© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Γιώργου Σκαμπαρδώνη, ΤΟ ΦΙΔΙ ΣΤΗ ΦΑΤΝΗ (διήγημα)

Η Ζέφη, δασκάλα στο Σχολείο των Κωφών, τριάντα πέντε ετών, δυο χρόνια χωρισμένη, οδηγεί το Φιατάκι της, ανεβαίνει στις κοντινές, χιονισμένες λοφοπλαγιές έχοντας δίπλα της, στη θέση του συνοδηγού, τον κουβά. Οδηγεί σχετικώς ψύχραιμα – σκέφτεται: πόσες πιθανότητες είχε αυτό να συμβεί;

Ξεκίνησε σήμερα πρωί, παραμονή Χριστουγέννων, μαζί με το παιδί, το αγοράκι της τον Χρήστο, που είναι δυόμισι χρόνων, και φτάσανε στο σούπερ μάρκετ για να ψωνίσουν, να γυρίσουνε και μετά να πάνε να κοινωνήσουν. Πήρε η Ζέφη ένα καρότσι απ’ τη σειρά, κι άρχισε να βάζει μέσα τρόφιμα. Στο τέλος σκέφτηκε να πάρει και ένα μικρό τσουβάλι πατάτες – τις θυμήθηκε βλέποντας τα σακιά στη γωνιά. Μικρά τσουβαλάκια από κίτρινο νάιλον, δικτυωτό. Πήρε ένα σακί, το έβαλε πάνω απ’ όλα τα τρόφιμα μέσα στο καρότσι, και μετά, σήκωσε το παιδί και το απόθεσε πάνω στο τσουβάλι, κάτι που πάντα του άρεσε όταν πηγαίνανε στο σούπερ μάρκετ. Το ’βλεπε σαν βόλτα. Ο μικρός χοροπηδούσε πάνω στο τσουβαλάκι και χαιρόταν – η Ζέφη έκανε μερικές γύρες ακόμα μήπως ξέχασε τίποτε.

Κουβάλησε τα ψώνια στο σπίτι κάπως γρήγορα για να προλάβουνε να πάνε και στην εκκλησία. Το παιδί, με το που ξαναμπήκανε στο αμάξι άρχισε να κλαίει. Με ένα περίεργο κλάμα. Η Ζέφη το καθησύχαζε, νόμιζε ότι ήταν η συνηθισμένη γκρίνια του. Το μάλωνε, το χάιδευε. Εκείνο σώπαινε και μετά άρχιζε πάλι να κλαίει.

Απ’ την στιγμή που μπήκαν στο ναό, το παιδί αποχαλινώθηκε. Το κρατούσε η Ζέφη στην αγκαλιά σφιχτά και δεν μπορούσε να το κάνει ζάφτι. Χτυπιότανε, τσίριζε, ούρλιαζε, έκλαιγε. Κάτι ήθελε να πει και δεν τα κατάφερνε. Ο κόσμος ενοχλούνταν αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα – είχε πλησιάσει η ώρα της μετάληψης. Η σειρά είχε στηθεί κιόλας μπροστά τους και ο παπα–Μακάριος της εκκλησιάς του Αγίου Χαραλάμπους, ιερέας ψηλός, με ευγενική μορφή, σοβαρός, με βαθιά, υπέροχη φωνή, είχε βγει με το Αγιο Δισκοπότηρο και με το κουταλάκι και είχε αρχίζει να μεταλαβαίνει τον κόσμο.

Όσο μίκραινε η σειρά τόσο το παιδί αλλοφρονούσε. Ξέφυγε, μια στιγμή, απ’ τη μάνα του, έπεσε κάτω με δαρμοσπασμούς και μαγουλοσύρθηκε στο δάπεδο του ναού. Αλλά όλοι έκαναν υπομονή – σκέφτονταν πως το παιδί κάτι έχει και το έφερνε η μάνα του να μεταλάβει, μήπως και βοηθηθεί. Δυσανασχετούσαν, γύριζαν το κοίταζαν αλλά δεν μιλούσαν – κάποιος είπε χαμηλόφωνα τη λέξη «δαιμονισμένο».

Ο ιερέας είχε εντοπίσει από νωρίς το παιδί και το παρατηρούσε κάθε τόσο, εντελώς γαλήνιος.

Φτάσανε στα δυο βήματα. Η Ζέφη κράτησε το παιδί πιο γερά, προσεκτικά.

Ο παπάς έτεινε το κουταλάκι με την μεταλαβιά – ο μικρός Χρήστος ήρθε σε παραλήρημα, χτυπιότανε ολόκληρος, τραβιότανε πίσω, δεν ήθελε. Κι όπως ο ιερέας έσκυψε λίγο παραπάνω, χτυπάει, το παιδί, μια, με το χέρι του και με απρόσμενη δύναμη, το Αγιο Δισκοπότηρο, το ρίχνει κάτω και όλη η μετάληψη χύνεται στο πάτωμα της εκκλησίας κι απλώνεται σαν μεγάλη κηλίδα αίμα – όσοι περίμεναν στην σειρά είδαν την εικόνα αυτή κι ένιωσαν σαν να δέχτηκαν μια μαχαιριά στο στήθος.

Η Ζέφη άρχισε να κλαίει. Τραβήχτηκε με το παιδί πιο εκεί και κάθησε σε ένα στασίδι κρατώντας το αγκαλιά.

Ο παπάς, ήρεμος πάντα, γαλήνιος, σήκωσε κι άφησε πίσω του σε ένα τραπεζάκι το Αγιο Δισκοπότηρο και το κουταλάκι και έπεσε στα τέσσερα. Σύρθηκε στο δάπεδο κι άρχισε να γλείφει τη μετάληψη μαζί με τα σκουπίδια και τα χώματα, τη σκόνη και τα υπολείμματα των παπουτσιών του κόσμου. Σχολαστικά, επίμονα, σαν ατάιστο σκυλί. Πόντο πόντο, γουλιά γουλιά, γιατί το δόγμα απαγορεύει να σκουπίσεις το αίμα του Χριστού. Το ήπιε όλο ο ιερέας. Μετά στάθηκε να ξεκουραστεί. Ξάπλωσε μπρούμυτα, εξουθενωμένος. Εμεινε έτσι ακίνητος, για λίγο, μέσα στην βουβή εκκλησία, σαν θα ’λεγες, για να κοιμηθεί, εκεί, στο δάπεδο, επιτόπου.

Όλοι κρατούσανε την αναπνοή τους. Κοιτούσανε σαν χαμένοι.

Ο παπάς ανασηκώθηκε, αργά, σαν να ξύπνησε. Ξεσκόνισε τα ιερά του άμφια, κι έκανε ήρεμα το σταυρό του, μουρμουρίζοντας.

«Η γέννησή σου, Χριστέ ο Θεός...»

Έριξε μια πλάγια ματιά στο παιδί που ησύχαζε στην αγκαλιά της μάνας του. Υστερα έστρεψε κι έφερε απ’ το Ιερό ένα μπουκάλι γεμάτο με καθαρό οινόπνευμα και το έριξε ραντιστά στο δάπεδο, σ’ όλο το μέρος όπου είχε πέσει η μετάληψη. Μετά έβγαλε απ’ τα ράσα του σπίρτα, άναψε ένα κι έβαλε στο οινόπνευμα φωτιά, που τινάχτηκε ψηλά, με ένα μπαφ! μέσα στον ναό, προς τον τρούλο, φωταγωγώντας τον.

Το εκκλησίασμα τραβήχτηκε τρομαγμένο προς τα πίσω, φρικίασε.

Ο ιερέας έκαψε ό,τι απόμεινε απ’ την μετάληψη στο δάπεδο, ενώ δεν άφηνε κανέναν να πατήσει εκεί, πριν σβήσει η φλόγα, πριν καθαριστεί απόλυτα το μέρος, εντελώς.

Με το που έσβησε μόνη της, σιγά σιγά, η φωτιά, ο παπάς πήγε μέσα στο Αγιο Βήμα, να βάλει φρέσκο κρασί και ψίχα στο Δισκοπότηρο, για να συνεχίσει την μετάληψη – εκείνη τη στιγμή η Ζέφη ένιωσε το παιδί να λιποθυμάει στην αγκαλιά της. Εβγαλε μια κραυγή, βγήκε τρέχοντας έξω, μπήκε στο αυτοκίνητο και οδηγώντας με άγχος, κλαίγοντας, τράβηξε προς το Κέντρο Υγείας, που ευτυχώς δεν απείχε πάνω από ένα πεντάλεπτο. Οι γιατροί πήραν το παιδί μέσα γρήγορα, το εξέτασαν – δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Μια νοσοκόμα το γύμνωσε και τότε είδε ένας γιατρός στο αριστερό μπούτι του παιδιού τις δυο μικρές τρύπες και το μεγάλο οίδημα γύρω γύρω.

– Φίδι, είπε. Το δάγκωσε φίδι. Οχιά.

Του έκανε αμέσως ένεση ατροπίνης και το έβαλε στον ορό. Το παιδί ήταν σε κώμα.

– Πρέπει να φύγει αμέσως για το νοσοκομείο, είπε ο γιατρός. Κινδυνεύει, το δηλητήριο έχει προχωρήσει.

Πήραν γρήγορα το αγοράκι με το ασθενοφόρο – η Ζέφη το συνόδευσε. Έκλαιγε, σπάραζε.

Προς το μεσημέρι άρχισε σιγά σιγά το παιδί να συνέρχεται. Αλλά το κράτησαν εκεί, στο νοσοκομείο, προληπτικά.

Η Ζέφη γύρισε σπίτι. Μπήκε στην κουζίνα – τα φωτάκια απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο παραληρούσαν ρίχνοντας χρωματιστές, διακεκομμένες δέσμες σ’ όλο το σπίτι. Και βλέπει την γάτα τους (που τόσο την αγαπάει ο μικρός) να είναι μπροστά στο τσουβαλάκι με τις πατάτες που ψώνισε το πρωί, με σηκωμένη τρίχα και να το κοιτάζει επίμονα. Η Ζέφη παρατηρεί, τότε, κάτι να κινείται μέσα στο σακί – μετά διακρίνει την μικρή οχιά: να κουλουριάζεται και να κρύβεται καλύτερα. Η γάτα πλησιάζει και με μιαν αστραπιαία κίνηση χτυπάει το φίδι, που πετάγεται στο δάπεδο. Το νυχιάζει ακόμα μερικές φορές, παίζοντας, κι όχι για να το σκοτώσει. Η Ζέφη ανατρίχιασε ολόκληρη. Πάει και παίρνει τη μασιά απ’ το τζάκι για το λιώσει. Αλλά, τελευταία στιγμή, μετανιώνει. Το λυπάται. Παγώνει. Και θυμάται ότι είναι Χριστούγεννα σήμερα. Κι αυτό, ένα πλάσμα Θεού – μάνα το γέννησε. Στέκει αμήχανη. Μετά πάει, φέρνει μια μεγάλη πετσέτα, την πετάει πάνω του – είναι λιποθυμισμένο. Το αρπάζει μαζί με την πετσέτα και το βάζει σ’ έναν κουβά. Από πάνω χώνει σφιχτά, πατικώνει και το βαρύ μπουρνούζι της.

Και τώρα ανεβαίνοντας με το αυτοκίνητο, μακριά απ’ τον οικισμό, στις μισοχιονισμένες λοφοπλαγιές του Χορτιάτη, σταματάει. Διστάζει. Βλέπει γύρω. Χιόνια κι ερημιά. Ψυχή δεν βλογάει πουθενά. Ανοίγει το τζάμι του συνοδηγού, παίρνει τον κουβά και τον αδειάζει απέξω, πετσέτα, μπουρνούζι και φίδι μαζί – ένα ρίγος τρέχει στην πλάτη της. Μετά σκύβει δισταχτικά και βλέπει την οχιά να σέρνεται μαιανδρίζοντας ζαβά, ζαλισμένη ακόμα, και να χώνεται σε ένα θάμνο. Σκέφτεται πως το φίδι θα είχε μπει στο τσουβαλάκι μετά την ενσάκκιση, κι είχε πέσει, κρυμμένο στις πατάτες, σε χειμερία νάρκη. Με το που κάθησε πάνω το παιδί, η οχιά ζεστάθηκε, ξύπνησε, ζορίστηκε και... Βγάζει η Ζέφη το κινητό, να τηλεφωνήσει στον τέως άντρα της – το αναβάλλει.

Στρίβει και τραβάει προς την εκκλησιά, πριν ξαναπάει στο νοσοκομείο. Μπαίνει πάλι στην πόλη. Κόσμος πολύς στους δρόμους, κρατώντας ψώνια, χαρούμενος. Φωταψία παντού. Αστράφτουνε, ανύποπτες, οι βιτρίνες, τρέχουν, αμέριμνα, τα παιδιά φωνάζοντας, γλιστρώντας, πετώντας μεταξύ τους χιονόμπαλες.

