© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

«Παρηγορημένος από τες» πινελιές των ζωγράφων

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Πολύ συχνά σε τούτο τον τόπο, τον τόπο μου, όπου ζω ηθελημένα και βιώνω την πραγματικότητα, παράλληλα με την ιστορική του μνήμη, θέλοντας να σωθώ και να διαφύγω, επαναφέρω στην μνήμη μου τον μακρινό, αλλά τόσο κοντινό μας, λόγω της υψηλής του ποίησης, «Διονύσιο Ιερομόναχο», των ουσιαστικών «Ελεύθερων Πολιορκημένων» και τον παρακολουθώ ή πιο σωστά τον ακολουθώ να βηματίζει στοχαζόμενος υποσχέσεις προς την ανηφοριά του Αγίου Λύπιου, όπου «εγκάτοικος» προσπαθεί να περιγράψει «ό,τι στοχάζεται».

Ιδιαίτερα στέκομαι διακριτικά κοντά του, πάνω από το φιλιατρό, στην λιτή ή με λιτή προσευχή του και τον παρακολουθώ να υψώνει τα τρία δάχτυλα της προσοχής και προσευχής του, μετά από την αναζήτηση των δικαίων, πριν ακριβώς «αποπάνου από το κεφάλι» του ο «αστροβόλος ουρανός», συνοδευόμενος «από τες μυρωδίες του κάμπου» και «από τα γλυκότρεχα νερά», γένει αληθινά «μία Ανάσταση».

Εκείνη την ώρα κι εγώ, λοιπόν, παρασυρμένος από την ορθόδοξη και έμφυτη πίστη και αγάπη για την «μητρική γη» του άλλου μας προστάτη, του εμπνευστή των «Τάφων», αναζητώ, μιμούμενος αδέξια και με διασωστική αυθάδεια, τρία δάχτυλα του χεριού μου, έστω και με δίχως δαχτυλίδια, μια κι αυτά χάθηκαν ανεπίστρεπτα τον κακοθύμητο εκείνον Αύγουστο του 1953 και, επαναλαμβάνοντας την κίνηση, προσπαθώ να μιμηθώ την παράκληση.

Οι τρεις αιτίες, ευτυχώς, της σιωπηλής συνομιλίας με το θείο, υπάρχουν ακόμα και είναι οι ποιητές, οι ζωγράφοι μας και οι μουσικοί μας.

Δεν αναφέρομαι, φυσικά, στους παλαιότερους και δικαιωμένους, αυτούς που επάξια έχουν κερδίσει μια θέση στον παράδεισο και δίπλα στο θρόνο της Τέχνης, αλλά στους νεότερους, αυτούς που συνεχίζουν και, με τις δυνάμεις του ο καθένας, προεκτείνουν και δημιουργικά προσαρμόζουν.

Το έχουμε ξαναϋποστηρίξει και αληθινά το πιστεύουμε, σαν μια «παρηγορία». Η σημερινή Ζάκυνθος, μισό και κάτι αιώνα μετά τις ισοπεδωτικές θεομηνίες της, γεμίζει άνθη το χάσμα του σεισμού και αντιστέκεται σε ’κείνο του συρμού, έχοντας σημαντικούς και πάλι ποιητές, ικανούς και σήμερα ζωγράφους και πολλά υποσχόμενους ξανά μουσικούς. Αυτοί είναι τα τρία δάχτυλα, της στο δικό της ύφος προσευχής της.

Από το ομοούσιο αυτής της τριάδας σήμερα θα σταθούμε στους εικαστικούς δημιουργούς και μ’ αυτούς θ’ ασχοληθούμε, αντλώντας καρτερία. Αφορμή γι’ αυτή την όχι τυχαία διάκριση μια ομαδική έκθεση, η οποία εγκαινιάστηκε το περασμένο Σάββατο κι ακόμα κρατεί με έργα πέντε εκπροσώπων αυτής της φυγής και διαφυγής. Ο χώρος της ένας γνωστός τόπος ψυχαγωγίας, που με αυτήν την κίνηση έδωσε στην παρουσία του μιαν άλλη διάσταση στην ερμηνεία του προορισμού του. Πρόκειται για το αγαπημένο σ’ όλους μας “Barrage” εκεί στο δρόμο για τ’ Αργάσι των ποιητών και της τζαντιώτικης ανάμνησης, όπου εκτός από μέρος αναγκαίας αναμελιάς και απαραίτητων, όσο το νερό, καλοκαιρινών ερώτων, προεκτάθηκε και σε διασκέδαση ουσιαστικής και καλλιτεχνικής αγάπης, σαν επισφράγισμα τελειότητας και αρμονίας.

Η Ελένη Γούναρη, η Μίκα Συμβουλίδου, η Θάλεια Ξενάκη, ο Κώστας Πλέσσας και ο Διονύσης Ματαράγκας γέμισαν δημιουργικά χρώματα τον χώρο και χάρισαν στο κοινό το έργο τους, αντίδοτο στην τόση κακογουστιά του νεοπλουτισμού μας και αντίδωρο σ’ αυτούς που επιμένουν και περιμένουν την ουσιαστική κοινωνία και την λυτρωτική επικοινωνία.

Συντονίστρια αυτής της σολωμικά «έναστρης» προσπάθειας η Τζίνα Δράκου, η οποία επέστρεψε στον τόπο της, μετά από ένα καβαφικό ταξίδι και προσπαθεί να θεμελιώσει μιαν «αγαπημένη αίσθηση». Έτσι στο χώρο αυτό, όπου η ιστορία συνεχίζεται, προσαρμοσμένη στην σημερινή πραγματικότητα, παρά τις φθονερά αμφίβολες ματιές της πεπερασμένης σταθερότητας και της γερασμένης κάποτε προοδευτικότητας, τα άψυχα τελάρα πήραν μορφή και στέγνωσαν τους τοίχους της παραδοσιακής μας υγρασίας, ζεσταίνοντας την χειμωνιά μας και δίνοντας αιτία ύπαρξης σ’ έναν απρόσωπο κι ανιαρό, ατέλειωτα μεθεόρτιο Γενάρη.

Ο Πατροκοσμάς έλεγε κάποτε, ατενίζοντας κι αυτός με «παρηγορία» έναν τουρκοκρατούμενο τόπο, πως «όπου ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή». Εμείς οι Επτανήσιοι, που ο χώρος μας, κατά Κάλβο, δεν εγνώρισε «ποτέ την σκληράν μάστιγα / εχθρών τυράννων», μπορούμε στις μέρες μας να προσαρμόσουμε την σοφή και κατασταλαγμένη ρήση του στα δικά μας και να πούμε πως όπου ανοίγει ένας χώρος τέχνης, κλείνει μια επίφοβη και θανατηφόρα πληγή.

Περιφερόμενος, με κάθε σημασία της λέξης, εκείνο το βράδυ στους χώρους του Barraze, συνάντησα στα παράθυρά του, έτσι σαν ραντεβού με την ιστορία μου και παρακαταθήκη της τέχνης των χωμάτων και χρωμάτων μου, κάποια χαρακτηριστικά πλακάκια, σημάδια ποιότητας και καλαισθησίας, στην χειροποίητη μορφή μιας ζεστής, απαιτητικής καθημερινότητας. Ήταν το χθες μου και η περηφάνια μου. Κυριολεκτικά ο τόπος που πάνω του πατούσα και μου δημιουργούσε απαιτήσεις και ευθύνη.

Η μοναξιά θα ήταν απαρηγόρητη και η λύπη πραγματικά και οριστικά μεγάλη, αν στους παρακείμενους τοίχους δεν υπήρχε κρεμασμένη και ελκόμενη η σύγχρονη, εικαστική δημιουργία της σημερινής και αληθινής πραγματικότητας.

«Μια ελαφριά ανησυχία» του Διονύση Ματαράγκα, με «Όχι συνηθισμένα όνειρα», ένα ηθελημένα «Άτιτλο» του Κώστα Πλέσσα, σε «Βάπτιση (ή Όρκο)», οι «Ατέρμονοι κύκλοι» της Θάλειας Ξενάκη, όπου από αυτούς αυτοκρίνεσαι «Ατενίζοντας το Μέλλον», η με τον μη απεικονιζόμενο Κούρο συνυπάρχουσα «Κόρη» της Ελένης Γούναρη, με την επίκληση του στίχου «Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου» και η «Αχλή 1» και «Αχλή 2» της Μίκας Συμβουλίδου, κοιταγμένες μέσα από ένα «Παράθυρο με ρόδι», έκαναν πιο ζεστές τις νύχτες του μήνα που πήρε τ’ όνομά του από τον πιο διπρόσωπο θεό κι έδωσαν στον χώρο και πάλι, μες το καταχείμωνο, τη ζωή της θερινής του ταυτότητας και καλοκαιρίας. Με άλλα λόγια εκείνο το βράδυ δόθηκε παράταση νεότητας στα ετοιμόρροπα γηρατειά.

Το άλλο παρήγορο της προσπάθειας ήταν το αληθινά πολυπληθές, φιλότεχνο κοινό, το οποίο ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και συμμετείχε στην προσπάθεια. Ιδιαίτερες εικόνες – προεκτάσεις των πινάκων, τα νέα παιδιά, όπου κατεβαίνοντας τις σκάλες ενός πολύ οικείου τους χώρου, ουσιαστικά ανέβηκαν, προπάντων δίχως να προδώσουν την ηλικία τους. Αυτό το ελπιδοφόρο γεγονός δεν δίνει μόνο κουράγιο και στήριξη στους διοργανωτές και τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες, αλλά είναι ένα δείγμα ελπίδας και μια υπόσχεση «παρηγορίας», για να μην ξεχνάμε τον Γενάρχη, πως ίσως μας ακούσει και εισακούσει ο ουρανός.

Μια πραγματική «Ανάσταση», σαν αυτήν του Ιερομόναχου Διονύσιου, της «Γυναίκας τση Ζάκυθος» ήταν για όλους μας αυτή η ομαδική έκθεση, με πυροτεχνήματα χρωμάτων και αστέρια δημιουργίας. Ήταν «του Γενάρη το φεγγάρι», που ως γνωστό είναι «παρ’ ολίγο σαν ημέρα».

Αν συνεχίσουμε έτσι θα οδηγηθούμε και στο ξημέρωμα, με ήχους στίχων, χρωματισμούς πινάκων και νότες εωθινές. Κάτι τέτοιο το χρωστάμε στον τόπο μας και προπάντων στον εαυτό μας.

Η έκθεση στο Barrage ας είναι απλά το ξεκίνημα. Οι δημιουργοί υπάρχουν. Ας βρεθεί και το ανάλογο κοινό τους.

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Μητροπολίτου Νιγηρίας Αλεξάνδρου: [ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ]

ΠΡΟΣΑΓΟΡΕΥΤΗΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΓΗΡΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΗΣ Α.Θ.Μ. ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ
Κ.Κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ Β΄
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΕΝΘΡΟΝΙΣΕΩΣ
ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΚΚΡΑΣ Κ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΑΚΚΡΑ, 23 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2011


Σεβασμιώτατοι ἀδελφοί, Μητροπολίτα Εἰρηνουπόλεως κ. Δημήτριε, Ζάμπιας και Μαλάουι κ. Ἰωακείμ, Θεοφιλέστατε Ἐπίσκοπε Μοζαμβίκης κ. Ἰωάννη,
Εὐλαβέστατοι Πρεσβύτεροι καί Διάκονοι τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας,
Ἐξοχώτατοι ἐκπρόσωποι Διπλωματικῶν Ἀρχῶν,
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν ἀρχῶν τῆς Δημοκρατίας,
Ἐκπρόσωποι ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν,
Εὐσεβέστατε λαέ τοῦ Θεοῦ,

Τοῦ Ἀρχιερατικοῦ Θρόνου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπαρχίας ταύτης κενωθέντος, ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἀποστολικῆς Ἕδρας τοῦ Ἁγίου Μάρκου, Πάπας καί Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καί Πάσης Ἀφρικῆς κ. Θεόδωρος καί ἡ περί Αὐτόν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος, ἐξέλεξαν τόν ἀπό Ζιμπάμπουε Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην κ. Γεώργιον, ὡς νέον Μητροπολίτην τῆς ἁγιωτάτης Μητροπόλεως Ἄκκρας.

