© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Η Ελληνική Μεικτή Χορωδία της ΔΕΗ-ΔΕΔΔΗΕ στο Μέγαρο

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ 


Δεν ξέρω πόσο είναι γνωστό στο ευρύ κοινό ότι η ΔΕΗ δεν μας φωτίζει  μόνο με το ηλεκτρικό της φως αλλά και με το καλλιτεχνικό της. Θέλω να πω, για όσους δεν είναι ενήμεροι, ότι η ΔΕΗ διαθέτει μια χορωδία, με σαράντα ενεργά μέλη, αποτελούμενη από ταλαντούχους υπαλλήλους της και άλλους που δεν είναι υπάλληλοί της, είναι όμως καλλικέλαδοι. Σήμερα η χορωδία, ενηλικιωμένη πλέον, αλλά νέα και σφριγηλή πάντα, άγει το τριακοστό έβδομο έτος της. Κατ’ αρχάς, λοιπόν, να της ευχηθούμε να τα εκατοστήσει αλλά και να συνεχίσει και στους επόμενους αιώνες να διαχέει τη γοητεία της στις μέλλουσες γενιές. 

Στις 20-6-15, ημέρα Σάββατο, είχαμε την ευτυχία να παρακολουθήσουμε τη σύμπραξή της με την αμερικανική χορωδία The Masters Choral Fresno Community Chorus, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο Ελληνοαμερικανικών πολιτιστικών σχέσεων. Ακούσαμε από τους Αμερικανούς τραγούδια σπιρίτσουαλς και γκόσπελ. Ωραία και γοητευτικά, ειρηνικά και ηρεμιστικά. Ανταλλάξαμε με τους Αμερικανούς καλλιτέχνες αβρότητα και ευγένεια. 

Όμως, θα ήθελα να σταθώ περισσότερο στη δική μας χορωδία γιατί αυτή με συγκίνησε περισσότερο, γιατί μετέφερε έναν άλλο αέρα, συνυφασμένο από Ευρώπη, κυρίως, και από Ελλάδα στο μικρό, πλην λίαν γοητευτικό και συγκινητικό,  ελληνικό μέρος της.   

Στο πρόγραμμά της περιελάμβανε: 1. Donizetti: Don Pasquale (Che interminabile andiri vieni…) μια κωμική ιστορία όπου ένας «γέρος» καλοβλέπει μια νεαρά αλλά εκείνη καλοβλέπει τον nipotino, τον νεαρό ανιψιό. Γιατί η ζωή και τα νιάτα έχουν το δικό τους κώδικα, με αυτόν πορεύονται και πολύ σωστά πράττουν. 2. Ακολούθησαν Τσιγάνικα τραγούδια του Μπραμς. 3. Του Μ. Seiber «There was an old man in a tree» σε στίχους του Εδουάρδου Ληρ. Είναι ένα Λίμερικ, σαν αυτά που έχει μεταφράσει ο Γιώργος Σεφέρης, τα χωρίς νόημα ποιήματα, που όμως έχουν νόημα, κάτω από το no sense νόημά τους. 4. Απολαύσαμε σε ένα καταπληκτικό σόλο τον Δημήτρη Κοσκινά στο  «Hear me. Redeemer» του Η. Mollicone. 5. Το «One» του M. Hamlish ήταν μια έκπληξη γιατί μας ταξίδεψε  στο μιούζικαλ Chorus line που είχαμε θαυμάσει στα νιάτα μας.  Και ποιος ακούγοντάς το τώρα από τη χορωδία μας δεν ξαναταξίδεψε πίσω στη λάμψη της νιότης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας του, στη μία και μοναδική «One» του. Το νούμερο 6 του προγράμματος περιελάμβανε το «Χορεύοντας»,  του L. Spevacek (Danza) σε ένα θαυμάσιο σόλο της Αθηνάς Βασιλείου και … Μπαίνουμε στο ελληνικό μέρος, μικρό αλλά αντιπροσωπευτικό: Μάνου Χατζιδάκη, «Με την Ελλάδα καραβοκύρη», Γιάννη Μαρκόπουλου, «Τα λόγια και τα χρόνια» και Διονύση Σαββόπουλου «Ας κρατήσουν οι χοροί». Ας ευχηθούμε κι εμείς να κρατήσουν οι χοροί, να είναι πάντα η Ελλάδα καραβοκύρης στη θάλασσα της και να περνούν τα χρόνια χωρίς να ξεχνιούνται τα λόγια.

Η Χορωδία της ΔΕΗ έχει δραστηριότητες πολλές και επιφανείς στο ενεργητικό της. Είχε την τύχη να βρεθεί υπό την καθοδήγηση του Γιάννη Θανόπουλου, του Χριστόφορου Ζησόπουλου  και της Κωνσταντίνας Παπαθανασίου, κατά καιρούς, και να μελετήσει ένα πλούσιο ρεπερτόριο διαφόρων εποχών και συνθετών. Η αξία αποδεικνύεται από τις επιφανείς συνεργασίες της με μεγάλους Έλληνες συνθέτες, σπουδαίους τραγουδιστές, τραγουδοποιούς και πολλούς λυρικούς καλλιτέχνες. Και ακόμα από τις εμφανίσεις της στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στο Αρχαίο Στάδιο των Δελφών, στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Επίσης, έχει λάβει μέρος στις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών αγώνων, «Αθήνα 2004», στην παράδοση της Ολυμπιακής Φλόγας στους Ολυμπιακούς αγώνες της Βαρκελώνης και στην τελετή έναρξης του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Στίβου το 1997. Και φυσικά, τιμώντας και τα ελληνικά χρώματα, πέρα από τα κλασικά αθάνατα έργα, ελληνικά και ξένα, έχει τραγουδήσει και αθάνατα δημοτικά τραγούδια. 

Στην εκδήλωση της 20-6-15 την Μουσική Διεύθυνση είχε ο Κωστής Κωνσταντάρας, στο πιάνο ήταν ο Μάριος Καζάς και στα κρουστά η Ελευθερία Βουτσινά και η Αμαλία Γιαννούλη.  Τους συγχαίρουμε όλους θερμά και ειδικά τα μέλη που με τη δύναμη των πνευμόνων τους φύσηξαν  πνοή καλλιτεχνικής ζωής, ποιότητα και ομορφιά  στην Αθήνα και στην ψυχή μας. 

