© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Απόπειρα για ένα πορτραίτο του Ανδρέα Κάλβου

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Βλάσσης Τρεχλής
Ανδρέας Κάλβος, Το χαμένο πορτραίτο
Μυθιστόρημα
Εκδ. Κέδρος, 2014

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία του Ανδρέα Κάλβου», μεταξύ άλλων, γράφει: «Κοίταζα για χιλιοστή φορά τον άνθρωπο έτσι καθώς μας τον είχανε παραδώσει σχολιαστές και βιογράφοι του… Ένας γέροντας μικροκαμωμένος και φαλακρός, με μύτη μεγάλη και ρούχα κατάμαυρα στεκότανε μπροστά μου… Να το, αυτό είναι, τελειωμένο μπροστά μου, το πορτραίτο του Ζακυνθίου. Μα γιατί … γιατί λοιπόν μα μη μείνω ικανοποιημένος;». Και συνεχίζει: «Δεν δυσκολεύομαι διόλου να μακρύνω από το μαυροφορεμένο γεροντάκι, για να δω μπροστά μου έναν νέο ζωηρόν και αντάρτη, γεμάτο από ελπίδες  συγκεκριμένες και έρωτα για ζωή».  Με μια αντίφαση ο νεότερος ποιητής ολοκληρώνει το «πορτρέτο» του παλαιότερου, κοιτάζοντας συγχρόνως τον βόρειο και νότιο πόλο των περιγραφών. Και αφήνοντας το μαυροφορεμένο γεροντάκι στο φόντο, ζωντανεύει μπροστά μας τον νέο ζωηρόν αντάρτη άντρα. Φυσικά ο Ελύτης ολοκληρώνει  το πορτρέτο της προσωπικότητας του Κάλβου  ανθρώπου, ενώ αίνιγμα άλυτο θα παραμένει πάντα η εικόνα του· το κενό που υπάρχει στην φιλολογική μας ιστορία, η εύλογη απορία: πώς ήταν; Διάφοροι προσωπογράφοι θα επιχειρήσουν να το ανασυστήσουν με τη φαντασία τους. Μια φαντασία που εκκινεί από τις πάμπολλες πληροφορίες για τον μεγάλο Ζακύνθιο ποιητή, που δε μας άφησε κανένα πορτραίτο.

Αυτό το πορτρέτο γίνεται αφορμή για το παρόν βιβλίο με τον τίτλο Ανδρέας Κάλβος, Το χαμένο πορτραίτο, στο οποίο η φαντασία του συγγραφέα Βλάσση Τρεχλή θα επιχειρήσει να γεμίσει τα κενά της ιστορίας, γοητευτικά «αυθαιρετώντας». Έβαλα τη μετοχή σε εισαγωγικά γιατί η παρατιθέμενη βιβλιογραφία και οι σημειώσεις δείχνουν πως ο Τρεχλής ανέτρεξε στα κείμενα και στις μελέτες, σε όποια πληροφορία μπόρεσε να συλλέξει για τον ποιητή, για να καταφέρει να σκιαγραφήσει το ελλείπον από το υπερπλεονάζον  του ορμητικού χαρακτήρα του  επαναστάτη, ποιητή. Κι  όμως το ελλείπον, το πρόσωπο, η απουσία και μόνο της εικόνας είναι το μεγάλο κέντρισμά του. Ας τα ξέρουμε όλα τα άλλα. Αυτό που λείπει είναι πολύ σημαντικό. Σαν να μην υπήρξε ο άνθρωπος που όμως υπήρξε. Και έγραψε και πολέμησε και αναμείχτηκε σε επαναστατικές οργανώσεις και ήταν καρμπονάρος και είχε φάκελο στην ασφάλεια, και τον παρακολουθούσαν παντού, όπου πήγαινε. Τρομοκράτης της εποχής του.  Με ποιο πρόσωπο; Πώς ήταν; Πώς μπορούμε να λέμε τόσα γι αυτόν χωρίς να ξέρουμε κάτι για τη μορφή του. Η μορφή είναι ο άνθρωπος. Και αυτή η μορφή έχει σώμα,  σάρκα και αίμα και οστά, πνεύμα και ψυχή, κίνηση και ήχο. Εδώ, ο κάθε αρχαίος ή βυζαντινός έχει το εικαστικό του αποτύπωμα, υπάρχει στη μνήμη μας μέσα από τη μορφή του, ακόμα και φανταστική. Και οι ανύπαρκτοι θεοί στον Όλυμπο είχαν το πρόσωπό τους. Και ο Ιησούς έχει όσα και οι απεικονίσεις του. Επομένως, αναζητώντας το χαμένο πορτρέτο φυσιολογικά αναζητούμε εκείνο το κάτι του ανθρώπου πίσω από τις πράξεις του.

Το βιβλίο του Τρεχλή είναι μια βιογραφία, βεβαίως, μυθιστορηματικά γραμμένη. Ωραία και πλήρης στο χώρο και στο χρόνο τοποθετημένη, με όλα τα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα της εποχής, τις καλλιτεχνικές πληροφορίες, τα πρόσωπα, τη δράση.

Ο Κάλβος, λοιπόν, γεννήθηκε το 1792 στη Ζάκυνθο, τέσσερα χρόνια μετά τον Ούγο Φώσκολο και έξι πριν από τον Διονύσιο Σολωμό, ομότεχνοι και συμπατριώτες και οι τρεις. Με τον Ούγο μάλιστα έχει πολλά κοινά, πέραν της κοινής καταγωγής. Ήταν είκοσι χρόνων, όταν τον συνάντησε και μπήκε στην υπηρεσία του. Γοητεύτηκε από την προσωπικότητά του, έγινε ο εξ απορρήτων του. Θυελλώδης η σχέση και δραματική η κατάληξή της. Δύσκολοι άνθρωποι και οι δύο. Αλλά και η ζωή του Κάλβου θυελλώδης και αυτή. Ανθρώπινες σχέσεις δύσκολες, ερωτικές  άγονες, πολιτικές επικίνδυνες, καυγάδες, διαφωνίες, παραιτήσεις  συνθέτουν ένα curriculum vitae γεμάτος εκπλήξεις. Και σε μια εποχή που τα ταξίδια είναι ακόμα πολύ δύσκολα ο Κάλβος μετακινείται συνεχώς. Από τη Ζάκυνθο στη Φλωρεντία, από εκεί στην Ελβετία, στη Γαλλία, στην Αγγλία, πίσω στην Ελλάδα – στην Κέρκυρα, στην Ύδρα, στο Ναύπλιο - και πάλι πέρα, στην Αγγλία. Πορεία τεθλασμένη, όπως και οι σχέσεις  και τα συναισθήματα. Ωστόσο, πλούσια σε ουσία. Μοτίβο του η Ποίηση και η επανάσταση, κάτι που θα επαναλάβει στα χρόνια μας ο Γιάννης  Ρίτσος με ελαφρά παραλλαγή «έρωτας και επανάσταση». Ο καρπός του έρωτα για τον Κάλβο δεν ευδοκίμησε, ενώ για τον Φώσκολο, πάτρωνα, ευεργέτη, δάσκαλο, μέντορά του, όπως και για πολλούς άλλους μεγάλους ρομαντικούς, απέδωσε πλούσια συγκομιδή.
 
