὰ καὶ στιμένου λεμονιοῦ γιὰ τὸ φαΐ ποὺ σιγόβραζε στὴ φωτιὰ γιὰ τὸ αὐγινὸ τὸ τραπέζι. Ἀκόμα ἦταν κι ἡ μυρωδιὰ ἀπὸ τὸ ἑσπερινὸ θυμίαμα ποὺ τὴ συναγωνίζονταν ἐκείνη ἡ εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ κυδώνια τὰ φυλαγμένα σὲ δίχτυ καὶ κρεμασμένα στὴν παρταριά.
Κι ἀκόμα ἦταν κι ἐκείνη ἡ θέα τοῦ νυχτωμένου χωριοῦ, ποὺ ἀπὸ μακρυά, ἀπ᾿ τὸν Πεῦκο, ἀπὸ ἀποπέρα, φαίνονταν τὰ σπίτια μὲ τὸ ἁπαλὸ τὸ φῶς τῆς λάμπας τοῦ πετρελαίου σὰν ἀχνοφωτισμένα στολίδια χριστουγεννιάτικα...
Ὅμως τὰ χρόνια πέρασαν. Μεγαλωσαν τὰ παιδιά, τὰ ραβδιὰ ξεχαστηκαν σὲ καποια γωνιά, τὰ σπίτια σιγά-σιγὰ ἄλλαξαν νοικοκυραίους, μέχρι ποὺ ἐρήμωσαν...
Οἱ παραστιὲς μὲ τοὺς γέροντες νὰ κάθονται σιμά τους καὶ νὰ κοιταζουν σιωπηλοί, στοχαστικοί καὶ σοβαροὶ τὴ φωτιά ποὺ κλάδωνε πάνω στὰ χοντρὰ τὰ πεῦκα, τὰ εὐώδη σκίνα καὶ στὶς πολυχρωμες κουμαριές, ἔσβυσαν καὶ δὲν ξανάναψαν.
Τώρα πιὰ μιὰ περίεργη σιωπὴ ἁπλώνεται πάνω στὸ ἔρημο χωριό τὶς χρονιάρες αὐτὲς μέρες. Κι ἀπὸ τὰ ἐρειπωμένα ἤ τὰ ἔρημα σπίτια ξεκινάει μιὰ λιτανεία ψυχῶν, ποὺ αὐτὲς τὶς περιούσιες τὶς ὧρες στέκει σιωπηλὴ καὶ μὲ ἱερὸ δέος ἀφουγκράζεται τὰ ξεχασμένα κάλαντα, ποὺ ὁ παγωμένος ἀγέρας συλλαβίζει ἀναμεσα στὰ μισοσαπισμένα πορτοπαράθυρα καὶ τὰ σπασμένα τζάμια...

Χριστούγεννα 2016 π. κ. ν. κ 

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Για το βιβλίο της Δέσποινας Μάντζαρη “Ένα ζήτημα ζωής και Θανάτου. Τα χρονικά του Μπίλι Βαν Ντερ Μπιχλ” (εκδ. Κέδρος, 2016)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Και επειδή η Δέσποινα Μάντζαρη έχει σπουδάσει Μαθηματικά κάνει επεισοδιακή είσοδο με όρους επιστημονικούς και επιχειρηματολογία σούπερ, ανοίγει με άλλα λόγια τα χαρτιά της και βάζει τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία της να ζήσει τα μυστήρια των μαθηματικών και του κόσμου. Αμέσως κατάλαβα τι είναι ο «τόρος», όπως και το «καρτεσιανό γινόμενο δύο κύκλων» και το συμπέρασμα που καταλήγει ότι ένας πλανήτης: «θα ήταν εξαιρετικά ασταθής βάσει υποθετικών υπολογισμών σε ιδανικές συνθήκες και ιδανικών υπολογισμών σε υποθετικές συνθήκες». Εδώ πρέπει να σκεφτούμε σαν Ντεκάρτ και Λάιμπνιτς και αν δεν μας πέφτει και λίγο δύσκολο να κάνουμε και μια συντακτική ανάλυση σαν φιλόλογοι, χρησιμοποιώντας και το παραδοσιακό σκεπτικό της πρακτικής αριθμητικής: Έχουμε και λέμε. Κάνουμε δύο σκέψεις. Πρώτη: ο πλανήτης που θα είχε σχήμα ντόνατ και θα είχε γίνει με υποθετικούς συλλογισμούς σε ιδανικές συνθήκες, θα ήταν ασταθής.

