© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Γιώργου Λέκκα: ΑΝΘΡΩΠΟΣ (ποίημα)


Μνήμη Γιώργου Σαραντάρη

Παντού η ίδια αγκαλιά.
Μεταξωτό γαλάζιο φως ο ουρανός
που ακουμπά τριγύρω μαλακά
στεριές κι ορίζοντες.
Κάτω η θάλασσα στρωτή
και πάνω της γονατιστός
στο βάθος δυσδιάκριτος ο άνθρωπος
να επαναλαμβάνει
ρυθμικά κι ηδονικά
«Κύριε δόξα Σοι».


Αντίπαρος, 28.7.2016

Ο π. Γεώργιος Α. Λέκκας είναι άμισθος πρωτοπρεσβύτερος της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής (1987), της Φιλοσοφικής Σχολής (1994) και της Θεολογικής Σχολής (2015) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Σορβόννης (Παρίσι 4) και μεταδιδακτορικός συνεργάτης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Γαλλίας (2000-2005). Δίδαξε ελληνική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου (Τμήμα Φιλολογίας, 2007-2012), ενώ διδάσκει επίσης Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο από το 2005 έως σήμερα. Υπηρετεί ως Νομικός του Υπουργείου Παιδείας υπεύθυνος Θρησκευμάτων στην Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία Βρυξελλών σε στενή συνεργασία με το Γραφείο της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην ΕΕ.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Γιώργου Λέκκα: ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ (ποίημα)


Τρυγώντας αποκλειστικά πορτοκαλί λουλούδια
μια μέρα θα γίνει μια εξίσου πορτοκαλί πεταλούδα.


Αντίπαρος, 27.7.2016

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Γιώργου Λέκκα: ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (ποίημα)


Καλοκαίρι με τα λιόδεντρα στην πανσέληνο
κι εγώ πεθαίνω ένας-ένας μες στην ομορφιά.
Κρίμα τέτοια θάλασσα να μην περπατιέται.


Αντίπαρος, 20.7.2016

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

«Ζ’bυθέρα, κ’bάρι, λ᾿ νέ....». Λέξεις ιερές, αλλά κι έτοιμες να ξεχαστούν

Γράφει ο π. Κων. Ν. Καλλιανός
Στὶς ἀξ. κυρίες Ἀνθούλα Δανιὴλ καὶ Μαρία Κοτοπούλη, εὐχετήριο γιὰ εὐλογημένο καλοκαίρι

