© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Από το «γιόμα», στο μπαλδακίνο και τα «κυπαρίσσια»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


   Καθόμουν το μεσημεράκι της Τρίτης 23 Σεπτέμβρη σε κεντρικό καφέ της πόλης μας και στην ηρεμία του Φθινόπωρου, μετά την λαίλαπα του Αυγούστου, απολάμβανα τον εσπρέσο μου και την όμορφη κουβέντα. Λίγοι οι περιφερόμενοι τουρίστες, σε σχέση με τους δύο προηγούμενους μήνες και ακόμα λιγότεροι οι δικοί μας απόδημοι, που μετά κυρίως τα Μπασίματα του Αγίου, άρχισαν σιγά – σιγά να μας εγκαταλείπουν. Έτσι εμείς κι εμείς πάλι, με σύννεφα δίχως βροχές, ξαναρχίσαμε να βρίσκουμε τους ρυθμούς μας.
   Μα τους ρυθμούς μας φαίνεται πως δεν τους ξαναβρίσκουμε μόνο στην καθημερινότητα, αλλά και στις εορταστικές ανάσες, που περιέχονται στο χρόνο και χαρίζουν χρωματιστές πινελιές στην ρουτίνα και την επανάληψη. Σαν πήγε δώδεκα, λοιπόν, ακριβώς, από το πυργωτό καμπαναριό της Μητρόπολης, του Αγίου Νικολάου των Ξένων, ακούστηκε πρώτα η μια καμπάνα να χτυπά «γιόμα» και μετά όλες μαζί να στέλνουν χαρούμενο σένιο στους κατοίκους της Χώρας, αλλά και στους μειωμένους πια επισκέπτες της.
   Ήταν που την επόμενη μέρα ο ναός πανηγύριζε, κατά παλιά συνήθεια, την Παναγία την Μερτιώτισσα, προστάτισσα των επτανησιακών Κυθήρων, η εικόνα της οποίας για χρόνια ήταν η Παναγία της «Μέσα Μερίας» και προσεισμικά φυλασσόταν στην ιστορική εκκλησία των Αγίων Πάντων. Μετά την θεομηνία η καθέδρα με την περίπυστη εικόνα «ανασυντέθηκε», μια και η ίδια κάηκε, αλλά διασώθηκε το ασημένιο της πουκάμισο (!), έργο του μεγάλου και φημισμένου τεχνίτη Γεώργιο Διαμαντή Μπάφα  και τοποθετήθηκε στον Άγιο Νικόλαο του Μόλου. Μετά την αποπεράτωση του νέου Μητροπολιτικού ναού η «Κυρά η Μερτιώτισσα» μεταφέρθηκε οριστικά εκεί.
   Χτύπησε, λοιπόν, «γιόμα» η Μητρόπολη, ενόψει της γιορτής της και έδωσε χαρά και ελπίδα σε όσους ακόμα παραμένουν καθαρόαιμοι Ζακυνθινοί και αμετανόητοι Επτανήσιοι. Αυτή είναι μια παλιά συνήθεια, την οποία η γενιά μου, που πρόλαβε την έστω και στα στερνά της λεγόμενη «παλιά Ζάκυνθο», την έζησε και τον καιρό εκείνο, μάλιστα, επειδή βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια μετά το σεισμό, οι τότε κάτοικοι του νησιού την τηρούσαν, όπως και τόσα άλλα, με θρησκευτική ευλάβεια, πιστεύοντας, συν τοις άλλοις, πως έτσι θα ξαναχτίσουν, έστω και νοερά, αυτό που χάθηκε οριστικά μέσα στα ερείπια, τις φλόγες και την νεοελληνική πραγματικότητα.
    Το καμπάνισμα αυτό της Μερτιώτισσας, «που έφτασε στ’ αυτιά μου» δεν ήταν «θλιβερό», όπως εκείνο των εσπερινών και σαρακοστιανών ακουσμάτων, που περιγράφει ο μοναδικός Ιωάννης Τσακασιάνος στους «Σπουργίτες» του, αλλά πανηγυρικό και ανανεωτικό. Έφερε στη μνήμη μου παιδικές παραστάσεις, τότε, που στην πλατεία Σολωμού, μια και το πανηγύρι γινόταν ακόμα στον Άγιο Νικόλαο του Μόλου, παρακολουθούσα, σαν σε δεύτερο πλάνο, την μεγάλη αυτή γιορτή, παίζοντας ή κάνοντας ποδήλατο και στο τέλος πηγαίναμε με τους φίλους εκεί που είχαν καεί οι «φωτίες» (δεν μεταφράζω, όποιος κατάλαβε, κατάλαβε) και μαζεύαμε τα περισσεύματα, αυτά που είχαν πέσει άκαφτα κάτω και κάναμε τη δική μας φέστα.
   Μα δεν σταμάτησε εδώ, στο προεόρτιο σένιο, η χαρά μου στην φετινή γιορτή της Μερτιώτισσας. Το απόγευμα της γιορτής, μετά αληθινά από χρόνια, αποφάσισα να πάω στην εκκλησία της και ν’ ανάψω ένα κερί, σαν παλιός Μεσαμερίτης και αυτοεξόριστος, ακούγοντας, μάλιστα και την καθιερωμένη παράκληση, η οποία θα ήταν αναμφίβολα σύμφωνα με την τοπική μας μουσική παράδοση.
   Εδώ μια άλλη «παρηγορία», για να θυμηθούμε και λίγο Σολωμό, με συνάντησε. Η καθέδρα με την ιστορική εικόνα βρισκόταν τοποθετημένη στη μέση της εκκλησίας και κάτω από τον πατροπαράδοτο για τις περιστάσεις πορφυρένιο και βελούδινο ουρανό, τον απαραίτητο στα Τζαντιώτικα πανηγύρια, ο οποίος τελευταία, δυστυχώς, λείπει και από πολλές λιτανείες, κάνοντας τα πρετσεσία (ας μην ξεχνάμε και την ντοπιολαλιά μας), κατά την δική μας αισθητική, … μεταφορές εκκλησιαστικών αντικειμένων.
   Αξίζει ν’ αναφερθεί, επίσης, πως σε κάθε μια από τις τέσσερις λάντζες του μπαλδακίνου ή «μπαλδακίν», όπως πρόσφατα τον συνάντησα, κατά την βενετσιάνικη εκδοχή, στον κώδικα της εκκλησία του Αγίου Αντωνίου του Ανδρίτση, που δουλεύω, υπήρχε ένα έστω και υποτυπώδες «κυπαρίσσι», από μυρτιές, λόγω του φυτού στο οποίο βρέθηκε, κατά την παράδοση, η εικόνα των Κυθήρων, επαναφέροντας συνήθειες και μνήμες.
   Δεν ήταν, βέβαια, σαν αυτά τα περίτεχνα που θυμάμαι μικρός στην Ανάληψη ή την Αγία Τριάδα, έργα πολύωρης απασχόλησης των καλλιτεχνών νοντσόλων τους, με τις κουρεμένες, για το τέλειο σχήμα, μερτίες και τα πολύχρωμα φιόρα, αλλά υπήρχε και τιμούσε την Επτανησιακή Θεομήτορα.
   Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον ακούραστο και άριστο γνώστη της εκκλησιαστικής μας παράδοσης π. Παναγιώτη Σπουργίτη, στους γαστάλδους (επιτρόπους) του ναού και το νόντσολο δεν αρκεί. Αυτό, αναμφίβολα, είναι πολύ λίγο, για την παρακαταθήκη, που δεν αφήνουν να χαθεί. Η Μερτιώτισσα ας τους έχει καλά, για να την τιμούν και να την γιορτάζουν για πολλά χρόνια. Και εμείς, οι ελάχιστοι εναπομείναντες, σαν τους παλιούς ενορίτες των προσεισμικών ναών, οι οποίοι διάλεγαν την εκκλησία τους, άσχετα με την γειτονιά που διέμεναν, θα πηγαίνουμε κάθε μεγάλη στιγμή του εορταστικού κύκλου στην δική τους ιερή στέγη, για να συνεχίζουμε τα αντέτια μας, που για μας είναι τρόπος λατρείας.
   Ας είναι καλά, για να μας χαρίσουν παρόμοιες χαρές και του χρόνου. Η Κυρά η Μερτιώτισσα ας τους προστατεύει.

