© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Για το βιβλίο της Ζωής Κατσιαμπούρα “Μαθαίνεται η Ζωή;” (εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Η Ζωή Κατσιαμπούρα μετά τις Ιστορίες της Μανιάς έρχεται να μας πει και τις δικές της και αποδεικνύεται με τη δεύτερη αυτή εμφάνισή της στην πεζογραφία σαν έτοιμη από καιρό και θαρραλέα. Και μάλιστα με τις γνώσεις της από τις σπουδές της καταφέρνει να συγκεράσει τη συγγραφή της λογοτεχνίας με τη θεωρία της. Από την πρώτη σελίδα του βιβλίου της με τον τίτλο Μαθαίνεται η Ζωή; ήδη μας ενημερώνει πώς γράφεται το μυθιστόρημα. Δεν ξέρω αν θα καταλήξει σε μια θετική απάντηση, όσον αφορά τη ζωή, αλλά μου λύνει την απορία για το αν αυτός που μιλάει είναι ένας άλλος –«εγώ είναι ένας άλλος» έλεγε ο Ρεμπώ- δείχνοντας την απόσταση του εγώ από τον ήρωα, όπως μάθαμε και διδάξαμε σε μαθητές και συναδέλφους στην Επιμόρφωση: αυτός που γράφει είναι άλλος και δεν είναι αυτός που λέει «εγώ» μέσα στο μυθιστόρημα…

Βέβαια, εγώ που λέω «εγώ» μέσα στο βιβλίο, δεν είμαι εγώ, αλλά εγώ τα γράφω και τα φορτώνω στον ήρωά μου. Έρχεται λοιπόν, η Ζωή –η συγγραφέας, δηλαδή, μπαίνει στο εγώ των άλλων, προσπαθώντας να μας μάθει αν μαθαίνεται η Ζωή και παράλληλα και η συγγραφή:

«Αγαπητέ Λευτέρη, Το διάβασες! Σ’ ευχαριστώ! Τη γνώμη σου τη θεωρώ ειλικρινή για να παίρνω κουράγιο! Τα σχόλιά σου τώρα: Εννοείται ότι δικές μου είναι οι σκέψεις των ηρώων. Πώς αλλιώς; Εγώ είμαι η Μαντάμ Μποβαρύ και ο εραστής και ο Κάρολος. Εγώ διάλεξα το θέμα, εγώ επινόησα τους συνδυασμούς. Οι ιστορίες όμως δεν είναι δικές μου …». Τέλεια. Επομένως εγώ και εσύ, αγαπητέ αναγνώστη, «hypocrite lecteur mon semblable, Mon Frère!» που έλεγε ο Baudelaire, λέμε ψέματα όταν λέμε πως δεν έχουμε καμία σχέση με τα διαδραματιζόμενα. Απλώς, κρυβόμαστε πίσω από το εγώ των άλλων κάνουμε ένα ρετούς στα γνωστά θέματα που μας έχουν συγκινήσει, σαν τον σκηνοθέτη που διαλέγει μια κούκλα πρωταγωνίστρια  για να ενσαρκώσει μια ηρωίδα υπαρκτή που καμιά σχέση δεν έχει φυσιογνωμικά με την πρωταγωνίστρια. Ε! έτσι και ο συγγραφέας κάνει ρετούς σε ό,τι θέλει.

Δεκαεννέα κείμενα. Όλα ένα κι ένα, σαν σκληρά αμύγδαλα στα δόντια, τα διαβάζεις και τρίζουν, σπαρταράς στα γέλια με τα περισσότερα. Είναι η εθνική κοινωνική, πολιτική, πνευματική μας ιστορία, η κακομοίρικη και η μίζερη, από τον καιρό των τσιφλικάδων - πόλεμοι, πραξικοπήματα, φτώχιες, διώξεις, εμφύλιος- μέχρι τη δεκαετία του 1960 που είναι η εποχή των μεγάλων προσδοκιών και ανακατατάξεων, των ψευδαισθήσεων των ελευθεριών, της αλλαγής των πραγμάτων των πολιτικών, των αμφισβητήσεων των αυθεντιών, του ευρωπαϊκού (διάβαζε αμερικάνικου) τρόπου ζωής, των συμπεριφορών και ονείρων, κομμένων και ραμμένων στα μέτρα που ο καθένας μας τα ονειρεύτηκε και τα παράγγειλε, όπως νόμιζε ότι θα του ταίριαζαν και θα τα φόραγε στο τέλος.

Η Κατσιαμπούρα πρώτα πρώτα έχει γνώσεις. Έχει παρατηρητικότητα. Έχει χιούμορ και πάνω απ’ όλα, έχει ταλέντο. Μάζευε υλικό στο μαγνητόφωνο (παλιάς κοπής συγγραφέας) και τώρα το σερβίρησε σε δεκαεννέα κούπες. Σπάμε κούπες, σκάμε στα γέλια. Μας κερνάει κρασί δυνατό, μπρούσκο. Δεν λέω «νέκταρ» γιατί αυτό θα ήταν πολύ της ρομαντικής σχολής, ενώ εδώ έχουμε ένα καθαρόαιμο, γκροτέσκο, δυνατό, κείμενο, γεμάτο από μυρωδιές χωριάτικες και λαϊκές, της εποχής που η Ελλάδα προσπαθεί να επικοινωνήσει με την εξ Ευρώπης παιδεία, τα νέα πολιτικά ρεύματα, τον εκσυγχρονισμό, βρε αδελφέ! Να γίνουμε κι εμείς Ευρώπη από τον καιρό του Κοραή… Να κάνουμε την περίφημη «Μετακένωση».

«Μαθαίνεται η ζωή»; Η απάντηση είναι…. Έκπληξη για το τέλος και άσκηση για το σπίτι.
Τα κείμενα του βιβλίου είναι μικρά και μεγάλα. Τα μεγάλα είναι ανάπτυξη του μικρού και ουσιαστικού και τα μικρά σύμπτυξη του μεγάλου και σημαντικού. Ένα μπαντονεόν, που ανοίγει παίρνει ανάσα και κλείνει. Όλα χαρακτηρίζονται από διειδυτικότητα στο βάθος του φαινομένου ή του γεγονότος που παρουσιάζουν και την έκταση που καταλαμβάνουν. Έτσι βλέπουμε στην επιφάνεια το στήσιμο του κωμικού τις περισσότερες φορές, σκηνικού, αλλά από πίσω κι από κάτω, από βάθος μέγα, αναδύονται νοοτροπίες, ιδέες, ήθη, συνήθειες, συμπεριφορές, καταπιεσμένα ένστικτα, καμπουφλαρισμένες επιθυμίες, που θέσαμε υπό ορθολογιστικό έλεγχο, που σχεδόν έχουμε ξεχάσει. Που νομίζαμε πως ξεμάθαμε, προσπαθώντας να μάθουμε τη ζωή και να γίνουμε μοντέρνοι.

Σήμερα ο κόσμος έχει γίνει ένα απέραντο ξενοδοχείο, έλεγε ο Σεφέρης, για να δείξει, εκτός των άλλων, ότι είμαστε όλοι ένοικοι και προσωρινοί, σ’ αυτό τον κόσμο, που δεν πρόλαβε να αλλάξει και να δικαιώσει τις προσδοκίες εκείνων που ήλπισαν και που αγωνίστηκαν και κάποιοι πλήρωσαν με τη ζωή τους αυτή την αλλαγή. Και ο καιρός πέρασε και όλοι είδαμε πια τι κούφια λόγια ήσανε αυτές οι αλλαγές. Ωστόσο, το χιούμορ κάνει καλό στην υγεία και σοβαρολογώ (ο Μισέλ Πικολί έλεγε στην ταινία Ο Μιλού το Μάη: αποφάσισα να είμαι ευτυχής γιατί η ευτυχία κάνει καλό στην υγεία). Και το πικρό έχει την κωμική του εκδοχή και το απλό καθημερινό και αστείο, έχει γέλια σπαρταριστά, μέχρι δακρύων που μπορούν όμως εύκολα να μπερδευτούν με τα δάκρυα λύπης. Η αντίφαση, το οξύμωρο, η αντινομία, όπως και να το πω αυτό που χαρακτηρίζει τη ζωή μας, χαρακτηρίζει και τα διηγήματα.

Παίρνω για παράδειγμα το διήγημα, «Πλασιέδες και Λαμπράκηδες» για την ολιστική προσέγγιση των φαινομένων της ζωής. Έχει μέσα του όλα, όσα ανέφερα. Βρισκόμαστε στο 1960 και οι φτωχοί άνθρωποι και αριστερών πολιτικών αποχρώσεων δεν μπορούν, λόγω φρονημάτων, να φύγουν εργάτες στη Γερμανία, εννοείται ότι δεν μπορούν πουθενά να βρουν δουλειά και ούτε λόγος για να διοριστούν στο δημόσιο. Λίγο παλιότερα δεν μπορούσαν να μπουν ούτε στο πανεπιστήμιο ούτε δάσκαλοι να γίνουν. Και τότε τι να γίνουν; Έμποροι της Βενετίας, θα έλεγε ο Σαίξπηρ, στα ελληνικά συμφραζόμενα πλασιέ.

Έχουμε λοιπόν έναν πλασιέ που και τι δε λέει ο άνθρωπος. Λόγω επαγγέλματος, σαν τον παλιό πραματευτή, γυρίζει, βλέπει ακούει, μαθαίνει. Όλα όσα βλέπουν τα μάτια του και ακούνε τα αυτιά του δεν είναι άλλο από όσα θα έβλεπε ένας κινηματογραφιστής που θα γύρναγε τις γειτονιές για να αποτυπώσει στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής. Μιας ζωής που αγωνίζεται να επιβιώσει με τα ψέματα και να μπαλώσει τα πράγματα με όποιο τρόπο μπορεί θεμιτό ή και αθέμιτο, κάποιες φορές. Επομένως το βιβλίο απλώνεται σε ένα επίπεδο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, ηθικό, ταξικό, θρησκευτικό, φυσιολατρικό. Ανθρώπινο, με λίγα λόγια.

Λέει ο πλασιέ: Τι πουλάνε; «σεντόνια και κεντήματα ‘‘χειροποίητα’’, τι λέω τώρα, ως και βρακιά και γλυκά του κουταλιού και ‘‘μέλι αγνό’’ … πήγαινες από σπίτι σε σπίτι να πουλήσεις με δόσεις, βέβαια το ένα άλλο ένα. Πώς αλλιώς; … Αν έκανε το πράγμα τριάντα δραχμές, ας πούμε, και έβαζες δόση ένα τάλιρο τη βδομάδα, κι εσύ ο δοσάς κέρδιζες, γιατί από τις τριάντα δραχμές, οι είκοσι ήταν κέρδος, και εκείνη που πλήρωνε έτσι σου χρωστούσε χάρη, γιατί αγόραζε ό,τι ήθελε χωρίς να έχει λεφτά στο χέρι. Γιατί δεν μάζευαν τα φράγκα τους να πάνε να τα αγοράσουν στην Ερμού, στην Αιόλου, στην Αγίου Μάρκου; Ξέρω γω; Ντρέπονταν να πάνε στα μαγαζιά; Πώς θα έφευγαν από το σπίτι τους; Στο κάτω κάτω, ήταν και το άλλο, πώς θα ψήναν καφέ στον δοσά να πουν και καμιά κουβέντα; Να γκομενίσουν κιόλα κάποιες; Πολλές φορές τύχαινε να είναι ο άντρας στο σπίτι … άνοιγε η πελάτισσα και κλείνοντας το μάτι φώναζε δυνατά: ‘‘Όχι καλέ, δεν θέλουμε τίποτα, δεν αγοράζουμε εμείς’’… Ήξερες τότε ότι έπρεπε να περάσεις μετά, όταν θα έφευγε ο μαντρόσκυλος». Εδώ έχουμε ένα δυνατό κοινωνικό σχόλιο. Πρώτον, οι άντρες ποτέ δεν κατάλαβαν αν το σπίτι είχε ανάγκη από σεντόνια και πετσέτες. Δεύτερον, η γυναίκα που ξέρει τις ανάγκες επινοεί τρόπους για να τις ικανοποιήσει, χωρίς εκείνος να παίρνει είδηση και να γκρινιάζει (και όχι πάντα, βέβαια, με το απλό τρόπο, αλλά … Θυμάστε στο Ζερμινάλ του Ζολά, πώς εξασφάλισε ένα κομμάτι κρέας η γυναίκα του ανθρακωρύχου για τον άντρα της που έμπαινε στα έγκατα της γης να βγάλει κάρβουνο; Δεν άφησε την κόρη της να πάει στον μπακάλη. Πήγε η ίδια και το διαπραγματεύτηκε, η έμπειρη που ήξερε να το παζαρέψει. Διεθνής και πάντα επιτυχημένη η πατέντα.