Δεύτερη: ο πλανήτης που θα είχε γίνει με ιδανικούς υπολογισμούς σε υποθετικές συνθήκες, θα ήταν ασταθής, επίσης. Οι όροι παθαίνουν αντιμεταχώρηση, δηλαδή οι υποθετικοί συλλογισμοί παίρνουν τη θέση των ιδανικών συνθηκών και οι ιδανικές συνθήκες τη θέση των υποθετικών συλλογισμών. Εν ολίγοις η τραμπάλα γίνεται ανάμεσα σε υποθέσεις και ιδανικά πλατωνικά ή πραγματικά, για την κατασκευή του πλανήτη ντόνατ, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Αστάθεια. Το πρόβλημα καλούνται να λύσουν οι επιφανείς μύστες της «Συστηματοποίησης Κόσμων» (σιγά μη δεν ξέρω τι είναι αυτοί και τι δουλειά κάνουν) καθώς και διάφοροι μελλοντολόγοι (κατάλογος με καμιά δεκαριά από αυτούς, βάλε και καφετζούδες με δίπλωμα) μαζεύονται, συσκέπτονται και αποφαίνονται: τέτοιος πλανήτης δεν υπάρχει. Αλλά και οι ειδικοί κάνουν λάθη, διότι πάντα υπάρχουν οι «αστάθμητοι παράγοντες» που με «μαθηματική ακρίβεια», αν και ακολουθώντας τη διαδοχή των γεγονότων από τα δεδομένα (πηγή) φτάνουν στα συμπεράσματα (κατάληξη). Έχουμε, δηλαδή και εδώ, άλλη μια μπαλάντζα ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος. Εγώ καλή μαθήτρια στα Μαθηματικά δεν ήμουνα και γι’ αυτό μ’ αρέσει ο Σεφέρης που έλεγε πως « Η επιστήμη είναι καθ’ ορισμόν αληθινή: πάντα αποδεικνύει με το Α+Β πως ό,τι υποστηρίζει είναι αληθινό. Ακόμη και τα πιο υπέρογκα λάθη» (Μέρες Α΄, σελ. 43). Πιο πολύ όμως μου αρέσει το άλλο: «Το Χ+Ψ μας κάνει να λέμε τις πιο μεγαλεπήβολες αρλούμπες του κόσμου» (Μέρες Β΄, σελ. 73). Αυτές οι «αρλούμπες» στα λόγια ενός επιφανούς έχουν άλλη βαρύτητα. Ο Ντοστογιέφσκι πάλι, κι εκείνος δεν πρέπει να ήταν καλός στα Μαθηματικά, έλεγε πως δύο συν δύο μπορεί να μην κάνουν τέσσερα αλλά πέντε! Αυτό σημαίνει πως με μετρήματα και άκρατο ορθολογισμό δεν μπαίνει κανείς στην ιστορία που θα ακολουθήσει και όστις θέλει τη σκέψη του Μπίλι (του ψεύτη;) να ακολουθήσει, πρέπει να απαλλαγεί από το φορτίο της λογικής του.

Η Δέσποινα Μάντζαρη διασκεδάζει, παίζει μαζί μας με δύσκολα προβλήματα, διότι ο υποθετικός ή ιδανικός της πλανήτης σε σχήμα τόρου ή ντόνατ, μια «άλλη» γη δηλαδή υπάρχει και είναι Ένα ζήτημα ζωής και Θανάτου να υπάρξει, όπως θα δείξει η εξέλιξη. Όχι , η γη σαν μπάλα ποδοσφαίρου που κατρακυλάει, αλλά ντόνατ που τρώγεται.

Τα κεφάλαια είναι δεκατέσσερα, με το πρώτο και πολύ εντυπωσιακό αυτό που αφορά μια ποδοσφαιρική συνάντηση, με γνωστά ονόματα στο γνωστό γήπεδο, το επιφανές στους φαν του είδους Σαντιάγκο Μπερνανιάου (και όχι εκείνο της Ρεάλ Σαντιάγκο Μπερναμπέου), που μετά την ανακαίνισή του θα μοιάζει με ντόνατ, και πράγματι τέτοιο είναι το σχήμα του μυθικού γηπέδου έξω από μύθο του βιβλίου.

Στον ποδοσφαιρικό αγώνα τα ονόματα των ομάδων και των ποδοσφαιριστών, λόγω της κοινής καταγωγής τους από την ποδοσφαιρική οικογένεια, μοιάζουν όπως ο Τριντάν με τον Ζιντάν, ο Μούσι με τον Μέσι, ο Μπεκεμπάουερ με τον Μπεκενάνουερ, ο Μπέκαμ με τον Μπέκραμ. Το ίδιο και οι ομάδες, ο Ολυμπιακός με τον Τρολυμπιακό και ο Παναθηναϊκός με τον Παννανιακός.

Αυτή η συγγένεια, παραποίηση και παραφθορά των ονομάτων κλίνει προς την απομυθοποίηση του όποιου κακού θα προκύψει και την ανάπτυξη του κωμικού κλίματος. Επί της μυθικής ουσίας, ο αγώνας γίνεται μέχρι ακρωτηριασμού και θανάτου, με μπάλα, τσεκούρια, σπαθιά, πυρομαχικά, κομμένα χέρια, σπασμένα κεφάλια και πυρομαχικά στον αγωνιστικό χώρο. Γιατί στο ποδόσφαιρο δεν παίζουμε απλώς αλλά σκοτωνόμαστε!

Στο δεύτερο κεφάλαιο, βρισκόμαστε ήδη στον πύργο του Μπλούχερβαλ, όπου ο νεαρός ήρωας του βιβλίου, ο Μπίλι, ζει σε ένα κάστρο με τα φαντάσματα του Βαρόνου, της Ρίτας και του Αντουάν, πλήττοντας. Μόνη διασκέδαση έχει το μέχρι πετσοκόμματος ποδόσφαιρο, που ήδη αναφέραμε, έως ότου οι παράξενοι επισκέπτες και τα φανταστικά όντα (μαζί κι αυτά του Μπόρχες), που θα εισβάλουν, θα απογειώσουν στην ιστορία σε φανταστικές περιπέτειες, απρόσμενες εξελίξεις και άλλα συναφή με το είδος. Κι έτσι ο Μπίλι θα βγει από τη βαρεμάρα του, θα γνωρίσει και θα ζήσει ό,τι μπορεί να συλλάβει η φαντασία και θα ανατρέψει κάθε σύμβαση. Το πράγμα παίρνει διαστάσεις μεταμοντέρνου παραμυθιού, όπου, πέρα από τις γνωστές μάγισσες, μάγους, ξωτικά, υπάρχουν τρολ, νάνοι, ζόμπι, αόρατα και ημιαόρατα όντα, ληστές, φαντάσματα, οπτασίες, καλοπροαίρετα όντα, φανταστικά και ανύπαρκτα, δέντρα που μιλάνε, σκουπόξυλα, αλχημιστές, ταξίδι στον κάτω κόσμο και το θάνατο πεθαμένο. Κρατάω σαν νησίδα σοβαρότητας την άποψη «ο θάνατος είναι η μόνιμη συντροφιά μας, και ο θάνατος είναι που δίνει πραγματικό νόημα στη ζωή μας». Οπότε, όταν θα πεθάνω τότε θα καταλάβω τι αξία είχε η ζωή μου. Ο θάνατος του θανάτου είναι κάτι που έχει σοβαρή αντιμετώπιση. Τέλος στο χορό των αστείων και των σοβαρών και, κυρίως, ανατρεπτικών, θα προστεθεί και μια Παρασκευή και 13, έτσι για να μη μείνει εκτός και ανεκμετάλλευτη και να μπορέσει και αυτή να χορέψει στο «χορό των μπιζελιών». Ελπίζω να μην μπήκα κατά λάθος στη Λιλιπούπολη. Στο «ντόνατ» θέλω, όχι να το φάω, να πάω!!!

