© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Αντώνη Ν. Παπαβασιλείου: ΑΝΑΠΟΔΟΓΥΡΙΣΜΑ


Πάλι (αυξάνει, δυσοίωνα, η συχνότητα) αραχνιάζει η καρδιά μας. Παγώνουμε.
Σκονίζει ο τρόμος την Ευρώπη. Βόμβες κροτίζουν απόγνωση.
Δεν χωράνε ούτε εξυπνάδες (ξέρω όλες τις συνομωσίες) ούτε το λεπίδι της δύναμης («αποδοτικά» βασανιστήρια).
2016 και κόσμος πεθαίνει σε εκλεπτυσμένα αεροδρόμια
ή στα παγωμένα νερά της θάλασσας της προσφυγιάς.
Υπάρχουν απαντήσεις;
Φυλλομετρώ την ποίηση για να πάρω ανάσες:


«Σκόπευση

Εκείνος είπε: Μονάχα με το στόχαστρο του σταυρού
αναποδογυρίζουν οι προοπτικές του κόσμου τούτου
και βλέπεις στην Εδέμ το Μέγα Θήραμα λαβωμένο». (Ελ. Μάινας).



Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Φωνή και Φως από τα Εσώτερα (Με αφορμή "Τα ελεγεία της Οξώπετρας" του Οδυσσέα Ελύτη)

Γράφει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας

Ξαναδιαβάζω αὐτές τίς μέρες "Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας" τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, πού κυκλοφόρησαν τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1991 ἀπό τίς Ἐκδόσεις Ἴκαρος, μέ ἐξώφυλλο τῆς Ἰουλίτας Ἡλιοπούλου καί μέ προμετωπίδα τοῦ Κώστα Πανιάρα. Τά περίμενα δέκα ὁλόκληρα χρόνια. Ἀπό τήν ἐποχή δηλαδή, πού ὁ ἴδιος ὁ Ποιητής εἶχε μιλήσει γι' αὐτά στό νέο τότε Περιοδικό ἡ λέξη, ὅπου δήλωνε χαρακτηριστικά: 

"Καί εἶναι τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας μιά σειρά ἀπό ποιήματα πού ἔχω στή μέση καί πού παρακαλῶ νά μοῦ δοθεῖ ἡ δύναμη νά τά ὁλοκληρώσω. Ὀξώπετρα εἶναι, γεωγραφικά μιλώντας, ἕνα ἀκρωτήριο στό νησί τῆς Ἀστυπαλαίας. Γιά μένα εἶναι τό πιό προχωρημένο σημεῖο τῆς ἐποχῆς μας μέσα σέ μιάν ἄλλη ἐποχή, καί τό πιό προχωρημένο σημεῖο τῆς ζωῆς μου μέσα στόν θάνατο. Ἴδωμεν" (1). 

Αὐτά τήν Ἄνοιξη τοῦ 1981. Ἀρχές Δεκεμβρίου τοῦ 1991 ἔφτασε στά χέρια μου, σταλμένο ἀπό τόν ἴδιο τόν Ποιητή καί μέ ἰδιόχειρη μάλιστα ἀφιέρωσή του. Ἡ ἀτμόσφαιρά τους 
"Μυρίζει εὐγένεια ξύλου παλαιοῦ 
Ἤ ζώου ταπεινωμένου" (2). 

Οἱ στίχοι ἀπό "Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας" ἔρχονται νά μετακινήσουν καθοριστικά καί ἀναστάσιμα τή Μέσα μας Πέτρα-Ταφόπετρα, ἀφήνοντας μοιραῖα ἐκτεθειμένη τήν ἀνεπάρκεια τῶν αἰσθημάτων μας καί τή συχνότατα στενόκαρδη βιοτή μας. Ὁ Ἐλύτης, προερχόμενος ἀπό τά Ἐρχόμενα περισσότερο ἔμπειρος τώρα παρά ποτέ, ἀναδεικνύεται στό ἑξῆς Προφήτης ἀπ' τούς Μείζονες (μέ τήν ἔννοια πάντοτε, ὄχι τοῦ μάντι, ἀλλά τοῦ διαγγελέα), ἀποφαινόμενος τελεσίδικα πιά γιά "ὑπόθεσες ψυχικές", πού θἄλεγε κι ὀ Σολωμός, ὁ ἄλλος ἐκεῖνος Μείζων. Τόν ὁραματίζομαι Πρωθιερέα τῆς Ἀλήθειας, ἡ ὁποία, κατ' αὐτόν, "μόνον ἔναντι θανάτου δίδεται" (3), νά προπορεύεται ἀσκεπής κατά τή Μεγάλη Εἴσοδο, κι ἐμεῖς οἱ ἐναπομείναντες πιστοί, διαιωνίζοντας τήν "ὅλο εὐσέβεια" (4), "συντριβή καί δέος" (5), πράξη τῆς αἱμορροούσας γυναίκας, νά ψαύουμε "τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ" (6), ἐνῶ ἀπό τά Ἐσώτερα, πίσω ἀπό τό βελούδινο βυζαντινό παραπέτασμα τοῦ Ἀβάτου, φθάνει βιωματικά ὥς ἐμᾶς ὁ ἀπόηχος ἀπό τήν ἀναπόφευκτη ἔκρηξη τῶν Ὅλων, τῶν Πρίν καί τῶν Μελλόντων, μεταποιούμενων ὁλοένα σέ 
"Ὄμικρον ἄλφα κι ἔψιλον ἀπ' τά Παντοτινά" (7). 

Ὁ Ποιητής Ἐλύτης μέ τοῦτο ἰδιαίτερα τό ξέσπασμα τῆς ποιητικῆς του ὁρμῆς μᾶς μυεῖ στά φιλοσοφικά ἰδιώματα τῆς Γλώσσας, ἀλλά καί στίς γλωσσικές ταυτόχρονα ὑποστάσεις τοῦ Φιλοσοφεῖν. Μᾶς ἐκπαιδεύει πῶς κι ἀπό ποῦ θά μποροῦν νά δραπετεύουν στό ἑξῆς οἱ ἀντιφρονοῦντες τῆς ζωῆς, δίχως νά τούς ἀγγίζει ὁ Θάνατος. Χρησιμοποιεῖ γλώσσα μέλλουσα, τόσο μά τόσο δύσκολα εὔκολη, μά δική του. 
"Αὐτά στή γλώσσα τή δική μου. Κι ἄλλοι ἄλλα σ' ἄλλες" (8), 

λέει. Μεταχειρίζεται ἤχους ἀπό τόν πλάγιο τοῦ πρώτου ἕως καί βαρύ, ἀχώρητους στήν παρτιτούρα πιά. Τό "Φωτόδεντρο" θά φύεται στό ἑξῆς στή νέα "Κομμαγηνή" καί ὁ "ἀθέατος Ἀπρίλιος" παράγει τώρα λόγο, πού "ἰουλίζει". Ὁ "Ἥλιος ὁ Πρῶτος" φανερώνει σήμερα τόν "Ἥλιο τόν Κρυπτό", καί τό "Λακωνικόν" ἤ τό "Σηματολόγιον" τιτλοφορεῖται τώρα "Ρῆμα τό Σκοτεινόν", δίχως πιά τύψεις, 
"Ἐνῶ τοῦ ἥλιου ἡ λόγχη πάνω στό σφουγγαρισμένο πάτωμα ὅπου σφάδαζα μ' ἀποτελείωνε" (9). 

