© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Χριστός ανέστης, Μαρξ

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Χριστός ανέστη, χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, χρόνια πολλά! μεταξύ συναδέλφων αμέσως μετά τις διακοπές, και μετά η ηλεκτρονική αλληλογραφία στα εισερχόμενα :
«Χρόνια πολλά, μετά την εβδομάδα Εβραϊκής μυθολογίας» προσυπόγραψε τεχνοκράτης «επαναστάτης- άθεος» και προώθησε το μήνυμα σε πολλούς αποδέκτες.
Ο «μύθος» σκηνοθετήθηκε και η παράσταση παίχτηκε και αυτό το Πάσχα από ερασιτεχνικούς και επαγγελματικούς θιάσους στα πάμπολλα εκκλησιαστικά χριστιανικά «θέατρα». Το μοτίβο το ίδιο, επαναλαμβανόμενο κάθε χρόνο με τους ίδιους ή διαφορετικούς ερμηνευτές σε ένα εθιμικό τελετουργικό που προεκτείνεται στην κουζίνα του σπιτιού, στην ένδυση αλλά και στους δρόμους και στις πλατείες της πόλης και του χωριού. Η Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών με το πένθος και την κορύφωση της Σταύρωσης και στο τέλος το ελπιδοφόρο «Χριστός ανέστη».
-Χριστός ανέστης Μαρξ, χαιρέτισε χαμογελαστή χωρική με τη γεροντική καμπουρίτσα και τις καλλίγραμμες ρυτίδες στο φουαγιέ του νεόδμητου θεάτρου. Χρόνια τώρα μάθαινε να μεγεθύνει τον κόσμο της και το χρόνο της μέσα από την αφήγηση των μύθων και την απομυθοποίηση της πραγματικότητας.
-Επίσης-επίσης! απάντησε απαξιωτικά ο ηλικιωμένος «μαρξιστής» με τα μακριά μαλλιά και τ΄ άσπρα γένια που κατέφθασε με Land Rover για να δει το Μαρξ στο … Σόχο.
-Χριστός ανέστη και όχι ανέστης (δίχως το τελικό σίγμα) είναι το σωστό, παρατήρησε αυστηρός φιλόλογος απευθυνόμενος στη φιλική συντροφιά του. Είναι (το ανέστη) γ΄ ενικό πρόσωπο αορίστου β΄ του ρήματος ανίσταμαι και η σύνταξη έτσι απαιτεί, ο Χριστός είναι υποκείμενο….

Υπόσταση, περίσταση, κατάσταση, παράσταση, διάσταση, επανάσταση, μετάσταση, ανάσταση. Πόσος δρόμος δύσβατος, ανηφορικός, μαρτυρικός σε αγκαθωτό πέτρωμα που ματώνει τα λεπτά πέλματα και λυγίζει τη σκέψη και τη βούληση… Και τι χαρά, όταν ο χορευτής κρατηθεί δυνατός στις μύτες των πουέντ και αποφύγει την ακούσια πτώση.
Δεύτε λάβετε το Φως της Ανάστασης! Αισιοδοξία από το λαμπερό φως στη γκρίζα εποχή της κρίσης. Την είχε προβλέψει άλλωστε κι ο Καρλ Μαρξ, την κρίση. Ο καπιταλισμός οδηγεί σε κατάρρευση οικονομική τους ανίσχυρους, ηθική τους ισχυρούς.
Συνομιλία με το Αρχέγονο Φως από τη Μεγάλη Έκρηξη που διαχέεται, δημιουργεί και καταλαμβάνει χρόνο και χώρο. «Πανταχού παρόν και τα πάντα πληρούν», ορατό με τα ματωμένα καρφιά του προσωπικού πάθους κατά την πορεία της ζωής στο πλάτωμα της αγάπης.
Ορατό στους προσωπικούς μύθους του καθενός, στα παραμύθια της γιαγιάς, στο στεφανωμένο βάθρο του κάθε αγώνα για την επικράτηση του καλού. Φωτίζει τον ακούραστο γονιό, τον φιλόπονο μαθητή, το γλυκόλογο δάσκαλο, τον ξάγρυπνο φρουρό της πόλης, τον ανιδιοτελή και οξυδερκή πολιτικό, τον υπεύθυνο επιστήμονα, τον προλετάριο που παλεύει κι επαναστατεί εναντίον όλων εκείνων που του κλέβουν τη ζωή για να ζήσουν πιο πλούσιοι στο πορτοφόλι μα και τόσο άδειοι στην ψυχή. Καθέναν που δεν απέφυγε την πτώση κι επιχειρεί ξανά και πάλι την ανάβαση, την κάθαρση, την πολυπόθητη ανάσταση.
Η αναπαράσταση των Παθών και της Ανάστασης είναι αφορμές υπενθύμισης του τρόπου ύπαρξης και ζωής. Χωρίς σταύρωση δεν υπάρχει ανάσταση, και αυτές δεν γίνονται εφάπαξ. Σταύρωση και ανάσταση επαναλαμβάνονται στα δράματα, στα λάθη, στους αγώνες και στις νίκες της ζωής.
Χριστός ανέστη στο μύθο; Ας είναι, είναι χαρούμενο μήνυμα. Ο Μαρξ «αναστημένος» το επανέλαβε στο Σόχο. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, γιατί έτσι καταλαγιάζει ο πόνος του, αναλαμβάνει και αντλεί δυνάμεις για ν΄ αντισταθεί στο κατεστημένο της ανισότητας, να βελτιώσει τους όρους της διαβίωσής του, προετοιμάζει τη δική του ανάσταση.
Οι μεγάλοι πολιτισμοί στηρίχτηκαν στους μύθους και ο δικός μας πολιτισμός κινδυνεύει στους δαιδαλώδεις σκοτεινούς αριθμητικούς υπολογισμούς των τεχνοκρατών, των δολοφόνων των μύθων.
Ασύλληπτη ερμηνεία από το μυθικό ήρωα του θεάτρου Άγγελο Αντωνόπουλο. Νόμιζες ότι είχες μπροστά σου τον ίδιο το Μαρξ κι ετοιμαζόσουν να βγεις στο δρόμο να καταργήσεις σύνορα κρατών και κοινωνικές τάξεις, ν΄ ανέβεις στη χώρα του ιδεατού, να νιώσεις την προσωπική και κοινωνική ανάσταση. Έμοιαζε με το λευκοντυμένο ιερέα στο μικρό ξωκλήσι που ανασταίνει το Χριστό με την αηδονοφωνούσα εκστατική δοξολογία που συνεπαίρνει τους πιστούς στη θεία κοινωνία της συγχώρεσης και της αγάπης.
-Αχ, γιατί έφυγε τόσο γρήγορα ο Μαρξ; Ακούστηκε από το διπλανό κάθισμα, ανάμεσα στα παρατεταμένα χειροκροτήματα .
-Μα τέλειωσε η ψυχαγωγία και η διδασκαλία. Ο χριστιανός και ο μαρξιστής βαπτίζεται στον Ιορδάνη της δράσης.
Αληθώς ανέστης Μαρξ, παραμονές Πρωτομαγιάς!

Σαρακηνάδο 30-4-2009

ΥΓ. Στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αρκαδίων στις 29-4-2009 ο Άγγελος Αντωνόπουλος ερμήνευσε με ιδιαίτερη επιτυχία τον ομώνυμο ρόλο στο έργο του Howard Zinn «O Μαρξ στο Σόχο», η σκηνοθεσία είναι της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου.

Κυριακή, 19 Απριλίου 2009

Πατριάρχης Βαρθολομαίος: "Ευτυχώς, που απέθανεν ο Θεός, και ο θάνατός Του έγινε ζωή και ανάστασις ιδική μας!"


+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ


Αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω προσφιλή και επιπόθητα,

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Σκυθρωπή είχεν ακούσει κάποιαν ημέραν του ΙΘ΄ αιώνος η ανθρωπότης από το στόμα του τραγικού φιλοσόφου ότι: «ο Θεός είναι νεκρός! Τον σκοτώσαμε... Εμείς όλοι είμαστε οι φονιάδες του... ο Θεός θα μείνη νεκρός! Τι άλλο είναι οι εκκλησίες παρά οι τάφοι και τα μνήματα του Θεού;»[1]

Και επίσης, ολίγας δεκαετίας αργότερον, από το στόμα ενός νεωτέρου ομολόγου του, ότι: «Ο Θεός απέθανε! Σας αναγγέλλω, κύριοι, τον θάνατον του Θεού!»[2]

Αι διακηρύξεις αυταί των αθέων φιλοσόφων ετάραξαν τας συνειδήσεις των ανθρώπων. Σύγχυσις πολλή επηκολούθησεν εις τον χώρον του πνεύματος και της λογοτεχνίας, της τέχνης και της ιδίας κάποτε της Θεολογίας, όπου, εις την Δύσιν κυρίως, ήρχισε να γίνεται λόγος ακόμη και περί «Θεολογίας του θανάτου του Θεού».

Η Εκκλησία βεβαίως δεν είχε ποτέ και δεν έχει καμμίαν αμφιβολίαν ότι ο Θεός απέθανε. Τούτο έγινε το 33 μ.Χ. επάνω εις τον λόφον Γολγοθά της Ιερουσαλήμ, επί Ποντίου Πιλάτου του Ρωμαίου Ηγεμόνος της Ιουδαίας. Αφού έπαθεν ανήκουστα Πάθη, εσταυρώθη ωσάν κακούργος και, περί ώραν ενάτην της Παρασκευής, είπε «Τετέλεσται!» και παρέδωκε το πνεύμα! Αυτό είναι μία αναντίρρητος ιστορική πραγματικότης.

Ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, ο αληθινός Θεός, απέθανεν «υπέρ πάντων» των ανθρώπων[3]! Αφού ανέλαβεν όλα τα ιδικά μας: σώμα, ψυχήν, θέλησιν, ενέργειαν, κόπον, αγωνίαν, πόνον, λύπην, παράπονον, χαράν, τα πάντα, παρεκτός αμαρτίας, ανέλαβε, τέλος, και το μεγαλύτερον ζήτημά μας, τον θάνατον, και μάλιστα εις την πιο βασανιστικήν και ταπεινωτικήν εκδοχήν του, δηλ. τον Σταυρόν. Μέχρις εδώ συμφωνούμεν με τους φιλοσόφους.

Θα δεχθούμε ακόμη και το ότι αι εκκλησίαι, οι ναοί, είναι «οι τάφοι», «τα μνήματα» του Θεού! Όμως!... Εμείς γνωρίζομε, ζούμε και προσκυνούμε τον θανόντα Θεόν, ως «νεκρόν ζωαρχικότατον»! Ολίγον μετά την φοβεράν Παρασκευήν, εις την πρωϊνήν αμφιλύκην της «Μιας των Σαββάτων», της Κυριακής, συνέβη αυτό, δια το οποίον έγινεν όλη η δια σαρκός και πάθους και Σταυρού και καθόδου εις τον άδην οικονομία του Θεού:

Η Ανάστασις!... Και αυτό, η Ανάστασις, είναι μία εξ ίσου αναντίρρητος ιστορική πραγματικότης!.. Και η πραγματικότης αυτή έχει αμέσους και σωτηρίους επιπτώσεις εις όλους μας. Ανέστη ο Υιός του Θεού, ο Οποίος είναι συνάμα και Υιός του Ανθρώπου! Ανέστη ο Θεός με όλον το πρόσλημμα της ανθρωπότητος: το Σώμα που έλαβεν από τα άχραντα αίματα της Υπεραγίας Θεοτόκου και την αγίαν Ψυχήν Του. Ανέστη εκ νεκρών, «παγγενή τον Αδάμ αναστήσας ως φιλάνθρωπος»!...