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Για το βιβλίο της Ελένης Λιντζαροπούλου “Η εποχή των Λέξεων. Με 10 πίνακες της Ιωάννας Ασσάνη” (εκδ. Οι εκδόσεις των Φίλων, 2015)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το ποίημα δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις, είπε ο Μαλλαρμέ κι ο Ελύτης τροποποίησε: «μονάχα οι λέξεις δεν μου αρκούσανε», ρίχνοντας το βάρος για την ποιητική ατμόσφαιρα στην αρμονία των λέξεων ο πρώτος και στην συνεπικουρία των εικόνων ο δεύτερος. Η ποίηση λοιπόν γίνεται με ιδέες, με λέξεις, με εικόνες. Μάλλον όμως, πρωτίστως, θα πρέπει να είναι εγγεγραμμένη στο DNA του ανθρώπου για να μπορέσουν να βρουν την έμμετρη έκφρασή τους οι ιδέες, οι λέξεις, οι εικόνες. Και η απόδειξη βρίσκεται στην ποίηση της Ελένης Λιντζαροπούλου, η οποία αναγνωρίζοντας τη βαρύτητα των λέξεων στη γέννηση του ποιήματος, τάσσεται με την άποψη του Μαλλαρμέ, ρίχνει όμως ισοδύναμο βάρος και στις ιδέες και στις εικόνες. Και οι ιδέες όλες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, έχουν κοινωνική προέλευση. Η Λιντζαροπούλου γράφει ποίηση κυρίως κοινωνική. Δεν εκτοξεύει μανιφέστα, αλλά περιγράφει επεισόδια, παραδίδει μαθήματα ανθρωπιάς και καταγγέλλει την απανθρωπιά, όπου την επισημαίνει. Και για τις ιδέες της επιλέγει ένα απλό ανθρώπινο λεκτικό όχημα για να φτάνουν εύκολα στην ψυχή του αποδέκτη. Και είναι τόσες πολλές οι αφορμές που ο χρόνος και η συγκυρία φέρνουν ώστε να πολλαπλασιάζεται ευθέως ανάλογα και η δημιουργία.

Με έναν τόνο προσωπικό, εξομολογητικό φέρνει στην επιφάνεια την προδοσία, την έλλειψη εμπιστοσύνης, την αδιαφορία, την απουσία, τον έρωτα που μπαίνει στο ποίημα, με χαμένη την αθωότητα και δε φέρνει τη χαρά. Όσο κι αν προσπαθεί να συντονίσει τις αναπνοές της: «Συστολή- Διαστολή-Συστολή-Διαστολή» για να βρει την ακριβή στιγμή, θα μείνει με την απορία: πού κρύβεται η «αλήθεια», σε «ποια σύσπαση», πού είναι εκείνο το αίσθημα που κόβει τον καιρό στα δυο και τον αποσβολώνει, που γεμίζει τον ουρανό και το στήθος του άντρα άστρα; πού είναι, αυτός ο παντοδύναμος θεός και δημιουργός ζωής; Στα συμφραζόμενα της σήψης, του κακού «αιφνιδιασμού», στην οδυνηρή απουσία, εκεί βρίσκεται, αφήνει η ποιήτρια να εννοηθεί. Εκεί που πεθαίνουν οι λέξεις. Σε «κάτι βουβά ξημερώματα» και κάτι «ασυνέπειες» και στον αιφνιδιασμό και ο νοών νοείτω. Τι σημασία έχει αν το σκουλήκι σερνότανε στην καρδιά του μήλου ή στη φλούδα; Εκεί που δεν το περίμενες σερνότανε και σε αιφνιδίασε. Η εποχή των λέξεων λοιπόν, θα πρέπει να είναι η εποχή των χαμένων νοημάτων. Η εποχή που απάλειψε την ουσία και τη βαρύτητα και άφησε τις λέξεις στον αέρα, χωρίς περιεχόμενο. Όσο κι αν σκύβουμε να βρούμε τη χαμένη αλήθειά τους, ματαιοπονούμε. Γιατί διαπιστώνεται πικρά πως «Καμιά φορά γερνάνε κι οι λέξεις / σαν τους ανθρώπους / σε μοναχικά παγκάκια». Ιδέα που ξέπεσε, νόημα που χάθηκε, άδειο κέλυφος, έκπτωτος πολίτης στο παγκάκι, παραμένει άστεγη και α-νοητή η γερασμένη λέξη. Τι εποχή λέξεων, θα αναφωνούσε και ο Ρεμπώ. Ωστόσο, ακόμα και σ’ αυτήν την απαισιόδοξη κατάσταση η ποιήτρια εις εαυτήν: «κι όμως εσύ επιμένεις να γράφεις», λέει. Και δεν καθυστερεί στα προσωπικά. Επανεξετάζει πρόσωπα και συμπεριφορές, επανεκτιμά ή καλύτερα συνεκτιμά τα πάντα σε σχέση με τα κοινωνικά συμφραζόμενα. Γιατί η ζυγαριά της γέρνει από την άλλη μεριά, παραμερίζει τις πληγές της για να επουλώσει τις ξένες. Ο πόνος του ανθρώπου την έλκει, την μαγνητίζει και της γεννά την ανάγκη της προσφοράς.
Και η γαλλική «Revolution», ταυτισμένη με την επανάσταση, θέτει με βεβαιότητα ότι «θα ξυπνήσουμε ένα / πρωί», όμως αντιπαραθέτει τον προβληματισμό «πόσοι θα είμαστε / εκείνο το πρωί / και όχι ποιοι». Η ουσία που σκάλωσε στις δυο αντωνυμίες για να τονίσει την ειδοποιό διαφορά δείχνει τον έσχατο κίνδυνο. Και όταν η αγωνία της ποιήτριας ταυτίζεται με αυτή του «ληστού», του «γονατισμένου σε προσκυνητάρια δίχως πιθανότητες», τότε εμφανίζονται νέα ερωτήματα: Τι θέλει να πει εδώ; Ότι εξαντλήθηκε η μεταφυσική πίστη; Ότι μόνο οι απελπισμένοι επαφίενται σ’ αυτήν; Ότι σ’ αυτή τη ζωή πρέπει να πραγματωθεί αν κάτι αξίζει; Ό,τι και να εννοεί το παιχνίδι παίζεται μια του ύψους μια του βάθους. Οι «λεπροί δάκρυζαν θυμίαμα» και οι «μισθοφόροι μύριζαν θειάφι», οι «νεκροί κάπνιζαν λέξεις και ιδρώναν βεβαιότητα» με «την ελπίδα της Ανάστασης». Πολύ μακριά, αλλά όχι και τόσο, κάποιοι άλλοι νεκροί, εκείνοι της Ρωμιοσύνης του Γιάννη Ρίτσου, «πετρωμένοι πάνου στα καραούλια καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα», κάτω από άλλες ιστορικές συγκυρίες και άλλους αγώνες. Όπως και οι άλλοι του Οδυσσέα Ελύτη («Ο ύπνος των γενναίων»), πεσμένοι μέσα σ’ ένα τοπίο που μυρίζει «λιβανιά» και «καπνό» αφήνουν σαν «άχνα» την τελευταία ελπίδα τους για το αγαθό της ζωής, αλλά και νοσταλγώντας την ακόμα και κάτω από τη γη. Κάθε εποχή και ο δικός της καπνός και η δική της συμφορά.