Μετά ο δοσάς αλλάζει θέμα. Μιλάει για τις υπηρέτριες που ζουν στο υπόγειο του σπιτιού, οι οποίες «ξεπατρισμένες και μόνες, βρίσκαν παρέα στον πλασιέ να πουν μια κουβέντα … Δυο τρεις από αυτές τις είχα πελάτισσες τριάντα χρόνια. Έγινε η προίκα, έφυγαν από τη δουλειά τους, δεν είναι πια ‘‘υπηρεσία’’, μπήκαν καθαρίστρια σε υπουργείο, σε σπίτια και μαγαζιά… πιο ελεύθερη δουλειά, αλλά ο γαμπρός δεν ήρθε και οι προίκες στοιβάζονταν αμεταχείριστες». Τα φτωχά κορίτσια που ξενιτεύτηκαν και από υπηρέτριες αναβαθμίστηκαν σε καθαρίστριες (αλλάζουν οι σχέσεις εργαζόμενης και εργοδότη) για να φτιάξουν την προίκα και να παντρευτούν και πολύ καλά ξέρουμε τι συνέβαινε με αυτά τα κορίτσια και τα αρσενικά αφεντικά τους. Και ο πλασιέ, που έβλεπε τι γινόταν, που καταλάβαινε τη δυστυχία, που ήταν κι αυτός παιδί του λαού, εκεί, να της πουλήσει και κάτι ακόμα για την άχρηστη προίκα. Το συμφέρον πάνω από όλα.

«Στους Λαμπράκηδες, μη νομίζεις, φανταστήκαμε τον κόσμο αλλιώς, Ελεύθερες σχέσεις και ειλικρίνεια (το πρώτο ζητούμενο οι ελεύθερες σχέσεις). Ο Τάκης έφυγε από το χωριό σχεδόν διωγμένος από μια καψοσχέση, μισή κι ανέσωτη, κι εδώ, στην οργάνωση, έβρισκες τις κοπέλες τρυφερές και άνετες, διαθέσιμες… Μου άρεζαν οι μορφωμένες κι εγώ τους άρεζα, αλλά ‘‘σχέση’’ δεν προχώρησε μ’ αυτές. Δεν βαριέσαι. Κι αυτές που βρήκα στη ζωή μου κούκλες ήταν και τις σκέφτομαι με χαρά. Αλλά βαριόμουν σε λίγο καιρό, πιθανόν κι αυτές να με βαριόνταν, είχα και τις ελευθερίες μου τότε, ξέρεις, Παλαμιώτης που άφησε πίσω του τις ντροπαλές με τη μαντήλα και τα σκασμένα ποδάρια στη βόλτα της Κυριακής και ήρθε εδώ να βλέπει γυναίκες όμορφες και καλοβαλμένες και χαμογελαστές και ελεύθερες. Κατά του γάμου, μισός μισός ο λογαριασμός στην ταβέρνα, όχι σαχλαμάρες και κομπλιμέντα της σειράς… ‘‘Ναι μισά μισά στην ταβέρνα’’, μου είπε κάποτε η Μαρία ‘‘αλλά στο σπίτι περιμένεις να μαγειρέψω εγώ’’… Καλά παιδιά οι αριστεροί, αλλά αυτά που παντρεύονται καλύτερα».

Είπαμε ότι η χώρα αλλάζει, αλλά αλλάζει πιθηκίζοντας ξένες συμπεριφορές, γιατί οι Λαμπράκισσες και η Μαρία του αποσπάσματος και οι άλλες που του «άρεζαν» ή τους «άρεζε» δεν είναι παρά το κακέκτυπο μιας νεολαίας που μας έρχεται απέξω, απηχώντας τον Μάη του ’68, το φεμινιστικό κίνημα, την απελευθέρωση των ηθών και των σεξουαλικών σχέσεων, την ισότητα των φύλων στη διαχείριση των οικονομικών (στην ταβέρνα όμως, όχι και στο σπίτι). Μια μηχανιστική μεταφορά ιδεών της Δύσης στην Ελλάδα, «τις γνώμες σοφών από την Εσπερία», ενώ ακόμα – το ’60- επιβιώνει το νυφοπάζαρο της Κυριακής στο χωριό με τα κορίτσια με τις μαντήλες (σαν τις μπούργκες των μουσουλμανίδων) και τις σκασμένες φτέρνες. Αυτές οι τελευταίες με πάνε ντρίτα στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, σ’ εκείνη τη σκηνή που ανασήκωσε τις φουστάνες της και φάνηκαν οι χοντρές εμβάδες της και οι τρύπιες κάλτσες της. Άλλα χρόνια ίδια δύστυχα όμως.

Και μετά έρχεται «η Χούντα, οι αληταράδες, οι κωλοφασίστες. Με συνέλαβαν. Έφαγα ξύλο για να αποκαλύψω σχέδια για κατάλυση του κράτους που δεν είχαμε… για ονόματα και διευθύνσεις που δεν έδωσα και αισθάνομαι ότι κέρδισα τον τίτλο του ανθρώπου, βρε!». Και αφού μας τον έστησε σαν ήρωα, χλαπ του δίνει μία και τον γκρεμίζει από το βάθρο. Και η Τασούλα η φοιτήτρια που μοιράζανε προκηρύξεις και παρίσταναν το ζευγαράκι… Το τερπνό μετά του ωφελίμου, ο σύντροφος, πλασιέ και Λαμπράκης. (Εδώ θυμάμαι τον Γιοκαρίνη «Είμαι άρχοντας και μην ξεχνάς, Μαρία, πριν δυο μήνες πασατέμπο και πορεία»).

«Με τους Λαμπράκηδες διάβασα και τα βιβλία του Κορδάτου για την Παλαιά Διαθήκη, ε, άκουσα τόσες φορές για το όπιο του λαού». Και για τη φύση «η οικειοθελότατη εργασία που αν κάτι το κάνεις από ανάγκη δεν μας αρέσει. Το ίδιο πράγμα, άμα το κάνεις για πλάκα, είναι σαν σπορ».

Αφήγηση σπαρταριστή, λεξιλόγιο που χρειάζεσαι και τον Μπαμπινιώτη, μερικές φορές (εκείνοι οι Δασκαλοπουλαίοι δε φτάνει που είναι φονιάδες είναι και γεμάτοι άγνωστες λέξεις, πανάθεμά τους: φοντς, πλοκό, γαλίκι, παρμάκες, φιλογούσαν, τζιαουνίζοντα), λεξιλόγιο που μας μεταφέρει στο χρόνο (αλήθεια γιατί λέγαμε «ψήνω καφέ» και όχι φτιάχνω; Στο φούρνο τον ψήναμε;), χαρακτήρες αδροί, δυναμικοί, αντιπροσωπευτικοί του είδους του ανθρώπου που θέλει να συμβαδίσει με τα μοντέρνα ρεύματα αλλά που το χούι του Παλάμα, του χωριού δηλαδή (όχι του ποιητή) του βγαίνει μπροστά. Έκθεση γεγονότων στα οποία παρουσιάζεται κωμικά καμουφλαρισμένο το δράμα της νεότερης Ελλάδας, της νιότης μας, δηλαδή, της προσπάθειας για «Μετακένωση» του αρχαίου μεγαλείου που έγινε ευρωπαϊκό και τώρα το θέλουμε πάλι πίσω. Ευρωπαϊκά μοντέλα στην ελληνική ψωροκώσταινα. Η Κατσιαμπούρα κάνει έργο αυτό που έλεγε ο Σεφέρης: «Δουλειά μου δεν είναι οι αφηρημένες ιδέες». Και ποια είναι η δουλειά του; Δουλειά του είναι να ακούει τα πράγματα του κόσμου, να κοιτάζει πώς συμπλέκονται με την ψυχή του και το σώμα του και να τα εκφράζει. Αυτό έκανε η Κατσιαμπούρα πήρε το υλικό ακατέργαστο από τη ζωή γύρω της και το έπλασε στα διηγήματά της. Με εκφραστική λιτότητα, χωρίς λεκτικές πιρουέτες, εστιάζοντας στην ουσία, μας έδωσε μια Ελλάδα με την ανθρωπιά της και την απανθρωπιά της.

Όλα ωραία, με πίκρα, με δάκρυ, με πόνο, με χιούμορ. Δεν ξέρω να απαντήσω στο ερώτημα αν «Μαθαίνεται η Ζωή». Το σίγουρο είναι ότι τρώγεται και ότι είναι γεμάτη εκπλήξεις. Κι αν εμείς που έχουμε φάει τα δύο τρίτα ή τα τρία τέταρτα, δεν απαντήσουμε, τότε κανείς δεν θα απαντήσει. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι όλα γυρίζουν στον τροχό του χρόνου, όλα αλλάζουν, όλα ανατρέπονται, όλα αναθεωρούνται, ανακυκλώνονται και μας ξαφνιάζουν. Γηράσκω αεί διδασκόμενος και μέχρι τελευταίας πνοής μαθητευόμενος. Αν αυτά τα διηγήματα τα διαβάζαμε τότε στην εποχή που αναφέρονται, θα είχαμε κάτι να περιμένουμε από το μέλλον. Τώρα που είμαστε στο μέλλον, που η ζωή έκανε τον κύκλο της και τα άλεσε όλα, τώρα τι κάνουμε; Έχει έναν ωραίo στίχο ο Paul Εluard: Nous de l’ avenir pour en petit momen penson au passé. Εμείς από το μέλλον για μια στιγμούλα ας σκεφτούμε το παρελθόν (και πώς φτάσαμε ως εδώ, ας συμπληρώσουμε). Η Κατσιαμπούρα σαν επιδέξιος ταχυδακτυλουργός βγάζει περιστέρια και λαγούς από το καπέλο της με αυτά τα διηγήματα, τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν επεισόδια ενός επιτυχημένου σίριαλ ευρείας κατανάλωσης.


Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «Αρή, σα dα χιόνια....»*

(Μιὰ περίεργη φράση μὲ ἐπικοινωνιακό, ὡστόσο, περιεχόμενο)


Μὲ τὸ χιονιὰ ποὺ μᾶς ἐπισκέφτηκε καί, μάλιστα, μᾶς ἔκαμε τὴν τιμὴ μέσα στὴ γενικὴ ἀπόγνωση ποὺ μᾶς συνέχει, νὰ λευκάνει σὲ κανοποιητικὸ βαθμὸ τὸ τοπίο καὶ νὰ τοῦ δώσει μιὰν ἄλλη ὄψη, αἰσίοδοξη καὶ χαριτωμένη, θυμήθηκα μιὰ φράση ποὺ λέγανε οἱ παλιὲς οἱ Κληματιανές.
Ὅταν εἶχαν καιρό, λοιπόν, ν᾿ ἀνταμώσουνε καὶ τύχαινε κάποιο γενονὸς ποὺ τοὺς ἔδινε τὴν εὐκαιρία νὰ βρεθοῦνε - ὅπως τὸ πανηγύρι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων ποὺ συναντιόντουσαν οἱ τοῦ Πάνω Κλήματος μὲ τοῦ Κάτω, τότε ἄκουγες νὰ λέει ἡ μιὰ νοικοκυρὰ στὴν ἄλλη: «Ἀρή, σὰ dα χιόνια πλιό!!!».
Ἄραγε, τί σήμαινε αὐτὴ ἡ παροιμιώδης φράση «σὰν τὰ χιόνια»; Μόνο δηλαδή, ὅταν ἔκανε χιονιὰ ἀντάμωναν;
Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὅταν ἦταν μέρες ποὺ ὁ χιονιὰς ἔκλεινε τὸν κόσμο στὰ σπίτια του, τότε τὰ ἀτέλειωτα ἐκεῖνα ἀπομεσήμερα -γιατὶ πάντα τὰ πρωϊνὰ καὶ τὰ μεσημέρια ἦταν ἀφιερωμένα στὸ σπίτι, στὸ φαΐ, στὸ βόλεμα τῶν «ζῶν» ( ζώων, ὅπως τῆς γίδας τῆς προβατίνας, τοῦ μουλαριοῦ κ.λ.π.)- μαζεύονταν ὁ ἕνας στὸ σπίτι τοῦ ἄλλου καὶ «λακριντεύανι», ὄχι χωρὶς νὰ ἔχουν διαθέσιμα καὶ τὰ ἀνάλογα σερβιρίσματα, ὅπως καφές, «ζιστό» (κυρίως φασκόμηλο), ἀλλὰ καὶ καμμιὰ τηγανίτα μὲ τὸ πετιμέζι. Κυρίως οἱ νοικοκυρές, γιατὶ οἱ ἄντρες πηγαίνανε στὸ καφενέ νὰ ποῦνε τὰ δικά τους, νὰ παίξουν κανένα «σκαμπίλι», νὰ πιοῦν κανένα ρακὶ μὲ ξυδάτη ἐλιὰ καὶ λίγο παστό (τότε φτιάχνανε σχεδὸν ὅλα τὰ σπίτια).
Ἀνταμώνανε, λοιπόν, οἱ νοικοκυρές μὲ τὸ «κουφνάκ’(ι) τ’ς» ἡ καθεμιὰ περασμένο στὸ μπράτσο, μέσα στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε τὸ «τσουράπ’» ποὺ πλέκανε, ἤ ἄλλο ἐργόχειρο, καὶ τὰ λέγανε, μέχρι νὰ σουρουπώσει, ν᾿ ἀναψει ἡ λάμπα καὶ νὰ παέι ἡ κάθε μιὰ στὸ σπίτι της, γιατὶ πέφτανε καὶ νωρίς γιὰ ὕπνο...
Ἀπό κεῖ, λοιπόν, φαίνεται νὰ προῆλθε αὐτὴ ἡ σχεδὸν λησμονημένη φράση «Σὰ dα΄χιόνια». Ποὺ ἦρθε στὸ νοῦ αὐτὲς τὶς μέρες, μέρες τοῦ χιονιᾶ, χαριτωμένες καὶ νοσταλγικές πάντα.
π. κ. ν. κ

* Ἔγραψα τὸ τίτλο χρησιμοποιώντας καὶ λατινικοὺς χαρκτῆρες, γιὰ νὰ ἀποδώσω, ὅσο γίνεται πιὸ πολύ, τὴ μουσικότητα τῆς λέξης. 