Ο Κάλβος ήταν ένα νέο και συνεσταλμένο παιδί όταν τον γνώρισε ο Φώσκολος στη Φλωρεντία το 1812. Το 1816 όμως όταν τον ξανασυνάντησε στη Ζυρίχη, «είχε πάνω του μια ωριμότητα που υπερέβαινε την ηλικία του, μια ωριμότητα που βρισκόταν έντονα αποτυπωμένη στο βλέμμα του». Αλλά επειδή και εκεί, όπως και στη Φλωρεντία «μυρίζει μπαρούτι» και τα πράγματα γίνονται δύσκολα, οι δύο φίλοι, συμπατριώτες, συνεργάτες φεύγουν για το Λονδίνο. Οι περιγραφές στο κεφάλαιο «Στο Σόχο» θυμίζουν Ντίκενς. Πέρα από τη φτώχια και τη δυστυχία, «τους ζητιάνους, τις πόρνες, τους μεθύστακες», ήταν και «Όλες οι αποχρώσεις του γκρίζου … Μα το χειρότερο δεν ήταν το χρώμα της πόλης. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν η καρβουνόσκονη που ταξίδευε μαζί με την ομίχλη και καθόταν σε κάθε επιφάνεια, είτε αυτή ήταν τα θολά τζάμια των σπιτιών, είτε τα άρρωστα πνευμόνια των ανθρώπων, είτε το μυαλό τους. Για κάποιον που ερχόταν από τη μεσογειακή και φωτεινή Ιταλία, ήταν σαν να επισκεπτόταν την Κόλαση». Και κόλαση έγινε η ζωή και των δύο, λόγω των οικονομικών δυσκολιών του Φώσκολου,  της επιδείνωσης της υγείας του, του κακότροπου χαρακτήρα του, των υπερβολικών απαιτήσεων και παράλογων αξιώσεων που είχε από τον Κάλβο και όλα μαζί έγιναν αιτία να χωρίσουν οριστικά το 1817. Από τότε και έπειτα ο Κάλβος θα ελευθερωθεί και θα ανοίξει τα φτερά του. Θα περιπλανηθεί στην Ευρώπη, θα  επιχειρήσει να φτιάξει και τη ζωή του, αλλά θα σταθεί κακότυχος·  θα παντρευτεί, αλλά  θα χάσει τη γυναίκα του και λίγο μετά την κόρη του. Πολύ αργότερα, το 1853,  θα ξαναπαντρευτεί τη  Σαρλότ Ουάνταμς, που ήρθε στην Κέρκυρα  για να διευθύνει ένα αγγλικό σχολείο για κορίτσια και θα ξαναφύγει μαζί της, για να δουλέψουν μαζί ως δάσκαλοι  στην Αγγλία.

 Όμως ήδη από το 1824 έχει εκδώσει στη Γενεύη την πρώτη του συλλογή με τον τίτλο Λύρα και το 1826 στο Παρίσι τη δεύτερη, με τίτλο τον Λυρικά. Έκτοτε είναι καθηγητής είτε στην Ιόνιο Ακαδημία είτε στην Αγγλία, όπου, όπως και ο Φώσκολος, τηλόθι Ελλάδος, μακράν εις ξένην γην εύρε τον τάφον, το 1869 σε ηλικία εβδομήντα εφτά ετών. Εν τω μεταξύ έχει πεθάνει και ο Φώσκολος, στις 10 Σεπτεμβρίου του 1827, σε ηλικία σαράντα εννέα ετών. Το 1870 ο Δε Βιάζης εκδίδει τα ποιήματα του Κάλβου μαζί με την βιογραφία του, πράγμα που είχε  επιχειρηθεί και το 1864 αλλά είχε εμποδιστεί από τον Πολυλά. Το 1888 πεθαίνει και η Σάρλοτ και το 1889 ο Παλαμάς στον Παρνασσό μιλά για την ποίηση του στο αθηναϊκό κοινό. Είναι μία συναρπαστική ζωή, γεμάτη περιπέτειες, πολλές πολύ δυσάρεστες αλλά από εκείνες που ωριμάζουν τον άνθρωπο και χαλυβδώνουν τον χαρακτήρα. Και η αφήγηση αφού κάνει τον κύκλο της θα ενώσει το κεφάλι με την ουρά και θα τελειώσει με το κεφάλαιο που άρχισε, το πορτρέτο που θα φιλοτεχνήσει ο κ. Χάουαρντ  με την απρόσμενη έκπληξη: Το πορτρέτο χάνεται μυστηριωδώς την ημέρα του θανάτου του Κάλβου.

Στις 3 Νοεμβρίου 1869, με παρόντα τον πρέσβη Πέτρο Βράιλα-Αρμένη και μερικούς ακόμα ανθρώπους της πρεσβείας η υγρή γη του Λάουθ δίνει τάφο στο σώμα του ποιητή. Η επιθυμία του, να μη του δώσει η μοίρα του «εις ξένην γην τον τάφον» διότι  «είναι γλυκύς ο θάνατος/μόνον όταν  κοιμώμεθα εις την πατρίδα» δεν εισακούστηκε, αλλά και δεν ξεχάστηκε. Το 1960, ένα  άλλος πρέσβης και ποιητής, ο Γιώργος Σεφέρης, παραστάθηκε στη μεταφορά των οστών του, καθώς και της συζύγου, στην Ζάκυνθο, όπου αναπαύεται πλάι στον άλλο μεγάλο του νησιού, τον εθνικό ποιητή Διονύσιο Σολωμό, που δεν συνάντησε ποτέ στη ζωή του. Αλλά και ο τρίτος μεγάλος που, στο πρώτο μέρος του βιβλίου, είναι δραστικά πανταχού παρών, ο Ούγος Φώσκολος, αναπαύεται στη Σάντα Κρότσε, πλάι σε άλλους επιφανείς, όπως ο Δάντης, με τον τίτλο του εθνικού ποιητή της Ιταλίας.  Ωστόσο και η Βουλή των Ελλήνων, στις 9 Ιουλίου του 2011 τον αναγόρευσε επίσης εθνικό ποιητή. 

Ο συγγραφέας του βιβλίου δεν κρύβει την αγάπη του για τον  Κάλβο, ούτε και τις ιδιορρυθμίες του χαρακτήρα του, που είναι ομολογημένο ότι είχε, ίσως και να  ωραιοποιεί καταστάσεις, συγχωρητέον, γράφει σαν αφηγητής-θεός, τα ξέρει όλα, ακόμα και τις μύχιες σκέψεις των ηρώων του, στήνει ωραία τα σκηνικά του, ζωντανεύει με τους διαλόγους του την εποχή, περιγράφει εσωτερικά σπιτιών, ρούχα αρχόντων, ράφια με βιβλία, χαρτιά και μελάνια, αναπλάθει και συμπληρώνει τα κενά, σαν να μην  υπήρξαν ποτέ. Θα έλεγα πως αυτή η βιογραφία έχει όλα τα απαιτούμενα συστατικά για να γίνει και μια καλή κινηματογραφική ταινία.

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΤΑΦΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟ] (στα ελληνικά και αγγλικά)