Όπως καταλαβαίνεις, φίλε αναγνώστη, διαβάζοντας το βιβλίο της Δέσποινας, ένοιωσα μια ανάγκη να ελευθερωθώ, όλα μου δημιούργησαν μια γαργαλιστική διάθεση, γιατί στα γνωστά κινηματογραφικά ανάλογα η ατμόσφαιρα είναι θριλερική, ο Χάρυ Πότερ ίσως είναι το πιο εύκολο για να παραπέμψω, με είχε τρομάξει. Κι έτσι μπήκα στο βιβλίο της Δέσποινας και είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για μένα να βρω τον πλανήτη. Παράλληλα η Δέσποινα με βοηθάει να απομυθοποιήσω το κακό, να αποφορτίσω ακόμα και τον Μακάβριο Θεριστή με το απειλητικό δρεπάνι. Γελάω, λοιπόν, αντί να αγωνιώ και να τρομάζω. Το χιούμορ είναι στο κέντρο και αποτελεί το καλύτερο ξόρκι για το φόβο και το κακό. Από την άλλη, πάλι, η βιαιότητα των συμπεριφορών, μέσα στη φανταστική υπερβολή της, αν και τίποτα δεν είναι υπερβολικό, αν δούμε τι συμβαίνει στον κόσμο και η συγγραφέας το ξέρει, η βιαιότητα, λοιπόν, μπαίνει για να στηλιτευθεί και να αποδυναμωθεί από όλη την κακή αύρα που μετατρέπει ένα αθλητικό ή άλλο γεγονός σε αιματηρή εμφύλια σύρραξη, στην πραγματική μας ζωή. Έτσι, με διάθεση χιουμοριστική, με τη βία και τον τρόμο σε περιορισμό στη γωνία, χωρίς το μύθο τους, διακριτικά υποδορίως το βιβλίο υπακούει σε μια καθοδηγητική γραμμή διδακτική.

Ο τίτλος του τέταρτου κεφαλαίου, «Ζει ή δε ζει», σαν παραλλαγή του σαιξπηρικού «να ζεις κανείς ή να μη ζει» φαίνεται να ταιριάζει στον Μπίλι που για να ζήσει καλά πρέπει να μπει για τα καλά μέσα στα κακά.

Το βιβλίο είναι εικονογραφημένο από την ίδια τη συγγραφέα, η οποία ελέγχοντας πολύ καλά το υλικό της, φιλοτεχνεί την εικόνα που του ταιριάζει, το συμπληρώνει και το ολοκληρώνει. Απολαυστικότατο, συναρπαστικότατο, διαβάζεται μονορούφι.


Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΣΙΑΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. ΜΕ ΟΔΗΓΟ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗ

Στοὺς φίλους Ἀντώνη Παπαβασιλείου καὶ Κων. Σπ. Τσιώλη, ἑόρτιο κέρασμα

Κορυφαῖος λογογράφος καὶ συνάμα φωτεινὸς πνευματικὸς ὁδηγός παραμένει ἀναμφίβολα γιὰ τὶς φιλόθεες ψυχὲς ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ὁ ἄλλος Ἀλέξανδρος τῆς Σκιάθου, ὁ κατὰ τὸν Βλάσιο Γαβριηλίδη «Αθόρυβος, μετριόφρων, σιωπηλός, ἀνέυρετος, ἀόρατος, ἀκοινώνητος, ἰδιότροπος, ἰσόβιος συγγραφεύς [ἀλλὰ καὶ] ἕν πνεῦμα καταπληκτικῆς γονιμότητος καὶ πραξιτελέιου κάλλους τοῦ γραμματικοῦ ἡμῶν κόσμου». Πράγματι, κορυφαῖος, γιατὶ ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ μᾶς πρόσφερε- μὲ πρῶτα κι ἀνεπανάληπτα τὰ Ταξιωτικά του, τά περίφημα «Μὲ τοῦ Βορηᾶ τὰ κύματα», ἀλλὰ καὶ τὰ χαριτωμένα διηγήματά του, ἀποπνέουν ἕνα καλλος, μιὰ γνησιότητα μοναδικὴ κι ἕνα ἦθος, τὰ ὁποῖα διδάσκουν, τέρπουν, ψυχαγωγοῦν.

Στ᾿ ἀλήθεια, δὲ γνωρίζω πόσοι ἔχουν ψηλαφίσει τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν φιλοθεΐα ποὺ κρύβουν οἱ σελίδες του, γιατὶ φοβᾶμαι πὼς οἱ γραμματολόγοι μας κοιτώντας μόνο τὸ ὕφος, τὴν τεχνικὴ τῆς ἔκφρασης,ἤ καὶ τὴ δομὴ τῆς ὅλης πλοκῆς τοῦ λόγου, ξεπερνοῦν ἤ, νομίζω, οὔτε κἄν προσέχουν ἕνα πρᾶγμα: τὸ μήνυμα ποὺ ἀκτινοβολοῦν τὰ διηγήματα καὶ γενικότερα τὰ περισσότερα τῶν γραπτῶν τοῦ ἐναρέτου αὐτοῦ λογίου. Γιατὶ ἕνα εἶναι τὸ ζητούμενο γιὰ τὸν Μωραϊτίδη: ἡ ψυχωφέλεια ἀλλά, καὶ πιὸ πολύ, ἡ ἐπίσκεψη τοῦ κάθε ἐνδιαφερομένου σ᾿ ἕνα κόσμο ἁγιότητος καὶ εἰρήνης, ἔτσι ὥστε νὰ συντονιστεῖ ἡ ψυχή του μὲ τὴν πανευλόγητο ἀτμόσφαιρα ποὺ χαρακτηρίζει τὸν λόγο του, γιὰ νὰ τὴ βιώσει καὶ στὴ συνέχεια νὰ τὴν καρπωθεῖ. Κι ἐδῶ εἶναι ἀναγκαῖο νὰ προστεθεῖ καὶ τὸ ἑξῆς: Ὁ Μωραϊτίδης ὅ, τι γράφει τὸ ἔχει πρῶτα ζήσει ὁ ἴδιος καὶ στὴ συνέχεια τὸ φιλτράρει μὲ ὑπεύθυνη λογοτεχνικὴ μαστοριά, γιὰ νὰ τὸ προβάλλει καὶ προσφέρει.