Ο Τάφος του Ιησού, το «καινόν μνημείον» του Ιωσήφ, είναι πλέον δια παντός κενός! Αντί δια μνημείον νεκρικόν, είναι μνημείον νίκης κατά του θανάτου, είναι πηγή ζωής! Ο νοητός Ήλιος της Δικαιοσύνης ανέτειλεν «εκ του τάφου ωραίος», χαρίζοντας φως ανέσπερον, ειρήνην, χαράν, αγαλλίασιν, ζωήν αιώνιον! Ναι, οι ναοί είναι οι «τάφοι» του Θεού! Αλλά Τάφοι κενοί, ολοφώτεινοι, γεμάτοι από «οσμήν ζωής»[4], από εαρινόν μύρον πασχάλιον, ωραίοι, ερατεινοί, καταστόλιστοι με μυρσίνες δοξαστικές και με άνθη χειροπιαστής ελπίδος, τάφοι ζωοδόχοι και ζωοπάροχοι!

Ο θάνατος του Θεού ανέστρεψε τας δυνάμεις του άδου, ο θάνατος ευτελίστηκε πλέον εις απλούν επεισόδιον που εισάγει τον άνθρωπον από τον βίον εις την Ζωήν. Αι εκκλησίαι, οι «τάφοι» του Θεού, είναι αι διάπλατοι θύραι της αγάπης του Θεού, οι ορθάνοιχτες είσοδοι του Νυμφώνος του Υιού Του, που «ως Νυμφίος προήλθεν εκ του Μνήματος» και οι πιστοί εισερχόμενοι, «θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου, απαρχήν· και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον Ευλογητόν των πατέρων, Θεόν και υπερένδοξον»[5]!


Ευτυχώς, λοιπόν, που απέθανεν ο Θεός, και ο θάνατός Του έγινε ζωή και ανάστασις ιδική μας! Ευτυχώς που υπάρχουν τόσα «μνήματά» Του εις τον κόσμον, τόσοι άγιοι ναοί, όπου ημπορεί να εισέλθη ελεύθερα ο πονεμένος, ο κουρασμένος και απαρηγόρητος άνθρωπος, να αποθέση το φορτίον του πόνου του, της αγωνίας του, του φόβου και της ανασφαλείας του, να «ξεφορτωθή» τον θάνατόν του!

Ευτυχώς που υπάρχουν αι εκκλησίαι του Εσταυρωμένου, Αποθανόντος, Αναστάντος και αιωνίως Ζώντος Χριστού, όπου ο απελπισμένος άνθρωπος των ημερών μας, ο καταπροδωμένος από όλα τα είδωλα, όλους τους «χαμοθεούς» που έκλεψαν την καρδιά του, την οικονομίαν δηλαδή, την ιδεολογίαν, την φιλοσοφίαν, την μεταφυσικήν και όλας τας υπολοίπους «κενάς απάτας»[6] του παρόντος αιώνος «του απατεώνος»[7], ευρίσκει καταφύγιον και παραμυθίαν και σωτηρίαν.

Από το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, την Μητέρα Εκκλησίαν που βιώνει εις το πλήρωμά τους το Πάθος, τον Πόνον, τον Σταυρόν και τον Θάνατον, αλλά εξ ίσου και την Ανάστασιν του Θεανθρώπου, απευθύνομεν προς όλα τα τέκνα της Εκκλησίας εγκάρδιον πασχάλιον χαιρετισμόν και ευλογίαν, μαζί με ασπασμόν αγάπης Ιησού Χριστού του εκ νεκρών Αναστάντος και αιωνίως Ζώντος και ζωοποιούντος τον άνθρωπον.

Εις Αυτόν η δόξα, το κράτος, η τιμή και η προσκύνησις, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας. Αμήν!

Άγιον Πάσχα 2009

+ Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος
διάπυρος προς Χριστόν Αναστάντα ευχέτης πάντων υμών



[1] Φρειδερίκος Νίτσε.
[2] Ζαν Πωλ Σάρτρ.
[3] Β΄ Κορ. 5: 14.
[4] Β΄ Κορ. 2: 16.
[5] Τροπάριον ζ΄ ωδής Κανόνος του Πάσχα.
[6] Πρβλ. Κολ. 2: 8.
[7] Ακάθιστος Ύμνος.
Στη φωτό: Ο Πατριάρχης κατά την Τελετή της Ανάστασης, Πάσχα 2009 στο Φανάρι (φωτό Νίκου Μαγγίνα, από το Φως Φαναρίου).

Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

Παύλου Φουρνογεράκη, ΑΓΚΑΘΙΝΟ ΣΤΕΦΑΝΙ (ποίημα)


Ταπεινωμένος Θεός
Υπερυψούται
Λαβωμένος

Καπνοί τσιγάρων
Τα θυμιάματα
Των καθισμάτων

Οσμές καφεΐνης
Τα βαθιά ντεκολτέ
Της πλατείας

Χριστιανοί σταυρωτές
Χρονίζουν το χρόνο
Στην περιφορά του Άχρονου.

Κι Εκείνος
Υποκλίνεται
Αναστάσιμος


(Ζάκυνθος 17-4-2009)

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος για την Ανάσταση

"Μη φοβείσθε υμείς", είπε ο άγγελος Κυρίου στις μυροφόρες, τις οποίες είχε κυριεύσει "τρόμος και έκστασις" προ του κενού τάφου. "Οίδα γαρ ότι Ιησούν τον εσταυρωμένον ζητείτε. Ουκ έστιν ώδε. Ηγέρθη γαρ καθώς είπεν" (Ματθ. 28:6).

Σε λίγο, ο ίδιος ο αναστάς Χριστός, "λέγει αυταίς μη φοβείσθε". Και στη συνέχεια, στον κύκλο των πτοημένων και φοβισμένων μαθητών Του, τόνισε: "Τι τεταραγμένοι εστέ και διατί διαλογισμοί αναβαίνουσιν εν ταις καρδίαις υμών;" (Λουκ. 24:38).

Και δείχνοντάς τους τα σημάδια της σταυρώσεως στα χέρια και στα πόδια, τους βεβαίωσε με την παρουσία Του για το θαυμαστό γεγονός της Αναστάσεώς Του.

"Μη φοβείσθε!". Το μήνυμα της Αναστάσεως κηρύσσει διαχρονικά την ελευθερία από κάθε αιτία φόβου. Η νίκη του Χριστού συνέτριψε την κυριαρχία των διαμονικών δυνάμεων, γεφύρωσε το χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπων και αποκατέστησε τις σχέσεις τους. Την οντολογική σημασία του Σταυρού και της Αναστάσεως αποκάλυψε, με τρόπο μοναδικό ο Απόστολος Παύλος: Ο Ιησούς έγινε άνθρωπος και αποδέχθηκε το Πάθος "για να καταργήσει με τον θάνατό του αυτόν που εξουσίαζε τον θάνατο, δηλαδή τον διάβολο, και με αυτό τον τρόπο να απελευθερώσει όσους ο φόβος του θανάτου τούς είχε καταδικάσει να είναι δούλοι σ' όλη τους τη ζωή" (Εβρ. 2:14-15).

Ο αναστάς Χριστός είναι πλέον η αρχή της νέας ανθρωπότητος, "απ' τους νεκρούς πρωταναστημένος, ώστε να γίνει σε όλα εκείνος πρώτος" ("εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών, ίνα γένηται εν πάσι αυτός πρωτεύων" - Κολασ. 1:18-22).

Με την Ανάσταση του Χριστού έχει αρχίσει μια νέα μορφή υπάρξεως για τους ανθρώπους. Η βεβαιότητα της Αναστάσεως, η πεποίθηση ότι δόθηκε σ' Αυτόν "πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης" (Ματθ. 28:19) ελευθέρωσε τους μαθητές από κάθε είδους φόβο και αγωνία. Και τους μεταμόρφωσε σε τολμηρούς και γενναίους κήρυκες της νέας εν Χριστώ ζωής.

"Μη φοβείσθε!". Στην εποχή μας έχουν πληθύνει οι φόβοι που απειλούν τη ζωή μας. Τον τελευταίο μάλιστα καιρό έχουν ενταθεί και από τη γενικότερη ταλαιπωρία που προκαλεί η παγκόσμια οικονομική κρίση. Νέοι και παλαιοί φόβοι κυκλώνουν τη σκέψη μας και σφίγγουν την καρδιά μας.

Μέσα σ' αυτή λοιπόν τη βαριά ατμόσφαιρα έρχεται η εορτή της Αναστάσεως να καλέσει κάθε πιστό σε μία πορεία ελευθερίας από τον φόβο:

Από τον φόβο αυτών που μας εχθρεύονται, από τον φόβο που δημιουργεί η αδικία και η σκληρότητα της κοινωνίας μας. Από τον φόβο της πολύμορφης αμαρτίας που διεισδύει στην ύπαρξή μας και την αλλοτριώνει. Από τον φόβο του πόνου, της ανέχειας, της ασθένειας, της μοναξιάς, των κινδύνων και θλίψεων που απειλούν τη ζωή μας. Από τον φόβο των πιεστικών προβλημάτων της καθημερινότητος. Από τον φόβο του αγνώστου, της αποτυχίας, της αβεβαιότητος για το μέλλον.

Και το κορύφωμα του μηνύματος της Αναστάσεως του Χριστού είναι η ελευθερία από τον φόβο του θανάτου, του δικού μας και των αγαπημένων μας, φόβο που συνθλίβει την ανθρώπινη ζωή. Η εορτή της Αναστάσεως δεν αναγγέλλει απλώς, αλλά μας προσκαλεί να μετάσχουμε στην ελευθερία που μας χάρισε ο Χριστός.

Η ελευθερία αυτή, βεβαίως, στηρίζεται στην πίστη. Η Εκκλησία, αναφωνώντας δοξολογικά το "Χριστός Ανέστη!", δεν καταφεύγει σε επιχειρηματολογίες για να επιβάλει την αλήθεια που κηρύσσει. Οσοι πιστοί! "Ευτυχισμένοι όλοι που πιστεύουν...".

Αρκεί, βεβαίως, όπως επισημαίνει ο Απόστολος Παύλος, να μένουμε στην πίστη, θεμελιωμένοι και σταθεροί "και μη μετακινούμενοι από της ελπίδος του ευαγγελίου" (Κολασ. 1:23).

Η Ανάσταση του Χριστού διαλύει τον φόβο διότι συναρμόζεται με μια εκπληκτική δύναμη, και, ιδιαίτερα αυτή την ολόλαμπρη εορτή, καλούμεθα να νιώσουμε "τι το υπερβάλλον μέγεθος της δυνάμεως αυτού (του Θεού)" (Εφεσ. 1:19).

"Τη δύναμή Του αυτή την έδειξε με το να αναστήσει τον Χριστό από τους νεκρούς και να τον βάλει να καθήσει στα δεξιά Του στον ουρανό, πάνω από κάθε αρχή και δύναμη και κυριότητα, πάνω από κάθε τι που ανήκει όχι μόνο στον τωρινό αλλά και στον μελλοντικό κόσμο" (στιχ. 20-21).

Αυτή η ελευθερία από τον φόβο, δώρο του Αναστάντος, πρέπει να διαμορφώνει τη στάση της ζωής μας: "Υμείς επ' ελευθερίαν εκλήθητε, αδελφοί" με τη σαφή όμως προσθήκη: "μόνον μη την ελευθερίαν εις αφορμήν τη σαρκί αλλά δια της αγάπης δουλεύετε αλλήλοις" (Γαλ. 5:13).

Ο Χριστός, η ενυπόστατη και ένσαρκη αγάπη του Θεού, με τη θυσία Του στον Σταυρό και τη νίκη της Αναστάσεως, διατράνωσε τη μοναδική δύναμη της αγάπης, που ελευθερώνει τον άνθρωπο από κάθε μορφή φόβου.

