© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Άννας Τσουκαλά-Κουφού: ΑΡΓΟΥΝ (ποίημα)

Σε στοιβαγμένα βότσαλα

Ψάχνουμε τις ψυχές μας

Ανακατεμένες με την 

Απληστία της κόλασης

Κι είμαστε μόνοι

να ερευνούμε.

Ουδείς,

ούτε στο ενύπνιο

δεν προστρέχει,

χειροπιαστά τριακόσια 

πέλαγα καθεύδουν,

μέρες που είναι!

Η μέθη της αποκοτιάς

Οργίζει την ανάσα

Της θάλασσας, αργούν οι μέρες

Μ' ένα νυστέρι

Κρυμμένο στ’ άγρια φύκια,

ενώ η Αιγιαλίτιδα

με παλάμες ζωγραφιές

καρτερεί την Ηώ.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

TANGO, ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΟΧΑΡΑΚΗ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΟΛΩΝΑ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

«Ας με φιλήση με τα φιλήματα του στόματος αυτού. Διότι η αγάπη σου είναι καλητέρα παρά τον οίνον».
Άσμα Ασμάτων


25 Οκτωβρίου 2011. Στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, καθόμαστε πίσω από μία κολώνα με τον ιστορικό χορού και κριτικό της Καθημερινής Ανδρέα Ρικάκη, περιμένοντας την έναρξη του Tango. Τα φώτα χαμηλώνουν, οι δύο μουσικοί εμφανίζονται στη σκηνή και οι νότες των Astor Piazzolla, Richard Galliano, Annibal Troilo, Juan Maglio, Σπύρου Μοσχόπουλου και άλλων, κάνουν το μικρόκοσμο του θεάτρου να ασφυκτιά από μελωδίες. Απέναντί μας ο ακορντεονίστας, Λευτέρης Γρίβας, παίζει μπαντονεόν. Καθώς, όμως η κολώνα κρύβει τον πιανίστα Σπύρο Μοσχόπουλο, αρκούμαστε να παρακολουθούμε τη σκιά του που προβάλλεται στον τοίχο και, ω του θαύματος, γίνεται ένα με τις σκιές του Άϊζενστάιν. Όμως, τι κρίμα, μία ευτραφής κυρία καταλαμβάνει την μπροστινή θέση κι αυτό ήταν αρκετό να καταστρέψει το όνειρο. Το μουσικό μέρος συνόδευε κάποιο Video, της Μαρίας Ντούμα και Έφης Ζάμπα, πρέπει να είχε ενδιαφέρον, αν κρίνουμε από τις σκόρπιες παραμορφωμένες εικόνες που καταφέρνανε να δούμε στα λοξά , τεντώνοντας το λαιμό και το σώμα. Αλλά οι δύο δεξιοτέχνες, ο πιανίστας και ο ακορντεονίστας, έπαιζαν εξαίσια και μας βύθισαν στις μελωδίες του Tango και σε λογισμούς του νου και των ερώτων.




Η λέξη Tango είναι Ισπανική, είχα κάποτε διαβάσει, και έλκει την καταγωγή του από παλαιό Αιγυπτιακό χορό, μαυριτανικής προέλευσης, τον οποίο διέδωσαν οι Ισπανοί κατακτητές στην Αργεντινή. Σημαίνει δε γιορτή ή λαϊκό θέατρο, όρος που επεκράτησε και για τους λαϊκούς τοπικούς χορούς τόσο της Ισπανίας όσο της Βραζιλίας, Αργεντινής Μεξικού και Κούβας. Οι τοπικοί αυτοί χοροί διέφεραν μεταξύ τους. Στην Ισπανία το Tango το χόρευε ένας μόνο χορευτής. Αλήθεια, θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να βλέπαμε και σήμερα πως θα μπορούσε αυτός ο ένας να υποδυθεί διττό ρόλο. Το Αργεντίνικο Tango ξεκίνησε από τις «πάμπες» και χορευόταν από τα λαϊκά στρώματα σε κακόφημα, ύποπτα κέντρα. Αργότερα μπήκε στα θέατρα και στα καφωδεία. Στην Ευρώπη φτάνει το 1912, στην Ελλάδα το 1913 και χορεύεται και στις δύο χώρες σαν ξεχωριστό νούμερο του μουσικού προγράμματος. Η ομοιότητά του με την HABANERA έκανε πολλούς να πιστεύουν ότι προέρχεται από το Μεξικό ή την Κούβα. Λόγω δε των «ασέμνων» κινήσεων του σώματος εξοστρακίστηκε από τις σοβαρές κοσμικές εκδηλώσεις και κατηγορήθηκε σαν ανήθικος χορός. Πράγμα που οδήγησε τον Πάπα στην απαγόρευση και στον αφορισμό των Καθολικών που θα τον χόρευαν. Συνέστησε μάλιστα την αντικατάστασή του από τον Ιταλικό χορό «Φουρλάνα». Με τον καιρό το Tango δέχτηκε τροποποιήσεις, κατέκτησε όλες τις τάξεις των ανθρώπων και έγινε ένας από τους δημοφιλέστερους ερωτικούς χορούς τόσο της αριστοκρατίας όσο και των λαϊκών στρωμάτων.

Και ενώ όλα τούτα στριφογυρίζουν στο μυαλό το ζευγάρι των χορευτών με την είσοδό του στη σκηνή τραβάει την προσοχή μας. Ο Fabian Ballejos εκπληκτικός χορευτής και δάσκαλος και η ωραία ντάμα του Τζίνα Νικολίτσα χορεύουν με άψογη τεχνική, ακρίβεια και με ωραίο στυλ. Ένα πραγματικά γοητευτικό ζευγάρι, που θα ήταν αξεπέραστο, αν δεν είχε περιοριστεί στην κατά εγκεφαλικό τρόπο απόδοση του χορού, καθ’ όσο διαπιστώσαμε απουσία πάθους και ερωτισμού, δύο συναισθήματα που χαρακτηρίζουν το αιώνιο TANGO.

Κουράγιο συμπάσχοντες, τι κι αν σας εμποδίζουν οι κολώνες, αφήστε τη φαντασία σας να τρέχει και την ψυχή σας να αγάλλεται γιατί «Τα άνθη φαίνονται εν τη γη∙ ο καιρός του άσματος έφθασε, και η φωνή της τρυγόνος ηκούσθη εν τη γη ημών».

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

«Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό» της Ζακύνθου

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Τιμώντας την επέτειο του ΟΧΙ, παραλλάσσουμε τον τίτλο μιας αρκετά γνωστής σύνθεσης του Οδυσσέα Ελύτη και, εκμεταλλευόμενοι την μεστότητα του λόγου του, αποδίδουμε τα δέοντα σ’ έναν από τους ελάσσονες ποιητές του νησιού μας, ο οποίος πάνω απ’ όλα συνδέεται με το έπος που γιορτάζουμε.

Πρόκειται για τον εραστή του στίχου Σπύρο Γκούσκο, ο οποίος γεννήθηκε στο χωριό Καταστάρι στις 16 Γενάρη του 1911 και σκοτώθηκε πολεμώντας στην Αλβανία, με τον βαθμό του έφεδρου ανθυπολοχαγού (να, γιατί ταιριάζει ο τίτλος του δημιουργού του «Άξιον Εστί») στις 8 του Γενάρη (και πάλι) του 1941.

Δεν είναι από τους γνωστούς δημιουργούς και, αν δεν υπήρχε ο φίλος του ο Ντίνος Κονόμος, ίσως να μην τον γνωρίζαμε εμείς σήμερα. Ίσως η θυσία του να ήταν μεγαλύτερη από την ποιητική προσφορά του και η βιωτή του πιο σημαντική από την δημιουργία του.

Η σύντομη ζωή του δεν μας παρέχει την πολυτέλεια των απαιτήσεων και η εποχή του δεν είναι στιγμή μεγαλοσύνης για τον τόπο μας, που με την δυτική φινέτσα του δίνει εξετάσεις εισαγωγής στην νέα, μίζερη Αθηναϊκή πρωτεύουσα. Παρ’ όλα αυτά είναι μια παρουσία αξιομνημόνευτη και καθαρό δείγμα της αισθητικής του καιρού του.

Ο ίδιος στην ηλικιακή και δημιουργική του νιότη (μια και δεν πρόλαβε πουθενά να γεράσει) δημοσίευσε στίχους του σε εφημερίδες κυρίως της Ζακύνθου. Η πολυτέλεια της έκδοσης βιβλίου ήταν για τους παραπάνω λόγους αδύνατη. Μετά το θάνατό του (ή πιο σωστά τη θυσία του) ο Ντίνος Κονόμος, σαν φόρο τιμής, δημοσίευσε στο αθηναϊκό περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα, το οποίο κυκλοφόρησε στις 5 Μαρτίου 1941, ένα άρθρο του σχετικό με τον τζαντιώτη ποιητή, στο οποίο γνώρισε στο ευρύ κοινό και ανέκδοτα ποιήματα του Σπύρου Γκούσκου.