Θά μποροῦσε τελικά νά ἰσχυρισθεῖ ἀνενδοίαστα κανείς, ὅτι τά "Ἐλεγεῖα", κοιταγμένα ἀπό μιάν ἰδιαίτερη ἄποψη, ἀποτελοῦν τήν κωδικοποίηση τοῦ θεσμικοῦ πλαισίου καί τῆς (μέ εὐρεία ἔννοια) πολιτικῆς δεοντολογίας καί τακτικῆς γιά μιά νέα "ἐπικράτεια"
"τήν Ἑλλάδα τή δεύτερη τοῦ ἐπάνω κόσμου" (10), 

τήν ὁποίαν εἶχε ἀνασύρει παλαιότερα στήν ἐπιφάνεια ὁ Ἐλύτης μές ἀπό τόν "Μικρό Ναυτίλο". 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

1. Ὀ δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, "Σέ β' πρόσωπο" (συνέντευξη), Περιοδικό Ἡ λέξη 3 (1981) 24. 
2. Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, Τά Ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας, Ἐκδ. Ἴκαρος, (Ἀθήνα 1991), σ. 9. 
3. ὅ. π. , σ. 37. 
4. ὅ. π. , σ. 9. 
5. ὅ. π. , σ. 16. 
6. Λ κ 8, 44. 
7. Ὀ δ υ σ σ έ α Ἐ λ ύ τ η, ὅ. π., σ. 23. 
8. ὅ. π. , σ. 37. 
9. ὅ. π. , σ. 17. 
10. Τ ο ῦ Ἴ δ ι ο υ, Ὁ Μικρός Ναυτίλος, Ἐκδ. Ἴκαρος, (Ἀθήνα 1985), σ. 27.


Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Για το βιβλίο του π. Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη, “Ενιαύσιον. 365+1 Χαϊκού”

Ἅγιος Νικόλαος Κρήτης 2015, σ.σ. 134
Γράφει ο π. Κων. Ν. Καλλιανός

Ἕνα καλαίσθητο καὶ ὑπέροχο βιβλίο ἦλθε νὰ μὲ συγκινήσει μὲ τὴν μορφιά, τὴν εὐαίσθητη γραφὴ καὶ φυσικὰ μὲ τὴν συνδρομὴ του στὴν ψυχικὴ καλλιέργεια ποὺ προσφέρει. Γιατὶ τὸ βιβλιο αὐτὸ τοῦ π. Εὐαγγέλου Παχυγιαννάκη, δόκιμου ἐργάτη τοῦ λόγου καὶ φτασμένου ποιητῆ, εἶναι μιὰ τρυφερὴ ἀποκαλυψη τοῦ ψυχισμοῦ του. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ τὰ 365 (+1=366) μικρὰ ποιήματα, τὰ Χαϊκοὺ κατὰ πῶς τὰ λέει ( κι ἐξηγεῖ στὶς σελ. 5-7, τί εἶναι καὶ τί ἀντιπροσωπεύουν, τόσο γιὰ τὴν ποίηση, ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο) εἶναι σὰν μικρὰ μορφα καὶ καλοχτισμένα σπιτάκια ποὺ στολίζουν μιὰ βουνίσια πλαγιὰ ἤ μιὰν ἀκρογιαλιά. Γιατὶ εἶναι τόσο μορφα καὶ μὲ χαριτωμένο τρόπο δομημένα, ὥστε τὰ χαίρεσαι καὶ τὰ ἐκτιμᾶς. Τὰ ἐκτιμᾶς δέ, ἐπειδὴ εἶναι μιὰ ὑπεύθυνη καὶ καλοδουλεμένη «ἄσκηση γλυπτικῆς τοῦ λόγου», ὅπως πολὺ εὔστοχα ὀνομάζει αὐτὰ τὰ ποιηματάκια ὁ ἐπίσης καλὸς ἀδελφὸς καὶ συλλειτουργός, ὁ π. Παναγιώτης Καποδίστριας, ὁ τῆς Ζακύνθου γόνος.
ἀρ. 181.
Μιλῶ ἤρεμα,
μὲ χρώματα καὶ ἤχους,
τί εὐτυχία.
(σ. 71)
Κι ἀλλοῦ,
ἀρ. 290.
Ἐννοῶ πολλὰ
μὲ τὰ λίγα ποὺ λέω,
συνήθως σκόρπια.
(σ. 107)
Ὡστόσο, αὐτὸ ποὺ ἔχει μεγάλη σημασία καὶ χρειάζεται προσοχὴ εἶναι προσπάθεια τοῦ ποιητῆ νὰ μετουσιώσει τὸ λόγο του, τὸν ὄντως πυκνὸ καὶ πειθαρχημένο λόγο, σὲ προσευχή. Μιὰ προσευχὴ ὅμως δίχως ἀκατάσχετη ἀδολεσχία καὶ μὲ τὸν κίνδυνο νὰ γλιστρήσει πάνω στὶς ράγες τοῦ φαρισαϊσμοῦ, ἀλλὰ μιὰ προσευχὴ λιτή, ὡσὰν τὴ μονολόγιστη, ποὺ θυμίζει ἀπόβραδο σὲ μισοφωτισμένο Καθολικό, τὸ ὁποῖο εὐωδιαζει ἀπὸ ἁγιότητα καὶ παρουσία Θεοῦ.
ἀρ. 154.
Ἡ ἀνάσα Σου,
τοῦ Ἀμώμου ψαλτήρι,
τὸ μεσονύχτι.
(σ. 62)
κι ἀλλοῦ,
ἀρ. 178.
Ψυχή μου, τρέξε,
ὁ Νυμφίος ἔρχεται
λαμπάδα φωτός!
(σ. 70)
ἤ,
ἀρ. 199.
Ἡ προσευχή μου
βουβὸ θρηνολάλημα,
οἰκτείρησόν με.
(σ. 77),
***
ἀρ. 204.
Ἐλέησόν με·
νὰ προλάβω, Κύριε,
νὰ πῶ: σῶσον με!
(σ. 78)
Ὅμως μέσα στὶς 133 σελίδες τοῦ βιβλίου ὑπάρχουν κι ἄλλες ἐκφάνσεις τοῦ ψυχισμοῦ τοῦ ποιητῆ, καθὼς ἐκφράζεται μὲ παρρησία καὶ εἰλικρίνεια γιὰ κορυφαῖες ἐμβιώσεις, ποὺ θυμίζουν ἐξομολόγηση, ἀλλὰ καὶ προσπάθεια αὐτοβυθίσματος στὰ μύχια τῆς ψυχῆς.
ἀρ. 179.
Οἱ ἀποσκευὲς
ἀνώφελα πράγματα,
νεκρὲς ἐλπίδες.
(σελ. 70)
ἐπίσης,
ἀρ. 191.
Σὰν τὸ κρεμμύδι
ξεφυλλίζω τὴ ζωὴ
κι ὅλο δακρύζω.
(σ. 74)
***
ἀρ. 194.
Θέλω δὲν θέλω
μὲ τρυποῦν κατάστηθα
τὰ καρφιὰ τῶν φίλων.
(σ. 75)
Κι ὁ κατάλογος τῶν θεμἀτων δὲν ἔχει τέλος. Γιατὶ ἕνας ποιητὴς εἶναι πρωτίστως δέκτης καὶ παράλληλα ἐπεξεργαστὴς ὑλικοῦ ποὺ προσλαμβάνει καὶ βιώνει. Ὑλικό, φυσικά, ποὺ δὲν ἀφήνεται ἀνεκμετάλλευτο, ἀλλὰ εὐκαιρίας δοθείσης μεταποιεῖται σὲ χρήσιμη ὕλη, γιὰ τὸν ἴδιο πρῶτα κι ὕστερα γιὰ ὅποιον τὴ χρειάζεται.
ἀρ. 11.
Ὅ,τι κι ἄν γράφω,
σπόρους σκορπῶ στὸν δρόμο,
γιὰ τὰ σπουργίτια.
(σ. 14).
Μονάχα, καλέ μου π. Εὐάγγελε;

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΠΟΥ (ΟΦΕΙΛΕΙΣ ΝΑ) ΘΥΜΑΣΑΙ...

