© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Έφιππες πινελιές στον αποχαιρετισμό του Καλοκαιριού

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Την προηγούμενη Πέμπτη, 26 Αυγούστου, μια μέρα σημαδιακή για το νησί μας, μια και μ’ αυτήν, με τα Μπασίματα του Αγίου μας, λήγει τυπικά το Καλοκαίρι και περνάμε στην φθινοπωρινή -και προς Θεού, όχι την χειμερινή- περίοδο, η Γκιόστρα της Ζακύνθου διοργάνωσε μια μεγάλη φιλική συγκέντρωση στην Πλαζ του Ε.Ο.Τ., δίπλα από τα γραφεία της, θέλοντας να έρθει σε επαφή με τα μέλη και τους φίλους της και ν’ αποχαιρετήσει την περίοδο της ξεγνοιασιάς και της ραστώνης.
Εκατοντάδες ήταν κυριολεκτικά αυτοί που ανταποκρίθηκαν, ντόπιοι και ξένοι, αλλά και όλοι αυτοί που μετά την καταστροφή και την ριζική, προς το χειρότερο, αλλαγή, η οποία ακολούθησε την πολλαπλή θεομηνία του Αυγούστου του 1953 ονομάζονται χαρακτηριστικά «Zακυνθινοαθηναίοι» και για κάποιες ώρες βρέθηκαν μαζί, διασκεδάζοντας και ανταλλάσσοντας απόψεις.
Κάτω από ένα ολόγιομα φεγγάρι, δύο μόλις μέρες μετά την πανσέληνο του κορυφαίου θερινού μήνα, αυτού που ο λαός μας τον θέλει «δύο φορές τον χρόνο», οι διοργανωτές, οι συμμετέχοντες, οι φίλου και οι πιστοί του παλαιότατου αυτού εθίμου του νησιού μας, που πάντα ήταν λαοφιλές και αγαπητό, των φημισμένων και πολυσυζητημένων ιππικών αγώνων, χάρηκαν την γαλήνη της θάλασσας, απόλαυσαν το ζακυνθινό τοπίο, το οποίο, παρότι βάναυσα κακοποιημένο, εξακολουθεί ν’ αντιστέκεται και να επιβιώνει και με τρόπο απλό, μα καθόλου ευκαταφρόνητο, ψυχαγωγήθηκαν και ξαναθυμήθηκαν το τι σημαίνει η ανθρώπινη επαφή και το πόσο όμορφο είναι το απλό και το μη στημένο.
Πολλές εκπλήξεις υπήρχαν εκείνη τη βραδιά. Η βαρκαρόλα πρώτα με τα νεαρά καλλίφωνα ζακυνθινόπουλα, τα οποία απέδειξαν πως σε πείσμα των καιρών και της πολύμορφης κατρακύλας μας συνεχίζουν να αναπνέουν και να ζουν με τον τρόπο των προγόνων τους, προεκτείνοντας μια παράδοση αιώνων και διατηρώντας την ζωντανή και άσβηστη, το συγκρότημα «Υακίνθη» μετά, με τους δικούς μας άριστα εκτελεσμένους χορούς, όταν πολλοί άλλοι γύρω τους, την ίδια στιγμή υποχωρούσαν στους ρυθμούς του γραφικού τελικά και άσχετα με την ιόνια ιδιοσυγκρασία μας «Ζορμπά», για να ικανοποιήσουν, αμειβόμενοι, τους πρόσφατους ανεπαίσθητους κατακτητές μας, τα πυροτεχνήματα τέλος, που είναι το αναπόσπαστο κομμάτι του τζαντιώτικου πανηγυριού και μπορεί να θεωρούνται πολυτέλεια, ειδικά από κάποιους επίφοβα ορθολογιστές, αλλά στην ουσία η απουσία τους εγκυμονεί τον κίνδυνο της αποκοπής μας από την ιδιαιτερότητά μας και την παράδοσή μας.
Λαμπιόνια πολύχρωμα θύμιζαν στους παρευρισκόμενους την ουσία της υπαίθριας χαράς, μα και τις νύχτες στο κάποτε γειτονικό «LUX», με τις κλασσικές του ταινίες και τις δύο επαναλήψεις της Κυριακής, σημαίες ιπποτικές, από την στην αρχή της άνοιξης διακόσμηση της Γκιόστρας, έδιναν στον χώρο μορφή άλλης εποχής και φλόγες πυρσών απάλλασσαν την όραση από την κιτς φωταγώγηση του τουριστικού θέρετρου και έδιναν στις υπόλοιπες αισθήσεις την ανέξοδη πολυτέλεια μιας με οικολογική ταυτότητα ζεστασιάς.
Με λίγα λόγια όλα έδειχναν το κλίμα μιας καθαρής γιορτής και μάλιστα επτανησιακής, με τον «καθαρό ήχο των εορταζόντων» και την ζεστασιά που πάντα είναι απαραίτητη και δημιουργικά ζωογόνα, αλλά μας την στέρησε μια άναρχη πρόοδος και ένας χωρίς υπόβαθρο απότομος πλουτισμός μας.
Η προσέλευση του κόσμου ήταν πολλή πιο μεγάλη από την αναμενόμενη και οι προτάσεις για επανάληψη και πιο συχνή διοργάνωση παρόμοιων συναθροίσεων από το Σωματείο “Giostra Di Zante” αποδεικνύουν το ότι ακόμα μπορούμε να ελπίζουμε και το πως κάτι εξακολουθεί να παραμένει, σαν φλόγα κρυμμένη μέσα στην στάχτη, που κάποτε μπορεί να μας ξαναζεστάνει, χωρίς τον κίνδυνο της αποτέφρωσης και της καταστροφής.
Πάνω απ’ όλα όμως εμείς οι διοργανωτές χαρήκαμε την ζεστή και φιλική ανταπόκριση του κοινού και γνωρίσαμε το πόσο και το πώς οι νεότεροι Ζακυνθινοί, παρά τις επίφοβες σειρήνες, που απειλούν την ιδιοσυγκρασία τους και βάζουν σε κίνδυνο την ταυτότητά τους, αγκαλιάζουν προσπάθειες στηριγμένες στην ιστορική τεκμηρίωση και την ουσιαστική έρευνα και θέλουν να συνεχίσουν την ιστορία τους.
Για μια ακόμα φορά αποδείχτηκε έμπρακτα και όχι με κούφια, πανηγυριώτικα λόγια, σαν αυτά των παντός είδους και καιρού πολιτικών μας, πως οι σημερινοί κάτοικοι του νησιού, που κάποτε ήταν το «Φιόρο του Λεβάντε» και η «Φλωρεντία της Ανατολής», αγαπούν την δική τους Γκιόστρα και ακολουθώντας το παράδειγμα των πριν από αυτούς θέλουν να την διατηρήσουν, να την συνεχίσουν και να την προεκτείνουν.
Όπως και τότε, που ο Αρίγκος γινόταν πολυάνθρωπος και η Πλατεία Ρούγα, αργότερα, γέμιζε από κόσμο, έτσι και εκείνο το βράδυ, του τέλους του Αυγούστου, η εγκαταλελειμμένη άπονα και άκαρδα πλαζ του Ε.Ο.Τ. πήρε και πάλι ζωή και σε πείσμα της φθοράς της και φθοράς μας αναζωογονήθηκε και έδωσε ελπίδες δικής της και δικής μας αναζωογόνησης.
Το κυριότερο, όμως, δίδαγμα της βραδιάς ήταν πως αποδείχτηκε ότι μπορούμε οι ίδιοι να πάρουμε στα χέρια μας την τύχη μας και το μέλλον μας, χωρίς να περιμένουμε τίποτα από τους κατέχοντες, αλλά μη έχοντες «ηγέτες» μας και πως αυτό είναι εύκολο και απλό.
Η Γκιόστρα της Ζακύνθου ήταν πάντοτε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και της ιστορίας του τόπου μας και είναι ευτύχημα που επανήλθε στη ζωή μας και εξακολουθεί να υπάρχει. Η επαναφορά της, απ’ ότι έχει αποδειχτεί, δεν είναι μια απλή και νεκρή αναβίωση, αλλά μια ανάσταση και μια παλινόρθωση. Έχει μπει και πάλι στη ζωή μας και αποδεικνύει πως ακόμα δεν έχει επέλθει η οριστική υποχώρηση και πως παρά την απώλεια των πανάκριβων και αποδεικτικών για τον υλικό και παράλληλα πνευματικό μας πλούτο δαχτυλιδιών, τα χέρια που τα φορούσαν το ίδιο κομψά παραμένουν και ίσως τα ξαναφορέσουν δίχως τον κίνδυνο της γελοιοποίησης του νεοπλουτισμού. Ο κόσμος που συγκεντρώθηκε εκείνη την καλοκαιριάτικη βραδιά στην εκδήλωση της ζακυνθινής Γκιόστρας είναι μια εγγύηση για όλα τα παραπάνω και προπάντων μια παρηγοριά υπόσχεσης.
Οι συναθροίσεις αυτές, οι τόσο ανθρώπινες, θα συνεχιστούν και την χειμερινή περίοδο και τον ερχόμενο Μάρτη, την περίοδο του τζαντιώτικου Καρναβαλιού, οι ιππότες θα διαβούν και πάλι την πρόωρα γερασμένη και άδικα φθαρμένη Πλατεία μας Ρούγα, για να της ξαναδώσουν ζωή με τον ήχο των πετάλων τους, θα διεκδικήσουν τον κρίκο στην μεγάλη μας πλατεία και με τα χλιμιντρίσματα των αλόγων τους θα επαναφέρουν μνήμες, στερεώνοντας υποσχέσεις.
Αρκεί που όλοι οι Ζακυνθινοί αγαπούν την Γκιόστρα τους και σε κάθε περίπτωση το αποδεικνύουν.
Είναι και αυτό μια πνοή δροσιάς σε εποχές άπνοιας. Ας την διατηρήσουμε.