ΟΜΙΛΙΑ 
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ κ. κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ 
ΠΡΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΤΑΦΟΥ 
(25 Μαΐου 2014)
«Μή φοβεῖσθε ὑμεῖς∙ οἶδα γάρ ὅτι Ἰησοῦς τόν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε∙ οὐκ ἔστιν ὧδε∙ ἠγέρθη γάρ καθώς εἶπε∙ δεῦτε ἴδετε τόν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος» (Ματθ. 28, 5-6) 
Ἁγιώτατε καί προσφιλέστατε ἐν Χριστῷ ἀδελφέ Πάπα Ρώμης κύριε Φραγκῖσκε, 
Μακαριώτατε Πατριάρχα τῆς Ἁγίας Πόλεως Ἱερουσαλήμ, λίαν ἀγαπητέ ἐν Κυρίῳ ἀδελφέ καί συλλειτουργέ, 
Σεβασμιώτατοι, 
Ἐξοχώτατοι καί αἰδεσιμώτατοι ἐκπρόσωποι τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί ὁμολογιῶν, 
Ἀγαπητοί ἀδελφοί, 
Μετά δέους, συγκινήσεως καί εὐλαβείας ἱστάμενοι πρό τοῦ τόπου «ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος», τοῦ ζωοδόχου Μηνύματος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀνέτειλεν ἡ ζωή, δοξολογοῦμεν τόν πανοικτίρμονα Θεόν, τόν καταξιώσαντα ἡμᾶς τούς ἀναξίους δούλους Του τῆς ὑψίστης εὐλογίας, ἵνα γινώμεθα προσκυνηταί τοῦ τόπου, ὅπου ἐτελεσιουργήθη τό μυστήριον τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. «Ὡς φοβερός ὁ τόπος οὗτος! Οὐκ ἔστι τοῦτο, ἀλλ᾿ ἤ οἶκος Θεοῦ, καί αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ» (Γεν. 28,17). 
Ἐλθόντες ὡς αἱ μυροφόροι γυναῖκες τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων «θεωρῆσαι τόν τάφον» (Ματθ. 28,1), ἀκούομεν καί ἡμεῖς, ὡς ἐκεῖναι, τήν ἀγγελικήν προτροπήν: «μή φοβεῖσθε». Ἀποβάλετε ἀπό τῶν καρδιῶν ὑμῶν πάντα φόβον, μή δειλιᾶτε, μή ἀπελπίζεσθε. Ὁ Τάφος οὗτος ἐκπέμπει μηνύματα θάρρους, ἐλπίδος καί ζωῆς. 
Πρῶτον καί μέγιστον μήνυμα ἐκ τοῦ κενοῦ αὐτοῦ Μνημείου εἶναι ὅτι ὁ θάνατος, ὁ «ἔσχατος αὐτός ἐχθρός» μας (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 26), ἡ πηγή ὅλων τῶν φόβων καί τῶν παθῶν, ἐνικήθη∙ δέν ἔχει πλέον τόν τελευταῖον λόγον εἰς τήν ζωήν μας. Ἐνικήθη ἀπό τήν ἀγάπην, ἀπό Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ἐδέχθη ἑκουσίως νά τόν ὑποστῇ χάριν τῶν ἄλλων. Κάθε θάνατος χάριν τῆς ἀγάπης, χάριν τοῦ ἄλλου, μεταβάλλεται εἰς ζωήν, ζωήν αἰώνιον, ζωήν ἀληθινήν. «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας, καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». 
Μή φοβεῖσθε, λοιπόν, τόν θάνατον, ἀλλ᾿ οὔτε καί τό κακόν ὁποιανδήποτε μορφήν καί ἄν ἔχῃ τοῦτο εἰς τήν ζωήν μας. Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ συνεκέντρωσεν ἐπάνω Του ὅλα τά βέλη τοῦ κακοῦ: τό μῖσος, τήν βίαν, τήν ἀδικίαν, τόν πόνον, τήν ταπείνωσιν – ὅλα ὅσα ὑφίστανται οἱ πτωχοί, οἱ ἀδύναμοι, οἱ καταπιεζόμενοι, οἱ ἀδικούμενοι, οἱ περιθωριοποιούμενοι καί ταπεινούμενοι εἰς τόν κόσμον. Ἀλλά, βεβαιωθεῖτε ὅλοι οἱ ἐσταυρωμένοι τῆς ζωῆς αὐτῆς, ὅτι, ὅπως συνέβη εἰς τήν περίπτωσιν τοῦ Χριστοῦ, τόν Σταυρόν ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνάστασις∙ ὅτι τό μῖσος, ἡ βία καί ἡ ἀδικία δέν ἔχουν μέλλον∙ ὅτι τό μέλλον ἀνήκει εἰς τήν δικαιοσύνην, τήν ἀγάπην καί τήν ζωήν. Καί ἐργασθεῖτε πρός τοῦτο δι᾿ ὅλων τῶν δυνάμεών σας ἐν ἀγάπῃ, πίστει καί ὑπομονῇ. 
Ἀλλ᾿ ἐκπέμπει καί ἄλλο μήνυμα ὁ πάνσεπτος οὗτος Τάφος, πρό τοῦ ὁποίου ἱστάμεθα τήν στιγμήν αὐτήν. Εἶναι ὅτι ἡ ἱστορία δέν προγραμματίζεται∙ ὅτι τόν τελευταῖον λόγον εἰς αὐτήν δέν τόν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ὁ Θεός. Μάτην ἐφύλαξε τόν Τάφον τοῦτον ἡ κουστωδία τῆς κοσμικῆς ἰσχύος. Μάτην ἐτοποθέτησε λίθον μέγαν σφόδρα ἐπί τήν θύραν τοῦ Μνημείου, ὥστε νά μή δύναται οὐδείς νά τόν μετακυλίσῃ. Μάταιοι εἶναι οἱ μακρυχρόνιοι σχεδιασμοί τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς – ὅλα ὑπόκεινται ἐν τέλει εἰς τήν κρίσιν καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κάθε προσπάθεια τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου νά διαμορφώσῃ μόνος του τό μέλλον του ἐρήμην τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ ματαιοπονίαν. 
Τέλος, ὁ πανίερος οὗτος Τάφος, μᾶς καλεῖ νά ἀποβάλωμεν ἕνα ἀκόμη φόβον, τόν πλέον ἴσως διαδεδομένον εἰς τόν σύγχρονον κόσμον μας: τόν φόβον τοῦ ἄλλου, τοῦ διαφορετικοῦ, τοῦ ἀλλοπίστου, τοῦ ἀλλοθρήσκου, τοῦ ἑτεροδόξου. Αἱ φυλετικαί καί κάθε εἴδους διακρίσεις ἐπικρατοῦν ἀκόμη εἰς πολλάς συγχρόνους κοινωνίας μας καί, τό χειρότερον ὅλων, διαπερνοῦν πολλάκις καί αὐτόν τόν θρησκευτικόν βίον τῶν ἀνθρώπων. Ὁ θρησκευτικός φανατισμός ἀπειλεῖ ἤδη τήν εἰρήνην εἰς πολλάς περιοχάς τῆς γῆς, ὅπου καί αὐτό τοῦτο τό δῶρον τῆς ζωῆς θυσιάζεται εἰς τόν βωμόν τῆς μισαλλοδοξίας. Ἐνώπιον τῆς καταστάσεως αὐτῆς τό μήνυμα τοῦ ζωοδόχου Τάφου εἶναι ἐπεῖγον καί σαφές: ἀγαπήσατε τόν ἄλλον, τόν διαφορετικόν, τόν ἀλλόπιστον, τόν ἑτερόδοξον ὡς ἀδελφόν. Τό μῖσος ὁδηγεῖ εἰς τόν θάνατον, ἡ ἀγάπη «ἔξω βάλλει τόν φόβον» (Α’ Ἰω. 4, 18) καί ὁδηγεῖ εἰς τήν ζωήν. 
Ἀγαπητοί ἀδελφοί, 
Πρό πεντήκοντα ἐτῶν δύο μεγάλοι ἐκκλησιαστικοί ἡγέται, οἱ ἀοίδιμοι Πάπας Παῦλος Ϟ΄ καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἔξω ἔβαλον τόν φόβον, τόν φόβον ὁ ὁποῖος ἐπί μίαν χιλιετίαν ἐκράτει μακράν ἀπ᾿ ἀλλήλων, καί ἐνίοτε ἐναντίον ἀλλήλων, τάς δύο ἀρχαίας Ἐκκλησίας, τῆς Δύσεως καί τῆς Ἀνατολῆς, καί ἐπί τοῦ ἱεροῦ τούτου χώρου ἱστάμενοι ἀντήλλαξαν τόν φόβον μέ τήν ἀγάπην. Καί ἰδού ἡμεῖς, οἱ διάδοχοι αὐτῶν, τοῖς ἴχνεσιν αὐτῶν πορευόμενοι, τιμῶντες τήν ἡρωϊκήν αὐτῶν πρωτοβουλίαν, ἀνταλλάξαντες τόν ἀσπασμόν τῆς ἀγάπης, συνεχίζομεν τήν ὁδόν πρός πλήρη μετ᾿ ἀλλήλων κοινωνίαν ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ (Ἐφ. 4,15) «ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ» (Ἰω. 17,21) ὅτι οὐδείς ἄλλος δρόμος ὁδηγεῖ εἰς τήν ζωήν πλήν ἐκείνου τῆς ἀγάπης, τῆς καταλλαγῆς, τῆς εἰρήνης ἐν ἀληθείᾳ καί τῆς πιστότητος εἰς τήν Ἀλήθειαν. Αὐτόν τόν δρόμον καλοῦνται ὅλοι οἱ χριστιανοί νά ἀκολουθήσουν εἰς τάς μεταξύ των σχέσεις εἰς οἱανδήποτε ἐκκλησίαν ἤ ὁμολογίαν καί ἄν ἀνήκουν, διδόντες τό παράδειγμα πρός τόν λοιπόν κόσμον. Ὁ δρόμος αὐτός εἶναι ἴσως μακρύς καί δύσκολος, καί εἰς ὡρισμένους φαίνεται ἐνίοτε ἀδιέξοδος. Ἀλλ᾿ εἶναι ὁ μόνος δρόμος πού ὁδηγεῖ εἰς τήν ἐκπλήρωσιν τῆς βουλῆς τοῦ Κυρίου «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ἰωάν. 17,21). Μιᾶς βουλῆς, ἡ ὁποία τόν δρόμον τοῦτον ἤνοιξε καί διήνυσεν ὁ ἀρχηγός τῆς πίστεώς μας Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ σταυρωθείς καί ἀναστάς ἐπί τοῦ ἱεροῦ τούτου χώρου. Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 
«Ἀγαπητοί, ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὅτι ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστί» (Α΄ Ἰω. 4, 7 ).