Εἶναι γνωστὸ πιά, ὅτι ἡ σύγχρονη ζωή μας ἔχει σφραγιστεῖ πολὺ καλὰ ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς «προόδου» γιὰ ἀποταγὴ τοῦ παραδοσιακοῦ τρόπου βιοτῆς καὶ συμπεριφορᾶς. Γιατὶ μονάχα ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ καταλάβουμε πὼς εἴμαστε πιὸ προοδευτικοί, σύγχρονοι, <τὸ κοινῶς λεγόμενο in>, μοντέρνοι καί, φυσικά, «πολιτισμένοι».
Συνάμα, μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου ζωῆς καὶ τὴν ἀποδοχὴ κάθε συγχρόνου σχήματος ποὺ μᾶς σερβίρεται, ἀπωλέσαμε τὸ μεγαλεῖο τῆς ἁπλότητας καὶ τῆς γνησιότητας, ἀφοῦ παραγεμίσαμε τὰ σπίτια καὶ τὶς ψυχές μας ἀπὸ πολλά. Ὅπως κάθε εἴδους ἠλεκτρικὲς καὶ ἠλεκτρονικὲς συσκευές, ρουχισμό, ἀκριβὰ ἔπιπλα καὶ τεράστια (κι ἄχρηστα ἐν πολλοῖς) δωμάτια σὲ ἐξίσου πολυώροφα καὶ μεγάλα οἰκήματα. Ἀντίθετα μὲ αὐτὸ ποὺ ἔζησαν οἱ πατέρες μας καὶ συμπυκνώνονταν στὴ γνωστὴ παροιμία: «Σπίτι ὅσο νὰ χωρᾶς καὶ χτῆμα ὅσο θωρᾶς». Ποὺ σήμαινε ὅτι τὸ σπίτι εἶναι γιὰ ἀνάπαυση καὶ ἀνασυγκρότηση καὶ τὸ (ὅποιο χτῆμα) γιὰ ἐργασία, ἀπασχόληση, φροντίδα καί βιοπορισμό.
Κι ὕστερα, λοιπόν, ἀφοῦ ἀποχαιρετήσαμε τὸν παλιό, παραδοσιακὸ τρόπο ζωῆς μὲ ὅλα του τὰ γνωστὰ καὶ ἄγνωστα, ἀποφασίσαμε νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας. Χωρὶς νὰ κρατήσουμε κάποιες ἀξίες ἀπὸ κεῖνες ποὺ κληρονομήσαμε π. χ. τὸν σεβασμὸ στοὺς ἡλικιωμένους καί, ἀσφαλῶς, πιὸ σοφοὺς ἀπὸ ἐμᾶς.
Ἔτσι μπάσαμε στὸ σπίτι μας συνήθεις ξένες, ὅπως νὰ «τιμοῦμε» τὴ γιορτὴ τῆς γυναίκας, ὄχι ὅπως μᾶς τὴν προβάλλει ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν Ἀναστάσιμη χαρὰ κι εὐλογία τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων, τῶν γυναικῶν, δηλαδή, ἐκείνων ποὺ τόλμησαν νὰ ἐπισκεφτοῦν τὸ Κενὸ Μνημεῖο καὶ νὰ γίνουν Κήρυκες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τότε ποὺ θὰ ἐπιτάξει τὸ συστημα. Τὸ ὁποῖο καὶ τυφλοῖς ὄμμασι ἀκολουθοῦμε... Ὅπως ἐπίσης μὲ τὴ γιορτὴ τῆς μητέρας, ποὺ δὲ σεβόμαστε, τὴ μοναδική μας Μητέρα, τὴν Παναγία κι ἔτσι, μήτε τὴ δεύτερη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ποὺ τιμᾶται, μήτε τῆς Ὑπαπαντῆς, ὅπου μὲ τρυφερότητα ἡ ἴδια ἡ Παναγία Μητέρα ἐκκλησιάζει, μὲ ὄλη τὴν ἀθωότητα ποὺ Τὴν διακατέχει, Αὐτόν, τὸν «πάλαι συλλαλήσα[ντα] τῷ Μωσῇ»... Οἰκειοποιηθήκαμε, λοιπόν, καὶ τὴν «ἐμπορικὴ» γιορτὴ τῆς μητέρας, τοῦ πατέρα καὶ ξέρω ἐγὼ τὶ ἄλλων, ποὺ δὲν ἔχουν μήτε νόημα, μήτε καὶ θεμέλια. Τοὐλαχιστον στὰ δικά μας τὰ χώματα.