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Ο αριθμός του θηρίου

Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ / ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ, 28.8.2010

Συγγραφέας με ασυνήθιστο λογοτεχνικό προφίλ, τολμηρές εμπνεύσεις και ανορθόδοξη στάση, ο Σπύρος Καρυδάκης δίνει ένα σκληρό, εξαιρετικά φιλόδοξο μυθιστόρημα, που διερευνά τις σκοτεινές όψεις της αγάπης από τη μια, του δυτικού πολιτισμού από την άλλη. Πάντα ασυμμόρφωτος με το «πνεύμα της εποχής» και τις τάσεις της βιβλιοπαραγωγής, ο Σπύρος Καρυδάκης συνήθιζε, πλάι στις άλλες συγγραφικές ιδιορρυθμίες του, να βγάζει σχετικώς ολιγοσέλιδα πεζά σε μια εποχή που ήταν της μόδας ανάμεσα στους νέους και νεότερους συγγραφείς τα ογκώδη μυθιστορήματα. Ενώ τώρα, που η υπερπροσφορά τίτλων, σε συνθήκες μάλιστα κρίσης, και η απαύδηση του κοινού πιέζουν προς την κατεύθυνση της μείωσης τόσο των εκδόσεων όσο και του αριθμού των σελίδων, επανεμφανίζεται μ΄ ένα μυθιστόρημα μεταφορικά και κυριολεκτικά θηριώδες, απόλυτα σύμφωνο με τον τίτλο του.

Ο 49χρονος σήμερα Ζακυνθινός, που πριν ριζώσει στον εκδοτικό χώρο πέρασε από τα πιο διαφορετικά επαγγέλματα (από αγρότης ώς ναυτικός, από ανθοπώλης ώς μάγειρας, από εργάτης ώς δημοσιογράφος), σοκάρει κάθε φορά με την επιλογή και την προσέγγιση των θεμάτων του. Αψηφώντας ολότελα την πολιτική ορθότητα, εμπνέεται από την παθολογία της αρσενικής φύσης για να διερευνήσει φιλοσοφικά ζητήματα όπως η βία των ανθρώπινων σχέσεων, η σεξουαλικότητα και οι αγεφύρωτες διαφορές των δύο φύλων, η σχέση φύσης και κουλτούρας, οι παθογένειες του σύγχρονου πολιτισμού κ.λπ. Ο Καρυδάκης είναι ένας εξαιρετικά πρωτότυπος συγγραφέας. Αλλά κι εξαιρετικά άνισος.

Για να το πω απερίφραστα, είναι ο πιο άνισος Ελληνας πεζογράφος που γνωρίζω. Τα βιβλία του είναι μια αδιάκοπη διελκυστίνδα ανάμεσα σε υψιπέτιδες ιδέες και στενά προσωπικές εμμονές του θυμικού. Η δομή τους τείνει προς τη διάλυση από την ανεξέλεγκτη σύμφυρση και σύγκρουση των πιο ανόμοιων μοτίβων και στοιχείων, από την αυτοανάφλεξη ενός λόγου που θέλει να πει μεμιάς τα πάντα. Η εξοντωτική για τον αναγνώστη γλώσσα του, τόσο στη σύνταξη όσο και στο λεξιλόγιο, κράμα ποιητικής φρενίτιδας και λεξιθηρικού διανοουμενισμού (με πλήθος λέξεων όπως φιλαργία, αγαθοθέλεια, απαρεμφατικότητα, περίπυστος, προδιανοητικότητα), φτάνει συχνά σε ψηλές κορυφές φιλοσοφικού λυρισμού, αλλά ακόμα πιο συχνά σε μια αφόρητη εκζήτηση, που την κάνει μερικές φορές ακατανόητη.

Το φετινό Τherion του (με χαρακτηριστικά αιμάτινο το ο στο εξώφυλλο) αποτελείται ουσιαστικά από δύο ιστορίες, ενδιαφέρουσες και οι δύο, αλλά τόσο διαφορετικές στην ουσία τους ώστε η συναρμογή τους τείνει προς την αμοιβαία αποδυνάμωση. Η μία αναφέρεται σ΄ έναν δεκαοχτάχρονο νέο, τον Γιώργο, που πιστεύει ακράδαντα ότι η αγάπη είναι από τη φύση της κανιβαλική, καταστροφική, γι΄ αυτό είναι ηθικότερο ν΄ αφήνεσαι ολοκληρωτικά σ΄ αυτούς που σε αγαπούν παρά ν΄ αγαπάς ο ίδιος (μια προκλητική αντιστροφή του αριστοτελικού «βέλτιον το φιλείν ή το φιλείσθαι»). Με βάση αυτή τη θεωρία του, παραδίνει τον εαυτό του σ΄ έναν ηλικιωμένο καθηγητή της χειρουργικής, ο οποίος τον έχει ερωτευτεί παράφορα (αν και υποτίθεται ότι κανένας από τους δυο δεν είναι ομοφυλόφιλος), και γίνεται με τη θέλησή του έρμαιο των ορέξεων και των σχεδίων εκείνου.

Η δεύτερη ιστορία περιστρέφεται γύρω από τις εφιαλτικές δραστηριότητες του γηραιού καθηγητή, του Παύλου Β. Αυτός διευθύνει μια κλινική, στην οποία εισάγονται διά της βίας νεαρά άτομα και των δύο φύλων, κατά κανόνα περιθωριακοί μετανάστες, και είτε θανατώνονται αμέσως για να πουληθούν τα όργανά τους είτε πουλιούνται σε πελάτες ανά τον κόσμο, για να χρησιμοποιηθούν ως πόρνες ή ως θύματα σε τελετουργικούς φόνους. Ο Γιώργος θα γνωρίσει τον Παύλο Β. όταν θα διεισδύσει στο άδυτο της κλινικής για να σώσει ένα αλβανάκι, πρώην αρσενική πόρνη, και θα γίνει αιχμάλωτος του καθηγητή. Οι φίλοι του Γιώργου προσπαθούν να τον απελευθερώσουν. Αυτοί είναι ο Λεωνίδας, καθηγητής του στο πανεπιστήμιο, ομοφυλόφιλος κι ερωτευμένος μαζί του, η Ελένη, φίλη του Λεωνίδα, πρώτη (μάλλον και τελευταία) γυναίκα με την οποία θα κάνει έρωτα ο Γιώργος, και ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, πρώην αστυνομικός Αντρέας, επίσης ομοφυλόφιλος. Ο γιατρός μεταφέρει όμως τον Γιώργο στο Βερολίνο, όπου τον μεταχειρίζεται σαν παλλακίδα του και τον παίρνει μαζί του στις συναντήσεις του με τους συνεργάτες του στο φρικιαστικό εμπόριό του. Η κορύφωση της διαμονής τους στο Βερολίνο θα είναι η ξενάγησή τους σ΄ ένα άντρο όπου εκτυλίσσονται πράξεις απίστευτης σεξουαλικής βίας, που θα έκαναν ν΄ ανατριχιάσει ακόμα κι ένας ντε Σαντ ή ένας Παζολίνι. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο καθηγητής Παύλος Β. θ΄ απαιτήσει από τον Γιώργο την έσχατη απόδειξη της υποταγής του: να θανατώσει ο ίδιος τον μικρό Αλβανό, τον Άκι.