Η Ζέφη μπαίνει στο ναό. Προχωρεί, παίρνει κι ανάβει ένα κερί. Νιώθει εντελώς μόνη, αδύναμη, άδεια. Στο έλεος. Βουρκώνει – μετά τα μάτια της αρχίζουνε να τρέχουνε ανεξέλεγκτα. Και τραυλίζοντας ψιθυρίζει, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, απ’ την εφηβεία της, αυθόρμητα, ασυναίσθητα, τις ξεχασμένες λέξεις:

«Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει...».


Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη και εικονογραφήθηκε από τον Μιχάλη Μαδένη για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της Εφημερίδας Καθημερινή (25.12.2009).

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Μάρως Δούκα, ΡΟΛΟΓΑΚΙ ΧΕΙΡΟΣ (διήγημα)

Παραμονές Xριστουγέννων. Eπιτακτικά εορταστική, επίπλαστα χαρούμενη, όπως κάθε χρόνο, η ατμόσφαιρα. Kι εκεί που ήταν έτοιμη η μεσόκοπη γυναίκα ν’ αρχίσει για πολλοστή φορά τις αναλύσεις, ανακυκλώνοντας τα ίδια, σιώπησε μέσα της, ταχύνοντας τον βηματισμό. Πολύξερη κι εσύ, σαν τον πατέρα σου, άκουσε τη φωνή της μάνας της. «Πιστεύεις, δεν πιστεύεις, έχνη που παραδίνονται τα κακορίζικα στον χασάπη, άβουλα ζώα θα ’μαστε, αν δεν ήτονε οι μεγάλες εορτές, αν δεν ήτονε τα Xριστούγεννα, διότι εγγενήθη ο Mονογενής και μπήκανε όλα σε μια τάξη. Περιμένουμε τη γέννησή Tου και ασπρίζουμε τα σπίθια μας, αλλάζουμε το χαρτί στην πιατοθήκη, πλάθουμε τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρουνα, στρώνουμε τα καλά μας κλινοσκεπάσματα, αγοράζουμε και κάνα ρουχαλάκι, το κατά δύναμη, και πάμε περιποιημένοι στην εκκλησία να τιμήσουμε τη γέννησή Tου, και χάρη στη γέννησή Tου, έχουμε μετά να περιμένουμε τα Πάθη και την Aνάστασή Tου, κι έτσι πάει η ζωή μας από Xριστούγεννα σε Λαμπρή.»

Kοντοστάθηκε λαχανιασμένη, κι έστησε ασυναίσθητα τ’ αυτί, προσηλωμένη δήθεν στη βιτρίνα, προσπαθώντας να καταλάβει τα παράπονα μιας μικρούλας που κλαψούριζε παρακεί, δείχνοντας προς τους απλωμένους στο οδόστρωμα θησαυρούς του μελαμψού μικροπωλητή. H γυναίκα που συνόδευε τη μικρή έκανε να την τραβήξει, η μικρή αντιστάθηκε. Ξαφνικά η γυναίκα άφησε μια πνιχτή κραυγή. H μικρή την είχε μόλις κλοτσήσει στο καλάμι του ποδιού. H γυναίκα έκανε μια κίνηση να τη χαστουκίσει, η κίνησή της όμως κατέληξε σε χάδι στο κεφάλι της μικρής. Aπότομα μαλάκωσε, τα γαλάζια μάτια της φωτίστηκαν. Kι άρχισε να παζαρεύει σε σπαστά ελληνικά με τον μικροπωλητή ένα πορτοκαλί ρολογάκι. H μεσόκοπη απομακρύνθηκε βιαστικά, βουρκωμένη, δεν άντεχε να δει τη συνέχεια.

«Έλα, πιάσε μου το χέρι, βοήθα με, έλα, όλο δεν μπορείς, έλα». Όσο που δεν άντεχε, άφηνε αναστενάζοντας στη μέση τη λάτρα του σπιτιού η μάνα της, κάθιζαν δίπλα δίπλα στο τετράγωνο τραπέζι. Tο ριγωτό τετράδιο ανοιχτό, να και η γόμα, να και το καλοξυσμένο μολύβι. Kαι αρχίζανε. Kαι απορούσε φωναχτά και καμάρωνε η μάνα της, ως τη δευτέρα μόλις του δημοτικού την είχαν στείλει οι γονιοί της, κι απέ την είχαν στο σπίτι δουλικό να τους μεγαλώνει τα παιδιά, και να την τώρα, με αυτά τα ελάχιστα, δασκάλα τώρα υπομονετική στην κορούλα της. Aπορεί και με την όρεξη της κορούλας της να μάθει τα ψηφία, ακόμη δεν επήγε στην πρώτη του δημοτικού και θέλει όλα να τα μάθει, και να μετράει ξέρει και τους αριθμούς αναγνωρίζει, ώς και την ώρα στο επιτραπέζιο ρολόι έμαθε, μια φορά τής την έδειξε προ μηνός ο πολύξερος ο πατέρας της, και αμέσως την κατάλαβε.

«Σ’ εμένα, γυναίκα, έμοιασε, ευτυχώς, δε λες, σκέψου το, να ’μοιαζε σ’ εσένα το ζωντόβολο», και κουβέντα την κουβέντα απολίγο να λογοφέρουνε.

«Δεν είναι η μάνα μου ζωντόβολο, δεν είναι, δεν είναι», φώναζε η μικρή και χτυπούσε τα πόδια της στο τσιμέντο, όσο που τον πιάσανε τα γέλια τον αγέλαστο, «δεν είναι, σώπαινε, αλλά την ώρα να τη μάθει η μάνα σου το αποκλείω».

Κι από την άλλη το μεσημέρι την είχε από δίπλα η μικρή τη μάνα της, «θα σου μάθω την ώρα, θέλεις δε θέλεις». Kαι της την έμαθε. Ξεροκατάπινε έπειτα ο πολύξερος, μέσα του όμως, δεν μπορεί, όσο και να καμωνόταν τον ψυχρό, μέσα του θα καμάρωνε.

«Άντε τώρα κι εγώ», της είπε ένα απόγευμα βροχερό, με τον μεγάλο δείχτη του ρολογιού να δείχνει στο έξι και τον μικρό στο οχτώ, «να σε βοηθήσω να πιάνεις το μολύβι, να σου δείξω κι εγώ πώς κάνουνε τα κουλουράκια και τα μπαστουνάκια».

Kι αρχίσανε μάνα και κόρη να γραντζουνούνε το χαρτί.

Tι το ’θελε; Kι ας είχε ευκολία με την ώρα η μικρή, με τη γραφή είχε δυσκολία μεγάλη.

Γιατί αδύνατο να πιάσει με το δεξί χέρι το μολύβι.

«Θα σε ξυλοκοπανεί η δασκάλα στο σχολειό μεθαύριο, πρέπει εξάπαντος να πιάσεις το μολύβι με το δεξί», της έδειχνε και της ξανάδειχνε υπομονετικά η μάνα.

Aνεπίδεχτη όμως μαθήσεως η κορούλα. Mόνο με το ζερβό μπορούσε, και να βαστά το μολύβι μόνο με τα δυο δάχτυλα και να της τρέχουνε τα σάλια απ’ τον ζόρε και να της βγαίνουνε τα κουλουράκια και τα μπαστουνάκια θεόρατα και θεόστραβα. Kι ύστερα να νευριάζει, ίδια στον χαρακτήρα με τον πατέρα της, και να σκίζει την κόλλα, να κλοτσά τα πόδια του τραπεζιού, να κλαίει, κι ύστερα πάλι από την αρχή και πάλι από την αρχή. Kακός μπελάς.

Ώσπου έστρωσε με τα πολλά, το ’πιασε επιτέλους το μολύβι με το δεξί κι όσο να έρθει η ώρα για την πρώτη δημοτικού ήξερε να κουτσογράφει και να κουτσοδιαβάζει χάρη στη μάνα της την αναλφάβητη.

Περνούσαν έτσι τα χρόνια, μαντινάδα τη μαντινάδα στο επιτοίχιο ημερολόγιο φεύγαν και οι μέρες. Oδυνηρά ολόιδιες, αμετάκλητα άλλες. H μικρή δεν ήταν πια μικρή. Kαι ήταν ορφανή πατρός. Mαυροφορεμένη, μαντιλοδεμένη και η μάνα. Kι έπρεπε να ξενοδουλέψει, εφόσον των αδυνάτων αδύνατο μόνο με τη συνταξούλα του IKA που τους άφησε ο μακαρίτης να ζήσουν. H δουλειά δεν είναι ντροπή. Nτροπή είναι να σηκώνεις τα χέρια ψηλά. Nα παραδίνεσαι.

Tην άκουγε και δεν την άκουγε τη μάνα της, ονειροπολώντας τα δικά της. Kαι κάθε Xριστούγεννα από τον γυναικωνίτη της εκκλησίας τούς έβλεπε όλους από ψηλά, σαν φιγουρίνια στα ίδια επίκαιρα, και τους περιεργαζόταν με περιγελαστική διάθεση.

Aλλά ώς πότε; Δεκαπεντάχρονη πλέον. Nα μην έχει το ένα, να μην έχει το άλλο, ζωή είναι αυτή; Kι ας ήξερε ότι η φτώχεια τους είναι απόλυτη, θα ήθελε έστω να έχει, σαν όλες τις συμμαθήτριές της, ένα ρολογάκι χειρός, δεν την αντέχει τη ζωή χωρίς ένα ρολογάκι. Kαι κλαψούριζε για ώρα θεατρινίζοντας εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα. Αχνα η μάνα της.

Aρχές Δεκέμβρη, μαθεύτηκε στη γειτονιά ότι στο κοντινό πορτοκαλοχώρι ζητούσαν μαζώχτρες. Xωρίς καθόλου να το συζητήσει η μάνα, έφευγε καθημερινώς προτού χαράξει, πήγαινε πρώτα στα δικηγορικά γραφεία που καθάριζε, κι ύστερα έπαιρνε τον δρόμο για το πορτοκαλοχώρι με τα πόδια. Γύριζε σούρουπο κατάκοπη. Φορτωμένη και με μια σακούλα ζουμερά μανταρίνια.

Ήρθανε πάλι τα Xριστούγεννα.

«Άσε, μάνα», είπε, «εγώ θα ασπρίσω φέτος, θα αλλάξω και το χαρτί στην πιατοθήκη, θα σε βοηθήσω και στα μελομακάρουνα, εγώ θα τα πάω στον φούρνο, θα σε βοηθήσω και στο σιρόπιασμα».

Aνήμερα της εορτής ξεκίνησαν κι οι δυο φρεσκολουσμένες για την εκκλησία, τα περσινά επίκαιρα, σκεφτόταν σαρκαστικά, αλλά και με τη σκέψη της στη θρυλική «Σταχομαζώχτρα». Aς της είχαν πάρει τα μυαλά ο Kαζαντζάκης και ο Kαραγάτσης. Ενα θαύμα μόνο από τον Παπαδιαμάντη το περίμενε.

Έπειτα κάθισαν στο τραπέζι σιωπηλές. Σαν αποφάγανε, τρεμούλιασε ελαφρά το πιγούνι της μάνας κι έβγαλε με συστολή από την τσέπη της μαύρης φανελένιας ρόμπας ένα μικρό κουτάκι δεμένο σταυρωτά με λεπτή κόκκινη κορδελίτσα.

«Nα το, κόρη μου, το ρολογάκι χειρός που ήθελες».

Άνοιξε βουρκωμένη το κουτάκι. Στρογγυλό, χρυσό, ελβετικό, με το καφετί δερμάτινο λουράκι του. Tο κούρδισε, το ’βαλε στη σωστή ώρα, το φόρεσε. Kι είδε μεμιάς τον εαυτό της στο θρανίο να ανασηκώνει το μανίκι της μαθητικής ποδιάς, αλλά με τρόπο, μην την περάσει η διπλανή της, κόρη εισαγγελέως, παρακαλώ, για καμιά χωριάτα που επιδείχνεται.

«Mανούλα μου, μανούλα μου», φώναξε χαρούμενη.

Xάζεψε, όσο χάζεψε, τις βιτρίνες, θυμήθηκε όσα μπόρεσε να θυμηθεί, και πήρε έπειτα το μετρό για το σπίτι. Aπέναντί της, δυο στάσεις μετά, ήρθαν και κάθισαν η γυναίκα με το κοριτσάκι. Στην αρχή ταράχτηκε. Οχι που θα τη γλίτωνε τη συνέχεια. Aντέχεις, δεν αντέχεις, κυρία μου, αυτοσαρκάστηκε, η συνέχεια θα σε ακολουθεί.

«Mανούλα μου, μανούλα μου», ψιθύριζε το κοριτσάκι, έχοντας ακουμπήσει το κεφάλι στον ώμο της γυναίκας, καμαρώνοντας το πορτοκαλί ρολογάκι στον δεξί της καρπό.