Αργότερα, το 1944, ο ίδιος χαλκέντερος ιστοριοδίφης τύπωσε το πρώτο του βιβλίο με τον τίτλο: «Σπύρου Γκούσκου (1911-1941) Εκλογή (από το ποιητικό του έργο). Φροντίδα: Ντίνου Κονόμου), Ζάκυνθος 1944». Σ’ αυτό περιλαμβανόταν τα πιο σημαντικά δημιουργήματα του κατασταριανού ευαίσθητου λάτρη του στίχου και με τον τρόπο αυτό έγιναν γνωστά στο αναγνωστικό και φιλόμουσο κοινό.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε σε 160 μόνο αντίτυπα, μια και στις σκοτεινές εκείνες μέρες το χαρτί, όπως και όλα τ’ αγαθά, ήταν δυσεύρετο. Για το λόγο αυτό εξαντλήθηκε γρήγορα. Μα και σαν να μην έφθανε το ένα κακό, ακολούθησε και το άλλο. Τον Αύγουστο του 1953 ο σεισμός και η φωτιά αφάνισαν και ισοπέδωσαν. Έτσι τα ποιήματα του Σπύρου Γκούσκου ξεχάστηκαν και πάλι και ο «οβολός της χήρας» κινδύνεψε να χαθεί για πάντα. Το άγρυπνο ενδιαφέρον, όμως, του τελευταίου εκπρόσωπου της ζακυνθινής ιστοριογραφίας επενέβη και πάλι και το βιβλίο ξανατυπώθηκε το 1990, πολεμώντας την φθορά του χρόνου και την κακοδαιμονία του τόπου.

Δεν είναι μέρα σήμερα για κριτική, ούτε αυτή είναι πάντα απαραίτητη. Ο ποιητής, όμως, Σπύρος Γκούσκος, επιζεί στην μνήμη των νεότερών του με το ποίημά του «Ιστορία μιας σερπαντίνας», που σαν ταυτότητα μιας εποχής, της εποχής του, διατηρήθηκε στη μνήμη πολλών και μεταδόθηκε στους επόμενους, καθώς και με μια μετάφραση του γνωστού τροπαρίου της μοναχής Κασσιανής («Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις…»), που κάθε που την διαβάζω ομολογώ πως είναι πολύ πιο συγκινητική και πιστή απ’ αυτήν του Παλαμά και ας μου συγχωρεθεί η ασέβεια.

Σήμερα ο Σπύρος Γκούσκος έχει ένα δρομάκι κάθετο στην Πλατεία Ρούγα, που οδηγεί προς το 2ο Δημοτικό Σχολείο της πόλης μας, εφαπτόμενο του Ταχυδρομείου. Έτσι τον τιμά η γενέτειρά του. Εμείς ας του αποδώσουμε τα δέοντα με την ίδια του την δημιουργία. Ας τον θυμηθούμε γνωρίζοντας ένα ποίημά του, από τα πιο όμορφα, κατά την γνώμη μου, που έγραψε, όπως μας το διέσωσε στο βιβλίο του ο Ντίνος Κονόμος. Έχει τίτλο «Έκσταση» και γράφτηκε το 1938. Χαρείτε το:

Μη μιλάς! Σώπα κι άφησε τη σιωπή να πληθαίνει…
Πιο κοντά θα μας φέρουνε τα φτερά της σιωπής.
Τέτοιαν ώρα τ’ απόβραδο που τ’ αχνό φως παθαίνει
μη μιλάς… τι θα πεις;

Μη μιλάς! Άκου… σώπασε κι η Κλωθώ που τυλίγει
τη ζωή στην ανέμη της. Μια στιγμή διακοπής
- σπάνια τόσο που βρίσκεται – τη χαρά έχει τη λίγη –
μη μιλάς… τι θα πεις;

Μη μιλάς! Καθώς γύρω μας το σκοτάδι πληθαίνει
στα μαλλιά μου τα χέρια σου –δυο πηγές της στοργής–
φέρε, ως μάνα θα τάφερνε στ’ ορφανό που παθαίνει
κι ούτε λέξη μην πεις.

Ό,τι άλλο πούμε περιττεύει. Ας θυμηθούμε σήμερα τον Ποιητή. Το κείμενό μας αυτό ας γίνει ένα «άσμα ηρωικό και πένθιμο» για το χαμό του!

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Μαρίας Κοτοπούλη: ΛΑΛΟΥΝΤΕΣ ΨΕΥΔΗ (ποίημα)



Λαλούντες ψεύδη

Ψευδή ευμάρεια

Απολαμβάνουν

Παραδομένοι στη φθορά

Συναγωνίζονται σε βλασφημία

Τους Ρωμαίους

Εκτοξεύοντας φωτιές

Στα κεφάλια των αθώων

Τον κράζοντα ΕΛΕΟΣ

Στα πέρατα της γης

Κανένας δεν ακούει

Μισθοφόροι Σταυροφόροι

Έμποροι Φράγκοι

Προσφέρουν το μερίδιο

Από το «Χρυσίον της Αραβίας»

Στους Συγκλητικούς`

Στους πληβείους

Τα αποφόρια της Ερήμου

Ικέτες

Τα αποθέτουν στο

Ναό

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Ο Παπαδιαμάντης και η Ιόνιος Πολιτεία

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Αφιερωμένη στον μεγάλο Σκιαθίτη και τον Κοσμοκαλόγερο των νεοελληνικών γραμμάτων είναι επάξια η φετινή χρονιά και η θύμησή του επανήλθε με πολλούς τρόπους στην καθημερινότητα και την χειμαζόμενη, όπως θα έγραφε και ο ίδιος, πραγματικότητά μας, για να μας δώσει κουράγιο και να μας στηρίξει. Γιατί, όπως μας άφησε παρακαταθήκη ο άλλος μεγάλος, με τον οποίο ισότιμα μοιράζεται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης την αφιερωματική επέτειο, ο Οδυσσέας Ελύτης, αυτόν, μαζί με τον δικό μας, τον Διονύσιο Σολωμό, πρέπει να μνημονεύουμε κάθε που μας βρίσκει το κακό και αυτό, από μια σωστική σύμπτωση, κάνουμε φέτος.

«Η κορυφή των κορυφών» χαρακτηρίστηκε από τον ακριβοδίκαιο με τις λέξεις Κωνσταντίνο Καβάφη ο νυκτερινός υμνωδός του Αγίου Ελισαίου και αυτή η μέγιστη απόδειξη τιμής ήταν πράγματι αντάξια με το έργο του και την προσφορά του. Ομολογώ πως εμένα προσωπικά με συντρόφευε πάντα, από τα άγουρά μου χρόνια, ως τώρα, σε όλες τις μεγάλες γιορτές, με τα επίκαιρα διηγήματά του. Δεν μπορούσα και δεν μπορώ να καταλάβω Χριστούγεννα, δίχως να διαβάσω «Το Χριστόψωμο» ή το «Στο Χριστό, στο Κάστρο» και το Πάσχα μου θεωρεί απαραίτητο συμπλήρωμα τον «Λαμπριάτικο ψάλτη» και την «Εξοχική Λαμπρή», όπως τα βρήκα σε μια πανόδετη έκδοση της Εταιρείας Ελληνικών Εκδόσεων στην βιβλιοθήκη του σπιτιού μας και από τότε πάντοτε με πόθο τα ξανανοίγω. Το παράξενο, μάλιστα, είναι πως με την καθαρά ιόνια νοοτροπία μου, με τα παιδικά βιώματα της τοπικής μας Κουλούρας, για την μια γιορτή και της Mater Dolorosa, για την άλλη, μπορώ να επικοινωνήσω με τα γραφόμενα του Αιγαίου Δημιουργού και να συμβιώσω με τους ήρωες των διηγημάτων του, τους τόσο διαφορετικούς από τους συντοπίτες μου. Αυτό, πιστεύω, δείχνει την μεγαλοσύνη του και του εδραιώνει τον τίτλο του κορυφαίου.

Σήμερα, τιμώντας την επέτειό του, στο κείμενό μου αυτό, εορταστικά κι εγώ, όσο γίνεται, θα σταθώ σ’ ένα, όχι και τόσο γνωστό διήγημά του, το οποίο έχει σχέση με τον δικό μας, τον Επτανησιακό χώρο, και μ’ αυτήν την μικρή αναφορά, θα προσπαθήσω να τιμήσω τη μνήμη του, αποδίδοντας, ποικιλότροπα, τα δέοντα.