Οσοι είναι ενωμένοι μαζί Του εν πίστει και αγάπη αξιώνονται να ζουν την αλήθεια που αποκαλύπτει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: "Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ' η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον. Οτι ο φόβος κόλασιν έχει (περιέχει τιμωρία), ο δε φοβούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη" (Α' Ιω. 4:18).

Ας χαρούμε, λοιπόν, αδελφοί μου, ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες του Πάσχα, την ελευθερία από κάθε μορφή φόβου, βαθαίνοντας την πίστη μας και την αγάπη μας στον νικητή του θανάτου και Κύριο της ζωής μας.
Ακόμη, ας θυμίσουμε και στους φοβισμένους αδελφούς μας, ότι "Χριστός Ανέστη!".

Το Αναστάσιμο Μήνυμα 2009 του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου Β΄

Αγαπητά μου παιδιά,

Χριστός Ανέστη!

Με το χαρμόσυνο αυτό μήνυμα της ζωής και της ελπίδος χαιρετίζει αιώνες τώρα η Εκκλησία τους πιστούς της.

Ο σαρκωμένος Λόγος, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Ιησούς Χριστός νίκησε τον θάνατο, χαρίζοντας νέες προοπτικές, δίδοντας νόημα και πνοή στα οράματά μας, υπενθυμίζοντας την υπεροχή του φωτός έναντι του σκότους.

Μέσα σ' αυτό το σκοτάδι, η αμαυρωμένη από την αμαρτία εικόνα εκάστου ανθρώπου αλλοιώνεται και ταυτίζεται με την απώλεια και το μίσος. Αυτή την εικόνα έρχεται και μεταμορφώνει ο Αναστημένος Χριστός.

Μεταμορφώνει όλους μας και τον καθένα χωριστά. Μας προσκαλεί να υπερβούμε τα τείχη του εγωισμού και της προσωπικής αυταρέσκειας, δείχνοντάς μας το φωτεινό μονοπάτι του εμείς και όχι του εγώ.

Μέσα σ' αυτό το φως το άτομο συναντά την προσωπική του έκφραση, που δεν είναι άλλη από την συνάντηση του Θεού με την προσφορά μας στο πρόσωπο κάθε άλλου, κάθε ξένου, ανεξαρτήτως γλώσσας, χρώματος, θρησκείας και πολιτισμού.

Η πατρίδα μας βιώνει σήμερα αυτή την πρόκληση. Καλείται να αποδείξη την μακραίωνη ιστορία της, τόσο στην κοινωνική ανάπτυξη, όσο και στην οικογενειακή και προσωπική.

Τα σύννεφα της επερχόμενης οικονομικής κρίσης μπορεί να σκεπάζουν τις προοπτικές και το μέλλον πολλών αδελφών μας, βαθύτερη κρίση, όμως, ζούμε, όταν συνεχίζουμε την προκλητικά αδιάφορη στάση μας προς τον άλλο.

Αναρωτηθήκαμε αν ο αναστάσιμος αυτός χαιρετισμός "ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ" σημαίνει ανάσταση και για τον διπλανό μας; Εκεί, αδελφοί μου, ας δείξουμε την μεγαλοψυχία μας.

Εκεί ας δείξουμε τη διαχρονικότητα του ελληνικού πνεύματος. Εκεί ας δείξουμε την ουσιαστική πίστη μας στον Θεό και όχι την επιδερμική μας προσέγγιση σ' ένα όμορφο έθιμο.

Με αυτές τις απλές σκέψεις σας εύχομαι ολόψυχα να συναντήσετε τον αναστημένο Χριστό στο πρόσωπο του άλλου.
Χριστός Ανέστη!
Χρόνια Πολλά!

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

Δύο κουρκουτζελάκια και … τρεις οβρύες

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Τα λιόξυλα είχαν στεγνώσει απ΄ τα υγρά τους κι η φωτιά στο τζάκι είχε τα κέφια της, ζέσταινε το κορμί και την καρδιά μας. Οι φλόγες παιχνίδιζαν στο χορό της καμινάδας και σιγοτραγουδούσαν το ρυθμό της καύσης. Κυριακάτικο απόγευμα στην αυγή του Μάρτη και το σαλόνι γέμισε από παιδιά κι εγγόνια με φίλους και γείτονες για του καφέ τη γλυκιά τη γεύση. Η μικρόσωμη γιαγιά με τη λευκή κώμη καταμεσίς στον καναπέ, καμάρωνε περήφανα για τους εύγευστους κι αφράτους λουκουμάδες της.
Πώς άσπρισαν τα μαλλιά της, σαν το βαμβακερό το σύννεφο στην κορυφή του Mεγάλου Bουνού! Ξεχώριζε στο χωριό και στην πόλη η κοκκινομάλλα μοδίστρα υψηλής ραπτικής με το λεπτό γούστο και το χαμόγελο στα χείλη. Πόσα βελούδινα και μεταξωτά φορέματα στόλισαν καμπυλωτά κορμιά σε γιορτές και πανηγύρια από τη δικιά της δακτυλήθρα!
- Μην ξεχάσεις να σου δώσω δύο κουρκουτζελάκια, έτσι να τα δοκιμάσεις, ψιθύρισε σιγανά, σαν να 'κρυβε πολύτιμο δώρο.
- Βγήκαν τα κουρκουτζέλια; Ρώτησε χαρούμενα χωραΐτισσα φίλη, που τα έχει ιδιαίτερη αδυναμία.
Χρυσή ευκαιρία για την καλόκαρδη γιαγιά ν΄ αρχίσει τα δικά της, που ήταν όμως εύστοχα και με την ομορφιά της σοφίας συμπυκνωμένη στο σπινθηροβόλο βλέμμα.
- Εψές το κολατσίο έκαμα μία βόλτα… Είχαν φυτρώσει και τσι γλάστρες μας λίγα κουρκουτζέλια. Ο άντρας μου γέρασε πια… Θυμάμαι στα νιάτα του τέτοια εποχή σακούλια μάς έφερνε. Μ’ άρεσε κι εμένα να μαζώνω, αλλά με το ράψιμο πού χρόνος. Πήρα μαζί μου ένα μπαστούνι και πήγα εδώ γύρω, αλλά είναι ούλα φραγμένα και πολλά από δαύτα ραντισμένα, πού να βρεις κουρκουτζέλια. Χάθηκαν και τα τσιγαρίδια! Όλο δηλητήρια ρίχνουνε, κι εκείνος ο καταστροφέας δεν αφήνει τίποτε, χάνεται ο σπόρος. Άσε που τα κάμανε ούλα οικόπεδα, ακόμα κι εκείνο το ποτάμι στ’ Αρκαδιανού το κλείσανε από πάνου κι εφτιάξανε μαγαζιά, γι αυτό κάθε λίγο πλημμυρίζει. Το μυαλό τους όλο στο χρήμα κανένας σεβασμός στη φύση . Μπορεί να κάμει καλό ετούτη η κρίση, να πέσει η αξία τση γης και να γλυτώσει κανένα φυτό, να γλυτώσουμε κι εμείς.
Τώρα, τη Μεγάλη Σαρακοστή, τα κουρκουτζέλια ήτανε η σωτηρία μας, τσιγαριστά με τομάτα και χωρίς τομάτα, σβησμένα με κρασί ή με ξύδι… Είναι ωραίο φυτό σε μωβ χρώμα ταιριάζει με τη χαρμολύπη τση Σαρακοστής. Παλιά ενηστεύαμε ούλη την περίοδο από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Ανάσταση. Ξανάσαινε το στομάχι, άφηνε χώρο στο μυαλό να σκεφτεί το καλό και το Χριστό, το φτωχό και τον πεινασμένο, τον ανήμπορο και όποιον είχε ανάγκη. Πρέπει να το ζήσεις το κάθε πράμα για να καταλάβεις. Με γεμάτη την κοιλιά νομίζεις ότι είναι ούλοι χορτάτοι. Τώρα στα γεράματα δεν έχω δυνάμεις για νηστείες και στενοχωριέμαι, δεν μου το επιτρέπει κι ο γιατρός. Αλλιώς είχα συνηθίσει, ας με συγχωρέσει ο Θεός!
Αργότερα άμα ζεστάνει κι άλλο θα ΄βγουνε κι οβρύες, αν γλιτώσει καμία από το gramoxone. Έριχνε κι ο άντρας μου μες τ΄ αμπέλι από δαύτο, ακόμα φοβάμαι μην πάθουμε καρκίνο. Έχω φυλαμένα
τέσσερα μπουκάλια ληγμένα και δεν ξέρω τι να τα κάμω. Άκουσα στην τηλεόραση ότι δεν πρέπει να τα πετάμε στα σκουπίδια. Ο φαρμακοποιός μου ΄πε ότι δεν υπάρχει άλλη λύση. Ούλα τα ληγμένα τα πετάνε στα σκουπίδια και μετά από το Σκοπό ροβολάνε στη θάλασσα Και μετά σου λέει έχουμε θαλάσσιο πάρκο και προστατεύουμε τη χελώνα… Όταν εφώναζα του άντρα μου να μη ραντίζει μου ΄λεγε ότι αν κάνανε κακό θα τα είχανε απαγορεύσει, δεν μπορούσε να καταλάβει τα συμφέροντα.
Κάμετε ό,τι μπορείτε στα σχολεία, μάθετε τα παιδία να σκέφτουνται και να κρίνουν, να μη χαύουνε ό,τι ακούνε, να κάνουν αγώνες.
-Εγώ του τα ΄πα του πατέρα μου, γιατί τα μαθαίνουμε σχολειό, στο πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, και μου υποσχέθηκε ότι δε θα ξαναραντίσει,
είπε η μικρή Αννούλα που όλη την ώρα έπαιρνε κι έστελνε μηνύματα με το κινητό της.
- Γι’ αυτό το τηλέφωνο δε σας έχουνε πει στο σχολειό, για την ακτινοβολία που έχει;
- Άσε με μωρέ γιαγιά, δεν το έχω πολλές ώρες. Πες μας τώρα, τι άλλο τρώγατε στη νηστεία.
- Αυτή την εποχή ο παππούς σας έπιανε στα δίχτυα πολλές σουπίες. Μεγάλη Δευτέρα τις φτιάχναμε σούπα χωρίς λάδι, Μεγάλη Τρίτη ετρώαμε οβρύες με λάδι, Μεγάλη Πέμπτη αγκινάρες γεμιστές με ρύζι και μάραθο, αλλά τη Μεγάλη Παρασκευή νερόβραστα ξερά κουκιά με τσιγαρίδια και λίγες οβρύες με ξύδι. Πάσχαμε κι εμείς μαζί με το Χριστό κι έτσι καταλαβαίναμε και την Ανάσταση. Ανήμερα τη Λαμπρή κότα αλανιάρα αυγολέμονο, ό,τι έπρεπε για το στομάχι μετά τη νήστεια. Αργότερα ήρθε το σουβλιστό, κι αν έχεις κάμει νήστεια αρχίζουν τα κοψίματα και τα σούρτα-φέρτα τσου καμπινέδες…
Ξεκαρδιστικά γέλια γέμισαν την ατμόσφαιρα για την αποκάλυψη απόκρυφων συμβάντων αλλ΄ η πάντα ανήσυχη γιαγιούλα συνέχισε για τα περασμένα και τα τωρινά …
- Τέτοια εποχή είχα δουλειά με το ράψιμο. Η καθεμία ήθελε να ράψει ένα φουστάνι για το Πάσχα. Οι περισσότερες το ήθελαν το Σάββατο του Λαζάρου να το φορέσουν του Βαγιώνε στην εκκλησία και μετά ανήμερα τη Λαμπρή. Δεν τσι προλάβαινα ούλες, οι άλλες τα παίρνανε τη Μεγάλη Πέμπτη το μεσημέρι. Πόσα βράδια ξενύχτησα με το βελόνι και τη λάμπα πετρελαίου να προλάβω να παραδώσω! Και μετά να καθαρίσω το σπίτι, να βάψω αυγά, να ζυμώσω το Λαμπριάτικο ψωμί, να πάω στην εκκλησία. Όλα κοπιαστικά αλλά λαμπερά, με μυρουδιές και γεύσεις που γλυκαίνουν την ψυχή.
Σήμερα είναι ούλα έτοιμα στο εμπόριο, ρούχα, φαγητά, γλυκά, ακόμα και κόκκινα αυγά! Κι ούλα ίδια, άνοστα κι άοσμα. Χάθηκε εκείνη η νοστιμάδα που δωρίζει η μυρωδιά τση φύσης, το μεράκι τση νοικοκυράς, το βελονάκι τση ράφτρας. Ευτούνη η άτιμη η ανάπτυξη, αφάνισε το πρόσωπο, την ταλαιπώρησε και τη λάβωσε τη φύση, σκότωσε τα παιδία της, τη σταύρωσε σαν το Χριστό.
Ετότες οι εκκλησίες γιομίζανε από κόσμο, μέσα κι όξω. Πριν τον πόλεμο στη Λιθακιά είχαμε δύο ενορίες, τση Φανερωμένης και του Άη Γιάννη. Επολεμάγανε ποία θα έχει τσι καλύτερες ψαλμωδίες και τσου καλύτερους παπάδες. Τότε που οι παπάδες δεν έπαιρναν μισθό και οι ψαλμωδίες ήταν σαν ν΄ ακούς αηδόνια, χωρίς τα μεγάφωνα και τα χρυσάφια που έχουν σήμερα . Ο παπάς ήτανε ακέραιος άνθρωπος και του φιλούσαμε το χέρι από πραγματικό σεβασμό, όχι μ΄ αυτά που ακούμε σήμερα και διώχνουν τον κόσμο από την εκκλησία. Ευτυχώς σ΄ εμάς η Φανερωμένη γιομίζει κόσμο ακόμα και τσι απλές Κυριακές!
Αχ, να με βοηθήσει ο ΄Αγιος να πάω να μαζέψω κι οβρύες να τσι δοκιμάσουμε να καταλάβουμε Μεγαλοβδόμαδο. Να πάνε κι οι εγγονούλες μου να στολίσουν τον Επιτάφιο, να ζυμώσουμε, ν΄ ανάψουμε το φούρνο με τα ξύλα, να χαρούμε και την Ανάσταση !