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Ζαχαρία Στουφή: Η ΜΑΦΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

Μαφία θα πει οργανωμένο έγκλημα και μάλιστα σημαίνει ολόκληρο «δίκτυο» οργανωμένου εγκλήματος που κινείται συνήθως γύρο από παράνομες δραστηριότητες και ιδιαίτερα, παράνομο εμπόριο που σχετίζεται με όπλα, ναρκωτικά, ανθρώπινα όργανα ή γυναίκες για εκμετάλλευση στην πορνεία. Πολλές φορές η μαφία αναλαμβάνει και παράνομες διεκπεραιώσεις, όπως την κατασκευή μεγάλων έργων που η οικονομική τους δαπάνη είναι προϊόν εγκλήματος ή ακόμα και την διαχείριση πυρηνικών αποβλήτων από διάφορα πυρηνικά εργοστάσια ανά τον κόσμο. Εξάλλου, στα βαθιά νερά του Ιονίου Πελάγους είναι βυθισμένα χιλιάδες βαρέλια με πυρηνικά απόβλητα.
            Μαφία δεν ονομάζουμε συλλήβδην την εγκληματική δραστηριότητα αλλά πιο συγκεκριμένα, το εγκληματικό «δίκτυο», αυτό που υπερβαίνει ακόμα και τους νόμους του Κράτους. Η μαφία, δηλαδή, λειτουργεί ελεύθερα και παραμένει ασύλληπτη.
            Ευτυχώς, στην Ελλάδα δεν έχουμε μαφία, έτσι όπως συμβαίνει στην γειτονική Ιταλία, στην Ελλάδα έχουμε τους πολιτικούς… Μόνη εξαίρεση ο «χώρος» του θανάτου που εκεί έχει αναπτυχθεί μια μαφία που δρα κυρίως στις μεγαλουπόλεις (στην Αθήνα έχει απόλυτη εξουσία) και εκμεταλλεύεται τον ανθρώπινο πόνο στο έπακρον, ενώ κανένας δεν μπορεί να την εξαρθρώσει.
            Το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα έχουμε διατηρήσει μια ταφική κουλτούρα, μας κάνει πιο ευάλωτους και πιο δοτικούς απέναντι στους αδίστακτους μαφιόζους που δεν σέβονται ούτε τους νεκρούς μας, αλλά και εμάς, τους ζώντες, που ενώπιον του θανάτου,  γινόμαστε  κυριολεκτικά έρμαια των επιθυμιών τους. Είναι η δική μας άγνοια, ο δικός μας «φόβος» να ασχοληθούμε με το νεκρό μας, που έχει σαν αποτέλεσμα τη «νομιμοποίηση» του γραφείου να αναλαμβάνει τα «πάντα». Τα στάδια εκμετάλλευσης από τους επιτήδειους είναι όσα και τα στάδια που περνάει ο άνθρωπος από τη στιγμή που πεθαίνει μέχρι να ξεχαστούν ακόμα και τα κόκαλά του.
            Σήμερα, λίγο πολύ, όλοι πεθαίνουν στα νοσοκομεία ή κατευθείαν μεταφέρονται εκεί για νεκροψία, κ.λπ. Από την ώρα του θανάτου μέχρι την ώρα που το «Γραφείο» θα αναλάβει την τελετή, ο νεκρός σας θα μείνει στον χώρο του Νεκροτομείου. Στις μεγαλουπόλεις μας τα νεκροτομεία διαθέτουν ψυγεία για τη συντήρηση των πτωμάτων και φύλακες για την ασφάλειά τους μέχρι να βγουν από το νοσοκομείο.
            Από τη στιγμή που θα εκδοθεί από τους γιατρούς η άδεια ταφής, μέχρι τη στιγμή που θα αναλάβει το γραφείο, οι νεκροί μας βρίσκονται στην τύχη των φυλάκων του νεκροτομείου. Εκεί, πράγματι, κάνουν καλά τη δουλειά τους, αφού σε κανέναν δεν επιτρέπουν την είσοδο, μονάχα που πολλές φορές είναι οι ίδιοι, μαφιόζοι. Αφαιρούν από τους νεκρούς ό,τι πολύτιμο μπορεί να τους αποδώσει κέρδη. Οι καταγγελίες, που μέχρι στιγμής έχουν δει τη δημοσιότητα, κάνουν λόγο για την αφαίρεση των ματιών και την αφαίρεση του εγκεφάλου, επειδή έχουν κάποιες ουσίες που χρησιμοποιούνται για φάρμακα και καλλυντικά. Κάνουν και αφαίρεση πολύτιμων μετάλλων από παλαιότερες εγχειρίσεις, που είχαν τοποθετηθεί στο σώμα του νεκρού.  Όλα αυτά οι φύλακες των νεκροτομείων τα κάνουν με την ανοχή των γιατρών, όχι γιατί παίρνουν μερίδιο από το κέρδος, αλλά επειδή, εκτός από εγκέφαλοι της μαφίας, είναι και οι μόνοι αγοραστές αυτού του παράνομου υλικού, μιας και το διοχετεύουν «πίσω» σε φαρμακευτικές εταιρίες, οι οποίες τους ελέγχουν οικονομικά.
            Εκτός αυτών, καταγγελίες έχουν γίνει κατά καιρούς και για  κρούσματα νεκροφιλίας, είτε από κάποιες περιπτώσεις νεκροφυλάκων, είτε από νεκρόφιλους που πληρώνουν αδρά τους φύλακες, προκειμένου να τους επιτραπεί η είσοδος στο νεκροτομείο. Ευτυχώς, τα κρούσματα νεκροφιλίας στη χώρα μας είναι ελάχιστα.
            Το επόμενο στάδιο είναι η ετοιμασία των νεκρών. Εκεί δηλαδή, που τα «γραφεία τελετών» πιάνουν δουλειά. Η δουλειά του γραφείου είναι να καθαρίσει τον νεκρό, να τον ντύσει (συνήθως με ρούχα που παραχώρησε η οικογένειά του) και εν συνεχεία να τον μεταφέρει στο νεκροταφείο. Για όλη αυτή την άλλοτε τελετουργική διαδικασία έχουν διαρρεύσει διάφορα περιστατικά που μπορεί να μην έχουν, άμεσα, οικονομικό ενδιαφέρον, αλλά προκύπτουν από την ταχύτητα που αναγκάζει το λιγοστό προσωπικό του γραφείου να εργαστεί (εξάλλου περιμένει ο επόμενος). Ηθικό το ενδιαφέρον, λοιπόν.
 Το γεγονός ότι ακόμα μία δουλειά την κάνουν αλλοδαποί, σημαίνει, απλά, φτηνά μεροκάματα για το γραφείο, οι αλλοδαποί όμως, προέρχονται από μια άλλη θρησκεία και κουλτούρα που δεν ταιριάζει πάντα στα δικά μας περί ταφής, ήθη και έθιμα.