Η ποιήτρια δεν βλέπει μόνο τον βασανισμένο που υπέστη δεινά αλλά και τον βασανισμένο από την τιμωρό «συνείδηση» που ελέγχει διαρκώς. Τη συνείδηση Ερινύα που κυνηγά τον υβριστή. Όμως η ποίηση δεν έρχεται για να απονείμει δικαιοσύνη. Ο ρόλος της είναι παρηγορητικός για τον πάσχοντα. Στην απορία της, «Ανθίζουν λουλούδια/ στα ρείθρα /και δεν μπορεί/ να γεννηθεί/ μια αλήθεια/ στον άνεμο;», μόνο μια οικτρή παραίτηση απομένει: «Γράψε την παραίτησή σου / τότε/ και υπόγραψέ την/ με όλο σου τον φόβο». Πάλι εδώ ακούγεται από μακριά μια άλλη, από την κοσμική ανάγκη προκύπτουσα «παραίτηση», του Γιώργου Σεφέρη, ο οποίος πρότεινε: «Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει».

Συγκινητικό και μεγαλόψυχο είναι το «Αφιερωματικό» στην συγγραφέα Ελένη Λαδιά, την αγαπημένη φίλη, στην οποία η μία Ελένη αφιερώνει όχι τόσο το ποίημα, όσο την ψυχή της, γιατί στην άλλη Ελένη βρήκε πνευματικό στήριγμα, «οδοιπόρα μνήμη», «σπορέα συνειδήσεω», επίδραση πάνω στον «λευκό καμβά της ζωής» της. Ενδιαφέρουσα είναι μάλιστα η έμφαση: «Έκτοτε, γράφω το τελικό νι παντού/ και συναιρώ, για χάρη σου, τα ρήματα». Το «τελικό νι» για τον σημαίνοντα κουδουνιστό του ήχο (;) και τα συνηρημένα ρήματα, για τη σμίκρυνση της απόστασης (;).

Οι «Νέοι της Ποσειδώνος» σκοπίμως παραπέμπουν στους άλλους, της Σιδώνος του Καβάφη ή του Αναγνωστάκη, τηρουμένων των αναλογιών, των εποχών και των συμπεριφορών, για να φανεί, αν και δεν κατονομάζεται, η τεράστια απόκλιση από την γιγάντια σκιά εκείνου που έκανε τη διαφορά με τους νέους και τις αντιλήψεις τους. Τον Αισχύλο εννοώ, που αν δεν ήταν αυτός δεν θα ήταν ούτε οι Σιδώνιοι νέοι ούτε οι Ποσειδώνειοι. Η ποίηση έχει βαθιές ρίζες και διατρέχει τις εποχές για να φέρει το μήνυμα που εκκινεί από τον Αισχύλο και καταλήγει στην εποχή μας. Εκείνος τον αγώνα για την πατρίδα είχε μνημονεύσει στο επίγραμμα του και μόνο αυτόν. Ο δεύτερος την τέχνη πιο πολύ και ο τρίτος τους έρωτες των νέων του σχολιάζει. Η Λιτζαροπούλου στην Τέχνη της ποιήσεως βρίσκει καταφύγιο και ψυχής ανακούφιση, αλλά και δύναμη να επισημαίνει την κοινωνική αδικία. Γιατί η Τέχνη είναι μια ελεητική και σωτήρια αυταπάτη: «Κρατήσου γερά από τις αυταπάτες σου./ Αργεί ακόμη η αλήθεια/που δε θ’ αντέξεις». Ας κρατηθούμε από την Illusion, λοιπόν, που τροφοδοτεί την έμπνευση και μετατρέπει την πληγή σε φως, όπως λέει ο Braque - «Lart est une blessure qui deviant lumière»- ας αφεθούμε στην ελπίδα και στην πίστη πως η Τέχνη σώζει.

Και να την μια «θαλασσογραφία» σαν τεράστια μουντζαλιά, που αδικεί το γαλανό Αιγαίο μας. «Ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς», μας λέει ο Αισχύλος, ανθολογεί το στίχο ο Σεφέρης και παραλλάσσοντας η Λιντζαροπούλου θέτει μπροστά στα μάτια μας τη σύγχρονη τραγωδία. Τα σπασμένα καράβια και τα πνιγμένα σώματα των Περσών τότε, τα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα και τα πνιγμένα σώματα των εξαθλιωμένων τώρα. Να πώς η τέχνη μεταπλάθει τα δεινά της κάθε εποχής σε έργα είτε είναι αθάνατες δημιουργίες είτε θνητοί μετανάστες. Και στο ανθισμένο πέλαγος από τους νεκρούς αντιστοιχεί ένα πλήθος «τυχερών». Αυτών που επέζησαν – οποία ειρωνεία- για να βρουν καταφύγιο πλάι στους κάδους, στις γωνίες, με το κρύο και τη βροχή, άστεγοι και πεινασμένοι, παγωμένοι και μοναχικοί, με μόνη προστασία μια χάρτινη κούτα. Σύγχρονοι Οδυσσείς με Οδύσσεια χωρίς Ιθάκη. Μη ρωτάς να μάθεις το γιατί, μη ζητάς να βρεις την αλήθεια: «η αλήθεια σαν επιμένει να βρεθεί γίνεται πόνος». Ο Οιδίπους όταν βρήκε την αλήθεια πόνεσε πιο πολύ από τη άγνοια που τον έκνιζε.

Και μια προτροπή προς τον αναγνώστη: «Αν θες να κάνεις κάτι για τον ποιητή» («Προστακτικές Ενεστώτα Χρόνου»), μίλα του, διάβασέ τον, κατάλαβε πως, ό,τι εσύ έχεις έτοιμο στα χέρια σου, εκείνος ίδρωσε και πόνεσε για να το καταφέρει. Θυμήσου: «Το σώμα το αίμα θα βάλω /σε σχήμα βιβλίου μεγάλο», είπε ο Καρυωτάκης. «Το ποίημα κάθεσαι και το ξενυχτάς» είπε ο Σαχτούρης. Με ιδρώτα και αίμα και ξενύχτια γράφονται τα ποιήματα. Και για να πάρουμε μια ιδέα για το πώς δουλεύει η Λιντζαροπούλου, με τα δύο ποιήματα ποιητικής - «Απλότητος Εγκώμιον Ι» και «Απλότητος Εγκώμιον ΙΙ» - μας μπάζει στο εργαστήρι της: «λέξεις στιλπνές, ολοκάθαρες» αθάμπωτες στο χρόνο, επιλέγει. Ένα ποτάμι που παρασύρει τα θνησιμαία, μια απλότητα που στηρίζεται στη φυσική ομορφιά, «άσπρα τριανταφυλλάκια», σαν εκείνα τα μετρημένα ισοσύλλαβα, ομόηχα, ομοιοτέλευτα και ομοιοκατάληκτα -«βήμα» και «ρήμα» και «ρίμα» και «κρίμα»- που αρμονικά ανταποκρίνονται το ένα στο άλλο σαν σκαλοπάτια ποιητικών αναβαθμών· και να τες οι «Πλεξούδες λέξεων» που διατρέχουν τον τράχηλο της Κόρης Ποίησης. Μάλλον η ποίηση δεν γράφεται ούτε με λέξεις ούτε με ιδέες ούτε με εικόνες μόνο αλλά με θάρρος να μιλάς, με αγάπη στην καρδιά και με ψυχή να αντέχεις.