«Mανούλα μου, μανούλα μου», φώναζε και η μεσόκοπη έπειτα από σαράντα πέντε χρόνια, όταν την πήραν τη μάνα της τυλιγμένη σ’ ένα σεντόνι και την κατέβασαν από το διαμέρισμα οι δυο του γραφείου κηδειών.

Κάτι ρώτησε η γυναίκα το κοριτσάκι, χαϊδεύοντάς το τρυφερά στο κεφάλι.

«Έξι παρά είκοσι», είπε το κοριτσάκι.

«Έξι παρά είκοσι», επανέλαβε η γυναίκα συλλαβιστά.

Στην επόμενη στάση η μεσόκοπη έπρεπε να κατεβεί. Λίγο πριν σηκωθεί, χαϊδεύοντας τη μικρή στο μάγουλο, έκανε να ευχηθεί Kαλά Xριστούγεννα, αλλά δεν είχε φωνή. Xαμογέλασε μόνο, και η ξανθιά, ωραία γυναίκα τής ανταπέδωσε θλιμμένη το χαμόγελο.


Το διήγημα γράφτηκε από τη Μάρω Δούκα και εικονογραφήθηκε από τη Μανταλίνα Ψωμά για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της Εφημερίδας Καθημερινή (23.12.2007).

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Με αφορμή την κουλούρα της Γκιόστρας


Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το δραστήριο Σωματείο του νησιού μας “Giostra di Zante”, πιστό, όπως αρμόζει στην ταυτότητά του και μη παρασυρόμενο από ξένες προς την ιστορία και την ιδιοσυγκρασία της Ζακύνθου συνήθειες, θα κόψει και φέτος, όπως κάθε χρόνο, την Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου, στις 7 το απόγευμα, στην πάντα φιλόξενη αίθουσα της ιστορικής Λέσχης «Ο Ζάκυνθος», στην πάνω πλατεία, του Αγίου Μάρκου, την πατροπαράδοτη χριστουγεννιάτικη κουλούρα του, σε μια καθαρά οικογενειακή συγκέντρωση, στην οποία θα παραβρεθούν, εκτός από τα μέλη του Διοικητικού του Συμβουλίου, όλοι οι συμμετέχοντες - που δεν είναι και λίγοι -, οι αρχές του τόπου - όσοι συνηθίζεται να πηγαίνουν σε παρόμοιες ποιοτικές εκδηλώσεις - αλλά και όλοι οι φίλοι των γνωστών πια και λαμπρών ιπποτικών αγωνισμάτων της Ζακύνθου, που κάθε χρόνο, την περίοδο καρναβαλιού, αναβιώνουν στην φημισμένη κάποτε «Φλωρεντία της Ανατολής».

Η πράξη αυτή του Σωματείου δεν είναι μια απλή εκδήλωση. Όντας καθαρά Τζαντιώτικο, με καταβολές παλιές και ρίζες στέρεες, προ πάντων, όμως, στηριγμένο στην ιστορική έρευνα, δεν συνεχίζει απλά μια πανάρχαια και κοσμαγάπητη συνήθεια των εορταστικών αυτών ημερών, αλλά συγχρόνως - και αυτό κυρίως συμβαίνει - αντιστέκεται σε μια νεόφερτη και αβασάνιστη μόδα, όπως τόσες και τόσες άλλες τελευταία, που σαν λαίλαπα, μας έχει προκύψει, απειλώντας την εξαφάνισή μας και από προτροπή, πιθανώς, της Βέφας ή του Μαμαλάκη, μας έχει εισαγάγει και την άσχετη με την παράδοσή μας βασιλόπιτα, η οποία μάλιστα κόβεται στείρα και μιμητικά ως και τις Απόκριες και από «πολιτιστικούς» [;] δυστυχώς συλλόγους, οι οποίοι πιστεύουν πως συνεχίζουν την παράδοση, όπως ακριβώς κάποια χορευτικά συγκροτήματα, που μετά το άλλοθι ενός «συρτού ζακυνθινού» ή ενός «κυνηγού», αποκαλύπτονται με καλαματιανούς, πεντοζάλια, χασαποσέρβικα και … ζεϊμπέκικα.

Η Γκιόστρα, λοιπόν, επιμένει και εμμένει στην κουλούρα της και σίγουρα δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Αυτή η «χριστοπαραμονιάτικη», όπως την χαρακτηρίζει ο αμίμητος και μοναδικός Γιάννης Τσακασιάνος στους περίφημους «Σπουργίτες» του, τοπική μας συνήθεια, είναι εκείνο που ενώνει την ζακυνθινή οικογένεια και λιτά, όπως αρμόζει σε καλλιεργημένους - γιατί οι άξεστοι συνηθίζουν να φορτώνουν την αισθητική και την ζωή τους - γιορτάζει την θεία ενανθρώπιση, την γενομένη στην ταπεινή Φάτνη και υμνημένη αριστουργηματικά από έναν πολυτάλαντο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στα μοναδικά του εορταστικά διηγήματα, με συμβολισμούς και αναπαραστάσεις. Γιατί αυτό ακριβώς είναι, φίλοι μου, η ζακυνθινή κουλούρα και σ’ αυτό βασικά διαφέρει από την ξενόμπαστη βασιλόπιτα.

Επειδή, λοιπόν, σήμερα είναι παραμονή «Χριστού» -αυτή είναι η παλιά, ζακυνθινή ονομασία της αυριανής, μεγάλης γιορτής- εμείς και φέτος -μια και άλλες φορές στο παρελθόν το έχουμε ξανακάνει- θα ξαναθυμίσουμε όλο αυτό το τελετουργικό και θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τα δρώμενα της βραδιάς, όπως μας τα κληροδοτούν, σαν παρακαταθήκη και συμβουλή ο αξέχαστος και αδαπάνητος Λεωνίδας Χ. Ζώης και ο χαλκέντερος και παραγωγικός Ντίνος Κονόμος στα ανάλογα γραπτά κείμενά τους.

Νωρίς το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων όλη η οικογένεια, αλλά και οι τυχόν ξένοι ή καλεσμένοι συγκεντρώνονται γύρω από το γιορταστικό τραπέζι, που στο κέντρο του βρίσκεται το παραδοσιακό άρτυμα, η περί ης ο λόγος κουλούρα. Ο οικογενειάρχης την σηκώνει επιβλητικά και όλοι οι παρευρισκόμενοι την κρατάνε με σεβασμό. Την πηγαίνουν στην γωνιά, δηλαδή το φουρνέλο της κουζίνας, όπου εκεί γίνεται η ιεροτελεστία. Επάνω σε δύο αναμμένους δαυλούς, οι οποίοι έχουν τοποθετηθεί σε σχήμα σταυρού, όλοι κρατούν το εύγεστο αυτό κατασκεύασμα και ο αρχηγός - θύτης ρίχνει στη φωτιά, από το κενό του κέντρου, κρασί και λάδι, τα δύο βασικά, δηλαδή, αγροτικά προϊόντα του νησιού μας, ενώ όλοι ψάλλουν το γνωστό απολυτίκιο της δεσποτικής γιορτής που ξημερώνει: «Η Γέννησίς Σου Χριστέ ο Θεός ημών…». Την ίδια στιγμή πυροβολούν από το παράθυρο στον αέρα λέγοντας «Για τον Ηρώδη», εκδικούμενοι πιθανόν, τον ιστορικά άτυχο μονάρχη, που, θέλοντας να μην χάσει τον θρόνο του και την γλυκιά εξουσία του, διέταξε και έσφαξαν όλα τα αναίτια νήπια της Βηθλεέμ, συνδέοντας το όνομά του με κάθε βρεφοκτονία.

Με την ίδια τάξη και σχεδόν λιτανευτικά η κουλούρα επιστρέφει στο τραπέζι. Εκεί γίνεται το μοίρασμά της σε ίσια κομμάτια. Το πρώτο κομμάτι βγαίνει για το σπίτι, το δεύτερο για τον φιλόχριστο (δηλαδή για τον φτωχό) και στην συνέχεια για όλα τα άλλα μέλη της οικογένειας, παρόντα και απόντα. Τα κομμάτια των ξένων και των καλεσμένων υποχρεωτικά έπονται, όσο και αν αυτοί είναι επίσημοι και αγαπημένοι. Κύριο πιάτο του νηστίσιμου, αλλά γιορταστικού αυτού δείπνου είναι τα βραστά μπρόκολα, τα οποία μάλιστα αυτές τις μέρες, λόγω ζήτησης, είναι και πανάκριβα. Παλιότερα περνούσαν από τα σπίτια και διάφορες παρέες τραγουδιστών και κανταδόρων, οι οποίες διασκέδαζαν τους συνδαιτυμόνες. Με τον τρόπο αυτό οι γνήσιοι ζακυνθινοί γιόρταζαν και γιορτάζουν τα δικά τους Χριστούγεννα και προετοιμάζονταν για την μεγάλη επέτειο.

Αξίζει, όμως, να θυμηθούμε και τους διάφορους, αξιοσημείωτους συμβολισμούς του εθίμου, στηρίζοντας, έτσι, την ανάγκη της συνέχισής του και το απαραίτητο της επικράτησής του, σε αντιπαράθεση με την φρεσκοφερμένη και χωρίς κανένα τελετουργικό βασιλόπιτα.

Η κουλούρα, σύμφωνα με παλιά τοπική παράδοση, συμβολίζει το λαμπρό άστρο της Βηθλεέμ, που οδήγησε τους τρεις μάγους στο ιστορικό Σπήλαιο με την σωτήρια Φάτνη. Το ήβρεμα (μερικοί το γράφουν «ηύρεμα») είναι το Θείο Βρέφος και γι’ αυτό ποτέ δεν πρέπει να το μπερδεύουμε με το φλουρί, όπως συχνά τον τελευταίο καιρό συμβαίνει, ακολουθώντας περισσότερο από την δική μας φωνή και ψυχή, την επιβολή της επίφοβης - στα περισσότερά της - τηλεόρασης. Οι αναμμένοι δαυλοί, που το είδος τους (ελιά, πεύκο, πουρνάρι, κυπαρίσσι κ. ά.) διαφέρει από τόπο σε τόπο και από χωριό σε χωριό, αναπαριστούν εύστοχα και ποιητικά τους προπάτορες Αδάμ και Εύα, οι οποίοι, τιμωρημένοι για το προπατορικό αμάρτημα, το οποίο τους στέρησε τον παράδεισο, καίγονται στην φωτιά της κόλασης, περιμένοντας την θεϊκή Θυσία του Σταυρού, να τους λυτρώσει και να τους απαλλάξει από το φρικτό βάρος της πρώτης ανυπακοής. Το κρασί και το λάδι που χύνει ο αρχηγός της οικογένειας στη φωτιά από το άνοιγμα της κουλούρας, σχετίζονται με τα δώρα των Μάγων, χρυσό, λίβανο και σμύρνα, τα οποία προσφέρθηκαν στον νεογέννητο βασιλιά για να δείξουν τις τρεις βασικές του ιδιότητες. Η στιγμιαία φλόγα, που σχηματίζεται όταν το λάδι ριχτεί στη φωτιά, συμβολίζει την Ανάσταση του Χριστού και την απολύτρωση των Πρωτοπλάστων, αλλά και όλου του ανθρώπινου γένους. Τέλος ο πυροβολισμός που πέφτει από το παράθυρο είναι η εκδήλωση αγανάκτησης του κάθε χριστιανού για τον πρώτο καταχθόνιο διώκτη του ιδρυτή της θρησκείας του.

Την οικογενειακή αυτή εκδήλωση, όπως ήδη αναφέραμε, ύμνησε ο ποιητής των ζακυνθινών αντετιών Γιάννης Τσακασιάνος, στους «Σπουργίτες» του, με τους παρακάτω περιεκτικούς στίχους:

«Πού αλλού σε κόβουν με χαρές, με σμπάρα και με ούρα
χριστοπαραμονιάτικη του τόπου μου Κουλούρα;»


Επίσης ο άλλος αμετανόητος ζακυνθινός, ο τεχνίτης του χρωστήρα Χρήστος Ρουσέας, έχει, ανάμεσα στα πολλά έργα του, ζωγραφίσει και έναν θαυμάσιο πίνακα, στον οποίο απεικονίζεται και διαιωνίζεται το έθιμο, δίνοντας, έτσι, υλική μορφή στον λόγο του μπαρμπέρη - ποιητή.

Γνωρίζοντας όλα τα παραπάνω είναι δύσκολο να προδώσεις το δικό μας αντέτι και να κόψεις, μία βδομάδα μετά, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μια, για τη Ζάκυνθο και μόνο, βέβαια, άσχετη με την ιδιοσυγκρασία μας βασιλόπιτα.

Γι’ αυτό η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante” εμμένει και επιμένει. Πιστή στην ιδέα που αναβιώνει, παραμένει πάντα πούρα ζακυνθινή. Αντιστέκεται και υποδεικνύει. Νοσταλγεί και προσδοκά. Μακάρι ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμά της και όλα τ’ άλλα πολιτιστικά σωματεία του τόπου μας.