            Περιττό, βέβαια, να πω ότι η ανοχή και η εμπιστοσύνη μεταξύ γραφείων τελετών και νοσοκομείου είναι αμοιβαία, όπως και άψογη είναι η συνεργασία τους τόσο στα προθανάτια όσο και στα επιθανάτια. Είναι πολύ συχνό φαινόμενο οι γιατροί να ενημερώνουν τους νεκροθάφτες γι’ αυτήν την ακριβή ώρα ενός επερχόμενου θανάτου, οπότε να βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος στο σωστό σημείο την κατάλληλη ώρα, με αποτέλεσμα πολλές φορές οι νεκροθάφτες να γνωρίζουν το τέλος του πελάτη τους καλύτερα και από τους οικείους του.
            Οι νεκροθάφτες ακόμα είναι οι βασιλείς της φοροδιαφυγής και το καρτέλ που έχουν θεσπίσει να το αμφισβητήσει κανείς. Ο νεκροθάφτης (το γραφείο τελετών) εργάζεται σε τρεις διαφορετικούς χώρους, το νοσοκομείο, την εκκλησία και το νεκροταφείο. Ως ο πιο βασικός κρίκος της Μαφίας του Θανάτου, ο νεκροθάφτης τους πληρώνει (λαδώνει) όλους τους γιατρούς και φύλακες του νεκροτομείου, παπάδες και νεωκόρους, αλλά  και τους αρμόδιους δημοτικούς υπαλλήλους του νεκροταφείου. Ο νεκροθάφτης πληρώνει γιατί σιχαίνεται τη γραφειοκρατία, τις καθυστερήσεις, θέλει τον σωστό τάφο για τον πελάτη του, κ.λπ. Είναι ο καλύτερος και συνεπέστερος, ελεύθερος επαγγελματίας της Ελλάδας και έχει κερδίσει επάξια τον χαρακτηρισμό «εργολάβος κηδειών».
            Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ η μαφία του θανάτου δρα κυρίως στις μεγαλουπόλεις, οι νεκροθάφτες δρουν ανενόχλητοι και μάλιστα με ηθικά προσωπεία σε ολόκληρη την Ελλάδα.
            Το τρίτο και τελευταίο στάδιο είναι η ταφή του νεκρού. Με την ταφή του νεκρού θα περίμενε κανείς να τελειώσουν τα μαρτύρια των συγγενών του εκλιπόντος. Όμως, μετά την ταφή, ξεκινάει μια υποχρεωτική συνεργασία με την πλέον αδίστακτη μαφία των νεκροταφείων και αυτή η Μαφία είναι καθ’ όλα νόμιμη και τα μέλη της είναι κυρίως οι δημοτικοί υπάλληλοι του νεκροταφείου που υπό την ανοχή της Δημοτικής Αρχής στήνουν μέσα στα νεκροταφεία την πιο μακάβρια επιχείρηση.
            Μη φανταστείτε κάτι πολύπλοκο και ανήθικο. Αρχικά μια ανάγκη καλύπτουν, έναντι κάποιας ευτελούς αμοιβής, 30 με 50 ευρώ τον μήνα -σύμφωνα πάντα με τις ανάγκες του πελάτη, που λόγω ηλικίας ή απόστασης δεν μπορεί να επισκέπτεται το κοιμητήριο-  αναλαμβάνουν τον καθαρισμό του τάφου καθώς και το καθημερινό άναμμα του καντηλιού, το πότισμα των λουλουδιών εάν υπάρχουν, κ.ά.
            Όλο αυτό δεν φαίνεται κακό, αν όμως υπολογίσουμε ότι ένα νεκροταφείο στις μεγαλουπόλεις μπορεί να έχει από τρεις  μέχρι και είκοσι χιλιάδες τάφους, τότε τα λεφτά είναι πολλά και μάλιστα μαύρα! Όμως ούτε αυτό είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι όταν η μίσθωση του «καντηλανάφτη» είναι υποχρεωτική, αφού σε αντίθετη περίπτωση αρχίζουν οι μικροκλοπές σε αντικείμενα, όπως καντήλια, αναπτήρες, λάδι, ανθοδοχεία κ.ά. Αν μετά τις πρώτες κλοπές δεν συμμορφώνονται, φτάνουν ακόμα και στους βανδαλισμούς, όπως σπάσιμο τζαμιών ή μαρμάρων του μνημείου. Για να βρεις έναν καντηλανάφτη για τον τάφο σου, πρέπει να ρωτήσεις τον φύλακα του νεκροταφείου που σχεδόν πάντα είναι στο κόλπο ή τον εργολάβο κηδειών που σε μερικές περιπτώσεις, ειδικά στις επαρχίες είναι και αρχηγός στη μαφία του καντηλανάφτη, αλλά και το ανθοπωλείο έξω από το νεκροταφείο να ρωτήσεις πάλι, θα σε κατατοπίσουν.
            Όταν συναντήσεις τον καντηλανάφτη, θα δεις έναν μελαψό οικονομικό μετανάστη ή έναν ηλικιωμένο Έλληνα αναξιοπαθούντα, που, μετά την ανάθεση της φροντίδας του τάφου σου, θα έχεις την εντύπωση πως βοήθησες έναν συνάνθρωπο. Στην πραγματικότητα, αυτός δίνει αναφορά στον ανώτερο, που εκτός από «νταβατζής» των νεκρών μας, ασχολείται και με το παράνομο εμπόριο τάφων και τα κέρδη του είναι ασύλληπτα.
            Μην επιχειρήσετε ποτέ να τα βάλετε με την μαφία των νεκρών, είναι αδίστακτοι και το κύκλωμά τους είναι μεγάλο και «νόμιμο». Οι μόνοι που δεν εμπλέκονται ενεργά με αυτήν την πολύπλευρη και πολυμελή οργάνωση είναι οι Ιερείς, οι οποίοι περιορίζονται στα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Επειδή όμως και αυτοί έχουν μάτια και βλέπουν και αυτιά και ακούν, όλη η Μαφία του θανάτου έχει και γι’ αυτούς ένα φακελάκι, εξασφαλίζοντας έτσι τη σιωπή τους. 
         Μια ολόκληρη  «επαγγελματική» αλυσίδα έχει στηθεί πάνω στο εμπόριο του θανάτου και αυτοί οι «επαγγελματίες» έχουν ιδρύσει την ισχυρότερη και επικερδέστερη -μετά τους πολιτικούς, φαντάζομαι- Μαφία της χώρας μας. Η λέξη Μαφία που χρησιμοποιώ δεν είναι υπερβολή, αφού, αν κάποιος τους θίξει τα συμφέροντα, οι «φουσκωτοί» είναι σε ετοιμότητα.
            Αν δεν με πιστεύετε, κάντε ένα πείραμα: πηγαίνετε σ’ ένα αθηναϊκό νεκροταφείο και βρείτε είκοσι τάφους που δεν τους περιποιείται κανείς. Αφού σιγουρευτείτε γι’ αυτό, αρχίστε σε καθημερινή βάση να τους καθαρίζετε και να ανάβετε τα καντήλια τους. Μετά από δυο τρεις μέρες το πολύ, θα δείτε τα αποτελέσματα…