Πρόκειται για το δημιούργημά του «Η Δασκαλομάνα», το οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε το 1894 στο Ημερολόγιο Νέα Ελλάς και σ’ αυτό, συν τοις άλλοις, μας δίνει το κλίμα μιας τάξης της εποχής του. Αξίζει να γνωρίσουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, όχι τόσο για να θυμηθούμε την παιδαγωγική μέθοδο του νεοελληνικού κράτους, όσο για να βαπτισθούμε και πάλι στα παπαδιαμάντια νάματα. Πρόκειται για τη σκηνή που τελειώνει το μάθημα των θρησκευτικών και αρχίζει η γεωγραφία:

«Οι επτά μαθηταί έρριψαν εις το βάθος του φύλακός των, ον είχον ανηρτημένον υπό την αριστεράν μασχάλην, τας ιεράς Ιστορίας των, κι εξήγαγον τας Γεωγραφίας. Ήνοιξαν τα βιβλιάρια και ήρχισαν να ψιθυρίζωσιν αναγιγνώσκοντες με τα χείλη, ώστε απετελείτο μεν μία βοή, αλλ’ ουδεμία λέξις διεκρίνετο. Ο μεγαλύτερος την ηλικίαν, όστις ήτο και ο ερμηνευτής της κλάσεως, μεταβάς προς τον τοίχον εξεκρέμασεν τον χάρτην, και κομίσας τον απέθηκεν επί της μικράς τραπέζης, προ της οποίας ηρέσκετο να κάθηται ο δάσκαλος, δυσκόλως αποφασίζων να πατήση με τα μακρά και πλατύτατα υποδήματά του, επί των σεσαθρωμένων σανίδων της υψηλής δασκαλοκαθέδρας».

Θα μπορούσαμε να σταθούμε στα παραπάνω και να ξαναποδείξουμε την αξία του Σκιαθίτη, επαληθεύοντας αυτό που ο ποιητής τού «Άξιον Εστί» εντόπισε σαν «μαγεία». Επειδή, όμως, αυτό είναι αυτονόητο και αυταπόδεικτο, προχωρούμε στην ανάγνωση του διηγήματος και γνωρίζουμε το κομμάτι, που αφορά την ιόνια ταυτότητά μας.

Ο δάσκαλος, λοιπόν, αφού «ήναψε δεύτερον τσιγάρον», ρωτά τον πρώτο μαθητή από πόσα νησιά αποτελείται η Επτάνησος. Ο μαθητής απαντά: «Η Επτάνησος ή Ιόνιος Πολιτεία, αποτελείται εξ επτά νήσων». Μετά, αφού επαινείται, η εξέταση συνεχίζεται με άλλον. «Εις ποίαν εξουσίαν υπόκειται η Επτάνησος;», ρωτά ο γραφικός εκπαιδευτικός και ο εξετασθείς απαντά: «Η Επτάνησος υπόκειται πολιτικώς εις την Προστασίαν της μεγάλης Βρετανίας και διοικείται δι’ αρμοστού εδρεύοντος εν Κερκύρα, όπου εδρεύει και η Ιόνιος Βουλή, υφίσταται δε και αξία λόγου Ακαδημία». Επιδοκιμάζεται και αυτός μ’ ένα «εύγε, πολύ ωραία» και η ερώτηση απευθύνεται στον τρίτο εξεταζόμενο: «Ειπέ μοι τα ονόματα των επτά νήσων, εξ ων η Επτάνησος αποτελείται». «Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα, Παξοί, Ιθάκη, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος και Κύθηρα, Τσερίγον», αποκρίνεται ο παπαγαλίζων, για να εισπράξει ένα πολύ καλά από τον «κυριόν» του, ο οποίος προχώρησε στην … παράδοση: «Αύριον να μελετήσετε από δω ως εκεί. (Κι εχάραξε με τον όνυχά του επί του βιβλίου)».

Τότε, όμως, «έν των παιδίων είχεν υψώσει τον δάκτυλον, εις σημείον ότι κάτι ήθελε να είπη». Του έδωσε το λόγο ο υπεύθυνος και αυτό τότε εύλογα ρώτησε: «Δάσκαλε […] γιατί, ενώ το χαρτί μας μέσα λέει, ότι η Επτάνησος αποτελείται από επτά νήσους, ύστερα βγαίνουν δέκα στο μέτρημα;». Ο μαθητής, βέβαια, είχε το ερώτημα, μια και το «χαρτί» είχε γραμμένα και τα δεύτερα ονόματα μερικών από τα νησιά του Ιονίου, όπως αυτά ήταν ως τότε γνωστά. Ο δάσκαλος, όμως, δεν φαίνεται να γνώριζε τη λύση. «Τας εμέτρησες εσύ;», του απάντησε και ο μαθητής με σιγουριά απαντά: «Τα εμέτρησα, να;!» και ξανάρχισε να απαριθμεί, παπαγαλιστί τα Επτάνησα, μετρώντας με τα δάχτυλά του.

Η αυθεντία τότε της έδρας, η οποία, όπως και οι μαθητές «ουδέποτε είχαν υποπτευθή ότι είχον οιανδήποτε έννοιαν αι λάξεις, όσαι ήσαν τυπωμέναι εντός των βιβλίων», απέφυγε διπλωματικά το σκόπελο και απάντησε: «Αυτά θα τα μάθετε όταν…» κι εκεί σταμάτησε, αφήνοντας τον συγγραφέα να φαντασθεί πως ήθελε να συμπληρώσει «όταν θα πάτε στο Ελληνικόν Σχολείο». Αλλά τον έσωσε ο θόρυβος, που ακούστηκε από το τελευταίο θρανίο.

Η αναφορά αυτή, βέβαια, δεν είναι η μόνη, που κάνει ο Παπαδιαμάντης για την Επτάνησο και τη Ζάκυνθο. Είναι, όμως, μια από τις πιο χαρακτηριστικές. Κάποτε αξίζει τον κόπο να γίνει μια μελέτη, που θα καλύψει αυτό το θέμα.

Προς το παρόν ανοίξτε και μνημονεύσετε τον Κοσμοκαλόγερο. Έχετε πολλά να ωφεληθείτε!

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Σαββάτου, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών: Η ΔΩΡΕΑ ΟΡΓΑΝΩΝ ΣΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗΣ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ

Ομιλία σε Ημερίδα για τις Μεταμοσχεύσεις που διοργάνωσε το Υπουργείο Υγείας στο Νοσοκομείο της Καλαμάτας, την Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

1. Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω την εισήγησή μου με μία διαπίστωση, ότι το θέμα των μεταμοσχεύσεων και της δωρεάς οργάνων, δεν είναι θέμα ηθικής συμπεριφοράς. Η οποιαδήποτε άποψη περί μιας δεοντολογικής ηθικής, σύμφωνα με την οποίαν η συμπεριφορά του ανθρώπου υπαγορεύεται από την έννοιαν του καθήκοντος ή της συμμόρφωσής του προς τον λεγόμενον ηθικόν νόμον, έχει ως ηθικό κίνητρο αποκλειστικά τον σεβασμό στον ηθικό νόμο και τίποτε άλλο, ούτε την αγάπη, ούτε το άδολο συμφέρον, ούτε το ενδιαφέρον για τους άλλους, ούτε τη φιλευσπραγχνία, ούτε οποιοδήποτε άλλο ποιοτικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, γι’αυτό και θεωρείται ξεπερασμένη, ενώ παράλληλα η εκ των προτέρων οποιαδήποτε πρόταση η ηθική απόφαση περί κάποιας ακολουθητέας ηθικής είναι φοβερά δύσκολη και οδηγεί σε αδιέξοδα.

Το βασικό λοιπόν ερώτημα σχετικά με τις μεταμοσχεύσεις και τη δωρεά οργάνων είναι οντολογικό, δηλαδή ύπαρξης και ζωής και όχι απλά ηθικής επιλογής. Η απάντηση στο ερώτημα εάν η δωρεά οργάνων ανθρωπίνου σώματος είναι επιτρεπτή, εξαρτάται από την απάντηση σε ένα άλλο ερώτημα˙ Τι είναι αυτό το οποίο καθορίζει την έννοια και το περιεχόμενο άνθρωπος; Η απάντηση είναι αρκετά πολύπλοκη.Η σύσταση του ανθρώπου δεν είναι κατά τη σύγχρονη ανθρωπολογική επιστήμη, απλώς μια υλική κατάσταση στην οποία θα προστεθεί ύστερα η ψυχή και το πνεύμα.

Αυτά είναι πολύ δυαλιστικά και ιδεαλιστικά και τα οποία δεν ισχύουν πλέον σε καμιά επιστήμη. Στη θεολογική σκέψη επιπλέον η σύσταση του ανθρώπου είναι οργανική κατά βάση. Όταν όμως δίνουμε αυτή τη περιγραφή, τίθεται αμέσως το επόμενο ερώτημα, τι είδος υλικής υπόστασης είναι ο άνθρωπος.