O Καρυδάκης δοκιμάζει τη θεωρία του ήρωά του για την αγάπη επιλέγοντας ως «αντιδραστήριο» τον έρωτα ενός διεστραμμένου, εγκληματικά μεγαλομανούς ανθρώπου, όπως είναι ο καθηγητής Παύλος Β. Αυτό, φυσικά, κάνει το πρώτο σκέλος της θεωρίας, για την κανιβαλική φύση της αγάπης, να φαίνεται αυταπόδεικτο, μολονότι αφήνει ενοχλητικά μετέωρο το δεύτερο σκέλος: δεν είναι ξεκάθαρο γιατί ο ανέραστος Γιώργος (που, παρεμπιπτόντως, δεν πείθει καθόλου ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας) βρίσκει σωστό το να παραδίνεται στην αγάπη των άλλων, και μάλιστα σε μια αγάπη που τον υποβιβάζει σε ερωτικό μπιμπελό και παθητικό θεατή κακουργημάτων. Ή μήπως γίνεται ξεκάθαρο, αν μετακινηθούμε λίγο από τη δική του σκοπιά; Διότι η συμπεριφορά του Γιώργου παραπέμπει όλο και πιο επίμονα σ΄ έναν νέο που έχει συνηθίσει να τον θαυμάζουν και να τον ποθούν, οπότε, με τυπική ψυχολογία νάρκισσου, θεωρεί ότι παραχωρεί ένα μεγάλο προνόμιο αφήνοντας κάποιον να τον αγαπάει και να τον γεύεται ερωτικά, ενώ ο ίδιος δεν μπορεί ν΄ αγαπήσει. Ετσι όμως η θεωρία του Γιώργου για τη φύση της αγάπης ανασκευάζεται πιο εύκολα απ΄ ό,τι της αξίζει, γιατί τουλάχιστον το πρώτο σκέλος της δεν είναι τόσο άτοπο όσο αρέσκονται να πιστεύουν οι αναγνώστριες των ροζ μυθιστορημάτων.

 Υπάρχει πάντως εδώ, όπως και σε προηγούμενα βιβλία του Καρυδάκη, ένας υφέρπων, αλλά πολύ αισθητός, πανταχού παρών ομοφυλοφιλικός ερωτισμός, μια αποθέωση του ανδρικού σώματος, στις διάφορες εκδοχές του, και της υπεραρσενικής συμπεριφοράς, η οποία τείνει ωστόσο πάντοτε προς την αυτοκαταστροφή. Στο μυθιστόρημα Η νύχτα των ονομάτων, από το 2000, το στοιχείο της υπόγειας ομοφυλοφιλίας ταίριαζε πολύ ωραία στο θέμα, που ήταν η δομή, η ψυχολογία και η λειτουργία μιας κλειστής παραστρατιωτικής ομάδας. Αλλά στο Τherion δύσκολα καταλαβαίνουμε τη σκοπιμότητά του. Δεν μπορεί να μη μας ξενίσει το ότι πρωταγωνιστούν σ΄ αυτό το μυθιστόρημα δύο άνδρες που συνδέονται ομοφυλοφιλικά χωρίς να είναι ομοφυλόφιλοι (!), καθώς και το ότι όλοι οι (πολλοί) άνδρες που παίζουν κάποιον ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας είναι είτε συνειδητά ομοφυλόφιλοι είτε έχουν λανθάνουσες ομοφυλοφιλικές τάσεις είτε έχουν βιαστεί από άλλους άνδρες. Είναι αυτό που έλεγα πιο πάνω: οι προσωπικές εμμονές του Καρυδάκη, όποια και αν είναι η γενεσιουργός αιτία τους, θολώνουν τον ορίζοντα του βλέμματός του.

Το δεύτερο θέμα του μυθιστορήματος αναπτύσσεται με ικανοποιητικότερο τρόπο. Το θέμα αυτό δεν είναι τίποτα λιγότερο από την εγγενή θηριωδία και θανατολαγνεία του δυτικού πολιτισμού (σωστά ο Καρυδάκης χρησιμοποιεί για την πρώτη έννοια συχνότερα τη γερμανική λέξη Grausamkeit, που δεν παραπέμπει τόσο στην αγριότητα του θηρίου όσο στην αφύσικη σκληρότητα της απανθρωπιάς). Η πλοκή εδώ θυμίζει όλο και περισσότερο καρτούν (πράγμα όχι απαραίτητα κακό), αλλά η πραγματικότητα την οποία απηχεί είναι πιεστικά παρούσα στον κόσμο. Ο καθηγητής Παύλος Β. διακηρύσσει ότι «κάθε υγιής κοινωνία θεμελιώνεται πάνω στην εργασιακή, ηδονιστική, κοντολογής εργαλειακή χρήση όσων ανθρώπων είναι δυσλειτουργικοί απέναντι στην πρόοδο» (σ. 107) και «Θεωρώ τη βία και τον καταναγκασμό θετικές δυνάμεις που προάγουν την εξέλιξη της κοινωνίας. [...] χρειάζονται πλήρη αποδοχή, νομική περιχαράκωση και προστασία» (σ. 149). Αυτές οι θέσεις δεν αποτελούν μόνο την ιδεολογική αυτονομιμοποίησή του αλλά και το άρρητο θεμέλιο της δυτικής ιδεολογίας της προόδου. Ισως η τρομακτικότερη φιγούρα σ΄ αυτό το μυθιστόρημα είναι η κυρία Αριστίντ, η Ολλανδέζα φίλη του καθηγητή, μεγαλέμπορος πολύτιμων λίθων, στο έπακρο καλλιεργημένη, εκλεπτυσμένη, αβρή και μειλίχια, αλλά κατά βάθος κυνική, υποκρίτρια και αδίστακτη επιχειρηματίας- μια ανατριχιαστική εκδοχή του δυτικού ανθρώπου.

Το μυθιστόρημα κλείνει, παρόλα αυτά, αισιόδοξα. Ο νεαρός Αλβανός, ο Άκι, όχι μόνο σώζεται αλλά και θα σώσει λίγο αργότερα τον απελπισμένο από την κατάρρευση της θεωρίας του και την εγκατάλειψή του από τους άλλους Γιώργο. Ο Γιώργος θα καταλάβει ότι η αγάπη μπορεί να έχει και πιο άδολες πλευρές. Το τέλος του βιβλίου αναγγέλλει την αρχή μιας μεγάλης φιλίας ανάμεσα στον νέο άνδρα και το παιδί. Η οποία φιλία, για να μη ξεχάσουμε ότι διαβάζουμε Καρυδάκη, έχει, τουλάχιστον από τη μεριά του μικρού, σαφέστατα ερωτικό προσανατολισμό.

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Διονύση Σέρρα: ΣΥΛΛΕΓΟΝΤΑΣ ΦΩΣ ΑΠΟ ΤΙΣ "ΚΑΜΕΝΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ" ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

[Εφημερίδα ΕΡΜΗΣ Ζακύνθου, 26.8.2010, φ. 3471, σ. 13]


Το φως βαθαίνει
χαρές ξαναγίνονται
πένθη και πουλιά.
Π. Καποδίστριας
(«Μετασολωμικά συμβάντα», ό.π., σ. 425)

ΓΝΩΣΤΟΣ και εκλεκτός Ζακυνθινός ποιητής και δοκιμιογράφος, ο Παναγιώτης Καποδίστριας σφραγίζει την 30χρονη γόνιμη και σταθερή πορεία του στον χώρο των νεοελληνικών γραμμάτων με την εξαίρετη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του υπό τον γενικό τίτλο Καμένες Πεταλούδες. Ποιήματα 1979-2009. Πρόκειται για ένα εκφραστικό προσωπικό και πολυφωνικό – πολυσύνθετο πόνημα και δώρημα, απ’ όπου κάθε ικανός και ευαίσθητος δέκτης, αναγνώστης ή συνοδίτης, όπως και κάθε φίλος της ουσιαστικής και ηδύσημης Ποίησης, βγαίνει πλουσιότερος και καλύτερος ψυχοπνευματικά, χαίροντας για πολλά και ποικίλα και αποκομίζοντας περισσότερα και επωφελέστερα από τον αυθεντικό και ανθεκτικό «κόσμο» της σκέψης, της ενδοχώρας και του από τα πρώτα κιόλας βήματα ώριμου και αναγνωρίσιμου (αισθητικά, γλωσσικά, υφολογικά, θεματικά κλπ.) Λόγου του ποιητή, που το ίδιο άξια και παραγωγικά διακονεί, ως θεολόγος και κληρικός, τον χώρο της τοπικής και της άλλης σύγχρονης νεοελληνικής Εκκλησίας, με πολλές σημαντικές πολυθεματικές γι’ αυτήν γραφές ή εκδόσεις.