Θεοκλήτου Μοναχοῦ Διονυσιάτου ἱερὸ Μνημόσυνο

Μπορεῖ τὸ ἡμερολόγιο νὰ μὴν ἔγραφε τὴν ἴδια μηνολογία, ὡστόσο τὸ περιεχόμενο, ποὺ διακρατεῖ ὡς ἄλλο εἰδικὸ βάρος ἡ ἡμέρα αὐτή, σημαδεύει τὴν ψυχὴ μὲ τὴν κορυφαία ὀνομασία ποὺ φέρει: Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς. Κυριακή, ντυμένη ὅμως μὲ τὸ χαρμολυπικό της μανδύα. Κι ὕστερα εἶναι καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ τὴν συντροφεύουν: πρόσωπα ποὺ ἄφησαν τὸ ἐκτύπωμα τῆς σφραγίδας τους νὰ ντύνει τὴν γυμνότητα τῆς ψυχῆς, ὥστε νὰ τὴν παραμυθεῖ, νὰ τῆς χαρίζει τὶς πρῶτες σταγόνες ἀπὸ μιὰν ἀλλόκοτη δροσιά. Δροσιὰ ποὺ ραντίζει τὰ πρόσωπα σὲ καιροὺς αὐχμηρούς.
Ἀλήθεια, τὶ θυμᾶσαι ἀπ’ αὐτὲς τὶς περασμένες Κυριακές; Τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ τὶς ψώνει μέσα σου καὶ τὶς διατηρεῖ μαζὶ με τὰ γεγονότα ποὺ τὶς σημάδεψαν;
Εἶναι δύσκολο νὰ θυμηθεῖς τὰ παλιότερα τὰ χρόνια, ἐκεῖνα δηλαδὴ τῆς παιδικῆς σου ἡλικίας, τὰ ὁποῖα τυλίγει μιὰν ὀμίχλη πυκνή, ἕνα σύννεφο, ἕνας περίεργος γνόφος, ὁ ὁποῖος, ὡστόσο, εἶναι τόσο ἑλκυστικός, τρυφερός, οἰκεῖος κι ἄς μὴν ἔχει καμμιά, μὰ καμμιὰ σημασία γιὰ κανένα... Γιὰ μένα ὅμως ἔχει μιὰν ἄλλη ὄψη, μιὰν ἰδιαιτερότητα, ἕνα φῶς περίεργο, ποὺ φωτίζει τὰ μονοπάτια μου ἀπό τότε. Κι ἄς μὴ θυμᾶσαι λεπτομέρειες, παρὰ μονάχα τὰ ἡλιοφωτισμένα Σάββατα πρὶν τὴν Κυριικὴ αὐτὴ μὲ τοὺς μποσταντζῆδες ἀπό τὴ Σκόπελο, ποὺ ἔφταναν στὸ χωριὸ νὰ πουλήσουν τὰ χιονοπράσινα κουνοπίδια καὶ τὶς βαθυπράσινες λαχανίδες. Ὅπως ἐπίθεσης καὶ τὴ «γκαμήλα» ποὺ ἔφτιαχναν τὰ μεγάλα τὰ παιδιὰ ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὰ «Κάγκελα», μὲ τὸ ἀπαράιτητο τὸ «καραμπάτσι»1 ἀπὸ κάποιο ψόφιο ζῶο: μουλαρι ἤ γαϊδουράκι. Ἀλλὰ καὶ τὸ βαθὺ τὸ ἄρωμα τῆς κολοκυθόπιττας ἤ τοῦ ρυζόγαλου....
Ἀργότερα, ὅταν πιὰ πέρασες τὰ σύνορα τῆς ἐφηβείας, τότε τὰ πραγματα διαφοροποιήθηκαν.
Οἱ Κυριακὲς ἐκεῖνες εἶναι χωνεμένες σὲ μιὰν τοιχογραφημένη, ἀχνοφωτισμένη βολιώτικη ἐκκλησιὰ ποὺ εὐωδίαζε θυμίαμα καὶ κατανυξη, μὲ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Συγχωρήσεως καὶ τὸν Ἐπίσκοπο νὰ συγυρίζει τὸν μώβ μανδύα του, λὲς κι ἦθελε τὸ χρῶμα τοῦτο τῆς Σαρακοστῆς ν᾿ ἁπλωθεῖ παντοῦ μαζὶ μὲ τὸ συγκινητκὸ Μεγάλο Προκέιμενο, ποὺ ἄνοιγε δρόμους μέσα στὴ σκοτεινιά. Δρόμους φωτεινοὺς ὡστός γιατὶ αὐτὸ ποὺ ἐπαναλαμβανόταν μὲ ἐπιμέλεια καὶ μουσικὴ ἁρμονία , τό, «Μὴ ἀποστρέψης τὸ Πρόσωπόν Σου ἀπὸ τοῦ παιδός Σου ὅτι θλίβομαι...» γινόταν παραμυθία ποὺ παραμέριζε κάθε σκυθρωπότητα καὶ τὴν ὅποια ἀγωνία ὅτι δηλαδὴ ξεκινᾶ ὁ ακιρὸς τῆς νηστείας καὶ φυσικὰ τῆς κάθε ἐγκράτειας. Γιατὶ σιγουρευόσουν πιά, πὼς μὲ τὸν κέσιο αὐτὸ λόγο ἔνοιωθες μιὰ ἄλλη ἀσφάλεια. Ἀσφάλεια ποὺ προσπορίζει στὴν ψυχὴ ἡ Παρουσία Του. Κι αὐτὸ τὸ κατάλαβες καλύτεραπολὺ ἀργότερα, ἐκείνη τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς στὴν χιονοσκεπῆ καὶ πολιορκημένη ἀπὸ τὴν σφόδρα κυμαινομένη θάλασσα στὸ Ὄρος, στοῦ Σταυρονικήτα τὸ Μοναστήρι. Γιατὶ ἐκεῖ διδάχτηκες πολλὰ ἀπὸ τὴν ἡρεμία καὶ τὴν παντοειδῆ νοικοκυροσύνη τῶν πατέρων, ποὺ δὲν ἀγωνιοῦσαν γιὰ τὸν καιρό, δὲν βιάζονταν, δὲ λιποψυχοῦσαν, δὲ λογάριαζαν τὸ ψῦχος, τὸ χιονιᾶ, τὴν διακοπὴ κάθε ἐπικοινωνίας μὲ τὸν κόσμο, παρὰ μονάχα σκύβανε ὑπομονετικά, ἀγόγγυστα καὶ μὲ περισσὴ εὐσυνηδησία ὁ καθένας. Καὶ μετανιζαν ὕστερα μὲ προσοχὴ ἀλλὰ καὶ σοβαρότητα, βιώνοντας πέρα γιὰ πέρα τὰ λόγια αὐτά: «Μὴ ἀποστρέψης...»
Σαράντα τόσα χρόνια ἔχουν περάσει ἀπὸ τότε. Κι ἀκόμα νομίζεις ὅτι θ᾿ ἀκούσεις ἐκεῖνο τὸ μελωδικὸ Μέγα Προκέιμενο καὶ θ᾿ ἀφουγκραστεῖς ὕστερα τὴ Σαρακοστὴ νὰ βηματίζει σιωπηλή, σοβαρή, ἤρεμη ὅμως καὶ μὲ τὸ φῶς τῆς λαμπάδας τῆς Προηγιασμένης νὰ παραμερίζει τὰ ὅποια σκοτάδια. Ἰδιαίτερα ἐκεῖνα τῆς ψυχῆς...
Μ. Σαρακοστὴ 2013