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Για το έργο της Μέλπως Αξιώτη “Η Κάδμω” (Φιλολογική Επιμέλεια - Επίμετρο - Σχόλια: Μαρία Κακαβούλια, εκδ. Κέδρος 2015)

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ 

Η Κάδμω είναι το τελευταίο έργο της Μέλπως Αξιώτη, αυτοβιογραφικό, συγκλονιστικό ανάγνωσμα, ένα δύσκολο οδοιπορικό, βαθιά στοχαστικό, εξομολογητικό, παραπονεμένο, κύκνειο άσμα, γραμμένο το 1972. Η Αξιώτη ήταν από μάνα και πατέρα αρχόντισσα. Ο πατέρας Μυκονιάτης, η μητέρα Αθηναία. Ο προπάππος της Φιλικός, ο παππούς της είχε μεταφράσει ρώσους λογοτέχνες. Από αυτόν αγάπησε τη Ρωσία. Έζησε στη Μύκονο, σπούδασε, μετοίκισε στην Αθήνα, παντρεύτηκε, χώρισε, εντάχτηκε στο ΕΑΜ, ταξίδεψε στο εξωτερικό, όπου γνώρισε σημαντικούς ανθρώπους, έζησε ζωή ταραγμένη, όπως ταραγμένη ήταν και η εποχή της και οι αγώνες στους οποίους πήρε μέρος, εννοώντας τη συμμετοχή της απαραίτητη για την αποκατάσταση της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η ηρωίδα έχει το όνομα του Κάδμου, του περιπλανώμενου βασιλιά της Θήβας, όπως ήταν και η ίδια η Μέλπω. Η υποχρεωτική εξορία της. Η απέλασή της από τη Γαλλία, η ζωή στο Ανατολικό Βερολίνο και στις άλλες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ, στους τόπους που οι ιδανικοί εραστές νόμισαν ότι επικρατούσε ο επί γης παράδεισος ήταν μια διάψευση μαζί με όλες τις άλλες που μπορεί να περιλαμβάνει η ζωή ενός ανθρώπου. Έζησε λοιπόν, εκεί, και αισθανόταν άχρηστη όπως και ο άλλος ο σύντροφος από την Ισπανία, ο πρώτος γραμματέας του κόμματος και τώρα πια παντελώς ανώνυμος. Το 1964 της επετράπη να επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου τη δύσκολη εξορία ακολούθησε η δύσκολη προσαρμογή στα ελληνικά πράγματα. Τα πάντα έχουν αλλάξει, οι φίλοι έχουν αλλάξει και τα πράγματα είναι πια φθαρμένα και εγκαταλελειμμένα. Το χειρότερο από όλα είναι η αλλαγή του σαρκίου που υποφέρει από προϊούσα αμνησία και σωματική καχεξία.
Και τα δύο αυτά δεινά, η σωματική καχεξία και η αμνησία, είναι πανταχού παρόντα στην Κάδμω. Και εκείνο το «ου γαρ έρχεται μόνον» κάνει την εμφάνισή του στις λέξεις, όταν γράφει και διαπιστώνει «Πόσες λέξεις έπεσαν σε αχρησία». Όταν «σε κάθε βιβλίο, σε κάθε έργο αφήνεις λίγο από το αίμα σου». Στο σώμα: «Οι φλέβες στραγγίζουν. Γερνάς», «ένα ένα τα όργανά σου σ’ αφήνουν, σ’ αποχαιρετούν», «πέφτουν τα μαλλιά, τα δόντια, τρέμουν τα πόδια. Παλεύει το σώμα, αντιστέκεται», «είσαι μια κλεψύδρα που αδειάζει», «κάτι σκούρες κουκίδες στα χέρια… ένας πλισές στο λαιμό». Και οι μνήμες εφορμούν και αυτές αποσπασματικές. Η ζωή της γεμάτη δρόμους: στην Αριστοτέλους που δοκίμασε την πρώτη γραφή. Στην Τιμολέοντος, όπου πέθανε η φίλη της. Στην Κεφαλληνίας, όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Στην Γκουφιέ, εκείνη κάτω και η Μάρω, που εκτελέστηκε στην Καισαριανή, από πάνω. Ο άνθρωπος είναι μικρός, μεγάλα είναι μόνο τα έργα του, λέει. Πρόσωπα κατοικούν τη μνήμη της, αποσπασματικές εικόνες, πράγματα που αντιστάθηκαν στη λήθη. Την καταθλίβει η ιδέα που ο άνθρωπος, κάποια ώρα, γίνεται αντικείμενο, λέει, και η μνήμη της χάνεται στα εργαστήρια των ναζί, όπου έφτιαχναν τέτοια «αντικείμενα» ή στα ζώα που θυσιάστηκαν για να γίνει το δέρμα τους αντικείμενα. Όλα περνούν από το μυαλό της, όπως και εκείνος ο στίχος του Σεφέρη «Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι» και η Λουκία (εξαδέλφη της, για την οποία λέγεται πως γράφτηκε το ποίημα) είναι τώρα πια χώμα και σκόνη. Αυτή η θλιβερή κατάληξη ενός λαμπρού ανθρώπου, όποιου ανθρώπου, στο μηδέν και στο τίποτα, την απελπίζει.
Η Αξιώτη λογοτεχνικά ακολουθεί μια τεχνοτροπία που έχει ήδη αναπτυχθεί από τον 19ο αιώνα. Η Μαρία Κακαβούλια, που έχει την επιμέλεια του έργου και το σχολιασμό του, επισημαίνει πως παρόμοιο έργο είναι το «Ολόγυρα στη λίμνη» (1892) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, καθώς και ο μονόλογος της Φράου Άννας στη Λέσχη του Στρατή Τσίρκα. Η μελετήτρια ασχολείται εκτενώς με τη δευτεροπρόσωπη αφήγηση, αναφερόμενη σε έργα παρόμοιας τεχνοτροπίας. Ο λογοτεχνικός μοντερνισμός της Αξιώτη, σε δεύτερο πρόσωπο, διοχετεύτηκε στον εσωτερικό δραματικό μονόλογο, βασανιστικό και αποσπασματικό απευθυνόμενο στον εαυτό της. Τον εαυτό της έχει απέναντι και συνδιαλέγεται μαζί του, σαν να είναι άλλος, αξιοποιώντας όλους τους αφηγηματικούς ρόλους, Είναι λόγος προφορικός, γραπτά διατυπωμένος, στον οποίο συχνά έχει επέμβει με ποικίλες διαγραφές, απαλείψεις και διορθώσεις. Κάπου κάπου, βέβαια, χρησιμοποιεί και το τρίτο ενικό ή πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.
Σ’ αυτού του είδους την αφήγηση, οι κουβέντες της συγγραφέως είναι σκόρπιες, δείχνουν ότι δεν έχουν συνοχή και συνάφεια, κι όμως στο βάθος ο συνειρμός λειτουργεί σωστά. Διολισθαίνει σε όλες τις βαθμίδες του παρελθόντος, πετάει και φεύγει, για να επανέλθει, στο παρόν με ανανεωμένη τη μνήμη- «Σήμερα ήρθε το παρελθόν να σε συναντήσει»- επανέρχεται στα ίδια θέματα, συχνά με την ίδια διατύπωση. Γιατί η Κάδμω προσπαθεί με θραύσματα της μνήμης να ανασυστήσει το καταρρέον οικοδόμημα της ύπαρξής της. Της ύπαρξης ως σώμα και της ύπαρξης ως μυαλό. Περιπλανώμενη, βασανισμένη, μόνη, γερασμένη από την ξενιτιά και τη μοναξιά, χωρίς οικογένεια, χωρίς δικούς της ανθρώπους γύρω της, αισθάνεται την ψυχή της να στεγνώνει, απελπίζεται και έχει αυτοκτονικές τάσεις. Με αφετηρία τις Δύσκολες Νύχτες και το Θέλετε να χορέψομε Μαρία η ζωή της ξεκινούσε με όνειρα, αλλά οι περιπέτειες ανέτρεψαν αυτό που οι πολλοί θα θεωρούσαν φυσιολογική ζωή. Γιατί η ζωή που η ίδια επέλεξε επέβαλε τις δικές της πολιτικές και κοινωνικές ανατροπές και το ρεύμα υπήρξε ανώμαλο. Έτσι μετά την περιπλάνηση στις χώρες του «ονείρου» και των ψευδαισθήσεων το κορίτσι που άνοιγε φτερά επέστρεψε ως Κάδμω με κομμένα φτερά. Όμως η Κάδμω, δεν το βάζει κάτω. Αγωνίζεται ταυτίζεται με τα βιβλία της. Η Κάδμω, γράφει η Κακαβούλια, ταυτίζεται με τα βιβλία της. Ζωή, συγγραφή και έρωτας είναι ισοδύναμα μεγέθη.
Το βιβλίο, πέρα από το πεζογράφημα και την λεπτομερώς επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη για την Κάδμω, περιέχει και το εξαιρετικό ως αφήγημα βιογραφικό της λογοτέχνιδας, η οποία «μας άφησε ένα έργο που συγκαταλέγεται στα κορυφαία της νεοελληνικής λογοτεχνίας». Πολύ ωραίο και το εξώφυλλο, η Κάδμω με τη βαλίτσα της.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΑΘΕΑΤΗ ΟΨΗ ΤΟΥ ΚΛΗΜΑΤΙΑΝΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Τοῦ πολιτισμοῦ, φεῦ, τοῦ χθεσινοῦ...

Εἶχαν τὴν εὐγενῆ καλωσύνη ἡ Βιολέτα Μπερδάνη-Θεολόγου καὶ ὁ γιατρὸς Παναγιώτης Γρ. Σταμούλης νὰ μοῦ στείλουν αὐτὴ τὴν ἱστορικὴ φωτογραφία τῶν ἀρχῶν τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ἴσως καὶ τοῦ τέλους τοῦ 1950, ποὺ ἐμφανίζει ἀνεπανάληπτες εἰκόνες -ἱστορικὲς θὰ ἔλεγα- τοῦ παλιοῦ τοῦ χωριοῦ μας, τοῦ ἀλώβητου ἀκόμη ἀπὸ τοὺς σεισμοὺς ποὺ ἀκολούθησαν μὲ ὅλα τὰ γωστὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καὶ τὸ πλήγωσαν.
Τοὺς εχαριστῶ, λοιπόν, γιὰ τὴν εὐκαιρία ποὺ μοῦ ἔδωσαν νὰ πῶ δυὸ λόγια τιμῆς στοὺς παλιοὺς Κληματιανούς, ποὺ ἀγάπησαν, φρόντισαν καὶ περιποιήθηκαν τὸν τόπο τους μὲ τρόπο παραδειγματικό, καθὼς φαίνεται καί, δυστυχῶς, ξένο σὲ μᾶς ποὺ θέλουμε καὶ καλὰ καὶ σώνει νὰ ἐμφανιζόμαστε ὡς προοδευτικοί, σύγχρονοι καί, φυσικά, «in», κατὰ τὸ κοινῶς καὶ ἀπρεπῶς λεγόμενο.
Ἄς κοιταξει, λοιπόν, ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενος τὸ πῶς ἦταν τὸ χωριό μας τότε. Πεντακάθαρο, νοικοκυρεμένο, φωτεινὸ καὶ πάνω ἀπ᾿ὅλα ἀρχοντικό. Γιατὶ ἀρχοντιὰ δὲν εἶναι τὰ «κίτς» σπίτια καὶ ὁ μέσα τους διάκοσμος, ἀλλὰ τὸ ἁπλό, τὸ ἀπέριττο καὶ χρηστικὸ ἀντικείμενο ποὺ ἔχουμε στὴ διάθεσή μας καὶ τὸ ἐκτιμοῦμε, ὄχι ὡς μέσον προβολῆς τοῦ ναρκισσισμοῦ μας, ἀλλ᾿ ὡς τεκμήριο ποὺ προβάλλει τὴν εὐαισθησία καὶ τὴν μορφιά, τὶς ὁποῖες ὑπηρετοῦμε καὶ τὶς χαιρόμαστε.
Αὐτὴ ἡ λησμονημένη φωτογραφία, λοιπόν, παρουσιάζει να συνήθη -γιὰ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, φυσικά- ὅμιλο γυναικῶν ποὺ ἐπιστρέφει ἀπὸ κάποιο κοινωνικὸ γεγονός. Ντυμένες οἱ νοικοκυρές μὲ τὴν παλιὰ καὶ ἀρχοντικὴ φορεσιά, ἀνεβαίνουν τὰ ἐπίσης καλοφτιαγμένα καὶ ἀριστοτεχνικὰ δομημένα καλτερίμια. Βλέπουμε, λοιπόν, νὰ φοροῦν τὴ «φστάνα» τὴν ποδιά, τὸ πουκάμισο τὸ κεντητό, τὸ μαντήλι καὶ τὰ πασούμια μὲ τὴ φιούμπα, μὲ τὴν ὁποία τὰ «γαρνίριζε» ὁ ἀξεπέραστος καλλιτέχνης ὑποδηματοποιός, ὁ μπάρμπα-Παντελὴς Χατζηνικολάου.
Πιὸ κάτω παρατηροῦμε μιὰ νοικοκυρὰ νὰ ἐπιστρέφει ἀπὸ τὴ βρύση μὲ τὴ λαΐνα στὸν ὤμο, εἰκόνα κι αὐτὴ λησμονημένη. Κι στερα τὰ σπίτια... Λευκά, πεντακάθαρα, νοικοκυρεμένα μὲ τὴν κρεβατιὰ ἔξω στὴ ρούγα τους. Τὰ σταφύλια, «οἱ σιδερίτες» ἤ καὶ τὰ «τραγανά» νὰ κρέμονται καὶ τὰ χαγιάτια τὰ ὁλοπέραστα νὰ στολίζουν τὰ λευκοντυμένα οἰκήματα.
Ἄν κάποιος παρατητήσει μὲ προσοχὴ τὸ δρόμο θὰ δε νὰ εἶναι πεντακάθαρος, ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ σπίτια.
Δυστυχῶς, τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγκόνια μας δὲν θἄχουν τὴν εὐκαιρία νὰ χαροῦν τέτοιες στιγμές, ποὺ δὲν εἶναι διόλου στημένες. Εἶναι τόσο φυσικές, ὅσο φυσικὴ ἦταν ἡ συμπεριφορά, ἡ εὐγένεια, ἀκόμα κι ἐκείνο τὸ χαριτωμένο «λακριντί», ποὺ νοστίμιζε τὶς ὅποιες συνάξεις τους. Κι αὐτὰ ποὺ ἀναφέρω δὲν εἶναι ἀπότοκα κάποιου ρομαντισμοῦ, ἀλλὰ εἶναι καὶ παραμένουν τεκμήρια ἀληθείας, ὅπως ἀληθινὴ καὶ γνήσια εἶναι ἡ φωτογραφία αὐτή.