Homily 
by Ecumenical Patriarch Bartholomew at the Joint Prayer Service 
(Holy Sepulcher, May 25, 2014)

"Do not be afraid; for I know that you seek Jesus who was crucified. He is not here; for he has risen, as He said. Come, see the place where the Lord lay." (Matt. 28.5-6)

Your Holiness and dearly beloved brother in Christ,
Your Beatitude Patriarch of the Holy City of Jerusalem, much loved brother and concelebrant in the Lord,
Your Eminences, Your Excellencies, and very reverend representatives of the Christian churches and confessions,
Esteemed brothers and sisters,

It is with awe, emotion and respect that we stand before "the place where the Lord lay," the life-giving tomb from which life emerged. And we offer glory to the all-merciful God, who rendered us, as His unworthy servants, worthy of this supreme blessing to become pilgrims in the place where the mystery of the world's salvation transpired. "How awesome is this place! This is none other than the house of God, and this is the gate of heaven." (Gen. 28.17)

We have come as the myrrh-bearing women, on the first day of the week, "to see the sepulcher" (Matt. 28.1), and we too, like they, hear the angelic exhortation: "Do not be afraid." Remove from your hearts every fear; do not hesitate; do not despair. This Tomb radiates messages of courage, hope and life.

The first and greatest message from this empty Sepulcher is that death, "this last enemy" of ours (see 1 Cor. 15.26), the source of all fears and passions, has been conquered; it no longer holds the final word in our life. It has been overcome by love, by Him, who voluntarily accepted to endure death for the sake of others. Every death for the sake of love, for the sake of another, is transformed into life, true life. "Christ is risen from the dead, by death trampling down death, and to those in the tombs He has granted life."

Do not, then, be afraid of death; but do not also be afraid of evil, despite any form that this might assume in our life. The Cross of Christ amassed all the arrows of evil: hatred, violence, injustice, pain, humiliation – everything that is suffered by the poor, the vulnerable, the oppressed, the exploited, the marginalized and the disgraced in our world. However, rest assured – all of you who are crucified in this life – that, just as in the case of Christ, the Cross is followed by the Resurrection; that hatred, violence and injustice have no prospect; and that the future belongs to justice, love and life. Therefore, you should work toward this end with all the resources that you have in love, faith and patience.

Nonetheless, there is another message that emanates from this venerable Tomb, before which we stand at this moment. This is the message that history cannot be programmed; that the ultimate word in history does not belong to man, but to God. In vain did the guards of secular power watch over this Tomb. In vain did they place a very large stone against the door of the Tomb, so that none could roll it away. In vain are the long-term strategies of the world's powerful – everything is eventually contingent upon the judgment and will of God. Every effort of contemporary humanity to shape its future alone and without God constitutes vain conceit.

Lastly, this sacred Tomb invites us to shed another fear that is perhaps the most prevalent in our modern age: namely, fear of the other, fear of the different, fear of the adherent of another faith, another religion, or another confession. Racial and all other forms of discrimination are still widespread in many of our contemporary societies; what is worst is that they frequently even permeate the religious life of people. Religious fanaticism already threatens peace in many regions of the globe, where the very gift of life is sacrificed on the altar of religious hatred. In the face of such conditions, the message of the life-giving Tomb is urgent and clear: love the other, the different other, the followers of other faiths and other confessions. Love them as your brothers and sisters. Hatred leads to death, while love "casts out fear" (1 John 4.18) and leads to life.

Dear friends,
Fifty years ago, two great church leaders, the late Pope Paul VI and Ecumenical Patriarch Athenagoras, cast out fear; they cast away from themselves the fear which had prevailed for a millennium, a fear which had kept the two ancient Churches, of the West and East, at a distance from one another, sometimes even setting them up against each other. Instead, as they stood before this sacred space, they exchanged fear with love. And so here we are, as their successors, following in their footsteps and honoring their heroic initiative. We have exchanged an embrace of love, even as we continue along the path toward full communion with one another in love and truth (Eph. 4.15) in order "that the world may believe" (John 17.21) that no other way leads to life except the way of love, reconciliation, genuine peace and fidelity to the Truth.

This is the way that all Christians are called to follow in their relations among themselves – whatever church or confession they belong to – thereby providing an example for the rest of the world. The way may be long and arduous; indeed, to some it may occasionally seem like an impasse. However, it is the only way that leads to the fulfillment of the Lord's will "that [His disciples] may be one." (John 17.21) It is this divine will that opened the way traveled by the leader of our faith, our Lord Jesus Christ, who was crucified and resurrected in this holy place. To Him belong glory and might, together with the Father and the Holy Spirit, to the ages of ages. Amen.

"Beloved, let us love one another; for love is of God." (1 John 4.7)

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

JOHANNES BRAHMS (1833-1897) / ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ 


Λένε ότι έναν καλό «Παίχτη» δεν τον αλλάζεις, αλλά φαίνεται ότι στην πατρίδα μας δεν ισχύει αυτός ο κανόνας. Σε κλίμα φορτισμένο από συγκίνηση δόθηκε στις 15 Μαΐου του 2014 στο ΜΜΑ, υπό την στήριξη της Γερμανικής Πρεσβείας, η τέταρτη συναυλία από τον Κύκλο Μπραμς, με τον αγαπημένο Μαέστρο των Ελλήνων μουσικόφιλων, Βασίλη Χριστόπουλο, να διευθύνει την ορχήστρα, λίγες  ημέρες αφ’ ότου έληξε η, κατά γενική ομολογία, επιτυχημένη θητεία του ως επικεφαλής της πρώτης και αρχαιότερης ορχήστρας της Ελλάδος, της ΚΟΑ. Ο κόσμος όρθιος τον χειροκροτούσε αρνούμενος να πιστέψει ότι στέλνουμε έναν ακόμα ταλαντούχο νέο να διαπρέψει στο εξωτερικό γιατί έκανε το λάθος να είναι οραματικός, εργατικός, αφοσιωμένος, έντιμος, γιατί, παρά τις μύριες  αντιξοότητες, ανέδειξε σε θέση αξιοθαύμαστη την ορχήστρα,  όπως ταιριάζει στη χώρα του, κοιτίδα κάποτε  του πολιτισμού. Ευχή μας, ο αντικαταστάτης  του να είναι αντάξιός του, για να συνεχιστεί η ανοδική πορεία της ορχήστρας μας και για το καλό  του πάσχοντος πολιτισμού στη χώρα μας.      

Το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 1 σε ρε ελάσσονα, έργο 15 είναι  το πρώτο συμφωνικό έργο του Johannes Brahms. Τα πρώτα σχέδια του Κοντσέρτου  άρχισαν  το 1853, χρονιά κατά την οποία ο Brahms  μαζί με τον  Robert Schumann και τον Albert Dietrich (1829-1908) συνθέτουν την περίφημη Σονάτα σε λα ελάσσονα για βιολί και πιάνο, τη γνωστή ως F-A-E, για να υποδεχτούν στο Dusseldorf το φίλο τους, διάσημο βιολονίστα,  Joseph Joachim. Και ήταν στη βιβλιοθήκη του Dietrich, που ο Brahms ανακάλυψε το Γερμανό λυρικό ποιητή Friedrich Holderlin (1770-1843) και το μυθιστόρημά του Hyperion από το οποίο εμπνεύστηκε ένα από τα ωραιότερα  Choral του, το Song of Destiny op.54.

Το κοντσέρτο ολοκληρώνεται το Μάρτιο του 1858 και παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο Ανόβερο στις 22 Ιανουαρίου του 1859, υπό την διεύθυνση του Joseph Joachim και με σολίστ τον Συνθέτη. Στο κορυφαίο αυτό έργο του ρομαντισμού, πιάνο και ορχήστρα έχουν ρόλους ισότιμους χωρίς να μειώνεται η μεγάλη δεξιοτεχνία που απαιτείται για το μέρος του πιάνου αλλά ούτε και ο σημαίνων ρόλος της ορχήστρας. Κυρίαρχος του πόντιουμ, ο αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος, κράτησε εκπληκτικές ισορροπίες ανάμεσα  στο λυρισμό της ορχήστρας και στην ποίηση του πιάνου όπου και διέπρεψε ως σολίστ η σπουδαία Ρωσίδα πιανίστα Anna Vinnitskaya. Ο Αρχιμουσικός, ανέδειξε ακόμα τη δραματικότητα και το πάθος που υποδηλώνει την τραγική απόπειρα αυτοκτονίας του Schumann, την ρομαντική υφή της μουσικής του παλέτας, μέσα από την οποία ζωντανεύει  το πορτραίτο της Clara Schumann και βέβαια τη θεϊκή παρουσία του Μεγάλου Κάντορα της Λειψίας και του Τιτάνα της μουσικής που  εμπνέουν και ίσως  οδηγούν το χέρι του συνθέτη.  Ερμηνεία έξοχη με υψηλή αισθητική, που εισχώρησε στον πυρήνα της σύνθεσης και συγκίνησε βαθιά.