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΓΟΥΡΔΟΥΝΟΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ]

Ὁμιλία
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. κ. Βαρθολομαίου 
κατὰ τὴν Ἀκολουθίαν τοῦ Ἑσπερινοῦ 
ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ τῆς Θείας Μεταμορφώσεως
τοῦ Σωτῆρος Γουρδοῦνος Καππαδοκίας
(13 Ἰουνίου 2014)

Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Ἐξοχώτατοι,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,
Ἐλλογιμώτατε Πρόεδρε κ. Ἰσακίδη,
Εὐλογημένοι γόνοι τῶν Καππαδόκων καὶ ὅλοι οἱ προσελθόντες προσκυνηταὶ τῆς Ἁγιοτόκου Καππαδοκίας καὶ τοῦ φημισμένου χωρίου τῶν Γουρδουνιωτῶν,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ἡ γῆ τῆς Καππαδοκίας, ὅπου ἐπὶ αἰῶνας, τὸ φῶς καὶ ἡ ἀλήθεια ὑπερέβησαν τὰ σκότη τῆς ἀγνωσίας καὶ τοῦ παντοειδοῦς ἀνθρωπίνου πάθους διὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων οἱ ὁποῖοι ἔζησαν καὶ ἐδίδαξαν εἰς αὐτὴν τὸν Λόγον τῆς Ἀληθείας, μᾶς συνεκέντρωσεν ἀπόψε εἰς τὸν Ἱερὸν αὐτὸν Ναὸν τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, εἰς εὐχαριστίαν καὶ δοξολογίαν τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου, ὅπου τοῦ προσφέρομεν «ἑσπερινὸν ὕμνον καὶ λογικὴν λατρείαν» «κλίνοντες εὐλαβῶς τὸ γόνυ τῆς καρδίας». 

Προσφέρομεν δὲ τὴν λατρείαν μας αὐτὴν μέσα ἀπὸ τὰς κατακόμβας τῆς «Καππαδόκων χώρας», ὅπου ἐλατρεύετο διὰ συμβόλων ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὡς Θεοῦ Υἱὸς καὶ Σωτήρ, ὡς «ΙΧΘΥΣ», ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὰ ἐρείπια τῶν περικαλλῶν κάποτε Ναῶν, ὅπου ἐξεχύθη ἡ Χάρις ἀπὸ τὰ χείλη τῶν Ἁγίων καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις, καὶ ἡ Ἐκκλησία ἔφθασεν εἰς τὴν ἀκμήν της ὡς τὸ στόμα σοφίας, ὡς ἡ βάσις τῶν δογμάτων, ὡς τὸ θαῦμα τῆς οἰκουμένης. Αὐτή, μὲ μίαν λέξιν, εἶναι ἡ Ἁγιοτόκος Καππαδοκία. Ἕνα Θαῦμα. Μάλιστα δὲ τὸ θαῦμα τῶν αἰώνων καὶ τῶν γενεῶν.

Μᾶς ἀξιώνει, λοιπόν, καὶ ἐφέτος τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ νὰ εὑρισκώμεθα ἐδῶ, ἔκπληκτοι ἐνώπιον τοῦ μυστηρίου τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, μετὰ ἀπὸ ἕνα αἰῶνα περίπου, ἐπιτρέπει εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην μὲ τὸν λαόν του νὰ προσέρχωνται προσκυνηταὶ καὶ συγχρόνως ἱερουργοὶ αὐτοῦ τοῦ συνεχοῦς μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ ἄλλας λέξεις, μᾶς ἀξιώνει νὰ ἀπολαμβάνωμεν, ὡς ταπεινοὶ συνεχισταὶ ἐκείνων τῶν διαλαμψάντων ἐδῶ πατέρων μας, τὰ κρίματα τῆς δημιουργίας τῆς φημισμένης Ὀρθοδόξου Καππαδοκίας. Τὰ κρίματα αὐτὰ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις καὶ ὁ Ὀρθόδοξος Πολιτισμός μας, λειτουργικός, δογματικός, ἁγιαστικός, μνημειώδης, συνεχὴς καὶ ἀκατάπαυστος.

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Εὑρισκόμεθα εἰς χῶρον οἰκεῖον, τὸν χῶρον τῶν Καραμανλήδων Ὀρθοδόξων, ὅπου οἱ Ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας ἐκήρυξαν τὸν Χριστόν «οὕτως, ὥστε πιστεῦσαι Ἰουδαίων τε καὶ Ἑλλήνων πολὺ πλῆθος» (Πράξ. ιδ΄, 1-2). Συγκίνησις καὶ δέος ἀσφαλῶς διακατέχουν ὅλους ἡμᾶς, ἐὰν ἀναλογισθῶμεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τόπον συνδεδεμένον στενῶς μὲ τὴν Πόλιν καὶ μὲ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον μὲ δεσμοὺς ἀκαταλύτους, μέχρι τοῦ σημείου εἰς κάθε Πατριαρχικὸν ἑσπερινὸν νὰ μνημονεύωνται οἱ «εὐσεβεῖς Γουρδουνιῶται» καὶ ἡ «Συντεχνία» τους εἰς τὴν Πόλιν, ὡς εὐεργέται τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ χωρίον ἤρχοντο εἰς τὴν Βασιλεύουσαν Πόλιν, τὴν ἕδραν μας, οἱ εὐσεβεῖς Γουρδουνιῶται καὶ ἐπεδίδοντο εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὰς τέχνας καὶ ἐδημιούργουν αὐτὸν τὸν λεγόμενον καὶ γνωριζόμενον Ὀρθόδοξον Καραμανλήδικον πολιτισμόν, τὸν ὁποῖον μετουσίωσαν εἰς εὐεργεσίαν πρὸς τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν καὶ πρὸς τὸ Γένος μας, ὥστε μέχρι σήμερον νὰ προσευχώμεθα δι᾿ αὐτούς. Καὶ ἀπόψε, τοὺς ἀνταποδίδομεν τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐχαριστίαν καὶ τὴν προσευχήν μας, εἰς τὸν ἰδικόν τους τόπον, εἰς τὸ χωριό τους. Εἰς τὸ χωριὸ αὐτὸ τῶν Γουρδουνιωτῶν, ποὺ ἡ συντεχνία των ἔφερε κάποτε τὸ νερὸ εἰς τὸ Πατριαρχεῖον μας, ἐδέσποζεν ἄλλοτε ἡ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ἡ ὁποία καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐπωνυμίαν, ἐκ τοῦ κτήτορος αὐτῆς Γορδηνοῦ, καί, κατ᾿ ἄλλους ἱστορικούς, ἐκ τοῦ ὀνόματος τοῦ ἄλλοτε Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γορδίου. 