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

«Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ», ΜΙΑ ΣΠΑΝΙΑΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ

Γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Και ενώ βαδίζαμε στους δρόμους της Αθήνας γεμάτοι θλίψη και απογοήτευση γιατί είχαμε την αίσθηση ότι η όμορφη, κάποτε, Πόλη μας μπήκε στη χορεία των τριτοκοσμικών εκείνων πόλεων που μας πληγώνουν, φτάσαμε στο Μουσείο Μπενάκη και σαν κάποια μαγική ράβδος μας χτύπησε στους ώμους και συνήλθαμε από τις  εφιαλτικές σκέψεις. Μπαίνουμε στη φροντισμένη είσοδο και ανεβαίνουμε τη μαρμαρένια σκάλα. Καθαριότητα, τάξη, υψηλή αισθητική, πολιτισμός, ιστορική μνήμη, σεβασμός και ανάδειξη μεγάλων στιγμών της ανθρωπότητας, αλλά σεβασμός και στα «μικρά τίποτα», όπου, ως νέοι Μότσαρτ, τα αναδεικνύουν σε σημαντικά και δίδουν άλλο νόημα στη ζωή μας!


Πόσοι από μας δεν έχουμε έναν ταπεινό δίσκο  από τα παλιά, στολισμένο σε μια γωνιά του σπιτιού μας; Και πόσοι, άραγε, αναρωτηθήκαμε για  την ιστορική προέλευσή του, την καλλιτεχνική βαρύτητά του, τη χρηστική αναγκαιότητά του, που με την υψηλή αισθητική του καθόριζε και  την αξία που έδιναν στον προσκεκλημένο τους οι οικοδεσπότες, Έλληνες ή Τούρκοι. Προσκεκλημένο, τον οποίον ήθελαν να τιμήσουν ιδιαίτερα και για τούτο του πρόσφεραν τον αχνιστό καφέ και το γλυκό του κουταλιού πάνω σε έναν  πανέμορφο, λακαρισμένο η  ζωγραφιστό δίσκο.