Έξη χρόνια μετά τη Δεύτερη Συμφωνία του (1877), ο Brahms  γράφει το ένα αριστούργημα μετά το άλλο, όπως το Κοντσέρτο για Βιολί (1878), την Τραγική Εισαγωγή, έργο 81 (1880), Το Δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο και Ορχήστρα, έργο 83 (1878-1881), την 3η Συμφωνία το 1883, την 4η Συμφωνία το 1885,  το Κοντσέρτο για βιολί και τσέλο το 1887.

Η 3η Συμφωνία, έργο 90 σε φα μείζονα  γράφτηκε το 1883 στο Wiesbaden. Η  πρεμιέρα της δόθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1883 από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης, υπό την διεύθυνση του Hans Richter, o οποίος τη χαρακτήρισε ως Eroica του Brahms. Είναι η μικρότερη από τις συμφωνίες του και κρατάει 30-40 λεπτά περίπου.  

Τη διαχρονική γοητεία της σύνθεσης διαπιστώνουμε και σε άλλες τέχνες όπως στην ταινία  «Aimez -vous Brahms?», βασισμένη στο μυθιστόρημα της Françoise Sagan, στην οποία   ο Anatol Litvak εντάσσει  το τρίτο μέρος της  Συμφωνίας του Brahms,  σημείο αναφοράς στην εποχή της και  αγαπημένο σλόγκαν.


Ο Αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος, με την εμπνευσμένη διεύθυνσή του, μεταμόρφωσε σιγά-σιγά την ορχήστρα και μας μύησε έξοχα στο απόκρυφο μουσικό σύμπαν του Brahms, εκεί όπου, εκτός από τους προκατόχους του Συνθέτη, ενυπάρχουν στοιχεία των λαϊκών τραγουδιών, η πρωτοτυπία και η αμεσότητα των οποίων εμπλουτίζουν και λαμπρύνουν τις συνθέσεις του προσδίδοντας, ιδιάζουσα σαγήνη τόσο στα κοντσέρτα και στις συμφωνίες  όσο και στα Lieder  του. Ο Αρχιμουσικός, μέσα από την εξαιρετική ερμηνεία της ορχήστρας  του, μας αποκάλυψε τη μαγεία του Brahms, τα ανανεωτικά  ιδιώματα της γραφής του, τον λυρικό ρομαντισμό του, την πρωτοπόρα  έκφρασή του,  τη μεγάλη  φαντασία του, την αιωνιότητα της τέχνης του! Ευχή μας,  ο αόρατος δεσμός με την Ελλάδα να είναι πάντα ισχυρός και ο ίδιος να μεγαλουργήσει όπως έκαναν πριν από αυτόν ανά τον κόσμο ο Δημήτρης Μητρόπουλος και η Μαρία Κάλλας, για να αναφέρουμε δύο μόνο από τα Μεγάλα της Πατρίδας  μας Αστέρια.




Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ]

Χαιρετισμός
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου
κατά τήν Δοξολογίαν εἰς τήν ἐν Βηθλεέμ Βασιλικήν τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ
(24 Μαΐου 2014)


Ἱερώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἰορδάνου κύριε Θεοφύλακτε,

Χριστός ἀνέστη!

Προερχόμενοι ἐξ Ἀνατολῶν καί ὁδηγούμενοι ὥς ποτε οἱ Μάγοι ὑπό τοῦ ἀδύτου Ἀστέρος τῆς δόξης, ἤλθομεν προσκυνῆσαι τήν ἐξ ὕψους κατελθοῦσαν Ἀνατολήν, τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου σαρκωθέντα ἐν τῷ ἐν ᾧ ἱστάμεθα τόπῳ. 

Ἐκστατικοί πρό τοῦ περί ἡμᾶς τελεσιουργουμένου σήμερον μυστηρίου, προσφέρομεν, τῷ Κυρίῳ ἡμῶν «δῶρα τίμια, δόκιμον χρυσόν, ὡς Βασιλεῖ τῶν αἰώνων, καί λίβανον, ὡς Θεῷ τῶν ὅλων, ὡς τριημέρῳ δέ νεκρῷ, σμύρναν τῷ Ἀθανάτῳ» (ἑσπέριον στιχηρόν ἑορτῆς Χριστουγέννων), δηλαδή ὁλόκληρον τήν ψυχήν καί τήν καρδίαν καί τήν πρωθιεραρχικήν διακονίαν ἡμῶν ἀπό τῆς ἱερᾶς ἐπάλξεως τοῦ «ὀφθαλμοῦ τῆς οἰκουμένης», τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί Ἱεροῦ Κέντρου τῶν ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξων.

Διερχόμενοι οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί τήν χαρμόσυνον περίοδον τοῦ Πεντηκοσταρίου καί μέ τήν χαράν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ ἀθανάτου Κυρίου πληροῦσαν τάς καρδίας ἡμῶν, εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τήν Ἁγίαν ταύτην Γῆν, καί ἐνυπνιαζόμενοι, ὥς ποτε ὁ Προφήτης Δανιήλ, καθορῶμεν καί προσκυνοῦμεν ὅλῃ ψυχῇ καί καρδίᾳ «τόν Λίθον, τόν πατάξαντα τήν εἰκόνα, καί γενόμενον ὡς ὄρος μέγα καί πληρώσαντα πᾶσαν τήν γῆν» (πρβλ. Δαν. β΄, 35).

Ἤλθομεν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ταπεινοί προσκυνηταί εἰς τόν τόπον τοῦτον, ἔνθεν ἐξῆλθεν ὁ δι᾿ Οὗ τά πάντα «ἐγένετο, καί χωρίς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέγονεν» (Ἰωάν. α΄, 3-4), εἰδότες ὅτι «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτήρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός» (Ἰωάν. δ΄, 42).

Κρίνοντες ὄχι κατ᾿ ὄψιν, ἀλλά τήν δικαίαν κρίσιν καί στοχεύοντες εἰς τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, διά νά καταστῇ βίωμα, «ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς», τό «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκίᾳ» τῶν ἀσάρκων ἀγγέλων κατά τήν νύκτα τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος, ἀνελάβομεν τήν διαδρομήν ταύτην διά νά συμμερισθῶμεν τήν ἀγωνίαν τῆς πτωχικῇ μονήρει πενίᾳ καί διαρκεῖ ἀγωνίᾳ ἀνασφαλείας διαβιούσης ἀνθρωπότητος· διά νά δώσωμεν πνοήν ζωῆς εἰς τό τέλμα, εἰς τό ὁποῖον ἔχει ὁδηγηθῆ ἐκ τῆς ἀκαταστασίας τῶν καιρῶν καί τῆς καταχρήσεως τοῦ αὐτεξουσίου καί τῆς ἐλευθερίας  ἡ ἀνθρωπότης· διά νά δώσωμεν νέαν ὤθησιν μετά τοῦ ἀδελφοῦ Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου εἰς τήν προσπάθειαν πρός ἀποκατάστασιν τῆς ὀντολογικῆς ἑνότητος, καί οὐχί τῆς ἐπιπλάστου ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐκ τῆς ὁποίας καί διά τῆς ὁποίας ἐκκλησιαστικῆς καί μυστηριακῆς ἑνότητος  καί μόνον θά προέλθῃ καί ἡ ἑνότης τῆς ἀνθρωπότητος, «τῆς κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν» Θεοῦ πλασθείσης ἵνα κατά χάριν θεοποιηθῇ καί μή ὁδηγηθῇ εἰς ἀπώλειαν· διά νά κατανοήσῃ, ἐπί τέλους, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ὅτι «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. ζ΄, 46), ὁ Χριστός, τοῦ Ὁποίου διάκονοι καί πιστοί ἐκλήθημεν ἐπί τῆς Λυχνίας τῆς Ἐκκλησίας, διά νά τηρήσωμεν αὐτήν ἐν ἑνότητι καί οὐχί ἐν ἀπομονώσει καί διασπάσει. Νά τηρήσωμεν καί νά παραδώσωμεν τήν παρακαταθήκην, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ τῆς ἑνότητος καί οὐχί ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ τῆς διαιρέσεως.