Κι ὕστερα, ἀφοῦ καταλάβαμε πὼς ἀπελευθερωθήκαμε ἀπὸ τὰ στερεότυπα τοῦ παρελθόντος, στραφήκαμε στὴ Γλώσσα μας, τὸ μεγιστο θαῦμα τοῦ Ἕλληνος λογου κι ἀρχίσαμε σιγά-σιγὰ νὰ τὴν ἀκρωτηριάζουμε, περιφρονώντας ἔτσι τὶς ρίζες καὶ τὶς καταβολές μας. Ἀκρωτηριάσαμε, λοιπόν, τὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικά, ἀργότερα τὴ λόγια γλώσσα, γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν ἁπλοποίησή της, μὲ τὴν κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας καὶ φυσικὰ τῶν τόνων καὶ τῶν πνευματων: τῶν ἀσκήσεων δηλαδή, ποὺ ἀπὸ τὴ μιὰ στόλιζαν τὶς λέξεις κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ὄξυναν τὸ νοῦ, ὥστε νὰ γραφει σωστὰ καὶ πειθαρχημένα. Ἔτσι οἰκειοποιηθκαμε ἄλλους τρόπους γραφῆς, π. χ. τὰ λεγόμενα greeklish, λησμονήσαμε τὶς Ἑλληνικὲς τὶς λέξεις καὶ τὶς ἀντικαταστήσαμε μὲ ξένες ( π. χ. ἀντὶ παντοπωλεῖον λέμε πιὰ σούπερ μάρκετ ἤ μίνι μάρκετ, ἀντὶ γιὰ ἀναψυκτήριο στὴν ἀκρογιαλιὰ λέμε «μπήτς μπάρ», κ. ἄ. ἀκόμη).
Μαζύ, λοιπόν, μὲ τὰ παραπάνω ἀρχίσαμε σταδιακὰ νὰ λησμονοῦμε ἤ νὰ περιφρονοῦμε καὶ παραδοσιακοὺς τρόπους προσφωνήσεως συγγενικῶν μας προσώπων. Ἔτσι, τὸ κουμπάρος, νονός ( λ᾿ νός), συμπέθερος, ἑξαδελφος ( ἀξαδιρφους), μπάρμπας, θειά, κ. ἄ. πολλά, ὅλο καὶ λησμονοῦνται.
Τώρα πιὰ ὁ ἕνας συμπέθερος καλεῖ τὸν ἄλλο μὲ τὸ μικρό του ὄνομα, τὸ ἴδιο καὶ οἱ συμπεθερες. Ἐπίσης ἡ νυφη δὲν ὀνομάζει τοὺς γονεῖς τοῦ συζύγου της πατέρα καὶ μάνα, ἀλλὰ μὲ τὰ... μικρά τους ὀνόματα, λὲς καὶ πήγαιναν μαζὺ στὸ Σχολεῖο. Φυσικὰ ἡ «κουμπαριὰ» κι αὐτὴ ξεχνιέται, ἐνῶ παλιοτερα κουμπάρο ( g’ bάρου) προσφωνοῦσαν αὐτὸν ποὺ στεφανωνε τὸ ἀνδρόγυνο ἤ βάφτιζε κάποιο παιδί, ὅλο σχεδὸν τὸ σόϊ τοῦ γαμπροῦ καὶ τῆς νύφης.
Φυσικά, θὰ διερωτηθεῖ κάποιος, ὅλ᾿ αὐτὰ μήπως ἦταν ἁπλῶς ὀνομασίες χωρὶς νόημα ἤ καὶ κάποιο εἰδικὸ βάρος; Δηλαδή, μήπως πίσω ἀπὸ τὶς ὅποιες προσφωνήσεις κρύβονταν μιὰ ὑποκρισία καὶ τίποτε περισσότερο; Κι ὅμως, ὄχι. Γιατὶ μπορεῖ νὰ ὑπῆρχαν ἐξαιρέσεις, ὅμως ὁ κανόνας ἦταν ἕνας: νὰ τιμῶνται πάντα αὐτὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται πλέον συγγενικά. Καί, μάλιστα, πρέπει νὰ τονιστεῖ πὼς ἦταν καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀπάρτιζαν τὸν εὐρύτερο κύκλο τῆς οἰκογένειας. Κάτι ποὺ σήμαινε πολλά, ὅπως π. χ τὴ συνδομὴ στὶς χαρὲς καὶ στὰ ἀνεπαντεχα τοῦ βίου, «γιαρτίμ» σὲ ὧρες καὶ μέρες αἰχμῆς κατὰ τὴ συλλογὴ τοῦ μαξουλιοῦ (βλ. δαμάσκηνο, ἀμύγδαλο, ἐλιές). Ἔτσι ἡ περιζήτητη (κάποτε) φράση «ἀρὴ, ἤρθαμι νὰ σᾶς γιαρτινέψουμι...» ἀποτελοῦσε τὸ κλειδί, ὥστε οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων νὰ γίνονται ὅλο καὶ πιὸ οἰκεῖες κι ἀνθρώπινες. Παραλληλα δὲ νὰ ἀναπτύσσεται κι ἡ (χαμένη σήμερα) ἐπικοινωνία.