Η έκθεση που φιλοξενεί το Μουσείο Μπενάκη αναδεικνύει τους διακοσμημένους δίσκους του 19ου αιώνα, θραύσματα υλικού πολιτισμού, εξαιρετικά δημοφιλή στην εποχή τους και προσπαθεί, μες από συλλογές ελληνικές και τουρκικές ν’ ανιχνεύσει την άγνωστη ιστορία τους και να μας μυήσει στο καλλιτεχνικό και ιστορικό περιβάλλον μιας συναρπαστικής εποχής. Εποχής, κατά την οποία η Οθωμανική αυτοκρατορία ακροβατούσε ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα. Την ίδια αυτήν εποχή η γένεση του εθνικισμού στα Βαλκάνια σηματοδοτεί μεγάλες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, η δε έκρηξη της εκβιομηχάνισης, η παρακμή της χειροποίητης εργασίας, λίγο πριν τη λαίλαπα της μαζικής παραγωγής, ανιχνεύονται στην εικονογραφία των δίσκων και στις τεχνικές κατασκευής των. Οι Τούρκοι τους ονομάζουν όχι εύστοχα «Δίσκοι από Ατσάλι» και εμείς τους γνωρίσαμε ως  «Λαϊκή τέχνη», όρος, όχι απόλυτα ακριβής για τους μελετητές.

Αστικά τοπία, από τα πιο δημοφιλή εικονογραφικά θέματα, κοκέτες και ανατολίτισσες, μορφές ωραίων γυναικών, πορτραίτα εστεμμένων Αυτοκρατόρων, όπως του Ναπολέοντα του Γ΄, της λατρεμένης Αυτοκράτειρας της Αυστρίας Σίσσυ, βασιλιάδες και βασίλισσες, Φλόρες της Ρωμαϊκής μυθολογίας, στεφανωμένες με άνθη, προσωποποιήσεις των εποχών, αλληγορίες της ματαιότητας, διάσημες ντίβες του θεάτρου και της όπερας, όπως οι Σουηδέζες σοπράνο Jenny Lind [1820-1887] και Christina Nilsson στο ρόλο της Μαργαρίτας του Φάουστ, αφήνουν έκπληκτο τον επισκέπτη και είναι περίεργο ότι τα πανέμορφα αυτά αντικείμενα έχουν ελάχιστα μελετηθεί στη  πατρίδα μας, ενώ στην Ευρώπη έχουν γίνει σημαντικές έρευνες γύρω από την ευρωπαϊκή τέχνη της λάκας, που έλκει την καταγωγή της από τη μακρινή Ανατολή. Οι έρευνες επεκτείνονται στις γερμανικές και βρετανικές βιομηχανίες Japanning και ρίχνουν φως στην ιστορία των διακοσμημένων δίσκων του 18ου και 19ου αιώνα.


Αναφέραμε ένα μικρό μέρος από τη σπουδαία αυτή έκθεση, που επιμελήθηκαν και οργάνωσαν άψογα η Flavia Nessi-Γιαζιτζόγλου και η Μυρτώ Χατζάκη μέσα σε ένα εξαιρετικά λειτουργικό αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της Τζένης Νομικού, με τις θαυμάσιες γραφικές εφαρμογές της Αλίκης Κακουλίδου και Δήμητρας Βασιλάκου [metoo], που δεν πρέπει να χάσετε.

Δε φτάνει να είναι ο Μαέστρος άριστος, πρέπει να κατέχουν την τέχνη τους άριστα και όλα τα μέλη που αποτελούν την  Ορχήστρα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο άριστος μαέστρος Άγγελος Δεληβοριάς ευτύχησε να διευθύνει μια Ορχήστρα με άριστα μέλη, με αποτέλεσμα το θαύμα του Μουσείου Μπενάκη!

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης Παύλου: ΤΟ ΑΠΑΙΣΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ

Όταν την «Χρυσή Αυγή» την χαρακτήριζα «μαύρη νύκτα» δεν έψαχνα να βρω δύο λέξεις για να εντυπωσιάσω. Χρησιμοποίησα δύο λέξεις με στόχο να αποδώσω με την μέγιστη δυνατή ακρίβεια αυτό που έβλεπα τότε με βάση την ιδεολογία, τις πρακτικές καθώς και την συνολική εμφάνιση του νεοναζιστικού μορφώματος, όσον αφορά την πραγματική ταυτότητά του και στάθηκα ιδιαίτερα απόλυτος και αυστηρός, όσον αφορά κάθε εναγκαλισμό της Χ.Α. από χριστιανό ή ιερωμένο. Τότε κάποιοι θεώρησαν υπερβολικούς τους χαρακτηρισμούς μου, νομίζω πλέον ότι κανείς δεν αμφιβάλλει για την ακρίβεια των λέξεων. Πιθανώς όμως και αυτές ακόμη οι λέξεις σήμερα να υπολείπονται πλέον της αληθείας γιατί η δολοφονία, πρώτον εν ψυχρώ και δεύτερον κατόπιν εντολής, δεν παραπέμπει μόνο στην νύκτα, αλλά κυρίως στην κόλαση. 