Εἰς τόν στόχον τοῦτον ἐκοπιάσαμεν ἐπί ἥμισυ αἰῶνος συνεχίζοντες ἐπί τῆς ὁδοῦ, τήν ὁποίαν ἐχάραξαν φωτεινοί ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες, ὡς οἱ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας καί Πάπας Παῦλος ὁ Στ΄.  Κατά τήν παροῦσαν συνάντησιν ἡμῶν μετά τοῦ Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου, πέραν τῆς μνήμης τῶν γενομένων, γρηγοροῦντες  θά ἀνανεώσωμεν, φαιδρύνοντες ἐλαίῳ τήν λαμπάδα, τήν δέσμευσιν Ἀνατολῆς καί Δύσεως καί τήν συμπορείαν ἡμῶν μέχρις ὅτου ὁ Κύριος εὐλογήσῃ τήν πρόθεσιν καί τήν προσπάθειαν, δικαιώσῃ τόν ἀγῶνα καί στέψῃ αὐτόν διά τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ Θελήματος Αὐτοῦ,  ἵνα «συμφώνως δοξάζωμεν τό Πανάγιον Πνεῦμα», τόν Παράκλητον τῆς Ἐκκλησίας, "ἐν Ὧι ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν», ἱκετεύοντες καί παρακαλοῦντες «ἵνα ποιήσῃ ἡμᾶς κοινωνούς τῶν θείων Αὐτοῦ χαρισμάτων καί ἵνα παράσχῃ ἡμῖν λύσιν τῶν παρεσχηκότων ἡμῖν δεινῶν» (Μέγας Βασίλειος).

Δόξαν ἀναπέμπομεν Αὐτῷ, τῷ τεχθέντι Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, ἀλλά καί τῇ Θεοτόκῳ Παρθένῳ, ἡ Ὁποία διηκόνησε τό μυστήριον τῆς κενώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου εἰς τό ταπεινόν τοῦτο Σπήλαιον. Διά τῆς ὁλοκληρίας τῆς βουλήσεως καί τῆς καθαρότητός της, διά τῆς ἁπλότητος τῆς φύσεώς της, διά τῆς σοφίας τῆς καρδίας της, διά τῆς ἀκεραιότητος τοῦ βίου της, ἐξεμηδένισε τήν ἀπόστασιν ἡ ὁποία ἐχώριζε τόν ἄνθρωπον ἀπό τοῦ Θεοῦ. Αἱ ἀποστάσεις, αἱ κάθε εἴδους ἀποστάσεις, τά «μεσότοιχα» καί αἱ «ἔχθραι» διανύονται καί διαλύονται μόνον διά τῆς ἀγάπης καί διά τοῦ διαλόγου τῆς ἀληθείας. Μόνον τότε ὑπερβαίνονται καί θά δυνηθῶμεν νά ἴδωμεν, ὡς εἰς τό γειτονικόν Θαβώρ οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος, Ἰάκωβος καί Ἰωάννης, τήν «δόξαν τοῦ Θεοῦ», κατά τήν καθαρότητα τῆς καρδίας καί τῶν προθέσεων ἡμῶν καί θά ἀποδείξωμεν ὅτι εἴμεθα μαθηταί Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος «Ἀγάπη καί Φῶς καί Ἀλήθειά ἐστι».

Εὐχαριστοῦμεν ὑμῖν, Ἱερώτατε ἀδελφέ Ἀρχιεπίσκοπε Ἰορδάνου κύριε Θεοφύλακτε, διά τήν τιμητικήν ὑποδοχήν, ὑμᾶς, ὅστις κατά τά τελευταῖα ἔτη, ἀπό τῆς ἐγκαταστάσεώς σας ἐνταῦθα, μοχθεῖτε διά τήν διατήρησιν τοῦ πανσεβάστου τούτου χριστιανικοῦ προσκυνήματος. Σᾶς ἀξίζει ἡ ἀναγνώρισις τοῦ ἐπιτελουμένου ἔργου, ὁ ἔπαινος καί τά συγχαρητήριά μας. Συγχαίρομεν ἰδίᾳ διά τό μέγα φιλανθρωπικόν ἔργον, τό ὁποῖον ἐπιτελεῖται ὑπό τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας εἰς τήν περιοχήν ταύτην. Εἶναι γνωσταί ἡμῖν αἱ ἀντιμετωπιζόμεναι δυσκολίαι καί οἱ κίνδυνοι εἰς τούς πολυταράχους τούτους τόπους ἔκπαλαι, ἀλλά καί μέχρι τῆς σήμερον.

Ὡσαύτως χαίρομεν διά τήν ζῶσαν παρουσίαν ἐνταῦθα τῶν ἀδελφῶν Παλαιστινίων Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι μέ τήν ἀγάπην καί τόν σεβασμόν των εἰς τήν Ἐκκλησίαν στηρίζουν τό ἔργον αὐτῆς καί διακονοῦν, ὅπως οἱ ἁπλοῖ καί ἄκακοι ἐκεῖνοι ποιμένες, τό μυστήριον τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, προσφέροντες ὡς οἱ μάγοι οὐχί χρυσόν, λίβανον καί σμύρναν, ἀλλά τήν καλήν καί πρόθυμον διάθεσίν των καί τόν ἱδρῶτα των ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας των, τά ὁποῖα πάντα ὡς θυμίαμα εὔοσμον ἀναβαίνουν εἰς τόν θρόνον τοῦ Κυρίου, ὡς πολύτιμα  ἄλλα «χηριακά δίλεπτα».

Στρέφομεν τόν λόγον ἡμῶν εἰς τήν νεολαίαν τῆς Βηθλεέμ, εἰς τήν πολυπληθῆ νεανικήν χορωδίαν τοῦ Ὀρθοδόξου Ἐκπολιτιστικοῦ Κέντρου Βηθλεέμ καί συγχαίρομεν τούς ὑπευθύνους καί τά ἀγαπητά μέλη αὐτῆς, εὐχόμενοι τήν εὐλογίαν τοῦ ἐκ Παρθένου σάρκα φορέσαντος Κυρίου. Σεῖς, ἡ νεολαία τῆς Βηθλεέμ, εἶσθε ἡ ἐλπίς καί τό μέλλον τοῦ τόπου σας. Μείνατε πιστοί εἰς τήν ἱστορικήν ἀποστολήν σας καί φυλάξατε ἄσβεστον τήν φλόγα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας εἰς τόν τόπον τοῦτον, ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ Θεός ἤρξατο τοῦ σωτηριώδους ἔργου Αὐτοῦ εἰς ἅπασαν τήν οἰκουμένην. Ἡ παρουσία σας ἐνταῦθα ὡς ὀρθοδόξων χριστιανῶν ἔχει ἀληθῶς εὐρυτέρας διαστάσεις, καί διά τοῦτο εἶναι πολυτιμοτέρα πάσης ἄλλης κατοικίας καί ἀνέσεως.