Σεβασμιώτατε καί ἀγαπητέ ἀδελφέ Μητροπολῖτα Ἄκκρας κ. Γεώργιε,

Ὑπακούοντας μέ ταπείνωση καί προθυμία στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, ὄργανο λειτουργικό στά χέρια Του, «σκεῦος ἐκλογῆς», ἀναλαμβάνεις σήμερα ἐπίσημα τήν διαποίμανση τῆς Ἐκκλησίας πού παροικεῖ στήν Ἄκκρα. Ἐπίσκοπος, ποιμένας, διδάσκαλος, πατέρας, ἀδελφός, μά πάνω ἀπό ὅλα «ἀπόστολος», δηλαδή διάκονος. Διάκονος τοῦ Θεοῦ καί τῶν μυστηρίων Του, τῶν ἀνθρώπων καί τῆς προσωπικῆς τους περιπέτειας καί ἀγωνίας.

Τό ἀποστολικό λειτούργημα εἶναι στάση ζωῆς καί μαθητεία καί ἀναμφίβολα «κεῖται εἰς προσωπικήν ἀνάστασιν ἤ πτῶσιν». Ἡ διακονία σου, ἡ πορεία σου, πρέπει νά κινηθεῖ ἀνάμεσα στούς ἄξονες κένωση καί πρόσληψη. Τό σχῆμα αὐτό δέν σοῦ εἶναι ἄγνωστο. Εἶναι ἡ πορεία Ἐκείνου πού σέ ἐξέλεξε καί σέ ἀπέστειλε, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Καί ἐάν Ἐκεῖνος ἀποδέχτηκε καί καταδέχτηκε νά κενωθεῖ «μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ», πιστεύεις ὅτι ἔχεις ἄλλη ἐναλλακτική ἐπιλογή;
Ἐάν Ἐκεῖνος, ὁ Κύριος καί Θεός σου ἐπιμένει νά κωφεύει στήν παράκληση τοῦ Πέτρου «καλόν ἐστίν ἡμᾶς ὧδε εἶναι» γιά διαρκῆ παραμονή στό Θαβώρ, καί ἐπιλέγει νά κατεβαίνει στήν ἱστορία γιά νά τήν μεταμορφώσει, στόν κόσμο πού «στενάζει καί συνωδίνει» γιά νά τόν προσλάβει καί νά τόν λυτρώσει ἀπό τόν «ἔσχατο ἐχθρό», πιστεύεις ὅτι ὑπάρχει ἄλλος δρόμος γιά σένα;
Μήν πτοηθεῖς μπροστά στό μέγεθος τῆς πρόκλησης, μή σκεφτεῖς τήν ἀδύναμη ἀνθρωποσύνη σου. «Ἀρκέσει ἡ χάρις Του. Ἡ γάρ δύναμις Του ἐν τῇ ἀσθενείᾳ τελειοῦται».

Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ Γεώργιε,

Ἡ Τοπική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Γκάνας ζεῖ, ἀναπνέει καί κινεῖται ἐν μέσω ποικιλίας ἀνθρώπων, φυλῶν, παραδόσεων, ὁμολογιῶν, θρησκειῶν. Ἡ διακονία σου δέν μπορεῖ νά ἀγνοήσει αὐτή τήν πραγματικότητα. Μιά πραγματικότητα πού καθιστᾶ ἐπιτακτική τήν εἰρηνική συνύπαρξη τῆς Ἐκκλησίας μέ τό ξένο, τό διαφορετικό, μέσα ἀπό τόν διάλογο καί τήν ἀποδοχή, ὄχι ἁπλά τήν ἀνοχή, ὥστε ἡ πίστη νά μήν γίνεται ἀφορμή καί αἰτία ἐρίδων μαχῶν καί ἀκαταστασιῶν, οὔτε δεκανίκι πολιτικῶν, ἐθνικιστικῶν κ.ἄ. στρατηγικῶν. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ πίστη γενικότερα, εἶναι καί πρέπει νά παραμείνει φορέας καταλλαγῆς καί συμφιλίωσης τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους καί τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό. Καλεῖσαι ἑπομένως νά διαλεχθεῖς, νά συνομιλήσεις μέ τίς ἄλλες Χριστιανικές Ἐκκλησίες καί ἐκφράσεις, ἀλλά καί μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες, ὅπως τό Ἰσλάμ καί τά Ἀφρικανικά Παραδοσιακά Θρηκεύματα.

Ἐκλογή καί ἐπιλογή σου, ἐπιλογή ὅλων μας, πρέπει νά εἶναι ὁ ἱεραποστολικός δρόμος καί τρόπος τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου, ὅπως αὐτός χαράχθηκε καί ἐκφράστηκε στήν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, στόν Ἄρειο Πάγο, μέ τήν ἀναγνώριση τῆς θρησκευτικότητας τῶν Ἀθηναίων, τῆς «εὐσέβειάς» τους καί τοῦ πόθου τους γιά γνωριμία μέ τήν «ἀλήθεια». Ὁ Παῦλος ἐπαινεῖ, δέν καταδικάζει καί ἔτσι μᾶς δείχνει τόν τρόπον τοῦ «κηρύττειν». Εἰσηγεῖται μιά «συνέχεια» μεταξύ αὐτῶν πρός τούς ὁποίους εὐαγγελιζόμεθα τό σωτήριον καί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρός τόν ὁποῖο θέλουμε νά ὁδηγήσουμε τά βήματά τους. Τό «πῶς καί τό «τί» τοῦ κηρύγματός σου, σοῦ τό παρέχει ὁ τοπικός πολιτισμός, οἱ παραδόσεις, ἡ τέχνη, ἡ φιλοσοφία, καί θεο-λογία τῶν ἀνθρώπων, ὅλα αὐτά τά ἀποτυπώματα, τά χαράγματα τοῦ Θεοῦ καί τῆς σοφίας αἰώνων στίς καρδιές τους.
Εἶναι ἀναγκαῖο καί ἐποικοδομητικό γιά τήν Ὀρθοδοξία στήν Ἀφρική, νά ἀναγνωρίσει μιά ὑστέρηση χρονική καί τροπική στήν ἱεραποστολική της δραστηριότητα καί ἔστω τήν ἐσχάτη ὥρα νά ἀντιληφθοῦμε, συλλογικά πλέον, τήν ἀναγκαιότητα «ἀλλαγῆς παραδείγματος», ἐγκαταλείποντας ἱεραποστολικά μοντέλα πού παραπέμπουν σέ ἄλλες ἐποχές, ἄλλες λογικές, ἄλλη θεολογία, ἄλλες πολιτικές ἐπιλογές, ἱερουργοῦντες καθημερινά, μέ πόνο καί κόπο, ἀλλά κενωτικά καί ἀγαπητικά, τό μυστήριο τῆς Σάρκωσης στό ἐδῶ καί τώρα. Τό πάντοτε ἀνανεωτικό Πανάγιο Πνεῦμα, «ἡ συνεκτική καί δημιουργική τῶν ἁπάντων Θεοῦ Σοφία καί Δύναμις», μᾶς προσκαλεῖ νά ὑιοθετήσουμε νέες στάσεις ζωῆς καί νά «τείνομεν εὐήκοον οὖς» στίς προφητικές ἐκεῖνες φωνές, κληρικῶν καί λαїκῶν, πού ὅλο καί πληθαίνουν καί πού καλοῦν σέ ἀλλαγή ρότας, σέ ἀλλαγή νοῦ, σέ μετάνοια. Τό διακύβευμα, στήν ἀντίθετη περίπτωση, εἶναι ἡ ἴδια ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ εὐαγγελικός λόγος καί ἀλήθεια.

Τέλος, ἡ Ἐκκλησία σοῦ ζητᾶ, τό κήρυγμά σου νά μήν περιοριστεῖ μόνο «εἰς τούς ἐγγύς», ἀλλά νά ἀκουμπήσει καί «τούς μακράν» τῆς Ἀφρικανικῆς ἠπείρου καί πραγματικότητος εὑρισκόμενους. Μίλησε σέ ὅλους αὐτούς, πού δέν γνωρίζουν, δέν μποροῦν ἤ καί δέν θέλουν νά ἀντιληφθοῦν τήν «κοσμογονία» πού συντελεῖται αὐτή τή στιγμή στήν Ἀφρική. Μίλησέ τους γιά τήν Ἀφρική καί τήν Ἐκκλησία της πού κυοφορεῖ ἰδέες, θεολογία, νέες προσεγγίσεις καί κατηγορίες, σκέψεις, ἀγῶνες, ζωή καί ἐλπίδα. Γιά τήν Ἀφρική καί τήν Ἐκκλησία της πού δέν εἶναι δίκαιο νά τήν ἐκλαμβάνουν ὡς μόνιμο ἀποδέκτη ἰδεῶν, ἀπόψεων, προτάσεων, θεολογικοῦ λόγου καί προβληματισμοῦ, ἀλλά πού ἔφτασε καιρός νά τήν ἀποδεχθοῦν ὡς ταμεῖο ἀπό τό ὁποῖο πολλά μποροῦν νά ἀντλήσουν καί νά ὠφεληθοῦν οἱ ἴδιοι. Γιά τήν Ἀφρική, πού, ἐνῶ θά ἤθελε ὅλους τούς Ὀρθόδοξους ἀδελφούς νά συμμετάσχουν σ’αὐτή τήν διεργασία, δέν μπορεῖ νά δεχθεῖ ἐθνικιστικές περί ἐκκλησίας προσεγγίσεις. Γιά τήν Ἀφρική, πού ξέρει ὅτι μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἔστω τελικά καί μόνη, θά διέλθει «καί τῶν θυρῶν κεκλεισμένων».
Διαβεβαίωνε, σέ κάθε εὐκαιρία, ὅλους τούς «μακράν ἡμῶν» εὑρισκόμενους ἀδελφούς τοῦ πρώτου λεγόμενου κόσμου, ὅτι τούς ἐνθυμούμεθα μέ πολλή ἀγάπη στίς προσευχές μας. Πονᾶμε βλέποντας τόν ραγδαῖο ἀποχριστιανισμό τῶν χωρῶν τους, τήν πνευματική ἐρήμωση καί τή νέκρωση τῆς ἐλπίδας στίς καρδιές τους, τήν ὥρα πού ἐμεῖς, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί παρά τά ἐμπόδια καί τίς πολλές δυσκολίες μας, βιώνουμε καθημερινά τήν Ἀνάσταση στίς κοινότητες μας καί στίς καρδιές μας. «Ὃτι στεῖρα ἔτεκεν ἡ ἐξ Ἐθνῶν Ἐκκλησία καί ἡ πολλή ἐν τέκνοις ἠσθένησε συναγωγή» (Εἰρμός Προεορτίου Κανόνα, 21 Δεκεμβρίου). Θά συντρέξουμε κάθε προσπάθειά τους γιά ἐπανευαγγελισμό τῶν χωρῶν τους.

Σεβασμιώτατε Ἅγιε ἀδελφέ,

Τά ἔτη τῆς ἀρχιερατείας σου νά εἶναι πολλά. Ἡ διακονία σου καρποφόρος καί δημιουργική. Πάντοτε νά εἶσαι γιά τούς ἀδελφούς σου, κληρικούς καί λαϊκούς, τό θέλημα τοῦ Πατρός, ὁ Υἱός Λόγος ἐν τῶ μέσῳ αὐτῶν, ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας στίς καρδιές τους.