1 Κρανίο δηλ.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Μοιραζόμαστε «Aντικλείδια», προσεγγίζοντας την ποιητική συλλογή «Ανακαλυπτήρια» του π. Παναγιώτη Καποδίστρια

Γράφει ο ΤΑΚΗΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ

Παρακολουθούμε χρόνια την πολυεπίπεδη, εκλεπτυσμένη και πυκνή πνευματική προσφορά στον τόπο μας του αγαπητού π. Παναγιώτη Καποδίστρια. Μνημονεύουμε, σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς ιδιαίτερα, την πορεία της ακριβής ποιητικής τέχνης του. Ζηλεύουμε αυτές τις τρυφερές, άγρυπνες και φίνες «ψιλοβελονιές» της ποίησής του, παρ’ όλο που δεν είμαστε πάντοτε αλληλέγγυοι των «κοσμολογικών μύθων» που την ορίζουν, προσπαθώντας οι ίδιοι, φυσικά, να καταργήσουν το μικρό και το εφήμερο. Παραμερίζουμε όμως το «ποιος έχει το δικαίωμα δια να ομιλεί» και διατηρούμε ακέραιη τη θέλησή μας να συναντάμε τη συγκίνησή μας, στη θέαση των στίχων του. Οι «μύθοι», εξάλλου, παραμένουν έως και σήμερα οι εκ των πλησιέστερων συγγενών των από αιώνων «κοσμοθεωριών», όσο και εάν ο άνθρωπος πίστευε ότι τους εγκατέλειψε ενωρίς, αντικαθιστώντας τα Τοτέμ που λάτρευαν οι πρωτόγονες φυλές με ανθρωπόμορφα όντα που κατ’ αυτόν κινούσαν τη φύση και τη ζωή του και αυτά με τη σειρά τους με φυσικά αίτια και φιλοσοφικούς στοχασμούς, αργότερα δε και με ‘‘έγκυρες’’ επιστημονικές ανακαλύψεις.

Στις μέρες μας, το ίδιο συμβαίνει με την ανίχνευση για πρώτη φορά των περίφημων βαρυτικών κυμάτων. Αυτά, με την εξαίσια μουσική τους, μας ταξίδεψαν 1,2 δις έτη φωτός μακριά από τη Γη μας. Τα γέννησε η εκτός ορίων σύγκρουση και συγχώνευση δύο μελανών υπέρπυκνων οπών, που δεν τη χωράει ο ανθρώπινος νους και την οποία ωστόσο είχε προβλέψει, προς δόξα της επιστήμης, ο Αϊνστάιν πριν εκατό περίπου χρόνια. (Δυστυχώς, οι γλώσσες πεθαίνουν ενώ οι μαθηματικές αλήθειες είναι παντοτινές!). Αυτές, λοιπόν, ενώ είχαν διάμετρο μόλις 150 χιλιόμετρα η κάθε μία, χωρούσαν αντίστοιχα μάζα 30 και 35 φορές μεγαλύτερη από την μάζα του δικού μας ήλιου και κατά την σύγκρουση κινούνταν σπειροειδώς η μία προς την άλλη με τη μισή ταχύτητα του φωτός! Από τη σύγκρουση αυτή, παρήχθη ενέργεια μεγαλύτερη από όση παράγουν στον ίδιο χρόνο όλα τα άστρα του ορατού σύμπαντος. Τα κύματα αυτά παραμορφώνουν και καμπυλώνουν τον χωρόχρονο στο γνωστό μας σύμπαν. Ωστόσο, τελολογικά, τι αξία έχουν όλα αυτά, όταν οι ειδικοί θριαμβολογούν λέγοντας ότι «Είναι μακράν η πιο ισχυρή έκρηξη που έχει καταγράψει ο άνθρωπος μετά τη Μεγάλη Έκρηξη»; Αυτό το «..που έχει καταγράψει ο άνθρωπος…» μας προβληματίζει και αποδεικνύει πως το γοητευτικό ταξίδι της επιστήμης, από το απόλυτα μικρό σωματίδιο στο απόλυτα μεγάλο χωρίς όρια σύμπαν, φαίνεται να μην έχει τέλος και παραμένει ένας ανεξόφλητος λογαριασμός, όπως άλλωστε και η ίδια η ποίηση της καρδιάς μας.

Εμείς, λοιπόν, αφήνοντας πίσω τα όποια κοσμολογικά μοντέλα και με τη σεμνότητα που αρμόζει στην περίσταση, θα συνεχίσουμε να διατηρούμε τη βασική υλιστική μαρξιστική κοσμοθεωρία, η οποία ορίζει ότι: Ο χώρος και χρόνος είναι οι βασικές μορφές της ύλης, δηλαδή του «είναι». Ένα «είναι» έξω από το χρόνο είναι ένας παραλογισμός τόσο μεγάλος, όσο ένα «είναι» έξω από το χώρο. Άρα, η αντικειμενική ύπαρξη της ύλης, που δεχόμαστε, προϋποθέτει την αντικειμενική ύπαρξη του χώρου και του χρόνου, που με τη σειρά τους οι ίδιοι αντανακλώνται στη συνείδησή μας. Θεωρώντας, λοιπόν, ότι «το πνεύμα είναι μια ανώτερη μορφή της ύλης», βρισκόμαστε αντίθετοι με τον ιδεαλισμό εκείνο, που φτάνει στο σημείο να αρνείται την αντικειμενικότητα της ύλης και δέχεται ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι προϊόντα της συνείδησης του ανθρώπου. Ο «ακραίος» αυτός ιδεαλισμός φυσικά δεν αφορά και δεν διατρέχει την ποίηση του π. Παναγιώτη Καποδίστρια. Ο ίδιος, εξάλλου, στο έργο του «Ο Μαντατοφόρος της ανάστασης (Δύο κείμενα κι ένα ποίημα για τον Ρίτσο)», αναφέρει ότι παρ’ όλες τις αντιρρήσεις που θα μπορούσε σαν αναγνώστης να εκφράσει για την διαπιστωμένη παράδοση του Ρίτσου στην ευκολία (ή καλύτερα: παγίδα) της πολιτικοποίησης κάμποσων ποιημάτων του, συμμερίζεται και καλύπτεται από την απάντηση που έδωσε γι' αυτό το θέμα ο ίδιος ο ποιητής της ρωμιοσύνης: «Είναι λάθος να χωρίζουμε την ποίηση σε κατηγορίες. Η ποίηση είναι απέραντη σαν τη ζωή, ένα διαρκές γίγνεσθαι. Στο χώρο της δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχουν απαγορεύσεις (…). Η καταπίεση, η σκλαβιά, οι επιθυμίες που δεν εκπληρώνονται, όλα αυτά είναι μια καθημερινή εκτέλεση, ένας θάνατος (…). Μια αναμέτρηση μ’ αυτή τη μορφή θανάτου είναι η πολιτική ποίηση (η τουλάχιστον η δική μου πολιτική ποίηση) μια μάχη για να φτάσουμε στο «αταξικό γαλάζιο», όπως γράφω σ’ ένα ποίημα μου για τον Νερούντα».