Συνεχίσατε, ἀδελφοί καί τέκνα, μετά τοῦ ἰδίου ζήλου τό θεοφιλές ἔργον σας. Ὁ Θεός μεθ᾿ ὑμῶν! «Οὗτός ἐστιν ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ δούς ζωήν τοῖς πιστεύουσιν ἐν τῷ Ὀνόματι Αὐτοῦ», ὁ Ἀναστάς ἐκ νεκρῶν, Ὧι ἡ δόξα καί ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις καί ἡ εὐχαριστίας καί τό κράτος καί ἡ δύναμις εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ανθούλας Δανιήλ: ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΑΝ

[Αναδημοσίευση από το περιοδικό Πόρφυρας, τ. 150 (2014) 473-476]


Παναγιώτης Καποδίστριας: Καμένες πεταλούδες. Ποιήματα 1979-2009,
Επί-γνωση Σταμούλης Αντ. Εκδοτικός Οίκος

Με το εμβληματικό όνομα, και Παναγιώτης και Καποδίστριας, ιερωμένος, τα ιερά ανασκάπτει κι εκεί τα αόρατα ερευνά και ορατά τα κάνει, αυτά που ο νους συλλαμβάνει και η ψυχή να αποδεχτεί διστάζει.
Μορφή και στίχος σαν αγιογραφία. Περιεχόμενο, σήμα και σημαίνον, και ό,τι η ψυχή διαισθάνεται. Και διαισθάνεται πολλά. Όλα εκείνα που με σαφήνεια άφησε ανοιχτά και αναπάντητα η φιλοσοφία, εκείνα που με τον τρόπο της οριοθέτησε η θρησκεία, εκείνα που αφελώς «τεκμηρίωσε» η παράδοση για του πιστού την παραμυθία κι η Ποίηση  σε διάφανο δίχτυ στίχων έχει υφάνει. Λόγος ελλειπτικός και ο νοών νοείτω, αισθαντικός και όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, και σταυρός στο στήθος, όχι για τον Γολγοθά αλλά για ενίσχυση στον ανήφορο του πνεύματος, εκεί που έχει κράτος και εξουσία η άνοιξη, αλλιώς η μοίρα, ή έστω η φυσική των ανθρωπίνων εξέλιξη.
Μετά τον Οδυσσέα Ελύτη, κανείς δεν είχε μιλήσει έτσι. Εκείνου το ίχνος  ο π. Καποδίστριας συνεχίζει και μοιάζει σαν γνήσιος απόγονος· και είναι. Τίποτα λοιπόν δεν τελειώνει. Ο κόσμος έχει τη σοφία Εκείνου που τον εποίησε και ο ποιητής ως εκπρόσωπος του Θεού επί της γης  συνεχίζει το έργο που οι πρόγονοι ποιητές ξεκίνησαν, πιάνοντας τον αρχαίο μίτο που οδηγεί στο φως. Και «Γιατί σ’ είχε ανάγκη κάποτε τα χείλη σου χρύσωσε ο Θεός», λέει ο Ελύτης για τον Σολωμό («Σολωμού συντριβή και δέος») και ο διάδοχος με τη σειρά του χρυσωμένος κι εκείνος ανασκάπτει τα κρυμμένα στο μέσα φως ιερά.
Ο ογκώδης τόμος με τον τίτλο Καμένες  Πεταλούδες περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα από το 1979 έως το 2009.  Ο αμητός πλούσιος και η προσφορά στον αναγνώστη γενναιόδωρη. Η δυσκολία, ωστόσο, μεγάλη  για τον μελετητή που ούτε τη δυνατότητα έχει ούτε τον άπειρο χρόνο που απαιτεί η απαιτητική ποίηση. Ακροθιγώς λοιπόν και όσα στα διαστήματα μιας αστραπής συλλάβουμε, θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε.
Εκείνο που εύκολα (;) διαβλέπει κανείς είναι ο διάλογος με το πέραν. Ο στίχος  δεν καταναλίσκεται στο εδώ και τώρα της ζωής, αλλά με  τον  ποιητή στο μεταίχμιο, με τα γήινα τροφοδοτούμενο, αλλά  με κλίση προς το αλλού και πάντοτε ιπτάμενο.  Μεταξύ ουρανού και γης, στεριάς και θάλασσας:
Η θάλασσα με ανάστημα θηλαστικού / συνέρχεται συχνά με τα αιμοσφαίριά μας / αυξάνει ένας ολολυγμός σαν από περιπλάνηση («Ένας ολολυγμός»).
Θ’ αδειάσουμε τη στάμνα / Θα γίνουμε γλαυκοί /Δωρητές του πελάγους (O. Ελύτης, «Αιθρίες» ΧΙV) και μοιάζουν να είναι συνειδητοποιημένοι οι περιορισμοί  των a priori και a posteriori δυνατοτήτων, υπαινιγμοί ωστόσο, που δεν δεσμεύονται από τα συμβατικά όρια της λογικής και της καθαρής σκέψης. Γιατί ο «ολολυγμός»,  για παράδειγμα, προδίδει το συναίσθημα, που βγαίνει στη φωνή και στέκεται στα μάτια, με ισοδύναμη και συμπληρωματική τη  λειτουργία  και των δυο αισθήσεων, «Τι να τα κάμεις φίλε μου τα μάτια/ Θρηνούσες φωνές/ θα σου ανταμείψουν τη συνήθεια» («Ανάθημα») και η συνήθεια, όπως φαίνεται, δεν ελέγχεται από τη λογική.
Ποιήματα μυστικά, απότοκα μιας βαθιάς θρησκευτικότητας καλά κρυμμένης μέσα στα πράγματα, αόρατης στα μάτια των ασεβών, υπαινικτικής σε ώτα ακουόντων και διακριτικά ιχνογραφημένης με εικόνες από τη  φύση έξω, αποτυπωμένες στην αίσθηση μέσα, στο νου πιο μέσα, στην ψυχή. Το υψηλό κάνει την εμφάνισή του μέσα στο απλό. Η συμβουλή έρχεται αβίαστα «αγαθόν υπέρτερον παντός αγαθού· Θεού φόβος και μνήμη θανάτου» (Νήψη»). Μερικά χαϊκού ρίχνουν σταγόνες φως στα σκότη. Γενικά πρόκειται για μια ποίηση που αντλεί τις φόρμες της αλλά και τις ιδέες της από το μεγάλο Δέντρο της Ποίησης – και της Ιόνιας (Σολωμός,  Κάλβος, Μαρτελάος, Φώσκολος) και πιο παλιά της Ιωνικής  (Όμηρος):
Την τόλμη / να φοβάσαι των ποιητών / την προπατορική,
ώσπου ξυπνάς / κι έχεις όλη αποστηθίσει / την Ιωνιάδα.
Το ποίημα ιδές: / Για τα φρονήματά του / σώμα και πυρά.  

Όπου, τολμώ να συσχετίσω την «Ιωνιάδα» με τα Ομηρικά έπη, Οδύσσεια και  Ιλιάδα, κατά το ελυτικό
              Τριποδίσματα ωραίων αλόγων θα με βοηθήσουν
              Να πω την προσευχή μου πριν να κοιμηθώ
             Στην ψάθα -όπως γεννήθηκα-  με λίγες πιτσιλάδες
             Ήλιου στο μέτωπο και την αρχαία καρδιά
             Που ξέρει όλον τον Όμηρο γι’ αυτό κι αντέχει ακόμη
                                            (Ο μικρός ναυτίλος, 19).

Και εκτός από τον Όμηρο, διαβάζουμε «υπόθεσες ψυχικές» και νιώθουμε Σολωμό, βλέπουμε «Φάσμα» και οραματιζόμαστε Κάλβο, αλλά και Σολωμό και Όμηρο, προβάλλει η Μονεμβασιά και έρχεται ο Ρίτσος, το Χρονικό του Μαχαιρά μας πάει στην  Κύπρο και στον Σεφέρη, «Φωνάζω του νερού μες στο πηγάδι…» και μας απαντά ο Παλαμάς.
Η ενότητα «Ενύπνιο μετά Τρούλου» εκπλήσσει «θαυμαστά». Το επίρρημα ας μη θεωρηθεί άπρεπο για την περίσταση, αλλά η γλώσσα δυσκολεύεται να βρει την κατάλληλη λέξη… Οι μετασχηματισμοί του τοπίου, τα κοκκινισμένα μάτια από την αγρύπνια, το πλήθος που περιμένει την αρτοκλασία, σαν μακρινή, αλλά όχι αμελητέα, υπόμνηση του θαύματος του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων φαντάζει. Και μαζί η «λίμνη» που γίνεται «βουνό» για να καταλήξει «μαραμένη γαρδένια» - έτσι για να μην διαπραχθεί ύβρις- κι  έπειτα το ξύπνημα με «ακανθώδη αισθήματα στα χέρια και την ψύχρα του μαρμάρου στα πέλματα». Πού περπατούσε στο όνειρό του ο ποιητής; Αυτό το μεσημβρινό καλοκαιρινό όνειρο, με τις τόσες και τόσες διακειμενικές του προεκτάσεις, μοιάζει προμήνυμα ή δείγμα της υπόμνησης, στην οποία έχει ήδη αναφερθεί. Η προσγείωση στα καθ’ ημάς γίνεται στον τελευταίο στίχο:
Ύστερα ένας φραπέ είναι ό,τι πρέπει για την προσγείωση