Σέ ἀσπάζεται πατρικά καί σέ εὐλογεῖ ὁ πολυσέβαστός μας Πατριάρχης προσευχόμενος ἡ χάρις τοῦ Ἐπιφανέντος Κυρίου νά σέ ἐπισκιάζει, νά σέ στηρίζει καί νά σέ ἐνδυναμώνει, καί καρδιακά εὐχόμενος πάντοτε τό φῶς σου νά λάμπει «ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων».

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Ο φόβος φυλάει τα έρ(η)μα

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης


Εξαιρετικά δυσάρεστο το συναίσθημα του φόβου, σαν φράκτης της ελπίδας μ’ αγκαθωτό μεταλλικό πλέγμα, όμοιο μ’ εκείνο που σχεδιάζουν να στολίσουν τις λασπερές όχθες του Έβρου. Τυλίγεται σαν ώριμος βόας, έτοιμος να συνθλίψει κάθε αισιοδοξία για οποιαδήποτε ατομική και κοινωνική πρόοδο. Πραγματικοί και υποθετικοί κίνδυνοι αναπαράγονται και αναμασιούνται, και μια μόνιμη γεύση πικρίας μουνταίνει την ατμόσφαιρα σε ένα διαρκές φοβούμαι και φοβίζω, με όσα συμβαίνουν και για όσα πρόκειται να συμβούν.

Ο φόβος, πολλές φορές και σταδιακά, εξελίσσεται σε φοβία, μόνιμο δεύτερο συνθετικό γνωστών τυραννικών ψυχολογικών καταστάσεων, όπως ανθρωπο-φοβία, αγορα-φοβία, υψο-φοβία, μυο-φοβία, κενο-φοβία, κλειστο-φοβία κ.ά.

Η σημερινή βαθιά οικονομική κρίση, γέννημα και θρέμμα της πολιτικής και ηθικής κρίσης, τροφοδοτεί και αναζωπυρώνει το φόβο που κουβαλάει καθένας μας από τις εμπειρίες των παιδικών του χρόνων, γίνεται συγκεκριμένος και ορατός σε ένα αβέβαιο, διεθνές και εχθρικό καπιταλιστικό περιβάλλον. Τις τελευταίες δεκαετίες το δίκαιο παραδόθηκε στο λαϊκισμό της ανομίας και στον ξέφρενο δανεικό πλουτισμό. Ο φόβος απέναντι στο νόμο και στις συνέπειες της ανυπακοής του δεν παραμέρισε για να δώσει τόπο στην «αιδώ και τη δίκη», αφού η κοινωνία με τους πολιτικούς που εξέλεξε δεν πρόταξε την καλλιέργεια και την πνευματική αναβάθμισή της, ώστε σταδιακά να εξαλείψει την ψυχολογική αυτή βία.

Η λαϊκή φράση «Ο φόβος φυλάει τα έρ(η)μα», η πιθανότητα, δηλαδή, ενδεχόμενης τιμωρίας που δρα αποτρεπτικά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει άμεσος, ορατός κίνδυνος αποκάλυψης μιας παράνομης πράξης, έχει πολύ βαθιές ρίζες. Μοιάζει σαν να μην έχει ξεκολλήσει ο άνθρωπος από το μηδέν στην κλίμακα της προόδου ή είναι αναπόσπαστο κομμάτι της υπόστασής του. Ο Αισχύλος, στο έργο του «Ευμενίδες» (στιχ 516-524), θέτει στο στόμα του Χορού ότι στην πόλη πρέπει να υπάρχει (απαραιτήτως) ο φόβος της τιμωρίας, του κολασμού των πολιτών για τα αδικήματα που διαπράττουν, γιατί αν εκλείψει ο φόβος, κανένας δε θα σέβεται το δίκαιο. Η δε θεά Αθηνά εισάγοντας το θεσμό του Αρείου Πάγου, ως ανώτατου δικαστηρίου, λέει, ότι επάνω σ΄ αυτό το βράχο (Πάγον) «σέβας αστών φόβος τε συγγενής το μη αδικείν σχήσει τ΄ ήμαρ και κατ΄ ευφρόνην ομώς…», δηλαδή, ο σεβασμός και ο αδελφός του ο φόβος θα συγκρατούν τους πολίτες από την αδικία ημέρα και νύχτα, και ότι (στ 698-699) δεν πρέπει ο φόβος να λείψει από την πόλη, γιατί ποιος άνθρωπος, χωρίς να φοβάται τίποτε, μπορεί να είναι δίκαιος; («και μη το δεινόν παν πόλεως έξω βαλείν. Τις γαρ δεδοικώς μηδέν ένδικος βροτών;»)

Και ο Σοφοκλής στον Αίαντα (στ 1073-1076) δια στόματος του Μενέλαου, λέει, υπαινισσόμενος τις αυστηρές αρχές των Σπαρτιατών, ότι στην πολιτεία δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσουν οι νόμοι όπως πρέπει, αν δεν υπάρχει ο φόβος, ούτε και ο στρατός θα μπορούσε να κυβερνηθεί σωστά, αν δεν είχε ως στήριγμα (αμυντική δύναμη) το φόβο και την εντροπή («ου γαρ ποτ΄ ουτ΄ αν εν πόλει νόμοι καλώς φέροντ΄ αν, ένθα μη καθεσήκει δέος, ουτ΄ αν στρατός γε σωφρώνως άρχοιτ΄ έτι, μηδέν φόβου πρόβλημα μηδ΄ αιδούς έχων»).

Ο Αθηναίος, εξάλλου, πολιτικός, συγγραφέας και τύραννος Κριτίας (5ος αι. π.Χ.), που εθεωρείτο άθεος, στο σατιρικό του δράμα με τον τίτλο «Σίσυφος» χαρακτήριζε την αντίληψη για την ύπαρξη των θεών ως επινόηση παλαιού σοφού νομοθέτη, ο οποίος απέβλεπε στη δια του φόβου των θεών αποτροπή των ανθρώπων από τις κακές και άδικες πράξεις. («…κάπειτά μοι δοκούσιν νόμους θέσθαι κολαστάς, ίνα δίκη τύρανος η … έπειτ΄ επειδή ταμφανή μεν οι νόμοι απέργον αυτούς έργα μη πράσσειν βία λάθρα δ΄ έπρασσον, τηνικαύτα μοι δοκεί…πυκνός τις και σοφός γνώμην ανήρ (θεών) δέος θνητοίσιν εξευρείν, όπως είη τι δείγμα τοις κακοίσι, καν λάθρα πράσσωσιν ή λέγωσιν ή φρονώσι τι…»). «Και έπειτα νομίζω ότι έθεσαν οι άνθρωποι νόμους για τιμωρία όσων παρεκτρέπονται και για να βασιλεύει η δικαιοσύνη… επειδή όμως οι μεν νόμοι κωλύουν τους ανθρώπους από τις εμφανείς κακές τους πράξεις δεν συγκρατούν όμως αυτούς που τις πράττουν κρυφά, γι αυτό νομίζω ότι κάποιος τετραπέρατος και σοφός άνθρωπος επινόησε το φόβο των θεών, για να υπάρχει κάποιος ανασχετικός ισχυρός φόβος σ’ εκείνους οι οποίοι πράττουν λέγουν ή διανοούνται, έστω και κρυφά, κακά πράγματα».

Οι σύγχρονοι χριστιανοί θεολόγοι ερμηνεύουν το φόβο Θεού ως δέος και σεβασμό προς το άκτιστο, την ανώτερη δύναμη που γέννησε τον κόσμο, στην προσπάθειά τους να ελευθερώσουν τον άνθρωπο από τα αιχμηρά καρφιά του φόβου και της δουλείας. (π. Βασίλειος Θερμός: «Ο Έρωτας του Απόλυτου»)

Η σημερινή Ελληνική κοινωνία δυσπιστεί και φοβάται να υπακούσει στους νόμους, όχι μόνον γιατί έτσι την δίδαξαν δικαστές και πολιτικοί αφού η τιμωρία για τις σοβαρές παρεκτροπές και αδικίες, ιδιαίτερα στη διοίκηση και στην οικονομία , είναι υποτυπώδης αν όχι ανύπαρκτη, αλλά και γιατί οι νέοι νόμοι οδηγούν σε μεγαλύτερη αδικία και αλλοιώνουν τα βασικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας. Έτσι πολλές φορές παρατηρούμε ότι η φράση «ο φόβος φυλάει τα έρμα» κατευθύνει τη συμπεριφορά των ανθρώπων προς ατομικές λύσεις που μοιάζουν με αυτοδικία και απόρριψη της επίσημης νομοθεσίας.

Στη δημοκρατία οι νόμοι αλλάζουν και βελτιώνονται μέσα από δημοκρατικούς συλλογικούς αγώνες που αναγκάζουν κυβερνήσεις κι εμπνέουν νομοθέτες, ώστε να παραγκωνίζονται άμυαλοι τεχνοκράτες καπιταλιστές. Στις μέρες μας κυριαρχεί ο εκφοβισμός της κοινωνίας για το αβέβαιο μέλλον που μαζί με την ομηρεία της ανεργίας, της φτώχιας και των δυσβάστακτων δανείων απομονώνουν τους πολίτες με αποτέλεσμα ηττοπαθείς κι ανήμποροι να χάνουν τη δύναμη και τα δικαιώματά τους.

Ο φόβος από την πτώση εξαρτάται από το βάθος της χαράδρας και το χρόνο παραμονής. Τα άλματα δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στο συμπαντικό χαοτικό περιβάλλον όπου η αφύπνιση διεγείρει άγνωστες πτυχές της ανθρώπινης δύναμης. Τότε η ρήση «Ο φόβος φυλάει τα έρ(η)μα» θα είναι ένα σκαλοπάτι πριν τον εξοστρακισμό του φόβου και την εδραίωση του σεβασμού ως ακρογωνιαίου λίθου της συνοχής της κοινωνίας και της προσωπικής ευτυχίας.

Ζάκυνθος, 24-1-2011

Εικονογράφηση: Γιάννη Αδαμάκου, Ο χώρος ανάμεσά μας, Μεικτή τεχνική, 2005.

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΧΑΡΗΣ Ο ΒΑΡΚΑΡΗΣ (διήγημα)


στον Περικλή τον Σταύρακα

Εψές στο αντάμωμα βαρέθηκα τη βουβαμάρα. Κάτι προσπάθησε ο πατέρας μου, μάταια όμως. Κανείς δεν είχε διάθεση για επικοινωνία. Καθόμασταν όλοι σε ένα τεράστιο μοναστηριακό τραπέζι με πλήθος εδεσμάτων απλωμένα επάνω του. Ήταν εκεί θείες και θείοι και αρκετοί φίλοι των δικών μου. Ακόμη και ο ποιητής. Κάτι προσπάθησα να του πω για τα λογοτεχνικά δρώμενα, μα με αντιμετώπισε λες και του τάραξα την ησυχία. Κοίταξα το τραπέζι. Πλούτος. Μα κανείς δεν έτρωγε. Προβληματίστηκα.

«Θα περιμένουνε τα όργανα», σκέφτηκα. Μα πέρναγε η ώρα και κανείς δεν έπαιζε παρά μόνο τα στρατιωτάκια ακούνητα και αμίλητα. Ακόμη και ο ήλιος λες και ήταν χάρτινος. Φορούσαμε όμως όλοι τα καλά μας. Κάτι γιορτάζαμε. Μα δεν έβρισκα το λόγο. Ο πατέρας μου με ρώτησε για τη μάνα.

- Έχει πάει στον Περικλή, του είπα και συνέχισα την προσπάθεια με τον ποιητή.

-Δεν είμαι εγώ αλλά ο αδελφός του, μου απάντησε.

«Απόλυτη ομοιότητα», διέκρινα και γύρισα τη ματιά μου απέναντι. Από αντίκρυ φάνηκε κόσμος συγκεντρωμένος στην είσοδο της πολυκατοικίας στο λόφο. Να σου και η μάνα μου, με τη μαγκούρα ν’ αγωνίζεται να σταθεί. Σηκώθηκα, κοίταξα γύρω μου και, ανάμεσα στους αγέλαστους, πήρα την έγκριση του πατέρα μου.