Καὶ εἶχε ζυμωθῆ τὸ ἦθος τῶν Καππαδοκῶν Γουρδουνιωτῶν μὲ τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὰς ἑορτάς της, μὲ τὰς παραδόσεις της, μὲ τοὺς ἁγίους της. Κάθε βράχος ἦτο καὶ ἕνας τόπος τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Κάθε Καππαδόκης Γουρδουνιώτης εἶχεν ὄνειρον καὶ τάμα νὰ ἀφιερώσῃ κάτι εἰς τὸν Κύριον: παιδίον-ἱερέα, ναὸν ἢ παρεκκλήσιον, ὡς μαρτυροῦν τὰ πολλὰ παρεκκλήσια τοῦ χωριοῦ αὐτοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων ὀνομαστὸν ἦτο τὸ μικρὸν ὑπόγειον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὡς καὶ τὸ λαξευτὸν τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου. Οἱ Καππαδόκες διακρίνονται διὰ τὴν πίστιν τους τὴν ζωντανήν, τὴν ὁποίαν ἐξέφραζον κυρίως μὲ τὴν ἀνέγερσιν περικαλλῶν Ναῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκπαιδευτηρίων. Ὅπως ὁ Ναὸς αὐτὸς εἰς τὸν ὁποῖον προσευχόμεθα, ὁ ὁποῖος ἀνηγέρθη ταυτοχρόνως μὲ τὸ σχολεῖον τοῦ χωρίου, κατὰ τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος, εἰς ἀντικατάστασιν παλαιοῦ ὁμωνύμου παρεκκλησίου. Ὑπάρχει ἡ διήγησις ὅτι οἱ ξενιτεμένοι Γουρδουνιῶται, ποὺ ἐδημιούργησαν τὴν συντεχνίαν τους εἰς τὴν Πόλιν, κάθε χρόνο ἔκαναν προσκύνημα εἰς τὸ χωριό τους αὐτό. Ἔφερναν δὲ μαζί τους τὸ τάμα, δηλαδὴ τὸ χρυσὸ φλουρί, ἢ τὴν ἀσημένιαν κανδήλαν, εἰς τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου τους. Τὰ κατέθεταν εἰς τὴν εἰκόνα, ἔκαναν τὸν σταυρόν τους καὶ παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς ἀξιώνῃ ὁ Θεὸς νὰ πραγματοποιοῦν κάθε χρόνον τὸ προσκύνημά τους. Αὐτὰ διηγεῖται ὁ τελευταῖος Μητροπολίτης Ἰκονίου Προκόπιος, πρὶν τὴν ἀνταλλαγήν, εἰς τὰ ἀπομνημονεύματά του.

Αὐτὸ τὸ ἔθιμον τῶν ξενιτεμένων Γουρδουνιωτῶν, ἡμεῖς οἱ μὴ Γουρδουνιῶται, ἤλθαμε νὰ πραγματοποιήσωμεν ἀπόψε σὰν χρέος εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς προγόνους μας ἐκείνους, ποὺ διετήρησαν τὸ κανδῆλι τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἀκοίμητον, καὶ μᾶς τὸ παρέδωκαν ὡς ζωῆς εὐεργεσίαν. Ἤλθαμε νὰ τοὺς ἀνάψωμεν τὸ κερί μας, νὰ προσευχηθοῦμε δι᾿ αὐτούς, νὰ τοὺς ποῦμε ὅτι δὲν τοὺς ξεχνᾶμε, ὅτι μόλις οἱ καιροὶ καὶ αἱ περιστάσεις μᾶς τὸ ἐπέτρεψαν, εἴμεθα πάλι κοντά τους, ἕνα σῶμα, μία ψυχή, μία Ἐκκλησία, καὶ νὰ προσφέρωμεν εἰς τοὺς ἀειμνήστους Γουρδουνιώτας ποὺ ἐθυσιάσθησαν ἐδῶ, ἡμεῖς ὅλοι ὁ Πατριάρχης καὶ οἱ συνοδοί του, τὴν καρδιάν μας.

Πατέρες καὶ ἀδελφοί,

Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Καππαδοκικὴν γῆν, εἰς τὰ ἐρείπια τῶν ἱερῶν της Ναῶν, πολλοὶ ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι λαξευμένοι εἰς τοὺς λιθίνους ὄγκους της, καὶ μαρτυροῦν τὸν καρπόν, ὄχι τὸν πρόσκαιρον καὶ τὸν παρερχόμενον καὶ τὸν μεταβαλλόμενον εἰς ἐρείπια λήθης, λησμονιᾶς δηλαδή, ἀλλὰ τὸν καρπὸν τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς ἀσκήσεως τῆς ζωῆς, δηλαδὴ τὸν πύργον τῆς αἰωνιότητος. Τὸν καρπὸν αὐτὸν τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἁγιότητος τῶν Γουρδουνιωτῶν καὶ γενικῶς τῶν Καππαδοκῶν τιμῶμεν. Εἰς τὸν ἑσπερινὸν αὐτὸν στρατευομένη καὶ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, παρελθὸν καὶ παρόν, ἑνούμεθα εἰς τὴν ὑπέρχρονον Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀναφέρομεν ἅπαντες ἀπὸ κοινοῦ τὸν αἶνον καὶ τὴν δοξολογίαν εἰς τὸν Δημιουργόν, Προνοητὴν καὶ Σωτῆρα μας, εἰς τὰς παντοδυνάμους χεῖρας τοῦ Ὁποίου ἀναθέτομεν μὲ ἐμπιστοσύνην τὸ μέλλον καὶ τοῦ τόπου τούτου, τὴν ἔκβασιν τοῦ πόνου καὶ τῶν στεναγμῶν γενεῶν καὶ γενεῶν ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ μέχρι τῶν ἐσχάτων.