π. κ. ν. κ.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Γιάννη Ρίτσου: Αρχαίο θέατρο

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το «αρχαίο θέατρο» λειτουργεί ως σημείο αναφοράς της συνέχειας της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς  και της σύνδεσής της με τη σύγχρονη Ελλάδα. Η περίοδος 1956-1966 για τον Γιάννη Ρίτσο είναι κυρίως  η εποχή της Τέταρτης διάστασης. Ο  ποιητής σαν ηθοποιός βυθίζεται στο χρόνο και ασκεί κριτική σε όλους, σε όλα και στον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι,  επηρεασμένος από την ελληνική αρχαιότητα και σε μια απόπειρα να φέρει το παρελθόν στο παρόν και να  καταργήσει τον ενδιάμεσο χρόνο, αναπαριστά την ιστορική συνέχεια..

 Ένα νέος που βρίσκεται μέσα σ’ ένα αρχαίο θέατρο, είναι ένα θέμα προσφιλές σε ποιητές και σε άλλων τεχνών καλλιτέχνες. Στο συγκεκριμένο ποίημα είναι μια ρομαντική  σκηνή, που όμως λαμβάνει χώρα μεσημέρι (όχι νύχτα με φεγγάρι), με τον ήλιο, σαν φυσικό προβολέα  και καθρέφτη αιωνιότητας, μέσα στο θέατρο. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο Ρίτσος δούλεψε ως ηθοποιός και ότι έγραψε ποιητικά κείμενα κατάλληλα να παρασταθούν θεατρικά. Το σκηνικό του «έργου» του λοιπόν είναι έτοιμο· του το παρέχει το αρχαίο θέατρο. Ο ηθοποιός είναι κι αυτός εκεί· ο «νέος Έλληνας», που είναι «ωραίος, όπως «εκείνοι», οι αρχαίοι, έτσι όπως μας τους έχει παραδώσει η αρχαία γλυπτική. Δεν διαφεύγει από το μάτι του ποιητή η ομορφιά, ιδεώδες του αρχαίου Έλληνα και έργο τέχνης του γλύπτη. Ο Ρίτσος μοιάζει να προεκτείνει τη ματιά του γλύπτη στη σύγχρονη εποχή σαν να επιδιώκει να δει στους σύγχρονους άντρες να ζωντανεύουν τα αγάλματα.
          Όλα είναι έτοιμα για την παράσταση και για το θαύμα.  Ο τόπος και ο χρόνος. Ο αφηγητής ποιητής,  ο θεατής του δρωμένου που θα εξελιχθεί μπροστά του και η υπόθεση του έργου που είναι η «κραυγή» και η ηχώ της. Το ποίημα είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο γραμμένο με μια ιερατικότητα για να «μεταφέρει» τον αναγνώστη στην κατάλληλη περίσταση και να ακούσει κι εκείνος την «κραυγή».

Όταν, κατά το μεσημέρι, βρέθηκε στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου,
νέος Έλληνας αυτός, ανύποπτος, ωστόσο ωραίος όπως εκείνοι,
έβαλε μια κραυγή (όχι θαυμασμού ˙ το θαυμασμό
δεν τον ένιωσε διόλου, κι αν τον ένιωθε
σίγουρα δεν θα τον εκδήλωνε), μια απλή κραυγή
ίσως απ' την αδάμαστη χαρά της νεότητάς του
ή για να δοκιμάσει την ηχητική του χώρου. Απέναντι,
πάνω απ' τα κάθετα βουνά, η ηχώ αποκρίθηκε -
η ελληνική ηχώ που δεν μιμείται ούτε επαναλαμβάνει
μα συνεχίζει απλώς σ' ένα ύψος απροσμέτρητο
την αιώνια ιαχή του διθυράμβου.


Ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να παρατηρήσει στην επιμελημένη στίξη του ποιήματος την διακριτική καθοδήγηση του ποιητή στην απαγγελία. Ο ηθοποιός ελέγχει κατάλληλα τις αναπνοές του και ο Ρίτσος αυτό το ξέρει καλά.  Και αυτή η ελεγχόμενη ανάσα είναι που προετοιμάζει τον αναγνώστη για τον προετοιμαζόμενο «θαύμα». Πρέπει και αυτός να ακούσει την «κραυγή».
          Στην καρδιά του ποιήματος, μια παρένθεση δίνει οδηγίες, όπως ο σκηνοθέτης στον ηθοποιό. Πρέπει να ακουστεί η «κραυγή» όχι αυτή που έβγαλε ο νέος αλλά εκείνη που έβγαλαν οι αιώνες, εκείνη που διέσχισε τους αιώνες για να φτάσει στο σήμερα και να θυμίσει στους αδιάφορους τουρίστες ότι ο αρχαίος κόσμος είναι ζωντανός. Ο ποιητής τη  ονομάζει «ελληνική ηχώ που δε μιμείται ούτε επαναλαμβάνει μα συνεχίζει την αιώνια ιαχή του διθυράμβου» Κι εδώ, με μεγάλη μαεστρία ο ποιητής μας μεταφέρει το άκουσμα εξελισσόμενο από στίχο σε στίχο –κραυγή, ηχώ, ιαχή- σαν να επιδιώκει με αυτή την λεκτική μετατόπιση, από τη μια λέξη στην επόμενη, να δείξει το θρίαμβο του διθυράμβου. Και έχει σημασία αυτή η παρατήρηση γιατί η κραυγή ήρθε από τα βουνά·  είναι «ιαχή του διθυράμβου» που διέσχισε τους αιώνες,  για να «ανταποκριθεί» στο κάλεσμα και να δώσει το «παρών» στην νέα Ελλάδα. Μ’ αυτό τον τρόπο οι δυο Ελλάδες, καταργώντας την απόσταση, γίνονται μία και συνεχής.
          Μπορεί να καταδίκασε με το χρησμό της η Πυθία τον αρχαίο κόσμο- «ουκέτι Φοίβος  έχει καλύβην ου μάντιδα δάφνην απέσβετο και λάλον ύδωρ»- και αργότερα και ο Καρυωτάκης πικραμένος παρατηρούσε την απέραντη σιγή των Φαιδριάδων :

Στους Δελφούς εμετρήθηκε το πνεύμα δύο Ελλάδων.
Ο Αισχύλος πάλι εξύπνησε την ηχώ των Φαιδριάδων.
Lorgnons, Kodak, opérateurs, στου Προμηθέα τον πόνο
έδωσαν ιδιαίτερο, γραφικότατο τόνο.
5Ένας λυγμός εκίνησε τ’ απίθανα αυτά πλήθη.
Κι όταν, χωρίς να πέσει αυλαία, η ομήγυρις διελύθη,
τίποτε δεν ετάρασσε την ιερή εκεί πέρα
σιγή. Κάποιος γυπαετός έσχισε τον αιθέρα…

 Τρεις ποιητές συναντώνται σε παρόμοιο τόπο, ο ένας έρχεται από πολύ μακριά, ο Αισχύλος. Οι άλλοι δύο σχεδόν συνομήλικοι, με διαφορετική αίσθηση  αυτής της ελληνικής συνέχειας. Το ποίημα του Καρυωτάκη έχει τον σκεπτικισμό του. Μοιάζει να συνεχίζει τον απέλπιδα  χρησμό. Ωστόσο, εκείνος ο «αετός», του Δία, βεβαίως, «έσχισε τον αιθέρα», σαν μια διάψευση των λόγων. Σαν ο ποιητής να λέει άλλα και να εύχεται άλλα.
          Το αρχαίο θέατρο είναι ο καλύτερος τόπος για να διερευνηθεί κάτι τέτοιο, αφού εκεί μέσα ακούστηκε η φωνή των ποιητών, παίχτηκε το δράμα και εξακολουθεί να παίζεται. Εκεί μέσα, με αφορμή κάθε σύγχρονη παράσταση, επαναλαμβάνεται η αρχαία παράσταση. Έχει σημασία ότι τα δρώμενα του ποιήματος συμβαίνουν «κατά το μεσημέρι», όταν δηλαδή ο ήλιος, το σύμβολο της  αιωνιότητας, μεσουρανεί. Και ο χρόνος μεσουρανεί και η Ελλάδα, δεν είναι παρελθόν, αλλά μεσουρανεί επίσης.
          Ατού μεγάλο για να ακουστεί η «κραυγή» του αρχαίου κόσμου είναι η ακουστική του συγκεκριμένου χώρου, η οποία ανταποκρίνεται θετικά σε  κάθε πειραματισμό. Η έκπληξη όμως είναι ότι η «κραυγή» έχει απάντηση· έρχεται από τα γύρω βουνά, τα οποία είναι προγενέστερα  του αρχαίου κόσμου. Είναι αυτά που στέλνουν πίσω την αφομοιωμένη στα πέτρινα σπλάχνα τους ηχώ του αρχαίου διθυράμβου. Ο ποιητής το λέει καθαρά πως δεν πρόκειται για ηχώ της φωνής του νέου, αλλά για κραυγή των βουνών. Αυτή η φαινομενικά αναίτια «απλή κραυγή» αποκαλύπτει τη βαθύτερη αιτία της. Είναι ο αρχαίος πρόγονος πάντοτε σε εγρήγορση και αμέσως ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Έτσι το εξέλαβε ο ποιητής. Αλλά δεν θα ήταν και τελείως παράταιρο να πούμε πως αυτός ο σύγχρονος ωραίος Έλληνας βρέθηκε εκεί, αγνοών ο ίδιος ποιας μυστικής αιτίας όργανο έγινε, για να μεταφέρει το μήνυμα, εν αγνοία του: «Ποτέ ο σηματωρός δεν έχει γνώση της αποστολής του» λέει ο Ελύτης στην Μαρία Νεφέλη.

Γνωρίζοντας πάντα ότι τίποτα σε ένα έργο τέχνης δεν μπαίνει τυχαία, τίποτα και στο  ποίημα δεν είναι τυχαίο. Ο ρόλος της κάθε λέξης  είναι καλά μελετημένος, ζυγισμένος και υπολογισμένος. Η παρένθεση λοιπόν παίζει σπουδαίο ρόλο.  Ο ποιητής διευκρινίζει ότι δεν πρόκειται για κραυγή θαυμασμού. Το «θαυμασμό δεν τον ένιωσε διόλου». Ο νέος έχει τη συμπεριφορά του «τουρίστα» που βλέπει αλλά δεν νοιώθει. Είναι εξοικειωμένος με τα αρχαία μνημεία, ώστε να μην του κάνουν εντύπωση. Από την άλλη, πάλι, ο λόγος για τον «θαυμασμό» πάντα,  «κι αν τον ένιωθε σίγουρα δε θα τον εκδήλωνε», πράγμα που παραπέμπει σε έναν ορθολογιστικό έλεγχο του αυθορμητισμού, ή ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος. Ορθολογισμός σημαίνει απομυθοποίηση. Ο νέος κραύγασε έτσι, για να εκφράσει τη νιότη του ή για να δοκιμάσει την ακουστική του χώρου, όπως οι αδιάφοροι τουρίστες. Το τοπίο ξεκαθαρίζει. Οι παράπλευρες πιθανότητες αποκλείονται. Μένει μόνο η ιαχή του διθυράμβου. Αυτήν ο ποιητής θέλει να αφήσει τελευταία. Την ιαχή του διθυράμβου, του θρησκευτικού τραγουδιού και του χορού του θεού του θεάτρου και της ποίησης,  του Διόνυσου- με κρυφή ελπίδα και την αυταπάτη ίσως ότι επικοινωνεί με τους προγόνους του και  γίνεται συνέχεια της δικής τους ουσίας. 


Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΙΕΡΕΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

ἤ, Πῶς βιώνει ἕνας ἱερέας τὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τῆς ἐνορίας του

Μνημόσυνο Ἀρχιμ. Παγκρατίου Μπρούσαλη, τοῦ ἀγαθοῦ πνευματικοῦ 


Ἔχω τὴν ταπεινὴ γνώμη ὅτι αὐτὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ συγκινεῖ ἕναν ἐφημέριο εἶναι, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ ἡ ἱστορία τὴν ὁποία ἀποδέχεται, μόλις ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του σὲ μιὰ ἐνοριακὴ κοινότητα. Καὶ δὲν εἶναι σχῆμα λόγου αὐτὰ ποὺ ἀναφέρονται, ἀλλὰ μιὰ πραγματικότητα, τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ ἐπεξεργαστεῖ ὁ κάθε νέος ἐφημέριος, γιατὶ ἕνα εἶναι σίγουρο νὰ γευτεῖ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ συνάντηση: τὸ βάρος μιᾶς πραγματικότητας ποὺ πέρασε μέν, ὡστόσο ἔχει ἀφήσει τὴ σφραγίδα της ἀνεξάλειπτη.
Ὅμως ἄς δοῦμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή.
Τί εἶναι, ἆραγε, ἡ ἱστορία; Τό ἐρώτημα πληγώνει ὅταν θελήσουμε νά τό ἀπαντήσουμε κυριολεκτικά. Γιατί ἡ λέξη στορία, “ἡ ὁποία παράγεται ἀπό τό ρῆμα οἶδα σημαίνει τήν γνῶσιν τῶν πάσης φύσεως συμβάντων καί φυσικά τήν ἔκθεσιν αὐτῶν πρός τούς μεταγενεστέρους” (Τάσος Ἀ. Γριτσόπουλος). Κι ἐδῶ εἶναι ποὺ χρειάζεται νὰ σταθεῖ κι ὁ κάθε ἐφημέριος ποὺ καλεῖται νὰ διακονήσει μιὰ ἐνοριακὴ κοινότητα μὲ ἱστορία αἰώνων ἤ ἔστω καὶ μὲ πρόσφατο, ὀλιγόχρονο παρελθόν. Γιατὶ ἡ κάθε περίπτωση ἔχει τὴ γοητεία της, ἐπειδὴ καὶ στὶς δύο συνυπάρχει τὸ ρῖγος τῆς μνήμης: Μιᾶς μνήμης μὲ ἀρκετὴ ἤ κι ἐλάχιστη πατίνα τοῦ χρόνου. Μιὰ χρονικὴ διάρκεια μὲ πολλὰ ἤ καὶ λιγοστὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καὶ συνθέτουν τὴν ἱστορικὴ μαρτυρία τῆς κοινότητας αὐτῆς.
Ὡστόσο, αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ συνειδητοποιήσει ὁ κάθε ἐφημέριος, εἶναι τὰ τεκμήρια ποὺ ἔχει στὴ διαθεσή του. Τεκμήρια ποὺ πιστοποιοῦν αὐτὴ τὴν ἱστορία καὶ συνάμα ἀποτελοῦν τοὺς κρίκους μιᾶς ἁλυσίδας, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸ χθὲς καὶ φθάνει ἴσαμε σήμερα καὶ συνεχίζει... Γιατὶ τὰ ἔσχατα κάθε ἐνοριακῆς κοινότητας εἶναι θέλημα Ἄλλου, ὁ ὁποῖος ἄλλωστε καὶ ρυθμίζει τὰ ὅσα συντελοῦνται καὶ συμβάινουν. Κι αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν εἶναι ποὺ κληρονομοῦνται στοὺς μεταγενέστρους, ὡς πολύτιμα περιουσιακὰ στοιχεῖα.
Στ᾿ ἀλήθεια, τὶ εἴδους μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὰ τὰ κληροδοτήματα;
Ἀναμφίβολα τὰ ὅσα κληρονομεῖ κάποιος εἶναι καὶ ἀποτελοῦν τὰ πιστοποιητικὰ παρουσίας ἀνθρώπων καὶ γεγονότων. Ἔτσι καὶ μέσα στὴν ἐνοριακὴ κοινότητα αὐτὰ ποὺ κληρονομεῖ ὁ κάθε ἐφημέριος εἶναι τὰ τεκμήρια ὅσων κατὰ καιροὺς ἔχουν συναχθεῖ καὶ ἀρχειοθετηθεῖ. Μπορεῖ δηλαδή, νὰ εἶναι αὐτά, φωτογραφίες, ἐπιστολὲς, ἐνδύματα, ἱερὰ σκεύη καὶ βιβλία καὶ διάφορα σημειώματα, ποὺ ἀνήκανε σὲ παλιότερους ἐφημερίους, ἀλλὰ καὶ ἐνορίτες ποὺ τὰ ἀφιέρωσαν.
Ὡστόσο, ἐκεῖ ποὺ πληγώνεται περισσότερο ἡ ψυχὴ καὶ δακρύζει, εἶναι γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἀπόμειναν στὶς ἀρχαῖες τὶς ἐνορίες, κάποιες ἀπὸ τὶς ὁποῖες μπορεῖ σήμερα νὰ ψυχορραγοῦν ἤ ἄλλες νὰ εἶναι ἔρημες καὶ σιωπηλές (βλ. ἐνορία τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρο τῆς Σκιάθου). Ὡστόσο, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε πὼς σὲ ὅλες αὐτὲς ὑπάρχει ἀκόμα ἡ παλαιὰ αἴγλη καὶ ἡ νοσταλγία ποὺ ἀνεβαίνει ἀπό τὸ βάθος τοῦ χρόνου μέσα σὲ μιὰ ὀμίχλη, σ᾿ ἕνα σύθαμπο -λές κι εἶναι βαρὺ χειμωνιάτικο πρωϊνό- μέσα στὸ ὁποῖο δυσδιάκριτα ἀναδύονται πρόσωπα καὶ γεγονότα. Πρόσωπα ποὺ τὰ φωτίζουν ἰσχνὰ ἁγιοκέρια καὶ γεγονότα μὲ τὴ σφραγίδα τῆς χαρμολύπης πάνω τους. Κι ὅλ᾿ αὐτὰ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχουν ἀποτυπωθεῖ σὲ φωτογραφίες, ἀκόμα καὶ σὲ σκίτσα. Ὅμως ἔχουν σημαδευτεῖ ἀπὸ μιὰ παρουσία ὁλόφωτη καὶ περίεργα ζωντανή. Παρουσία, ποὺ τὴ συναντᾶς σὲ κηροσταγμένα παλαίτυπα Εὐαγγέλια ἤ Εὐχολόγια, σὲ παλιωμένα ἄμφια, σὲ Ἀντιμήνσια μὲ τὸ ἐκτύπωμα τῶν χεριῶν πάνω τους σὲ ἱδρωμένες ἄκρες, ἀλλὰ καὶ σὲ κεῖνα τὰ πολύχρονα σφραγισμένα σεντούκια, ποὺ ὅταν τὰ ἀνοίγεις αἰσθάνεσαι νὰ ὀσμίζεσαι κλεισμένες ἀνάσες, οἱ ὁποῖες ἀσφαλῶς συγκινοῦν, ἀλλὰ καὶ διδάσκουν. Μάλιστα, ἄν κοιτάξεις μὲ προσοχὴ καὶ φαντασία πίσω ἀπὸ τὰ σκουριασμένα κηροστάγματα καὶ τὰ μαυρισμένα ἄμφια, θὰ δεῖς λαμπροφωτισμένους Χριστουγεννιάτικους Ὄρθρους καὶ μυρωμένες Πασχαλιές. Συνάμα θὰ καταλάβεις, γιατὶ σὲ κάποιες εὐαγγελικὲς περικοπὲς ἔχουν πυκνώσει οἱ κηλίδες ἀπὸ κηροστάγματα. Καὶ τότε θὰ προσέξεις πὼς ἀπὸ αὐτὲς τὶς σελίδες ἀνασταίνονται χαρὲς περίσσιες, ἀλλὰ καὶ φαρμακωμένα περιστατικά, καθὼς στὶς σελίδες αὐτὲς ἀφοροῦν εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ λέγονται στὸ Γάμο, στὴ Βάπτιση ἤ στὴν Κηδεία, ἀλλὰ καὶ στὸ Μνημόσυνο Γιατὶ ὅλ᾿ αὐτὰ φανερώνουν καὶ θυμίζουν ἕναν ἄλλο κόσμο, ταπεινὸ καὶ συνάμα εὐαίσθητο κόσμο, ἀνθρώπινο, μὲ τὸ μεγαλο προνόμιο τῆς πτωχείας ὡς οἰκόσημο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ ἔργα τους εἶναι ὅλα ἔργα στολισμένα μὲ ἀπέριττη ὀμορφιά, δίχως ἔπαρση καὶ ξιπασμό, χωρὶς ἐντυπωσιασμὸ καὶ αὐτοπροβολή. Ἔγνοια τους, βλέπεις, δὲν ἦταν νὰ διασώσει ὁ καθένας τὴν ὅποια του στιγμὴ διακονίας -πρὸς τί, ἄλλωστε;- ἀλλὰ νὰ παραδώσει στοὺς μεταγενέστερους μαθήματα νοικοκυροσύνης καὶ ἁγνῆς ἀρχοντιᾶς. Ἔστω καὶ μέσα στοὺς μισοφωτισμένους, ὑγροὺς καὶ ταπεινοὺς ἐκείνους ναούς, πού, ὡστόσο, εὐωδίαζαν ἁγιοσύνη καὶ ἱεροπρέπεια, ἀλλὰ καὶ στὰ μικροκαμωμένα ἐκεῖνα σπιτια, ποὺ ἐπίσης εὐωδίαζαν ἀπὸ τὰ φυλαγμένα γιὰ τὸ χειμώνα κυδώνια καὶ τὰ μῆλα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ καμμένα τὰ ξύλα τῆς παραστιᾶς.
Μ᾿ αὐτὲς τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἀποδείξεις γράφεται, λοιπόν, ἡ ἱστορία. Προπάντων ἡ ἱστορία τῶν ἐνοριῶν, ποὺ καλεῖται, ὄχι μονάχα νὰ σεβαστεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ βιώσει ὁ κάθε ἐφημέριος. Κυρίως νὰ βιώσει, γιατὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν λειτουργία τῆς ψυχῆς εἶναι δυνατὸ νὰ καταλάβει τοὺς κόπους καὶ τὶς θυσίες τῶν προκατόχων του καὶ νὰ διδαχτεῖ ἀπ᾿αὐτές. Διαφορετικὰ θὰ περάσει ὁ καιρὸς καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν κάθε τί, ποὺ μποροῦσε νὰ εἶναι γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιὲς ἕνα ἐφαλτήριο προόδου καὶ πνευματικῆς ἀνάτασης. Γιατὶ πάνω ἀπ᾿ὅλα, ἡ ἱστορία εἶναι μάθημα, τὸ πρῶτο μάλιστα μάθημα ποὺ καλεῖται ὁ κάθε ἐφημέριος νὰ διδαχτεῖ, ἀφοῦ μέσα του εἶναι ταμιευμένη ἡ Πίστη τῶν πατέρων του, ἀλλὰ καὶ δικιά του πίστη, ποὺ καλεῖται νὰ διακονήσει καὶ νὰ προβάλει μὲ εὐθύνη καὶ ἀψευδῆ παρρησία.

Ξημερώνοντας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ἐπισκόπου Νύσσης
π. κ. ν. κ.


Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Τ' ΑΗ-ΓΙΑΝΝΙΟΥ Η ΑΠΟΒΡΑΔΗ ΩΡΑ