- Πάω να πάρω τη μάνα και θα ξανάρθω, τού είπα κι έφυγα από τη μάζωξη. Έφυγα με ήλιο και πιο κάτω συννέφιασε. Ο Χάρης με περίμενε.

- Θα με περάσεις απέναντι; τον ρώτησα. Έριξε τα κουπιά και άρχισε να τραβάει τη θάλασσα. Δίπλα στον κόλπο ήταν το μονοπάτι. Ανέβηκα και άρχισα να ζεσταίνομαι. Τι τόπος και αυτός. Από τη μια λιακάδα και να κρυώνεις και από την άλλη νοτιάς και συννεφιά και να καίγεσαι. Λίγο πιο πάνω σταμάτησα. Τον είδα να έρχεται. Φορούσε τα γαμπριάτικά του και ήταν έτοιμος για την συνάντηση.

- Ρε Περικλή, τι κάνεις εδώ κάτω; Άφησες τον κόσμο μόνο του; φώναξα. Απάντηση δεν πήρα. Με κοίταξε απλά και περνώντας από την εκκλησούλα των Αγίων Ασωμάτων έριξε ένα νόμισμα πάνω στην αναποδογυρισμένη από την εγκατάλειψη τράπεζα. Κατόπι κατηφόρισε το μονοπάτι και μπήκε στη βάρκα του Χάρη. Τους αγνάντευα που ξεμάκραιναν. Ο βαρκάρης δεν θα γύριζε πια. Άλλωστε δεν είχα κέρματα και η διαδρομή απαιτούσε αντίτιμο.

Βγήκα στο δρόμο. Όλα γίνηκαν ευκολότερα. Μα πέτρες παντού. «Άκρο Ταίναρο» έγραφε η ταμπέλα και, αφήνοντας τις πύλες πίσω μου, άκουσα ένα μελίσσι που ζωηρά δειπνούσε στους ασφοδέλους.


 
[Εικονογράφηση: Ο Ψυχοπομπός, έργο Alexander Dmitrievich Litovchenko (1835-1890)]

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Διονύση Σέρρα, «Η Μαγεία και η παρουσία της στο έργο του Διονύση Ρώμα». Ομιλία, Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, Ζάκυνθος 2011

Της Κατερίνας Δεμέτη


Με τη δημοσίευση της ομιλίας του φιλόλογου – εκδότη των Επτανησιακών Φύλλων κ. Διονύση Σέρρα, επισφραγίζεται η πολύ επιτυχημένη εκδήλωση που πραγματοποίησε το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, στην εκδήλωση για τον εορτασμό των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς 2010.

Η ομιλία, που έγινε το Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου, στο Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, πραγματοποιήθηκε για να τιμηθεί ο δεύτερος κατά σειρά Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Μουσείου (1961-1981), ως συμβολή στα τριάντα χρόνια από το θάνατό του (1906-1981), που συμπληρώνονται εφέτος.


Το θέμα της ομιλίας: «Η Μαγεία και η παρουσία της στο έργο του Διονύση Ρώμα», γλαφυρό και πρωτότυπο, συγκίνησε τους ακροατές και έδωσε τη διάσταση που άρμοζε στην θεματική που όρισε το Διεθνές Συμβούλιο των Μουσείων: «Η Μαγεία στο χώρο και το χρόνο», τιμώντας παράλληλα το Διονύση Ρώμα, που αποτέλεσε μία από τις πνευματικές μορφές, που ευλόγησαν με τον ούριο άνεμο της πνευματικότητάς τους τα πανιά, που άνοιξε το «Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων».

Το δημοσιευμένο κείμενο της ομιλίας, θα μαγέψει τους αναγνώστες, καθώς κυκλοφορεί ολοκληρωμένο, μαζί με κάποια «κομμάτια», που είχαν παραληφθεί κατά την εκφώνησή του, για εξοικονόμηση χρόνου, με τις απαραίτητες σημειώσεις.

Ο κ. Σέρρας αναπτύσσει διεξοδικά το θέμα της Μαγείας, ακολουθώντας κατά το δυνατόν μία διεπιστημονική προσέγγιση.

«Αποδελτιώνει» τα έργα του Ρώμα που γίνεται χρήση της λέξης Μαγεία στον τίτλο τους, με την κυριολεκτική ή την μεταφορική σημασία της. Τέτοιοι ενδεικτικοί τίτλοι από τα χρονογραφήματά του είναι οι: «Μαθητευόμενοι Μάγοι», «Πρόσφυγες και μάγοι», «Κομπογιαννίτες», «Ορφικά», «Γόητες», «Γιατροσόφια» και πολλοί άλλοι.

Κατόπιν παρουσιάζει, σε μία δεύτερη ενότητα, τα θεατρικά έργα, στα οποία γίνεται λεκτική αναφορά στη Μαγεία και ειδικότερα στη «Ζακυνθινή Σερενάτα» και στον «Καζανόβα στην Κέρκυρα», αλλά και τις επιστολές του Ρώμα προς διάφορα πρόσωπα, όπως στον ζωγράφο Dicky Sargint και στον δικηγόρο και εκδότη της εφημερίδας Ηχώ της Ζακύνθου, Δημήτριο Κοριατόπουλο.

Στην τρίτη και πιο σημαντική ενότητα, αποθησαυρίζει από τον ανολοκλήρωτο Περίπλου, άφθονες πληροφορίες γύρω από το θέμα, το οποίο ο Ρώμας το επεξεργάζεται με επιστημονική ακρίβεια. Μέσα στον Περίπλου γίνονται αναφορές σε μάγους, μάγισσες, γιατροσόφια και ξόρκια, σε γνωστούς αλχημιστές και ιατροφιλοσόφους, σε ωροσκόπια και ζώδια, στον κλήδονα, στις νεράιδες και στα ξωτικά, αλλά και στους ποικίλους τρόπους πρόβλεψης του μέλλοντος.

Αλλά το σπουδαιότερο, ο κ. Σέρρας εντοπίζει σημεία μέσα στο έργο του Ρώμα, που μαγεύουν πραγματικά με τη λογοτεχνική επεξεργασία τους και ιχνογραφούν την εικόνα ενός νησιού που δεν έχει ακόμα αλωθεί από την άναρχη τουριστική ανάπτυξη. Με τον ίδιο πάνω κάτω τρόπο που ο παλαιολιθικός κυνηγός και ζωγράφος, «φυλάκιζε» στις βραχογραφίες το θήραμα, ο Ρώμας φυλακίζει στο έργο του την μαγική εικόνα της Ζακύνθου, που υπεραγαπά. Στο νου του η λογοτεχνική αναπαράσταση δεν είναι παρά η πρόβλεψη του ιδεατού αποτελέσματος.

Και έτσι μας υποδεικνύει να την βλέπουμε κι εμείς, με τα μάτια της φαντασίας μας, μέσα από τη μαγική του πένα.

Κρατώντας την όμως έτσι φυλακισμένη, ίσως θα μπορέσουμε να την πλησιάσουμε περισσότερο, γιατί αυτό που μετά τους σεισμούς του ’53 εντόπιζε εκείνος, εμείς ακόμα δεν το έχουμε κατορθώσει.

Έγραφε λοιπόν ο Ρώμας το 1955: «Χωριστά ο καθένας μας ελάχιστη υλική συνδρομή μπορεί να προσφέρει στην καταρρακωμένη μας πατρίδα –όλοι μαζί όμως αποτελούμε ένα ηθικό έρεισμα τεράστιας σημασίας! Δεν ζητάει πια την υλική μας βοήθεια η βαρειόμοιρη Ζάκυνθος, δεν αποτείνεται στο ατομικό μας βαλάντιο, αλλά στο νου, την ψυχή και τις καρδιές μας! Μονάχα όταν ολόκληρο το εγώ μας πλημμυρίσει από πίστη και ελπίδα. Τότε θα χαλυβδωθούνε και τα μπράτσα που θα δημιουργήσουνε το νέο «Φιόρο του Λεβάντε»

Ας ευχηθούμε, ενστερνιζόμενοι απόλυτα την άποψη που ο Ρώμας διατύπωνε, ότι ο ούριος άνεμος θα φυσήξει και στην εικόνα της ονειρεμένης πατρίδας μας, για να την φυλακίσουμε μέχρι να γίνει πραγματική…

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Ο ερωτισμός της μηχανής σε μια εκ των υστέρων φωτογράφηση

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το ότι πολλοί από τους τελευταίους λογοτέχνες, στην πλειοψηφία τους ποιητές, Ζακύνθιοι, νεοέλληνες και ξένοι, ασχολήθηκαν τα τελευταία χρόνια στους στίχους και στην έμπνευσή τους και με την μηχανή, κυρίως, μάλιστα, με την καθαρά ερωτική της διάσταση, προέκταση και έκφραση, δηλώνει, θέλω να πιστεύω, ως συμμέτοχος και συνένοχός τους κι’ εγώ, πολλά και σημαντικά.

Πριν τέσσερα περίπου χρόνια, τον Δεκέμβρη του 2007, ο εκ της Συμπρωτεύουσας πολυτάλαντος και πολύπλευρος Σπύρος Λαζαρίδης κυκλοφόρησε ή πιο σωστά συγκέντρωσε και πρόσφερε στο αναγνωστικό και όχι μόνο κοινό έναν πολυσέλιδο και πολυδιάστατο τόμο με τον τίτλο «Ενδοσκεληδόν», ο οποίος, όπως ο υπότιτλος διευκρινίζει και ξεκαθαρίζει, είναι μια «Ανθολογία έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με ήρωες μοτοσυκλέτες και μοτοσικλετιστές». Η σημαντική αυτή έκδοση, με πρόλογο του ιδιάζοντος Ντίνου Χριστιανόπουλου, επίσης ποιητή της Θεσσαλονίκης, όπως και ο ανθολόγος, είδε το φως της δημοσιότητας το 1998 από τις εκδόσεις «Ζήτρος», στις οποίες ο εμπνευστής της είχε εμπιστευτεί, σε δεύτερη έκδοση, το συναφές βιβλίο του «Η μοτοσυκλέτα στην ελληνική λογοτεχνία», το οποίο πρωτοτυπώθηκε πριν δύο χρόνια, το 1986, από τις εκδόσεις της «Διαγωνίου» και στην ουσία είναι ένα προοίμιο του προηγούμενου.

«Ξέροντας τον ανθολόγο», σημειώνει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στον πρόλογό του, «πιο καλά απ’ ότι ξέρω το αντικείμενό του, μπορώ να βεβαιώσω ότι απ’ όλη αυτή την ιστορία δε θα βγει κανείς ζημιωμένος, ούτε το θέμα ούτε οι αναγνώστες. Τόσο αυτοί που παθαίνονται με τη μοτοσυκλέτα, όσο κι αυτοί που αγαπούν τη λογοτεχνία, είμαι σίγουρος πως από μέσα τους θα πουν στον ανθολόγο ένα μεγάλο ευχαριστώ».

Αυτήν την διαπίστωση πρέπει, πιστεύω, ελαφρώς παραλλαγμένη, να χρησιμοποιήσουμε κι εμείς για το βιβλίο του Νίκου Λυκούρεση: «Μοτο ερωτισμός και συναμαρτούμενα…», το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Έντυπο» κι αν όχι κάτι άλλο, δίνει νεανικότητα και δροσιά στις ανέραστα γκρίζες μέρες που ζούμε.

Η μηχανή είχε και έχει σχέση με τη νεότητα. Αυτοί που την κατηγορούν και την φοβούνται καθομοιάζονται με τα φρικτά εκείνα γραΐδια, όχι του έχοντος φέτος την τιμητική του Παπαδιαμάντη, αλλά του δίχως να προηγηθεί νεότητα, θανάτου, τα οποία παρηγορούν την παντοειδή τους στέρηση με εκφοβισμούς και ηθικές διαπιστώσεις συντηρητικών παραδειγματισμών, επιθυμώντας, σαν την πονηρή, αισώπεια αλεπού, να κολοβωθούν και όλοι οι άλλοι, μη αντέχοντας την μοναξιά της φθοράς και την καθημερινότητα του επερχόμενου και γι’ αυτούς προϋπάρχοντος τέλους.