Λοιπόν, ἀδελφοί, «ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν καὶ ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν», κρατοῦμε ἀναμμένη τὴν λαμπάδα καὶ τὴν κανδήλα τῆς Ἀναστάσεως ἐν Καππαδοκίᾳ ἀπόψε, αὔριον ἐν Ἀνακού, μεθαύριον πάλιν ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ πάντοτε ἐν ἁπάσῃ τῇ δεσποτείᾳ Κυρίου, καί, ἐν τέλει, εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, «δῶρον πλέκοντες ὕμνον εὐχαριστίας» τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τὸν αἰῶνα. Ἀμήν.

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Για το βιβλίο του Θεοδόση Πυλαρινού ''Ιάκωβος Πολυλάς. Τα Κριτικά κείμενα'' (εκδ. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 2015)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Όπως μας πληροφορεί ο καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός στον «Πρόλογό» του, η έκδοση των Κριτικών Κειμένων του Ιάκωβου Πολυλά, οφείλεται στην ευτυχή συγκυρία της ανάληψης της θέσης του Γενικού φιλολογικού επόπτη του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη, από τον Γιάννη Παπακώστα, ο οποίος είχε προγραμματίσει την έκδοση σημαντικών κριτικών και θεωρητικών έργων της Νεοελληνικής φιλολογίας του 19ου αιώνα, μεταξύ των οποίων είχε θέση και ο αξιόλογος Κερκυραίος κριτικός και εκδότης του Διονυσίου Σολωμού.

Ο Πυλαρινός έχει μακρά ενασχόληση με την Επτανησιακή Σχολή και ο Πολυλάς ήταν ο κρίκος που έλειπε από τους πρωτοπόρους της νεοελληνικής σκέψης του 19ου αιώνα, που ήδη είχε εκδώσει το Ίδρυμα. Όπως επισημαίνει ο Πυλαρινός, ο Πολυλάς ανήκει στους θεμελιωτές της Νεοελληνικής κριτικής, με σημείο αναφοράς τα «Προλεγόμενα» στα Ευρισκόμενα του Σολωμού, καθώς και τη μελέτη του Η φιλολογική μας γλώσσα, για να παραμείνει στα δύο πιο αντιπροσωπευτικά του έργα. Είναι, επίσης, ο «θεμελιωτής των σολωμικών μελετών», ο «πρώτος συστηματικός κριτικός του εθνικού μας ποιητή», του οποίου ανέδειξε το «εμβληματικό για τα νεοελληνικά μας γράμματα έργο», το οποίο, αν μη ο Πολυλάς «ενδεχομένως να μην είχε την αποδοχή που του επεφύλαξε ο χρόνος». Επίσης ο Πυλαρινός τονίζει ότι ο Πολυλάς ήταν οξυδερκής θεωρητικός της λογοτεχνίας, εμβριθής φιλόλογος, πρωτοπόρος μεταφραστής και έθεσε τις βάσεις επί της οποίας στηρίχτηκε ολόκληρη η Επτανησιακή φιλολογία.

Ο τόμος, λοιπόν, τετρακοσίων πενήντα σελίδων, περιλαμβάνει, πέραν του «Προλόγου», εκτεταμένη και πλήρως κατατοπιστική «Εισαγωγή», η οποία περιλαμβάνει τη «ζωή και την προσωπικότητα του Πολυλά», καθώς και «Τα κριτικά κείμενα». Ακολουθεί η «Επιλογή Βιβλιογραφίας» και έπειτα, το εκτεταμένο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στις μελέτες, από τις οποίες δειγματοληπτικά αναφέρω την «Μελέτη εις την Τρικυμία» του Σαίξπηρ, «Πόθεν η μυστικοφοβία του κ. Σπ. Ζαμπελίου», «Απάντησις ενός τσαγκαρόπουλου εις την επιστολήν του Αρ. Βαλαωρίτου, «μελέτη εις τον Αμλέτον», «Κριτική των ειδώλων του Εμμ. Ροΐδη», «Περί γλώσσης», «Νεκρολόγημα στο θάνατο του Σολωμού», και άλλα ειδικού και μεγάλου ενδιαφέροντος κείμενα. Επίσης συμπεριλαμβάνεται το «Παράστημα» Ι, με τα «Περί των εν Κερκύρα εκπαιδευτηρίων» και «Τα πανεπιστημιακά» και το «Παράρτημα» ΙΙ, με κείμενα του Κωστή Παλαμά, του Γεώργιου Καλοσγούρου, Γεράσιμου Μαρκορά, Λορέντσου Μαβίλη, το «Πρόγραμμα της τελετής της Εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου», «Ο ανδριάς του ιερομάρτυρος Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄» και άλλα επίσης πολύ σημαντικά.

Στα διεξοδικώς καταγεγραμμένα από τον Πυλαρινό βιογραφικά στοιχεία διαβάζουμε ότι ο Πολυλάς είχε βυζαντινές ρίζες. Οι πρόγονοί του ήταν ευγενικής καταγωγής, που ήρθαν μετά την Άλωση από την Κωνσταντινούπολη στην Κέρκυρα. Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Σπυρίδων Μάρκου Πολυλάς και μητέρα του η κόρη του κόμη Νικολάου Βούλγαρη, γυναίκα με παιδεία και μουσική καλλιέργεια. Γεννήθηκε το 1825 και πέθανε το 1896. Το 1834 γνώρισε τον Σολωμό, με τον οποίο η οικογένεια είχε φιλικές σχέσεις. Γνώριζε την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα, την ιταλική, γαλλική, αγγλική και γερμανική, η οποία καθόρισε και την ιδεολογική του συγκρότηση. Το 1855 ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και τη μετάφραση της Τρικυμίας του Σαίξπηρ, το 1859 αναδείχτηκε το κριτικό του πνεύμα με τα «Προλεγόμενα» στα Ευρισκόμενα του Σολωμού. Ο Πολυλάς υπήρξε μαχητικός δημοσιογράφος με στόχο την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, μετριοπαθής ενωτικός, βουλευτής, αρχικά, με το κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη, συγγραφέας τριών διηγημάτων, το 1875-1881 προχώρησε στην τμηματική έκδοση της μετάφρασης της Οδύσσειας και το 1882 στη μετάφραση της Ιλιάδας. Θεωρήθηκε «απόστολος» του εθνικού ποιητή, στον κύκλο του οποίου ανατράφηκε.

Ο Πυλαρινός διακρίνει τρεις άξονες στο έργο του Πολυλά: α) προβολή του σολωμικού έργου και ιδεώδους. β) μετριοπαθής στάση στο γλωσσικό. γ) μεταφραστική παραγωγή, τεκμηριωμένη και με θεωρητικά κείμενα. Στα κείμενα του, τονίζει ο καθηγητής, αντικατοπτρίζεται η «πολύπλευρη προσωπικότητά του», της οποίας κύρια μέριμνα ήταν η «ευρεία μετάδοση του πολιτιστικού αγαθού», πράγμα που επεχείρησε μέσα από τα άρθρα του στον τύπο και τις λαϊκές διδασκαλίες του στο σύλλογο «Αναγέννησις». Ήταν σημαντική η παρέμβασή του στη διαμόρφωση της κοινής νεοελληνικής γλώσσας, αποφεύγοντας τις υπερβολές και τον εριστικό τρόπο» του Ψυχάρη. Γενικώς, έχαιρε μεγίστης εκτιμήσεως από τους συγχρόνους του για τη «λατρεία της ιδέας», για τη «φιλολογική του θέση», για «όλο το πλάτος της ενέργειάς του, και ’ς την πολιτική και ιδιωτική ζωή του».