Υπάρχει κάτι που με τρομάζει πιο πολύ από το έγκλημα. Είναι ο τρόπος του εγκλήματος. Η ψυχρότητα της εκτέλεσης. Ούτε ένα δάγκωμα της ψυχής, ούτε ένας προβληματισμός της τελευταίας στιγμής, ούτε η παραμικρή νύξη της συνείδησης, ενός υποτιθέμενου φιλήσυχου πολίτη; Ποια λοιπόν είναι η οργάνωση και πόσο κολασμένη είναι, που μπορεί να κάνει ένα «φιλήσυχο» πολίτη σε αδίστακτο εγκληματία; Το έγκλημα ήταν αποτέλεσμα μιας λεηλατημένης από κάθε αξία και ισοπεδωμένης ψυχής ή ήταν καρπός ενός φόβου απέναντι σε εκείνους που τον διέταξαν να σκοτώσει; Με την ύπαρξη τόσων ντοκουμέντων και μαρτυριών για τη σχέση του με την εγκληματική οργάνωση η προσπάθεια να παρουσιασθεί ότι έχει χαλαρή σχέση μήπως και αυτή είναι αποτέλεσμα μιας εντολής η και ενός φόβου για την δική του την ζωή; Αλλά και η γελοία προσπάθεια των βουλευτών της Χ.Α. να αποτινάξουν από πάνω τους και τον άνθρωπο και το έγκλημα δεν οδηγεί τον ταλαίπωρο και δυστυχή εγκληματία να καταλάβει ποια τύχη τον περιμένει και τον ίδιο; 

Και τα ερωτήματα συνεχίζονται: Άργησε η πολιτική ηγεσία να αντιληφθεί τι είναι η Χρυσή Αυγή ή σιώπησε εν γνώσει της, έχοντας άλλες σκέψεις στο πίσω μέρος του εγκεφάλου της; Αν άργησε, τότε είναι επικίνδυνη για τον τόπο λόγω αδυναμίας και ανικανότητος να συλλάβει την κρισιμότητα των στιγμών και να αξιολογήσει τα δεδομένα. Αν σιώπησε ένοχα γιατί νόμιζε ότι μπορεί να διαχειρισθεί το πρόβλημα, τότε θυσιάζει την πατρίδα στα πολιτικά της παιγνίδια. Έπρεπε να φθάσουμε στο αίμα για να καταθέσει ο Υπουργός όσα κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου; Αυτά δεν ήταν γνωστά; δεν ήταν δεδομένα; καθ’ εαυτά δεν συνιστούσαν αδικήματα; είχαν αντιμετωπισθεί σαν αδικήματα; Αυτά δεν έδειχναν ότι πρόκειται για εγκληματική οργάνωση; Τις ορδές των βαρβάρων δεν τις έβλεπαν; Τις εικόνες των σύγχρονων ΕΣ-ΕΣ που γυρνούσαν στους δρόμους για να τρομάξουν τους Έλληνες δεν τις είχαν δει; Αυτές οι εμφανίσεις οι ομαδικές και ο τρόπος τους, δεν πιστοποιούσαν ότι πρόκειται για παραστρατιωτική οργάνωση. Η διαφαινομένη αποφασιστικότητα του Υπουργού και της Πολιτείας θα έχει συνέχεια και συνέπεια η είναι ένα πυροτέχνημα λόγω του εκτάκτου των γεγονότων; Βλέπετε δεν μας έχει πείσει η πολιτική ηγεσία ότι μπορούμε να της έχουμε εμπιστοσύνη. Πόσες φορές ακούσαμε από υπεύθυνα, υποτίθεται, πολιτικά χείλη ότι «το μαχαίρι θα φθάσει στο κόκκαλο», αλλά αυτό δεν ακούμπησε ούτε το δέρμα; Το ακόμη θλιβερότερο. Η διχοστασία της πολιτικής ηγεσίας και η απουσία καθαρού πολιτικού λόγου, η αδυναμία συνεννόησης σε μια τόσο κρίσιμη ώρα, δείχνει μια πολιτική ηγεσία ανάξια της πατρίδος και των περιστάσεων. 

Ευρισκόμενος αυτές τις ημέρες εις την πατρικήν οικίαν λόγω ασθενείας άκουσα τον αρχηγίσκο του ναζιστικού μορφώματος να μιλάει με τόση αηδία για το Κοινοβούλιο και για το πολίτευμα, με το γνωστό του χιτλερικό παραλήρημα. Διερωτώμαι: Δεν τον άκουσε κανένας εισαγγελικός λειτουργός. Δεν συνιστούν οι λόγοι του προσβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος; Ποια αγωγή δίνει στα νέα παιδιά, τα οποία στερημένα ουσιαστικής παιδείας και από το σχολείο και από την οικογένεια γίνονται μα άμορφη μάζα από την οποία θα επιλέγονται οι αυριανοί εκτελεστές; 

Δυο λόγια ακόμη γι’ αυτούς που ψήφισαν τον Ναζισμό. Ίσως δεν ξέρατε. Ίσως παρασυρθήκατε; Τώρα καταλάβατε; Τώρα ξυπνήσατε; Τώρα δεν μπορείτε να επικαλείσθε ούτε την άγνοια, ούτε την διαμαρτυρία, ούτε την απόγνωση. Μεγαλύτερη απόγνωση από το Ναζισμό δεν υπάρχει. Αλλιώς ετοιμασθείτε να κλάψατε και το δικό σας το παιδί! Γιατί ο Ναζισμός δεν έχει φίλους, έχει μόνον θύματα.

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ (ΜΝΗΜΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΙΕΡΗ)

Μνημόσυνο ερό,  γονιν κα συγγενν...