Γιὰ νὰ γίνει δὲ πιὸ κατανοητὸς ὁ λόγος μου, καταφεύγω στὸν ἀξεπέραστο Παπαδιαμάντη, ὁ ὁποῖος μὲ τὰ ὅσα λέει ἀσφαλῶς καὶ πιστοποιεῖ τὰ προαναφερόμενα, δίνοντας συναμα μάθημα στοὺς Νεοέλληνες νὰ ἐπανευαγγελιστοῦν στὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὸν σεβασμὸ ποὺ περιέχουν οἱ ἐπωνυμίες. Οἱ ὁποῖες, σημειωθήτω, δὲν εὐφευρέθηκαν χωρὶς καμμιὰ σημασία. Τὴ Γλώσσα μας τιμοῦν...
«Γειά μας! καλὴ γειά! διάφορο! καλὴ καρδιά! Παπά μ᾽, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾽! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπά σ᾽ καὶ τὰ παιδάκια σ᾽! Ξάδερφε Θοδωρή! νὰ ζήσῃς, νὰ τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾽ νὰ τρέξῃς καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Νὰ χαίρεσαι, μ᾽ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνιψιὲ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε. Κουμπάρα Κυπαρισσού! μὲ μιὰ καλὴ νύφη, νὰ ζήσῃς, νὰ χαρῇς! ἐβίβα ὅλοι! Τέ-περ-τε*! Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλὴ λευθεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα μὲ τὸ καλό!» ( Ἀπὸ τὸ διήγημα, «Ἐξοχικὴ λαμπρή)
*************
«―Γεννήσατε;
― Σπαργανίσαμε*, συντέκνισσα*.
Ἦτον γυνὴ ἀπ᾽ τὰ βουνά, σύζυγος ποιμένος, τοῦ Θοδωρῆ τοῦ Τσολοβίκου, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ἀρχαϊκάς ― τὶς πρωτινὲς ἢ παλαιινές, καθὼς τὰς ἔλεγαν. Εἶχε ζήσει εἰς τὰ ἥμερα βουνὰ τὰ ἐγγὺς τῆς πολίχνης, ὅπου ὁ παρείσακτος νεωτερισμὸς ἀκόμη δὲν εἶχε ποδάρια διὰ ν᾽ ἀναρριχηθῇ, ὠνόμαζε τὸ πιᾶτο πινάκι, τὴν σουπιέρα λοπάδα, τὸ μπαρμπούνι τριγλί, τὸ τσεκούρι ἀξινάρι, τὴν πουλάδα νοσσίδα, καὶ τὴν κουμπάρα, εἰς τὴν ὁποίαν ὡμίλει, τὴν προσηγόρευε «συντέκνισσα». Πλὴν τούτων, εἶχεν ἄλλας τινὰς ἀφελεῖς λεπτότητας καὶ εὐφημισμοὺς εἰς τὴν γλῶσσαν, καὶ τὸν τοκετὸν τὸν ἀπεκάλει «σπαργάνισμα» . (Ἀπὸ τὸ διήγημα «Ἡ Συντέκνισσα».
Κλείνοντας, θὰ ἤθελα νὰ θυμίσω κάτι ποὺ ἔχω ξαναγράψει ἀλλοῦ, γιατὶ τὸ θεωρῶ ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον κορυφαῖα μαθήματα ποὺ δέχτηκα στὰ μαθητικά μου τὰ χρόνια.
Ἦταν κοντὰ στὸ καλοκαίρι καὶ μέσα στὸ δωμάτιο μιᾶς κλινικῆς στὸ Βόλο, ποὺ νοσηλευόταν ἡ συγχωρεμένη ἡ γιαγιά μου, ἐπίσης νοσηλευόταν μιὰ γιαγιὰ ἀπὸ τὴν Ἁλόννησο, τὰ γνωστὰ Λιαδρόμια.
Ἡ γιαγιά μου ἦταν μικρότερη στὰ χρόνια ἀπὸ τὴ γιαγιὰ τὴ Λιαδρομίτισσα κι ὅμως, ὅταν συζητοῦσαν ἐκείνη ἀποκαλοῦσε τὴ μικρότερή της συνασθενὴ «θειά».
Ἀπόρησε, λοιπόν, ἡ γιαγιά μου καὶ τὴ ρώτησε γιατὶ τὴν προσφωνεῖ ἔτσι, ἀφοῦ εἶναι μεγαλύτερή της; Κι ἐκείνη σοφὰ ἀπάντησε, «Ἀγάπη᾿ μ᾿ d’ γλώσσα μ᾿ τιμάου».
Ἀλήθεια, θέλει καὶ συνέχεια ο λόγος;