- Πολύ διαβασμένη σε βρίσκω γιαγιά , δεν παίζεσαι, πετάχτηκε ο εγγονός με το δεύτερο πιάτο μελωμένους λουκουμάδες στο χέρι.
Θα με πάρεις μαζί σου να μαζέψουμε κουρκουτζέλια κι οβρύες; Να ΄ρθει το Πάσχα να κλείσουνε τα σχολειά, να τσουγκρίσουμε κι αυγά, να γυρίσουμε τη σούβλα! Εφέτος θα σκάσω και κροτίδες στην Ανάσταση. Καλά ε, πολύ την πάω την Ανάσταση!

Μάρτιος 2009

π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ΕΙΚΑΣΙΕΣ (ποίημα)


Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας

τη σορό του ήλιου πανσέληνος αν μου σταθεί
απαστράπτον εικόνισμα στου πηγαδιού τον πάτο
την αρμονία στο πορτρέτο κι ας με λοιδορεί
το νεύμα το άγιο λίγο πριν από το θαύμα
τη δόξα στον θρήνο σου
δόξα μου

καταφιλήσω
το ξύλο το θεοπρεπές μ’ όλα τ’ αγκάθια
τη σκουριά ευωδέστατη στα σύνεργα του πάθους
τα μάτια που μ’ εκλιπαρούν κι ας αποφεύγω
την εσχάτη λύπη πρώτη και καλύτερη
τη λάμψη στο αίμα σου
λάμψη μου

καταφιλήσω
τον Σπηλαιοκτήτη οπωσδήποτε αμέσως μόλις έρθει
της αγάπης τον μεγάλο Χορηγό πρωτότοκο από την άβυσσο
τον αρχαίον Αγροφύλακα όπου νά 'ναι
του κορμιού σου το ψωμί ψίχουλα ελέους
τις λέξεις στα χείλη σου
λέξεις μου

καταφιλήσω
το πρόσχημα του Απριλίου στον Μάιο
τους αιχμαλώτους έναν-έναν μετά την άλωση της πόλης μας
ψηφιακές ανυποψίαστων ηρώων επί το έργον
τον καθρέφτη στο πρόσωπο που είσαι εγώ
τη ζωή στον θάνατό σου
ζωή μου.

Αυτά είπεν ο Άνεμος και κατεφίλησεν αυτόν.
(10-13.3.2007)
[Από το βιβλίο Παναγιώτη Καποδίστρια, Ο αρχαίος Αγροφύλαξ, εκδ. Γαβριηλίδης 2007, σ. 83 εξ.]

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ΠΑΣΧΑ ΡΩΜΕΪΚΟ

Ο μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς.

Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων.

Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα· όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Αούστριας. Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).

Είχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη
πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;
Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει
και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

Ο μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.

«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Ενίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Ουδ' η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Και ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν.

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις». Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»

Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...

Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Αθηνών είς Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.

Αλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Ανάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας.

Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του.

Και όμως ήτο... δυτικός!

Ο μπάρμπα-Πύπης, Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του,όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α' «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί.

Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του Ποντίφηκος· τα λοιπά είναι αδιάφορα.

Ο μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους.

Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.

Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.

Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.

Ο μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως. -Φίλος! Καλός! μη ρίχνεις...

Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.

-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.

-Τι θέλω; επανέναβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.

-Και δεν πας αλλού να το φουμάρης,ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!

-Και γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα;

-Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης· εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες.

Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τάς όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του.

Ο μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.

-Συ εγελάστηκες, απήντησεν· εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι· εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Ο χωρικός εκάγχασε.

-Στον Πειραιά; στον Αϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι;

-Απ' την Αθήνα.

-Απ' την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Ανάσταση;

-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης.

Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.

-Να φχαριστάς, καϋμένε...

Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.

-Να φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!

Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.

-Κάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε.., δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.

-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...

Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ' έγινεν άφαντος.

Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.

Το συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.

Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.

Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

Σπύρου Καρυδάκη, Ο ΓΑΛΗΝΟΣ ΣΤΟ ΟΑΚΑ (διήγημα)