Ἔτσι συμβαίνει καὶ στὸ μεγάλο διήγημά του «Ὁ Δεκατιστής», δημοσιευμένο τὸ 1894: Μιὰ ἐποχὴ-προθάλαμο, λίγο , δηλαδή, πρὶν ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ 20ου αἰ. Μὲ τὸ φάσμα τῆς χρεωκοπίας νὰ πλαναᾶται πάνω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἐνῶ εἶναι τόσο κοντὰ κι ὁ Ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος. Παράλληλα πρέπει νὰ σκεφτοῦμε καὶ κάτι ἀκόμα:ὁ Δεκατιστὴς πρέπει νὰ γραφτηκε μετὰ τὸ πρῶτο ταξιδι τοῦ Μωραϊτίδη στὸ Ἅγιον Ὄρος, ταξιδι ποὺ τὸν ἐπηρέασε πολὺ τὰ ὑπόλοιπα χρόνια, τόσο στὴν ἁγιοπνευματική του κατάρτιση, ὅσο καὶ συγγραφική του προσφορά. Κι ἐδῶ πρέπει νὰ θυμίσουμε ἔνα ὄνομα: τὸν πολύτιμο πνευματικὸ ὁδηγὸ τοῦ Μ., τὸν πολὺν Γ. Δανιὴλ τὸν Κατουνακιώτη, τὸν ὁποῖο ἔχω τὴν ὑποψία ὅτι ἰχνογραφεῖ ὁ Μ. μὲ τὸ ἀσκητὴ οἰκοδεσπότη τοῦ «Δεκατιστῆ». Γιατὶ ὅπως καταλαβαίνει ὁ καλοπροαίρετος ἀναγνώστης. ἡ ἀφήγηση γύρω ἀπὸ τὸν Γέροντα ἀσκητὴ μὲ τὴ συνοδεία του, ἐνέχει ἔντονο ἁγιορείτικο ἄρωμα.

Στὴ συνέχεια παρατίθεται μέρος τοῦ «Δεκατιστῆ», γιὰ νὰ γευτεῖ ὁ ἀναγνώστης ὁσιακὰ Χριστούγεννα, ἀλλὰ καὶ νὰ τιμηθεῖ, μέρες ποὺ ἔρχονται κι ὁ ἄλλος Ἀλέξανδρος, ὁ Μωραϊτίδης, ὁ διὰ τοῦ μοναχικοῦ καὶ ἀγγελικοῦ Σχήματος μετονομασθεὶς Ἀνδρόνικος Μοναχός.

[Γιὰ τὸν κατατοπισμὸ τοῦ ἀναγνώστη σημειώνονται τὰ ἑξῆς: Ὁ κὺρ Δημάκης, ὁ δεκατιστής τοῦ ἐλαίου τῆς Σκιάθου, καθὼς πηγαίνει γιὰ τὴ Σκόπελο, ὅπου θὰ γινόταν δημοπρασία γιὰ νὰ ἀγοράσει τὰ δέκατα, ἐγκαταλείπεται ἀπὸ τὸν συνταξιδιώτη του καὶ ἀναταγωνιστή του, τὸν καπετὰν Παρμάκη, σὲ κάποια ἔρημο νησίδα. Ἐκεῖ στὴν ἐρημιὰ ποὺ βρίσκεται, καὶ συλλογιέται τὸ παθημά του, ἀποκοιμιέται. Ὀνειρεύεται τὴ δημοπαρασία ποὺ θὰ γινόταν, ὅμως...]

«Ἀντί τῶν προυχόντων Σκοπελιτῶν, εἶδε πελώριον κύμα λευκάζον ἐν τῷ σκότει, καί ἀντί τοῦ σφυρίου τοῦ κήρυκος, ἤκουσε τωόντι γλυκύτατον ἦχον μοναστηριακοῦ σημάντρου, ὅπερ πρό τόσης ὥρας ἐκρούετο περιπαθῶς, ἐξεγεῖρον τούς λάρους καί τάς ἀλκυώνας εἰς τήν θείαν ὑμνωδίαν. Ἀνεμνήσθη ὅτι ἐξημέρωνον τά Χριστούγεννα· καί θεωρήσας τότε τήν γυμνότητά του ἔκλαυσεν.

Τό σήμαντρον ἀντήχει ἀκόμη γλυκύτατα ἀπό τῆς κορυφῆς τῆς ἐρημονήσου:

Τό τάλαντον, τό τάλαντον, τά τα, τά τα, τό τάλαντον!

Καί ἀνεκινεῖτο ἁρμονικῶς, θαρρεῖς, ἡ ξηρόνησος πρός τά ἠχήματα τοῦ σημάντρου ὡς νά ἐχόρευεν ὑπό τήν ἡσυχίαν τῆς ἀστροφεγγούς νυκτός, μέ ὅλους τους βράχους της, τούς καρκίνους της καί τούς θάμνους. Ὁ μαΐστρος εἶχε κοπάσει.

Θά εἶνε ἐδῶ καμμία ἐκκλησία! Διελογίσθη ὁ κύρ-Δημάκης. Καί πάραυτα ἐσκέφθη.