Στα γνωρίσματα της Επτανησιακής Σχολής, λέει ο Πυλαρινός, είναι και η μεταφορά στην ελληνική γλώσσα ευρωπαϊκών έργων (όπως και η Τρικυμία του Σαίξπηρ που ήδη αναφέραμε), για εκπαιδευτικό σκοπό και για την καλλιέργεια της δημοτικής γλώσσας. Το αυτό και η μεταγλώττιση στα νέα ελληνικά κλασικών έργων της αρχαιότητας. Τα «Προλεγόμενα», αξιολογεί ο Πυλαρινός, ότι «λειτούργησαν ως έργο κλειδί» που «συνιστά ένα από σημαντικότερα κριτικά κείμενα του 19ου αιώνα», γιατί πέραν των άλλων (διάσωση, ερμηνεία και διάδοση του σολωμικού έργου, σοφές απόψεις, έγκυρο βιογραφικό υλικό, ψυχογραφική εικόνα του ποιητή) διέγραψε τις προοπτικές και της μετέπειτα πορείας της νεοελληνικής κριτικής. Η αντοχή της στο χρόνο, παρά τις πολλές μελέτες που γράφτηκαν στη συνέχεια, μαρτυρεί την αξία της.

Η «Εισαγωγή» του Πυλαρινού, μελέτημα ενδελεχούς έρευνας, περιλαμβάνει στοιχεία της προσωπικότητας του Πολυλά συνδυασμένα με την προσωπικότητα του Σολωμού, τη μελέτη της γλώσσας, τις οικογενειακές περιπέτειες και την περίφημη δίκη, τα «ημιτελή έργα» του Σολωμού, τη σχέση του ποιητή με τη φύση, την ενασχόλησή του με τη φιλοσοφία. Ο Πολυλάς, θα «επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στον ιδεαλισμό του Σολωμού» και στην υψηλή ιδέα του «ότι η ψυχή του αληθινού ποιήματος πρέπει να είναι η νίκη του λόγου απάνου εις την δύναμι των αισθήσεων». Θα ασχοληθεί με την «ωραιότητα της μορφής», τις «στιχουργικές καινοτομίες», την επιλογή του ανομοιοκατάληκτου στίχου. Και επειδή βρίσκεται κοντά στον ποιητή γνωρίζει και την «κατιούσα διαδρομή» σώματος και πνεύματος. Οι καταγραφές του για το θάνατο του ποιητή διακρίνονταν από «λιτότητα, σοβαρότητα και σεβασμό, αποφεύγοντας εγκώμια, επαίνους και αγιοποιήσεις».

Ακολουθούν οι άλλες μελέτες με εξαιρετικό ενδιαφέρον επίσης, καθώς και τα κείμενα του Παλαμά και του Καλοσγούρου, τα ποιήματα του Παλαμά, του Μαρκορά και του Μαβίλη για τον Πολυλά, σατιρικά ποιήματα, φωτογραφικό παράρτημα με το εξώφυλλο των Ευρισκομένων και των εφημερίδων: Η Αναγέννησις, Ο Κώδων και Ρήγας Φεραίος.

Ο αναγνώστης, διατρέχοντας τις σελίδες του βιβλίου έχει την αίσθηση ότι ο Πυλαρινός κάνει για τον Πολυλά αυτό που κάνει ο Πολυλάς για τον Σολωμό. Σαν να έχει από εκείνον παραλάβει τη σκυτάλη στη γέννηση αυτού του πολλαπλά σημαντικού βιβλίου, για τη φιλολογική έρευνα και για τον μελετητή, κατ’ επάγγελμα ή «ερασιτέχνη», με τη σημασία που ο ίδιος ο Πολυλάς έδινε στη λέξη.