ΝΙΟΝΙΟΣ: Έρρωσο, δαιμονιοτάτη Κατίνα! Έχαψα τόσα αρχαία κείμενα λόγω της ιδέας σας να μιμηθούμε τον «Ανάχαρσι» του Λουκιανού και να μιλήσουμε για το νόημα του αρχαίου αθλητισμού, ώστε μ' έχει πιάσει ένα είδος ελληνοπαθολογικού παραληρήματος. Πώς σκαρφιστήκατε αυτό το παιχνίδι;
KATINA: Διάβασα στα «NEA» το κείμενο του κ. Κούρτοβικ για τις σκοτεινές πλευρές του αθλητισμού. Στο βουρκερό πέλαγος της ματαιόλογης θριαμβολογίας και του κουτσομπολισμού, ήταν ένας πλωτός παράδεισος.
N.: Έτσι είναι πάντα καθετί παραδείσιο, ένα πλωτό νησάκι που ταξιδεύει μες στις φλόγες της κόλασης θερμαινόμενο και μηδέποτε καιόμενο.
K.: Λοιπόν, ο μέγας Γαληνός υποστηρίζει ότι η τέλεια άθληση είναι αυτή που κάνει ο «εργάτης των κατά φύση έργων». Υπενθυμίζει ότι οι καθημερινές εργασίες στάθηκαν οι απαρχές όλων των αθλημάτων. H διαδικασία μετάβασης από τον καταναγκασμό κάθε εργασίας στην ελευθερία του αντίστοιχου αθλήματος, που εκγυμνάζει συγκεκριμένα μέλη του σώματος, σε πρώτη φάση έχει σκοπό να μας κάνει ικανότερους για δουλειά, αλλά κατόπιν επιτηδειότερους σε όλες τις λειτουργίες της πόλης, από τον πόλεμο μέχρι τη γιορτή. Έτσι - συμβουλεύει ο μεγάλος εκείνος γιατρός - το καλύτερο για έναν νέο είναι
«να κωπηλατεί, να σκάβει, να θερίζει, να ακοντίζει, να τρέχει και να πηδάει, να οπλομαχεί, να σχίζει ξύλα, να κουβαλάει πράγματα, να εκτελεί γεωργικές εργασίες».
N.: Δεν νομίζω ότι θα ενθουσιάζονταν μ' αυτά οι συνομήλικοί μας.
K.: Ούτε στους τότε άρεσαν, γι' αυτό τους αναλύει ότι τουλάχιστον πρέπει να γυμνάζονται με σκοπό την υγιεινή κι όχι το κυνήγι επάθλων. Ο Φιλόστρατος εξηγεί ότι ο αθλητισμός χάλασε λόγω του επαγγελματισμού, που προέκυψε από την υπερβολική δόξα των νικητών και τη συνακόλουθη υποστήριξη των πόλεων. Οι αθλητές έγιναν «αστράτευτοι από μάχιμοι, αργοί από ενεργοί, πολυκρέατοι από σπαθάτοι». Με την πολυφαγία, που είχε σκοπό να αναπτύξουν οι γυμναζόμενοι τον μέγιστο δυνατό μυϊκό όγκο, προσπάθεια στην οποία ήρθε αρωγός η ιατρική, «εξενευρίσθη τα στάδια», δηλαδή ο αθλητισμός έγινε μέθοδος παραγωγής άνευρων θρεφταριών.
N.: Και τότε τα ίδια, λοιπόν: χορηγούμενοι υπεραθλητές, βλαπτικά συμπληρώματα διατροφής, ταυρόμορφοι άνευροι...
K.: H κατάληξη, κατά τον Φιλόστρατο, είναι κυριαρχία του χρήματος, πωλήσεις νικών, εκγύμναση μόνο των πρωταθλητών από τους γυμναστές με σκοπό το κέρδος, πράγμα που εθεωρείτο ύβρις. Επίσης, κατά τον Γαληνό, τον Ορειβάσιο κι άλλους γιατρούς, οι γυμναστές και οι πόλεις καταστρέφουν τους εφήβους γυμνάζοντάς τους σαν να ήσαν ώριμοι άνδρες, παράκαιρα και υπερβολικά: τα σώματά τους «σκληραίνουν πρόωρα και παραμορφώνονται». Οι γυμναστές, «όπως και οι κακοί δάσκαλοι, στερούν από τα παιδιά το νεοτήσιον σκίρτημα» μαθαίνοντάς τους «την αργία, την νωθρότητα» της μονοασχολίας.
N.: Αν σας άκουγαν όλοι αυτοί που ανεβάζουν στα ουράνια άγουρους εφήβους, κορίτσια κι αγόρια με τα κορμάκια τους στρεβλωμένα από ενόργανη, από βαρέα αθλήματα...
K.: Ο Γαληνός, σαν γνήσιος Έλληνας, δεν ξεχνάει ότι ένας από τους σκοπούς του αθλητισμού είναι το σωματικό κάλλος των νέων. Όμως, προσθέτει, πρέπει να υπάρχει «αντιστοιχία γύμνασης και σκοπού των διαφόρων μελών του σώματος», αφού κάθε μέλος είναι «τέλεια προορισμένο» για μια συγκεκριμένη χρήση και δεν πρέπει να παραμορφώνεται από μονόπλευρη άθληση.
N.: Ώστε έχει δίκιο ο Κούρτοβικ που πηγαίνει κόντρα στην αισθητική MME και κοινού, μη βλέποντας καμιά ομορφιά στους υπεραθλητές, γυναίκες κι άνδρες.
K.: Οι αρχαίοι γιατροί βασίζονται στα αποφθέγματα του Ιπποκράτη: «Στους αθλούμενους, η άκρα ευεξία είναι βλαπτική» και «Δεν υπάρχει κατά φύση αθλητική προδιάθεση, γι' αυτό οι υγιεινές συνήθειες (κατά την άθληση) είναι το σπουδαιότερο». Για τον Γαληνό αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αθλούμαστε όχι αποβλέποντας στη νίκη επί των αντιπάλων αλλά στη βελτίωση της υγείας. Ο Λουκιανός προσθέτει ότι η μόνη χρησιμότητα των επάθλων είναι να βλέπουν οι νέοι τους νικητές και να μη φοβούνται πόνους και κόπους σε περίπτωση πολέμου, ενώ σε καιρό ειρήνης να πολιτεύονται καλώς. Κι αυτό όχι σαν καταναγκασμό αλλά με βάση την ελευθερία, την ανθρώπινη ευδαιμονία και τη χαρά που προσφέρει η γιορτή των αγώνων.
N.: Εδώ μάλλον βασίστηκε ο Χέγκελ για να γράψει τον μεγάλο λόγο ότι οι αρχαίοι αγώνες εξέφραζαν την άρνηση της αναγκαιότητας και της σοβαρότητας κι ότι έτσι, μέσω της ελευθερίας, ο άνθρωπος πρωτομεταμορφώνει το σώμα του σε όργανο του στοχασμού.
K.: Ίσως. Ας θυμηθούμε επίσης τον Δίωνα Χρυσόστομο, που αντιπαραθέτει στον ωραίο μα αυτάρεσκο κι άχρηστο Πατροκλή τον ιδανικό αθλητή και ενεργό πολίτη Μελαγκόμα. Κι ο Πλάτων μιλάει στην «Πολιτεία» κι αλλού για υπερβολική άθληση: «Προκαλεί ζημιές στην οικονομία, στον πόλεμο και στους θεσμούς της πόλης, μα το χειρότερο είναι πως στέκεται αρνητική στη μάθηση, στη γνώση και στη μελέτη». Για όλ' αυτά ο Γαληνός συμπεραίνει ότι ο αθλητισμός που έχει μόνο σκοπό «την καταβολή του αντιπάλου» είναι άχρηστος για τις «κατά φύση» ανθρώπινες ενέργειες, αφού οι αθλούμενοι γίνονται
«αναίσθητοι, δυσκίνητοι και τελείως απόπληκτοι λόγω του παρά φύση όγκου».
N.: Τα ίδια και τότε όπως τώρα. Λοιπόν, τι να κάνουμε εμείς που γυμναζόμαστε, που λατρεύουμε τον αθλητισμό και θαυμάζουμε τους αθλητές; Δεν είναι ανθρώπινο ν' αγαπάς τ' ανθρώπινα;
K.: Είναι. Κι εγώ, περνώντας από τα δημόσια γυμναστήρια κολλάω το πρόσωπό μου στα κάγκελα και θαυμάζω τα αθλούμενα κορίτσια κι αγόρια. Είναι όλα τόσο όμορφα, έχουν τέτοια λάμψη στα μάτια ώστε ξεχνώ πως ταΐζουμε τα κορμιά και τις ψυχές τους με δηλητήρια, πως εκείνο το τόσο υπέροχα ειπωμένο νεοτήσιο σκίρτημά τους γρήγορα θα τσαλακωθεί από το βαμπιρικό σχολείο, την καριερολαγνεία, το χρήμα. Είδαμε όλοι ότι οι μεγάλες διοργανώσεις είναι μια αδιάντροπη φιέστα της εξουσίας και του χρήματος, το οποίο αυτογκαστρώνεται και γεννοβολάει πάνω στις σάρκες και τα κόκαλα των αθώων παιδιών που θέλουν να γίνουν αστέρες. Αλλά ποιος φίλαθλος αγνοεί πως οι δήθεν απαγορευμένες ουσίες πωλούνται στα μαγαζάκια κάθε γειτονιάς, αυτά με τα συμπληρώματα διατροφής για γυμναζόμενα πιτσιρίκια, πως πρωταθλητισμός δίχως ντόπα δεν γίνεται και πως οι αγνοούντες φαρισαίοι της ΔΟΕ, υπουργοί, παράγοντες, δεν είναι παρά μικροϋπάλληλοι των «χορηγών»; Αν εγώ κι εσείς ήμασταν λαός κι όχι τυφλή μάζα, τότε θα είχαμε κυβέρνηση κι αντιπολίτευση που θα διακήρυσσαν: H Ελλάδα, γενέτειρα του αθλητισμού και του ανθρωπισμού, φωνάζει: Όχι άλλο Ολυμπιακοί Αγώνες. Όχι άλλο ξεπούλημα του αθλητισμού στους οικονομικούς κολοσσούς. Όχι άλλο επαγγελματικός αθλητισμός και υπεραθλητές. H Ελλάδα δεν ξανασυμμετέχει σε μεγάλους αγώνες, δεν ξαναδίνει την Ολυμπιακή Φλόγα. Θα καταργήσει στο έδαφός της τον επαγγελματικό αθλητισμό και θα χτίσει δημόσια γυμναστήρια για όλους, σε κάθε γειτονιά. «Για τον αγώνα που δεν έχει σκοπό τα έπαθλα», όπως έγραψε ελληνοπρεπέστατα ένας Σύριος, ο Λουκιανός ο Σαμοσατέας,
«αλλά την ανθρώπινη ευδαιμονία, την προσωπική ελευθερία του καθενός και την κοινή της πατρίδας, τον πλούτο, τη δόξα και την απόλαυση των γιορτών».
N.: Αχ, μιλάς γι' άλλους ανθρώπους κι άλλες Ελλάδες... Δες όμως πόσο μικρόψυχοι είμαστε όλοι! Αλίμονο, δεν μας αξίζουν τα Ηλύσια, μα οι σκοτεινές μασέλες του Καιάδα.

[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 24.8.2004]

Σπύρου Καρυδάκη, Ο ΜΟΥΡΟΥΤΣΟΣ ΧΟΡΕΥΕΙ (διήγημα)

KATINA: Αχ, και σας το 'πα! Πόσες φορές δεν σας παρακάλεσα να μη γυρνάτε ντυμένος έτσι, σαν φαλιρισμένο ψιλικατζήδικο! Μα, μην κουνιέστε! Σταθείτε να σας βάλω αυτή την κρέμα στα βλέφαρα. Πω, πω, κατάμαυρα είναι! Δεν μπορείτε να τ' ανοίξετε;
ΝΙΟΝΙΟΣ: Αμ τι νομίζετε, ότι σας κλείνω πονηρά το μάτι; Αχ, αχ, προσέχτε! Πονάει.
K.: Με τα παθήματά σας θα χάσουμε τον Μουρούτσο.
N.: Γίνατε θαυμάστριά του, βλέπω.
K.: Δεν συλλαμβάνω το ακριβές νόημα όλων αυτών που κάνει επί σκηνής, οι κινήσεις του, όμως, νομίζω ότι συνθέτουν έναν υπέροχο, απόλυτα ανδρικό χορό. Στους καιρούς μας, καιρούς εκθήλυνσης ­ δεν είναι καρφί εναντίον σας ­, αυτός ο χορός μου φαίνεται αφάνταστα ερωτικός.
N.: Τυπικά γυναικεία προσέγγιση του αθλητισμού... Άσε που ονομάζετε «σκηνή» την άγρια αρένα του τεκ βο ντο. Αχ, σιγά! Πάντως, νιώθω ευτυχισμένος που τα χεράκια σας ευαρεστούνται επιτέλους να διεγείρουν τις αισθήσεις μου, έστω και κάνοντάς με να πονώ.
K.: Προσεγγίζω τον αθλητισμό, όπως και καθετί, αισθητικά και όχι χρησιμοθηρικά, αξιολογικά ή με βάση την αρχή του ανταγωνισμού, όπως εσείς οι άνδρες. Φάγατε πολύ ξύλο, ε;
N.: Δεν έχω παράπονο.
K.: Κι εσείς, ευλογημένε, τι ζητούσατε νυχτιάτικα στην Ομόνοια έτσι, άθλια, ντυμένος;
N.: Απλό τζιν φορούσα. Και άσπρο πουκάμισο...
K.:... Δεκαετίας του '70.
N.: Πεντακάθαρο.
K.: Ασιδέρωτο.
N.: Και αυτό τι τους έκοφτε τους μπάτσους;
K.: Έπρεπε να προστατέψουν από τα χάλια σας τη σπανίου κάλλους αισθητική της ελβετίζουσας πλέον Ομόνοιας, εφόσον δεν τους άφησαν οι εφημερίδες να φτιάξουν το πρώτο Άουσβιτς της μεταπολεμικής Ιστορίας. Μα κι εσείς δεν φορούσατε κάτι πιο τρέντι, μια γαλανόλευκη, ένα Γκούτσι, ένα αθλητικό φανελάκι για να φαίνονται οι φο-μπιζού μυώνες σας, όπως κάνουν οι συνομήλικοί σας! Με αυτή την πουκαμίσα, ανάμεσα στα υπερρεαλιστικά λιόδεντρα, θα μοιάζατε σίγουρα σαν μεταβουκολική τύψη της Ελλάδας μας για το φουστανελοφόρο παρελθόν της. Αντισταθήκατε;
N.: Μόνο με λόγια. Τους είπα: «Σύμφωνα με το Ελληνικό Σύνταγμα, μπορώ να περάσω ντυμένος όπως θέλω από την Ομόνοια και από παντού. Ακόμη και μπροστά από το σπίτι της κυρίας Αγγελοπούλου». Τότε είναι που μ' έδειραν.
K.: Είχαν δίκιο. Τα έσχατα σύνορα της ελευθερίας του πολίτη βρίσκονται εκεί όπου τροχίζονται τα μαχαίρια των επιχειρήσεων και όπου η μεγαλαυχούσα, λυκίσια ευπρέπεια του μικροαστισμού, ο οποίος στηρίζει κάθε ολοκληρωτισμό, στήνεται μπροστά στις κάμερες τσιρίζοντας: «Καθαρίστε την Αθήνα μας από τα πρεζόνια, τους ζητιάνους, τους μετανάστες, τους ασουλούπωτους». Λες και η Αθήνα δεν είναι επίσης Αθήνα των πρεζονιών, λες και μια καλοντυμένη κυρία έχει περισσότερα δικαιώματα στην πόλη από μια ζητιάνα. Αλήθεια, εσάς πού σας κατέταξαν;
N.: Οι γνώμες διχάστηκαν. Άλλος μ' έλεγε πρεζόνι κι άλλος Αλβανό. Κάποιος παρενέβη: «Αδερφή είναι, ρε! Δε βλέπετε πώς χαμογελάει ενώ τις τρώει; Του αρέσει!».
K.: Σας άρεσε;
N.:... Λιγάκι... Σκεφτόμουν τους μάρτυρες της Εκκλησίας μας. Θυμόμουν, επίσης, τους βασανισμένους της Μακρονήσου ή του EAT-ΕΣΑ που, δερόμενοι, δεν έχασαν τον ανθρωπισμό τους. Υποφέροντας στωικά τις μπουνιές, ένιωσα να τους φτάνω σχεδόν ως τα γόνατα.
K.: Γιατί λέτε «θυμόμουν»; Εσείς δεν είστε ούτε 25 χρονών.
N.: Έχω συνείδηση κλεφτρόνι. Κλέβει μνήμες παλιότερων, βασανισμένων ανθρώπων. Ποτέ των ευτυχισμένων.
K.: Ζήστε επιτέλους στο παρόν! Και το μόνο παρόν είναι αυτό των συγχρόνων σας που φορούν μια στολή στο σώμα ή στη σκέψη και βασανίζουν ή εκμεταλλεύονται ποικιλοτρόπως τους ανίσχυρους.
N.: Το παρόν τους δεν είναι παρόν μου.
K.: Το παρόν σας, λειτουργώντας με χρονοκαθυστέρηση σαν χρηματοκιβώτιο, γίνεται απώτατο παρελθόν για τους συγκαιρινούς σας.
N.: H αλήθεια είναι μια χημική ένωση που ολοκληρώνεται πάντα στο μέλλον. Εμείς προσφέρουμε απλώς τα στοιχεία.
K.: Όμως, δεν γίνεται χημική ένωση δίχως βίαιη αντίδραση. Εσείς, αντιθέτως, προτιμάτε να σας δέρνουν και να σας εκμεταλλεύονται από το να δέρνετε εσείς και να μεταχειρίζεστε βία πάνω στους άλλους... Αλήθεια, στο μεταξύ δεν καταλαβαίνω σε τι χρειάζονται όλες αυτές οι Ανεξάρτητες Αρχές Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, τα Συμβούλια της Επικρατείας, οι νομικοί, οι συνταγματολόγοι, όταν καταστρατηγούνται ολοφάνερα το Σύνταγμα και οι νόμοι.
N.: Είπε το κριάρι στον βασιλιά των λύκων: «Τελευταία, κάθε που έρχομαι στο ανάκτορό σας για να διαμαρτυρηθώ εννόμως περί της αρπαγής των αρνιών μου, με σταματάει στην πύλη μια αλεπουδίτσα με πολύ τροχισμένα δόντια και, αφού μου συστηθεί ως Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Απροστάτευτων Πολυκατασπαραγμένων Αμνών (ΑΑΠΑΠΑ) με πιέζει ν' αναφέρω στο εξής μόνο σ' αυτήν τις κατασπαράξεις των υπηκόων μου. Αλλ' εγώ έχω συνηθίσει παλαιόθεν να έρχομαι κατευθείαν σ' εσάς, να φωνάζω οργισμένος μπροστά στον θρόνο σας και στις κάμερες και να με κερνάτε μετά κι ένα λικεράκι, όχι να επαφίεμαι σε απροσδιορίστου προελεύσεως και χρησιμότητας αλεπουδίτσες».
«Μη δίνεις σημασία», είπε ο βασιλιάς. «Αυτή η αλεπουδίτσα είναι για μερικά ενοχλητικά αρνιά, όχι για σένα, κι έχει ως εμμίσθως εξαργυρωνόμενη αποστολή να κάνει την πύλη του ανακτόρου μου πιο απροσπέλαστη και τον δρόμο για τον θρόνο μου πιο διαφιλονικούμενο. Εσύ, σαν νόμιμος αντίπαλος και κρεατοπρομηθευτής μου, θα έρχεσαι από την πίσω πόρτα, θα διαμαρτύρεσαι κοσμίως και μετά θα πίνουμε το λικεράκι μας κουβεντιάζοντας όπως πάντα φιλικά».
K.: Τι είν' αυτό; Μύθος του Αισώπου;
N.: Είναι το τελευταίο μου διήγημα.
K.: Είναι φανερό ότι δεν θα σας επαινέσουν ποτέ οι σοβαροί κριτικοί, αυτοί που ενθουσιάζονται με τις μεγάλες εθνικές τοιχογραφίες. Πάντως, εκείνο που μου κάνει πιο πολύ εντύπωση είναι η αδιαφορία του κοσμάκη για την καταβρόχθιση του εθνικού πλούτου και για την καταβαράθρωση βασικών δικαιωμάτων του, αδιαφορία που διολισθαίνει ακατάσχετα προς την απόλυτη συναίνεση. Διαμαρτύρονται για οτιδήποτε άλλο εκτός από το ουσιώδες.
N.: Είπαν τ' αυγά στην κότα: «Δεν μπορείς, αγαπητή μας, να κάθεσαι κανονικά στη φωλιά όταν μας γεννάς, αντί να τρέχεις ολοένα βιαστική και να μας κάνεις καθ' οδόν; Πέφτουμε κάτω, πολλά σπάζουμε κι έτσι πάμε χαμένα».
«Είμαι μια πολυάσχολη μεγαλεμπόρισσα αυγών και δεν έχω ποτέ χρόνο. Όμως, σ' αυτό έχετε δίκιο, μικρούλια μου, πρέπει να γίνουμε επιτέλους ανταγωνιστικότεροι», απάντησε η κότα κι άρχισε να ξεπετά τ' αυγά της κατευθείαν στις μαλακές αυγοθήκες του σούπερ μάρκετ.
K.: Δεν σας αντέχω όταν γίνεστε τόσο ηθικολόγος. Άντε, πάμε να δούμε τον αγαπημένο μου Μουρούτσο.
N.: Και δαρμένος και επιπλέον να σας έχω να καλοκοιτάτε τον Μουρούτσο και τον αντρίκειο, ερωτικό χορό του που δεν θα χορέψω ποτέ εγώ για χάρη σας. Νιώθω σχεδόν ευτυχής.