Οι κλασικές φιλοσοφικές απόψεις και θεολογικές αντιλήψεις θεωρούν ότι η ταυτότητα του ανθρώπου βρίσκεται στη ψυχή, η οποία αποτελεί το οργανικό στοιχείο του ανθρώπου, αυθυπόσταση, αυθύπαρκτη, στην ουσία της είναι πνευματική και όχι υλική και επιβιώνει ανεξάρτητα από το σώμα. Η πλατωνική αυτή αντίληψη επέδρασε βαθύτατα στη χριστιανική παράδοση και οι συνέπειές της υπήρξαν βαρυσήμαντες για το ανθρωπολογικό ζήτημα. Ποιές είναι αυτές ;

α) Ότι το σώμα αποτελεί την φυλακή της ψυχής, (Πλάτωνας), ο άνθρωπος για να βρει τον πραγματικό του εαυτό πρέπει να απελευθερωθεί από το σώμα του και να ζήσει μια άϋλη και άχρονη ύπαρξη σε μία αιωνιότητα που δεν συνδέεται καθόλου με τον παρόντα κόσμο.

β) Ότι αυτό που θα επιζήσει είναι μόνο η ψυχή (Ωριγένης – Αυγουστίνος), όλος ο άλλος άνθρωπος (σωματικός – βιολογικός) είναι προορισμένος να χαθεί, αυτό δε τελικά το οποίο καθορίζει την ταυτότητα του ανθρώπου είναι το άϋλο πνεύμα και η αθάνατη και αιώνια ψυχή χωρίς το σώμα του.

Στην ιστορία της ανθρωπότητας επίσης υπάρχει και μία άλλη παράμετρος. Ο άνθρωπος ορίστηκε ως «ζώον λογικόν»˙ δυνάμενο να σκέπτεται, να έχει συνείδηση του εαυτού του και του κόσμου. Η παρούσα όμως ανθρωπολογική ταυτότητα συνεπάγεται ότι ο άνθρωπος αναπτύσσει τις διανοητικές του ικανότητες μονομερώς και ανεξάρτητα από το σώμα του, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σκεπτόμενα όντα τα οποία δεν έχουν την ανάγκη του ανθρωπίνου σώματος για να παράγουν νόηση (πρβλ. computers, internet). Από αυτή την απομόνωση ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι καταργείται σιγά–σιγά το σώμα ως όργανο νόησης, και προσπαθούμε να σκεπτόμεθα, να επικοινωνούμε, να ψωνίζουμε ακόμη και να ερωτευόμαστε χωρίς το σώμα, αυτό το μοναδικό όργανο, το οποίο μας συνδέει με το φυσικό μας περιβάλλον αλλά και με τους άλλους ανθρώπους. Το σώμα υπό αυτή την προοπτική αφενός δεν μπορεί να παρακολουθήσει τη νόηση και την πληροφόρηση και αφετέρου μπαίνει σε μία υποδεέστερη μοίρα, η οποία αξιολογικά πολλές φορές μπορεί και να μην είναι μετρήσιμη.

2. Παρά τις όποιες φιλοσοφικές αντιλήψεις, οι σύγχρονες βιο-τεχνολογικές πρόοδοι και οι διάφορες παρεμβάσεις της γενετικής μηχανικής απέδειξαν και συνεχώς επιβεβαιώνουν, ότι το ερώτημα της αλήθειας για το τι είναι άνθρωπος και ο ορισμός της ταυτότητας του ανθρώπου δεν απαντάται από μία μονομερή έξαρση της νοημοσύνης η του ψυχισμού του, έναντι της σωματικής και βιολογικής υποστάσεως του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική οντότητα. Η αλήθεια του ανθρώπου δεν έγκειται μόνο στη ψυχή του αλλά και στην οργανική ενότητα ψυχής, σώματος, και κατά κάποιους πατέρες της Εκκλησίας, και πνεύματος.

Η ψυχή του ανθρώπου γεννιέται μαζί με το σώμα του και το σπουδαιότερο δεν αναπαύεται τελικά αν δεν ανακτήσει το σώμα της (Αναστάσιος Σιναΐτης). Έτσι "το σώμα χωρίς την ψυχή είναι πτώμα, μα και η ψυχή χωρίς το σώμα είναι φάντασμα, δεν είναι σε καμμιά περίπτωση άνθρωπος. Δεν είναι η αλήθεια του ανθρώπου" (G. Florovsky, Ι. Ζηζιούλας).

Δεν μπορούμε λοιπόν να λέμε ότι ο άνθρωπος έχει σώμα, αλλά είναι σώμα. Αυτό θα πει ότι το σώμα είναι στοιχείο της αλήθειάς του, τού είναι του, της ύπαρξής του. Αυτό συνεπάγεται ότι κάθε επιστημονική και τεχνολογική κατάκτηση, που καταργεί η αποδυναμώνει τον ρόλο του σώματος στη γνώση και στην επιστήμη αντιβαίνει όχι την ηθική αλλά την αλήθεια, στην οντολογία του ανθρώπου. Επιπλέον η θέση ότι ο άνθρωπος δεν έχει σώμα αλλά είναι σώμα υποδηλώνει ότι χωρίς το φυσικό περιβάλλον και κυρίως χωρίς τους άλλους ανθρώπους (συναθρώπους) παύει να υπάρχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Η αλήθεια του ανθρώπου,λοιπόν, συνδέεται άρρηκτα με την υπόλοιπη κτίση και με τον άλλο άνθρωπο κυρίως και εδώ βρίσκεται το τελευταίο αλλά ουσιαστικό στοιχείο της πατερικής ανθρωπολογίας. Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης από τη φύση μόνο, αλλά και σε σχέση διαλεκτική μαζί της και με τους άλλους ανθρώπους, τους συνανθρώπούς του, και εδώ έγκειται η σπουδαιότητα και η σημασία του όλου θέματος, γιατί στη σχέση του με τον άλλον άνθρωπο ασκεί την ελευθερία του η για να τον καταστρέψει η για να τον αγαπήσει και να τον σεβαστεί ως άνθρωπο, δηλ. ως μία άλλη - έτερη ψυχοσωματική οντότητα. Το σώμα –σάρκα, κατά τον βιβλικό όρο– είναι το μέσον δια του οποίου δηλώνουμε την παρουσία και την διαθεσιμότητά μας ο ένας προς τον άλλον. Το σώμα του κάθε ανθρώπου είναι το μέσον δια του οποίου γίνεται διαθέσιμος στους άλλους, στην πραγματικότητα δηλαδή είναι διαθεσιμότητες, με τις οποίες καθίσταται ενεργή και δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου, και αυτό ισχύει γιατί ο άνθρωπος δεν είναι αυτόνομο ον, αλλά λαμβάνει την ύπαρξή του από τους άλλους και συγχρόνως τη δωρίζει στους άλλους (στα πλαίσια αυτά μπορούμε να προσεγγίσουμε και την οριοθέτηση μεταξύ συμμετοχικής και αυτουργικής συμπεριφοράς –αυτοκτονίας, ευθανασίας– και του δικαιώματος απέναντι στο θάνατο).

3. Σε αυτή λοιπόν τη διαλεκτική εισέρχεται και το θέμα των ατομικών δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών, και μάλιστα ως δικαίωμα για αυτοδιάθεση του σώματος η των οργάνων του, προ η και μετά τον θάνατον.

Είναι γνωστόν, ότι το παρόν ερώτημα επανέφερε στο προσκήνιο της επικαιρότητας ένα θέμα, με το οποίο για μία ακόμη φορά επιβεβαιώνεται η απόκλιση, η οποία υφίσταται μεταξύ των διαφόρων θρησκευτικών αντιλήψεων και φιλοσοφικών δοξασιών, σχετικά με την στάση του ανθρώπου έναντι του σώματός του και των ανθρωπίνων οργάνων του, αλλά και του τρόπου κατανόησης και λειτουργίας του λεγομένου «ατομικού δικαιώματος».

Η απάντηση όμως στα ερωτήματα αυτά εξαρτάται κυρίως από την απάντηση, την οποία δίνουμε στο κατεξοχήν ερώτημα σχετικά με τον ορισμό της ταυτότητας του ανθρώπου.