Ο άψογος και καλαίσθητος στη μορφή και πολυεπίπεδος και καλλιεπής στο περιεχόμενό του πολυσέλιδος τόμος (επί-γνωση, Σταμούλης Αντ. Εκδοτικός Οίκος, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 459), χάρη στο επόμονο και επίπονο «παρών» του ζακυνθινού λογοτέχνη και συγγραφέα και χάρη στη θετική συμβολή όλων όσοι συνέβαλαν φιλοπνευματικά, υπεύθυνα, σεβαστικά και αγαπητικά σ’ αυτό το αξιέπαινο και άρτιο αποτέλεσμα (Αντ. Σταμούλης, εκδότης, Δημ. Γ. Μαγριπλής, επιμελητής της έκδοσης, και Αγγελική Κοκονάκη, εικαστικός), συγκροτεί μια ξεχωριστή τ ι μ ή και για τον ίδιο τον ποιητή, τον ήδη καταξιωμένο και βραβευμένο Π. Καποδίστρια, και για τη σημερινή (πολιτιστικά πολυδοκιμαζόμενη) ιδιαίτερη πατρίδα του, καθώς και για την όλη νεότερη Ποίησή μας, όπου πολλά αντιποιητικά, κοινότοπα και ασήμαντα ή ανούσια (του συρμού ή της ελαφρότητας…) συναντάμε, με τις όποιες φωτεινές εξαιρέσεις –όπως η ανά χείρας έκδοση- να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Έργο και μαρτυρία ζωής, η ποιητική αυτή συγκομιδή αποπνέει, εξελικτικά και ανοδικά, ουσία και ευρηματικότητα, ομορφιά και συγκίνηση, λυρισμό και στοχαστικότητα συνεχή, αυτογνωσία και ανθρωπογνωσία βαθιά, πλούτο έμπνευσης και γλώσσας ευφορία, εικονοπλαστική δύναμη και άλλα χαρακτηριστικά εκλεκτικότητας και ποιότητας, αναδείχνοντας τον δημιουργό της, δίκαια και συνολικά, σ’ έναν αληθινό και πιστό λειτουργό της Γνώσης και της Γραφής και σ’ έναν παραγωγό και «μέγα χορηγό» δωρημάτων ή χαρισμάτων ποικίλων και ελκυστικών, μέσα στο ευρύ μα και μοναχικό «κοινόβιο» της Ζωής και της Τέχνης. Εκεί, όπου το απλοϊκό, το εύκολο, το μέτριο, το ελλιπές ή το στείρο, το κίβδηλο, το εφήμερο κλπ. δεν πρέπει να κατέχουν θέση μεγαλύτερη από εκείνη που τους «αξίζει»- και στα μέτρα όσων θλιβερά και άγονα, κατά τη «φύση» τους, τα δέχονται ή τα ανέχονται και τα προτιμούν.

ΑΠΟ το πρώτο κιόλας -χρονολογικά- ποίημα (1979) ποίημα (δίχως το «σημάδι» ή το «στίγμα» του πρωτόλειου, που όμως και αυτό έχει τη δική του γραμματολογική, ιστορική κ.ά. σημασία) και ώς την πρόσφατη συγκεντρωτική κατάθεση άσβηστης «φλόγας» και Πνοής ποιητικής, ο Π. Καποδίστριας «κρατά αναμμένα / τα σώματα πορείας» (το δικό του και άλλων μέσα ή μαζί μ’ αυτό, όντας κι ο ίδιος, σαν ύπαρξη φιλάνθρωπη και πληθωρική, όχι ένας αλλά πολλοί) και μαστορικά και γενναιόδωρα «στήνει απόχη με τον Λόγο σου», για να συλλέξουν καλότυχα, όσοι θέλουν και μπορούν, και ν’ απολαύσουν ευφρόσυνα και ανακουφιστικά ή λυτρωτικά ό,τι φωτεινό και υψηλό, άριστο και δραστικό λιγοστεύει ή αφανίζει ανάγκες και πάθη ψυχικά – και οτιδήποτε παράγει ή τρέφει και συνθέτει την κρυφή ή την «πέριξ Ερημία», σύμφωνα κ’ εδώ με την αδρή τού ενδοσκόπου ποιητή και παρατηρητή «τοπιογραφία» ή σημειολογία.

Τι να πρωτοδιαλέξει και να τι να αναφέρει κάποιος, ενδεικτικά έστω, από τον ανθηρό ποιητικό Κήπο του Π. Καποδίστρια, από τον πλούτο της ποιητικής του «ταυτότητας» ή «κοσμογραφίας», από τα στιλπνά μα και απαιτητικά «φωτοειδή» φωνήματα ή μιλήματά του, από της «Χαρμολύπης του τις μυρωδιές», από τα έντονα αρώματα και τους «καημούς της Άνοιξής» του, από το τιμητικά, διδακτικά και ανεξίτηλα φιλοτεχνημένο «Εικονοστάσιο» των δικών του «αγίων», με κορυφαίους και ενεργούς συνομιλητές και συνοδίτες τούς Ρωμανό, Φώσκολο, Κάλβο, Σολωμό, Ελύτη, Ρίτσο κ.ά.; Ή από την πολύχρωμη και φιλόξενη «πινακοθήκη» του άλλων προσφιλών του μορφών και προσώπων, γνωστών ή όχι, ελασσόνων ή αξιομνημόνευτων, επώνυμων ή ανώνυμων, αφανών ή μη, χθεσινών ή τωρινών, απόντων ή παρόντων…; Όλων αυτών δηλ., που το διάβα τους ή το «είναι» τους σκιαγραφείται και αθανατίζεται αναστατικά ή παραστατικά, με πινελιές λεκτικά πολυσύνθετες και ιριδίζουσες, με εικόνες χρωματικές ή φωτοσκιασμένες, με αναφορές πολυεπίπεδες (εύληπτες ή υπαινικτικές, συμβολικές, μεταφορικές, ρεαλιστικές, ονειρικές κλπ.), με στοιχεία και αποτυπώματα λιγότερο ή περισσότερο αποκαλυπτικά, κρυπτικά κ.ο.κ. Κι όλ’ αυτά, προσεκτικά και χαρακτηριστικά, γερά και αρμονικά, έντεχνα και λειτουργικά ταιριασμένα ή επιλεγμένα για το πλάσιμο ή την «Κτίση» τού ποιητικού – ανθρωποκεντρικού σύμπαντος του Παναγιώτη Καποδίστρια.

* * *

ΑΥΤΑ, ή και άλλα πολλά, όπως και να τα δει, να τα κρίνει, να τα νιώσει και να τ’ αποτιμήσει κάποιος, είτε υποκειμενικά είτε αντικειμενικά, μεροληπτικά ή αμερόληπτα, καλοπροαίρετα ή επιφυλακτικά κλπ., δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει και να δεχτεί τη γνησιότητα και τη δυναμική του πηγαίου ταλέντου και του έμψυχου Λόγου του π. Π. Καποδίστρια, την αμείωτη –διαχρονικά και εξελικτικά- ποιότητα και τη λειτουργικότητα της γραφής του, την προσφορά πολύμορφου και πολυδιάστατου γνωστικού, αισθητικού κ.ά., καθαρά ποιητικού υλικού, χωρίς πεζολογίες, κενολογίες, βερμπαλισμούς ή ρητορισμούς, πειραματισμούς, περιττολογίες κ.ά.π. Το όλο ποιητικό υλικό του βιβλίου, από την πρώτη -ώριμη κιόλας- συλλογή (Δήθεν υαλογραφία, 1987) έως την τελευταία (Καμένες Πεταλούδες, 2009 – πρωτοεκδιδόμενη εδώ), πλασμένο από χάδι και πόνο (ή Ανάσα) ψυχής, με διάχυτο «Φως κεραμιδί / μαγιοκατάληκτο» κ.ά.π. «σημεία» και «κλειδιά» λυρικοστοχαστικά, είναι προορισμένο και να πείσει για την αξία του και να μείνει ζωντανό και γοητευτικό, ανέγγιχτο από τη φθορά ή τον φθόνο του Χρόνου. Έτσι, που να επιτρέπεται στον όποιο αδύναμο μα και υποψιασμένο για πολλά (για την καθορισμένη πορεία μας, τη «φύση» μας, το άφευκτο τέλος, το Πριν και το Μετά…) να κρατά –αποθησαυριστικά- και να ψιθυρίζει, σαν πολύτιμη καθοδηγητική Εντολή, κάτι από την προσωπική Βίβλο τού ποιητή, όπως π.χ. (ψήγμα ελάχιστο):

«- Σφιχτά στη φούχτα
κράτα ό,τι έχεις
κι αν καείς
νου να τηρείς
εόρτιο διάκοσμο
και μάτι απλό».