[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17.8.2004]

Σπύρου Καρυδάκη, ΣΤΟΛΕΣ ΠΑΝΤΟΥ (διήγημα)


ΝΙΟΝΙΟΣ: Να τι όμορφα είναι εδώ. Κι εσείς που κάνατε τόση φασαρία, μη θέλοντας να έρθουμε στο Ολυμπιακό Στάδιο...
KATINA: Τι φρίκη! Αφέθηκα να με παρασύρετε σαν άβουλο κοριτσάκι.
N.: Μη μου δίνετε φρούδες ελπίδες. Πω, πω, τι κόσμος, τι αθλητές! Εσείς που έχετε πάθος με την παρατήρηση του ανθρώπινου προσώπου, νομίζω ότι εδώ θα βρείτε πολύ υλικό.
K.: Δεν βλέπω και πολλά πρόσωπα. Παντού υπάρχουν μόνο στολές.
N.: Κοιτάξτε εκείνη την ωραιότατη αθλήτρια από το Μπαλί. Αλλά τι εννοείτε με τα περί στολών;
K.: Μα δεν βλέπετε ότι οι περισσότεροι εδώ φοράνε στολή; Εθνικές ομάδες, εθελοντικά συμμετέχοντες, αμέτρητοι αστυνομικοί, στρατιωτικοί, σεκιουριτάδες, διάφορες φυλές εργαζομένων στις Ολυμπιακές εγκαταστάσεις. Ακόμα και οι θεατές φορούν στολές με τα εθνικά χρώματα της ομάδας που υποστηρίζει ο καθένας. Στολές κάθε είδους, στολές παντού λες, και βρισκόμαστε στη Γερμανία του 1936.
N.: Μα κι εσείς πια! Κάνετε κάτι συγκρίσεις, ανεπίτρεπτες. Πάντως τα τελευταία χρόνια διαπιστώνω κι εγώ μια αλλόκοτη, ύπουλη στρατιωτικοποίηση της ελληνικής νεολαίας. H κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των εισαγόμενων στις παραγωγικές Σχολές της Αστυνομίας, η ίδρυση του Σώματος των Ειδικών Φρουρών, η αύξηση του αριθμού των λιμενικών και των εργαζομένων στην Άμεση Επέμβαση, η απίστευτης κλίμακας επαγγελματικοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων, η ταχύτατη ανάπτυξη των εταιρειών ιδιωτικής αστυνόμευσης έχουν καταστήσει δέσμιους της στολής εκατοντάδες χιλιάδες νέους. Το κράτος προωθεί συστηματικά την ανεργία εφευρίσκοντας όμως όλο πιο πολλές θέσεις εργασίας μέσα στα ατσαλένια κελιά των στολών του. Εκεί εγκλωβίζεται το ίσως υγιέστερο και δυναμικότερο - από άποψης βιολογικής, αν όχι πνευματικής - κομμάτι της ελληνικής νιότης. Παλιότερα ξέραμε μόνο τις στολές του στρατού, οικείες και σχεδόν συμπαθητικές, αφού τις φορέσαμε όλοι. Τώρα περπατάς στον δρόμο και βλέπεις παντού άγνωστες παγερές στολές, με σιρίτια, με κονκάρδες, με εχθρικά χρώματα, με μπότες και σπιρούνια, λες και βρίσκεσαι στη σκηνή μιας εφιαλτικής οπερέτας. Παντού ένστολοι νέοι οι οποίοι αντί να γίνουν σιδεράδες, τεχνικοί, οικοδόμοι, αγρότες, παρέχοντας έτσι δημιουργικό έργο στην πατρίδα τους και πλούτο στους εαυτούς τους, σπαταλούν την αλκή και τα νιάτα τους (αλλά κυρίως επίσης τα χρήματα των φορολογουμένων, όσοι κρατικοδίαιτοι) πουλώντας αμφίβολης αποτελεσματικότητας προστασία στους έχοντες να πληρώσουν. Επιτέλους, ποιος μοιράζει επιλεκτικά το νταβατζιλίκι του κράτους επί τας κεφαλάς των θνητών;
K.: Ο κ. Βουλγαράκης. Όμως, εσείς που έχετε πάει στρατιώτης, θα παρατηρήσατε σίγουρα πόσο μεταλλάσσει η στολή τον άνθρωπο ηθικά και τον παροπλίζει κοινωνικά. Αυτό είναι το ζητούμενο.
N.: Πράγματι. H ατσάλινη πανοπλία τής άνωθεν εξουσίας, το αρχαϊκό κουκούλι της ομοιομορφίας, η συντριπτική για το πνεύμα αλλά και δικαιολογητική κάθε αυθαιρεσίας ιεραρχία, όλος αυτός ο αρρωστημένος πατριαρχικός ρομαντισμός της στολής καθιστά ευχείρωτους τους ανθρώπους. Το πριν ευγενικό παλικάρι παραδίνεται έτσι σ' ένα είδος πρωτογονισμού οπισθοδρομώντας από το εξελικτικό στάδιο της κοινωνίας σ' αυτό της φυλής, καθώς η ηθική του συνείδηση χάνεται στους ατέλειωτους μαιάνδρους της ιεραρχίας. Ο εργαζόμενος εγκλείεται, αλλά ο ένστολος ανήκει.
K.: Ο ένστολος δεν έχει πρόσωπο, ξέρει ότι το συλλογικό πρόσωπο της «φυλής» του είναι αυτό του διοικητή του, του υπουργού, του προέδρου, πρόσωπα τοτεμικά που η συνθετικότητά τους και το περίπλοκο υφάδι των μίτων της εξουσίας τα καθιστά ανεύθυνα.
N.: Ίσως γι' αυτό όλο και περισσότερες εταιρείες επιβάλλουν στους υπαλλήλους τους ένα είδος στολής, κάνοντάς τους να μοιάζουν με στρατιώτες. Το 1936 είναι λοιπόν μπροστά μας.
K.: Ίσως. H στολή, πάντως, είναι μια ανδρική εφεύρεση που έχει να κάνει με τον πόλεμο, τη βία και την αρσενικής επίνευσης μανία για κυριαρχία. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε τείνουσα προς τον ολοκληρωτισμό κοινωνία, όπως η χιτλερική ή η δική μας, προσπαθεί να φορέσει στολές στις γυναίκες και μάλιστα διαφημίζοντας ως νίκη των γυναικών και της ισότητας αυτήν την παράδοση της ειρηνικής θηλυκότητας στο πιο αρσενικό σύμβολο της πατριαρχίας.
N.: Προσθέστε σ' όλα αυτά την υποδόρια σεξουαλική γητειά της στολής... A, παρεμπιπτόντως, να και η συμπαθέστατη κυρία Φ. Πάλλη-Πετραλιά, που στεφανώνει την ωραία Μπαλινέζα.
K.:... Παρεμπιπτόντως θυμήθηκα ότι «ανελληνόστολος» κατά τον Αισχύλο ήταν αυτός που φέρει μη ελληνική ενδυμασία. Νομίζω, λοιπόν, ότι υπάρχει επίσης στοχασμός και λόγος που λες και φοράνε στολή και κράνος των MAT... ανελληνόστολος λόγος.
N.: Εννοείτε τις ιστορικές δοκιμές του αμερικανόφερτου κυρίου Καλύβα, περί της κόκκινης τρομοκρατίας κατά των πτωχών γερμανόστολων Χιτών και των λοιπών ηρωικών μας δωσίλογων;
K.: E, καλά, δεν θα έπεφτα και τόσο χαμηλά. Θυμήθηκα, απλώς, ότι η γλυκύτατη κυρία Πάλλη-Πετραλιά είπε προ ημερών πως «το πρώτο χρυσό μετάλλιο ανήκει στους Έλληνες εργάτες και τεχνικούς». H φαινομενικά ελληνόστολη, συγκινητική ευγένεια τούτης της φράσης όχι μόνο αναιρείται πλήρως από το γεγονός ότι χύθηκε τόσο αίμα εργατών με απόλυτη υπευθυνότητα του κράτους, το οποίο εκπροσωπεί η κυρία Πετραλιά, αλλά και γίνεται εωσφορικός σαρκασμός εφόσον όλοι ξέρουμε πως η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών δεν είναι Έλληνες, μα κακοπληρωμένοι και ποικιλοτρόπως βασανιζόμενοι μετανάστες. Όμως ούτε λέξη γι' αυτούς. Ούτε ένα ευχαριστώ ή μια αίτηση συγγνώμης.
N.: Ανελληνόστολοι άνθρωποι. Από την επιφάνεια της ευγένειας και της φιλοφροσύνης τους, όπως από το φιλιατρό του σολωμικού πηγαδιού, προβάλλει τα μαύρα κερατάκια του ο καγχάζων Σατανάς. Εμείς, όμως, όπως ο συμπατριώτης και συνονόματός μου Διονύσιος ο ιερομόναχος στην πολλαπλά ταιριάζουσα μ' αυτήν τη συζήτηση «Γυναίκα της Ζάκυθος», δεν έχουμε τίποτ' άλλο παρ' εχτός να μετράμε με τα δάχτυλα τους δίκαιους.
K.: Ευοί. Ευοί και στην ωραία κι αθώα για όλ' αυτά Μπαλινέζα.