(Μαθητικὲς μνῆμες)
Τοῦ Δωδεκαήμερου ὁ ἐπίλογος, λοιπόν. Μὲ τὴ γιορτὴ τοῦ Ἁη Γιάννη νὰ τὸ σφραγίζει. Καὶ μαζί του νὰ ἀνοίγει στὴν ψυχὴ τὸ χαντάκι ἐκεῖνο, ἀπ᾿ ὅπου περνάει ἡ νεροσυρμὴ τῶν τρυφερῶν ἀναμνήσεων τῶν μαθητικῶν τῶν χρόνων.
Ἔτσι, ὅταν φτάσει ἡ μέρα αὐτὴ στὴν ἀπόβραδη ὥρα της, τότε ξανάρχονται στὸ νοῦ κάποιες ἀθάνατες στιγμὲς ποὺ ἔζησα καὶ δὲν μπορῶ, ἑξήντα, τώρα, χρόνια νὰ τὶς ἀφήσω νὰ χαθοῦν μαζὶ μὲ ἕνα σωρὸ ἄλλα γεγονότα ποὺ λησμονήθηκαν κι ἀπὸ μένα τὸν ἴδιο. Γιατὶ σὲ κεῖνες τὶς χρονικὲς παρενθέσεις ταμιεύτηκε ἕνα πολύτιμο φορτίο ἀναμνήσεων, τὶς ὁποῖες θεωρῶ ἱερὲς καὶ πάντιμες. Ἔτσι, στέκουν στὸ χρόνο ἀκίνητες, κρυσταλλωμένες καὶ κάθε ἀπόβραδη ὡρα τ᾿ Ἁη Γιαννιοῦ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὰ μυστικὰ τὰ δώματα τῆς ψυχῆς καὶ μοῦ παρουσιαζονται.
Μοῦ παρουσιάζεται, λοιπόν, ἐκεῖνο τὸ μισοφωτισμένο ἀνώι1 τοῦ φούρνου μας, μὲ τὸν ἀπέριττο γιορταστικὸ διάκοσμο: ἕνα ἁπλὸ τραπέζι πάνω ἀπὸ τὴν γκλαβανή, κολλημένο στὸν τοῖχο, σιμὰ στὸ παραθύρι ποὺ κοίταζε κατὰ τὴν ἐκκλησιά, «ἀποπέρα», μὲ τὴ φουρτιέρα2 γεμάτη μυρωδάτα ἀμυγδαλωτά, καὶ σιμά ὁ δίσκος μὲ τὰ ποτηράκια καὶ τὸ ρακί. Εἴχαμε, βλέπεις, γιορτὴ στὸ σπίτι... Τὰ ὀνομαστήρια τοῦ γιοῦ τοῦ παπποῦ τοῦ Νικολάκη, ποὺ ἦταν τότε ξενιτεμένος στὴν Ἀμερική. Κι ἀπέναντι τρεῖς τέσσερεις καρέκλες, ἐνῶ κάτω στὸ χλωμὸ τὸ πάτωμα, στρωμένο ἴσαμε τὴν ἀναμμένη παραστιά, τὸ καλό, τὸ ὑφαντὸ τὸ κιλίμι.
Οἱ ἐπισκέψεις ἦταν πάντα λιγοστές, μετρημένες. Χωνεμένα πρόσωπα στὴ σιωπὴ πιὰ καὶ στὴ στάχτη τῶν χρόνων ποὺ διάβηκαν... Μὸνο ἐκεῖνο τὸ ὠχρὸ, τὸ χρυσοκίτρινο, λὲς καὶ τ᾿ ἄφηναν κεριὰ ποὺ καίγανε γύρω, θυμᾶμαι νὰ ἀκτινοβολεῖ ἀπὸ τὴν παραστιὰ καὶ ἀπὸ τὴ λάμπα... Καὶ νὰ τὰ καταυγάζει ὅλα. Νὰ τὰ μεταποιεῖ σὲ ἱερά.
Ἀλήθεια, πότε τὰ ἔζησα ὅλ᾿ αὐτά; Μήτε ποὺ θυμᾶμαι χρονολογία. Τὸν ἑαυτό μου μονάχα θυμᾶμαι, μικρὸ παιδί, ποὺ χαιρόταν αὐτὲς τὶς στιγμές, ἴσως γιατὶ ἀποχαιρετοῦσε τὸ ἀγαπημένο του Δωδεκαήμερο, ἴσως ἐπειδὴ δὲν ξανάζησε ἄλλες τέτοιες στιγμές, γιατὶ σιγά-σιγὰ ἀραίωναν τὰ πρόσωπα, φεύγανε γιὰ τὸ μεγαλο τους τὸ ταξίδι, γιατὶ κι ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲ ξαναβρέθηκα τ᾿ Ἁη-Γιαννιοῦ τὴν ἀπόβραδη ὥρα στὸ ἀνώι τοῦ φούρνου τοῦ παπποῦ, ἀφοῦ τὴ μέρα αὐτή, ὅπως καὶ τὴ χτεσινὴ, τῶν Φώτων, τὴ σφράγιζε ἡ ἀναχώρηση ἀπὸ τὸ χωριὸ γιὰ τὶς σπουδές, στὴ μεγάλη πολιτεία...
π. κ. ν. 7-1-16
1 Ανώι ( τό)=τὸ ἐπάνω πάτωμα τοῦ οκήματος.
2 Φουρτιέρα ( ἡ)= ἡ φρουτιέρα, τὸ γυάλινο βαθὺ πιάτο, κολωνᾶτο ἤ ἁπλό.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Για το βιβλίο “Δημήτρης Κωστόπουλος, Ο Φονέας και ο φονιάς. Δέκα ποδοσφαιρικές ιστορίες για το μελόδραμα της ζωής”, Εκδ. Κέδρος, 2015

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Οι ιστορίες του Δημήτρη Κωστόπουλου, συγκεντρωμένες όλες σε έναν τόμο με τον τίτλο Ο Φονέας και ο φονιάς, είναι εν πρώτοις αληθινές. Εν πρώτοις μόνο. Γιατί, πέρα από αθλητικές είναι η ιστορία της καθημερινής ζωής του νεότερου Έλληνα, εκείνου που βγαίνοντας από ένα μεγάλο πόλεμο και από έναν φριχτό εμφύλιο, ενώ ακόμη ήταν ανεπούλωτες οι πληγές από τη Μικρασιατική Καταστροφή, την επακόλουθη προσφυγιά και τη φτώχεια του ελληνικού κράτους, είχε να αντιμετωπίσει και άλλα πολλά δεινά. Οι ιστορίες του, δηλαδή, είναι βιώματα μιας παιδικής ηλικίας ή νιότης που πέρασε διά πυρός και σιδήρου και ανδρώθηκε στην ψυχροπολεμική περίοδο και λίγο αργότερα στα χρόνια της δικτατορίας για να καταλήξει στην περίοδο της καταναλωτικής κοινωνίας, με έσχατη απόληξη την πλήρη ανατροπή· την παρούσα κρίση. Η άνοδος και η πτώση. Η απελπισία, η ελπίδα και πάλι η απελπισία. Η παλίντρονος απελπισία, με πειραγμένα τα λόγια του Ηράκλειτου, επικεντρωμένη στις λαϊκές συνοικίες. Ο Κωστόπουλος, ας το πούμε από την αρχή, ξέρει να αναμεταδίδει πολύ καλά και την ιστορία και το ποδόσφαιρο. Η «αναμετάδοσή» του δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τους επαγγελματίες του είδους.
          Στην πρώτη ιστορία, η περιγραφή της Ομόνοιας, όπως ήταν πριν από την τελευταία της αναμόρφωση, με «το σιντριβάνι του Ζογγολόπουλου στη μέση» δίνει, πέρα από τον τόπο, το χρονολογικό στίγμα. Για την ακρίβεια ο τόπος είναι τα Νέα Σφαγεία, κάπου στον Ταύρο. Ποδοσφαιρική ομάδα ο Φωστήρας, με τα χρώματα του Βυζαντίου, αφού οι ιδρυτές ήταν από την Κωνσταντινούπολη. Κύριο πρόσωπο των δρωμένων είναι ο Λάκης, «Παιδί για όλες τις δουλειές και τις κλοτσιές», που «διέσχισε όλη την προπολεμική φτώχεια και ιστορία» με μοναδική μνήμη μια μουτζούρα στη φωτογραφία της εφημερίδας κοντά στις γραμμές του τρένου: Ο Βενιζέλος όρθιος να υπόσχεται στους πρόσφυγες σπίτια και οικόπεδα. Ο Λάκης, μειονεκτικός στο δέμας και όχι μόνο, θα προσκτηθεί το χλευαστικό παρωνύμιο ο Λάκης ο «Τίποτας». Και επειδή η φύση από τη μια και η κοινωνία από την άλλη τον σημάδεψαν και δεν του άφησαν άλλη επιλογή, με την απόρριψη από τον περίγυρο συσσωρευμένη, θα γίνει άθλιο όργανο μιας ανέντιμης εξουσίας και θα «εξελιχτεί» σε Λάκης ο «Καρφής», καρφώνοντας στην αστυνομία, τι κάνει ο καθένας και κυρίως, ποιος διαβάζει Αυγή. Σε αντάλλαγμα για τα καρφώματα των συμπολιτών του έχει πάρει περίπτερο. Έχει παντρευτεί και τη Λίτσα. Έχει γίνει νοικοκύρης και οικογενειάρχης, αλλά η Λίτσα θα ερωτευτεί ένα παλικάρι αντάξιό της και όταν ο Λάκης αντιληφθεί τι παίζεται πίσω από την πλάτη του, εκείνον θα τον σφάξει κι εκείνην θα την πυροβολήσει. Κι έτσι θα εξελιχθεί έτι περαιτέρω σε Λάκης ο «Φονιάς». Σαν τον Ριχάρδο Γ΄ του Σαίξπηρ, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών και των απέραντων διαφορών, ο Λάκης ο οπαδός του Φωστήρα, μια πιθαμή άνθρωπος, θα αποδώσει με το δικό του τρόπο δικαιοσύνη. Και όλα αυτά, ενώ στο ραδιόφωνο ο σπήκερ θα αναμεταδίδει λαχανιασμένος τις φάσεις του αγώνα Φωστήρας - Ολυμπιακός.

Στη δεύτερη ιστορία ο χώρος είναι το Περιστέρι, ο τέταρτος σήμερα δήμος της Ελλάδας σήμερα και η ποδοσφαιρική ομάδα του ο Ατρόμητος. Το Περιστέρι, ένας κρανίου τόπος, είναι η συνοικία που στέγασε τις προσφυγικές ξύλινες παράγκες. Όταν φυσούσε ο αέρας έπαιρνε και στέγες και ανθρώπους, το καλοκαίρι οι λαμαρίνες έψηναν τους ενοίκους και το χειμώνα οι βροχές τους έπνιγαν. Και επειδή «Όταν ναυαγεί μια μεγάλη ιδέα ξεκινάει μια μικρότερη: η εκβιομηχάνιση της χώρας» ξεφυτρώνει στις όχθες του Κηφισού το εργοστάσιο του Λαναρά. Αργότερα, στα χρόνια της δικτατορίας χτίζονται οι προσφυγικές πολυκατοικίες, επιτέλους. «Αγκαλιά με την υπερβολή, η απελπισία προσπαθούσε να γίνει ελπίδα» και η συνοικία εξελίσσεται και ο Ατρόμητος αλλάζει κατηγορία. Οι απόφοιτοι του ΙΑ΄ Γυμνασίου, τα παιδιά της τότε φτωχογειτονιάς είναι αστοί σήμερα, με δάνεια και χρέη που δεν φαίνονταν αλλά φάνηκαν. Κι επειδή «Τον δρόμο τον βρίσκεις όπως ο επαρχιώτης που καταλήγει στην Ομόνοια, όμως τον χρόνο όχι», οι πρώην φτωχοί (του ’60 οι εκδρομείς, που έλεγε ο Σαββόπουλος), συναντήθηκαν για να δουν αγώνα και να θυμηθούνε τα παλιά της γειτονιάς τους. Όμως «Πατρίδα μας δεν είναι ένας χώρος αλλά μια εποχή, εκείνη που είμαστε νέοι», λέει ο Κωστόπουλος. Και τώρα πια ο χρόνος έχει κάνει τη δουλειά του και οι «κουστουμαρισμένοι» στη ρεγιούνιόν τους δεν θα ξαναβρούν τη χαμένη νιότη τους αλλά την εξεγερμένη βαρβαρότητα των γηπέδων. Θα πρόσθετα πως το παλιό τραγούδι «βρε, πώς καταντήσαμε που σαρανταρήσαμε» τους πάει γάντι, αλλά με τον Χάροντα στο άλογο καβάλα τα πράγματα είναι πιο σοβαρά για την παρέα των νεοαστών.
          Με μεγάλο διασκελισμό θα φτάσουμε στη Λισαβόνα. Εκεί ο Πεσσόα κυκλοφορούσε στους δρόμους με όλα τα ετερώνυμά του, και τα λίγα αυτοκίνητα «κυλούσαν από τη Μαρκές ντε Πόμπαλ προς την Αβενίτα Λιμπερταδόρες σαν σπασμένες χάντρες ενός κομπολογιού». Εμβληματικά ονόματα δρόμων ηρώων και ελευθερωτών. Εδώ, στη Λισσαβόνα, θα γίνει το μεγάλο μπιγκ μπαγκ στα αθλητικά μας γεγονότα. Είναι η Ελλάδα του 2004, η Ελλάδα του Γιούρο (Χέρια ψηλά κι όλα τα φτάνω/ έλα να πάμε την Ελλάδα πιο πάνω και Σήκωσέ το, το τιμημένο, δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω), στο στάδιο Ντα Λουζ, το Φως θα λάμψει και θα πλημμυρίσει από ελληνικές σημαίες και πρόσωπα βαμμένα με ελληνικά χρώματα. Η Ιστορία όμως και πάλι θα ξετρυπώσει πίσω από το εκκωφαντικό ποδοσφαιρικό γεγονός για να μας δείξει με ποιο τρόπο ο πρόσφυγας από τη Σμύρνη βρέθηκε στην Αμερική και έκανε προκοπή και περιουσία. Και την ευκαιρία θα δώσει η 4η Ιουλίου, ημέρα Ανεξαρτησίας της Αμερικής, αλλά και ημέρα που το 2004 η Ελλάδα θα κατακτήσει τον τίτλο της πρωταθλήτριας της Ευρώπης. Στις κερκίδες του Ντα Λουζ γίνεται χαμός από τα εθνικά χρώματα και τα τραγούδια της περίστασης. Το κορίτσι με το μπλουζάκι «Σάκις», μοιάζει με υπόσχεση ότι μετά τη Γιουροβίζιον, το Γιούρο, έχει σειρά για να πανηγυρίσουμε. Οι Έλληνες της Αμερικής γιορτάζουν της δεύτερης πατρίδας την εθνική γιορτή, ενώ στην Πορτογαλία το γήπεδο σείεται από εθνικό ενθουσιασμό και στην Ελλάδα πανηγυρίζουν έξαλλα όλοι. Η υποδοχή στους «ήρωες» ποδοσφαιριστές γίνεται σαν να γυρίζουν νικητές από όλες τις εκστρατείες, σαν να κέρδισαν όλα τα Νόμπελ και όλα τα Όσκαρ. Βασανισμένος λαός που ξέσπασε, σαν όλες τις Αίτνες και τους Βεζούβιους του πλανήτη, σε μια έκρηξη χαράς. Σαν να ήθελε να αποτινάξει από πάνω του αιώνες σκλαβιάς, μιζέριας και καταπίεσης και να δώσει χαρά σε μια γη αιματοβαμμένη, κατακαμένη από εθνικές περιπέτειες και εμφύλιες συμφορές. Πού να ήξερε τι έμελλε να ακολουθήσει· όμως «το μέλλον μας θυμόταν από τότε», λέει ο Κωστόπουλος. Δηλαδή, η μοίρα μάς την είχε στημένη. Πάντως το γκόλ του Άγγελου Χαριστέα έκανε τους απανταχού Έλληνες να ουρλιάξουν από εθνική συγκίνηση. Ο Κωστόπουλος πόντο πόντο περιγράφει τον αγώνα και πόντο πόντο τις αντιδράσεις των Ελλήνων στο σπίτι, στο μπαρ, στο ταξί. Με μια τεθλασμένη διαδρομή η αφήγηση μετακινείται από τη Λισσαβόνα στην Αθήνα, από την Αθήνα στην Αμερική και πάλι στη Λισσαβόνα. Και από τον ενθουσιασμό πάλι πίσω στο ιστορικό γεγονός και από εκείνο στο κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο. Δεν μας αφήνει τελικά να χορτάσουμε τη «χαρά» της περίστασης. Σαν δαμόκλεια σπάθη πάνω από το χαρμόσυνο γεγονός καιροφυλακτούν τα ιστορικά γεγονότα που θέλουμε να κάνουμε πως ξεχάσαμε. «Όταν αλλάζεις τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα, τότε τα πράγματα που βλέπεις αλλάζουν» λέει ο Κωστόπουλος, μεταφέροντας στον αναγνώστη του τη ρήση του Μαξ Πλανκ. Και ακριβώς αυτό κάνει κάθε στιγμή. Φωτίζει από αλλού τα γεγονότα.
          Επιστροφή στα κείμενα, στα γήπεδα, στις φτωχογειτονιές, στα νέα παιδιά με τα καμένα όνειρα, τη ματωμένη αθλητική φανέλα, την τραγική Βασούλα, τα μαστουρωμένα κλεφτρόνια, τους αποδεκατισμένους άντρες της Ελαφράς Ταξιαρχίας, την Ποίηση της ήττας και τον Μανόλη Αναγνωστάκη που δεν παραδέχεται ότι η Ποίηση της γενιάς του είναι Ποίηση της ήττας, του ήρωά του διηγήματος όμως είναι, τον τροπικό κυκλώνα στο Μπαγκλαντές με τους εκατό χιλιάδες νεκρούς. Στο φόντο οι Beetles και οι Pink Floyd, η Λίβερπουλ εναντίον της Γιουβέντους, η κατάρρευση της κερκίδας με τριάντα εννέα νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Συμπέρασμα η φράση του Αλμπέρ Καμύ, τερματοφύλακα της Ρασίν Ουνιβερσιτέρ κάποτε: «Η μπάλα δεν πάει ποτέ εκεί που περιμένεις». Ούτε του Καμύ ούτε των ηρώων των διηγημάτων η μπάλα πήγε εκεί που περίμεναν, πόσο μάλλον όταν μερικές φορές «η μπάλα δεν είναι στρογγυλή».