Ωστόσο, πώς να ενοποιήσει κάποιος τις διαφορετικές εκδοχές του τί είναι ποίηση, όπως για παράδειγμα: «Η ποίηση πρέπει να είναι ένας οδηγός μάχης», με την ποίηση του «ιδιωτικού οράματος» της γενιάς του ’80, η οποία φυσικά, όση προσπάθεια και καλλιτεχνική αξία κι αν εμπεριέχει, εκφράζει μιαν εποχή ιδεολογικής αποπολιτικοποίησης που παραμερίζει τις περισσότερες φορές τα κοινωνικά οράματα και τα αντικαθιστά με μια αδιέξοδη, προσωποκεντρική, υπαρξιακή εσωστρέφεια και υποκειμενισμό; Ακόμη, τι σχέση μπορεί να έχει ο πρώτος ορισμός με τον απόλυτο φορμαλισμό με τον οποίο οριοθετεί σίγουρα «μεγαλόπρεπα» και πρωτότυπα την ποίηση, μια απλή ινδιάνικη φυλή: «Ποίηση είναι όταν δύο λέξεις συναντιούνται για πρώτη φορά»;

Ό,τι και να συμβαίνει, όσοι θέλουμε να ξορκίζουμε τη ρήση, ‘‘η ποίηση είναι η μορφή που παίρνει η ζωή στους ανθρώπους που δεν ζουν’’, ταξιδεύουμε με την ενότητα «ΑΠΟΣΤΙΧΑ ΠΑΤΡΙΔΩΝ» του π. Παναγιώτη, η οποία ανασύρει οδοιπορώντας την υπόγεια σχέση των πραγμάτων. Άλλωστε κι εμείς επιζητούμε, όχι ελπίζουμε επί ματαίω, την οριοθέτηση μιας υπαινικτικής επικοινωνίας με την "μυσταγωγική" κοινότητα των περιηγητών. Αν είναι αλήθεια, λοιπόν, πως «στα ταξίδια αναζητούμε με πάθος τις νοσταλγίες μας», τότε οι αληθινές ιστορίες του ποιητή που αφορούν στους τόπους, την τέχνη και τα πρόσωπα, γίνονται η χειροπιαστή όψη των πραγμάτων. Ό,τι δηλαδή αναστατώνει τον νου και φέρνει τις ζωές μας σε μόνιμη τρικυμία.

Ιδιαίτερα στο ποίημα της σελίδας 67, «ΕΓΚΟΙΜΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ», της προαναφερθείσας ενότητας, ο ποιητής έχει κάνει τις επιλογές του και δεν υπήρξε άδηλος.

ΕΓΚΟΙΜΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ

1.
Ὂχι δίπλα στό φρέαρ ὡς συνήθως
ἐδῶ θά κοιμηθῶ στήν ὀρχήστρα
καί σέ ὃποιον ἀρέσω -
ἐδῶ πλάι στή θυμέλη
ἐνώπιον τοῦ λαοῦ παντός
καί τοῦ φίλου Αἰσχύλου

στό κοῖλο ἐσεῖς κοιτᾶτε με
χαλάλι

ξυπνάω αὒριο ἐμπαθής
μά καί θεραπευμένος.


2.
Τόν Ὠτακουστή συλλάβετε πάραυτα.
Νά μήν έκπέσουν
τῶν Μυστηρίων καί τῶν πάνω κερκίδων
τά Πειστήρια.

Ἂσε τίς ντροπές
τί ἀρχαῖος τί νέος ἲδιος ψίθυρος.
Ἀντιπροτείνω εἰς ἐπήκοον ὃλων τ᾽ Αὐτονόητα.

(Σεπτέμβριος 2008)

Εδώ φαίνεται ο ποιητής να επιζητεί τη βοήθεια και της Τέχνης για να θεραπεύσει την ψυχή και τα πάθη του. Επιλέγει, καθόλου τυχαία βέβαια, το κατάλληλο περιβάλλον, ψυχολογικό και συναισθηματικό για να συναντήσει την «υπερατομική, ονειρική εμπειρία». Είναι το θέατρο της Επιδαύρου, το Ιερό Φρέαρ και η παράσταση Αρχαίας Τραγωδίας, ενός έργου του Αισχύλου.

Απόλυτα νόμιμη η επιλογή του αυτή! Το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου είναι περίβλεπτο, εμβληματικό και φιλοξενεί την αρχαία θεατρική παράδοση. Είναι συγχρόνως αναπόσπαστο μέρος του ιερού του Ασκληπιού, που με τη σειρά του υπήρξε το σημαντικότερο θεραπευτικό κέντρο της αρχαιότητας. Το Ιερό αυτό στην κοιλάδα της Επιδαύρου οργανώθηκε γύρω από το Ιερό Φρέαρ. Ο ασθενής, αφού εξαγνιζόταν με το νερό του ιερού πηγαδιού, πραγμάτωνε «εγκοίμηση» στο έδαφος, προκειμένου να είναι σε επαφή με τη χθόνια κατοικία του θεού. Ο Θεός εμφανιζόταν στον ύπνο του ασθενή, έβγαινε δηλαδή στη ζωή, στο φως και του υποδείκνυε τον τρόπο της εξειδικευμένης γι' αυτόν ατομικής θεραπείας. Αυτονόητο θεωρείτο τότε το γεγονός ότι: εάν επέρχετο η ίαση, ο ασθενής είχε δει το σωστό όνειρο. Από την άλλη μεριά ο αριστοτελικός ορισμός της τραγωδίας καταλήγει …. ''στην των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν''. Τέλος δε, και ο Αισχύλος υπήρξε όχι μόνο ο μέγιστος των αρχαίων Ελλήνων τραγικών ποιητών, αλλά και ιδιαίτερος αναλυτής των κοσμογονικών αρχέτυπων μύθων.

Εγκοίμηση πραγματώνει και ο ποιητής για να ιαθεί ψυχικά, μέσα από την Τέχνη και το Αρχαίο Πνεύμα. Όχι «δίπλα στο φρέαρ ὡς συνήθως», αλλά στο ιερό της Τέχνης θα εκτεθεί, παίρνοντας ο ίδιος ενεργό μέρος στα μυστήριά της, «ἐδῶ θά κοιμηθῶ στήν ὀρχήστρα ….. ἐδῶ πλάι στή θυμέλη». Φυσικά, γνωρίζει ότι εκεί λογοδοτεί, όμως δεν δειλιάζει «καί σέ ὃποιον ἀρέσω», απέναντι του «λαοῦ παντός» και του «φίλου Αἰσχύλου». Επιμένει και δεν τον πειράζει που θα εκτεθεί, «στό κοῖλο ἐσεῖς κοιτᾶτε με / χαλάλι». Παραμερίζει ο ποιητής την ταραχή και τον φόβο, τολμώντας να ξανακτίσει τον κόσμο και την ποιητική του. Είναι ώριμος πια, γνωρίζει ότι, επικοινωνώντας με την Αρχαία Τέχνη και με τους μύστες της τέχνης γενικότερα, βρίσκει τις πηγές από τις οποίες θα αντλήσει τη συγκίνηση και τα δάκρυά του. Αυτά που στάθηκαν από αμνημονεύτων χρόνων το απαραίτητο έναυσμα κάθε δημιουργίας. Η διαδικασία αυτή θα του επιτρέψει να θεραπευτεί, να έλθει σε αυτόν η κάθαρση και να ξυπνήσει συν - κινημένος:
«ξυπνάω αὒριο ἐμπαθής
μά καί θεραπευομένος».