[Εικαστικό σχόλιο: Ζωγραφική Πολυξένης Μαρλίτση]
Μ τ φθινόπωρο πο νέτειλε μι σειρ πυκνν λογισμν λογχίζει τν ψυχή, καθς μέσα στ κλίμα τς μοναξις κα τς ρέμβης νοίγονται μπροστά σου, ταξιδεύοντας πάνω σ λίμνη δακρύων, μι σειρ προσώπων ερν. Συγγενν κα φίλων πρόσωπα, μέσ᾿ π τ ποα  νάστησες, σ καιρος λλους, καιρος πρωτινούς, τν θεράπευτα εαίσθητο ψυχισμό σου. Γιατ μέσ᾿ π᾿ λ᾿ ατ διαπιστώνεις τι κάποιο νμα όρατο σ δένει κα  σ κρατ μ κλωστς θραυστες δεμένο μ τν Ορανό. κε πο καταφεύγεις πάντα μ συγκίνηση κα πομονή, μέχρι ν στραγγίξουν π μέσα σου λα τ φαρμάκια. Κα συνδρομητς σ᾿ ατή σου τν δοιπορία εναι πάντα ο γιοι, λλ κα ο δικοί σου νθρωποι. Ατο πο γάπησες κα σ’ γάπησαν - ζντες κα τεθνετες. Μ περισσότερους τος δεύτερους, γιατί,  σο περνον τ χρόνια,  ραιώνουν ο πρτοι, ο ζντες - φίλοι κα γνωστοί... ραιώνουν κα μάλιστα προσποιονται τρόπους γι ν σ᾿ ποφεύγουν. Ποις ξέρει γιατί...
στόσο σ ναπαύεσαι κάθε φορ πο θ σταθες σιμ στ μεγάλο παράθυρο πο κοιτάζει κατ τ νυχτωμένο πέλαγο κα μέσα στ σιωπ τς φθινοπωρινς τς Νύχτας θ᾿ φουγκραστες πάλι, μαζ μ τ μουσικ πο σηκώνει νεμος κα ο σταγόνες τς βροχς πο ραμφίζουν τ τζάμι,  τ βήματα τν προσφιλν σου προσώπων πο σιμώνουν κα φωτίζουν μ τν παρουσία τους τ μοναξιά σου.  Εναι τ πρόσωπα ατ τν γαπημένων μας ο σκις, πο μς νοιάζονται ατς τς ρες τίς μοναχικς κα σκύβουν πάνω μας κα μς παραμυθον ς λλοι γγελοι -κα μήπως δν εναι;- ξεδιπλώνουν τς φτερογες τους κα μς σκεπάζουν μ μι τρυφερότητα παραδειγματική, στε ν γαληνέψει ψυχή μας π  τν τρικυμισμένη μέρα, π τς κάθε εδους θύελλες, ο ποες μς πειλον, μς κουρελιάζουν, μς γεμίζουν πληγές. Κι τσι, ταν ρθει τ βράδυ κα μαζευτομε στν ρημιά μας, χουμε τν ελογία ν μς πισκεφτον ο γιασμένες Μορφς τν δικν μας, πο τς νακαλομε π τ χώρα τς σιωπς, στε ν φωτίσουν μ τν παρουσία τους, τ σκοτάδια τς μοναξις μας κα ν μς βεβαιώσουν τι μς χουν πάντα στν γνοια τους.
ερ ντως ρα τούτης τς πίσκεψης, φο μαζί τους γίνεται διάλογος πο δν πρόφτασε ν γίνει λλοτε, ταν κι ατοί ταν μαζί μας, νθρωποι ζωντανο μ ποικίλες ναλλαγς στν ψυχισμό τους –μήπως κα τώρα δν τος θεωρομε ζωντανος, σχετ᾿ ν κάτω π τ χώματα ναπαύονται τ σώματά τους - μες ς ζωντανος τος θεωρομε, πως τος λλους δικούς μας, τος ξενιτεμένους,  πο περιμένουμε ν πιστρέψουν π κάποιο ταξίδι...
νοίγουμε λοιπν τν καρδιά μας κα τος φήνουμε ν᾿ φουγκράζονται τ σα μονολογομε, πως φήνουμε τ Θε ν᾿ κούει προσεχτικ τν προσευχή μας. Γιατ χουμε πολλ ν πομε κι κόμη περισσότερα ν᾿ ναφέρουμε, ν ξομολογηθομε.
Κι κενοι μς κον πομονετικά, συχα, κι στερα μέσα στ γνόφο τς σιωπς τους ποχωρον. Γι ν μείνει στ νυχτωμένο δωμάτιο περίεργη κείνη πουσία, πο σφαλς προϋπόθετε τν παρουσια κάποιων. Κι ατ πουσία γίνεται μ τν καιρ μι ελογημένη σκηση γι μι ναμον κάποιας λλης πίσκεψης, πο θ φωτίσει τν καρδιά, θ τς χαρίσει τν ερήνη κα θ τς σφουγγίσει τ αματα κα τ δάκρυα πο συσωρεύονται μέσα της π πολλκα κυρίως πό τς πιθέσεις τν συνανθρώπων πο διψνε γι περοχή, ατοδιαφήμιση κα περιθωριοποίηση το λλου. Δίχως ν σκέφτονται τς δικές μας ντιστάσεις κα προπάντων ατς τς φωτεινς παρουσίες πο μς συντροφεύουν, μς νισχύουν κα προστατευτικ μς καλύπτουν, μ τ χιτνα τς τρυφερότητας, τς νιδιοτελος γάπης κα ελικρινος συναντίληψης. πως τότε...

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Μια θλιβερή ρύπανση «πολιτισμού»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το Καλοκαίρι πέρασε, αλλά η εκ των αφισών ρύπανσή του παραμένει. Παντού, σε φανοστάτες, κολώνες Δ.Ε.Η., τοίχους, προσόψεις σπιτιών, ακόμα και σε απόμακρες και μακραίωνες ντόπιες, οι μορφές των αρπαχτών, άλλες ξεθωριασμένες, άλλες αειθαλείς, άλλες ξεσχισμένες και συνεχίζοντας την παράδοση των κουρελούδων, μας κοιτάζουν ειρωνικά και χαμογελούν σατανικά.

Απ’ όλα έχει η θλιβερή αυτή πινακοθήκη της ακαλαισθησίας. Λαϊκοί βάρδοι, ηθοποιοί, ταλαντούχοι και ατάλαντοι, άσχετοι οι περισσότεροι με το ντόπιο πνεύμα και την επτανησιακή αισθητική, συνεχίζουν το κακό, παρότι το καθαυτό αμφίβολης ποιότητας έργο τους από καιρό έχει τελειώσει. Είναι τα κατάλοιπα μιας επιπολαιότητας και το δείγμα της τριτοκοσμικής μας νοοτροπίας.