[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 1.8.2004]

Σπύρου Καρυδάκη, ΑΝΕΞΙΤΗΛΟ ΚΟΚΚΙΝΟ (διήγημα)

ΝΙΟΝΙΟΣ: Δεσποινίς Αικατερίνη!
KATINA: A, εσείς είστε; Σας έχω εξηγήσει τουλάχιστον εκατό φορές ότι δεν θέλω να με λέτε Αικατερίνη, αλλά Κατίνα.
N.: Χμ, ναι, όμως ντρέπομαι να φωνάξω «Κατίνα» μες στην Πανεπιστημίου. Ξέρετε, οι «Κατίνες» της γειτονιάς...
KAT.: Κατίνα λέγαν τη γιαγιά μου, Κατίνες και τις προγιαγιάδες μου εδώ και πολλές γενιές. Είμαστε μια φυλή Κατίνων. Εξάλλου, προτιμώ να είμαι μια παλιοκατίνα, παρά πολιτικώς ορθή σαν τις φίλες σας.
N.: Ο καθένας έχει τους φίλους που του αξίζουν, όπως μου είχατε πει άλλοτε.
KAT.: Δεν θα έλεγα ποτέ κάτι τόσο κοινότοπο. Είχα πει ότι ο καθένας έχει ως φίλους εκείνους που, κατά βάθος, τους επιτρέπει να τον αγαπήσουν.
N.: Καλά. Όμως, πέστε μου, τι αλλόκοτα ρούχα είν' αυτά που φοράτε;
KAT.: Είναι η στολή μου. Συμμετέχω στην Τελετή Έναρξης της Ολυμπιάδας.
N.: Τι; Μα εσείς μέχρι πριν λίγον καιρό λυσσούσατε εναντίον των δύστυχων Ολυμπιακών Αγώνων!
KAT.: Ναι. Αλλά, πρώτον, δεν έχω καμιά υποχρέωση έναντι του εαυτού μου, να κουτσουρεύω την ακόρεστη περιέργειά μου προς χάριν της εντιμότητάς μου...
N.: Θεέ μου, τι ειλικρίνεια! Και τι αναξιοπιστία!
KAT.: ...Δεύτερον, ήθελα να γνωρίσω τον κ. Δ. Παπαϊωάννου, που τον θαύμαζα από μικρή. Είχα καταγοητευθεί από τα κόμικς του, αριστουργήματα ευαισθησίας και ανθρωπισμού. Μιλάω, βέβαια, για τη δεκαετία του '80, τότε που ήμουν μια μικρή με ροζ καλτσάκια, σχεδόν αθώα ακόμα.
N.: Φαντάζομαι ότι ποτέ δεν θα ήσασταν εντελώς αθώα. Όμως, μιλήστε μου για το μεγάλο μυστικό. Τι περιλαμβάνει αυτή η περίφημη Τελετή Έναρξης;
KAT.: A, αυτό; Ευχαρίστως! Που λέτε, την τελετή ανοίγει ένας χορός από μελανειμονούσες με επικεφαλής κάποιον λευκοντυμένο, μεταμφιεσμένον σε Γιάννη Τσαρούχη...
N.: Γιατί σε Τσαρούχη;
KAT.: Διότι ο Τσαρούχης ήταν δάσκαλος του κ. Παπαϊωάννου κι έλεγε σε όλους εξόχως δραματοποιημένα ψέματα, τόσο ευφυή ώστε άξιζαν περισσότερο από κάθε στεγνή και τρέντι αλήθεια. Μπαίνουμε, λοιπόν, ολολύζοντας: «Ουέ! Αλίμονο σε σένα Ιερουσαλήμ, που αποκτείνεις τους ελεύθερα σκεπτόμενους».
N.: Απίστευτο! Μα πώς...
KAT.: A, μη με διακόπτετε! Μετά μπαίνει η κα Γιάννα Αγγελοπούλου ντυμένη Σαλώμη κι αποκτείνει τον Τσαρούχη μ' έναν διπλό πέλεκυ.
N.: Με δουλεύετε!
KAT.: Τότε εισέρχονται εν πομπή οι συμμετέχοντες στους Ολυμπιακούς, χορεύοντας τσα-τσα: Οι κολοσσιαίες εταιρίες αθλητικών, οι τράπεζες, οι σπόνσορες, οι διαφημιστές, οι έμποροι οπλικών συστημάτων και συστημάτων ασφαλείας, κατασκευαστικές εταιρείες, χιλιάδες αστυνομικοί, σεκιουριτάδες, κρατικά πιράνχας, επίσημοι, πράκτορες, ρουφιάνοι ημεδαποί και αλλοδαποί.
N.: Και οι αθλητές;
KAT.: A, ναι, μπαίνουν και οι αθλητές. Τότε συμβαίνει κάτι τρομερό.
N.: Μα τι; τι;
KAT.: Ο σφαγιασθείς Τσαρούχης ανασταίνεται. Με έναν οργιαστικό και κάπως άσεμνο χορό, σκορπίζει τους έντρομους συμμετέχοντες στους αγώνες. Ανακαλεί εμάς τις μελανειμονούσες, που σχίζουμε πάραυτα τα μαύρα πέπλα. Οι στολές που φοράμε από μέσα συμβολίζουν τους αληθινούς πρωταγωνιστές των Ολυμπιακών Αγώνων. Προπορεύονται οι εκατοντάδες σκύλοι και γάτες με τις ματωμένες τους γούνες, που σφαγιάστηκαν από τα συνεργεία των Δήμων. Ακολουθούν οι ζητιάνοι, τα πρεζόνια, οι άστεγοι, οι μετανάστες, οι κακοντυμένοι (όπως εσείς, παρεμπιπτόντως) και οι λοιποί μη τρέντι, που χαλούν την εικόνα της αγαπημένης μας Μητρόπολης. Κρατούν ένα πλακάτ με χολιγουντιανά λαμπιόνια που σχηματίζουν τη φράση: ΑΟΥΣΒΙΤΣ, ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ. Έπεται ένας γυμνός Εσταυρωμένος και υπεράνω της κεφαλής αυτού υπάρχει επιγραφή Ελληνικά, Λατινικά κι Εβραϊκά: «Ούτος εστί ο εργαζόμενος ο πληρώνων τη νύφη, αλλά μην ανησυχείτε, θα μας ξαναψηφίσει». Μετά έρχεται μια ομάδα κουβαλώντας με κόπο τεράστια μάτια, αυτιά κι ένα Ζέπελιν, που συμβολίζουν την ηλεκτρονική ρουφιανιά. Την παρέλαση κλείνει μια κυλιόμενη πλατφόρμα επί της οποίας βρίσκεται ένα τεράστιο καζάνι βαμμένο στα εθνικά μας χρώματα. Ο Τσαρούχης βουτάει σ' αυτό μια πελώρια κουτάλα και τη βγάζει γεμάτη μ' ένα κόκκινο υγρό. Φωνάζει: «Αγαπητοί θεατές, ένα από τα ωραιότερα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, λέει, Αν δεν στοιχειώσετε άνθρωπο, γεφύρι δεν στεριώνει. Αυτό κάναμε κι εμείς. Φέραμε ξένους, φτωχούς νέους ανθρώπους δίχως δικαιώματα, δίχως πατρίδα να παρέμβει για χάρη τους με τους κομάντος της, δίχως καν πρόσωπο για να το δείξει η τηλεόραση. Εργάστηκαν σχεδόν τζάμπα για να φτιαχτεί η Νέα Ελλάδα. Σκοτώσαμε κάμποσους. Πάνω από εξακόσιοι πενήντα εργάτες έχουν σκοτωθεί από το 2000. Τους λιώσαμε κάτω από μπουλντόζες, τους ρίξαμε από τα καλατράβεια ύψη, τους παλουκώσαμε στις σιδερόβεργες, τους θάψαμε ζωντανούς στα ορύγματα. Έτσι, τα υπέροχα ολυμπιακά και άλλα έργα θα στεριώσουν καλά πάνω στους δολοφονημένους και θα μείνουν αθάνατη κληρονομιά για τα παιδιά μας. Όταν το αίμα χύνεται, τότε μόνο καταλαβαίνεις πόσο πολύ έχει στο κορμί του ο άνθρωπος: μια σταγονίτσα θα φτάσει για όλους. Και για σας, κύριοι επίσημοι. Και για σας, καλοπληρωμένοι υπεραθλητές, παρατρεχάμενοι, εθελοντικά συμμετέχοντες, αστυνομικοί, υπάλληλοι κάθε λογής. Ιδιαιτέρως για σας, σεβαστοί μου θεατές, Έλληνες και ξένοι, που ήρθατε εδώ για να ενθουσιαστείτε και να χειροκροτήσετε. Μια σταγόνα ανεξίτηλο κόκκινο αίμα για τον καθένα σας».
Και ο λευκοντυμένος γέρος άνθρωπος σκορπίζει με την κουτάλα το αίμα στα αλαλάζοντα πλήθη.
N.: Αδύνατον να είναι αυτή η Τελετή Έναρξης!
KAT.: Έχετε δίκιο. Συνέθεσα εκ του προχείρου το στόρι μπόαρντ ενός μελό κόμικ της δεκαετίας του '80, πολύ κατώτερο βεβαίως απ' αυτά που έκανε τότε ο κ. Παπαϊωάννου.
N.: Μιλούσατε σιγά, λέγοντας πράγματα που συνήθως τα κραυγάζει κανείς.
KAT.: Όταν ουρλιάζεις για το χυμένο αίμα, αυτό πολλές φορές ξεθωριάζει. Αλλά και εσείς είστε χλωμός.
N.: Ξέρετε, έχω αγοράσει εισιτήριο...
KAT.: Κι εγώ. Ας πάμε λοιπόν. Και το αίμα των αθώων εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών.
[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 3.8.2004]

Σπύρου Καρυδάκη, O ΔIΓENHΣ ΣTHN ΠENTEΛH (διήγημα)

Στον Ανδρέα Μαδαράκη, τον μετρονόμο.