Ωστόσο, το τόλμημα είναι δύσκολο, ο Ωτακουστής ποιητής δεν πρέπει να δειλιάσει και να κάνει πίσω, φοβούμενος μήπως δεν τα καταφέρει. Να υποχρεωθεί πρέπει, να παραμείνει στην ορχήστρα. Εάν φύγει, δεν θα πραγματοποιηθεί το μυστήριο, να γίνει δηλαδή και ίδιος με την σειρά του Μύστης της Τέχνης, ώστε:
«Νά μήν έκπέσουν
τῶν Μυστηρίων καί τῶν πάνω κερκίδων
τά Πειστήρια».

Σε πιάσαμε, μπήκες και εσύ στα μυστήρια της Τέχνης, επικοινώνησες με την Τέχνη του Αισχύλου, σου εδόθη η κάθαρση, αλλά αυτό δεν αρκεί, πρέπει να δημιουργήσεις την δική σου Τέχνη, να πεις τον δικό σου ψίθυρο. Τότε θα είναι αυτονόητο (κατ’ αντιστοιχία του αυτονόητου της ίασης στο Ιερό Φρέαρ) ότι έγινε η αυτοΐασή σου, αφού έχεις δημιουργήσει πλέον και εσύ τέχνη και μάλιστα σε αντιστοίχιση με την Αρχαία, στο βαθμό που ξύπνησες όχι μόνο θεραπευμένος, αλλά ονειρογέννητος και συγκινημένος.
«Ἂσε τίς ντροπές
τί ἀρχαῖος τί νέος ἲδιος ψίθυρος.
Ἀντιπροτείνω εἰς ἐπήκοον ὃλων τ᾽ Αὐτονόητα.»

Επιλέγουμε τελικά, σε αυτή την έστω διαγώνια προσέγγιση των στίχων της συλλογής «Ανακαλυπτήρια», να μοιραστούμε τα αναγκαία «Aντικλείδια» με τη φίλη, φιλόλογο Τίνα Πέττα. Γνωρίζουμε ότι ο δημιουργός λειτουργεί όσο σμιλεύει το έργο του, η συγκίνηση ύστερα αφορά ιδιαίτερα στον αναγνώστη, εκεί που προορίζεται να κατοικήσει το έργο του. Φυσικά δεν είμαστε αφελείς, οι λέξεις παραμένουν καστρόπορτες άδυτες, όσο και να πασχίζουμε εμείς να βρούμε τα έκδηλα των χρησμών τους. Αυτό το ανείπωτο της ποίησης παραμένει ο πυρήνας της ερωτικής μας σχέσης μαζί της.

Ας ορίσουν, λοιπόν, τον επίλογο αυτής της πρωτόλειας εργασίας μας τα παρακάτω λόγια της αγαπητής Τίνας, που αφορούν ιδέες, μουσικές και νοήματα αυτής της ποιητικής συλλογής.

Ανακαλυπτήρια ψυχής με επάρκεια ευαισθησίας και γλώσσας

«στίχους διαφυγόντες από το ποίημα
ενθυμού
Κι’ αν τόσους πια θυμάσαι,….
Αρκεί.
Εμένα ξέχνα με.»

''Στίχοι διαφυγόντες'' φτεροκοπούν σαν πουλιά και ταξιδεύουν ώς εμάς.
Ο ποιητής αναζητά εναγωνίως επικοινωνία μέσα στην παροδικότητα του βίου. Ο χρόνος δεν αρκεί για να ολοκληρωθεί αυτή. Η αγάπη ίσα που ψηλαφίζει τις πληγές φευγαλέα «και όπου φύγει» και ο ποιητής εγκλωβισμένος αναζητά την ψυχή του. Αποκρίνεται στα καλέσματα με τη φωνή που δύναται να έχει, «καναρινίζει»
Τρέφει τον πόθο για «όλα τ’ άλλα».
Δύσκολη του πόθου η εκπλήρωση με αφές μόνο, αισθήσεις «ανεφάρμοστες» ή «τεθλασμένες».
Προσπαθεί ν’ ανασυνθέσει έναν κόσμο πολυκερματισμένο, σε κομμάτια όμως πολυεδρικά, που ιριδίζουν χρώματα και μας «οιακίζουν» από τα μέγιστα στα ελάχιστα. Ταυτόχρονα, ανασυνθέτει επώδυνα τον εαυτό του. Με το τραγούδι του αντιπαλεύει τη σιωπή. Τραγούδι αυτοπεριοριζόμενο, συγκρατημένο «ασθμαίνον» από αγωνία, στακάτο στη μουσική του.
Στίχος με πλούσιους εσωτερικούς ρυθμούς, λιτός αρμονικός σαν να κυλά μέσα σε ρείθρο συγκρατώντας την κανονικότητα του ρυθμού του.
Στίχοι που αναπνέουν στο φως, φως που διαχέεται και ανακλάται μέσα στη λευκότητα.
Εκεί οι σκιές αναφλέγονται, μαζί και οι τελευταίες μας αυταπάτες «ενώ τραχύς ο πόνος μέχρι τ’ ωμέγα».
Ο πόνος ενεδρεύει, «στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο μνησιπήμων πόνος» (Σεφέρης, Τελευταίος Σταθμός)
Όμως ο ποιητής μένει παρών προσφέροντας την ποίηση σαν τελευταία ελπίδα και καταφύγιο. Μας παρηγορεί παρηγορούμενος, μας «αγγελίζει τη χαρά» μέσα από την Τέχνη.


Υ.Γ.
Όσοι αγαπάμε τις ακριβές λέξεις της ποίησης, αγαπάμε και τους ποιητές. Αποστρεφόμαστε τους διχασμένους τόπους: «τί ἀρχαῖος τί νέος ἲδιος ψίθυρος»!


Ζάκυνθος, Μάρτης 2016

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Αριστομένη Λαγουβάρδου: ΩΔΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ (ποίημα)


Γιατί   μαλάσσουν   το  ψωμί,  γράφουν  ποιήματα,
παίζουν  το  βιολί,  την   κιθάρα,  το  πιάνο.

Γιατί  εκφράζουν  όλες  τις  λέξεις  του  λεξικού  μας,
και  είναι  αυτά  που  παίρνουν  την  αρχηγία,
όταν  τα  μάτια  είναι  στο  σκοτάδι.

Γιατί  το  έμβρυο  με  τα  χέρια  ερευνά  το  σώμα
της  μητέρας  πριν  έρθει  στον  κόσμο.

Γιατί  τα  χέρια  όταν  είναι  στο  στόμα  συγκρατούν
συγκινήσεις  και  όταν  ενώνονται  παρακαλούν
για  συχώριο.

Γιατί  καρφώθηκαν  στο  ξύλο  του  Σταυρού.

Γιατί  τα  χέρια  των  αγαπημένων  είναι  πηγή
ζεστασιάς  που  θερμαίνει  τις  κρύες  πλαγιές
της  καρδιάς  μας.

Γιατί  στολίζουν  το  φόρεμα  της  γης  μας
με  όλα  τα  δέντρα  και  άνθη.

Γιατί  ποτέ  δεν  μπορώ  να  ξεχάσω  πως  τρέμουν
από  το  άγχος  και  από  τα  νεύρα.

Γιατί  γελάνε  όταν  χειροκροτούν  και  νευριάζουν
όταν  σηκώνονται  απειλητικά  στον  αέρα.   