Το κακό ήταν εντονότερο, όταν γυρίζοντας από ένα πολυήμερο ταξίδι μου σε Σαν Μαρίνο και Ιταλία (Sulmona), οποίο έκανα με την Γκιόστρα της Ζακύνθου, είδα παντού κρεμασμένη, ως και στην γειτονιά μου στο ριζοχώρι Φιολίτης, μια μορφή που την αγνοούσα σαν φάτσα και όνομα, ο άσχετος, αλλά απ’ ό,τι μου είπαν είναι από τις πρώτες φίρμες και θα γέμιζε ασφυκτικά τον χώρο, όπου θα εμφανιζόταν, όπως και δυστυχώς, για την ιστορία και την παράδοση που κουβαλούμε στις πλάτες μας, έγινε.

Στο παραπάνω ανεξάρτητο κρατίδιο, που πρόσφατα είχα επισκεφτεί, αλλά και στην μικρή ιταλική πόλη, με την οποία έχουμε αδελφοποιηθεί, τις ημέρες εκείνες γινόταν οι «Μεσαιωνικές Ημέρες» και η «Ευρωπαϊκή Γκιόστρα», αντίστοιχα, όπου, ως γνωστόν, έλαβε μέρος και το νησί μας, η Ζάκυνθος. Εκεί, λοιπόν, ακόμα και οι καλλιτεχνικές αφίσες των εκδηλώσεων ήταν τοποθετημένες σε ειδικά, καλαίσθητα πλαίσια, σ’ επίκαιρα σημεία των πόλεων και δεν έκαναν, όπως σε μας, τις γειτονιές γιουσουρούμ, αλλά κομψά και διακριτικά ενημέρωναν τους πολίτες για τις γιορτές του τόπου τους. Δείγμα τάξης, πολιτισμού και σεβασμού στους συμπολίτες και το περιβάλλον, το οποίο έκανε, σαν επέστρεψα εις τα ίδια, πιο έντονη την αντίθεση και τόνισε περισσότερο την επιπολαιότητά μας. Γι’ αυτό και το ανέφερα.

Δεν είναι σκοπός του σημερινού μου κειμένου να κρίνω το κατά πόσο ο κάθε περιφερόμενος από επαρχία σε επαρχία, από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό, τραγουδά ή γαβγίζει, κάνει τέχνη ή εξαργυρώνει επιταγές τηλεοπτικής υποχώρησης, εποικοδομητικά προσφέρει ή ανησυχητικά γκρεμίζει. Αυτό είναι θέμα μιας άλλης, πολλή προσεκτικής συζήτησης, η οποία πρέπει να απασχολήσει περισσότερο τους αρμόδιους, αλλά και τον τοπικό τύπο. Θέμα αυτού εδώ του κειμένου είναι η τεράστια αφισορρύπανση, που γίνεται κάθε Καλοκαίρι και ο εξευτελισμός της αισθητικής μας.

Ακόμα και ο Άγιος πέρασε στην θερινή του λιτανεία από την ιστορική, αλλά με νεοελληνική πια άποψη και ονομασία Στράτα Μαρίνα, που προσαρμοσμένα στην παραπάνω αισθητική των νυχτερινών κέντρων, πολλοί την ονομάζουν «Παραλιακή»!!! και τον κοιτούσαν, σαν αναίσχυντες βλασφημίες οι διαφημίσεις του νεότερου πολιτισμού μας, οι οποίες συνυπήρχαν με τις πανηγυρικές σημαίες στους φανοστάτες των πεζοδρομίων, που τα περισσότερα δεν έχουν πια πεζούς, αλλά πραμάτειες.

Η Ζάκυνθος από «Άνθος της Ανατολής» και «Φιόρο του Λεβάντε», ανεπαισθήτως, όπως θα έλεγε και ο απαιτητικός Καβάφης, κατάντησε μια ξεχειλωμένη κουρελού. Μα της αξίζει μια καλύτερη τύχη, για την ιστορία της και μόνο.

Σ’ έναν μικρό τόπο, σαν και τον δικό μας, η διαφήμιση – ρύπανση δεν νομίζω πως είναι απαραίτητη. Σε τίποτα δεν ωφελεί η υπερβολή της. Τα νέα διαδίδονται από στόμα, σε στόμα και τα πάντα, καλά ή κακά, μαθαίνονται, ευτυχώς ή δυστυχώς, γρήγορα, για να μην πω αστραπιαία. Προς τι, λοιπόν, αυτός ο αισθητικός εξευτελισμός;

Ίσως θα έπρεπε να φτιαχτούν ειδικές πινακίδες και σε μας, οι οποίες, τοποθετημένες σε διάφορα επίκαιρα και κεντρικά σημεία της πόλης και της υπαίθρου, να δέχονται τις σχετικές αφίσες των εκδηλώσεων. Σε όλα τα άλλα σημεία θα έπρεπε να απαγορεύεται η ανάρτησή τους και αν αυτό γίνει, για να μην φτάσουμε στα άκρα, να αφαιρούνται αμέσως από ειδικά συνεργεία.

Και κάτι άλλο και τελευταίο. Βλέποντας, εγώ ο ταλαίπωρος, που επιμένω στον δημιουργικό πολιτισμό του νησιού μου, τόσο χαρτί να πηγαίνει κυριολεκτικά χαμένο και μάλιστα σε καιρό κρίσης, λυπάμαι περισσότερο που τα «Επτανησιακά Φύλλα» έκλεισαν και η Ζάκυνθος, τόπος με μεγάλη εκδοτική παράδοση, έμεινε χωρίς ούτε ένα περιοδικό, την στιγμή που κάποτε έκανε κουμάντο στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι της Χώρας μας με τους «Ανθώνες» του Τσακασιάνου.

Εύχομαι τα πράγματα να διορθωθούν και να μην είναι αναγκασμένοι οι χωρικοί μας, σε λίγους μήνες, σαν θα πάνε να μαζέψουν τις ελιές τους, πριν στρώσουν τα λιόπανα, ν’ αποκαθηλώνουν τις ανεπίκαιρες μορφές από τα λιόφτα τους.

Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο εκδηλώσεις, αλλά προ πάντων τρόπος ζωής.
Ας τον κερδίσουμε.


Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email