Κι ακόμη, μέσα στην πολλή του καιρού και του τόπου Λιγοσύνη, η πνευματική αυτή προσφορά του Παναγιώτη Καποδίστρια, με καμιά σελίδα της να μη σε αφήνει αδιάφορο ή ασυγκίνητο, επιτρέπει να λέγονται και ν’ ακούγονται πολλά και ομόλογα φωτεινά «συμβάντα» και να διακηρύσσεται μια ακόμη Αλήθεια, σαν διδακτικό απόσταγμα σοφίας, λογισμού, εμπειρίας και φιλότητας ενδόψυχης:

«όταν βλέπεις τα πράγματα με άλλο μάτι
το καλοκαίρι διαρκεί περισσότερο
ο κόσμος γίνεται πιο φωτεινός
διατίθεται δωρεάν
γιατ’ η ομορφιά είν’ εσωτερική υπόθεση…»

Αναμφίβολα, κι από τούτη τη συγκεντρωτική «δωρεά» του Παναγιώτη Καποδίστρια, σαν από άλλη –του Λόγου- «υπόθεση ομορφιάς», βγαίνουμε ουσιαστικά και πολλαπλά κερδισμένοι, ξεπερνώντας ή ξορκίζοντας πολλά από τα δεινά, τα πικρά και τ’ ανάρμοστα του καιρού και του τόπου. Κι αυτή η προσφορά, πράγματι, νιώθουμε να συντελεί, μαγικά ή θαυμαστά, ώστε π.χ. «ο τόπος [ν’] ανοιξιάζει» και μέσα «στη χαλαλοή / [να] ερωτεύεσαι ήχους / τάφους [να] ειρωνεύεσαι», με το Κάλλος και το άδυτο Φως παντού να κυριαρχούν και να ευφραίνουν.

Όντας ακόμη στην πιο δημιουργική περίοδο της του πορείας και ακμής, ο Παναγιώτης Καποδίστριας είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει και στις επόμενες δεκαετίες την ποιητική και άλλη συγγραφική του πνευματικής παραγωγή, προσφέροντάς μας μελλοντικά και τον δεύτερο καλαίσθητο τόμο τού ποιητικού του corpus, πλουτίζοντας σταθερά με νέες συλλογές και τη δική του εργογραφία και τη ζακυνθινή (και όχι μόνο) Βιβλιογραφία. Ως τότε, κρατάμε ό,τι είναι δυνατό -ό,τι Ωραίο και Καλό- από αυτή τη συνολική (μέχρι σήμερα) και συλλεκτική φωτογονία του ποιητή των Καμένων Πεταλούδων, ακούγοντάς τον ρητά και συνειδητά -σαν αυτόθελα και αναγεννητικά / μεταμορφωτικά φωτόπληκτος- να μας προτρέπει:

«Μην αντιμιλάς στο φως
άσ’ το να σε διαλύσει».

Αύγουστος 2010

Δύο μεγαλυνάρια για μία διάσωση

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Μέρα γιορτινή και σήμερα για μας τους Zακυνθινούς. Λήγουν οι τριήμερες λαμπρές εκδηλώσεις για την καλοκαιρινή γιορτή του Αγίου μας, που γίνονται κάθε χρόνο, στο τέλος της θερινής περιόδου, σαν επισφράγισμα και αποκορύφωμα, σε ανάμνηση της μετακομιδής του Λειψάνου του από τα ιστορικά Στροφάδια στην γενέτειρά του, τη Ζάκυνθο, όπου από τότε είναι ο ακοίμητος φρουρός και πολιούχος της ή όπως εύστοχα λέει και πιστεύει ο κάθε κάτοικος αυτού του νησιού, απλά και περιεκτικά ο «Άγιός» της. Είναι τα γνωστά και λαοφιλή «Μπασίματα».
Επίκαιρο, λοιπόν, το σημερινό μας κείμενο, κατά την παλιά συνήθεια των αρθρογράφων των πολυάριθμων, παλιών εντύπων του νησιού μας, που τόσα πρόσφεραν στον πολιτισμό του και φόρος τιμής σ’ αυτόν, που ελλείψει εξουσίας, είναι ο μόνος φύλακας του πάλαι ποτέ κραταιού και φημισμένου «Φιόρου του Λεβάντε» και ο μοναδικός στον οποίο, πια, μπορούμε να καταφεύγουμε και να ελπίζουμε.
Για την σημερινή γιορτή ο πολύς Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου και ιστορικός της, το μεγάλο αυτό θύμα της κοντόφθαλμης πολιτικής, ο Νικόλαος Κατραμής συνέθεσε την εποχή της ευδόκιμης επισκοπής του ένα ειδικό μεγαλυνάριο, το οποίο, δεν ξέρουμε γιατί, παρ’ ότι περιεκτικό και εύστοχο, δεν πέρασε ποτέ στην λατρεία μας ή πιο σωστά δεν παρέμεινε και δεν καθιερώθηκε, επειδή ίσως επί των ημερών του αναμφίβολα θα ψαλόταν και θα ακουγόταν. Το ανακάλυψε ο ακαταπόνητος Ντίνος Κονόμος και το πρωτοδημοσίευσε στο περιοδικό του, τα πολλά προσφέροντα Επτανησιακά Φύλλα και συγκεκριμένα στην σελίδα 123 του τόμου ΙΓ΄, 4, που τυπώθηκε και κυκλοφόρησε στην Αθήνα το Φθινόπωρο του 1986, μαζί με ένα ανέκδοτο, επίσης, δίπλωμα απονομής του Χρυσού Σταυρού των Ιπποτών του Τάγματος του Σωτήρος, το οποίο απονεμήθηκε από τον Γεώργιο το Α΄ στον πολυτάλαντο Zακύνθιο Ιεράρχη και μια επιστολή του Σοφοκλέους Κωνσταντίνου Οικονόμου προς τον προκαθήμενο της τοπικής μας εκκλησίας. Η δημοσίευση αυτή ήταν, όπως τονίζει ο συγγραφέας της, ένας φόρος τιμής στον λόγιο κληρικό με την αφορμή συμπλήρωσης, τότε, εκατό χρόνων από τον θάνατό του.
Το μεγαλυνάριο του Κατραμή δημοσιεύεται από τον Κονόμο στην χειρόγραφη μορφή του. Στην ουσία αφορά την χειμωνιάτικη γιορτή του Αγίου μας, αυτήν της επετείου της κοίμησής του, στις 17 Δεκεμβρίου, μια και όπως σημειώνεται σαν τίτλος είναι «Μεγαλυνάριον τη ιθ΄ Δεκεμβ[ρί]ου εν η γίνεται η Ιερά απόθεσις του Παντίμου Σκήνους του Αγίου Διονυσίου». Επειδή, όμως, τότε η αυγουστιάτικη γιορτή δεν είχε ούτε την μορφή, ούτε την λαμπρότητα της σημερινής, θα μπορούσε να λέγεται και στην σημερινή τελετή.
Το αντιγράφουμε από την παραπάνω έκδοση και το προσφέρουμε στους Ζακυνθινούς όλους για να διαβαστεί, μια και δεν θα ακουστεί στην σημερινή εορταστική λήξη, τιμώντας μαζί με τον πολιούχο μας και τον διαπρεπή μας Ιεράρχη, που οι ιστορικές σελίδες που έγραψε και μας άφησε, σαν παρακαταθήκη και κληρονομιά, είναι για μας πολύτιμη μαρτυρία και μέσο στήριξης και σταθεροποίησης:

«Τρίτην της πανσέπτου σου Εορτής, ημέραν ποιούντες, ου παυσόμεθα εξυμνείν, και θερμώς
Εξάδειν, Σε τον Οικείον Ρύστην, και προς Θεόν τε Πρέσβυν, ω Διονύσιε».

Ευχής έργο θα ήταν το ποιητικό αυτό πόνημα του Νικολάου Κατραμή να μπει στην λειτουργική διάταξη της τοπικής εκκλησίας και να ακούγεται κάθε χρόνο στα «Μπασίματα» του Αγίου, σαν ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης στον μεγάλο Ζακύνθιο, που το συνέθεσε.
Μα και το γνωστό μεγαλυνάριο του Προστάτη του νησιού μας, το οποίο δεν ακούγεται μόνη τις ημέρης των γιορτών του, αλλά σε όλες τις εκκλησίες του νησιού, σε κάθε λειτουργία, σαν ένδειξη μέγιστης λατρείας στο πρόσωπό του και σαν ένα δείγμα της πολλαπλής της έκφρασης, έχει αποδοθεί στην καθημερινή γλώσσα του λαού, από τον, κατά τον Διον. Ρώμα, «χαμωλόγο» ποιητή Διονύσιο Ι. Τσακασιάνο. Την εύστοχη αυτή μετάφραση έχει συμπεριλάβει ο ποιητής Διονύσης Σέρρας στο βιβλίο του «Ανθολόγιο ποιημάτων για τον Άγιο Διονύσιο», το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις της Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου και Στροφάδων, το 1997, με αφορμή το, τότε, «Έτος Αγίου Διονυσίου». Το αντιγράφουμε και αυτό:

Χαίρε γλυκό κι ολόλαμπρο της Ζάκυνθος βλαστάρι
της Αίγινας Επίσκοπε κι ακοίμητε Πατέρα
των Σροφαδιών ολόφωτο κι ουράνιο Παλληκάρι
που έλαμψες στην Εκκλησιά, σαν τον τρανό αστέρα.
Μακάριος φέγγεις τρεις φορές στο φως που έχει η Τριάδα
κι είσαι στων Αρχιερέων μας τη λαμπερή πλειάδα.
Δόξα, που ο νους θα υμνήσει
Γλυκέ μου Άγιε Διονύση!