Γιατί  και  ο  δάσκαλος  των  Κλαζομενών  έλεγε  ότι,
είναι  τα  χέρια  που  ξεχωρίζουν  τον  άνθρωπο
από  τα  ζώα.   

Γιατί  τα  χέρια  είναι  το  φως  για  ένα  τυφλό
αλλά  και  το  φως  της  σιγουριάς  για  ένα  που  βλέπει.

Γιατί  με  τα  χέρια  ο  άνθρωπος  έρχεται  σε  επαφή 
με  την  σκληράδα  της  σκέψης. 

Γιατί  ποτέ  δεν  κατάλαβα  πώς  δύο  άνθρωποι
μπορούν  να  μιλούν  τόσο  καλά  με  τα  χέρια.

Γιατί  μια  θερμή  χειραψία  από  ''αληθινά  χέρια'',
δεν  διαφέρει  και  πολύ  από  ένα  ποίημα.

Γιατί  πολλές  φορές  ζητάνε  το  γιατί
και  σε  μια  στιγμή  δυστυχίας  ικετεύουν  βοήθεια.

Γιατί  κάποιες  στιγμές  μαζεύουν  σκέψεις,
για  να  ξανάβρουν  χαμένες  ελπίδες.

Γιατί  στην  απόγνωση  τρέμουν,  ζητάνε
άλλα  χέρια  και   πιάνονται  στα  αόρατα  σύρματα
της  ελπίδας.

Γιατί  τα  χέρια  χαιδεύουν,  χτυπούν,  δημιουργούν
και  ενώνουν.

Γιατί  και  ο  Αίσωπος  μας  φωνάζει  από  το  μακρινό
Παρελθόν: ''Συν  Αθηνά  και  συ  χείρα  κίνει''.

Από  την  συλλογή: ''Στα  απόκρυφα  τοπία  της  μοναξιάς''

Γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης. Διπλωματούχος ΜΗΧ/ ΓΟΣ ΜΗΧ/ΚΟΣ του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας. Ζει στο Ηράκλειο Κρήτης. 
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ (ποίηση) 1) Το τέλος της αθωότητας (Τυποκρέτα Καζανάκης Ηράκλειο) 2) Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι. 3) Στα απόκρυφα τοπία της μοναξιάς (υπό έκδοσιν).

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Για το βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη “Η Ταφή του Κόμητος Οργκάθ”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2015

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Εν πρώτοις το εξώφυλλο και ο τίτλος. Όχι απλώς εντυπωσιακά, αλλά αγκίστρια δυνατά. Η Ταφή του Κόμητος Οργκάθ. Τίτλος έργου και πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου - το πρώτο επίπεδο του πίνακα. Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη με αυτό το κείμενο κάνει μεγάλη βουτιά στα πολύ βαθιά για να ανακαλύψει πράγματα μέσα από τη μελέτη του πίνακα. Σαν να είναι μελέτη της ανθρώπινης ψυχής και της μοίρας της, σαν ο Θεοτοκόπουλος σε ένα πρώτο επίπεδο μας έδωσε το ιστορικό γεγονός και τις προεκτάσεις του, αλλά αλλού ήταν ο στόχος του. Ο Θεοτοκόπουλος για τον εαυτό του και η Λυμπέρη δι' εαυτήν.

Από την αρχή φαίνεται ότι διαδραματίζει ρόλο σ’ αυτή την ενδοσκόπηση ο «πατέρας». Ο «πατέρας» έδειχνε ενδιαφέρον για τον ουρανό, στην αρχή· για τη Γη αργότερα. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι ακολουθεί την αντίθετη πορεία από τη χωροταξική διάταξη του πίνακα που το βλέμμα κερδίζει η γη, Η ταφή, και έπειτα η μέση και η αποθέωση, ο Ουρανός. Ωστόσο, Ουρανός και Γη επικοινωνούν, όπως ο άνθρωπος κάτω με τα όνειρά του, τα οποία είθισται να τα τοποθετούμε ψηλά. Ο καλλιτέχνης «πατέρας» ενδιαφέρεται για τις κρυφές πτυχές και βαθύτερες σκοπιμότητες της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα, λέει, δεν είναι επίπεδη, δεν εξαντλείται στο φαίνεσθαι μόνο, αλλά υπάρχει και το κάτι αθέατο, όπως η συνείδηση του ανθρώπου, που και αυτή αθέατη είναι αλλά υπαρκτή. Κάθε σκέψη για να αναπτυχθεί χρειάζεται σώμα. Εν αρχή το σώμα, λοιπόν. Μ’ αυτό ζούμε, μ’ αυτό αισθανόμαστε, μ’ αυτό δημιουργούμε, σκεφτόμαστε, στοχαζόμαστε και όταν πεθάνει αυτό πεθαίνουμε κι εμείς.

Από τη δική του έρευνα, ο «πατέρας» έχει καταλήξει σε μερικές βεβαιότητες, ανάμεσα στις οποίες είναι το ότι η κυριότητα της ζωής δεν μας ανήκει. Αυτό είναι θλιβερό διότι διακόπτει τη δυνατότητα της εξέλιξης. Ο «πατέρας» βρίσκει καταφύγιο στον πίνακα. Μελετώντας τον μοιάζει να μελετά την ψυχή του –νοήματα, νεύματα, βλέμματα- όλες αυτές οι δραματικές χειρονομίες υπάγονται στην υποκειμενική, τη συναισθηματική και ιδιωτική ερμηνεία του «πατέρα» ή του κάθε παρατηρητή. Ο Οργκάθ κάτω, με όλα τα υλικά ψηλαφήσιμα, χειροπιαστά, και η ψυχή του πάνω με όλα τα άυλα σε αντίστιξη. Σε μια επινόηση της ζωής που χάθηκε στη γη αλλά ξανακερδήθηκε στον ουρανό.

Το πρόσωπο του φεγγαριού τροφοδοτεί τον κόσμο της πλάνης, λέει η Λυμπέρη, όμως, στο ξημέρωμα με το φως, όλα αποκαλύπτονται και παίρνουν τις αληθινές τους διαστάσεις. Μήπως φεγγάρι είναι η Τέχνη και μέρα είναι η πραγματικότητα; Σαν να λέμε πως το φως της τέχνης ομορφαίνει τη σκληρή πραγματικότητα.

Το βιβλίο δίνει την εντύπωση ότι ο συμβατικός αφηγητής, η Λυμπέρη, εν προκειμένω, με έναυσμα τον πίνακα κάνει παρατηρήσεις πάνω στη ζωή και το νόημά της, στην πίστη των ανθρώπων, στο φαίνεσθαι των πραγμάτων και το είναι τους, στα σύμβολα που μεταχειρίζεται ο καλλιτέχνης για να αποδώσει εκείνο που μπορεί να πει και να υπαινιχθεί, καθώς και εκείνο που θέλει να κρύψει. Αλλά και για τον αναγνώστη του είναι πολλά τα στοιχεία εκείνα που θα τον καθοδηγήσουν να διαβάσει τον πίνακα: «είναι φανερό πως οι διαβαθμίσεις του φωτός και της σκιάς αναλογούν σε απλές καταστάσεις της συνείδησης», πως «οι αντιθέσεις των δύο πεδίων δίνουν τη γνωστή μεγαλοπρέπεια».