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

ΑΜΥΝΤΑΣ - ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΡΜΟΡΗ | ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΣΠΥΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ | ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ
Την ποιμενική κωμωδία (Commedia pastorale), Αμύντας (Amintas), που τυπώθηκε ανώνυμα στη Βενετία το 1745, σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο και είναι μετάφραση-παράφραση στα ελληνικά του ομώνυμου έργου του μεγάλου Ιταλού ποιητή Torquato Tasso (1544-1595), παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Ηρώδου του Αττικού, στις 8-7-2016, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, σε μια εξαιρετική, πρώτη πανελλήνια παράσταση του Σπύρου Ευαγγελάτου, ο οποίος αναγνώρισε τον ανώνυμο συγγραφέα του Αμύντα, Γεώργιο Μόρμορη (1720-1790), ιατροφιλόσοφο ποιητή από την Φορτσέτα των Κυθήρων, από ένα αντίτυπο που βρέθηκε στη βιβλιοθήκη της πόλης Bergamo της Ιταλίας και μας τον παρέδωσε.
Το ποιμενικό δράμα, δημιούργημα της Αναγέννησης, έλκει την καταγωγή του από την Βουκολική ποίηση του Θεόκριτου, ενός από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελληνιστικής εποχής και του Βιργιλίου, Λατίνου ποιητή της εποχής του Οκταβιανού. Ο Torquato Tasso, Ιταλός ποιητής του 16ου αιώνα, εμπνέεται και δανείζεται τους ήρωές του από τα Ειδύλλια του Θεόκριτου, όπως τον Αμύντα, με το Μακεδονικό όνομα, που παίχτηκε στη Φεράρα το 1573. Από τα γνωστότερα έργα του Tasso είναι το επικό του ποίημα "Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ".
Ο αέρας που πνέει από τα Ποιμενικά Δράματα επηρεάζει την Ευρώπη με φωτεινότερο παράδειγμα την Τρικυμία του Σαίξπηρ και τα λιμπρέτα για όπερες του Metastasio, που βασίζονται σε βουκολικά θέματα. Φτάνει όμως και ώς την Κρήτη με την Πανώρια του Γεωργίου Χορτάτση (16ος-17ος αι.).
Ο Σπύρος Ευαγγελάτος θεωρεί πρωτότυπη την ανάπλαση του έργου από τον Γεώργιο Μόρμορη, ο οποίος, διατηρώντας την αρχική δομή, αλλάζει την αισθητική και τη μορφή του έργου, προσθέτοντας ένα δεύτερο πρόλογο και το πρόσωπο της Κυθέρειας Αφροδίτης. Από τις πλούσιες πληροφορίες που μας δίδει μαθαίνουμε ότι το έργο κατέχει σημαντική θέση στη ιστορία της νεοελληνικής δραματουργίας του 18ου αιώνα και ιδιαίτερα της κρητοεπτανησιακής θεατρικής παράδοσης. Ο Μόρμορης, όπως επισημαίνει ο μελετητής, συμπληρώνει το σύνολο των δραματογράφων και μεταφραστών που αντιμετώπιζαν με μεγάλη ελευθερία τα πρωτότυπά τους και αναφέρει ανάμεσα σε άλλους τους, Πέτρο Κατσαΐτη, Σαβόγια Ρούσμελη, Δημ. Γουζέλη και Γεώργιο Ζαμπέλιο. Επτανησιακά και λόγια στοιχεία αναμεμιγμένα με την καθομιλουμένη της εποχής, συνθέτουν ένα ποίημα 3.862 στίχων, σε ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους και λίγους οκτασύλλαβους, ενώ το πρωτότυπο αποτελείται από 1.690 στίχους. Ο Ευαγγελάτος, εκτός από τη σπουδαία μελέτη, τη δραματουργική προσαρμογή και το πλούσιο γλωσσάρι, κάνει και τη σκηνοθεσία και μας προσφέρει μια λαμπερή παράσταση όλο φρεσκάδα και ομορφιά.