Ο Κωστόπουλος έχει συμπλέξει το ποδόσφαιρο και την ιστορία και αυτή η σύμπλεξη μοιάζει σαν να θέλει να δείξει πως και στη ζωή, όπως και στο ποδόσφαιρο τα φάουλ, τα γκολ και τα πέναλτι έχουν τις συνέπειές τους, μόνο που στη ζωή είναι και τραγικές. Διατρέχοντας την επιφάνεια («Πώς μας ενώνει και πώς μας δονεί του Διακογιάννη η φωνή» τραγουδούσε κάποτε ο Λουκιανός, σχολιάζοντας με τον τρόπο του την επιφάνεια του γεγονότος), εκείνη η λαχανιασμένη, η ασθμαίνουσα φωνή του ραδιοφωνικού σπήκερ ή του τηλεοπτικού αναμεταδότη, μεταφερμένη έξω από το γήπεδο είναι η φωνή μιας Ελλάδας με πολύ μεγάλες και χαίνουσες πληγές, η ανάσα της εποχής, οι κρυφές λαχτάρες, τα βάσανα και το άγχος για μια αξιοπρεπή έξοδο από τη μιζέρια.
          Ο Κωστόπουλος έχει τον τρόπο του να μετατρέπει την αλήθεια σε μυθιστόρημα, να μεταπλάθει το πραγματικό γεγονός σε λογοτεχνικό, να εκμεταλλεύεται τα πολιτιστικά δρώμενα, να παραπέμπει σε συγγραφείς και βιβλία, να ανασύρει από την πλατιά τοιχογραφία του ελληνικού ποδοσφαίρου τα ονόματα των αθλητών που μας συγκίνησαν, να τεκμηριώνει τις πληροφορίες του, να προσκομίζει τα πορτρέτα, όπως ο Ροσινιόλ (και το κέντρο του), ο Τσιτσάνης και η Νίνου, ο Βενιζέλος, ο Παττακός, τα εργοστάσια του Λαναρά και της Πειραϊκής-Πατραϊκής, οι διαφημίσεις, τα ονόματα οι δρόμοι, οι ποδοσφαιρικές ομάδες, τα γήπεδα, τα έκτροπα. Και όλα αυτά να τα συνθέτει σε αφήγημα γοητευτικό για τον αναγνώστη. Η Ελλάδα που αντιστέκεται, να πάλι ένας στίχος του Σαββόπουλου που τον επικαλείται, είναι η Ελλάδα των απλών ανθρώπων που έγιναν αστοί και των υποβαθμισμένων κάποτε περιοχών που και αυτές αστικοποιήθηκαν. Και τα μεγάλα ατού της αφήγησης, μεταξύ άλλων, η δύναμη της περιγραφής, η ανατροπή της επιφάνειας, ο ωμός ρεαλισμός και συχνά η ποιητική διατύπωση. Ο συγγραφέας ανέσυρε από την εφηβεία του τα όνειρα γιατί ξέρει ότι «χωρίς τα όνειρα η εφηβεία θα ήταν γεράματα», όπως πιστεύουμε πολύ καλά πως ξέρει ότι πρέπει να φτάσουν τα γεράματα για να καταλάβουμε ότι τα όνειρα γεννιούνται για να διαψευστούν. Λέει ακόμα πως «Από όλες τις μελαγχολίες αυτή του έρωτα είναι που σκοτώνει τις νύχτες»· η άλλη πάντως σκοτώνει και τις μέρες.
          Τελικά, ποιος είναι ο Φονέας και ποιος ο Φονιάς; Ο ασυναίρετος καθαρευουσιάνικος τύπος ή ο συντμημένος δημοτικός; Στην πάλη των τάξεων, των γενεών και των εποχών, ας προσθέσουμε και αυτήν των γλωσσών. Όλα στο ίδιο καζάνι βράζουν. Και ο χρόνος, αυτός είναι ο φονιάς, τρέχει να προλάβει τα νέα φονικά.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΡΙΓΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καί τό Κάστρο τῆς Σκιάθου 