Όσον αφορά την πρόκληση περί των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι για την ορθόδοξη θεολογία, σχετικά με τα δικαιώματα του ανθρώπου, υφίστανται όρια μεταξύ της κοινωνικής έννοιας της ελευθερίας και της πραγματικής ελευθερίας. Ύψιστη μορφή ελευθερίας σημαίνει το να μπορεί ο άνθρωπος να θυσιάζει ελεύθερα ακόμη και τα ατομικά του δικαιώματα, για χάρη της αγάπης προς τους άλλους, γι’ αυτό και το ορθόδοξο «δέον» περί του ανθρώπου υπερβαίνει σε δύναμη και πνοή τον απλό ορίζοντα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών και αξιολογείται σε ένα άλλο επίπεδο, καθαρά υπαρξιακό και προσωπικό, όπου, όπως και η ζωή, έτσι και τα ενεργήματα της ζωής θεωρούνται στα πλαίσια της προσωπικής κοινωνίας και της υπαρξιακής σχέσης μεταξύ των ανθρώπων (πρβλ. Χρ. Γιανναράς).

Ο σεβασμός στο «ατομικό δικαίωμα», κύριο γνώρισμα του δυτικού διαφωτισμού, είναι έξω από τον εκκλησιαστικό τρόπο του ζην, γιατί μία τέτοιου είδους «διαχείριση» του ατομικού δικαιώματος και της έννοιας της ελευθερίας, αποτελεί μία ατομοκρατική θεώρηση τόσο του δικαιώματος, όσο και του ίδιου του σώματος. Η εκκλησιαστική θεώρηση και χρήση του σώματος δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο με βάση το δικαίωμα για αυτοδιάθεση ακόμη και του ίδιου του σώματός μας, προ ή μετά τον βιολογικό θάνατο, ενώ μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα και άσχετα προς τα δικαιώματα των άλλων συνανθρώπων. Το σώμα είναι εκκλησιαστικά σεβαστό, κανένας δεν μπορεί να το «φθείρει», ούτε και ο ίδιος ο φορέας του η να επιδιώξει τη βίαιη καταστροφή του, ούτε τέλος να το μεταχειριστεί ως μία υπόθεση η υποκείμενο ατομικής ιδιοκτησίας (υπ’ αυτή την προ-οπτική διακρίνεται «κανονικά» η αυτοκτονία από την αυτοπροσφορά). Ο κάθε πιστός πρέπει να γνωρίζει, ότι το σώμά του ανήκει και στα λοιπά εκκλησιαστικά μέλη, άρα και η μετά θάνατον τύχη ενός σώματος δεν αφορά μόνο την επιθυμία του νεκρού, αλλά είναι υπόθεση σχέσεων όλων. Αυτό συνεπάγεται ότι το σώμα, ακόμη και του νεκρού, δεν αποτελεί το αντικείμενο μιας εν ζωή επιθυμίας για αυτοδιάθεση αλλά ανήκει και στους άλλους, όπως δηλώνεται και από την προτροπή της Εκκλησίας, στη δωρεά του σώματος, για την ζωή άλλων συνανθρώπων (μεταμοσχεύσεις) και στη δυνατότητα χρήσης οργάνων του νεκρού για μεταμόσχευση.

4. Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν ότι στην εποχή μας απαιτείται μία αφύπνιση και μία συνεργασία. Εκκλησία και Πολιτεία ας επισπεύσουν τη συνεργασία τους στην αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Η Εκκλησία ας προσφέρει την εγρήγορση των συνειδήσεων και ας ενσταλάξει με τη θεολογία της στον πολιτισμό μας το σεβασμό στον άνθρωπο ως πρόσωπο, και την αγαπητική προσφορά των σωμάτων μας προς τους άλλους, ως έκφραση ελευθερίας και σεβασμού.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Χριστός «θανάτω θάνατον πατήσας» και προς όλους τους ανθρώπους «ζωήν πολιτεύεται», χωρίς να θέτει όρους και προϋποθέσεις, ιδιοτέλειες ή προσωποληψίες.

πηγή: amen.gr

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ ΜΕ ΔΟΤΙΚΗ (διήγημα)

Προσέχω πολύ στο τρίστρατο ετούτο. Από τότε. Τρέμω τη μεταϊστορία τού στοιχειωμένου σπιτιού στα δεξιά μου, την αναπάντεχη απομυθοποίησή του, τ’ οριστικό του ξεθεμέλιωμα.


Πασχίζαμε να εντοπίσουμε το ταλαίπωρο κορίτσι πίσω απ’ τα κουρτινάκια τού μη-ανοιχτού παράθυρου, τις πολυμπερδεμένες απ’ τον επίμονο εωσφόρο της νυκτός πλεξούδες της, το κάθιδρο έστω άλογο πίσω απ’ τον φράχτη της ερήμωσης… Τότε ακριβώς -ωω, δυστυχία- μάς συνεπήρε τα ποδήλατα η νεοριγμένη πίσσα του δρόμου. Χέρια, μπλούζες, τετράδια, μαλλιά, παντελόνια, λεξικά, μολύβια, όλα ένα, έως απελπισίας και θυμού γλοιωδέστατα...


Έτσι χάσαμε το μάθημα των Γερμανικών, το απομεσήμερο τού Απριλίου εκείνου. Κάπως έτσι, με κάτι τέτοια ξαφνικά του βίου, απωλέσαμε ύστερα και τον κύριο Λάζαρο, τον δάσκαλό μας.


- Και η ξένη γλώσσα τι απέγινε; με ρωτούν.


- Αα, αποστήθισα μονάχα τις προθέσεις που συντάσσονται με δοτική, χαιρέκακα τούς απαντώ. Μού αρκούν και μού περισσεύουν! Μ’ αυτές γλωσσεύω επιτυχώς σε κάθε χρεία! Μ’ αυτές αποστομώνω τον πάσα έναν εξυπνάκια, που θα μού πει εμένα…


Έκτοτε, κάθε που περνώ από τον δρόμο αυτόν, διαισθάνομαι, σε πίσσα γλιστερή ή σε προθέσεις δοτικές, το μη-ποδήλατό μου να τρεκλίζει.

[Φωτογραφικό σχόλιο: Ποδήλατα στο Μόναχο, π. Π. Κ., Ιούλιος 2010]

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΘΗΡΙΟΔΑΜΑΣΤΗΡΙΟ 1994 (διήγημα)

Ο καημός έχει κουρνιάσει αυτές τις μέρες πλάι στο ανθοδοχείο, που έφτιαξα για να στολίσω κάπως το δωμάτιο, κόβοντας στη μέση ένα μπουκάλι από νερό. Ο καημός περιμένει την ώρα να κακοφορμίσει, ωσάν το ξεχασμένο σιγαρέτο στο τασάκι, που άξαφνα σού καίει το τραπεζομάντιλο και λαμπαδιάζουν τα αισθήματα. Τα κλάματα έπειτα οδηγούν σ’ ευάριθμα μονόπρακτα, όπου ο Άνεμος, με τσουρουφλισμένα τα μαλλιά, βρίσκει ευκαιρία να ξεπληρώσει τα χρωστούμενα στους παραμελημένους.

Περίεργη συγκέντρωση θυμάτων (και θαυμάτων) στο Καθαρτήριο τούτο. Πρώτος μίλησε ο κρύος Μάρτιος για τα οξέα προβλήματα της ζεστασιάς του:

- Έχω, είπε, μια ξυλόσομπα για τις έκτακτες ώρες, όπως ο Διονύσιος -θυμάσαι;- τη χρυσαφιά καρφίτσα του στο πέτο, για ό,τι προκύψει.

Εκεί που νόμιζα λοιπόν πως κάποια μακρινή σ’ εμένα ποικιλία πρωινής πευκοβελόνας παράγει τα ηωσινόφυλλα, μύρισε το μοναχικό δωμάτιό μας έξαψη, όχι πια ερωτική, μα σαν εκείνη που αποτρέλανε κάποτε τα κοιμισμένα πουλιά του μεσονυχτίου, μόλις αφουγκράστηκαν στον φωταγωγημένο ουρανό της αυλής μας τους πετούμενους ωραίους καβαλαραίους, εκείνους που μού τα προείπαν ένα προς ένα τα μελλούμενα. Ώσπου ξεπέζεψε μπροστά μου ο λαμπρινότερος:

- Ο Εωσφόρος είμαι αυτοπροσώπως, μού αυτοσυστήθηκε με θράσος. Παρά τον μύχιο φόβο, που μού προξένησε όλο αυτό, πρόλαβα να εισπράξω την ωραιότη των λυτών ολόξανθων μαλλιών του ν’ ανεμίζει κραταιή στο πένθιμο τοπίο.

Τα κορίτσια στον ψυχρό προθάλαμο δεν αντιλήφτηκαν τίποτε. Ελπίζοντας, τα βαριόμοιρα, στην κατάνυξη ενός κάποιου -του όποιου- υμέναιου, βολιδοσκοπούν απ’ το παράθυρο ανύποπτους περαστικούς, εφευρίσκοντας μάλιστα διεξόδους ονείρων, ιστορίες αγάπης, σενάρια πάθους διαρκούς.