Ἴσως θά ἦλθε καμμία βάρκα! Καί εἶδες τό πρόσωπόν του, τό πρώην ἄγριον καί κατηφές, ὡς ἡ συννεφιασμένη Ζαγορά, νά πραϋνθῆ ἐν τῷ ἅμα, νά αἰθριάση.

Διά τῆς ἀτραποῦ ἀνήρχετο πρός τήν κορυφήν τῆς νησίδος, ὀπόθεν ἠκούοντο τοῦ σημάντρου οἱ ἦχοι. Σιγά-σιγά, ὑπό τό φῶς τῶν ἀστέρων, ἀναβαίνων καί διασκελίζων ὡς ἀγρία αἴξ τά ξηρόκλαδα καί τούς θάμνους, ἤκουσε τώρα καί τόν ἦχον ἠδυλάλου κώδωνος:

Ντίγκι-ντάγκ! ντίγκι-ντάγκ! ντίγκι-ντάγκ!

Πουλάκια τινά τῷ ἐφάνη ὅτι ἐτσιτσίρισαν φαιδρῶς μέσα εἰς τάς φωλεᾶς των, καί τίς ἀλκυῶνος σκιά, πεταχτή, ἀνεκινήθη ἐπί ὑψηλοῦ σκοπέλου, τινάσσουσα τά πτερά τῆς ἐν χαρά. Καί ἀναβλέψας εἶδε τά ἄστρα ἐν τῷ ἀπλέτω αὐτῶν φωτί, κινούμενα ὡς πρός ὑποδοχήν καί προσκύνησιν τοῦ Βασιλέως τοῦ κόσμου, χορεία παμφαῆς τῶν ποικιλωνύμων ἀστερισμῶν, καί μονήρεις φεγγοβόλοι πλανῆται, ὑπό τήν ἀρχηγίαν τοῦ σελαγίζοντος ἐκπάγλου Διός. Μετ' ὀλίγον διέκρινε τόν θόλον τοῦ ναΐσκου, πολυχρώμως φεγγοβολοῦντα ἐν μέσω τοῦ δασυλλίου τῶν ἀγριελαιῶν. Ἐρημίτις γέρων, μετά δύο νεωτέρων ὑποτακτικῶν, ἔζη ἐν τῇ ἐρημονήσω, ἀνηκούση εἷς τινά μονήν τοῦ ἁγίου Ὅρους, κ' ἐτέλει τήν νύκτα ἐκείνην τήν ἀγρυπνίαν τῶν Χριστουγέννων.

Ὁ κύρ-Δημάκης διῆλθε μικρόν τινά πυλώνα, ὅν εὖρεν ἀνοικτόν, κ' εἰσῆλθεν εἰς αὐλήν πλακόστρωτον, πλαισιουμένην ὑπό τινῶν κελλίων. Κατέναντι ἦτο ὁ ναΐσκος, μικρός συμμαζευμένος, βυζαντινός.

Ὁ ἐρημίτης, γέρων, πολιός, ὀστεώδης, μαραμμένος, ἐξήρχετο ἀπό τινός κελλίου προβαίνων εἰς τόν ναόν. Καί ἰδών ἐκ τῶν ὄπισθεν τόν κύρ-Δημάκην, ἱστάμενον καί θεωροῦντα πρό τῆς θύρας θαμβωμένον, ἐξεπλάγη, διότι οὐδεμία λέμβος εἶχε προσεγγίσει ἀπό τινῶν ἡμερῶν ἕνεκα τοῦ χειμῶνος. Περί τήν ἑσπέραν τελῶν κατά τό ἔθος τήν λειτουργίαν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἤκουσε φωνᾶς, τρίς ἤ τετράκις ἐπαναληφθείσας, καί ὑποπτεύσας ναυάγιον, ἀπέστειλε τόν ἕτερον τῶν μαθητῶν του, ἴνα ἐρευνήση τήν ἔρημον ἀκτήν, ὅστις ὅμως οὐδέν παρατήρησε. Διά τοῦτο ὁ γέρων ἐξεπλάγη νῦν. Μέ τήν μηλωτήν καί τόν γεωργούλην, ὡς ἦτο ὁ κύρ-Δημάκης, ἀνυπόδητος καί μέ γυμνᾶς τάς κνήμας, ἐξέλαβε τοῦτον ὡς σατανικήν φαντασίαν κ' ἐποίησε τρίς τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ. Ἐπειδή ὅμως ἡ σκιά ἐκείνη ἵστατο ἀκίνητος πρό τοῦ ναΐσκου, ὁ γέρων ἐννόησεν ὅτι ἄνθρωπος ἥν, καί πλησιάσας τόν φανόν, ὅν ἐκράτει, εἶδε καί ἐχαιρέτισεν αὐτόν.

Πῶς ἐδῶ, εὐλογημένε;

Μή τά ρωτᾶς, γέροντά μου! Ἀπήντησεν ὁ κύρ-Δημάκης, προσκλίνων καί ἀσπαζόμενος τήν ὀστεώδη του ἀσκητοῦ χείρα, ριγῶν, πυρέσσων.

Εἶνε καμμιά βάρκα ἐδῶ; Ἐρωτᾶ πάραυτα.

Τέτοια ὥρα, ποῦ νά βρεθῆ βάρκα;

Καί προσέθηκεν ὁ ἀσκητής.

Μήπως ἐπέσατε ἔξω τέκνον μου;

Μ' ἀφήσανε ἔξω, γέροντά μου! Ἀπήντησε, θρηνῶν σχεδόν ὁ κύρ-Δημάκης· καί διηγήθη ἐν συντόμω τό συμβάν.

Πειρασμός τέκνον μου, πειρασμός! Παρετήρησεν ὁ ἐρημίτης· καί προσεκάλεσε τόν ξένον εἰς τό κελλίον, ὅπως θερμανθῆ καί φορέση ὑποδήματα, διότι ἔβλεπεν αὐτόν τρέμοντα ἀπό τοῦ ψύχους.