Και «η αυλή ξαναπήρε τις αληθινές της διαστάσεις» λέει ο Ελύτης (Ημερολόγιο, Κυριακή, 5). Ναι, το όνειρο ήταν προφητικό σε ώρα και εποχή κατάλληλη να γεννηθεί το θαύμα και ο «τρούλος» σε μια Βασιλική παραδοσιακή, λιτή κι απέριττη. Κι αυτή η εικόνα θα επανακάμψει αλλιώς ωραία: «πολύ το λίγο / το σοφόν, το πίσω απ’ τα λεχθέντα…. στο υπερώο των Λέξεων / εκεί / όπου ανέκαθεν μιλιέται η Ωραιότης / κι ο Χρόνος απειρίζεται» («Αρτύματα Καλοκαιριού»), σ’ ένα νέο ουκ εν τω πολλώ το ευ, αλλ’ εν τω ευ το πολύ, όπου από το «υπερώο των Λέξεων» κρυφοκοιτάζει η αιωνιότητα την ωραιότητα και θυμίζει στίχο ή εικαστικό του Ελύτη («Στη Θαλασσοσπηλιά»).

Κι ο Σολωμός πανταχού παρών και με απόσπασμα από την ποίησή του και με ποίημα για τον ίδιον Εκείνον. Απομονώνω στίχους:
         Πυρσός ο Λόγος / στ’ αλωνάκι του Στράνη / φυσάει λεβάντες
         Νια Παρασκευή / κι ο Σολωμός θεάται/ στο Κοιμητήρι…
         Εσπέρα Μαγιού / βολτάρει στο Ψήλωμα / αλύπιος δήθεν.

Άλλοθι δεν έχει ο Πόντος / ούτε  θάνατο η ζωή /
κι ο Διονύσιος άλλη σπάθα δεν ηξέρει στα σκαλούνια  της Ανάγκης /
       πάρεξ του ήλιου
Πάνε κι έρχονται / στίχοι λογοδοσμένοι/ του κάτω κόσμου
Ήχος βαρύς κι ασήκωτος/ ανήκουστο δάκρυ/ ώς το κόκκαλο.

Στην ονομάτων επίσκεψη ο π. Καποδίστριας θα επικαλεστεί κι άλλους φίλους της ποίησης:

Περίκλειστος νους/ κήπος με τ’ ασημάνθια/ κι ο Κάλβος παρών.
-Έι, φίλοι ωραίοι,/ Θεόφιλε Πικάσο/ Σαπφώ Παπαδιαμάντη /
και Θεοτόκε…

Πάντα μου καταλύω τ’ απομείναντα
τον ήλιο στο ποτήρι μου αψηλάφητο
                        («Επικαθήλωση») 186

Η χυμώδης εφέτο ισημερία
σαν μακρό προ μακρού παροξύνεται
σαν εμπύρετη περισπάται κραυγή
                             («Παροξυσμός») 189

Άγγελος με φύλο
η Ποίηση.
Αν τότε ακόμη το μπορείς
Απ’ τα νερόμαλλά της
Πιάσου κι ανέβα
(«Ανώι» β΄)

Σα να χαϊδεύω υπέρπυρον
όλα μαζί τα ορέγομαι
τα τιμαλφή του βίου
……………………..
Σα να γυαλίζω ιστάμενον
όλα μαζί τα ορέγομαι
τ’ ανωφελή του βίου
(«Νομίσματα»)

Πόσο καλά του πάει ο δεκαπεντασύλλαβος του στίχου του μοντέρνου:

Ισιώνω το παράστημα να μοιάζω τροπαιούχος / και ταμιεύω υπομονές / για την Ορθοστασία (8.8.88)

και πόσο στέρεα φέρεται επί των λέξεων το μήνυμα της συνειδητοποίησης της σημερινής στάσης και της μελλοντικής αναμονής.

Τελευταία σοδειά, χρονικά και χωρικά στον τόμο, η συλλογή που του δίνει και τον τίτλο:  Καμένες πεταλούδες. Περιλαμβάνει τις ενότητες: «Μετασολωμικά συμβάντα», «Ψυχές εν αποδράσει» (Απόστιχα και συνεικόνες για τον Ούγο Φώσκολο), «Aurora borealis», «Χαιρετισμοί», «Οι μυρωδιές της χαρμολύπης» και «Προσωπεία για ένα πρόσωπο».
            Είναι προφανές πως το βλέμμα είναι στραμμένο πρωτίστως στη γενέθλια γη, τα ποιήματα θυμίζουν όλα το πρώτο σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Δηλαδή, μορφή απλή, λιτή, αδρή, σοβαρή, λυρική, βαθιά υπαινικτική. Τα ποιήματα ανά συλλογή είναι στον αριθμό: 7, 7,  9, 4,  7, 7. Σ’ εκείνο το κεντρικό ποίημα με τα εννέα αποσπάσματα το πρώτο έχει αρίθμηση Α΄ και ακολουθούν τρία (1,2,3) ποιήματα. Έπεται  το Β΄ και άλλα τρία ποιήματα (4,5,6) και κλείνει με το Γ΄. Δηλαδή το κεντρικό με τα 9 αποσπάσματα είναι ποίημα με «υπερώο», για να χρησιμοποιήσω τη λέξη του π. Καποδίστρια.  Ήτοι υπάρχει μια γεωμετρία, ισομετρία· 7,7 τα δύο πρώτα, 9 το τρίτο, 7,7 τα δύο τελευταία. Την απόλυτη ισομετρία διαταράσσει το τέταρτο ποίημα με τα τέσσερα αποσπάσματα των «Χαιρετισμών», «προς Εκείνην που / σύγκορμη πήρε Φωτιά / και δεν εκάη».  Αλλά γενικώς τα ποιήματα αυτά μοιάζουν σαν μικρά ιδιότυπα βιογραφικά, απλώς αφιερώματα ψυχής στον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Φώσκολο, γραμμένα από συντοπίτη και ομοϊδεάτη, αλλιώς στρατευμένο στην Αλήθεια και στην αξία των πραγμάτων, ή απλώς παρεμφερώς αγωνιζόμενο για τη σωστή λειτουργία του κόσμου: «Εάν είσαι … / Ο αριστερός Ιησούς/ ω τότε θα με καταλάβεις» (Ο μικρός ναυτίλος 15).  Επιλέγω και απομονώνω ψιχία:

Στο πλάτωμα μέλισσες / στα λιόφυτα μ’ έδεσες…
             ήσκιο στον ήσκιο    

σε Άδη ευρύχωρο και απρόβλεπτο ουρανό

στο καφέ Φλοριάν /δωρεάν μοιράζεσαι/
πλάι στον Ούγο / δεν με προτιμάς…

κι ενώ βολτάρεις / γύρω απ’ τους τάφους / αιχμαλωτίζεις / στη φάκα των λέξεων/ ψυχές εν αποδράσει.

Στο άψε σβήσε / ανθάκια εφήμερα / επιβιώνουν / καθώς λέξεις του συρμού/ επικαθηλώνονται  

υπάρχει Άνοιξη στην τεφροδόχο

Άνοιξη ορθάνοιχτη / όλο χαρές και χάρες

Άλυσες κρότοι / κλειδωνιές χλαλοή / πώς να κρατήσουν /
Τον μεγάλο χορηγό / της Αγάπης στον Άδη;

Μην αντιμιλάς στο φως / ασ’ το να σε διαλύσει

Βοτσαλέψου όσο καιρός / και τόλμα την ελπίδα


Με γλώσσα απλή αλλά όχι καθημερινή, κοσμική αλλά όχι του συρμού (αν και σπανίως ναι), και εκκλησιαστική και ζακυνθινή και με την ωραία παροξύτονη  ντοπιολαλιά πλούσια,  διάπλατα ανοιχτή σε άλλες σφαίρες, ο π. Καποδίστριας απλώνει «Οθόνιον» για την «Πρόθεση» για να  τελέσει θεία λειτουργία και ευχαριστία στη μεγάλη Ποίηση, εκείνη που τον έθρεψε κι εκείνη που ο ίδιος γράφει, κοινωνώντας μας αλήθεια και ελπίδα του μεγάλου χορηγού της Αγάπης.

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email