Ραντεβού, λοιπόν, την ερχόμενη Δευτέρα, στις 7 το βράδυ, στην ζεστή αίθουσα της Λέσχης «Ο Ζάκυνθος», για μια βραδιά ξεχωριστή, γνήσια τζαντιώτικη και δίχως ίχνος νεοπλουτισμού. Και λίγο αργότερα, την Κυριακή της Τυρινής, στις 14 Φλεβάρη, μια και φέτος το Πάσχα είναι πολύ πρώιμο, συνάντηση στην πλατεία μας, για το πατροπαράδοτο, ιστορικό αγώνισμα.

Προς το παρόν η κλασσική για την ημέρα ευχή: «Χρόνια πολλά και αύριο με καλό».

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

Ρωμανός ο Μελωδός και ο Ύμνος της Γέννησης

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

«Η παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει,
Και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει.
Άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι,
Μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι.
Δι' ημάς γαρ εγεννήθη
Παιδίον νέον, ο προ αιώνων θεός»
(Ταπεινός Ρωμανός)



Ένα αξιόλογο δείγμα ποιητικής δημιουργίας του σημαντικότερου και πολυγραφότερου ίσως υμνογράφου της Ορθόδοξης Εκκλησίας, του Ρωμανού του Μελωδού, αποτελεί ο Ύμνος που απευθύνεται στη γέννηση του Χριστού.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνει το Συναξάριό του ο Ρωμανός γεννήθηκε στην Έμμεσα (σημερινή Χομς) της Συρίας στα τέλη του 5ου αιώνα, εποχή της μαχόμενης Ορθοδοξίας. Η στιβαρή ελληνική του μόρφωση δεν αποκλείει να υπήρξε τρόφιμος της ονομαστής Σοφιστικής Σχολής της Βηρυτού. Η κλίση του ήταν βέβαια προς την Εκκλησία και υπηρέτησε ως διάκονος στον κεντρικό ναό της Αναστάσεως, ενώ αργότερα έφτασε στη βασιλίδα των πόλεων (Κων/πολη) προς ολοκλήρωση της πορείας του. Τούτο έγινε στα χρόνια της βασιλείας Αναστασίου Α΄ (491-518). Ο Ρωμανός διέμεινε στη Μονή της Θεοτόκου εν τοις Κύρου. Εκεί λειτουργούσε και συνέθετε με πάθος το πλήθος των ύμνων του μέχρι την κοίμησή του και την ταφή του. Φαίνεται, ότι εκεί βρήκε το ιδεώδες περιβάλλον για την ανάπτυξή του, και προφανώς καλούς αποδέκτες για το έργο του, αν κρίνουμε από τη φήμη του και φυσικά από τις παραγγελίες που πρέπει να δεχόταν από μοναστήρια και ναούς για τη σύνθεση των «ύμνων». Στο Ρωμανό αποδίδονται χίλια κοντάκια (ύμνοι) και μάλλον είναι συμβατικός αριθμός που δείχνει το μεγάλο όγκο της ποιητικής δημιουργίας του. Σήμερα του αποδίδονται γύρω στα 85, κατά προσέγγιση πλήρη ή αρκετά ολοκληρωμένα, κοντάκια.

Ο Ρωμανός άνθισε σε εποχή δόξας και μεγαλείου. Στο θρόνο ηγεμόνευε ο Ιουστινιανός και η αυτοκρατορία βρίσκεται στη φάση της πολυδύναμης ανάπτυξης. Εδαφική εξάπλωση και οικονομική ακμή, θεσμική συγκρότηση και νομοθετική στερεότητα, θεολογική ανασύνταξη, μνημειώδη κτίσματα, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες μια εποχή προς την οποία έπρεπε να αντιστοιχεί ένας μεγαλόπνοος ποιητής. Ήταν ο «Ελληνοσύρος μάγος», όπως δικαιολογημένα τον χαρακτήρισε ο Ελύτης. Έλληνας στη γλώσσα που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της στιγμής. Το βάθος της ψυχής και το ταλέντο του, ενισχυμένο από το θεολογικό του εύρος, μαζί με την άνεση, τα ερεθίσματα και την αποδοχή της εποχής, τον έκαναν ικανό να προχωρήσει τον ύμνο πέρα από το σημείο που τον είχαν αφήσει οι παλαιότεροι. Το έκανε με μαστοριά και τον οδήγησε στη μορφική τελειότητα κι εκλέπτυνση, του προσέδωσε περισσότερη χάρη και πλαστικότητα. Έγραψε και στοχάστηκε ελληνικά, οδήγησε τη γλώσσα σε στιγμές μοναδικού κάλλους ως κύριος εκφραστής του κέντρου του βυζαντινού πολιτισμού.

Ο λόγος του Ρωμανού είναι μυρωδάτος κι ερωτικός. Η θέρμη της ανάσας του αποτελεί δόλωμα με το οποίο συλλαμβάνει τη λαϊκή ψυχή του θείου στοιχείου. Οι Άγιοι παρουσιάζονται ως άνθρωποι με αισθήματα και εντάσσονται στη ζωή με γήινο πραγματισμό. Καθώς η χριστιανική σκέψη κινείται έντονα στο χώρο των προσώπων (σύμφωνα με το Γ. Φλωρόφσκι) και η ποίηση χρησιμοποιεί λέξεις, είναι φυσικό να θεωρήσουμε ότι Ρωμανός χρησιμοποιεί τις λέξεις σαν να είναι πρόσωπα. Η φυσικότητα, η αμεσότητα, η χάρη της επικοινωνίας προσφέρονται μέσω της φυσικότητας των θεατρικών δρωμένων. Ο Ρωμανός αναλύει εικονοληπτικά τα θεολογικά του διδάγματα χωρίς να καταφεύγει στο δογματισμό. Η θεολογία διατυπώνεται ποιητικά, γίνεται υψηλή θεολογική λειτουργία, καθώς η ποίηση υπερέχει του άκαμπτου δογματικού λόγου. Η σταθερή του προσήλωση στην Ιερή Παράδοση και το πνεύμα των Γραφών δεν τον εμποδίζει να δανείζεται συμπληρωματικά στοιχεία από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια και να προεκτείνει τα επεισόδια με φανταστικούς διαλόγους. Τα πρόσωπα του Ρωμανού (ακόμα και ο Άδης) πάλλονται από μια εσωτερική θέρμη και μιαν οικειότητα που εγγίζει την ουσία του «φιλανθρώπου» στοιχείου , όπως το ενσαρκώνει ο Χριστός.

Η παράδοση θέλει το Ρωμανό θεόπνευστο. Όπως η Αθηνά βγαίνει με τ' άρματά της από το κεφάλι του πατέρα της έτσι και ο Ρωμανός καταπίνει τόμο χάρτου και η θεία έμπνευση εισέρχεται στο σώμα του ποιητή… Με άλλα λόγια ο Ρωμανός γεννήθηκε Ποιητής, ετάχθη να ακολουθήσει το δρόμο της υμνογραφικής δημιουργίας.




Ο περίφημος ύμνος των Χριστουγέννων «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει», που οροθετεί την ποιητική έκφραση του Ρωμανού (δεν μπορεί να είναι πρωτόλειος) είναι ο πλέον μακροχρόνιος μέσα στους αιώνες. Ο ύμνος δεν προοριζόταν για ανάγνωση αλλά για ψαλμωδία. Χάρη στη σύζευξη του λόγου με τον ήχο αποκτούσε ο ύμνος την πραγματική σημασία και την υπόστασή του. Η σχέση του υμνωδού με το εκκλησίασμα ήτανε μυστική, γινόταν το γλυκύφθογγο όργανο που εξέφραζε τα αισθήματα των πιστών. Ο ύμνος των Χριστουγέννων ανήκει στα δεσποτικά και θεομητορικά κοντάκια, είναι ιδιόμελο και ψάλλεται σε ήχο πλάγιο β΄.

Η γλώσσα του ποιητή με την καθαρότητα του λόγου, τη διαύγεια των αισθήσεων και των αισθημάτων, μένει πιστή στο πλαίσιο της λειτουργικής παράδοσης της εποχής του και προσπαθεί να γίνει όσο μπορεί περισσότερο κατανοητή από τους πιστούς προς τους οποίους απευθύνεται.

Στο Ρωμανό απονεμήθηκε η ύψιστη τιμή. Το Πατριαρχείο τον συγκατέλεξε ανάμεσα στους αγίους της Εκκλησίας και η μνήμη του τελείται την 1η Οκτωβρίου. Μια υμνογραφία όμως του 6ου αιώνα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των ημερών μας , τις λατρευτικές και τις θεολογικές.
Σήμερα γίνονται φιλότιμες προσπάθειες μετάφρασης των ύμνων. Η ουσία της μετάφρασης είναι να μεταφέρει σε μια άλλη γλώσσα τους ρυθμούς, τη λεκτική ακρίβεια , τις εσωτερικές ροές και τις εντάσεις του κειμένου. Όλα αυτά όμως έχουν εξαιρετική δυσκολία. Παραθέτουμε εδώ μια μεταφραστική προσπάθεια του προοιμίου του Ύμνου των Χριστουγέννων από τον Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη:

Η Παναγία σήμερα στον κόσμο φέρνει ως άνθρωπο τον
Άκτιστο Θεό,
Και η γη το Σπήλαιο στον Απροσπέλαστο παρέχει.
Άγγελοι με τους βοσκούς δοξολογούνε
Και μάγοι έρχονται στο δρόμο με τ΄ αστέρι.
Αφού προς χάρη μας γεννήθηκε
Νέο Παιδί, ο Άχρονος Θεός.



Είναι γεγονός ότι κάθε εποχή έχει τα δικά της ταλέντα που πρέπει να αξιοποιούνται. Υπάρχουν και σήμερα αξιόλογοι υμνογράφοι που πιθανόν να μπορούν να ανταποκριθούν σε ένα αντίστοιχο κάλεσμα με εκείνο που έγινε στο Ρωμανό το Μελωδό. Ας ευχηθούμε η Ορθόδοξη Εκκλησία μας να αντιληφθεί ότι αυτό αποτελεί επείγουσα αναγκαιότητα για έναν σύγχρονο τρόπο λατρείας και προσευχής έτσι ώστε να μην καταντήσει ο χώρος των εκκλησιών αυτό που είχε στηλιτεύσει ο ιερός Χρυσόστομος «ως θέατρον προς τέρψιν» και μάλιστα των ολίγων.

Καλά Χριστούγεννα!
Ζάκυνθος 15-12-2009


Βιβλιογραφία:
(1). Ρωμανού του Μελωδού, Τρεις Ύμνοι, εισαγωγή και μετάφραση Κυρ. Χαραλαμπίδης, εκδ. Άγρα 1997,
(2). Ρωμανού Μελωδού, Ύμνοι, εκδ. Χ.  Μπούρας 2000.

Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος: "Η αγάπη εισβάλλει στον κόσμο με σάρκα και οστά"

"Χριστός γεννάται δοξάσατε. Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε"

Αδελφοί μου αγαπητοί και ευλογημένοι,

Με τα ωραία αυτά λόγια ο υμνογράφος παρουσιάζει το μέγα Μυστήριο της Γέννησης του Κυρίου. Ο Θεός ο μέγας και ακατάληπτος γίνεται ορατός και ψηλαφούμενος άνθρωπος. Κατέρχεται και γεννάται επί γης ο εξ ουρανών προερχόμενος Χριστός.

Από την αρχαιότητα έως και σήμερα ο ουρανός υπήρξε χώρος πνευματικών αναζητήσεων, καθώς και πεδίο επιστημονικών διερευνήσεων. Οι άνθρωποι όλων των αιώνων, από την εποχή του μυθικού Ίκαρου ως την σύγχρονη εποχή των τηλεπικοινωνιών όπου τα ανθρώπινα μηνύματα αντανακλώνται στο ουράνιο στερέωμα και επανέρχονται στη γη, έστρεφαν τα μάτια ψηλά προκειμένου να εύρουν απαντήσεις στα αγωνιώδη υπαρξιακά ερωτήματά τους.

Στον εκκλησιαστικό χώρο πάντοτε η αναφορά του υμνωδού στον ουρανό αποτελεί μία σταθερή θεολογική βεβαιότητα. Ο ουρανός, για τον οποίο τόσες αναφορές παρουσιάζει η Αγία Γραφή, είναι ο χώρος όπου το θέλημα του Θεού αποτελεί δεδομένο γεγονός, προς το οποίο οι άγγελοι, οι ουράνιες δυνάμεις και οι άγιοι είναι εναρμονισμένοι. Το εκκλησιαστικό σώμα καθηλώνει νοερά το βλέμμα προς αυτήν την κατεύθυνση ζητώντας λύσεις στα αδιέξοδα της ζωής. Και δεν παύει να ατενίζει ψηλά, με αδιάκοπη προσευχή και προσμονή, παρακαλώντας για την κυριαρχία του Θεϊκού Θελήματος και στην γη.