Θ' ἀρθῆ αὔριο καμμιά βάρκα, γέροντα; Ἠρώτησεν ὁ κύρ-Δημάκης εἰσερχόμενος εἰς τί μικρόν κελλίον.

Θ' ἀρθῆ τέκνον μου, θ' ἀρθῆ. Ἔχε ὑπομονήν. Ἡσύχασε τώρα, καί κατόπιν ἔλα εἰς τήν ἐκκλησίαν. Εἶπεν ὁ ἐρημίτης καί ἀπῆλθε.

Λοιπόν θ' ἀρθῆ αὔριο βάρκα!

Ἐπαναλάμβανεν ὁ κύρ-Δημάκης, εὐαρεστῶν εἰς ἐαυτόν, ἐξαπλωθεῖς μεγαλόσωμος ἐπί μικροῦ ξηροῦ σοφά, ἐγγύς ἑστίας ἀναδιδούσης θερμοτάτην φλόγα, ἥτις ἐφώτιζε φαιδρῶς μέγαν Ἐσταυρωμένον ἐκεῖ καί τινά βιβλία.

Μετ' ὀλίγον νεαρός μοναχός ἐκόμισε πρός τόν ξένον ζωμόν νηστήσιμον, τεμάχιον προσφορᾶς, σύκα καί κάρυα καί οἶνον μαῦρον της Σκοπέλου μελιηδέα, ἅτινα ὅλα κατεβρόχθισεν ὁ κύρ-Δημάκης, νῆστις καί βασανισθεῖς μίαν ὅλην ἡμέραν.

Θ' ἀρθῆ λοιπόν βάρκα αὔριο! Ἠρώτησε μετά πεποιθήσεως τόν νέον μοναχόν ὁ κύρ-Δημάκης, φαιδρύνων τό λιτόν καί σαρακοστινόν δεῖπνον του, καί ἑτοιμαζόμενος νά πίη μέγα κρασοβόλιον.

Κατά τόν καιρό!

Ἀπήντησε ξηρά-ξηρά ὁ μοναχός σώφρων, ἀσκητής.

Πῶς; ἐμένα μοῦπε ὁ γέροντας πώς θαρθῆ. Ἠπόρησεν ὁ κύρ-Δημάκης μείνας μέ ἀνοικτόν στόμα, βαστάζων εἰς χείρας τοῦ ποτήριον, ἐν ὤ ἠκτινοβόλει ὡς βύσσινον ὁ μαῦρος οἶνος.

Ὁ μοναχός ἀπῆλθε χωρίς νά προφέρη ἄλλην λέξιν.

Καί εἶδες πάλιν νά σκυθρωπάση ὁ δεκατιστής.

Καί ἐνῶ ἐσκόπει κατ' ἀρχάς ν' ἀναπαυθῆ ὀλίγον, διότι ἠσθάνετο κόπωσιν καί ἐξάντλησιν τῶν δυνάμεων, νῦν, ταραχθεῖς, ἀφῆκε πλῆρες το ποτήριον, ἠγέρθη, καί συνεχῶς ἔβλεπεν ἀπό τινός θυρίδος τό πέλαγος.

Εἶδες τί μου ἔκαμαν τ' ἀκρογιαλᾶ! Διελογίζετο, ταλανίζων ἐαυτόν:

Τί ἤθελες, τί γύρευες κύρ-Δημάκη μου; Δέν ἐκύτταζες τήν δουλειά σου; Εἶνε καί ντροπή! Ὄχι ἄλλο!

Καί ἔφθανεν εἰς τό μικρόν κελλίον ἡ μελωδία τῆς ἀγρυπνίας, ἄρρητος, γλυκυτάτη. Ἐψάλλετο ἡ λιτή:

«Ὁ Οὐρανός καί ἡ γῆ σήμερον πνευματικῶς εὐφραινέσθωσαν».

Πρέπει ναρθοῦν βάρκες! Ἐψιθύριζεν ὁ κύρ-Δημάκης, βλέπων τό πέλαγος ἥσυχον.

«Μάγοι, Περσῶν βασιλεῖς . . . » ἀντήχει ἐναρμονίως τό δοξαστικόν.

Ἀρξαμένου τοῦ ὄρθρου, ὁ ἐρημίτης ἐθεώρησε καλόν νά καλέση τόν ξένον εἰς τήν ἱεράν ἀκολουθίαν.

Θά πῆρε κανένα ὕπνον! Ἐσκέφθη ὁ ἀσκητής.

Κ' ἐλθῶν σιγά-σιγά, ἐθαμβήθη ἰδών τόν ξένον ὄρθιον, σκεπτικόν, θεωροῦντα ἀνήσυχόν το πέλαγος.

 — Νά πᾶμε εἰς τήν ἐκκλησίαν, τέκνον μου! Ἐννοήσας δέ τήν ταραχήν του κύρ-Δημάκη, προσέθηκε πραΰνων αὐτόν.

 — Θαρθοῦν αὔριον βάρκες! θαρθοῦν! Καί παραλαβῶν αὐτόν εἰσήγαγεν εἰς τόν ναόν, μικρόν, φωτισμένον, στολισμένον, πανηγυρίζοντα.

Ἠσπάσθη ὁ κύρ-Δημάκης τήν «Γέννησιν» ἀνακειμένην ἐν μέσω κλαδίσκων φασκομηλέας ἐπί χρυσοϋφάντου ποδιᾶς, ἐπί γλυπτοῦ παλαιοῦ εἰκονοστασίου· καί κατέλαβε στασίδιον τί.

Οἱ δύο μαθηταί τοῦ γέροντος ἔψαλλον τά καθίσματα δεξιά καί ἀριστερά:

«Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί πού ἐγεννήθη ὁ Χριστός». Πλήν ὁ κύρ-Δημάκης εἰς μάτην προσεπάθησε νά θελχθῆ, νά κατανυγῆ. Ὁ νοῦς τοῦ ὅλος πεπωρωμένος, ἀναίσθητος, ἦτο εἰς Σκόπελον, εἰς τά δέκατα.