Ο Αμύντας, ανεψιός του Πάνα, ερωτεύεται τη Σύλβια, ανεψιά της θεάς του κυνηγιού. Η Σύλβια, που ενδιαφέρεται μόνο για το κυνήγι, δεν ανταποκρίνεται στον έρωτά του, γιατί μισεί τους άνδρες και δεν έχει ένα καλό λόγο για τον Αμύντα και όταν ακόμα τη σώζει από ένα σάτυρο που την έχει αρπάξει και την έχει δέσει με τα μαλλιά της, γυμνή, σε ένα δένδρο. Συνεχίζοντας αμέριμνα το κυνήγι, μαθαίνει ότι ο Αμύντας, απελπισμένος από την αδιαφορία της, αυτοκτόνησε πέφτοντας από έναν γκρεμό. Τότε λυγίζει και θέλει και η ίδια να πεθάνει. Ο Αμύντας όμως σώζεται από ένα κλαδί που εμποδίζει την πτώση του και έτσι το τέλος είναι αίσιο για το ζευγάρι.
Πρόσωπα υπαρκτά, φανταστικά, μυθικά, πνεύματα της φύσης, ζώα παράξενα, δένουν αρμονικά στο έργο και πάνω στη σκηνή του Ηρωδείου, με ποίηση και μουσική, με λόγο καθαρό, με καταστάσεις σπαρταριστές και συναρπαστικές, σε ένα παιχνίδι ερώτων, γεμάτο εφηβική δροσιά. Μέσα στο καλαίσθητο σκηνικό του Γιώργου Πάτσα, ο οποίος υπογράφει και τα κοστούμια, χαρακτηριστικά του ύφους και του στυλ της κάθε εποχής, ο Ευγγελάτος, θυμίζοντας τον καλό, εμπνευσμένο εαυτό του, ανέδειξε με ευφυή διδασκαλία και σκηνοθετικά μέσα τις αρετές και την ποιητική ατμόσφαιρα του έργου. Ο Σκηνοθέτης, ξεκινώντας από τα βάθη του χρόνου, με τη βοήθεια της ωραίας μουσικής σύνθεσης του Γιάννη Αναστασόπουλου, θαυμάσια ερμηνευμένης από τον Μάριο Σαραντίδη και το εκλεκτό τρίο, Άκη Στρατουδάκη βιολί, Στέφανο Χατζηαναγνώστου φλάουτο, Έλενα Παπανικολάου πιάνο, που έπαιζαν ζωντανά επί σκηνής, μύησε το κοινό του στην εποχή του μπαρόκ, έφερε μνήμες από ροκοκό, το βύθισε στον ρομαντισμό και το προσγείωσε στους ρυθμούς του 21ου αιώνα. Πολύτιμοι συνδημιουργοί οι ηθοποιοί: Οδυσσέας Παπασπηλιώπουλος, Αμύντας. Φαίη Ξυλά, Σύλβια. Βίκυ Βολιώτη, Δάφνη. Θανάσης Κουρλαμπάς, Τίρσης. Θανάσης Δήμου, Σάτυρος. Χριστιάννα Ματζουράνη, Νερίνη. Θωμάς Γκάγκας, Εργάστος. Γεράσιμος Σκαφιδάς, Ελπίνο. Άπαντες συνέβαλαν τα μέγιστα στο πνευματικό παιχνίδι που έπλασε ο σκηνοθέτης και έπαιξαν, αιωρούμενοι στο χρόνο, με χάρη, ευελιξία, χιούμορ και πλούσιο συναίσθημα. Σκηνές ονειρικές για τους ερωτευμένους, κάποτε "εφιαλτικές", εξ αιτίας των παρεξηγήσεων, που προκαλούνταν από την πάλη και τις διεκδικήσεις των εραστών, θύμιζαν commedia dell arte και αναδείκνυαν το υψηλό δεξιοτεχνικό επίπεδο ερμηνείας των ηθοποιών μας, που έλαμψαν στο παιχνίδι της χαράς, της λύπης, του έρωτα και της μοναξιάς.
Με ποίηση και φαντασία, βοσκοί και βοσκοπούλες, Σάτυροι, Φαύνοι, Νύμφες και Χορός, άνοιξαν τις πύλες του χτες για να εισχωρήσουν στο σήμερα και να μας δείξουν ότι η ιστορία, η μυθολογία, η παράδοση, αντανακλώνται στο παρόν, προσφέροντας την ευεργεσία των δώρων τους στο σύγχρονο κοινό, που όρθιο, μέσα στο θέατρο, χειροκροτούσε, παλλόμενο από χαρά και πνευματική ευωχία.