Εν τω μεταξύ ο κυρ Θανάσης, θάνατον πατήσας, πάει κι έρχεται σκεπτικός στον μακρύτατο διάδρομο:

- Με παρατηρείς, εεε, που κάνω τη βόλτα μου; Ναι, ξέρω∙ παραλία-βουνό τόχω κάμει…, μού λέει, προσπαθώντας να σκάσει χαμόγελο, ενώ κάνει στάση αναγκαία, ν’ ανασάνει και να δροσιστεί στον ψύκτη.

- ... να και ο Πλάτανος, συμπληρώνει με διάθεση αυτοσαρκασμού.

Το άλλο πρωί, νωρίς Παρασκευής της Ακάθιστης, με καυσαέριο και ψύχρα, δρομαίος στην Βασιλίσσης Σοφίας, συνομιλώ μυστικά με μια σακουλίτσα πλάσματος, που μεταφέρω, κρατώντας την απαλά στη μέσα τσέπη, της καρδιάς:

- Ουσία ξένη, φιλοξενουμένη της αγάπης μου, στην επενέργειά σου ελπίζω πια, αίμα και δάκρυ μου ιερό!...

Το ίδιο βράδυ, μόλις αποχώρησαν όλοι κι επικράτησε η εκνευριστικά εύθραυστη σιωπή του διαδρόμου, γδύνομαι όσο φυσικότερα μού επιτρέπουν οι περιστάσεις, στριμώχνομαι δίπλα της και προσποιούμαι πως βλέπω ειδήσεις στην χιονοπαθή τηλεορασούλα, που νοικιάσαμε το απόγευμα. Στη Ρουάντα, λέει, αίμα και δάκρυ της φυλής των Χούτου, ανακατεμένα με τ’ ανάλογα των σφαγμένων Τούτσι, ρέουν στους ολόμαυρους δρόμους, δίχως καμιά ιερότητα πια…

Μάλλον μ’ έχει πάρει ο ύπνος, με τύψεις για όσα είδα να συμβαίνουν στον νότο του κόσμου (τι σύμπλεγμα κι αυτό, το ενοχικό μου), όταν περί τα μεσάνυχτα ακούω ανάλαφρο χτύπο στην πόρτα του δωμάτιου. Πετάγομαι ευθύς, με άλλου είδους τύψεις τώρα, τού τύπου: γιατί την στρίμωξα τόσο στο μονό κρεβάτι... Είναι ο αφ’ υψηλού απρόσιτος καρδιολόγος της ημέρας.

- Τι συμβαίνει; τον ρωτώ με καταφάνερη αγωνία, καθώς μόλις διακρίνεται το δειλό του βλέμμα στο μισοσκόταδο.

- Τίποτε απολύτως, απαντά με τόσο παιδική συστολή, που μάλλον με φοβίζει, ενώ εκείνος συνεχίζει: Ησυχάστε και συγνώμη που σας ξύπνησα. Απλώς, σας έφερα ένα βιβλίο για παρέα. Κρατήστε το. Οι νύχτες εδώ είναι μακρές, πολύ μακρές… Καλό ξημέρωμα!

Έκλεισα την πόρτα μ’ ευγνωμοσύνη κι όλη την υπόλοιπη νύχτα προσπαθούσα να διαλευκάνω, αν ο γιατρός με τη σλαβική προφορά του, με καληνύχτισε λέγοντάς μου «Καλό ξημέρωμα» ή «Καλό ε-ξημέρωμα»!... Ούτως ή άλλως, σ’ ένα ιδιότυπο θηριοδαμαστήριο βρισκόμαστε...

[Εικαστικό σχόλιο: Ξυλογραφία τής Άριας Κομιανού]

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: Η ΜΠΟΥΓΑΔΑ (διήγημα)

Η απλώστρα γέμισε πάλι σήμερα. Ένα γαλάζιο πουκάμισο, ένα καφέ παντελόνι, μια λουλουδάτη πετσέτα προσώπου, μια ολόμαλλη φανέλα, ένα σώβρακο μακρύ, ολόμαλλο κι αυτό. Η Αλεξάνδρα, με όσο γίνεται νεανικότερες κινήσεις παρά τα ογδόντα πέντε της, μπουγάδιασε νωρίς-νωρίς και τώρα επιδίδεται στη λάτρα του φτωχικού της. Μόλις επιστρέψει ο στύλος του σπιτιού απ’ το λιοστάσι, πρέπει όλα να είναι στην εντέλεια. Νάχει ν’ αλλάξει μοσκοβολισμένα ρούχα, να φάει τ’ αυγά που τού τηγάνισε, να ξαποστάσει λίγο, γιατί το βράδυ έχει να πάει στο λιτρουβείο.

«Αγωνίζεται ο Σάββας μου, παραγωνίζεται για τη φαμίλια μας! Πρέπει, όσο δύναμαι κι εγώ, να τον ευχαριστάω. Ό,τι μπορώ γι’ αγάπη του!», συλλογίζεται και κάνει τ’ αδύνατα δυνατά, καθώς οι αρθρώσεις δεν την πολυβοηθάνε πια. Γέρασε στην αγάπη του, βλέπεις!...

Το άλλο πρωί έχει πλύσιμο ξανά. Το πουκάμισο, το παντελόνι, η πετσέτα, η φανέλα, το σώβρακο παραταγμένα στην απλώστρα, ως συνήθως.

«Τον αγαπάω, αν και τόνε φοβάμαι κιόλας. Αλλά είναι καλός! Κι αν αγριεύει κι αν μού δίνει κάνα χαστούκι πότε-πότε, ξέρω πως με σέβεται. Είναι γλυκός. Κάθε βράδυ πούρχεται από την ταβέρνα θα μού φέρει μία σοκολατίτσα! Η Παναγία, η Παρθένα, η Κυρά, να τον έχει γερό!», σιγομουρμουρίζει και με βλέμμα λατρείας σταυροκοπάει το μέρος των αμπελιών, όπου ολοένα τρυγάει μεσ’ στην κάψα ο Σάββας.

Την άλλη μέρα η Αλεξάνδρα πλένει και ξαναπλένει. Το γαλάζιο, το καφέ, τη λουλουδάτη, την ολόμαλλη, το μακρύ… Τον αγαπάει!

Εκείνο που μαρτυράω σ’ εσάς και -προς Θεού- μη σας ξεφύγει τίποτε και το μάθει η έρμη η Αλεξάνδρα είναι ότι τον Σάββα τόνε κήδεψε η ίδια πριν από χιλιάδες τώρα μέρες.

Η απλώστρα ξαναγέμισε. Ακόμη διερευνώ το γιατί και το πώς -με τι μανταλάκια δεν ξέρω- σήμερα, δίπλα στα ρούχα του Σάββα, έχει κρεμάσει ένα ταψί.

[Εικαστικό σχόλιο: Μπάμπης Πυλαρινός]

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Ο ζωγράφος και ο τόνος

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Θα μου πείτε, βέβαια, και με το δίκιο σας, πως με το χάλι της ονοματοδοσίας των δρόμων της πόλης μας, που εξαίρεση αποτελεί το να ονομάζεται κάποιος με το σωστό του όνομα, εσένα ο Γιαννάκης Καστρινός ή Κοράης σε μάρανε!

Ίσως έχετε δίκιο. Όπως πολλές φορές έχουμε ξαναγράψει, αλλά και όπως πολλοί άλλοι πνευματικοί άνθρωποι του τόπου μας έχουν διαμαρτυρηθεί, χωρίς, εννοείται, αποτέλεσμα, οι περισσότερες από τις πινακίδες, που θυμίζουν σε ποιον επιφανή, περισσότερο άνδρα και λιγότερο γυναίκα, είναι αφιερωμένη η κάθε οδός της σύγχρονης, μετασεισμικής και μετατουριστικής πόλης της Ζακύνθου, είναι ιστορικά απαράδεκτα γραμμένες και με τον τρόπο αυτό όχι μόνο δεν αποδίδεται η πρέπουσα τιμή στον επιφανή τιμώμενα, αλλά αντίθετα προσβάλλεται και αμαυρώνεται η μνήμη του.

Το «Αγ. Ι. Λογοθετών», για παράδειγμα, αν έχεις φαντασία και μάλιστα περισσή, διαβάζεται «Αγίου Ιωάννου των Λογοθετών», το «Γ. Ρ. Ξενόπουλου» είναι το συντετμημένο «Γρηγορίου» με μια δεύτερη τελεία και, τέλος, για να μην φλυαρούμε και επαναλαμβανόμαστε ο Κανδιάνος Ρώμας έκανε το επώνυμό του βαπτιστικό και τ’ όνομά του επίθετο, μια και ο χρήστης του υπολογιστή ήταν πιο άσχετος από το μηχάνημα και αυτοί που παρήγγειλαν τις πινακίδες χαρακτηρίζονται με όλα τα επίθετα, που δεν στερούν την αγανάκτηση του πάντα τελετουργικού στερητικού «α».