Η μετάφραση αυτή, πρέπει να σημειωθεί, μελοποιήθηκε από τον ταλαντούχο και μοναδικό Πιέρρο Δ. Πανταζή, με τίτλο «Άγιος Διονύσιος - Αρχιεπίσκοπος Αιγίνης» και σίγουρα αρκετές φορές πρέπει να ακούστηκε, σαν φόρος τιμής στον «ακοίμητο Πρέσβη» του νησιού μας.
Οι παραπάνω δύο περιπτώσεις είναι μονάχα ένα μικρό δείγμα της αγάπης των Zακυνθινών και της υπέρμετρης λατρείας για τον Άγιό τους, αλλά και ένα μικρό μόνο πετραδάκι του πολύτιμου, μεγάλου ψηφιδωτού, που λέγεται ζακυνθινή δημιουργία.
Επαναφέροντάς τα στην δική μου μνήμη πρώτα, για να τα δώσω, στην συνέχεια και στην δικιά σας, αναρωτήθηκα τι κάνουμε εμείς οι νεώτεροι, που θέλουμε τάχα την συνέχιση του πολιτισμού μας, για την διάσωσή τους. Σκέφτηκα, μάλιστα, μήπως θα ήταν προτιμότερο και πιο σώφρον αν όλοι αυτοί, από τις αρχές, έως και τα πιο απλά και μικρά πολιτιστικά σχήματα, αντί χωρίς σκέψη και σκοπό να καλούν κάθε χρόνο διάφορα γνωστά καλλιτεχνικά σχήματα, τις περισσότερες φορές άσχετα με την παράδοσή μας και αμφίβολης ποιότητας, δεν εξαντλούσαν σε αυτά, έτσι αβασάνιστα και αντιγραφικά, τις αναζητήσεις τους, αλλά διέσωζαν και διαιώνιζαν όλα εκείνα που δημιουργήθηκα πριν από εμάς για μας και κινδυνεύουν να περάσουν στην οριστική αφάνεια.
Αυτό που μας κάνει να διαφέρουμε από τα υπόλοιπα αδελφικά Επτάνησα, στον χώρο της λατρείας, είναι πως ο δικός μας Άγιος είναι πραγματικά δικός μας. Είναι δηλαδή γέννημα και θρέμμα του τόπου μας, ζακυνθινόπουλο.
Ας τον παρακαλέσουμε, λήγοντας η καλοκαιριάτικη γιορτή του, αντιγράφοντας τον εθνικό μας ποιητή, Διονύσιο Σολωμό, «να μην αφήσει το νησί έρμο στη δυστυχιά του», αλλά να δεηθεί για να επανέλθει και να επαναφέρει κάτι από το παλιό του πρόσωπο. Και αν ούτε ο ίδιος ο Θεός δεν μπορεί να τα βάλει με την κακοδαιμονία μας, εκεί που φτάσαμε, επαναλαμβάνοντας και πάλι τον μεγάλο δημιουργό μας, ας ψιθυρίσουμε ικετευτικά: «Κι’ αν ίσως κι’ η παράκληση δεν φτάνει, θύμισέ Του, πως είχες έναν αδελφό κι’ έκρυψες το φονιά του!!».
Γιατί, αληθινά, μονάχα ένα θαύμα μπορεί να μας σώσει.
Χρόνια πολλά και «βοήθεια μας ο Άγιος».

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ (διήγημα)

Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ' εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημα μου ανά τους βράχους και τα βουνά.

Τον χειμώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν μ' επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόμαζον οι χωρικοί μας, και μ' έμαθε γράμματα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και μέχρι τέλους τον προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν “δάσκαλε”. Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως ήτον μοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε μίαν Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέμι της Σμύρνης, την εβάπτισε και την ενυμφεύθη.

Ευθύς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, επί Καποδίστρια κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν ου μικράν φήμην, υπό το όνομα “ο Σωτηράκης ο δάσκαλος”. Αργότερα αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενθυμήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς μοναχός την φοράν ταύτην, κωλυόμενος να ιερατεύη κ' εγκατεβίωσεν εν μετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι εσώθη.

Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς μου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα τριακοντούτης από το Πανεπιστήμιον· εξήλθα δικηγόρος με δίπλωμα προλύτου...

Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου μου, θέσιν οιονεί αυλικού.

Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ' εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου.

* * *

Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ' ανερχόμενα αποτόμως δια κρημνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον ιδικόν μου.

Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. Εφαινόμην κ' εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ' αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον φύσημα των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.

Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ' έκαμνε τρις το σημείον του σταυρού, κ' έλεγεν: “Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες, και τα πετεινά τ' ουρανού, και να πάρω κ εγώ τον κόπο μου!”

Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν μέρει. Εμιμούμην τους πεινασμένους μαθητάς του Σωτήρος, κ' έβαλλα εις εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να τας γνωρίζω.

Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ίδια διά να θειαφίση, ν' αργολογήση, να γέμιση ένα καλάθι σταφύλια, ή να τρύγηση αν έμενε τίποτε διά τρύγημα. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήμα ιδικόν μου.

Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους μισθωτούς της δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποιοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου, εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου ήθελαν το καλόν μου. Ήσαν τρομεροι ανταγωνισταί δι' εμέ.

Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί παραπαίω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Ήμην “παραγυιός”, αντί μισθού πέντε δραχμών τον μήνα, τας οποίας ακολούθως μου ηύξησαν εις εξ. Σιμά εις τον μισθόν τούτον, το Μοναστήρι μου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και άφθονα μαύρα ψωμία ή πίττες, καθώς τα ωνόμαζαν οι καλόγηροι.

Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόμην κάτω, εις την άκρην της περιοχής μου, είχα τον κυρ Μόσχον, ένα μικρόν άρχοντα λίαν ιδιότροπον. Ο κυρ Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον μικρόν πύργον μαζί με την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευμένος και άτεκνος. Την είχε προσλάβει πλησίον του, μονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας μητρός, και την ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του.

Ο κυρ Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και ταξίδια. Έχων εκτεταμένον κτήμα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε μερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των, ηγόρασεν ούτως οκτώ η δέκα συνεχόμενα χωράφια, τα περιετείχισεν όλα ομού, και απετέλεσεν εν μέγα διά τον τόπον μας κτήμα, με πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων έκτασιν. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήμα· αλλά δεν τον έμελλε δι' αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον δι' εαυτόν και διά την ανεψιάν του.

Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, με δύο πατώματα, εκαθάρισε και περιεμάζευσε τους εσκορπισμένους κρουνούς του νερού, ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν μαγγάνου διά το πότισμα. Διήρεσε το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια.

Εγκατεστάθη εκεί, κ' έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως κατερχόμενος εις την πολίχνην. Το κτήμα ήτον παρά το χείλος της θαλάσσης, κ' ενώ, ο επάνω τοίχος έφθανεν ως την κορυφήν του μικρού βουνού, ο κάτω τοίχος, με σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο από το κύμα.

* * *



Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια κ' εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία μελαχροινή, κ' ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην, την οποίαν οι υιοί της μητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ' αμπέλια· “Ιδού εί καλή, η πλησίον μου, ιδού εί καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί...”. Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της.

Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον τρίχωμα, την οποία εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, οπού ήσαν χαμόκλαδα, ευώδεις θάμνοι, και αργιλλώδης γη τραχειά. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή μου. Έως εκεί κατηρχόμην συχνά, κ' έβοσκα τας αίγας των καλογήρων, των πνευματικών πατέρων μου.