Η Λυμπέρη, βέβαια, στο βιβλίο της στέκεται, κυρίως, στο κάτω μέρος του πίνακα, αν και αναφέρεται και στο πάνω. Όμως εκεί, στο γήινο επίπεδο, είναι που γίνεται το «θαύμα». Εκεί συμβαίνει το παράδοξο. Εκεί οι άνθρωποι βρίσκονται σε πλήρη απορία, κατάπληκτοι· και η αίσθησή μου είναι πως αυτήν την έκπληξη και απορία επιχειρεί να επεξεργαστεί και να ερμηνεύσει και να φωτίσει, προχωρώντας πόντο πόντο, μήπως και πιάσει τη σκέψη του Θεοτοκόπουλου με την καθοδήγηση του «πατέρα». Γιατί ο Θεοτοκόπουλος είναι «ο δείξας», ο μέγας μαιτρ δηλαδή. Εκείνος ξέρει. Και με τον «πατέρα» διάμεσο, πάντα στοχάζεται πάνω στο μυστήριο της τέχνης καθ’ εαυτήν και πίσω από τα δικά της σημαινόμενα, μελετά τη «συνείδηση» του ανθρώπου. Η καθημερινή ζωή δίνει τα εναύσματα στην καλλιτεχνική φύση για να φιλοτεχνήσει και να «δείξει» ή καλύτερα, να υποβάλει τα μυστικά της. Ένα στοχαστικό πιγκ πογκ, όπου ο «πατέρας» αναζητεί τον εαυτό του ως εάν ήταν ο άλλος Οργκάθ. Οι παρεμβαλλόμενες επιστολές ή σημειώσεις της εποχής του Θεοτοκόπουλου ρίχνουν φως σε μικρές αλλά σημαντικές λεπτομέρειες, όχι τόσο του πίνακα, αλλά της ψυχής που φιλοτέχνησε και «έδειξε» τον πίνακα σαν αλληγορία του μέσα κόσμου, της ψυχής και του Νου.

«Να ποζάρω γι’ αυτό το κάδρο σημαίνει πως θα υπάρξω έξω από το χρόνο». Ο νεκρός δεν είναι και τόσο νεκρός. Έχει πεθάνει πριν από διακόσια εξήντα χρόνια αλλά ο πίνακας θα δείχνει παρόντες στην Ταφή του τους σύγχρονους άρχοντες της πόλης. «Όλοι οι χρόνοι θα συναντηθούν στον πίνακα», «ό,τι συμβαίνει μέσα στο κάδρο θα συμβαίνει και αύριο» και αυτή είναι «η φρίκη του παντοτινού», «ολοζώντανοι ως νεκροί στην όμορφη αιωνιότητά μας». «Ο Δομήνικος κοιτάζει τα πράγματα… είναι η όραση», «Βλέπει για λογαριασμό μας», «Το αγαθό θεωρείται από μερικούς σαν μια αιώνια ζωή». Αυτές οι σκέψεις μας βάζουν σε μεγάλη σκέψη. Γράφει ο Σεφέρης: «Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο. Μόνο, σε μια γωνιά, την αηδία ζωγραφισμένη σ’ ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να μύριζε… Αυτός ο κύριος της "Αναγέννησης" μ' έμαθε να μην περιμένω πολλά πράματα από τη δευτέρα παρουσία» («Άντρας»). Ο Σεφέρης, βέβαια, αφορμάται από το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου, όμως ο «κύριος της Αναγέννησης» (ο Θεοτοκόπουλος, προφανώς) διασχίζει τους αιώνες για να ενώσει αυτά τα δύο «θαύματα» και να τα αμφισβητήσει, σε ότι αφορά την μετά θάνατον ζωή με την τρέχουσα αντίληψη των πιστών. Μήπως, λοιπόν, η αιωνιότητα δεν είναι αγαθό; Το παντοτινό είναι φρικαλέο και «οι ολοζώντανοι ως νεκροί στην όμορφη αιωνιότητά μας» είναι αποκρουστικοί; Μεγάλο άλμα εδώ στον Λόρδο Μπάιρον που κι εκείνος έβλεπε με θλίψη την αναβίωση της νεκρής Ελλάδας στο (τότε) παρόν, σαν βρικόλακα ή φάντασμα που βγήκε από τον τάφο.

Μήπως ο θάνατος είναι λύτρωση και η αιωνιότητα δεν χρειάζεται το σαρκίο μας αλλά μόνο τη σκέψη μας; Το όνομα και «από κάτω ένα κενό». Ο Δομήνικος το αγαθό της αιωνιότητας το εξασφαλίζει με τη ζωγραφική. Η Τέχνη διδάσκει και καθοδηγεί, μας παρηγορεί, επιμηκύνει και δικαιώνει τον βραχύ βίο και απαιτεί σε κάθε εποχή τη δικής της ανάγνωση. Και η Λυμπέρη μέσα από τα μάτια του «πατέρα», του Νου, που έλεγε ο Αναξαγόρας, επιχειρεί μια δική της προσωπική καταβύθιση στο μυστήριο της ζωή και του θανάτου, κυρίως αυτού, γιατί αυτός είναι, και θα είναι, για κάθε άνθρωπο ο μέγας άγνωστος. Εκείνες οι χειρονομίες, τα νεύματα και τα βλέμματα υπαινίσσονται κάτι πέρα από ό,τι οι πολλοί μπορούν να βλέπουν.

Η συγγραφέας, επεξεργάζεται το θέμα της, κάνοντας μια ενδεικτική, αλλά πολύ σημαντική περιήγηση σε ζωγράφους και πίνακες, θέτοντας ερωτήματα όπως: «πώς θα ήταν η Προσωπογραφία της Κυρίας ντε Σενόν αν ο Εγκρ φρόντιζε να αλλάξει τη βαριά αδιάφορη απόχρωση σάπιου μήλου στην τουαλέτα της εν λόγω κυρίας με ένα εκτυφλωτικό κόκκινο…». Δεν είναι ερώτημα αυτό, όπως και πολλά παρόμοια, που μπορείς να το προσπεράσεις έτσι, χωρίς να προβληματιστείς, πράγμα που σημαίνει πως κάποια λεπτομέρεια που δείχνει ασήμαντη σήμερα δεν είναι αμελητέα στην εποχή της. Και, επομένως, ο τρόπος με το οποίο κοιτάμε έναν πίνακα είναι υπόδειξη, νεύμα που μας κάνει ο ζωγράφος από την εποχή του. Ο έχων ώτα ακούειν και όμματα οράν, ακουέτω και οράτω.

Αν ρωτήσει κανείς τι είναι το βιβλίο της Λυμπέρη; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Είναι δοκίμιο περί τέχνης, μελέτη του πίνακα του Θεοτοκόπουλου, ψυχική περιπέτεια, στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, στη ζωή, στον έρωτα, στην εκδίκηση και στο θάνατο; Και ακόμα ποιος ο «πατέρας»; Είναι ο πατέρας ή ο «πατέρας» νους που καθορίζει τα πάντα ή μήπως αυτός ο άλλος εαυτός μου που μου μιλά και τον ακούω; Τι είναι η τέχνη γενικά και ο συγκεκριμένος πίνακας ειδικά; Μήπως είναι η ερμηνεία στο μυστήριο της ζωής; Μήπως είναι η εναλλακτική απάντηση στα αναπάντητα ερωτήματα που θέτουν οι σοφοί, αναλύουν οι στοχαστές αλλά η Τέχνη αναλαμβάνει να τα μεταμορφώσει σε εικόνες, δίνοντας στο άυλο μορφή και χρώμα είτε αυτό είναι σκέψη είτε συναίσθημα; Πάντως είναι μια ψυχική και διανοητική περιπέτεια, στης οποίας το λαβύρινθο ο αναγνώστης θα απολαύσει την περιπλάνηση.

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email