Δείγμα ολιγωρίας και ασχετοσύνης όλα αυτά και απόδειξη της πτώσης και της ισοπέδωσής μας. Όμως και ο δρόμος του ζωγράφου στην σκοντράδα της Αγίας Τριάδας, εκείνος που οδηγεί στα Εγγλέζικα Μνήματα, τα αφημένα στην τύχη τους κι αυτά, όταν μας απασχολεί να σώσουμε το «Ναυάγιο», είχε κι αυτός την ιστορία του, την οποία, από άγνοια και αγραμματοσύνη, φαίνεται να του στερήσαμε.

Το μικρό εκείνο δρομάκι, που κάτι ακόμα κρατά από την παλιά μας αρχοντιά, μη δεχόμενο, έτσι απόκεντρο που είναι, την επιδημία της τουριστικής μας κιτσαρίας, πήρε τ’ όνομά του από τον πιτόρο του περίφημου πίνακα, ο οποίος απεικονίζει την λιτανεία του λειψάνου και της εικόνας του Αγίου Χαραλάμπη στο Ποτάμι, την εποχή της Βενετικής Κυριαρχίας και προερχόμενος από την ομώνυμη εκκλησία, στο νότιο άκρο της πόλης μας, βρίσκεται σήμερα στο Μεταβυζαντινό μας Μουσείο, θυμίζοντας την ιστορία μας και υπογραμμίζοντας τον πολιτισμό μας.

Η πινακίδα, βέβαια, όπως όλες οι άλλες, είναι γραμμένη με κεφαλαία γράμματα. Έτσι, μη έχοντας σημεία στίξης, αφήνει τον καθένα μας να την τονίσει και – όπως είναι φυσικό – μη γνωρίζοντας την ιστορία μας και ουσιαστικά ημιμαθείς, επειδή αγνοούμε και την ύπαρξη ακόμα του μεγάλου ζωγράφου, στο αντίκρισμά της διαβάζουμε το πιο διαδεδομένο, λόγω του Αδαμαντίου, «Κοραής» και με την νεοελληνική μετάθεση ενός ζακυνθινά τονισμένου ονόματος αποδίδουμε σε άλλο πρόσωπο την τιμή και την δόξα, στερώντας στον δικό μας δημιουργό την αναγνώριση και την υστεροφημία.

Με το θέμα αυτό είχαμε παλιότερα ασχοληθεί και πάλι. Αφορμή γι’ αυτήν την επανάληψη και επιστροφή στάθηκε ένα καλογυρισμένο ντοκιμαντέρ, αφιερωμένο στο νησί μας, το οποίο προβλήθηκε σήμερα που γράφω (Κυριακή μεσημέρι) από την τηλεόραση της Ε.Ρ.Ζ. –αν δεν κάνω λάθος είναι μια δημιουργική προσφορά του Επιμελητηρίου Ζακύνθου– και παρότι σπάνια βλέπω τηλεόραση, λόγω της πρώτης σημερινής βροχής, που μου στέρησε το θαλάσσιο μπάνιο, παρακολούθησα.

Ήταν αληθινά μια προσεγμένη και τεκμηριωμένη δουλειά, την οποία παρότι είχα ξαναδεί, κάθισα και την ξαναχάρηκα. Αυτός που θα την δει έχει σίγουρα πολλά να κερδίσει και μπορεί να πάρει μια σωστή εικόνα του τόπου μας και του πολιτισμού μας. Οι θρησκευτικές μας εκδηλώσεις, η μουσική μας, η ποίηση, η ζωγραφικά και το θέατρό μας, μαζί με τις «ομιλίες», την Γκιόστρα και τις καντάδες, με επιμέλεια τοποθετημένα και ιστορικά τεκμηριωμένα, είναι τα σημαντικότερα θέματα αυτού του ντοκιμαντέρ και, σε αντίθεση με τους διάφορους αυτοσχέδιους και επίφοβους ξεναγούς, που όλο και πληθαίνουν στον τόπο μας, μπορεί αυτό να κατατοπίσει και να βοηθήσει.

Το μόνο σημείο που με ξένισε ήταν η λάθος τονισμένη αναφορά στον ζωγράφο του πίνακα του Αγίου Χαραλάμπη, δύο φορές μάλιστα, η οποία δεν είναι στην περίπτωσή μας έγκλημα, αλλά παράπτωμα και οφείλεται μόνο και μόνο στην μη επτανησιακή καταγωγή του εκφωνητή και την γειτνίασή του με τον παραγωγό.

Αυτό που δεν μπορεί να θεωρηθεί πταίσμα, αλλά κακούργημα, είναι η λανθασμένη ονοματοδοσία των οδών μας, που πρέπει σύντομα να διορθωθεί.

Με την ευκαιρία αυτή ας θυμηθεί κάποιος και τον ζωγράφο της πρώτης απεικονιζόμενης λιτανείας. Ο Αδαμάντιος Κοραής έχει πολλούς δρόμους με τ’ όνομά του σε πιο οικείους του χώρους και σε πολλές πόλεις της Ελλάδας. Εμείς ας επαναφέρουμε στην μνήμη των σημερινών ζακυνθινών τον δικό μας. Επειδή, δε, η γραφή με κεφαλαία γράμματα δεν τονίζεται, ας γραφτεί στην πινακίδα ολόκληρο τ’ όνομά του: οδός «Γιαννάκη Καστρινού ή Κοράη». Έτσι, όσοι κατοικούν τον δρόμο του, θα τον θυμούνται και όσοι περνούν από την γειτονιά θα τον γνωρίζουν.

Είναι πολλά αυτά που μπορεί να κάνει η μετάθεση ενός τόνου. Σκεφθείτε μόνοι παραδείγματα.


Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

«Φωνές νερού μυριάδες» στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων

Της Κατερίνας Δεμέτη

Mε μεγάλη επιτυχία ολοκληρώθηκε στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων η εκστρατεία πανελλαδικής εμβέλειας με τίτλο Περιβάλλον και Πολιτισμός: «Φωνές νερού μυριάδες», από την Πέμπτη 6 έως την Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011.


Τα σχολεία, που συμμετείχαν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα παρακολούθησαν την προβολή της αρχαιολογικής ταινίας με τίτλο «Συντριβάνι, ο ήχος του νερού», του ΥΠ.ΠΟ.Τ. και την ξενάγηση στα δύο ακρόπρωρα από τις γαλέρες που έλαβαν μέρος στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου και εκτίθενται στην Αίθουσα Επιφανών Ζακυνθίων.

Η επέτειος μάλιστα της Ναυμαχίας (7-10-1571), που συνέπεσε με τις μέρες που πραγματοποιήθηκε το πρόγραμμα, έδωσε την αφορμή για μία ιστορική αναδρομή σε μία λαμπρή στιγμή της ιστορίας του τόπου μας, που όπως υπογραμμίζει στο πρώτο μέρος του Δον Κιχώτη του ο μεγάλος Ισπανός συγγραφέας Miguel De Cervantes, ο οποίος πήρε μέρος και τραυματίστηκε στη Ναυμαχία, έγινε η αφορμή για να διαλυθεί η ιδέα που είχε ο χριστιανικός κόσμος για το αήττητο των Τούρκων στη θάλασσα!

Παράλληλα έγινε ιδιαίτερη αναφορά στη συμβολή της Ζακύνθου στη Ναυμαχία με τα πολεμικά, που έλαβαν μέρος σ’ αυτή, με «σοπρακόμιτους» τον Αντώνιο Κουτούβαλη, τον Νικόλαο Μονδίνο, τον Δημήτριο Κομούτο και τον Μαρίνο Σιγούρο και έγινε ιδιαίτερη μνεία στην αυτοθυσία των τεσσάρων αδελφών τού Αλεξίου Φωτεινού.

Με φωτογραφίες από παλιές γαλέρες, τα παιδιά εξοικειώθηκαν με αυτόν τον τύπο πλοίου, που, από την εποχή κιόλας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, χρησιμοποιήθηκε για να προστατέψει μεγάλης έκτασης ακτογραμμές, λόγω του ευέλικτου σχήματός του και της τακτικής των καπετάνιων του, που ήταν η αστραπιαία εφόρμηση, ο εμβολισμός και η εισπήδηση (ρεσάλτο).