Ἀφορμή, παιδιά, γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ παραπάνω θέματος στάθηκε ἡ εἴδηση ὄτι στή γείτονα Σκιάθο ἐκπονεῖται μελέτη γιά τήν, ἐπιτέλους, ἀναπαλαίωση καί διάσωση τοῦ ἐκεῖ Κάστρου ἤ Φρουρίου, ὅπως λεγόταν στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καί τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἔτσι, ἔχουμε πιά ἐλπίδες ὅτι "τό ἔρημον χωρίον, τό κτισμένον ἐπί θαλασσοπλήκτου βράχου ὑψηλοῦ", θά παραμείνει, ἐκτός ἀπό "παλάτιον τῆς ἐρημίας καί τῆς σιγῆς”, θρόνος βαθείας μελαγχολίας, ἱερό ταμεῖο μνήμης καί παράδοσης.
Ὀφείλω, πρίν ἀρχίσω ν᾿ ἀναπτύσσω τό θέμα μου, νά κάμω δύο παρατηρήσεις. Ἡ πρώτη σχετίζεται μέ τήν ἱστορία τοῦ Κάστρου, τήν ὁποία ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενος μπορεῖ νά τή δεῖ στήν μελέτη τοῦ μακαριστοῦ καί μοναδικοῦ ἱστορικοῦ τῆς Σκιάθου, τοῦ Ἰω. Ν. Φραγκούλα, "Ἀξιολόγες τοποθεσίες στό νησί τοῦ Παπαδιαμάντη". Ὁ Φραγκούλας μάλιστα ἀναφέρει, πώς "ἡ πιό ἀξιόλογη τοποθεσία τῆς Σκιάθου εἶναι τό Κάστρο, τό Φρούριο, μέσα στό ὁποῖο ἔζησε ἄλλοτε ἡ μεσαιωνική πόλη τοῦ νησιοῦ. Τό Κάστρο ὡς ὀχυρωματικό ἔργο εἶναι περισσότερο Φρούριο φυσικό καί λιγότερο τεχνικό. Εἶναι μιά πανοραμική κυματόλουστη χερσόνησο μέ ἀρκετή ἔκταση".
Ἡ δεύτερη εἶναι μιά ἀνοιχτή εὐχαριστία καί ἀπόδοση συγχαρητηρίων στόν Δῆμο τῆς Σκιάθου πού μᾶς πρόσφερε τά ἀνεπανάληπτα "Καστρινά" διηγήματα τοῦ πράγματι κορυφαίου Νεοέλληνα λογογράφου, τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη: ἑνός Ἀνθρώπου, γιά τόν ὁποῖο δέν εἶναι μόνο ἡ γειτονική νῆσος ὑπερήφανη ἀλλά καί ἡ Σκόπελος, τήν ὁποία ἀγάπησε ὁ Ππδ, γιατί ἔμεινε ἐδῶ ἕνα χρόνο μαθητεύοντας, ἀλλά καί ἐπειδή σέ ἀρκετά διηγήματά του τήν μνημονεύει ὡς τήν νῆσον τῶν νοσταλγῶν. Γιατί ἔτσι ἦταν μέχρις ἕνα καιρό ἡ Σκόπελος...
Καί γιά νά ξαναγυρίσω στό θέμα μου πού εἶναι τό Κάστρο τῆς Σκιάθου καί ὁ Ππδ, θά ἤθελα νά ὑπογραμμίσω πώς ὁ κύρ Ἀλέξανδρος ἀφιερώνει σ᾿ αὐτή τήν ἀρχαία πολίχνη μερικές ἀπό τίς ὡραιότερες σελίδες του. Ἄς ξαναθυμηθοῦμε λοιπόν τά διηγήματα "Στό Χριστό στό Κάστρο", ὁ “Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταύγουστου", "Τό Χατζόπουλο" κ. ἄ. γιά μιά πρώτη συνάντηση μέ τό Κάστρο.
Ὅμως τί ἦταν γιά τόν Ππδ. τό Κάστρο καί γιατί τό μνημονεύει τόσο συχνά;
Γιά νά τό καταλάβουμε πρέπει νά πάρουμε τά πράγματα ἀπό τήν ἀρχή.
Ππδ. γεννήθηκε τό 1851 στή σημερινή πόλη τῆς Σκιάθου, "τήν μεσημβρινήν", ὅπως τήν ὀνομάζει. Πρέπει δέ νά ποῦμε πώς ἡ σημερινή πόλη τῆς Σκιάθου ἄρχισε νά δημιουργεῖται μετά τό 1829-30, ὅταν σταδιακά κατέβηκαν ἀπό τό Κάστρο οἱ Σκιαθίτες. Ο λόγοι δέ πού τούς ἀνάγκασαν νά ἐγκαταλείψουν τό Φρούριο ἦταν πολλοί, κυριώτεροι ἀπό τούς ὁποίους εἶναι ἡ ἀνοδική πορεία τῆς ναυτιλίας τῆς Σκιάθου, καί τό Κάστρο μᾶς εἶναι γνωστό πώς δέν εἶχε ἀσφαλές λιμάνι, ἀλλά καί ἡ ἐμπορική κίνηση τοῦ λιμανιοῦ τῆς νέας πολίχνης. Παράλληλα, ἀναπτύσσεται καί ἡ ναυπηγική τέχνη σέ σημεῖο ὥστε ὁ ταρσανᾶς, τό ναυπηγεῖο τῆς Σκιάθου νά εἶναι να ἀπό τά καλύτερα τῶν λεγομένων ναυτικῶν νήσων.
Ἑπομένως ὁ Ππδ. γεννιέται καί μεγαλώνει σέ μιάν ἐποχή, ὅπου μιά πολίχνη ἱστορική καί γεμάτη μνῆμες σβήνει, γιά νά δημιουργηθεῖ μιάν ἄλλη, μέ νέα ἤθη, συμπεριφορές καί ἀνθρώπους πιό σκοτεινούς ἀπό ἐκείνους τοῦ Κάστρου. Καί μιλῶ ἐδῶ γιά τούς τοκογλύφους καί τούς νεόπλουτους πού ἦλθαν στό νησί καί ἀνάτρεψαν τά πράγματα. Δέν πρέπει δέ νά λησμονοῦμε πώς καί οἱ γονεῖς του εἶναι Καστρινοί, δηλαδή φέρουν ἀναμφίβολα μέσα τους τά σπέρματα τῆς νοσταλγίας γιά τήν πατρική τους ἑστία πού βρισκόταν ἀνάμεσα στίς ἄλλες μικρές κι ἀραδιασμένες στή σειρά φτωχικές κατοικίες "τοῦ παλαιοῦ ἐκείνου φρουρίου, τῆς ἀληθοῦς φωλεᾶς γλάρου". Κι αὐτό μπορεῖ νά τό διαπιστώσει κανείς ὅταν διαβάσει προσεκτικά τό χριστουγεννιάτικο διήγημα τοῦ Ππδ. "Στό Χριστό στό Κάστρο", ὅπου ἐμφανίζεται ὅλο τό δέος, ἡ νοσταλγία ἀλλά καί ἡ εὐλάβεια τοῦ παπα-Ἀδαμαντίου, τοῦ πατέρα δηλ. τοῦ κύρ-Ἀλέξανδρου, γιά "τόν ἀμαυρόν τιτάνειον αὐτόν βράχον". Κι ἐδῶ πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε, γιά νά τό μάθουμε ἐπιτέλους, πώς τό πραγματικό ἐπίθετο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδαμαντίου Ἐμμανουήλ ἦταν Μοσχοβάκης, τό ὁποῖο φυσικά δέ χρησιμοποιήθηκε ποτέ.
Ἀποταμιεύοντας, λοιπόν, ὁ Σκιαθίτης λογογράφος ὅλον ἐκεῖνο τόν ἀπόηχο τῆς νοσταλγίας καί τῆς μνήμης τοῦ Κάστρου, πού ἀποπνέει ἡ παλαιά μεσαιωνική πολίχνη τοῦ Κάστρου, τόν καταθέτει σέ μιά σειρά διηγημάτων του, μέ εὐαισθησία, χάρη καί φυσικά μέ τόν ἀπαιτούμενο σεβασμό στίς ρίζες του.
"Ὅλον τό παλαιόν χωρίον ἦτο ἐρείπιον, ἁπλωμένον ἐπί τῶν νώτων τοῦ γίγαντος, τοῦ μέ τούς πόδας θαλασσωμένους βράχου... Ἀλλ᾿ ὅμως ἡ θειά τό Μαχώ τό Φαλκάκι, ἠγάπα τό παλαιόν χωρίον της, τό μέρος ὅπου εἶχε γεννηθῇ κι αὐτή ἕνα καιρόν, περί τούς χρόνους τοῦ ἀγῶνος (στά χρόνια δηλ. τῆς Ἑλλ. Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821) καί ὅπου διῆλθε τά προσφιλῆ εἰς πᾶσαν μνήμηνν ἔτη τῆς παιδικῆς ἡλικίας. Διά τοῦτο ἐφρόντισε μέ κάθε τρόπον νά διατηρήσῃ τό παλαιόν σπιτάκι, τήν φωλεάν τῶν γονέων της, τήν κοιτίδα αὐτῆς τῆς ἰδίας". Τονίζει δὲ μέ ἔμφαση παρακάτω ὁ Ππδ. ὅτι ὁ μικρός οἰκίσκος τῆς θειᾶς Μαχῶς "ἦτο μία ἐπάνοδος εἰς τό παρελθόν, μία ὀπή διά τῆς ὁποίας ἔβλεπέ τις τά περασμένα ὡς εἰς πανόραμα..." (κινηματογραφική ταινία θά λέγαμε σήμερα).
Παρατηροῦμε, λοιπόν, μέ πόση ἀγάπη καί νοσταλγία μᾶς ἐκφράζει τό προσωπικό του βίωμα γιά τό Κάστρο ὁ Ππδ· καί παράλληλα τό πόσο ἐπαινεῖ ἐκείνη τήν ταπεινή κι ἀσφαλῶς φτωχή Σκιαθίτισσα πού συνεχίζει νά τιμᾶ τόν γενέθλιο τόπο της, τό Κάστρο καί παράλληλα νά συντηρεῖ τό παλιό της σπίτι καί μαζί μ᾿ αὐτό τό παρελθόν, τούς προγόνους της, τήν ἴδια τήν ἱστορία. Σέ ἀντίθεση μέ κάποιους ἄλλους, πού ἀδιαφόρησαν παντελῶς σέ σημεῖο ὥστε νά καταστραφεῖ καί νά ἐρημωθεῖ τό Κάστρο. "Μέχρι πρό ὀλίγων ἐτῶν, γράφει τό 1892, στό διήγημά του "Στό Χριστό στό Κάστρο", ἐσώζοντο ἀκόμη οἰκίαι τινες μέ τάς στέγας καί τά πατώματά των ἐντός τοῦ Φρουρίου, ἀλλά τελευταῖον ἡ ὀλιγωρία τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ὁ ὄκνος τῶν ἀνθρώπων εἰς τό νά ἐπισκέπτωνται τό Κάστρον συχνότερα καί ἡ ἀσυνειδησία ὀλίγων τινων συλλαγωγῶν, πλεονεκτῶν ἤ οἰκοδόμων, εἶχε καταστήσει ἐρειπίων σωρόν τό Κάστρον". Θέλω δέ νά πιστεύω, πώς καταλαβαίνει κανείς πολλά ἀπ᾿ αὐτήν τήν ὁμολογία τοῦ Ππδ.
Ὅμως τό Κάστρο δέν εἶναι δυνατό νά μνημονευτεῖ δίχως "τά τριάκοντα παρεκκλήσια, λείψανα εὐσεβοῦς παρελθούσης ἐποχῆς", τά ὁποῖα "ὑπῆρχον ἐκεῖ ὅτε ἤμην παιδίον" -φησα ἐπίτηδες τόν ἴδιο τόν κύρ Ἀλέξανδρο νά μᾶς τά πεῖ σέ πρῶτο πρόσωπο, γιά νά καταλάβουμε τό πότε· πού ἀσφαλῶς χρονικά ἐντοπίζεται γύρω στά 1856-1866. Μάλιστα κάποι᾿ ἀπ' αὐτά, ὅπως εἶναι τό παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, πού γιόρταζε τόν Δεκαπενταύγουστο, ἤ τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλομάτας, πού γιόρταζε τό Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου, δηλ. τῆς Φανερωμένης, τά περιγράφει μέ λεπτομέρειες.
Μέ λίγα λόγια, γιά νά μήν κουράσω περισσότερο, προσπαθεῖ ὁ Ππδ. μέσ᾿ ἀπό τά Καστρινά διηγήματά του νά διασώσει παλιές ἱερές καί τιμημένες στιγμές πού ἔζησε τό Κάστρο, ὅπως τήν ἱστορία τοῦ "Φτωχοῦ Ἁγίου", τοῦ ἁπλοῦ τσοπάνη, πού θυσιάζεται γιά νά σώσει τό χωριό ἀπό τήν ἐπιδρομή τῶν κουρσάρων· ἤ ἀκόμα τίς ὧρες τῆς συνάξεως τῶν προεστῶν στό Κιόσκι "τό μικρόν περίπτερον, ὅπου συνερχόμενοι ἐβουλεύοντο ἤ ἁπλῶς ἠργολόγουν οἱ προεστοί. Παράλληλα θυμίζει νοσταλγικές στιγμές, ὅπως ἐκεῖνες μέ τά παιδιά, τήνπαραμονή τῶν Χριστουγέννων, πού πηγαίνουν νά ψάλλουν τά κάλαντα "Χριστούγεννα-Πρωτούγεννα", κρατώντας τά ἀναμμένα τους φαναράκια.
Ἄς μή μᾶς φανεῖ παράξενο, ἀλλά κάποιες μνῆμες ἀπό τό Κάστρο σχετίζονται καί μέ τό νησί μας, τή Σκόπελο, τῆς ὁποίας τό Κάστρο, σέ ἀντίθεση μέ τή Σκιάθο, ἀκόμα κατοικεῖται.
Μέ τή Σκόπελο, λοιπόν, σχετίζονται τά διηγήματα, "Τό Χατζόπουλο" καί "Τά μαῦρα κούτσουρα"
Τό Χάτζόπουλο μᾶς μεταφέρει στά μέσα τοῦ 18ου, ὅταν γιά κληρονομικές καί ἄλλες οίκογενειακές διαφορές, φεύγει ἀπό τή Σκιάθο καί ἐγκαθίσταται στή Σκόπελο ὁ γενάρχης μιᾶς ἀπό τίς ἱστορικές οἰκογένειες τῆς Σκοπέλου: τῆς οἰκογένειας Νικολαΐδη, αὐτῆς πού πρόσφερε στήν πολή μας τό Ἱστορικό καί Λαογραφικό Μουσεῖο.
Ὁ γενάρχης τῆς οἰκογένειας αὐτῆς ἦταν ὁ Νικολάκης Χατζησταμάτη, πού χρημάτισε στό νησί μας προεστώς, νοτάριος (δηλ. συμβολαιογράφος), φορος κ.λ.π.. γιός του, ὁ Γιαννιός, ἀλλάζει τό ἐπίθετο ἀπό Χατζησταμάτη σέ Νικολάου ἤ Νικολαΐδης. Ἡ οἰκογένεια αὐτή, πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε ἐδῶ, πώς ἦταν συγγενεῖς τοῦ Ππδ. Ὁ ἴδιος τό ὁμολογεῖ ἄλλωστε.
Στά "Μαύρα κούτσουρα" γίνεται λόγος γιά τόν γιό τοῦ τότε προεστοῦ τοῦ Κάστρου, στό α΄ μισό τοῦ 18ου αἰ, Δημητράκη Ἐπιφανίου Οἰκονόμου, τόν Ἀγάλλο, ἀδελφό τοῦ Σκιαθίτη Διδασκάλου τοῦ Γένους Ἐπιφανίου Δημητριάδη.
Ὁ Ἀγάλλος εἶχε ἀρραβωνιαστεῖ στή Σκόπελο μιά κοπέλα ἀπό μεγάλη ἀρχοντική οἰκογένεια, τήν Ἐγγλεζώ Τσιρώνη. Κι ἐνῶ σχεδίαζε τό γάμο του, ἡ μνηστή του πεθαίνει κι ὁ ἴδιος στή συνέχεια, ὕστερ᾿ ἀπό καποιες περιπέτειες γίνεται μοναχός στό ἱστορικό μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Σκιάθου, ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγίου Νήφωνος τοῦ κτίτορος τῆς μονῆς αὐτῆς. Ἀργότερα ὁ Ἀλύπιος, γιατί αὐτό τό ὄνομα ἔλαβε ὅταν ἔγινε μοναχός ὁ Ἀγάλλος, ἐκλέγεται ἡγούμενος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ τέταρτος κατά σειρά. Καί σ᾿ αὐτό τό διήγημα μᾶς θυμίζει ὁ Ππδ. ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Δημητράκη Οἰκονόμου εἶχε συγγενεῖς στή Σκόπελο. Ποιοί νά ἦσαν ἄραγε;
Κλείνοντας αὐτή τή λιτή παρουσίαση τοῦ θέματος γιά τό Κάστρο τῆς Σκιάθου καί τόν Ππδ. θά ἤθελα, παιδιά, νά σᾶς προτρέψω νά προσέξετε καί τό δικό μας τό Κάστρο, γιά νά δεῖτε ὅτι ἔχει ἀρκετές ὁμοιότητες μέ ἐκεῖνο τῆς γείτονος νήσου. Ὅπως π.χ. ὅτι καί τά δύο Κάστρα εἶναι κτισμένα κατά τό βορρᾶ, ἔχουν καί τά δύο τόν Μητροπολιτικό τους ναό ἀφιερώσει στή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἔχουν ἰσάριθμο, περίπου ἀριθμό παρεκκλησίων καί τό κυριώτερο διακρατοῦν τό ἴδιο ρίγος τῆς ἱστορικῆς μνήμης. Σᾶς εὐχαριστῶ γιά τήν ὑπομονή σας.

Διευκρινιστική σημείωση: Τό παραπάνω κείμενο διαβάστηκε στούς μαθητές τοῦ Γυμνασίου τῆς Χώρας Σκοπέλου, στίς 16 Μαΐου 2006, ὅταν τό παραπάνω Σχολεῖο τίμησε τόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ἀπό τή θέση αὐτή εὐχαριστῶ θερμά τίς Καθηγήτριες, κυρίες Παρασκευή Τζαμαλή-Ξηντάρη καί Ἑλένη-Σπηλιώτη-Κεσμετζή· ὅπως ἐπίσης τήν κυρία Ἀθηνά Παπαγεωργίου, ψυχή τοῦ "Σπιτιοῦ τοῦ Παπαδιαμάντη" καί ὅλων τῶν πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων τῆς Σκιάθου.

Βιβλιογραφία
1. Ἰω. Ν. Φραγκούλα, Ἀξιόλογες τοποθεσίες στό νησί του Παπαδιαμάντη, Σκιάθος 1995
2. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τά Καστρινά. Διηγήματα, Ἀναπτυξιακή Σκιάθου, Σκίαθος 2005

3. π. Κων. Ν. Καλλιανός, “Τό Χατζόπουλο, τό ἱστορικό του περίγραμμα καί ἡ μονή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Σκιάθου”, Λαογραφικό Μουσεῖο Σκοπέλου, Σκόπελος 2002 (ἀνάτυπο ἀπό τό περ. Θεσσαλικό Ημερολόγιο)

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email