Μα η μοτοσυκλέτα, σε πείσμα όλων αυτών, είναι αιτία και απαύγασμα φυγής, είτε συναισθηματικής, είτε πραγματικής. Κρύβει τον κίνδυνο και τον θάνατο, όπως ακριβώς και ο έρωτας. Σαν τη ζωή περιέχει την ομορφιά και την ενόχληση, τον βιοπορισμό και την ψυχαγωγία, την αίσθηση και την ψευδαίσθηση. Αυτά ο «Ευαίσθητος Μηχανόβιος» της πρωταρχικής και πρωτοπόρας Ε.Ρ.Ζ, της «Κυρά – Ροζίτας», όπως τότε την έλεγε, τα ξανάφερε στην μνήμη του, τα μετέτρεψε σε κρίκους, τα συνέθεσε σε αλυσίδα και τα παρέχει όχι σαν θύμισες και νοσταλγίες, αλλά σαν θεμέλια βιωτής σε όσους ανοίξουν και μελετήσουν το βιβλίο του.

«Τώρα που μένουμε μαζί / μου λείπει / ό,τι χωρούσε στο φιλί της καληνύχτας / μα πιο πολύ η εικόνα σου / να χαιρετάς μαρσάροντας ανάμεσα στα φώτα», εκμυστηρεύεται η Ολυμπία Σταύρου σ’ ένα ολιγόστιχο, γι’ αυτό και περιεκτικό ποίημά της. Την αληθινή του ανάλυση την πραγματοποιούμε και την χαιρόμαστε ουσιαστικά ξεφυλλίζοντας και μελετώντας, ο καθένας με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, το βιβλίο του Νίκου Λυκούρεση. Μαζί του ταξιδεύουμε έχοντας τον κίνδυνο του μη κινδύνου, είτε σε «μοναχικά …αυτοΕρωτικά ταξίδια», είτε σε ομαδικές αποδράσεις.

Μια γενιά, αυτή του 60, που τώρα, όπως ο ίδιος συγγραφέας και παιδί της μάς διηγείται, είναι πια, «60+», αυτοαποκαλύπτεται από τις τυπωμένες αυτές σελίδες και είτε μαυρόασπρα, είτε πρώιμα ή όψιμα έγχρωμα, βγάζει κάτω από το στρώμα το «Καρδιοχτύπι» και το φανερώνει –είναι πταίσμα πια-, χαίρεται που οι δικοί της Beetles και Rooling Stone έγιναν κλασσικοί και ακούγονται συχνά – πυκνά από το «Τρίτο», μαζί με άλλους επώνυμους, επαναφέρει την εποχή του αυθόρμητου γυμνισμού στα χρόνια της ισοπεδωτικής γυμνότητας και διεκδικεί τα αρμόζοντα.

Ο αναγνώστης του βιβλίου γνωρίζει τον συγγραφέα, έτσι ακριβώς όπως τον πρωτοσυνάντησε ο «ψυχίατρος και φίλος του μοτοσικλετιστής» Κωνσταντίνος Ασημακόπουλος και μας το περιγράφει στο «εισαγωγικό σχόλιο – παρουσίαση», ερχόμενο, πάνω σε μοτοσυκλέτα, από αντίθετη κατεύθυνση. Αυτός με την BMW του και ο αναγνώστης με την HONDA του.

Η ανάγνωση εδώ περιέχει τον «θάνατο του μηχανόβιου και τον ερωτισμό των …. θεατών» - αναγνωστών, για να παραλλάξουμε ελαφρώς, αν κάτι τέτοιο θεωρείται παραλλαγή, τον τίτλο ενός από τα κεφάλαια του βιβλίου. Και επειδή το κεφάλαιο αυτό εφάπτεται κάπως περισσότερο στα ενδιαφέροντά μας, αντιγράφουμε από τις σελίδες του: «Πολλοί Συγγραφείς, Ποιητές, Ζωγράφοι, Σκιτσογράφοι, Σκηνοθέτες …… ασχολήθηκαν πολύ σοβαρά και με μεγάλη ευαισθησία, για τούτο το επιγραμματικό Φινάλε – CRASH TEST των Μηχανόβιων: την πιο Φαμόζα στιγμή της σύντομης, είτε μακρόχρονης μηχανόβιας ζωής τους. Διηγήματα, Ποιήματα, Σχέδια, Ταινίες, αφιέρωσαν χρόνο και πάθος για να μας μεταφέρουν τον … πόνο τση ξαφνικής απώλειας. Κάτι που όλοι μας, συχνά χάνοντας ένα φίλο, έναν παλιό σύντροφο ταξιδιωτικών και όχι μόνο διαδρομών, μοιρολογώντας τον, ο καθείς με τον τρόπο του, είτε συνοδεύοντας τον με τις μηχανές στην τελευταία του κατοικία, μπήκαμε αυτόματα και στιγμιαία στη θέση του, πέρα απ’ την απώλεια και την μόνιμη πια έλλειψή του! ντοκουμεντάροντας και οριστικοποιώντας τις όποιες … Επιλογές μας. Αυτό το αδρανές Κοινό, πλην όμως συγκινησιακά ευκολοαυτοερεθιζόμενο, πρόθυμα πλαισιώνει το κάδρο της εκάστοτε, εκ των υστέρων φωτογράφησης, παρατηρώντας επισταμένως την τελική εικαστική και αιματοβαμμένη Παραμόρφωση των ξορκισμένων μοναχικών Ειδώλων – Αναβατών στις … ασυνείδητες και ανομολόγητες φαντασιώσεις τους».

Από τα παραπάνω εμείς στεκόμαστε σε μια περιεκτική και πολλαπλά ερμηνευόμενη φράση, η οποία πιστεύουμε πως χαρακτηρίζει το βιβλίο και την επισημαίνουμε: «εκ των υστέρων φωτογράφηση». Ναι, αυτό ακριβώς μας χαρίζει η έκδοση. Φωτογραφίζει, αποτυπώνει και διαιωνίζει ένα πολύ πρόσφατο παρελθόν και παρά τα μέσα της τεχνολογίας, τα οποία πολύ σωστά ακολουθεί, τα απεικονίζει με την αισθητική και το πνεύμα της εποχής τους.

Αν κάποιους σκανδάλισε, αυτό είναι η επιτυχία του. Ο κόσμος λίγο άλλαξε. Αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια, παρά τις ουτοπίες. Ευτυχισμένοι αυτοί που έζησαν ή πιο σωστά βίωσαν την ταχύτητα του ερωτισμού και την ηδονή της ταχύτητας.

Η Ιθάκη είναι το ταξίδι!

Μια μηχανή μπορεί να γίνει το καράβι.

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΣΤΟΝ ΚΑΔΟ ΜΟΥ (διήγημα)

«Τι ώρα είναι;» μονολόγησα. Κοίταξα από μακριά το ρολόι του σταθμού. «Αλλοίμονο, το 'χασα πάλι το τρένο».

Γυρίζω πίσω και στέκομαι στην ουρά. Σκύβω, δένω δήθεν το παπούτσι μου και σηκώνομαι με το αναμμένο κατοστάρι στο στόμα.

- Απαγορεύεται το τσιγάρο, μου λέει ο μπροστινός μου, σκουπίζοντας τη φέτα από πάνω του. Τι να απαντήσω; Τον κοιτάω στο στόμα. Φυσάω τον καπνό κατευθείαν στα μάτια του.

– Ντροπή, ακούω κάποιον να λέει.

Το ξανακάνω και φυσικά το θύμα, με αίσθηση αηδίας, πετάει την τυρόπιτα κατευθείαν στον κάδο. Γελάω. Υπόσχομαι στον εαυτό μου να μπω στη δίαιτα από αύριο. Τρώω το αλμυρό και μετά αδειάζω το κουτί με τα ληγμένα σοκολατάκια. Πίνω μονορούφι ό,τι αφήνει η κυρία με τις γόβες. Δεν φτάνει. Κοιτώ γύρω μου και ορμώ. Κι όμως πάλι πεινάω. Η αλήθεια είναι ότι έχω παχύνει τελευταία. Όλο λιπαρά και τοξίνες. Σαβουριάζω. Κι έπειτα σκέφτομαι και κείνα τα καλοχτενισμένα παιδιά που τελευταία παίζουνε κυβέρνηση και μου 'ρχεται εμετός.

Περνάω απέναντι. Ανοίγω το καπάκι. Είναι πεντακάθαρα. Στα σίγουρα έχω πιάσει το καλύτερο πόστο στην πόλη. Είμαι στο κέντρο και η υπηρεσία καθαριότητας περνάει τρεις φορές την ημέρα. Τα κάνει όλα αγνώριστα. Ακόμη και χλωρίνη ρίχνουν για να μυρίζει άνοιξη, καταμεσής του χειμώνα.

Κάνει κρύο. Φορώ αδιάκοπα διπλές κάλτσες και γενικά δείχνω κινούμενη μάζα. Θα έλεγα κρεμμύδι, αλλά με πιάνουν τα κλάματα... Δεν είμαι ο άνθρωπος για συγκινήσεις εγώ. Αυτό απαιτεί ανέσεις και τούτες τις έχασα, όταν πρωτοκοιμήθηκα νύχτα κοντά στην Ακρόπολη. Αντί για το πνεύμα του Διονύσου αντίκρισα τον μπάτσο κάποιου κουρεμένου με την ψιλή, που μου μίλαγε για την πατρίδα και την θρησκεία.

Αξέχαστη νύχτα. Και είχε πανσέληνο. Τουλάχιστον όσο θυμάμαι, γιατί μετά από τη συνάντηση, βρέθηκα μόνος ξανά στο ράντζο, έξω από τα επείγοντα. Μου φέρθηκαν άψογα. Με ψηλάφισαν από απόσταση και μου έριξαν σπρέι επάνω στο τραύμα. Κάτι για παραμονή μού είπαν, μα εγώ το έσκασα μαζί με τα απορρίμματα που έβγαιναν από την πίσω πόρτα. Κεφάλι πρησμένο και μάτι κλειστό. Ήταν η μέρα που ο αντιπρόεδρος κάτι έλεγε για κοπρίτες. Το άκουσα όταν με ξεφόρτωσαν μαζί με τα υπόλοιπα σκουπίδια. Ήτανε θέμα. Με αυτό σαν απόηχο με πήρε ο ύπνος. Τι άνετα που ήταν!... Ζεστά και να μυρίζει κουζίνα. Κοιμήθηκα τον ύπνο του δικαίου. Εκεί έκανα τα χέρια μου φτερά και μετά από γρήγορο τρέξιμο απογειώθηκα. Πέταγα. Όλο και πιο ψηλά. Έφτασα κοντά στον ήλιο. Στοργή και ασφάλεια.

«Εδώ», φώναξα, «αφήστε με για πάντα».

Τι το ’θελα; Εκατοντάδες μικρές μύγες με άκουσαν και μου επιτέθηκαν από παντού. Έκανα ανάποδα πλάνα, τσαλιμάκια στον αέρα, μικρές και μεγάλες στροφές. Τίποτα. Οι αφιλότιμες, όλο και πιο πολλές, όλο και πιο άγριες με κυνηγούσαν παντού. Δεν είχε ο ουρανός τόπο για να κρυφτώ.