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΚΟΛΟΚΥΘΙ ΒΡΑΣΤΟ ΜΕ ΜΑΡΑΘΟ

(Λησμονημένες θερινὲς γεύσεις καὶ εὐωδιὲς ἀπὸ τὸ Παλιὸ τὸ Κλμα)
Στὴ Μνήμη τῆς Μίνας Μεν. Ραβανοῦ, τῆς ἀγαθῆς ψυχῆς


Ἀπὸ τὶς εὐωδιὲς τὶς θερινὲς ποὺ ἀπομένουν στὴν ψυχὴ νὰ τὴν ἀρωματίζουν μέσα σὲ τοῦτο τὸ ἀτελείωτο συνονθύλευμα ἀπὸ ποικίλες μυρουδιὲς, ποὺ τώρα τὸ θέρος εἶναι σὲ ἔξαρση -μυρουδιὲς ἀπὸ ἀρώματα, ἀντηλιακά, ἐδέσματα, κ. ἄ- εἶναι κι ἐκείνη ἀπὸ βρασμένο κολοκύθι μὲ μάραθα. Κι ἦταν αὐτὴ ἡ εὐωδιὰ τόσο χαρακτηριστικὴ στὸ παλιό μας τὸ χωριό, τώρα τὸ καλοκαίρι, ποὺ πραγματικὰ ἀρωμάτιζε τὸ σπίτι καὶ συνάμα ἔκανε πιὸ εὔγευστο τὸ τρυφερὸ καὶ σταχτοπράσινο κολοκύθι.
Οἱ παλιοὶ Κληματιανοὶ συνήθιζαν τώρα τὸ καλοκαίρι νὰ γεύονται τὸ ἁπλὸ αὐτὸ φαγητό, ποὺ συνοδεύονταν ἀπὸ τυρὶ ντόπιο ἤ ἐλιές, ἤ καὶ ψάρια καὶ φυσικὰ μὲ ζυμωτὸ ψωμί, ποὺ τὸ βουτοῦσαν μάλιστα μέσα στὸ πιάτο μὲ τὸ λαδολέμονο, μὲ τὸ ὁποῖο περιχύνονταν τὸ κολοκύθι μὲ τὰ μάραθα.
Τὸ κολοκύθι τώρα ἦταν καρπὸς τῆς λεγόμενης χειμωνιάτικης κολοκυθιᾶς, τὴν ὁποία φύτευαν στοὺς κήπους κάτω στὸ Ρέμα ἤ τοὺς ἔφερνε ἀπὸ τὸ δροσερό του τὸ μποστάνι ὁ μπάρμπα-Ἀνάργυρος ἀπὸ τοῦ «Κώστα». Ἦταν πολὺ γλυκὰ καὶ νοστιμα τὰ κολοκύθια καὶ τὸ μυστικὸ γιὰ νὰ γίνουν γλυκά κρύβονταν στὴν παλιὰ συνταγή: Νὰ κοπρίζονται οἱ κολοκυθιὲς κάθε τόσο μὲ «κοτσιλιά», ὄχι ριγμένη ἔτσι, ἀλλὰ ἀνακατωμένη μὲ δροσερὸ νερό. Ἡ λίπανση, λοιπόν, αὐτὴ καὶ τὸ φυτὸ στήριζε καὶ καρπὸ εὔγευστο ἔδινε.
Ἀπὸ τὶς μαραθιὲς, λοιπόν, κοίταζαν νὰ μαζέψουν τὶς τρυφερὲς κορφές ἤ τὰ τρυφερὰ τὰ βλαστάρια, ὅταν ἦταν θαμνεμένο τὸ χτμα καὶ μετὰ ἀπὸ κάποια βροχὴ «πετοῦσαν». Τὰ καλὰ καὶ τρυφερὰ μάραθα τὰ μάζευαν κυρίως σὲ μέρη ὑγρά, ὄχι «ρεβένια».
Σήμερα ποὺ πολλὰ ἔχουν λησμονηθεῖ ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ δίαιτα, ἐλάχιστοι γνωρίζουν αὐτὸ τὸ καλὸ καὶ γιεινὸ φαγητὸ τῶν παλιῶν Κληματιανῶν. Γιατὶ μὴ λησμονοῦμε καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι δηλαδή μὲ τέτοιυς τρόπους ζωῆς κοίταζαν οἱ παλαιότεροι νὰ κάνουν τὴν πεντάρα λίρα, γιατὶ εἶχαν κορίτσια νὰ παντρέψουν, νὰ κάμουν προικιά, νὰ ζήσουν, μετρώντας πάντα τὰ πράγματα μὲ σύνεση καὶ νοικοκυροσύνη.