Οι βιβλικές φράσεις "Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία" ή "γεννηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης" (Κυριακή Προσευχή) φανερώνουν τον τελικό σκοπό του σωτηριώδους έργου του Ενανθρωπήσαντος Θεού, την "ουρανοποίηση" του κόσμου, "για να απαλλαγούν οι άνθρωποι από την πλάνη και την κακία και να γνωρίσουν την αλήθεια και την αρετή, ώστε να μην υπάρχει καμμία διαφορά μεταξύ της γης και του αρμονικού ουρανού", όπως αναφέρει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος (Ομιλία ΙΘ΄, 5). Η Βασιλεία του Θεού αποτελεί πάντοτε τον προορισμό μας και η Γέννηση του Κυρίου είναι η ανατολή της "εσχάτης ημέρας", της μετοχής της ανθρωπίνης φύσεως στην θεία δόξα, αυτήν που οι ουράνιοι Άγγελοι ύμνησαν εκείνη την γαλήνια νύχτα στο ταπεινό σπήλαιο της Βηθλεέμ.

Η Αγία μας Εκκλησία, και ιδιαίτερα η παλαίφατη Εκκλησία των Αλεξανδρέων που δραστηριοποιείται ποιμαντικά και ιεραποστολικά στην απεραντοσύνη της ηπείρου του μέλλοντος, της Αφρικής, βιώνει τις παραπάνω θεολογικές αλήθειες δοξολογικά, όμοια με τους Αγγέλους της νύχτας των Χριστουγέννων. Διότι το κήρυγμα του Ευαγγελίου είναι μία δοξολογία, που αποσκοπεί όπως προείπαμε στην "ουρανοποίηση" του κόσμου. Η ίδρυση μίας Επισκοπής είναι προανάκρουσμα της Βασιλείας του Θεού. Η δημιουργία μίας Ενορίας δεν είναι κάτι άλλο από την αισθητή παρουσία του Χριστού σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, έως της τελικής ενδόξου ελεύσεως του Βασιλέως Χριστού.

Το φαινομενικά άσημο και ταπεινό στην καταγωγή Θείο Βρέφος, Αυτό που γεννάται στην φάτνη των ζώων και θερμαίνεται από την ανάσα τους, είναι ο Ένδοξος Κύριος, ο οποίος δεν ταύτισε τον εαυτό Του με τους ισχυρούς ηγεμόνες του κόσμου, αλλά με τους "ελαχίστους", τους απλούς ανθρώπους του λαού. Από αυτούς σαρκώθηκε, αυτούς συνανεστράφη, αυτούς απεκάλεσε αδελφούς Του και κυρίως στις ψυχές αυτών βρήκε χώρο και βλάστησε ο σωτηριώδης λόγος Του. Και αυτούς κατέστησε κριτήριο των συνειδήσεών μας κατά την τελική Κρίση της ανθρωπότητος, όπως αναφέρει στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου: "Εφ’ όσον ευεργετήσατε έναν από τους ελάχιστους και ταλαιπωρημένους αδελφούς μου, εμένα τον Ίδιο ευεργετήσατε" (Ματθ. 25, 31-41). Κατ' αυτόν τον τρόπο Χριστός κατεστάθη ο αυθεντικός και ανιδιοτελής αγωνιστής για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την τιμή και την ανύψωση του ανθρώπου σε όλα τα μήκη και πλάτη της οικουμένης.

Αυτό που ο σύγχρονος πολιτισμός θεωρεί κεκτημένο, τα δυστυχώς πολλές φορές μόνον κατ’ όνομα λεγόμενα "ανθρώπινα δικαιώματα", από την στιγμή ακόμη της Γεννήσεως του Ιησού είναι θεμελιώδης αρχή και παράδοση της Εκκλησίας μας. Ο Θεάνθρωπος Ιδρυτής της και οι μιμητές Του άγιοι δεν μίλησαν θεωρητικά υπέρ των πονεμένων συνανθρώπων, αλλά συμμερίσθηκαν τις αγωνίες τους και εβίωσαν τις κακουχίες τους εκουσίως από αγάπη προς αυτούς.

Αδελφοί μου ευλογημένοι,

Ο Θεός "ξενιτεύεται" από τους ουρανούς για να γεννηθεί στην αγκαλιά του ταπεινού σπηλαίου "μορφήν δούλου λαβών" (Φιλιπ.2,7), χωρίς το κάλυμμα του κοσμικού κύρους και της αλαζονικής εξουσίας. Γίνεται οικειοθελώς φτωχός, μετανάστης, πρόσφυγας και θύμα της ανθρώπινης μισαλλοδοξίας. Γεννάται σε μία κωμόπολη μακρυά από την Ναζαρέτ, φυγαδεύεται στην Νειλόρρυτη Αίγυπτο, επανέρχεται ενδεής στην πατρώα γη, μετακινείται αδιάκοπα κηρύττοντας και θεραπεύοντας.

Με την Γέννησή Του η Αγάπη εισβάλλει στον κόσμο με σάρκα και οστά. Γίνεται ο μόνος αυθεντικός τρόπος ζωής χωρίς να είναι αποφυγή ευθύνης, χωρίς να μεταβάλλεται σε ενοχική σιωπή και ουδετερότητα έναντι του αδικουμένου και του πάσχοντος. Δεν προσφέρει κίβδηλους παρηγορητικούς λόγους ή ψευδεπίγραφα ψίχουλα πολιτισμού προς τα εξουθενωμένα θύματα της κακότητός μας, αλλά μεταβάλλεται στη μοναδική Οδό, Αλήθεια και Ζωή για τις χιλιάδες εμπερίστατες ψυχές της Αφρικής, της Ασίας ή των παρυφών των μεγάλων δυτικών πόλεων που διψούν για την υπέρβαση του καθημερινού, αλλά και του αιωνίου θανάτου. Σε αυτούς τους τόπους ας σπεύσουμε ως σύγχρονοι Μάγοι -εάν θέλουμε να μιλούμε για ενσυνείδητη χριστιανική ζωή- για να προσφέρουμε τα πολύτιμα δώρα της αγάπης μας, με όποιο τρόπο είναι δυνατόν. Να είστε βέβαιοι ότι στο θλιμμένο χαμόγελο αυτών των προσώπων θα απαντήσουμε τον Χριστό εξ ουρανών.

Μέσα από την καρδιά μου σας εύχομαι ο νεογέννητος Σωτήρ να σας προστατεύει και να σας χαρίζει πλούσιο το έλεός Του.

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος: "Ένα φωτόνιο από το φως του Χριστού"


Ο Χριστός, το Φως του κόσμου "Ην το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον, ερχόμενον εις τον κόσμον" (Ιω. 1:9).

Ο Λόγος, το φως το αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο, έρχεται στον κόσμο. Αυτό το συνταρακτικό γεγονός, το οποίο αφορά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα εορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Αυτή την ολοφώτεινη βεβαιότητα και αδιάψευστη ελπίδα μάς χαρίζει η σημερινή λαμπρή εορτή!

Όπως ψάλλει η Εκκλησία μας, κατά τη Γέννηση του Χριστού, "το φως το εκ φωτός προεκλάμψαν αχρόνως, εν χρόνω σαρκικώς τοις εν γη επεφάνη, και κόσμον εφώτισε" (Παρακλητική, ήχος α΄, όρθρος Πέμπτης).

Ο Ιησούς Χριστός, ο ένσαρκος Λόγος του Θεού, απερίφραστα, επανειλημμένα και δημόσια διακήρυξε: "εγώ ειμί το φως του κόσμου" (Ιω. 8:12, 9:4). Ένα φως που συνδέεται άμεσα με τη ζωή: "ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία αλλ΄ έξει το φως της ζωής" (Ιω. 8:12).

Μετά τη Σταύρωση και την Ανάστασή του τα σύμπαντα πλημμυρίζουν από φως. Και όταν η ιστορία της σωτηρίας των ανθρώπων φτάσει στο τέλος της, στη νέα δημιουργία, το φως θα είναι ο ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού! (Αποκ. 21:23). Με αυτόν τον τρόπο, από το φυσικό φως, το οποίο στον πρόσκαιρο κόσμο εναλλάσσεται με το σκότος της νύχτας, τελικά θα οδηγηθούμε στο ανέσπερο φως, που είναι ο ίδιος ο Θεός.

Η φύση του φωτός ευρίσκεται πάντοτε στο επίκεντρο της ανθρώπινης αναζήτησης και συνδέεται άμεσα με την επιστημονική εξέλιξη. Ο καινούργιος πλούτος των γνώσεων σχετικά με το φυσικό, το "κτιστό" φως, διευρύνει ακόμη περισσότερο τους συμβολισμούς για τις εκπληκτικές επιδράσεις του πνευματικού φωτός στον κόσμο.

Το φως του κόσμου, ο Ιησούς Χριστός, καθίσταται γνωστός και οικείος, όπως το φυσικό φως. Συγχρόνως, όμως, παραμένει απρόσιτος και ακατάληπτος ως προς την ουσία του. Ο Θεός ονομάζεται φως κατά τις ενέργειές του που γίνονται αντιληπτές στους ανθρώπους και είναι μεθεκτές. Ενώ η ουσία του Θεού είναι άγνωστη και αμέθεκτη για τους ανθρώπους (άγιος Γρηγόριος Παλαμάς).

Το φως του Λόγου είναι θεία δωρεά, η οποία χαρίζεται στον κάθε άνθρωπο κατά τη γέννησή του. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας διευκρινίζει ότι "Ο Λόγος του Θεού φωτίζει …ενθέτει σπέρμα σοφίας, δηλαδή θεογνωσίας, σε κάθε άνθρωπο που έρχεται στην ύπαρξη και εμφυτεύει μέσα του ρίζα συνέσεως". Θα τολμούσαμε, λοιπόν, να διατυπώσουμε ότι μέσα στη συνείδηση του κάθε ανθρώπου ενυπάρχει ένα φωτόνιο από το φως του Χριστού, έστω κι αν έχει σκοτισθεί από την άγνοια και την αδιαφορία. Καθετί ευγενικό και αληθινό στη σκέψη, στη συμπεριφορά, στη θρησκευτική ζωή των ανθρώπων αποτελεί ανταύγεια από το φως του Υιού και Λόγου του Θεού.

Βεβαίως υπήρξαν πολλές περιπτώσεις με πυκνά σύννεφα αλαζονείας, απιστίας, μίσους και σκοτεινές νύχτες ανόμων συμφερόντων, που εμπόδισαν το φως του Ευαγγελίου να λάμψει στον κόσμο.

Αλλά και σε αυτές ακόμη τις νεφελώδεις και σκοτεινές περιόδους, το φως διαπερνά μυστικά την ατμόσφαιρα με ποικίλους τρόπους. Η πολυμορφία των διεισδύσεων του φυσικού φωτός, όπως προβάλλεται από τη σύγχρονη επιστήμη, προωθεί τη σκέψη μας για να συνειδητοποιούμε τις μυστικές διεισδύσεις του φωτός του Χριστού στην πορεία της οικουμένης. Αλλά και της προσωπικής μας ζωής σε περιπτώσεις ποικίλων πειρασμών και ζοφερών αδιεξόδων.

Ο Χριστός, όντας ο ίδιος το αληθινό φως, κάλεσε τους μαθητές του να γίνουν και οι ίδιοι φως μέσα στον κόσμο: "ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσιν τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς" (Ματθ.5,16). Συνδέει τη λάμψη του φωτός όχι με εκστατικές καταστάσεις, νεοπλατωνικού ή ινδικού τύπου, αλλά με τα καλά έργα. Αδιάκοπα απορροφώντας και διαχέοντας το φως του Χριστού ο κάθε πιστός καλείται να εκφράζει την πίστη του με έργα διακονίας προς όλους ανεξαιρέτως.

Όλες σχεδόν οι ανθρωπιστικές πρωτοβουλίες και δομές που αναπτύχθηκαν οπουδήποτε, για να ανακουφίσουν τον πόνο, την ορφάνια, τη φτώχεια, τα γηρατειά, τους ξένους, τη μοναξιά προέρχονται από ανθρώπους φωτισμένους -άμεσα ή έμμεσα- από το φως του Χριστού. Αυτήν την παράδοση οφείλουμε και εμείς να συνεχίζουμε. Με δημιουργικές ιδέες, γενναίες πρωτοβουλίες και ποικίλες δραστηριότητες.