Έτσι άρχισε το χαμήλωμα. Στην αρχή κράτησε λίγο. Όσο για να τις πείσω ότι δήθεν καταρρίφθηκα. Ύστερα αναγκάστηκα να πέσω σε ύψος αρκετά και τότε κάτι χάλασε στη μηχανή του ονείρου. Από μακριά είδα το κίτρινο φως ενός περιστρεφόμενου γλόμπου. «Ευτυχώς, με είδαν και ετοιμάζονται για τη διάσωση. Θα στήσουν ένα τεράστιο τραμπολίνο και φυσικά, αφού γκελάρω θα απογειωθώ εκ νέου», σκέφτηκα και συνέχισα να χαιρετάω τα ύψη. Και έπεφτα, έπεφτα και οι μύγες μιλιούνια να με ακολουθούν. Μ' έπιασε δύσπνοια.

«Πεθαίνω», ψέλλισα και βράχηκα από την απελπισία μου. Κοίταξα κάτω και είδα μια χοάνη γεμάτη χρώματα και ένα μαχαίρι που έπεφτε με βάρος πάνω τους.

- Άνθρωπος, άνθρωπος! άρχισε κάποιος να ουρλιάζει.

Πετάχτηκα όρθιος, είχα σωθεί. Έκανα το σταυρό μου, βγήκα από το απορριμματοφόρο και περπάτησα.

«Σκατογειτονιά», είπα κι αποφάσισα να μεταναστεύσω αλλού.

Από τότε δεν εγκαταλείπω τον κάδο μου. Δεν τον διαπραγματεύομαι με κανέναν και για τίποτα. Βαστάω μαχαίρι στην τσέπη και περιμένω. Περιμένω τον Δαίδαλο να μου φτιάξει φτερά, να φύγω για πάντα, μακριά από τις άτιμες μύγες, που ακόμη με καταδιώκουν.

[Στη φωτό: Έργο του Κώστα Τσόκλη]

Περικλή Παγκράτη: ΚΑΛΒΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ

Παρά τη δεδηλωμένη πρόθεση να κινητοποιήσει με την έκδοση των Ωδών τη συλλογική συνείδηση πάνω στο θέμα του ελληνικού απελευθερωτικού Αγώνα, ο Ανδρέας Κάλβος εμφανίζεται κάποτε αναπάντεχα εξομολογητικός: εκφράζοντας το βίωμα του ξεριζωμού, τον σπαραγμό της απώλειας, την a priori απόσταση απ' την εξουσία.

«Ο Φιλόπατρις», η αισθαντικότερη, αλλά και η πλέον προσωπική απ' τις Ωδές του, αποτυπώνει έκτυπα το ανομολόγητο ψυχικό τραύμα του παιδιού, που υπό άγνωστες συνθήκες υποχρεώνεται να εγκαταλείψει περίπου δέκα ετών τη γενέτειρα Ζάκυνθο και τη μητρική αγκάλη. Η γενέτειρα θα είναι πάντα για τον Ποιητή ο επίγειος παράδεισος που τον στερήθηκε πρόωρα, η γενεσιουργός πηγή των πρώτων ενδιαφερόντων, η υποσυνείδητη χαρά, η χαρά των ονείρων, η ασύγκριτη εν μέσω μεγαθηρίων μικρή, αλλά ωραία και μόνη και θαυμασία και φιλτάτη Νήσος. Η διηνεκής βούληση επιστροφής δηλώνεται με τον εξορκισμό του θανάτου σε ξένη γη και την ευχή του τελικού ύπνου στην πατρίδα. Κι όμως, η υποκειμενική αυτή εκκίνηση των Ωδών δεν θα μείνει μετέωρη στο corpus των είκοσι συνθεμάτων, τα οποία στο σύνολό τους προσεγγίζουν την εν πολλοίς αντικειμενική επικαιρικότητα σημαντικών γεγονότων του Αγώνα. Η λαχτάρα για την αναγέννηση της μεγάλης πατρίδας πυρώνεται στη φλόγα της μικρής γενέτειρας.

Ο ξεριζωμός απ' τη γενέτειρα συνεπιφέρει και την απώλεια της μητέρας, που αποτελούσε την των πρώτων του χρόνων «σταθεράν παρηγόρησιν». Δεν είναι μόνον ο αποχωρισμός. Επεται ο σπαραγμός του θανάτου. Κατά τον χρόνον συγγραφής των Ωδών έχει μεσολαβήσει ο θάνατος της μητέρας, της μικρής κόρης και της πρώτης συζύγου. Για τον θάνατο της κόρης σιωπά στην επίσης εξομολογητική Ωδή «Εις θάνατον». Ίσως γιατί αποτελεί αξεπέραστο γεγονός τη στιγμή που επιχειρεί να συμφιλιωθεί με το «άφευκτον» της μίας και μόνης οδού που «εις τον τάφον φέρει». Παροδική, εξάλλου, είναι και η μνεία της πρώτης συζύγου, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των «τρυφερών γυναικών», που ο θάνατος αγκάλιασε. Αλλά υπάρχει ατέρμων τρυφερότητα στην εξομολόγηση της «απείρου αβύσσου» που τον χωρίζει από την ερωτική σύντροφο - «το στόμα που εφίλησα τόσες φορές, με τόσην θερμοτάτην αγάπην».

Η Ωδή «Εις θάνατον» είναι αφιερωμένη στη μητέρα. Δεν ομολογείται η πρόωρη απώλεια. Ομολογείται η ο ρ ι σ τ ι κ ή απώλεια. Και εφευρίσκεται η υπό τύπον «φάσματος» εμφάνισή της, για να δικαιολογήσει την επιζητούμενη συμφιλίωση με το «ανέκφραστο μυστήριο του θανάτου». Είναι φανερό πως η μητρική απώλεια δεν ξεπεράστηκε. Η οριστικότητά της δεν παρέχει δυνατότητα επανόρθωσης, παρά μόνον τη συμφιλίωση με το «άφευκτον». Ο Ποιητής εφεξής επιχειρεί να αντικειμενικοποιήσει το προσωπικό συναίσθημα, απαιτώντας από την «ανδρική καρδία να ρίψει τον φόβον». Γιατί η Αρετή («αμάργαρος», «ολόγυμνος», «αυτάγγελτος») οφείλει να αψηφά τον θάνατο. Ο Ποιητής προσπαθώντας να πείσει εαυτόν ότι επήλθε η συμφιλίωση, άραγε πείθει τους άλλους; Μένει κενό! Η διαβεβαίωση «Δεν με θαμβώνει πάθος/κανένα, εγώ την λύραν/κτυπάω και ολόρθος στέκομαι/σιμά εις του μνήματός μου/τ' ανοικτόν στόμα», συνεκτιμάται ως η εκπληκτική κατακλείδα της εσωτερικής ρητορικότητας της Ωδής «Αι ευχαί» -μιας Ωδής που επικεντρώνεται στην αποκάλυψη της πικρής εμπειρίας της ψευδούς προστασίας των ισχυρών της Γης προς τη μαχόμενη πατρίδα. «Παρά προστάτας νάχωμεν...».

Αντιθέτως, ο καλβικός βίος ακαταπαύστως επιβεβαιώνει μιαν άλλην διαβεβαίωση: «Με ποτέ δεν εθάμβωσαν/πλούτη ή μεγάλα ονόματα/Με ποτέ δεν εθάμβωσαν/σκήπτρων ακτίνες». Η ρήξη με την εξουσία προαναγγέλλεται - αν όχι ρήξη, αποστασιοποίηση. Και αυτό γίνεται ο κανόνας μιας ολόκληρης ζωής... Ακολουθούν η σιωπή και η άγνωστη μορφή.

[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 16. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Βασίλη Ζηλάκου: ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΩΔΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ «Ο ΩΚΕΑΝΟΣ»

Ο Σπανδωνίδης, σε άρθρο του στο Περιοδικό Νέα Γράμματα (Οκτώβριος 1935), γράφει για τη 10η Ωδή του Κάλβου: «είναι ένα βαγνερικό κομμάτι, καθώς είπαν, κ' ένα καθαρό, κρυστάλλινο ποίημα». Ο Σωτηριάδης, στην τέταρτη διάλεξή του περί ελλήνων ποιητών του ΙΘ' αιώνα (Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, 1916), θεωρεί πως το ποίημα «είναι η ιστορία της Ελλάδας». Σύσσωμη η γνώμη της κριτικής όλων των περιόδων εκλαμβάνει τον «Ωκεανό» ως την πιο εντελή σύνθεση του ζακυνθινού δημιουργού. Πρώτον, το ποίημα καταγράφει την περιπέτεια της Ελλάδας από τα χρόνια της Αλωσης έως την εθνική παλιγγενεσία, και έτσι, με τρόπο ενιαίο και καίριο, παρίσταται σε αυτό η βασική επιδίωξη του εμπνευστή της ως ποιητού: να υμνήσει τον αγώνα και να κινήσει τη συμπάθεια υπέρ αυτού· κατά δεύτερο, εντυπώνεται ως μια τέτοια, καθολικού δηλαδή τύπου, σύνθεση μέσω της έκτακτης μουσικότητας που το διακρίνει - γνωρίσματος αναγκαίου για την αξιολόγηση της παραδοσιακής ποίησης.

Γραμμένη εν γένει σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που όμως χωρίζεται σε δύο ημιστίχια, ώστε να αποφεύγεται η μονοτονία, η Ωδή δημιουργεί ποικίλες αρμονίες. Το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες 19. Εντούτοις, στη συγκεκριμένη, η συχνή συναρμογή διαφόρων οξύτονων και προπαροξύτονων, καθώς και η απουσία ομοιοκαταληξίας, εντείνουν στον υπέρτατο βαθμό τη δύναμη και το εύρος των ηρωικών στίχων. Αν προσθέσουμε σε αυτά τα χαρακτηριστικά τον τρόπο που ο ίδιος ποιητής χειρίζεται γλωσσικά το ειδικό βάρος του θέματός του -ένδοξο παρελθόν - τουρκοκρατία - ένδοξο παρόν- το ποίημα όντως μετουσιώνεται σ' ένα μουσικό άκουσμα, σε μια έκθεση (exposition au relatif), που παρουσιάζει διαδοχικά όλες τις φωνές και το δραματικό τους υπόβαθρο, καθότι περνά από την αρμονία στη δυσαρμονική συγχορδία (dissonantia), και από αυτήν στη λύση (resolutio). Τα συναισθήματα του αναγνώστη επιβάλλονται καθ' οδόν: από δέος σε θλίψη και νοσταλγία, από θλίψη και νοσταλγία σε διάφεγγη χαρά. Κι ενώ διαρκούν όλα αυτά, ένα μουσικό στοιχείο -ίσως ο ήχος κυμβάλων, ίσως ο ήχος του μεγαλείου- εμφανίζεται πλήρως σωματοποιημένο στη συγκίνηση του αναγνώστη.

Η Ωδή χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη (α'-ε'), αποδίδονται τιμές στη μητέρα πατρίδα και περιγράφεται ο ξεπεσμός της. Στη δεύτερη (ς'-κθ'), με μία εξελικτική ποιητική παρομοίωση, ο Κάλβος παρακολουθεί το χρονικό του ξεσηκωμού. Σε αυτή μάλιστα την ενότητα εμφανίζεται ο Ωκεανός (ο πατέρας των Θεών κατά τον Ομηρο) ως σύμβολο ελευθερίας, αλλά και ως το αντικειμενικό στοιχείο (η θάλασσα) που έπαιξε τον πρωτεύοντα ρόλο στο 1821. Στην τρίτη ενότητα (λ'-λζ), το εικονιστικό στοιχείο περιορίζεται προκειμένου ο ποιητής να εκφράσει την έκρηξη χαράς που αισθάνεται να τον συνεπαίρνει.

Πολλοί κριτικοί, ο Σπανδωνίδης συμπεριλαμβανομένου, θεωρούν πως η τελευταία ενότητα του ποιήματος είναι ανεπαρκής. Ειδικότερα, ισχυρίζονται πως δεν δείχνει την ίδια δύναμη με τις προηγούμενες, γιατί εξαντλείται σε γλωσσικές μεθοδεύσεις, που βρίθουν από χαιρετισμούς, παρορμήσεις, και επιφωνήσεις. Αντίθετα με αυτή την άποψη, πιστεύω πως οι εν λόγω στροφές διασφαλίζουν την ενότητα του έργου και συμπληρώνουν την ανάγνωσή του. Ως εκ τούτου θεωρώ πως η παράλειψή τους θα απέβαινε μοιραία, τόσο από τεχνικής όσο και από αισθητικής πλευράς.