Ἐψάλη ὁ «πολυέλαιος», τά «ἀντίφωνα», καί ἤρχισεν ὁ μελωδικώτατος «Κανών».

Καί ἐνῶ κατόπιν ὁ δεξιός μοναχός ἔψαλλε τήν Καταβασίαν «Μυστήριον ξένον», προχωρεῖ σιγά-σιγά ὁ κύρ-Δημάκης πρός αὐτόν κ' ἐρωτᾶ:

Τό πρωί θά ἔλθη ἡ βάρκα, ἤ τό βράδυ;

Ὁ μοναχός, προσηλωμένος εἰς τό θεῖον μέλος, δέν ἤκουσε. Τότε ὁ κύρ- Δημάκης, μέ τήν χλαίναν του καί τά βαρέα καλογηρικά ὑποδήματα, μεταβαίνει πρός τόν ἀριστερόν ψάλτην, κ' ἐπαναλαμβάνει τήν αὐτήν κλαυθμηρᾶν ἐρώτησιν. Ἀλλά καί οὗτος, παραλαβῶν ἤδη τήν Καταβασίαν τοῦ Ἰαμβικοῦ κανόνος «Στέργειν μέν ἠμᾶς» οὐδ' ἤκουσε κἄν τήν ἱερόσυλον διακοπήν.

Οὕτως ἀπελπισθείς ὁ κύρ-Δημάκης ἐξῆλθεν εἰς τήν αὐλήν. Εἰς τάς Σποράδας κύκλω ἔλαμπον αἱ πυραί τῶν ἀγραυλούντων ποιμένων. Τό πέλαγος ἦτο ἥσυχον. Μόνον περί τό Πήλιον ὁ ὁρίζων ἦτο κατάμαυρος, πίσσα. Καί ἀφοῦ ἐπί ὥραν ἐθεώρει, ἀλλόφρων, ἄλλοτε τόν οὐρανόν, καί ἄλλοτε τήν θάλασσαν, εἰσῆλθε πάλιν εἰς τόν ναΐσκον, ἔνθα εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἱερά λειτουργία.

Κατ' εὐθείαν προχωρεῖ πρός τό ἅγιον βῆμα καί προκύπτει πρός τά ἔνδον, ἴνα ἐρωτήση τόν Γέροντα περί τῆς λέμβου. Ἀλλ' ἰδών αὐτόν ἐν μέσω νεφέλης θυμιάματος, πολιόν, ὁλόχρυσον, αἰγλήεντα ὡς φεγγοβολοῦσαν λαμπάδα, κύπτοντα ἐνώπιόν της Ἁγίας Τραπέζης, κατεπλάγη τόσον ὑπό ξένου, μυστικοῦ φόβου, ὥστε δέν τόλμησε νά ὁμιλήση, κ' εἰσέδυσεν ὁ ἀσεβής εἰς τό στασίδιόν του, μαῦρος Σατανᾶς, ἀρχοντικόν δαιμόνιον, παραπλανηθεῖς εἰς τήν ἐπέραστον καί κρυφήν ἐκείνην γωνίαν τοῦ Παραδείσου, κ' ἐστέναζε κατά διαλείμματα, διακόπτων τήν θείαν μυσταγωγίαν:

Ἄχ! τί μου ἔκαμες, καπετάν-Παρμάκη!

Τέλος, τήν αὐγήν, ἔληξεν ἡ θεία λειτουργία καί παρετέθη ἐν τῷ κελλίω τοῦ Γέροντος, ἐνώπιόν του Ἐσταυρωμένου, ἡ πανηγυρική Τράπεζα, εὐωδιάζουσα μύρα ἀσκήσεως καί ἀπράγμονος βίου.

Ὁ κύρ-Δημάκης χωρίς ὄρεξιν ἔλαβε μικρᾶν τροφήν, ἐνδομύχως θρηνῶν, διότι ἠδυνάτει νά πληρώση τήν λαίμαργον ἄλλην ἐπιθυμίαν του, καί μόλις ἐξημέρωσε καλά, κατῆλθεν εἰς τήν ἀκτήν πικρῶς βασανιζόμενος.

Ὁ μαΐστρος εἶχεν ἐπαναρχίσει. Βροχή χιονώδης ἐσχηματίσθη περί τήν Ζαγορᾶν, ἥτις προβαίνουσα ὡς πυκνός μελανόφαιος καπνός κατεκάλυψε τήν Σκίαθον ἐν τῷ χιονοστροβίλω. Αἵ νιφάδες ἔφθανον ψυχραί, παγωμέναι, εἰς τό στυγνόν πρόσωπον τοῦ δεκατιστοῦ, τόν ὁποῖον εἰς μάτην ἐκάλει ὁ ἐρημίτης νά μή ἀνησυχῆ.

Ἡ χιονώδης λαίλαψ, ἐκ δυσμῶν προβαίνουσα πρός ἀνατολᾶς, κατεκάλυψε νῦν τό πέλαγος καί τήν ξηρόνησον αὐτήν, ὡς μέ ἄχνην ἀναβράζοντος ἀτμοῦ. Ἤδη ἐξηφανίζετο καί ἡ Σκόπελος, μόλις διακρινομένη ὡς ὄπισθεν ἀραχνοϋφούς πέπλου.

Ὁ καιρός ἦτο «εἰς τόν μάστορη» κατά τήν κοινήν ἔκφρασιν.

Μέχρι τῆς μεσημβρίας ἡ χιῶν εἶχε λευκάνει τήν νησίδα, ἥτις ὠμοίαζε πρός χιονισμένην ὄρνιθα, κατακαθήσασαν ἐν μέσω τοῦ πελάγους.