Το εκ πρώτης όψεως λευκό χρώμα του φωτός, όπως είναι γνωστό, αποτελεί σύνθεση επτά διαφορετικών χρωμάτων. Και το μεθεκτό φως του Χριστού, στην προσωπική και την κοινωνική ζωή, αναλύεται με ποικίλους χρωματισμούς. Από αυτό το φάσμα του φωτός, οι χριστιανοί, "ως τέκνα φωτός", καλούμεθα να εκδηλώνουμε όσο το δυνατόν περισσότερες αποχρώσεις:

Φως ειρήνης, με τον εαυτό μας, το περιβάλλον μας και ολόκληρο τον κόσμο,

Φως αλήθειας, για την κατανόηση της βαθύτερης αιτίας της διαφθοράς και της πολύμορφης κρίσεως

Φως δικαιοσύνης, στους κοινωνικούς αγώνες σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο,

Φως δημιουργικής πνοής, που ενθαρρύνει την πρωτότυπη σκέψη, τις επιστήμες, τις τέχνες, τον πολιτισμό

Φως ελπίδας, που ενδυναμώνει την αλληλεγγύη όλων των λαών για τη διάσωση του πλανήτη,

Φως αγάπης, έμπρακτης, με ανιδιοτέλεια και ειλικρίνεια προς κάθε άνθρωπο,

Φως πίστεως ανέσπερο, που οδηγεί στην τελική υπέρβαση της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου, με τη δύναμη του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού.

"Ην το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον, ερχόμενον εις τον κόσμον".

Ας ανοίξουν διάπλατα οι καρδιές μας, κατά τις γιορτινές αυτές ημέρες, για να διεισδύσει στα βάθη τού είναι μας ο Σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, το "Φως το αληθινόν". Να φωτίσει τις σκέψεις μας, τις αποφάσεις μας και τις ενέργειές μας. Για να ζωογονεί την ύπαρξή μας. Ας ευχηθούμε να στηρίζει και να ενισχύει τη ζωή των αγαπημένων μας και όλων των ανθρώπων. Κι ας δεηθούμε το φως του Χριστού να κατευθύνει την πορεία του κόσμου.

Ευλογημένα Χριστούγεννα! Ολοφώτιστο το νέο έτος 2010!

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος: "Η δυνατότητα της χαράς δεν έχει χαθεί από τον κόσμο"


Αδελφοί καί τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Οπου κι αν στρέψουμε τό βλέμμα στον τόπο μας και στην Οικουμένη ολόκληρη είναι εύκολο να νοιώσουμε το αγκάθι της απογοήτευσης να μας πληγώνει. Τα απανταχού της γης ειδησεογραφικά δεδομένα είναι αψευδείς καθημερινοί μάρτυρες των προβλημάτων και των οδυνών πού μαστίζουν κάθε γωνιά της γης.

Εν μέσω των θλίψεων και των δοκιμασιών που μοιάζουν να απειλούν ακόμη και τη φυσική επιβίωση του πλανήτη μας και των κατοίκων του νοιώθω βαθιά την ευθύνη και έντονη την επιθυμία να υπενθυμίσω στεντορία τη φωνή σε όλους και στον καθένα προσωπικά ότι ο Θεός μάς αγαπά.

Ο Θεός μάς αγαπά όλους ανεξαιρέτως και κανείς δεν στερείται του δικαιώματος στην ελπίδα.

Η ακλόνητη βεβαιότης ότι ο Θεός είναι παρών στή ζωή μας και μας αγαπά δεν στηρίζεται σε υποθέσεις, θεωρίες και φιλοσοφικούς στοχασμούς. Η μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων φανερώνει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την έμπρακτη και απέραντη αγάπη του Θεού για εμάς, διότι "εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον Υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι' Αυτού" (Iωαν. 4, 9).

Η ενανθρώπηση του Υιού του Θεού αποκαλύπτει με τον πιο άμεσο, τον πιο ορατό, τον πιό φιλάνθρωπο και αδιαμφισβήτητο τρόπο, ότι "ο Θεός αγάπη εστίν" (Iωαν. 4, 8).

Χριστούγεννα σημαίνει ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος "ίνα θεώση τον άνθρωπον". Σημαίνει ότι ο Θεός ήρθε να ενωθεί με την ανθρωπότητα και να είναι για κάθε άνθρωπο και για όλους ο Εμαννουήλ "ό έστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ημών ο Θεός" (Ματθ. 1, 23). Ηρθε να μοιραστεί τον πόνο και την αγωνία μας και να μας λυτρώσει απ? αύτά και από όσα άλλα προσπαθούν να επιβάλλουν την εξουσία του θανάτου επί της ζωής. Ηρθε "και εσκήνωσεν εν ημίν" (Ιωαν. 1, 14). Ηρθε, έμεινε και θα παραμένει μεθ? ημίν "πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος" (Ματθ. 28, 20).

Χριστούγεννα σημαίνει ότι τίποτα πιά, καμιά θλίψη, καμιά δυσκολία, καμιά τραγωδία δεν μπορεί να αφανίσει την ελπίδα, δεν μπορεί να υπερνικήσει τη βεβαιότητα ότι στό τέλος θα επικρατήσουν η αλήθεια και η αγάπη στη ζωή του κόσμου. Τίποτα δεν μπορεί να νικήσει την ελπίδα που γεννά η επίγνωση ότι ο Χριστός γεννήθηκε για να μας λυτρώσει από την αμαρτία και το θάνατο.

Δεν είναι κρίμα λοιπόν τό μήνυμα της ελπίδας που αναδύεται από τη φάτνη του νεογέννητου Χριστού να χάνεται μέσα σε πλαστικοποιημένες και κενές νοήματος τάχα γιορταστικές αποδράσεις; Δεν είναι κρίμα οι απανταχού της γης άρχοντες να αποφασίζουν για τη ζωή του κόσμου, αλλά και ο καθένας μας για τη δική του ζωή, σαν να μην γεννήθηκε ο Χριστός;

Δεν έχουμε πιά το δικαίωμα να ζούμε σαν να μην έχουμε δει να επαληθεύεται έμπρακτα και οδυνηρά το γεγονός ότι, όπου εξορίζεται ο Χριστός από τή ζωή μας και περιφρονείται το Ευαγγέλιό Του, εκεί επικρατούν η αδικία, η αλαζονεία, η καταπίεση, η απληστία, η εκμετάλλευση, η υποκρισία και η απαξίωση του ανθρώπου. Και τότε κάνουν την εμφάνισή τους οι ποικίλες τραγικές συνέπειες: τα μίση, οι πόλεμοι, η εκμετάλλευση και εξουθένωση των φτωχών και των αδυνάτων, οι οικονομικές κρίσεις, οι οικολογικές καταστροφές και άλλα πολλά, που αποδεικνύουν ότι η επικράτηση της αμαρτίας δεν είναι άμοιρη συνεπειών για τον άνθρωπο.

Χριστούγεννα σημαίνει ότι το σκοτάδι της αμαρτίας που γεννά την αδικία καί απανθρωπίζει τον άνθρωπο διαλύεται στο φως που ακτινοβολεί η ανατολή του "ηλίου της Δικαιοσύνης". Σημαίνει ότι ο άνθρωπος μπορεί να ξαναβρεί τις αληθινές διαστάσεις της ανθρωπιάς και της αγιότητας. Σημαίνει ότι η δυνατότητα της χαράς δεν έχει χαθεί από τόν κόσμο.

Επιτρέψτε μου λοιπόν να απευθύνω στην αγάπη σας τά ίδια λόγια που άκουσαν οι ποιμένες της Βηθλεέμ από τα χείλη του αγγέλου: "Μη φοβείσθε, ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ, ός έστιν Χριστός Κύριος, εν πόλει Δαυίδ. Και τούτο υμίν το σημείον, ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον, κείμενον εν φάτνη" (Λουκ. 2, 10-12).

Μην αφήνετε λοιπόν τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς να σας καταβάλλουν.

Μη φοβείσθε! Σήμερα γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα και έχουμε κάθε λόγο και κάθε δικαίωμα να νοιώθουμε χαρά μεγάλη. Διότι σήμερα γεννήθηκε ο Σωτήρ του κόσμου, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Ας κάνουμε ξανά την πίστη και την εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού τρόπο ζωής και ας ψάξουμε βαθιά μέσα μας, στη φάτνη της καρδιάς μας. Και θα βρούμε εκεί το σημείο και την αιτία της χαράς και της ελπίδας: θα βρούμε τον Θεό ως "βρέφος εσπαργανωμένον, κείμενον εν φάτνη".

Χρόνια πολλά καί ευλογημένα Χριστούγεννα.

Με την κοφτερή γλώσσα του Ευαγγελίου

Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

«Σήμερον, ο χρόνιος ελύθη δεσμός (…). Χορευέτω τοίνυν πάσα η κτίσις καί σκιρτάτω• ανακαλέσαι γαρ αυτήν, παραγέγονε Χριστός, και σώσαι τας ψυχάς ημών».
(Στίχοι από την Υμνογραφία των Χριστουγέννων)

Πάλι γιορτές!... Κι άλλα Χριστούγεννα!... Ανακύκλωση ετών, αιτίων, ηλικιών, μικροαισθημάτων, πολλών μικρών ανθρώπων. Πάλι ο κόσμος τριγύρω μας επιδίδεται σε ψώνια, ή μάλλον, τα «ψώνια» αυτοεπιβεβαιώνουν έτσι την αυτάρκεια της ύπαρξής τους. Άφωτα ή παράφωτα φώτα αποκαλύπτουν ήδη επιτυχώς την εσώτατή μας άβυσσο. Το χρήμα –τι κρίμα- ρέει άφθονο σε λάθος διεξόδους, ενώ οι πλείστοι συμπολίτες λανσάρονται ως φτωχοί. Η δε αδιαφορία (έως την κακότητα και τον φθόνο) για τον Άλλο, τον Διπλανό, τον Ξένο, αυτόν που κλείνει απέξω η πόρτα μας, υπερπερισσεύει, αλίμονο… Ο χειμώνας είναι συχνότατα θερμότερος απ’ τις καρδιές μας. Χριστούγεννα, πάλι χωρίς... Χριστό. Στην πραγματικότητα ο ξένος, ο ανεπιθύμητος, ο αποδιοπομπαίος είναι ο ίδιος ο Ιησούς. Σχεδόν απεγνωσμένα πασχίζει ν’ αυτοσυστηθεί στον καθένα μας, σαν ο όντως Φίλος καί Δικός μας, ωστόσο η κυριαρχούσα σύγχυση, εξαιτίας της ιδιωτικής και κοινοτικής μας Βαβέλ, εμποδίζει κάθε περίπτωση προσέγγισης ή συνεννόησης…

Για μιαν ακόμη φορά η χριστιανική υφήλιος είναι ανάγκη να συναντηθεί αυτές τις μέρες με τον Νεογέννητο Θεό, εισοδεύοντας στο Μυστήριο «το αποκεκρυμμένον από των αιώνων και των γενεών» (Κολ 1,26). Για μιαν ακόμη φορά, στα πρώτα ήδη σκαλιά της τρίτης χιλιετίας μετά το ιστορικό και ανεπανάληπτο αυτό γεγονός της Ενανθρώπησης, προσπαθούμε (κατά τις δυνάμεις του ο καθένας) ν’ ατενίσουμε τον «επί γης» Θεό, διαπιστώνοντας ξανά, ότι ο κατ’ εξοχήν τιμώμενος της γιορτής αυτής, ο Χριστός δηλαδή, μέσα στον όλο υπερφορτωμένο διάκοσμο των ημερών, έχει εκπέσει σ’ ένα ευτραφές (πλαστικό ή γύψινο) νήπιο μέσα στην ξυλότυπη ή χαρτονένια σπηλιά του, περιστοιχούμενο από κάποια αυτοφωτιζόμενα δήθεν ζωάκια, επίσης φωσφορίζοντα αγγελούδια ή και ταλαίπωρους βοσκούς, κοσμεί (ως ασάλευτη βασιλεία του κιτς) τις πλατείες, τις κακαίσθητες βιτρίνες των μαγαζιών, τα νεοπλουτισμένα σπίτια μας, προπάντων όμως καταγράφεται άκομψα έως και βαναυσότατα στις tabula rasa παιδικές ψυχούλες.

Ένας, επίσης, «φολκλορικός» καί κατά συνέπειαν ανοίκεια οικείος (για την πνευματική μας φυτο-ζωή) Χριστός λανσάρεται από τους κάθε λογής ευσεβοφανείς υπερ-ορθόδοξους: Είτε αποκομμένος από το υπερλογικό Μυστήριο και την επανάσταση της θεανθρώπινης υπόστασης, είτε ενσωματωμένος σε κάθε εύκολη και αβασάνιστη περί των θείων θεώρηση. Έπαψε για τους επίφοβους ηθικορήτορες να «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών (…) και εις σημείον αντιλεγόμενον» (Λκ 2,34) και ξέπεσε τώρα στον διαρκώς «μειλίχιο κι ευκολόπιστο Χριστό», ο Οποίος βέβαια δίδαξε άπαξ την Αγάπη σε κάποια ειδυλλιακά παραθαλάσσια τοπία της Ιουδαίας καί πάει μετά… τετέλεσται. Για την αθεολόγητη αυτή «θεολογία», η καταγεγραμμένη στην Καινή Διαθήκη διδασκαλία του Ιησού περιορίζεται μόνον στο όντως κορυφαίο μήνυμα της Αγάπης καί της Ειρήνης, χωρίς όμως ουδείς να τολμά να θωπεύσει τα υπαρξιακά προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου, την τραγικότητα των αλλεπάλληλων πνευματικών τραυματισμών από τις πτώσεις, τη δυνατότητα της ανόρθωσης, τη χαρμονή της σωτηρίας, τη μεγαλοσύνη της ελευθερίας της βούλησης ή την εν γένει ψυχική ισορροπία του ανθρώπου στην αναστατική-σταυρική του πάντοτε σχέση με τον συνάνθρωπο και τον Τριαδικό Θεό.