Αναφέρθηκα ήδη στη μουσικότητα που διακρίνει το έργο, κι επισήμανα εν συντομία πώς η διαδοχική ανάπτυξη των φωνών του δημιουργεί το στοιχείο της δραματικότητας. Αν και αδόκιμη, η μεταφορά εννοιών από τον χώρο της μουσικής αποδείχνεται ενίοτε εργαλείο χρήσιμο για την ταυτοποίηση των ιδιοτήτων ενός έργου. Ετσι, μίλησα για τρία στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ποίημα: την αρμονία, τη δυσαρμονική συγχορδία και τη λύση, και τα οποία αντιστοιχούν γενικώς στις δύο πρώτες ενότητες, αφού τόσο η αρμονία και η δυσαρμονική συγχορδία έχουν κοινό τόπο την πρώτη ενότητα (α'-ε'). Ο αναγνώστης που θα προσπαθήσει να εντοπίσει το στοιχείο της αρμονίας στην πρώτη ενότητα συναντά εκ πρώτης δυσκολία, αλλά μία προσεκτικότερη ματιά μπορεί να του επιστήσει την προσοχή στους πέντε εναρκτήριους στίχους του ποιήματος και στον τόνο της προσφώνησης που αυτοί προτείνουν: Γη των θεών φροντίδα, / Ελλάς, ηρώων μητέρα, / φίλη, γλυκιά πατρίδα μου, / νύκτα δουλείας σ' εσκέπασε, / νύκτα αιώνων.

Υποβλητικά, ουσιαστικοποιημένα και μη, επίθετα, λέξεις που δημιουργούν παρηχήσεις και μεταμορφώνουν τον γεωγραφικό χώρο της πατρίδας σε σώμα ερωτικό, συνθέτουν το πρώτο επίπεδο της προσφώνησης, από τους στίχους 1 έως 3. Με μια μεγαλόπρεπη και μεγαλειώδη προσφώνηση, λοιπόν, ξεκινά το ποίημά του ο Κάλβος. Σχεδόν ταυτόχρονα όμως, η βίαιη είσοδος της νύχτας -του νυχτερινού ερέβους που εξαπλώνοντας τα πλατέα και πένθιμα εμβόλιά του ολόγυρα στη χώρα, έρχεται να αποκρούσει ώς και τον τελευταίο απόηχο της προϊούσης κατάστασης-, μας διώχνει από τα ξέφωτα της αλήθειας γιατί μετατοπίζει τον τόνο του ποιητή στους αιώνες της ασφυξίας και του θανατερού σκότους. Η γλώσσα αλλάζει, γίνεται σκληρή, και σε κάθε στίχο κυριαρχεί η άρνηση. Ωσπου ο θάνατος ανατρέπεται και η γλώσσα αλλάζει πάλι· γίνεται δροσερή και φωτεινή με υπαινικτικές εικόνες της ερωτικής αμεσότητας και αγαλλίασης και έντονες παρηχήσεις του μ, του φ και χ. Εν κατακλείδι: ένα μουσικό δράμα ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη!

Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αποκτά κεντρική σημασία το ερώτημα σχετικά με την ενότητα της μορφής του ποιήματος. Ποιο στοιχείο του ποιήματος τη διασφαλίζει στον βαθμό που το αποτέλεσμα μάς συγκινεί; Και τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο ενότητα σ' ένα ποίημα σαν αυτό, που υπαινίσσεται μία χρονική ακολουθία γεγονότων, ένα πριν κι ένα μετά; Ποιο, με άλλα λόγια, γνώρισμα του έργου κρατά ενωμένες τις διαφορετικές ιστορικές αναφορές του ποιητή, αφ' ενός, την αναφορά του, σε χρόνο παρελθόντα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, και αφ' ετέρου, την αναφορά του, σε χρόνο παρόντα, στα χρόνια του ξεσηκωμού;

Το ότι το ποίημα ξεκινά με μία δοξαστική προσφώνηση αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο γνώρισμα του έργου, γιατί ακριβώς πετυχαίνει αυτό το αποτέλεσμα. Αν υποθέταμε πως αυτή εξέλιπε από τη σύνθεση, τότε ο αναγνώστης που διαβάζει τα όσα έπονται έως και τη στροφή κθ', ούτε θα μπορούσε να εξηγήσει το ξαφνικό σκοτείνιασμα των στίχων του Κάλβου, ούτε να καταλάβει γιατί ο ποιητής αντιστρέφει, πάλι ξαφνικά, το ύφος του και τη γλώσσα του. Η προσφώνηση όχι μόνο θέτει τον ορίζοντα μέσα στον οποίο κινείται ο μελιχρός λόγος του ποιητή στις στροφές α' έως ε', ούτως ειπείν, η Ελλάδα, αλλά και μας κάνει να δούμε την αναγέννηση του Γένους των Ελλήνων ως επιστροφή στην πρότερη λάμψη (ς'-κθ').

Είναι σε αυτό το σημείο που εγείρεται το ακανθώδες ζήτημα της τρίτης ενότητας (λ'-λζ'). Τεχνικώς το ποίημα ολοκληρώνεται στην στροφή κθ', γιατί σε αυτό το σημείο επέρχεται η τελική λύση του δράματος, η κάθαρση: Ούτως, εάν την δύναμιν / άκουσον των πτερύγων / οι αετοί, το κτύπημα / των βρόντων υπερήφανοι / καταφρονούσι. Είναι άραγε τόσο απλά τα πράγματα; Ο Σπανδωνίδης μάς λέει ναι. Όμως η προσφώνηση του Κάλβου μας λέγει άλλα. Την υπενθυμίζω: Γη των θεών φροντίδα, / Ελλάς, ηρώων μητέρα / φίλη, γλυκεία πατρίδα μου... Με ηθικώς επιμελημένο τρόπο ο ποιητής διαχωρίζει το υψηλό (γη των θεών, γη των ηρώων) από το ταπεινό (γη που είσαι πατρίδα μου), και άρα, το αντικειμενικό από το υποκειμενικό ή το πνευματικό (ιστορικό) από το σωματικό. Εάν θεωρήσουμε πως το αντικειμενικό βρίσκει την ολοκλήρωσή του με το τέλος της δεύτερης ενότητας -αφού η Ελλάδα ξαναγίνεται η χώρα των θεών και των ηρώων-, τότε τί γίνεται με το υποκειμενικό μέρος της προσφώνησης, αυτό που αφορά τον ποιητή και όλους εκείνους που αυτός εκφράζει, εν δυνάμει όλους τους Ελληνες; Κανείς θα μπορούσε να ισχυριστεί πως η ηθική ικανοποίησή τους συνεπάγεται από την εξέλιξη των δύο προηγούμενων ενοτήτων. Εντούτοις, κοινός τόπος παραδοχής είναι πως στην ποίηση κάτι μπορεί να υπάρξει στον βαθμό που γράφεται. Κατά δεύτερο, το ποίημα, το κάθε ποίημα, είναι ένας ζωντανός οργανισμός - πόσω μάλλον ένα ποίημα σαν την Ωδή του Κάλβου, όπου ποιητής και θέμα συνδέονται ουσιαστικά. Είναι, συνεπώς, φυσική και απολύτως νόμιμη η ελεύθερη έκφραση του ποιητικού υποκειμένου, έστω και με χαιρετισμούς, παρορμήσεις και επιφωνήσεις, όταν το θέμα για τον οποίο γράφει τον αφορά τόσο άμεσα όσο η Ελλάδα τον στρατευμένο Κάλβο. Και έπειτα, ποιος μας λέγει πως η τρίτη ενότητα δεν αποδίδει τα λόγια όλων των ελεύθερων Ελλήνων; Ποιος τελικά αποφασίζει για το αν η τρίτη ενότητα είναι αντανάκλαση μιας υποκειμενικής ή μιας αντικειμενικής συγκίνησης; Έτσι κι αλλιώς, ένας αληθινός ποιητής εκφράζει πρωτίστως την αγωνία του ανθρώπου.


[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 18 εξ. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Νίκου Κ. Κουρκουμέλη: Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (Εθνικός) ποιητής ή δάσκαλος (του Γένους);

Αντιπροσωπευτική προσωπικότητα του 19ου ευρωπαϊκού αιώνα, του Ελληνικού Διαφωτισμού, των Μυστικών Εταιρειών και των Επαναστάσεων, ο Ανδρέας Κάλβος, που ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα στην πολιτική, την εκπαιδευτική, την πνευματική και γενικότερα τη λόγια ζωή (στην Ιταλία, την Ελβετία, τη Γαλλία, τη Βρετανία, την επαναστατημένη Ελλάδα και την προστατευόμενη από τους Βρετανούς Επτάνησο), θα μπορούσε και χωρίς τις «Ωδές» να κατέχει σημαντική θέση στα ελληνικά γράμματα.

Μετέχοντας στην πνευματική κίνηση που προσπάθησε να μεταδώσει τα ευρωπαϊκά φώτα στους Ελληνες και να συμβάλει στην εθνική τους αφύπνιση και καλλιέργεια, θα ήταν δυνατό να καταταχθεί μεταξύ εκείνων που αναγνωρίζουμε ως δασκάλους του Γένους. Καθώς μάλιστα η προσωπικότητά του ήταν δομημένη σύμφωνα με τα κοσμοπολιτικά ζητούμενα της εποχής (πολύγλωσσος, ταξιδευμένος, με εξαιρετική πνευματική καλλιέργεια, με άνεση λόγου, «με ενδιαφέρουσα εμφάνιση»), θα είχε κι ένα προβάδισμα απέναντι σ' εκείνους που δεν διέθεταν αυτά τα στοιχεία.

Όμως, αντίθετα με το τι συμβαίνει με την ιδιότητά του ως ποιητή, που όσο ζούσε, κάτω από την πίεση των οπαδών του Σολωμού, δεν της αναγνωρίστηκε καμία αξία, ενώ σήμερα κατέχει την πρώτη θέση μετά από αυτόν, η τότε αδιαμφισβήτητη ιδιότητά του ως λογίου και δασκάλου στα χρόνια μας είναι ελάχιστα προβεβλημένη.

Κι όμως, ο Κάλβος υπήρξε ένας μεγάλος εκπαιδευτικός για την εποχή του κι ένας το ίδιο μεγάλος λόγιος. Οσες μαρτυρίες συγχρόνων του έχουν διασωθεί αναφέρονται σε αυτόν με αισθήματα εκτίμησης για τον καθηγητή και τα μαθήματά του ή τον λόγιο και τις αντίστοιχες δράστηριότητές του.

Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο και με ιδιαίτερη βαρύτητα το γεγονός ότι όλοι αυτοί κάλυψαν ευρύ φάσμα της δημόσιας ζωής στο Ιόνιο και στο ελληνικό κράτος, ενώ πολλοί μαθητές του έλαβαν μέρος στους αγώνες του επτανησιακού Ριζοσπαστισμού και του ιταλικού Risorgimento. Αν ειδικότερα παρατηρήσουμε τους μαθητές και τους αλληλογράφους του, διαπιστώνουμε πως συγκαταλέγονται προσωπικότητες της λόγιας πρωτοπορίας του καιρού, ενώ ανάλογες είναι οι πολιτικές επαφές και οι κοινωνικές συναναστροφές του.