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

JULIAN RACHLINΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΔΩΜΑΤΙΟΥ | MOZART MENDELSSOHN ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Έναν μεγάλο βιολονίστα, τον Λιθουανό Julian Rachline, γεννημένο το 1974, παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, σε ένα άκρως απαιτητικό και εντυπωσιακό πρόγραμμα, με την Αγγλική Ορχήστρα Δωματίου, που οι ερμηνείες της αγγίζουν την τελειότητα. Ο Rachline, με μια λαμπερή καριέρα ανά τον κόσμο, έχει συνεργαστεί με τους σημαντικότερους μαέστρους της Ευρώπης και της Αμερικής. Το 1988 κερδίζει τον τίτλο του «Eurovision Yang Musician of the Year» και καλείται να παίξει στο Φεστιβάλ του Βερολίνου υπό τον Lorin Maazel. Καλείται επίσης από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης υπό τον Ricardo Muti, και είναι ο νεότερος βιολονίστας που συμπράττει, ως παιδί θαύμα, με αυτή την Ορχήστρα. Ο Rachline παίζει, εξίσου, θαυμάσια Βιόλα, και, ως αρχιμουσικός διευθύνει, εδώ και δώδεκα χρόνια, το Φεστιβάλ Julian Rachline and friend που εδρεύει στο Ντουμπρόβνικ. Η συναυλία ξεκίνησε με την αριστουργηματική Εισαγωγή από την Όπερα του Mozart, «Οι γάμοι του Φίγκαρο», με τον Βιολονίστα στο πόντιουμ, σε μια ερμηνεία σπάνιας καθαρότητας και ρυθμικής ακρίβειας που ανέδειξε το λαμπερό, ανεξάρτητο, μοτσάρτειο πνεύμα, την ευφυΐα, τη χάρη και την αίσθηση των κωμικών καταστάσεων, αποτυπωμένων ανάγλυφα στη σύνθεση.
Στη συνέχεια, ένα από τα πιο δημοφιλή ρομαντικά κοντσέρτα όλων των εποχών, το Κονσέρτο για Βιολί και Ορχήστρα σε μι ελάσσονα έργο 64, του Felix Mendelssohn Barhtoldy [1809-1847], πλούσιο σε περιεχόμενο, καθήλωσε το κοινό, με τον Rachline σε μια εντυπωσιακή ερμηνεία, να διευθύνει και την ορχήστρα. Ο Mendelssohn, γόνος διακεκριμένων Εβραίων τραπεζιτών, εγγονός του φιλοσόφου του Διαφωτισμού Moses Mendelssohn, έλαβε άριστη παιδεία. Παιδί θαύμα συνδέθηκε από τα εννιά του χρόνια με το μεγάλο Γερμανό ποιητή και φιλόσοφο Goethe. Πολυσχιδής προσωπικότητα, ουμανιστής, άριστος πιανίστας, μαέστρος, οργανίστας, συνθέτης, βαθύς γνώστης της λογοτεχνίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ποίηση και τη φιλοσοφία, ζωγράφος και σπουδαίος ερευνητής. Ήταν αυτός που βυθίστηκε στον κρυφό πυρήνα του αριστουργηματικού Ορατορίου του Bach, τα Κατά Ματθαίον Πάθη, το έφερε στο φως, 79 χρόνια μετά το θάνατό του μεγάλου Κάντορα και το παρουσίασε δύο φορές, στις 11 και 21 Μαρτίου του 1829 στο Βερολίνο, χρησιμοποιώντας χορωδία τετρακοσίων ατόμων και μεγάλη ορχήστρα.
Το Κοντσέρτο για βιολί το ολοκλήρωσε ο Mendelssohn, τον Σεπτέμβρη του 1844, με τις συμβουλές, στα θέματα τεχνικής του βιολιού, του φίλου του Ferdinand David, σπουδαίου βιολονίστα της εποχής και Concertmaster της Ορχήστρας Gewandhaus της Λειψίας, ο οποίος και το ερμήνευσε στις 15 Μαρτίου του 1845. Θεωρείται το σημαντικότερο κοντσέρτο, μετά από το μοναδικό Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα σε ρε μείζονα έργο 61 του Beethoven, γραμμένο το 1806, που παρέμεινε κι αυτό στην αφάνεια ως το 1844, όταν ο Mendelssohn, το διηύθυνε σε μια θριαμβευτική συναυλία, με σολίστ του βιολιού τον δεκατετράχρονο τότε Josef Joachim και έκτοτε είναι σημείο αναφοράς. Πολλές είναι οι καινοτομίες του Mendelssohn, όπως, η είσοδος του βιολιού από την αρχή, η αναγγελία του πρώτου θέματος της σύνθεσης από τον σολίστ και στη συνέχεια από την Ορχήστρα, η εκτέλεση των τριών μερών του έργου χωρίς τη μεσολάβηση παύσης. Στο κυρίως θέμα, ο βιολονίστας, σε μία συγκλονιστική, ελεγειακή ερμηνεία, πέρα από τη διάνοια, ανέσυρε μνήμες μπετοβενικές, παραπέμποντας στις απαρχές της έμπνευσης. Ο διάλογος του βιολιού με τα ξύλινα πνευστά της ορχήστρας, φάνταζε ονειρικός, ενώ οι συγχορδίες προσέδιδαν δραματικότητα στη σύνθεση με αποκορύφωμα την δεξιοτεχνική Cadenza. Ο λυρισμός, οι εκφράσεις αγωνίας, αλλά και η βαθιά αίσθηση στοχαστικής γαλήνης, βύθισαν τον ακροατή σε περισυλλογή, η οποία εντάθηκε από το μεγαλειώδες εμβατήριο, ερμηνευμένο εξαίσια, από τον δεινό δεξιοτέχνη με το μαγικό του Stradivari τού 1704 και την ασύγκριτη Αγγλική Ορχήστρα δωματίου, ενώ στην coda ανεδείχθησαν μέσα από τη φωτεινότητα του παιξίματος όλες οι σημαίνουσες αντιθέσεις της σύνθεσης.
Κατά την περιήγησή του στην Ευρώπη, από το 1829 ώς το 1831, ο Mendelssohn εμπνεύστηκε τη Συμφωνία αρ. 4, έργο 90, «Ιταλική», την Τρίτη, τη Σκωτική, και την εισαγωγή, The Hebrides. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Ιταλία εμπνέεται και σχεδιάζει τα πρώτα μέρη της Τετάρτης Συμφωνίας, την οποία θα ολοκληρώσει στο Βερολίνο στις 13 Μαρτίου του 1833. Η πρεμιέρα του έργου έγινε δύο μήνες αργότερα, στις 13 Μαΐου στο Λονδίνο υπό την μπαγκέτα του συνθέτη. Η τεράστια επιτυχία αυτής της συμφωνίας και η μεγάλη δημοτικότητα του Mendelssohn επηρέασαν τα μουσικά δρώμενα της Αγγλίας. Ο ίδιος όμως δεν ήταν ικανοποιημένος και αναθεώρησε το έργο του το 1834. Δημοσιεύτηκε τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του, το 1851 για τούτο και έχει τον αριθμό 4, ενώ στην πραγματικότητα είναι η Τρίτη Συμφωνία του.

Το άνοιγμα της σύνθεσης με τα εκπληκτικά Κόρνα, δίδει και το στίγμα της ερμηνείας του βιρτουόζου Αρχιμουσικού και των επίσης βιρτουόζων μελών της Αγγλικής Ορχήστρας Δωματίου. Με έξοχο Tempo, ενάργεια, ακρίβεια και με διαφαινόμενη λατρεία στη μουσική, αφηγούνται την υπέρτατη χαρά της ζωής, όπως ο συνθέτης τη συνέλαβε, για να ακολουθήσει το θρησκευτικό συναίσθημα που ο ίδιος βίωσε στη Νάπολη. Εμφανής η αντίθεση του φωτεινού πορτραίτου, με το σκοτεινό και ομιχλώδες της Σκωτικής Συμφωνίας, όπως αποδόθηκε από την ωραία ερμηνεία. Στο μενουέτο, τα Γαλλικά Κόρνα παρουσιάζουν ένα τρίο, ενώ στο φινάλε ακούστηκε, σαν θαύμα, ο ενσωματωμένος Ρωμαϊκός χορός Saltarello και η Ναπολιτάνικη Tarantella, με τα έντονα χρώματα και την ατμόσφαιρα της Ιταλίας. Το πηγαίο απαστράπτον πνεύμα του Νότου, βρήκε τους ιδανικούς ερμηνευτές του.
Οι εξαίσιες ερμηνείες των έργων από τον Julian Rachlin και την Αγγλική Ορχήστρα Δωματίου, ανέδειξαν την αρχιτεκτονική δομή, τον τρόπο ανάπτυξης των ρομαντικών και λυρικών στοιχείων, με αποκορύφωμα την έκφραση της εσωτερικότητας και τη διάχυτη ποιητικότητα που τους δίδουν μία ξέχωρη θέση στην αιωνιότητα!
Ας επισημάνουμε εδώ, ότι κάτι κοινό συνδέει τους δύο μεγάλους συνθέτες με τον ερμηνευτή τους, το «παιδί θαύμα» που κρύβουν και οι τρεις μέσα τους. 
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email