Τα παιδιά έμαθαν ότι, για να τιθασευτεί το υγρό στοιχείο και σε κάθε πολεμική αναμέτρηση να κατατροπωθεί ο αντίπαλος, επιστρατεύτηκαν βιβλικές μορφές και περήφανα ζώα, που συμβολίζουν τη δύναμη και τη στρατιωτική υπεροχή και που στη θέασή τους ο εχθρός υποχωρεί τρομαγμένος και υποτάσσεται.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα τα δύο ακρόπρωρα του Μουσείου Σολωμού από τις γαλέρες που έλαβαν μέρος στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Η μία ανήκε στην ιστορική Οικογένεια των Σιγούρων και η άλλη στην Οικογένεια Κομούτου.

Είναι χαρακτηριστική η αντίδραση των μικρών μαθητών όταν πληροφορούντο την ιστορία της ηρωίδας της Παλαιάς Διαθήκης Ιουδήθ, που έσωσε την πατρίδα της από την πολιορκία των Ασσυρίων και κατάφερε να αποπλανήσει τον Ασσύριο ηγεμόνα Ολοφέρνη, στρατηγό του Ναβουχοδονόσορα, που απειλούσε το βασίλειο του Ιούδα και είχε πολιορκήσει την πόλη Βεθούλη!

Στο τέλος του προγράμματος τα παιδιά προμηθεύτηκαν το ενημερωτικό φυλλάδιο του Υπουργείου, με τα απαντητικά δελτάρια, τα οποία πήραν μαζί τους, για να διατυπώσουν τις εντυπώσεις τους, μέσα από ζωγραφιές, στίχους ή απλές σκέψεις.

Η άρτια παρουσίαση του προγράμματος δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την παραχώρηση της μηχανής προβολής από την Κινηματογραφική Λέσχη Ζακύνθου, που από αυτή τη στήλη την ευχαριστούμε θερμά και της ευχόμαστε καλό ξεκίνημα στη νέα κινηματογραφική περίοδο.

Το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, θα συνεχίσει μέσα από τις δράσεις του να προβάλλει με ελκυστικό τρόπο στη νέα γενιά το υλικό των συλλογών του, γιατί πιστεύει ότι τα μουσεία εκτός από τον εκθεσιακό, έχουν και σαφή εκπαιδευτικό ρόλο.

Κλείνοντας, δεν έχουμε παρά να ευχηθούμε και του χρόνου, κι ελπίζουμε όλα τα σχολεία του νησιού μας να προγραμματίσουν μία τουλάχιστον εκπαιδευτική επίσκεψη στο μουσείο μας. Θα τα περιμένουμε με ιδιαίτερη χαρά.





















ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ [ΧΕΝΤΕΛ - ΧΟΒΧΑΝΕΣ - ΝΤΕΜΠΙΣΙ] ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

«Παίξαμε και τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό
Φρέσκο, που ξεπηδά από τους αιώνες…»
ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ, Ήλιος ο Πρώτος


Θριαμβική η εναρκτήρια συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στις 7 Οκτωβρίου του 2011, με θέμα το ΝΕΡΟ. Τρία έργα διαφορετικών εποχών με υψηλή αισθητική και δυσκολία, έδωσαν το στίγμα του νέου ανέμου που γυρνάει τις σελίδες της ΚΟΑ.

Το πέρασμα από τον προκλασικό μουσικό κόσμο του Χέντελ, στο σύγχρονο του Χοβχάνες και πίσω στον ιμπρεσσιονιστικό του Ντεμπισί, με πηγή έμπνευσης το υδάτινο στοιχείο, δικαίωσε την επιλογή. Μέσα από την εξαιρετική ερμηνεία του Αρχιμουσικού Βασίλη Χριστόπουλου και της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ανατρέξαμε στους αρχαίους μύθους, στην καθαγιασμένη από τον χριστιανισμό υδατολατρεία. Αυτό που οι ποιητές αναδεικνύουν με το λόγο, οι ζωγράφοι με το χρώμα και το σχέδιο, οι συνθέτες το αναδεικνύουν με ήχους.

Ήχοι από τα Κόρνα θα μας μεταφέρουν συνειρμικά σε αρχέγονες λατρείες. Σε σύμβολα μαγικά θα μας μυήσουν οι Τρομπέτες και μέσα από τα θαυμαστά Έγχορδα θα δούμε να ρέουν «ύδατα θαυμαστά». Λίγο αργότερα το Όμποε θα μας αφηγηθεί παράξενα φαινόμενα και τα Φαγκότα , θαρρείς και τραγουδούν το μύθο για το «Αθάνατο Νερό». Η γαλήνη θα έρθει από το Τσέμπαλο για να κατευνάσει τους Δράκους της Δίρκης και τον Πύθωνα, στις πηγές του Μαντείου των Δελφών. Η Συμφωνία των Νερών του Χέντελ [1685-1719] μέσα από το υγρό στοιχείο, όχι μόνο μας οδήγησε στ’ αρχαία τα μονοπάτια αλλά και μας θύμισε τον ψαλμό του Δαυίδ: «Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επεπόθησεν η ψυχή μου προς σε ο Θεός».


Η Συμφωνία των Νερών παίχτηκε το 1717 με την ευκαιρία του βασιλικού «περιπάτου» στον Τάμεση και όπως θέλει ο θρύλος, για την αποκατάσταση της φιλίας Βασιλιά και Συνθέτη που είχε διαρραγεί, η αλήθεια όμως είναι ότι η επανασύνδεση των δύο ανδρών είχε προηγηθεί της συναυλίας.

Όλα τα πλάσματα του Θεού έχουν θέση στην τέχνη, αφού με περίσσια τέχνη δημιουργήθηκαν. Αυτό μας απέδειξε ο Αλάν Χοβχάνες [1911-2000], ο αρμενικής καταγωγής Αμερικανός συνθέτης με το έργο του Και ο Θεός έπλασε τις Φάλαινες για ηχογραφημένους ήχους Φαλαινών και Ορχήστρα, γραμμένο το 1970, ύστερα από παραγγελία του Αντρέ Κοστελάνετς. Το έργο, σύμφωνα με το καλαίσθητο πρόγραμμα της ΚΟΑ, θεωρείται χαρακτηριστικό της «Βιομουσικής». Με το ξεκίνημα τα έγχορδα δημιουργούν, κατά τον Συνθέτη, ένα «ελεύθερο, άρρυθμο χάος». Ευθύς αμέσως θα γνωρίσουμε από τα χάλκινα πνευστά το θαλάσσιο τοπίο και τη ζωή που κρύβει μέσα του. Δαίμονες και θαλάσσιες τέρατα βλέπαμε να συνταξιδεύουν δίπλα στις Φάλαινες, καθώς αφουγκραζόμαστε τις φωνές τους μέσα από τις εκπληκτικές μιμήσεις των πνευστών οργάνων. Δύσκολο έργο, αριστοτεχνικά παιγμένο από τον Μαέστρο και την Ορχήστρα του.


Ακόμα θα προσθέταμε ότι οι εκλεπτυσμένοι χειρισμοί του Αρχιμουσικού Βασίλη Χριστόπουλου και των μελών Ορχήστρας, μας οδήγησαν στη θέαση της δύναμης του υδάτινου στοιχείου, καθώς ερμήνευαν τη Θάλασσα του Κλοντ Ντεμπισί [1862-1918], έργο, που μας δίνει με ήχους όλο το μεγαλείο του νερού από την αυγή στο απομεσήμερο, με τις σκιάσεις και το φως, την αρμονία της κίνησής του, την ενυπάρχουσα ζωή, το παιχνίδισμα των κυμάτων, αλλά και την τραγωδία κατά την καταιγίδα. Η συγκλονιστική περιγραφή του χορού της θαλάσσης με τον αέρα, έφερε στη μνήμη μας τις Νύμφες των νερών, τη Θέτιδα, τους Τρίτωνες και τον Νηρέα, τη «Λιμνούλα με τα Νούφαρα» και τη γιαπωνέζικη γέφυρα του Κλοντ Μονέ, έτσι, σαν μια εντύπωση, όπως στους πίνακες των Ιμπρεσιονιστών, των «Ουκίγιο-ε» των θαλασσινών τοπίων του Τάρνερ, των ξυλογραφιών του Χουκουσάι, των ποιημάτων του Γιώργου Σεφέρη:

«Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.»

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, η αρχαιότερη στη χώρα μας, είναι ένα Κεφάλαιο για το Μέγαρο Μουσικής και για την Πατρίδα μας. Πρέπει να στηριχτεί, ώστε οι κακές ημέρες να μείνουν οριστικά στο παρελθόν και να προχωρήσει απρόσκοπτα προς το μέλλον.

Ας κλείσουμε τις ταπεινές μας εντυπώσεις για τη θαυμάσια αυτή βραδιά, όπως ξεκινήσαμε, με την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, μνήμη ακριβή για τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του.

«Λίγο το νερό για να το ’χεις Θεό
και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του».
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email