Ὁ κύρ-Δημάκης οὐδέν δυνάμενος νά διακρίνη πλέον εἰς τό πέλαγος, ἐπανῆλθεν εἰς τό ἀσκητήριον, φέρων ἐπάνω του λεπτόν ἐπίστρωμα χιόνος ὡς ἀλευρωμένος γάτος.

Ἐκ τῆς ἀπελπισίας του οὐδέ ὠμίλει.

Σοῦ εἶπα, κατά τόν καιρό!

Ἐδικαιολογεῖτο ὁ μοναχός».

Μακαριοι, ὅσοι δέχτηκαν τὸ προνόμιο-εὐλογία, ὥστε νὰ ἑόρτάσουν, ἔστω καὶ γιὰ μιὰ φορά, τὰ Χριστούγεννα σὲ καθαγιασμένα ἱερὰ σκηνώματα. Ὅπως αὐτὸ ποὺ μὲ μοναδικὴ τέχνη, θεῖο φωτισμὸ καὶ ἱεροπρέπεια μᾶς χάρισε ὁ Μωραϊτίδης. Εἶναι, λοιπόν, νὰ μὴν τὸν εὐγνωμονοῦμε;

π. κ. ν. κ. 25-12-2015-Νοε. 2016



Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΧΤΕΣ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ

ς εναι καλ ντώνης Παπαβασιλείου πο μ τ Βαρυχειμωνι το Μωραϊτίδη, τν ποία μνημόνεψε, μο θύμισε κι μένα κάποιες τέτοιες μέρες, λευκές, πάλλευκες μέρες,  μ τ χιόνι να γόνα ν καπλαντίζει τ χωριό μας, ν χαρίζει σ μς τ παιδι εφροσύνη κα στος μεγάλους συλλογές. Ναί, συλλογές, γιατ ξέρανε πολ καλ πς ατς ο λευκές, θες μπαμπακολες πο πέφτανε κα σωρεύονταν πάνω στος δρόμους στς σκεπς κα τ δέντρα, μοναχα ζημις θ προκαλοσαν.
Βγαίνανε τότε κάθε τόσο ο νοικοκυραοι ξω κα κοίταζαν γύρω-γύρω τ πυκν τ χιόνι πο πεφτε, μονολογώντας:
-Βρέ, τοίχους....Τίπουτα δ φαίνιτι.
Κι στερα ξαναγύριζαν σιμ στν παραστιά, στ μεντέρι κα κοιτώντας τ φωτι ψιθύριζαν, λς κα κάνανε διάλογο μ τ ξύλα πο καίγονταν φήνοντας παραξενους χους-φωνές, λές, το δάσους.
-χ, πνι τ δέντρα, θ τ χαdακώς᾿ τ θλιάσματα...
Κι νος τους ταν στ λαιόδεντρα, πο μπορε τότε ν ταν κόμα τίναχτα, δηλαδή, ν μν εχε τελειώσει λαιοκομιδή. Κα γι ν πομε τν λήθεια, καημς δν ταν τόσο γι᾿  ατά,  σο  γι τ θλιάσματα, τ μικρά, δηλαδή, τ νέα λαιόδεντρα πο τώρα ναπτύσσονταν κι ταν τ καμαρι το κάθε λαιοπαραγωγο κα κτηματία.
μως πρόσβαση στ χτήματα ταν δύσκολη ως κι δύνατη.
-Πο ν βγες σαπάν...Πάει σ κουκούλουσι το χιόν΄!!
Κα περίμεναν ν καλωσυνέψει καιρός, ν άγωνία λο κα μεγαλωνε καθς συνέχιζε ν  χιονίζει.
κουγες, λοιπόν, στος καφενέδες τν δια φράση π τος νοικυραίους, πο γωνιοσαν, λλ κα ντιμετώπιζαν τ ζήτημα μ στωϊκότητα.
-Βρέ, τσ᾿ ρήμαξι τσ᾿ λιές ο χιουνις !!! λλά, ς εμαστι καλά, τ δέdρα θ ξαναγίνει, δ΄ λειά θέλνει...
Πράγματι, μόλις καταλάγιαζε χιονις κι ρχιζαν ν κνοίγουν τ μονοπάτια γι τ χτήματα, τότε ρχιζαν δειλά-δειλά ν νηφορίζουν κατ τος λινες ο παλιο Κληματιανοί, πότε μ τ ζα, πότε ποδαρόδρομο-ατοκίνητα δν πρχαν τότε-ν δον τς ζημιές. Κι ταν βλεπαν τ πληγωμένα λαιόδεντρα μονολογοσαν.
-Μανάλια γίν’κανι τ δέdρα!!!
Τ πόμενο βμα ταν τώρα πι τ λιάνισμα τν χοντρν κλαδιν πο ταν καταγς.  ν δ τ κλαδι εχαν κα καρπ τ μαδοσαν, ν χι, τ καλύτερα π ατ τ φόρτωναν γι τ σπίτι, στε ν χουν φα τ ζα (γίδες, πρόβατα, γαϊδούρια, μουλαρια). Τ ξύλα τ βάζανε στν κρη κι χι κατω π τ δέντρα,  γι ν μ ξεραθον κε κα βγε «κουπίδα» κα καταστρέψει τς λιές.
Μεγάλη φροντίδα μως δείχνανε γι τ «θλιάσματα», πο τ περιποιοσαν, βαζαν παλούκια ν τ «στάσουν», τ κλάδευαν προσεχτικ μ ψαλίδι κα κοίταζαν ν τ᾿ ναστήσουν.
μως πολλς φορς κανε τ χιόνι «πάν’- πανουτο», τ να δηλαδή, μετ τ λλο κα κόπος τν νοικοκυραίων ταν μεγάλος... Γιατ κενοι ο νθρωποι λάτρευαν τ χτήματα, τ δέντρα, τν καλλιέργεια, γιατ ζοσαν π᾿ ατά, πάντευαν κορίτσια, χτίζανε σπίτια κα πορεύονταν. Τότε λ᾿ ατ μως...
π.κ.ν.κ.

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email