Μίαν ημέραν, δεν ηξεύρω πώς, ενώ εμέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας μου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ εκείνον τον χρόνον· άλλοτε ανεβοκατέβαινεν ο αριθμός των μεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε), η Μοσχούλα, η ευνοούμενη μου κατσίκα, είχε μείνει οπίσω, και δεν ευρέθη εις το μέτρημα. Τας εύρισκα όλας 55. Εάν έλειπεν άλλη κατσίκα, δεν θα παρετήρουν αμέσως την ταυτότητα, αλλά μόνον την μονάδα πού έλειπεν· αλλ' η απουσία της Μοσχούλας ήτον επαισθητή. Ετρόμαξα. Τάχα ο αετός μου την επήρε;

Εις τα μέρη εκείνα, τα κάπως χαμηλότερα, οι αετοί δεν κατεδέχοντο να μας επισκέπτωνται συχνά. Το μέγα ορμητήριον των ήτον υψηλά προς δυσμάς, εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν, το καλούμενον Αετοφωλιά φερωνύμως. Αλλά δεν μου εφαίνετο όλως παράδοξον ή ανήκουστον πράγμα, ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως, τρωθείς από τα κάλλη της Μοσχούλας, της μικράς κατσίκας μου.
Εφώναζα ως τρελός:

— Μοσχούλα!... πού ειν' η Μοσχούλα;

Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσία της Μοσχούλας, της ανεψιάς του κυρ Μόσχου, εκεί σιμά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο τοίχος του περιβολιού του κτήματος, και η οικία η ακουμβώσα επάνω εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήματα από την θέσιν οπού ευρισκόμην εγώ με τας αίγας μου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς μου, η παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις τον παράθυρον και έκραξε:

— Τί έχεις και φωνάζεις;

Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα:

— Φωνάζω εγώ την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα!... Με σένα δεν έχω να κάμω.

Καθώς ήκουσε την φωνήν μου, έκλεισε το παράθυρον κ' έγινεν άφαντη.

Μίαν άλλην ημέραν με είδε πάλιν από το παράθυρον της εις εκείνην την ιδίαν θέσιν. Ήμην πλαγιασμένος εις ένα ίσκιον, άφηνα τας αίγας μου να βοσκούν, κ' εσφύριζα ένα ήχον, εν άσμα του βουνού αιπολικόν.

Δεν ηξεύρω πώς της ήλθε να μου φωνάξη:

— Έτσι όλο τραγουδείς!;.. Δε σ' άκουσα ποτέ μου να παίζης το σουραύλι!... Βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου φαίνεται!...

Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή... Την φοράν ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ήξεύρω ότι μου έστειλε δι' αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ' ένα τάσι γεμάτο πετμέζι.

* * *



Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα.

Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχιν. Δι αυτού είχα κατέλθει, και δι' αυτού έμελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνόν, την νύκτα εις την στάνην μου. Άφησα εκεί τα γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σίγα διά να καθίσουν να ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ' εκάθισαν ήσυχα. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και σα ήκουον μακρόθεν τους κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας.

Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ έφθασα κάτω εις την θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν.

Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, διά να καθίση να δειπνήση.

Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσων. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον ακρογιαλιάν, κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων όλον τον αιγιαλόν.

Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύμβημα, αν δεν είχα την έννοιαν του κοπαδιού μου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου διά να καθίσουν ήσυχα, ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα μικρά παιδιά. Εφοβούμην μήπως τινά αποσκιρτήσουν και μου φύγουν, και τότε έπρεπε να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά οδηγούμενος μόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τραγών. Όσον αφορά την Μοσχούλαν, διά να είμαι βέβαιος, ότι δεν θα μου φύγη πάλιν, καθώς μου είχε φύγει την άλλην φοράν, οπότε ο άγνωστος κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει, ο ανόητος, τον επίχρυσον κωδωνίσκον με το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιμόν, εφρόντισα να την δέσω μ' ένα σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάμνου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα μου πριν ριφθώ εις την θάλασσαν.

Επήδησα ταχέως έξω, εφόρεσα το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, έκαμα ένα βήμα διά να ανάβω. Άνω της κορυφής του βράχου, του οποίου η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν, θα έλυα την Μοσχούλαν, την μικρήν αίγα μου, και με διακόσια ή περισσότερα βήματα θα επέστρεφα πλησίον εις το κοπάδι μου. Ο μικρός εκείνος ανήφορος, ο ολισθηρός κρημνός ήτο δι' εμέ άθυρμα, όσον ένα σκαλοπάτι μαρμάρινης σκάλας, το οποίον φιλοτιμούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω αμιλλώμενα τα παιδιά της γειτονιάς.

Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κ' ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορα της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ήλιου, συνήθως ελούετο.

— Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόμενος από την κορυφήν του βράχου, και είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ' ελούετο...

* * *



Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ' εκινείτο εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά.

Δια να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί μιαν στιγμήν ορθός εις την κορυφήν του βράχου, είτα να κύψω όπισθεν θάμνων, να λύσω την αίγα μου, και να γίνω άφαντος κρατών την πνοήν μου, χωρίς τον ελάχιστον κρότον η θρούν. Αλλ' η στιγμή καθ' ην θα διηρχόμην διά της κορυφής του βράχου ήρκει διά να με ίδη η Μοσχούλα. Ήτον αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το μέρος μου, να φύγω αόρατος.

Το ανάστημα μου θα διεγράφετο διά μίαν στιγμήν υψηλόν και δεχόμενον δαψιλώς το φως της σελήνης, επάνω του βράχου. Εκεί η κόρη θα με έβλεπε, καθώς ήταν εστραμμένη προς τα εδώ. Ω! πώς θα εξαφνίζετο. θα ετρόμαζεν ευλόγως, θα εφώναζεν, είτα θα με κατηγόρει διά σκοπούς αθεμίτους, και τοτε αλλοίμονον εις τον μικρόν βοσκόν!

Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να κράξω: “— Βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω... Μην τρομάζης!... φεύγω αμέσως, κοπέλα μου!”

Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιός και άτολμος. Κανείς δεν με είχε διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εις τα βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ' επερίμενα.

“Αυτή δεν θ' αργήση, έλεγα μέσα μου· τώρα θα κολυμπήση, θα ντυθή και θα φύγη... θα τραβήξη αυτή το μονοπάτι της, κ εγώ τον κρημνό μου!...”

Κ' ενθυμήθην τότε τον Σισώην, και τον πνευματικόν του μοναστηρίου, τον παπα-Γρηγόριον, οίτινες πολλάκις με είχον συμβουλεύσει να φεύγω, πάντοτε, τον γυναικείον πειρασμόν!

Εκ της ιδέας του να περιμένω δεν υπήρχεν άλλο μέσον ή προσφυγή, ειμή ν' αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσμάς διάστημα, το από της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, επειδή εις όλον εκείνο το διάστημα, ως ημίσεος μιλίου, η ακρογιαλιά ήτον άβατος, απάτητος, όλη βράχος και κρημνός. Μόνον εις το μέρος όπου ήμην εσχηματίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού, μεταξύ σπηλαίων και βράχων.

Θ' άφηνα την Μοσχούλαν μου, την αίγα, εις την τύχην της, δεμένη εκεί επάνω, άνωθεν του βράχου, και άμα έφθανα εις την άμμον με διάβροχα τα ρούχα μου (διότι ήτο ανάγκη να πλεύσω με τα ρούχα), στάζων άλμην και αφρόν, θα εβάδιζα δισχίλια βήματα διά να επιστρέψω από άλλο μονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού μου, θα κατέβαινα τον κρημνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα μου, οπότε η ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν' αφήση βεβαίως κανέν ίχνος εις τον αιγιαλόν. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτο μέγας κόπος, αληθής άθλος, θα εχρειάζετο δε και μίαν ώραν και πλέον. Ουδέ θα ήμην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού μου.

Δεν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειμή να περιμένω. Θα εκράτουν την αναπνοήν μου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν μου. Άλλως ήμην εν συνειδήσει αθώος.

Εντοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα.

Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων...

Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ έβλεπε, και θα ημπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθεν της. Ούτε η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ' ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου, κ' εντεύθεν του άντρου.

Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια.

* * *



Δεν δύναμαι να είπω αν μου ήλθον πονηροί, και συνάμα παιδικοί ανόητοι λογισμοί, εν είδει ευχών κατάραι. “Να εκινδύνευεν έξαφνα! να έβαζε μιά φωνή! να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθμένα, τον οποίον να εκλάβη διά θηρίον, διά σκυλόψαρον, και να εφώναζεν βοήθειαν!...”

Είναι αληθές, ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον, το πλέον εις το κύμα. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, αλλοκότως, μου επανήλθε πάλιν η πρώτη ιδέα... Να ριφθώ εις τα κύματα, προς το αντίθετον μέρος, εις τα όπισθεν, να κολυμβήσω όλον εκείνο το διάστημα έως την άμμον, και να φύγω, να φύγω τον πειρασμόν!...

Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον... Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ' επανέφερεν η φωνή της κατσίκας μου. Η μικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!...

Ώ, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ημπορούσα να σιωπώ εγώ, αλλά δυστυχώς δεν ήτον εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου. Δεν ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιμώσεις διά τα θρέμματα, επειδή δεν είχα μάθει ακόμη να κλέπτω ζωντανά πράγματα, καθώς ο άγνωστος εχθρός, ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον· αλλά δεν της είχε κόψει και την γλώσσαν διά να μη βελάζη. — Με ράμνον πολύκλαδον εις το στόμα, ή με σπαρτίον περί το ρύγχος, ή όπως άλλως· αλλά και αν το ήξευρα πού να το συλλογισθώ!

Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της με την παλάμην, να μη βελάζη... Την στιγμήν εκείνην ελησμόνησα την κόρην την κολυμβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. Δεν εσκέφθην αν ήτον φόβος να με ίδη, και ημιωρθώθην κυρτός πάντοτε, κ επάτησα επί του βράχου, διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας.

Συγχρόνως μ' εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν έτρεφα προς την πτωχήν αίγα μου. Το σχοινίον με το όποιον την είχα δέσει εις την ρίζαν του θάμνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα μην “εσχοινιάσθη”, μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλος της, μην ήτον κίνδυνος να πνίγη το ταλαίπωρον ζώον;

* * *



Δεν ηξεύρω αν η κόρη η λουσμένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν της γίδας μου. Αλλά και αν την είχε ακούσει, τί το παράδοξον; Ποίος φόβος ήτον; Το ν' ακούη τις φωνήν ζώου εκει που κολυμβά, αφού δεν απέχει ειμή ολίγας οργυιάς από την ξηράν, δεν είναι τίποτε έκτακτον.

Αλλ' όμως, η στιγμή εκείνη, που είχα πατήσει εις την κορυφήν του βράχου, ήρκεσεν. Η νεαρά κόρη, είτε ήκουσεν είτε όχι την φωνήν της κατσίκας —μάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε, διότι έστρεψε την κεφαλήν προς το μέρος της ξηράς...— είδε τον μαύρον ίσκιον μου, τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον, ανάμεσα εις τους θάμνους, και αφήκε μισοπνιγμένην κραυγήν φόβου...

Τότε με κατέλαβε τρόμος, συγκίνησις, λύπη απερίγραπτος. Τα γόνατα μου εκάμφθησαν. Έξαλλος εκ τρόμου, ηδυνήθην ν' αρθρώσω φωνήν, κ' έκραξα:

— Μη φοβάσαι!... δεν είναι τίποτε... δεν σου θέλω κακόν!

Και εσκεπτόμην λίαν τεταραγμένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την θάλασσαν, μάλλον, διά να έλθω είς βοήθειαν της κόρης, ή να τρέξω και να φύγω... Ήρκει η φωνή μου να της έδιδε μεγαλύτερον θάρρος ή όσον η παραμονή μου και το τρέξιμόν μου εις βοήθειαν.

Συγχρόνως τότε, κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον, καθότι όλοι οι αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς, μια βάρκα εφάνη να προβάλλη αντίκρυ, προς το ανατολικομεσημβρινόν μέρος, από τον πέρα κάβον, τον σχηματίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας του κολπίσκου. Εφάνη πλέουσα αργά, ερχομένη προς τα εδώ, με τας κώπας· πλην η εμφάνισις της, αντί να δώση θάρρος εις την κόρην, επέτεινε τον τρόμον της.

Αφήκε δεύτερον κραυγήν μεγαλυτέρας αγωνίας. Εν ακαρεί την είδα να βυθίζεται, και να γίνεται άφαντη εις το κύμα.
Δεν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν οργυιάς, από το μέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα μόνον πέντε ή εξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήμην, ερρίφθην είς την θάλασσαν, πηδήσας με την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου.

Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήματα. Έφθασα σχεδόν εις τον πυθμένα, ο οποίος ήτο αμμόστρωτος, ελεύθερος βράχων και πετρών, και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον αφρόν του κύματος.

Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το μέρος του πόντου, όπου εσχηματίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόμενοι εις τον αφρόν της θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως μνήμα υγρόν και ακαριαίον διά την ατυχή παιδίσκην τα μονά ίχνη τα οποία αφήνει ποτέ εις την θάλασσαν αγωνιών ανθρώπινον πλάσμα!... Με τρία στιβαρά πηδήματα και πλευσίματα, εντός ολίγων στιγμών, έφθασα πλησίον της...

Είδα το εύμορφον σώμα να παραδέρνη κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν του πόντου ή εις τον αφρόν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή της ζωής· εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου, και ανήλθον.

Καθώς την είχα περιβάλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χιλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ!... Εντούτοις δεν παρείχε σημεία ζωής ολοφάνερα... Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα, αυθορμήτως, διά να δυνηθή ν' αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως.

Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της· ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!

Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο... Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του...

* * *



Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν ηξεύρω τί γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι.

Αλλ' εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι “εσχοινιάσθη”· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την είχα δεμένη, και επνίγη!... Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα θυσίαν προς χάριν της.

Κ' εγώ έμαθα γράμματα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ' έγινα δικηγόρος... Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον επόμενον!

Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της λουομένης κόρης, μ έκαμε να μη γίνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάμη να γίνω μοναχός.

Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι “αν ήθελαν να με κάνουν καλόγερον, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι...”. Διά την σωτηρίαν της ψυχής μου ήρκουν τα ολίγα εκείνα κολλυβογράμματα, τα όποια αυτός με είχε διδάξει, και μάλιστα ήσαν και πολλά!...

Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το όποιον εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποιον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως “σχοίνισμα κληρονομίας” δι' εμέ, όπως η Γραφή λέγει.

Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!...

Τάκη Κ. Παπατσώνη: ΤΟ ΣΚΙΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΙΣΑΒΕΤ (ποίημα)


Ομοία προς το εύοσμον Μήλον μεταξύ των άλλων δασωδών άγριων ξύλων
ή ομοία προς Κρίνον εν τω μέσω Ακανθών, στην φλέγουσα ζέστη του Ιουνίου.

Διάβηκε εχτάσεις ανηφορικές και ανέβη στο Όρος η Παναγία, να ιδεί την Ελισάβετ.
Στην αυγινή δρόσο τη βουνίσια ξανάσαινεν η φύση ανακουφιστικά, εκεί ψηλά.

Μπροστά στου αγροτικού λευκού σπιτιού την θύρα ήτο απλωμένη τέντα από πανί
και σκιάν έδιδε ευχάριστη στους ενοικούντες άγιους αναχωρητές.

Την ησυχία και την γαλήνη του βουνίσιου βίου ήρθε η ανυπόκριτη να επισκεφθεί Χαρά,
κουρασμένη αλαφρά, λαχανιασμένη από την ανηφόρα, η Χαρά του χαμογέλιου.

Δροσερό σαν να κάλυψε κατάλευκο συννεφάκι τα θάμπη και τες φλόγες του ήλιου,
ήτο η στιγμή που ησπάσθηκαν κάτω στην τέντα, τρυφερά, η Μαριάμ την Ελισάβετ!

Ο δε Θεός στο σκιερό σκήνωμα παρθενικής κοιλίας έδιδεν ασπασμό του Βαφτιστή του,
κλεισμένου σε παρόμοιο σκήνωμα, γεροντικό. Και οι δυό τους κρύβαν,

ο μεν τη θεία του ουσίαν, ο δε της προφητείας το δώρο, σε νηπιακής μορφής το πέπλον,
αγέννητα έμβρυα, ούτε νήπια κάν. Παρθένος και Γερόντισσα, ιδού τες, από Θεού, Μητέρες.

Τρεις μήνες έμεινεν η Παναγία στη θεϊκή ερημιά, στο αγροτικό σπίτι του Ζαχαρία,
μέσα της κλείνουσα όλο και ταπείνωσην, όλο και αγάπη κι' επουράνιο θάμπος,

το Λόγο τον αχώρετο, το Σύμπαν το δημιουργικό, τον Άρχοντα των Αγγέλων.
Και τα βουνίσια δέντρα εσείοντο, στο μάκρος όλου του Καλοκαιριού, σκορπίζοντας δροσιές.

Και τον λαμπρό διαδέχετο Ήλιο το λαμπρότερο νυχτερινό Φεγγάρι μετά των λοιπών Αστέρων.
Και ήτο δοξολογία το παν τριγύρω προς την παντοκράτειρα Ρίζα του βασιλέα Δαυίδ!

Σήμερον είναι απάνω απ' όλα η πανηγυρική μνήμη του ύμνου της ταπεινωσύνης,
που δόξασεν η Παναγία τον γιό και Θεό της με το "Μεγαλύνει η ψυχή μου".

Σε ερημικιά βουνοκορφήν όλο φυτεία, μια Εκκλησιδίτσα αν ορθωνόταν,
ήθελα να την κατοικώ μ' έναν Ιερέα και με τον Κύριο σκέπη και βοηθό μου,

σε διαρκή και αιώνια θύμηση της Παναγίας που ανέβη το Όρος,
παντοτινής μου έκστασης περιλουσμένος ξωτικιά γαλήνη, εντός Ονείρου υμνητικού.
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email