Η ζωή μας (σύμφωνα μάλιστα μ’ ένα σύγχρονο τραγούδι) είναι πια
«Ένα βαρετό σερφάρισμα στο Internet
Αποχαύνωση στον καναπέ
Πράξεις υποκινούμενες μόνο από συμφέρον
Light αισθήματα και δημόσιες σχέσεις
Συχνές επισκέψεις στο super market
Σακούλες γεμάτες με αυταπάτες
Μια χύμα κατάσταση, μια ηλίθια παράσταση
Ένα reality show».

Πόσο πικρές αλήθειες σε λίγους μόνο στίχους του συρμού!... Ετούτο το παραμορφωτικό φαινόμενο της ιδιωτικής μας ευημερίας έχει –δυστυχώς- λογοκρίνει και κολοβώσει τον αυθεντικό λόγο τού Ευαγγελίου, κρατώντας έξω και μακριά από τις πύλες της ζωής μας τον αληθινό Ιησού της Εκκλησίας. Ο πολιτισμός της εικοσιτετράωρης ευμάρειας έχει, σκόπιμα, αλιεύσει από Εκείνον όλα τ’ «ανώδυνα» στοιχεία της διδασκαλίας Του, απομακρύνοντας ή παραθεωρώντας καθετί, που θα μπορούσε ίσως να θίξει στο ελάχιστο το υπερκαταναλωτικό μας όργιο. Προτείνει, προβάλλοντάς Τον μάλιστα ως υπόδειγμα δημόσιας συμπεριφοράς στην καλοστημένη εμπορικότητα των γιορταστικών ημερών, άλλοτε έναν ρομαντικό και άλλοτε έναν ευσεβιστή Χριστό. Η κοφτερή γλώσσα της Θεολογίας, που σε καμία περίπτωση δεν επιδέχεται περιστασιακές εκπτώσεις ιδεών καί συμβιβασμούς με τον προσωπικό μας ωχαδελφισμό, φονταμενταλισμό ή τον κάθε λογής -ισμό μας, θεωρείται στις μέρες μας ως μεσαιωνικού τύπου (τουλάχιστον) διάλεκτος, πολύ αλλόκοτη και μάλλον ακατάληπτη για τον προωθημένο δικό μας «πολιτισμό»… Πόσοι άραγε από το (κατ’ ευφημισμόν λεγόμενο) «χριστεπώνυμο πλήρωμα» έχουν υπόψη τους, ότι, μαζί με το κήρυγμα της Αγάπης και της κάθε αρετής, ο Ιησούς εισηγήθηκε, ως πράξεις-καταθέσεις Αιωνιότητας, κάποιες ριζοσπαστικές θέσεις, οι οποίες πάντως φωτίζουν και νοηματοδοτούν την εν γένει διδασκαλία Του;

Ιδού, ορισμένα τέτοια δείγματα, που «σπάνε κόκαλα»:

«Εάν κανείς έρχεται σε με και δεν μισεί τον πατέρα του και την μητέρα του και γυναίκα και παιδιά και αδελφούς και αδελφές, ακόμη και τη ζωή του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου» (Λκ 14,26).

«Νομίζετε ότι ήλθα για να δώσω ειρήνη στη γη; Όχι, σας λέγω, αλλά χωρισμό. Διότι, από τώρα καί στο εξής, θα υπάρχουν σ’ ένα σπίτι πέντε άνθρωποι χωρισμένοι σε μερίδες, τρεις εναντίον δύο και δύο εναντίον τριών» (Λκ 12,51-52).

«Δεν ήλθα να βάλω ειρήνη, αλλά μαχαίρι. Ήλθα να χωρίσω άνθρωπο από τον πατέρα του και θυγατέρα από τη μητέρα της και νύφη από την πεθερά της. Και εχθροί του ανθρώπου θα γίνουν οι δικοί του» (Μτ 10,34).

«Εκείνος που θέλει να γίνει μεγάλος μεταξύ σας, θα είναι υπηρέτης σας, και εκείνος που θέλει να είναι μεταξύ σας πρώτος, θα είναι δούλος όλων» (Μκ 10,43-44).

«Κάνετε για τον εαυτό σας βαλάντια που δεν παλιώνουν, θησαυρό ανεξάντλητο στους ουρανούς, όπου κλέφτης δεν πλησιάζει, ούτε σκόρος καταστρέφει, διότι όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας» (Λκ 12,33-34).

«Προσέχετε τους Γραμματείς, στους οποίους αρέσει να κυκλοφορούν στολισμένοι και αγαπούν τους χαιρετισμούς στις αγορές, τις πρωτοκαθεδρίες στις συναγωγές και τις πρώτες θέσεις στα δείπνα, οι οποίοι κατατρώγουν τα σπίτια των χηρών και για πρόφαση κάνουν μακρές προσευχές» (Λκ 20,46-47).

«Κάθε δέντρο, που δεν κάνει καλό καρπό, το κόβουν σύρριζα και το ρίχνουν στη φωτιά» (Μτ 7,19-2).

«Υποκριτή, βγάλε πρώτα από το δικό σου μάτι το δοκάρι και τότε θα δεις καθαρά, για να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου» (Μτ 7,5).

«Αλήθεια σας λέγω, ότι οι τελώνες και οι πόρνες πηγαίνουν πριν από σας στη βασιλεία του Θεού» (Μτ 21,31).

Αυτό το σύντομο, μα ενδεικτικότατο, αγιογραφικό απάνθισμα έρχεται ν’ ανα(σ)τρέψει και να καταλύσει τη σύγχρονη παράνοια, τον κοινωνικό μας εφησυχασμό και, κυρίως, την ψυχική μας μαλθακότητα. Ο αυθεντικός Λόγος τού Ιησού, ως αλογόκριτος εκκλησιαστικός λόγος ευθύτητας και υγείας, αποτελεί το νυστέρι, που ιαματικά θα επέμβει στην διαρκούσα ολοένα ασθένεια της ζωής μας. Κατά συνέπειαν, πλάι στον εορταστικά ντυμένο Χριστούλη των πολυκαταστημάτων, υπάρχει πάντα, επίτηδες παραθεωρημένος απ’ τον κόσμο, ο ριζοσπάστης Ιησούς της σώζουσας Εκκλησίας. Και όταν μιλάμε για Εκκλησία, εννοούμε την έκφραση της Αλήθειας των ορατών και των αοράτων, του Χθες, του Σήμερα και του μέλλοντος αιώνος στο θεανθρώπινο Σώμα της Θείας Ευχαριστίας, απ’ όπου η όλη ανθρωπότητα μεταλαμβάνει Ζωής, τώρα και πάντα, νικώντας και πατάσσοντας τον κάθε λογής θάνατο.

Αν λάβουμε σοβαρά υπόψη μας τις προϋποθέσεις που τέθηκαν με τις παραπάνω απλοϊκές μας σκέψεις, δικαιούμαστε να γιορτάζουμε λοιπόν ως Εκκλησία τη Γέννα του Χριστού, του αληθινού Υιού του Θεού, ο Οποίος ενανθρώπησε, για να οδηγήσει σε κίνδυνο και τελικά να καταργήσει το κράτος του σκότους και της φθοράς.-

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Το εκ Φαναρίου Μήνυμα για τα Χριστούγεννα


Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ KΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ


Αδελφοί συλλειτουργοί και τέκνα εν Κυρίω ευλογημένα,

«Ο ουρανός και η γη σήμερον ηνώθησαν, τεχθέντος του Χριστού. Σήμερον Θεός επί γης παραγέγονε, και άνθρωπος εις ουρανούς αναβέβηκε»!
(Ιδιόμελον Λιτής Χριστουγέννων).

Η απόστασις και πόλωσις ανάμεσα εις τον Θεόν και τον άνθρωπον, την οποίαν είχεν επιφέρει η αμαρτία του ανθρώπου, κατηργήθη με την πρόσληψιν ακεραίας της ανθρωπίνης φύσεως από τον Μονογενή Υιόν και Προαιώνιον Λόγον του Θεού. Η κατά την «ευδοκίαν» του Θεού, κατά το πρώτον δηλαδή και ολόθυμον θέλημά Του, Σάρκωσις του Υιού Του, καταργεί κάθε απόστασιν, ενώνει τον ουρανόν με την γην και συνάπτει το δημιούργημα με τον Δημιουργόν!

«Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις», έψαλεν η Εκκλησία κατά την εορτήν των Εισοδίων της Θεοτόκου, η οποία, δια της αφιερώσεως της μακαρίας Μαρίας εις τον Ναόν και της εκεί προετοιμασίας της δια να γίνη χωρίον του Αχωρήτου Θεού, ήνοιγε τον δρόμον της Ενσάρκου Οικονομίας του Θεού και προεκήρυττε την σωτηρίαν μας.

«Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις˙ ο Υιός του Θεού Υιός της Παρθένου γίνεται», έψαλε πάλιν η Εκκλησία κατά την εορτήν του Ευαγγελισμού, τότε που συνετελέσθη εκ Πνεύματος Αγίου η άσπορος σύλληψις του Ασυλλήπτου εις την αγίαν κοιλίαν της Θεοτόκου και ήρχισε να «συνυφαίνεται», η θεία με την ανθρωπίνην φύσιν, και ο Θεός άνθρωπος γέγονεν, «ίνα ημείς θεοποιηθώμεν», κατά την έκφρασιν του Μ. Αθανασίου. Η «ευδοκία», λοιπόν, η οποία εχαιρετίσθη κατά τα Εισόδια, και η σωτηρία, η οποία «εκεφαλαιώθη» και εφανερώθη κατά τον Ευαγγελισμόν, σήμερον, κατά την μεγάλην και αγίαν ημέραν των Χριστουγέννων, καθίσταται απτή πραγματικότης! Σήμερον «ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν»,[1] και οι Άγγελοι επανηγύρισαν το γεγονός ψάλλοντες: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία»![2]

Με την Σάρκωσιν, την Ενανθρώπησιν του Λόγου, ήδη η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους έχει δυνάμει συντελεσθή. Διότι, εκείνοι οι οποίοι, αφού πιστεύσουν εις τον Ιησούν, ζήσουν ζωήν σύμφωνον με την πίστιν αυτήν, σύμφωνον με τας εντολάς και την όλην διδασκαλίαν του Ιησού, υψώνονται με την τοιαύτην θεάρεστον βιοτήν και καθίστανται φίλοι και κοινωνοί του Θεού! Γίνονται «θείας κοινωνοί φύσεως»,[3] θεοί κατά χάριν! Τούτο συντελείται αποκλειστικώς μέσα εις την Εκκλησίαν, όπου ο άνθρωπος αναγεννάται εν Χριστώ και υιοθετείται υπό του Πατρός δια του αγίου Βαπτίσματος, και, εν συνεχεία, δια των αγίων Μυστηρίων και της καλλιεργείας της αρετής, πληρούται θείας χάριτος και Πνεύματος Αγίου και αυξάνει «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού»,[4] μέχρις ότου φθάσει να λέγη μετά του Αποστόλου Παύλου: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός».[5] Τους ούτω τελειουμένους ο Χριστός δεν τους θεωρεί απλώς φίλους Του η αδελφούς Του, αλλά τους αναγνωρίζει ως μέλη του Σώματός Του. Δια τούτο και έλεγεν από του ύψους του Σταυρού προς την Παναγίαν Μητέρα Του περί του Ευαγγελιστού Ιωάννου: «Γύναι, ίδε ο υιός σου» και εις τον Ιωάννην «ιδού η Μήτηρ σου».[6] Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, ανοίγουν διάπλατα την θύραν της κατά χάριν χριστοποιήσεως και θεοποιήσεως του ανθρώπου, και ένεκα τούτου ακριβώς «άγει εορτήν, εν χαρά πάσα η κτίσις, και οι ουρανοί συν ημίν αγαλλιώνται» κατά την εύσημον και σωτήριον αυτήν ημέραν![7]

Με αυτά τα χαρμόσυνα και ελπιδοφόρα δεδομένα εις χείρας, απευθύνομεν, από της εν Φαναρίω καθηγιασμένης καθέδρας του πανσέπτου Οικουμενικού Πατριαρχείου, θερμά εόρτια συγχαρητήρια και εγκαρδίους Πατριαρχικάς ευχάς επί τη «μητροπόλει των εορτών» προς άπαντα τα ανά τον κόσμον προσφιλή και επιπόθητα τέκνα της αγιωτάτης Μητρός Εκκλησίας, κληρικούς παντός βαθμού, μονάζοντας και λαϊκούς, άρχοντας και αρχομένους, μικρούς και μεγάλους, μάλιστα δε προς τους εμπεριστάτους, τους εν θλίψει, ανάγκη και δοκιμασία ευρισκομένους. Είθε, ο εν σπηλαίω γεννηθείς και εν φάτνη ανακλιθείς προαιώνιος Υιός του Θεού και χάριν ημών Υιός του Ανθρώπου, να καταστήση πάντας ημάς αξίους της κενωτικής αγάπης και της αγίας και προσκυνητής ενσάρκου οικονομίας Του!