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Ανάγνωση του βιβλίου της Μάρως Βουδούρογλου-Βλαχάκη «Φως δαμασκηνί»

[Σκόπελος 2008, σ.σ. 78]

Γράφει π. Κων. Ν. Καλλιανός

λήθεια, ποιν λλο τίτλο θ διάλεγε ν λόγ  ποιήτρια, κτς π κενον πο ταμιεύει μέσα της βιώματα κα εωδις συνάμα, χρωματισμένα λα μ κενο τ χρμα τν φρέσκων δαμάσκηνων, τν κορόμηλων, πως τ ξέρουμε στν τόπο μας, πο ζωγραφίζουν κάθε Αγουστο τς πλατεες τν φούρνων κα τς γύρω πλαγις το χωριο, πλωμένα πάνω στ τελάρα στς σπαρτίνες. Ζωγραφίζουν μ βαθυγάλαζη μπογι τν τόπο πο πλώνονται ν λιαστον, φήνοντας συνάμα μι εωδι πο λιγώνει τν ψυχή, τέρπει τν σφρηση, χαριτώνει τ εναι...

Ατά, λοιπόν, σκέφτηκα ταν πρα στ χέρια μου τν ποιητικ συλλογ τς κ. Μ(άρως Βουδούρογλου) «Φς δαμασκηνί». Μι συλλογ πο πλώνεται, μέσα π πέντε νότητες σ σαρανταεννι ποιήματα, πο νασαίνουν τν εωδι το δαμάσκηνου κα τ λεπτ τ ρωμα το πεύκου: ατο το δέντρου, μ τ ποο εναι ντυμένη π τ Δημιουργό της Σκόπελος.

Ναί, λοιπόνχαριτώνει τ εναι ατ τ πάντρεμα τν εωδιν πο σκορπνται πλούσια τν Αγουστο στ Σκόπελο, πως τ χαριτώνει κα τ συγκινε ποιητικς λόγος τς κ. Μ., πο κτινοβολε συλλογή της. Συλλογ προικισμένη μ βαθ λυρισμό, βιωματικ καταθεση κα φωτειν κλωνάρια γνήσιου ξομολογητικο κδηλωτισμο:
Δν διάβηκα τς ξεγνοιασις σοκάκια
παρέα νχω νειρα κι λπίδες.
Γέλιο πο φηνε στ μάγουλα λακκακια
σκεπάστηκε π πρόωωρες ρυτίδες». (σ. 59)

μως ατ πο κυριαρχε ς πρωταρχικ στοιχεο -μ τ ποο κα δομονται πολλ ποιήματα- εναι τ νησ τς ποιήτριας, Σκόπελος,
«... βλογημένη γ». (24)

Κι χει δίκιο, γιατ μονάχα μέσα π να τέτοιο ξαίσιο ποίημα πο παρέδωσε Δημιουργς στν Κόσμο, ποίημα ντυμένο
«πράσινο λαδί...». (24)

εναι δυνατ ν πηγάσουν στίχοι πως ατο πο καταθέτει ποιήτρια: μνος φωτεινς στ Σκόπελο
«Κρύβω τ θάλασσα, το
Στ φυλλοκάρδια μου,
στο φεγγαριο τ φς
τ Σκόπελό μου». (61)

Κι κόμα παραπέρα, κρύβει κα κάτι λλο ψυχ τς κ. Μ.: Μι παλι αλή, ραντισμένη π τν εωδι το γιοκλήματος, πο συντροφεύει τ παλι ρχοντικ στ Κλήμα, τς γιαγις τ στοργικ τ σπίτι.
«γιόκλημα κα μρο μου
Τυλίξου γύρω-γύρω μου» (18)
θ πε κα θ συνεχίσει
«σ μι γωνι νταντεντέμενη στ λιόγερμα
σ μι βραγι σκαλισμένη μ νειρα
γ χω ζήσει...» (22)
κι δικο δν χει. Γιατ κείνη γωνι στν Πεκο πο γναντεύει τ πέλαγο τν παγκιάζει μέχρι σήμερα κι βραγι πο κοσμοσε τ σπίτι θ τ στηρίζει πάντα.

Μάρω, μπορε ν μίλησες κα ν γραψες γι τ Σκόπελο, τν ρχαία Πεπάρηθο, μως σοι σ ξέρουμε,  γνωρίζουμε πς τ Κλμα εχες πάντα στ νο σου. Τ Κλῆμα κα τ σπίτι τς γιαγις τς Σεβαστς στν λιώνα. κε πο ναπαύονταν ψυχή σου, δηλαδή. Νσαι καλά κα νχει  συνέχεια  τ ποιητικό Σου τ  ταξίδι!


Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email