Τον Κάλβο δεν τον συναντάμε μόνο, νέο, να αναμειγνύεται ενεργά στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά κινήματα του καιρού του (τον Καρμποναρισμό, τον Φιλελληνισμό, τα κινήματα για την απελευθέρωση ιταλικών περιοχών). Τον συναντάμε και σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, που εκτείνεται στην οργάνωση της εκπαιδευτικής, της πολιτικής, της πνευματικής, της δημοσιογραφικής και της κοινωνικής ζωής του τόπου διαμονής του, ιδιαίτερα της Κέρκυρας, πρωτεύουσας του Ιόνιου Κράτους, όπου έζησε την περίοδο της ωριμότητάς του (1826-1852), σε μια εποχή κρίσιμη για τον ελληνικό πληθυσμό σε όλους αυτούς τους παράγοντες.

Η συνεργασία του με τον λόρδο Γκίλφορντ στην ίδρυση της «Ιονίου Ακαδημίας», του πρώτου ευρωπαϊκού τύπου Πανεπιστημίου στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, και στη διοργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης του Ιόνιου Κράτους. Η συνέχιση του εκπαιδευτικού έργου στη δημόσια και στην ιδιωτική εκπαίδευση. Η μεταφραστική και η εκδοτική του δραστηριότητα. Η προσπάθειά του να συντάξει λεξικά και να δημιουργήσει ελληνική επιστημονική ορολογία. Η συνεργασία του με την Ιονική Κρατική Εφημερίδα και η αποστολή ανταποκρίσεων σε μεγάλης κυκλοφορίας ξένα έντυπα. Η ένταξή του στον χώρο των επτανήσιων μεταρρυθμιστών και η επικουρία που προσέφερε στην εφημερίδα τους «Πατρίς», που καταδείχνουν το καταστάλαγμά του στο πολιτικά εφικτό. Η συμμετοχή του στο φιλελεύθερο εντευκτήριο Αναγνωστική Εταιρεία. Η συνεργασία του με την Εταιρεία για την προώθηση της παραγωγής του μεταξιού. Οι συνεισφορές του σε εράνους και εκδόσεις, αλλά και οι πληροφορίες που τον παρουσιάζουν ως άτομο κοινωνικά ευχάριστο, με ενεργό συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, αποκαλύπτουν εικόνα ανθρώπου πολύ λίγο σύμφωνη με τη μέχρι σήμερα γνωστή, του μοχθηρού αποκλεισμένου. Γιατί, βεβαίως, αν οι εξάρσεις της αρρώστιας του τον έκαναν πολλές φορές νευρικό και απότομο (ήταν αιμορροϊδικός), αυτό δεν τον κατατάσσει εκεί που οι βιογράφοι του επιθυμούν.

Η ιδιότητα του λογίου και του εκπαιδευτικού, ήταν λοιπόν εκείνη που επικράτησε όσο ζούσε ο Κάλβος. Αυτήν καταχώρισαν στο διαβατήριο και στο πιστοποιητικό θανάτου του οι βρετανικές αρχές, αυτήν γνώριζε το περιβάλλον του, και γι' αυτό η χήρα του επέλεξε τον τίτλο του διδάκτορα της Φιλοσοφίας να κοσμήσει τον τάφο του στο νεκροταφείο της Αγίας Μαργαρίτας στο Keddington. Από την άλλη, η ιδιότητα του ποιητή είναι εκείνη που επικρατεί σήμερα. Όμως μήπως ήρθε ο καιρός να αποκατασταθούν τα πράγματα αναγνωρίζοντάς του ότι εκτός από (εθνικός) ποιητής υπήρξε και δάσκαλος (του Γένους);

[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 16. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Λεύκιου Ζαφειρίου: «Τι γνωρίζω εγώ για τον κύριο Κάλβο;»

Όταν υλοποιηθεί η πρόσφατη απόφαση του Μουσείου Μπενάκη να εκδώσει το σύνολο του έργου του ποιητή Ανδρέα Κάλβου, είναι βέβαιο ότι θα αποτελέσει σημαντικό σταθμό στις αντίστοιχες σπουδές. Ηδη, με αυτή την προοπτική, έχουν έρθει στο φως νέα στοιχεία και ίσως μελλοντικά η έρευνα να προσκομίσει και άλλες λεπτομέρειες γύρω από τον άγνωστο Κάλβο.

Από τα νέα στοιχεία σημαντικό είναι ότι διαθέτουμε πια αξιόπιστες πληροφορίες για τη Σούζαν Φόρτσιουν Ριντού (Ridout, 1793-1857), τη φασματική αυτή γυναίκα που έζησε κοντά στον έλληνα ποιητή κατά την πρώτη διαμονή του στο Λονδίνο, όταν έκανε τις θρησκειολογικές μεταφράσεις του, όταν έγραφε την ωδή Ελπίς πατρίδος (1819) καθώς και το νεοελληνικό μέρος της Πολύγλωσσης Γραμματικής του Φρέντερικ Νόλαν (Nolan) μαζί με το «Λεξιλόγιο» που περιλαμβάνεται στον δεύτερο τόμο της Γραμματικής και εντοπίστηκε μόλις το περασμένο καλοκαίρι. Πρόκειται για την κρίσιμη περίοδο κατά την οποία ο ποιητής διαμορφώνει το ποιητικό του σύστημα, το οποίο και θα ακολουθήσει στις Ωδές του (1824 και 1826).

Η Σούζαν Φ. Ριντού γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1793 στο Μπρίστολ και πέθανε στο Μπράιτον, στις 23 Αυγούστου 1857, ύστερα από σοβαρή ασθένεια, ενώ η σορός της μεταφέρθηκε με φροντίδα του φιλικού της ζεύγους Ουίκαμ (Wickham) στο κοιμητήριο της αγγλικανικής εκκλησίας της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής, στο Νότιο Χόλμγουντ, όπου κι έγινε η κηδεία της (28 Αυγούστου 1857). Ενδιαφέρον είναι ότι τόσο η ίδια όσο και ο Κάλβος και η δεύτερη σύζυγός του, Σαρλότ Αουγκούστα Ουάνταμς (Wadams), ασχολήθηκαν επαγγελματικά με την εκπαίδευση. Το 1840 κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το βιβλίο τής Ριντού, Γράμματα σε μια νέα παιδαγωγό, για τις αρχές της εκπαίδευσης και άλλα θέματα συνδεόμενα με τα καθήκοντά της. Σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές, το 1841 διηύθυνε παρθεναγωγείο στο Μπράιτον και το 1851 στο κεντρικό Λονδίνο. Αν και δεν γνωρίζουμε πότε εγκατέλειψε την αγγλική πρωτεύουσα (σίγουρα μετά το 1852) για το Μπράιτον, είναι πολύ πιθανόν να διέμενε ακόμη στο Λονδίνο την εποχή που ο Κάλβος εγκαθίσταται για δεύτερη φορά στην αγγλική πρωτεύουσα και παντρεύεται την Ουάνταμς, τον Φεβρουάριο του 1853.

Ώς σήμερα, η Σούζαν Ριντού μάς ήταν γνωστή μόνο από τις 54 επιστολές της προς τον Κάλβο, τις οποίες σχολίασε και δημοσίευσε ο ελληνιστής Μάριο Βίττι το 1963. Μαθήτρια του ποιητή στα ιταλικά, οπωσδήποτε από το 1817, είναι ένα από τα πρόσωπα που συναναστρέφεται ο Κάλβος αμέσως μετά τον θάνατο της πρώτης γυναίκας του, της Μαρίας Τερέζας Τζόζεφιν Τόμας (Thomas). Η επανασύνδεσή τους, τον Οκτώβριο του 1819, ύστερα από πολύμηνη σιωπή του Κάλβου και συνεχείς προσπάθειες εντοπισμού του από τη Ριντού, φαίνεται πως ήταν η αρχή ενός ειδυλλίου, το οποίο όμως πολύ σύντομα θα καταλήξει σε τραυματική εμπειρία και για τους δύο, τον Δεκέμβριο του 1819.

Ας ειπωθεί εδώ ότι οι επιστολές της Ριντού προς τον Κάλβο, γραμμένες στα ιταλικά, στα αγγλικά και στα γαλλικά, δεν έχουν αξιοποιηθεί όσο θα έπρεπε, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 46 χρόνια από τη δημοσίευσή τους από τον Μάριο Βίττι. Και τούτο, παρά το ότι μας παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες, από πολλές απόψεις, αφού ανασκευάζουν χαρακτηρισμούς που διαιωνίζονται αβασάνιστα από τη φιλολογική έρευνα και τη λογοτεχνική ιστοριογραφία, παρουσιάζοντας έναν Ανδρέα Κάλβο γέννημα μυθιστορηματικής φαντασίας, άνθρωπο χωρίς φίλους, εριστικό, ιδιόρρυθμο, αντιφατικό, πουριτανό, υπεροπτικό, κ.ά. Ηδη όμως από το 1817 η Ριντού στις επιστολές της τόνιζε τα στοιχεία εκείνα που τον χαρακτήριζαν: υπογράμμιζε την καλοσύνη και τις εξαιρετικές διδακτικές του ικανότητες, την ευγένεια, τη γενναιοδωρία, τα λεπτά αισθήματα, τις θαυμάσιες αρετές και τα έξοχα προσόντα του. Η ακεραιότητα, η ανεξαρτησία σκέψης, η σωφροσύνη και η αξιοπρέπεια που αποδίδονται στον Κάλβο μάς δίνουν μια προσωπογραφία εντελώς διαφορετική από αυτήν που συνήθως έχουμε μέσα από αφηγήσεις ατεκμηρίωτες. Αλλά και οι σχετικές αναφορές στην ερωτική σχέση τους μας δίνουν, εμμέσως πλην σαφώς, μια άλλη εικόνα του ποιητή, πολύ διαφορετική από τους ανεκδοτολογικούς χαρακτηρισμούς για τις σχέσεις του με το άλλο φύλο.

Εννοείται ότι όλα τα στερεότυπα γύρω από τη ζωή και την προσωπικότητα του Κάλβου θα εξακολουθήσουν να αναπαράγονται, όσο δεν θα έχουμε μία βιογραφία του ποιητή, βασισμένη σε όσα τεκμηριωμένα στοιχεία γνωρίζουμε ώς σήμερα, και τα οποία άλλωστε δεν είναι λίγα. Η έρευνα έχει οδηγήσει επιπλέον και σε άλλα ευρήματα, κυρίως έντυπες πληροφορίες που καλύπτουν την περίοδο 1818-1864: πρόκειται για περισσότερα από σαράντα λήμματα σχετικά με τον Κάλβο, από τα οποία τέσσερα είναι δημοσιευμένα σε περιοδικά των ΗΠΑ (1827-1828 ), ένα σε βιογραφικό λεξικό του 1826, γραμμένο στα γαλλικά, ενώ ένα άρθρο στο αγγλικό θεολογικό περιοδικό The Ecclesiastical Gazette (1853) μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για άλλες πτυχές της δράσης του ποιητή. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η ανεύρεση από τον Δημήτρη Αρβανιτάκη (Μουσείο Μπενάκη) του περιοδικού L' Ape Italiana (1819), όπου υπάρχουν εργογραφικές αναφορές στον Κάλβο. Ακόμα, σε αρχειακό υλικό δίκης που έγινε το 1862 στο Λονδίνο, ανάμεσα στους εναγομένους περιλαμβάνονται ο Κάλβος και η σύζυγός του, Αουγκούστα Ουάνταμς. Ωστόσο, τα σημαντικότερα ευρήματα αφορούν τη Σούζαν Φ. Ριντού και ο εντοπισμός τους έγινε εφικτός (όπως και του τάφου της, το περασμένο καλοκαίρι) χάρη στην πολύτιμη βοήθεια της γιατρού Κάρεν Φράνσις (Francis), χωρίς την οποία δεν θα είχαμε το βιογραφικό υλικό για τη μαθήτρια και ερωμένη του Κάλβου.


* Ο τίτλος είναι από γράμμα της Susan Fortune Ridout προς τον Κάλβο και τα λόγια ανήκουν στη μητέρα της, η οποία δεν έβλεπε θετικά τη σχέση της κόρης της με τον ποιητή.

[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ.14 εξ. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email