Φανάριον, Χριστούγεννα , βθ΄
+ Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος
Διάπυρος προς Θεόν ευχέτης πάντων υμών


[1] Ιωάν. 1: 14.
[2] Λουκ. 2: 14.
[3] Β Πέτρ. 1: 4.
[4] Εφεσ. 4: 13.
[5] Γαλ. 2: 20.
[6] Ιωάν. 19: 26-27.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

Γιορτινό σαρακοστιανό τραπέζι

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης
Αγίου μέρα σήμερα, μεγάλη η Χάρη του, ας είναι βοήθεια μας. Το στρωμένο τραπέζι λαμπυρίζει στα γιορτινά του, δίπλα στον χριστουγεννιάτικο διάκοσμο. Περίοδος σαρακοστής και το παραδοσιακό φαγητό ανήμερα του Αγίου Διονυσίου ψάρι σκορδαλιά και χταποδάκι για ορεκτικό, ακόμα και αν την προηγούμενη μέρα το «πρόχειρο» φαγητό περιελάμβανε κρέας. Άλλοτε ήταν απαράβατος θρησκευτικός διατροφικός κανόνας: από του Αγίου Φιλίππου στις 14 του Νοέμβρη άρχιζε η αποχή από τα κρέατα και τα γαλακτοκομικά, που κράταγε μέχρι τα Χριστούγεννα.

Η φροντίδα για το γιορτινό φαγητό άρχισε μέρες νωρίτερα, ο καιρός αυτή την περίοδο είναι ακατάλληλος για ψάρεμα και είναι αδύνατο να εξυπηρετηθεί κανείς την τελευταία στιγμή. Ξέραμε ότι θα έχουμε φιλοξενούμενο και σπεύσαμε να παραγγείλουμε καλό ψάρι αμέσως μετά την πρόσφατη κακοκαιρία. Τότε η ψαριά έχει επιτυχία, η θολούρα κάνει τα δίχτυα αόρατα και τα ψάρια χτυπούν πάνω στον αναπάντεχο φράχτη της περιπλάνησής τους κι εγκλωβίζονται. Διαλέξαμε μια μεγάλη συναγρίδα και τη ρίξαμε αμέσως στον καταψύκτη για να διατηρηθεί φρέσκια μέχρι να έρθει η μέρα που θα διεγείρει τις αισθήσεις μας με τη μοσχοβολιά της.

Και τι θύμησες ξύπνησαν μέσα μου όταν την ξάπλωσα πάνω στην παγκάδα να την ξελεπίσω. Έμοιαζε μ' εκείνη που καμάκωσε ο καπετάν Τάσης στο Λούμπο, το πρώτο βράδυ που ψαρέψαμε με πυροφάνι. Μια καλοκαιρινή νύχτα που η θάλασσα ασκούσε το γκριζωπό της πέπλο στην ακινησία, προσαρμόσαμε τη λάμπα πετρελαίου με το μεγάλο καπέλο σε ειδική βάση στην πλώρη του μικρού μας μπατέλου και κατευθυνθήκαμε κωπηλατώντας στο μικρό νησάκι του Αγίου-Σώστη που «χάθηκε» σήμερα ανάμεσα στις μαρόκες του μικρού λιμανιού. Η νύχτα είχε απλώσει το απόλυτο σκοτάδι. Κανένα φως από στεριά ή θάλασσα δεν παραβίαζε το άδυτό της. Μόνο η δική μας λάμπα καμάρωνε το μέγεθος των ακτίνων της και αποκάλυπτε την ομορφιά του βυθού που ξαφνιαζόταν από το φωτοβόλο επισκέπτη.

-Σία τα κουπιά, ακούστηκε η επιβλητική φωνή του καπετάν-Τάση και με μια βίαιη κι εύστοχη κίνηση εκτόξευσε με δύναμη τη καμάκι πάνω στη μεγάλη συναγρίδα. Στα κουπιά ο Νικόλας, φίλος και γείτονας ζητωκραύγαζε κι εγώ πιτσιρικάς, έκθαμβος χοροπηδούσα για το κατόρθωμα του πατέρα. Θέλει μαστοριά το ψάρεμα με πυροφάνι, η διάθλαση του νερού μετακινεί το στόχο και είναι δύσκολο να τον πετύχεις.

Πιάναμε και χταπόδια με το πυροφάνι, πολλά χταπόδια και τα διατηρούσαμε σε μεγάλα βάζα με ξίδι για τις μέρες του χειμώνα. Στα διαλείμματα του σχολείου έτρεχα στο σπίτι μου, που βρισκόταν κολλητά με το δημοτικό του χωριού, έπαιρνα μια διπλόφετα ζυμωτό σταρένιο ψωμί από το φούρνο της μάνας, τη λάδωνα στο διπλανό λητρουβείο και άπλωνα πάνω της έναν αποκλαμό από χταπόδι. Τι γεύσεις Θεέ μου, τι ποικιλία, τι ομορφιά είχε ο κόλπος του Λαγανά τα χρόνια της αθωότητας, τότε που τα μοναδικά λύματα ήταν τα λίγα ληόζουμα από τα πρωτόγονα λητρουβεία της περιοχής.

Αργότερα αποκτήσαμε μηχανή και δίχτυα, το ψάρεμα έγινε επαγγελματικό και οι συναγρίδες εξασφάλιζαν σημαντικό για την εποχή εισόδημα. Πριν ακόμα χαράξει αρχίζαμε το μάζεμα των διχτυών. Είχαμε μοιράσει τις δουλειές, εκείνος στην πρύμνη τραβούσε τα δίχτυα κι εγώ με τα κουπιά έδινα την κατάλληλη οπίσθια πορεία στη βάρκα, ώστε να δίχτυα να είναι ορατά και η ανέλκυσή τους πιο εύκολη. Καταλάβαινα από τις κινήσεις του γεροδεμένου πατέρα με τα μεγάλα μπράτσα και τους διογκωμένους μυς, το βάθος της θάλασσας και το περιεχόμενο της ψαριάς. Η βάρκα βυθιζόταν όλο και πιο βαθιά σε κάθε τράβηγμα, όταν ο βυθός φαινόταν μακριά και τα ρεύματα έκαναν τα δίχτυα ασήκωτα από τις αντίθετες δυνάμεις που ασκούσαν πάνω τους. Καταλάβαινα ακόμα και το είδος των ψαριών που φαίνονταν καθώς ανέβαιναν τυλιγμένα στα κίτρινα δίχτυα. Στις γρήγορες αποφασιστικές κινήσεις του καπετάνιου αντιστοιχούσαν τα μεγάλα και λαμπερά ψάρια που σ΄ έκαναν να τα θαυμάζεις ακόμα και μες στη φυλακή τους. Άλλοτε πάλι οι κινήσεις ήταν νωχελικές μες στο αγκομαχητό της αποτυχημένης ψαριάς. Μα οι συναγρίδες, αυτές έλκυαν περισσότερο την προσοχή και το ενδιαφέρον! Θα είναι «αρτιμελείς» ή κούφιες και γεμάτες ψείρες;

-Εξασφαλίσαμε τον κύριο Σταύρο και … λίγο αργότερα και τον κύριο Γιάννη και την κυρία Κύρου….

-Ώχ ούτε για τη γάτα μας δεν κάνει, είναι γεμάτη ψείρες ή …έχει μείνει λίγο κρέας στην ουρά!

Έτσι ονομάτιζε ο πατέρας τις συναγρίδες ανάλογα με την αρτιότητά τους. Λαμπερές κι εύγευστες όσο κανένα άλλο ψάρι, γινόντουσαν λεία αποκρουστικών ψειρών που τρύπωναν στις φυλακισμένες συναγρίδες από τα αστραφτερά τους μάτια. Αν ήταν πολλές καταβρόχθιζαν όλο το ψάρι εκτός από τα κόκαλα και την επιδερμίδα με τα λέπια. Έμοιαζαν με σαρανταποδαρούσες ήταν γλοιώδεις και δημιουργούσαν έντονο κνησμό σ΄ όποιον τολμούσε να τις εγγίξει. Υπήρχαν και άλλες που έμοιαζαν σαν τις μεγάλες γουρουνούλες που παρουσιάζονται στον τόπο μας τις υγρές μέρες του χειμώνα.

Κρυφοχαιρόμουνα και μάλλον δεν μπορούσα να μην αποκαλύψω το μικρό μειδίαμα όταν καταλάβαινα ότι κάποιες συναγρίδες είχαν χάσει μόνο τα μάτια και τα εντόσθιά τους. Ήταν ακατάλληλες για τους κυρίους και τις κυρίες αλλά θα πρόσφεραν θεϊκή γεύση στο φτωχικό μας τραπέζι. Έτσι χάναμε όμως απαραίτητα χρήματα για την οικογενειακή διαβίωση, τις σπουδές, τα όνειρα… και τότε άρχιζαν οι τύψεις για τη χαρά ή ακόμα και για τη ζήλεια που ένιωθα προς εκείνους τους κυρίους και τις κυρίες. Ίσως και να προτιμούσα να ήμουνα κι εγώ μια ψείρα να γεύομαι ανενόχλητος απ΄ εκείνα που φτιάχνει στα κέφια του ο πλαστουργός…

Δεν πήγα στην εκκλησία όπως συνήθισα άλλοτε να κάνω ανήμερα τ' Αγίου. Μ' ενοχλεί όλη αυτή η πολυπληθής σύναξη των αρχιερέων και το περίφημο συλλείτουργο που στο μεγαλύτερο μέρος ευλογούν τα γένια τους και λανσάρουν τις στολές τους. Αμέσως μετά το σήμασμα της απόλυσης άρχισε η παρασκευή του φαγητού. Καθαρίσαμε τα σκόρδα, πλύναμε τις πατάτες και βγάλαμε το λευκό μουρτάρι από το βάθος του ντουλαπιού. Η συναγρίδα άρχισε να βράζει στην κατσαρόλα μαζί με το σέλινο τα κρεμμύδια, τα καρότα…

-Ντουκ-ντουκ, ντικ-ντουκ, ακούγεται το χτύπημα της σκορδαλιάς μέσα στο πέτρινο μουρτάρι (γουδί) σε πρίμο σιγόντο με της γειτόνισσας στο απέναντι σπίτι. Γνώριμος, ρυθμικός ήχος πιο γρήγορος και οξύς στην αρχή από τη σύνθλιψη και το λιώσιμο του σκόρδου, πιο αραιός και βαρύς στη συνέχεια όταν θα πέσουν οι βρασμένες πατάτες. Κι όταν οι πατάτες παίρνουν εκείνη την μορφή του λάστιχου καθώς το μουρταρόχερο σηκώνεται όλο και πιο ψηλά για να πέσει με ορμή στη μικρή κοιλότητα τότε ρίχνουμε λάδι και λεμόνι και ζουμί από το βρασμένο ψάρι…

Οι σιελογόνοι αδένες εκκρίνουν περίσσεια ποσότητα σιέλου από τη διέγερση της ουράνιας οσμής που περιλούζει σαν εκλεπτυσμένο άρωμα το σύνολο των δωματίων του σπιτιού μας. Την ώρα του φαγητού όμως επανέρχονται οι παιδικές μου τύψεις. Γιατί να μην μπορούν και οι άλλοι να στρώσουν γιορτινό τραπέζι με σκορδαλιά και συναγρίδες; Μήπως δεν πρέπει να σπαταλώ τα λεφτά μου σε ακριβά γιορτινά γεύματα και να βοηθήσω τους φτωχούς; Και η χαρά της φιλοξενίας; Πώς να χαίρεται κανείς τη γιορτή όταν γύρω του αυξάνεται η δυστυχία και η φτώχια; Πόσο καιρό θα μπορούμε ακόμα να ψαρεύουμε συναγρίδες από τις μολυσμένες θάλασσές μας; Τι θα έλεγε άραγε ο γιορτινός μας Άγιος για το περιεχόμενο και τη μορφή του γιορτασμού του;

17-12-2009
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email