Οι πελώριοι γκρεμοί διαφύλασσαν έναν τόπο όπου το κοκκινόχωμα κοιμόταν ξερό κι άνυδρο εδώ και χιλιετίες. Θραυσμένοι βράχοι από κατάλευκο μάρμαρο γκρίζαιναν κάτω από το βαρύ φως. Έσιαξα νοικοκυρίστικα τον ιώδη βελουδένιο μανδύα μου με τις χρυσές ταινίες. Τι κακόγουστο ντύσιμο! σκέφτηκα. Όμως μου άρεσε πολύ.
«Ο ευσεβής και φιλόχριστος αυτοκράτωρ καίσαρ Αύγουστος, εν Χριστώ Βασιλεί αιωνίω βασιλεύς Ρωμαίων, νικητής, τροπαιούχος, κύριος της Ανατολής και της Δύσεως», απάγγειλα με άνεση και κάπως αυτάρεσκα, «στέρνει την πατρική ευλογία του στον γενναιότατο Διγενή...».
«Τι υπερβολικός τίτλος για έναν απόλεμο αυτοκράτορα!» είπε η Μαξιμώ, η βασίλισσα των Αμαζόνων.
«Μην διακόπτετε τον αυτοκρατορικό μανδάτορα!» φώναξε ο μέγας μετρονόμος Ανδρέας κραδαίνοντας το κουτί με τα ζάρια.
Έριξα ένα περιφρονητικό βλέμμα στη Μαξιμώ. Πάντα γλυκοκοίταζε τον Διγενή, όπως όλες τους άλλωστε. Είναι ένα είδος φυσικής καταδίκης, τελικά, το να έχεις γεννηθεί τόσο εντυπωσιακός και τόσο βλάκας, σκέφτηκα εκδικητικά ατενίζοντας τον Διγενή Ακρίτα, υψηλό κι ευθυτενή, με τα δεκάδες καλοπλεγμένα χρυσόξανθα κοτσιδάκια να προβάλλουν από το κράνος του και να λάμπουν στον ήλιο. Μετά, συνέχισα δυνατά:
«Ο ευσεβέστατος αυτοκράτωρ διακοινώνει ότι ευαρεστείται, εν τω πλήθει της φιλανθρωπίας του, να μεσιτεύσει στους απελάτες για να απελευθερώσουν τη σύζυγο του ανδρειωτάτου Διγενή, ώστε να λήξει αυτή η εξαιρετικά δυσάρεστη διαμάχη μεταξύ των πιστών τέκνων της φιλοχρίστου βασιλείας του...».
H Μαξιμώ χτύπησε το κοντάρι στην ασπίδα της καγχάζοντας:
«Και ποιος θέλει τη μεσιτεία του;».
Ο Ανδρέας, αυτή τη φορά οργίστηκε στ' αλήθεια.
«Μαξιμώ, αν ξαναμιλήσεις εκτός μετρονόμησης, θα τιμωρηθείς!». Μετά, έριξε το ζάρι των Αποφάνσεων. «Τρία στα πέντε», ανακοίνωσε σηκώνοντας ψηλά το καρτελάκι με τον ανάλογο αριθμό. Χάρηκα. Με υψηλότερο βαθμό Απόφανσης το πέντε, ο χρυσοκοτσιδάκιας έπρεπε να δώσει μια ασαφή, πολύ διπλωματική απάντηση. Και ήταν πάντα δύσκολο γι' αυτόν να οργανώσει κάπως ικανοποιητικά τον συγκεχυμένο πολτό που περιείχε το αγέρωχο κεφάλι του.
«Της Αραβίας τα βουνά και οι έρημοι της Συρίας μιλούν για το κοντάρι μου», βροντοφώναξε το τούβλο. «Ευχαριστώ τον αυτοκράτορα, όμως την πολυαγαπημένη μου γυναίκα θα την λευτερώσω μονάχος μου και οι άνομοι απελάτες θα δαγκώσουν τις πέτρες αυτού του βουνού».
«Πολύ μπρούτα απάντηση για βαθμό Απόφανσης τρία», είπε ο μέγας μετρονόμος. «Έπρεπε να ήσουν πιο πολιτικός».
«Εγώ δεν ξέρω από πολιτικές και υποκρισίες!», διαμαρτυρήθηκε ο Διγενής. «Μεγάλωσα στην πετρώδη Καππαδοκία, και τα μόνα πράγματα που έμαθα καλά είναι η εντιμότητα, η ανδρεία, το να βοηθάω τους ανθρώπους, όχι να ρητορεύω!».
«Τρεις πόντοι Ανταμοιβή», αποφάσισε αμείλικτος ο Ανδρέας. Δεν μπόρεσα να κρύψω ένα χαμογελάκι κακίας. Με υψηλότερο βαθμό Ανταμοιβής το δέκα, τρεις πόντοι ήταν αληθινή συντριβή.
«H αρετή σου, Διγενή, είναι γνωστή στον αυτοκράτορα», είπα, αφού κοίταξα με χαρούμενη έκπληξη το καρτελάκι που σήκωνε βουβός ο μέγας μετρονόμος: βαθμός Απόφανσης πέντε! Επιτέλους, αυτή την ευκαιρία περίμενα, τρεις μέρες τώρα. «Ο σεβαστός κύριός μου πιστεύει ότι σπαταλιέσαι άδικα στα φαράγγια αυτών των ξερότοπων, απ' όπου έχει αποστρέψει τα μάτια του ο Θεός. Σε θέλει κοντά του, δεξί χέρι της βασιλείας του. Σου προσφέρει το αξίωμα του μεγάλου δομέστικου των Σχολών της Ανατολής».
Χε, χε! όλοι μείναν σέκοι ακούγοντας το μέγιστο στρατιωτικό αξίωμα της αυτοκρατορίας, μετά απ' αυτό του αυτοκράτορα. Ο γερο-Φιλοπαππούς μούγκρισε ανεβοκατεβάζοντας το φαλακρό κεφάλι του, οι υπόλοιποι απελάτες, ο Ιωαννάκης, ο Κίνναμος και ο Λέανδρος κουνήθηκαν ανήσυχα, ενώ η Μαξιμώ πρασίνισε. Ο Ανδρέας είπε κουρασμένα:
«Είναι πολύ μεγάλο αξίωμα. Καταστρέφεις την ισορροπία. Σου δίνω τη δυνατότητα μιας δεύτερης Απόφανσης».
Έκανα προκλητικά ένα βήμα προς τον αποσβολωμένο Διγενή τείνοντάς του το χέρι. Ο χιτώνας μου από κροκάτο μεταξωτό, ο βαρύς βελουδένιος μανδύας μου, θρόισαν. Με το ένα μάτι πρόσεχα πού πατάω: τα χρυσόκλαρα πασούμια μου δεν ήταν κατάλληλα γι' αυτούς τους αγριότοπους. «Είμαι το μάτι, το αφτί και η φωνή του βασιλέα...», είπα κομψά και με σεμνότητα τόσο επιτηδευμένη, ψιλοτορευμένη και καλοξομπλιασμένη, ώστε να φαίνεται αμέσως ότι είναι ψεύτικη, «... κι έχω βαθμό Απόφανσης πέντε. Έλα, Ακρίτα! Ο θεοδώρητος δεσπότης μας και η θεοφρούρητη Πόλις σε περιμένουν».
Μια γερή ματσουκιά από το κοντάρι ενός δόρατος, μου κούλανε το χέρι. H Μαξιμώ στεκόταν δίπλα μου αγριεμένη, ντιντίνιζαν οι κρίκοι του υπέροχου αλυσιδωτού θώρακά της και τα διάφορα άλλα στρατιωτικά λιλιά, που τόση εντύπωση προκαλούσαν στους ανεγκέφαλους θαυμαστές της - πρωτίστως στον Διγενή.
«Φίδι κολοβό!» ούρλιαξε μεσ' στ' αφτί μου κουφαίνοντάς με, «ύπουλοι κόλακες! παλατιανές αδερφάρες! Ο κερατάς ο βασιλιάς σου ποτέ δεν θα έδινε ένα τέτοιο αξίωμα σε κάποιον που θα το άξιζε στ' αλήθεια, γιατί τότε θα κινδύνευε ο θρόνος του. Το κάνεις επίτηδες για να απομακρύνεις τον Διγενή από τη Συρία, αφού μόνο εδώ είναι πανίσχυρος, ενώ στο παλάτι θα είναι μια διακοσμητική νούλα!».
Θεέ μου, έχει τρελαθεί εντελώς, σχεδόν μου έσπασε το χέρι! Τρίβοντάς το, έκανα ένα βήμα πίσω. Τι όμορφη που ήταν έτσι έξαλλη!
«Είσαι μια βάρβαρη κι άπλυτη πολεμίστρια, γι' αυτό δεν καταλαβαίνεις απ' αυτά», είπα θιγμένα μα και με χαριτωμένη νωχέλεια. «Εξ άλλου δεν σου πέφτει λόγος, εφ' όσον έχεις απλά προσκληθεί από τον Φιλοπαππού σαν σύμμαχός του. Είσαι μια ξένη, ένα τίποτα - ούτε καν άνδρας». Στράφηκα προς τους τέσσερις στρατιωτικούς. «Πάγια πολιτική του δικαιώτατου βασιλέα μας είναι να μην ανακατεύεται στα προσωπικά των πιστών υπηκόων του, και μάλιστα στην ευαίσθητη αυτή περιοχή, περικυκλωμένη από εχθρούς, χωρίς σύνορα, χωρίς νόμους, η οποία έχει για μόνο στρατό μερικούς μισοβάρβαρους (τόνισε τη λέξη κοιτάζοντας δήθεν αθώα προς τον Διγενή) Ακρίτες. Έτσι, δεν θα σας πρόσταζε ποτέ να παραδώσετε την αιχμάλωτη στον Διγενή, έναν απλό Ακρίτα. Όμως, τώρα πρόκειται για τη σύζυγο του μεγάλου δομέστικου των Σχολών της Ανατολής. Θα τολμούσατε να συγκρουστήτε, στο πρόσωπό του, με όλη την αυτοκρατορία και τον ίδιο τον θεοδώρητο βασιλέα μας; Αν κι απελάτες, δηλαδή ρέμπελοι, πρέπει να σκεφτείτε περινούστερα απ' αυτή την πρωτόγονη βασίλισσα».
Ο Ανδρέας είπε απρόθυμα στον Φιλοπαππού, αφού έριξε το ζάρι:
«Πρέπει να απαντήσεις, αν και ο βασιλικός μανδάτορας καταστρέφει την ιστορία μας, και την Ιστορία γενικώς. Βαθμός Απόφανσης δύο».
Ο Φιλοπαππούς ξερόβηξε. Κακός βαθμός, αλλά ήταν παμπόνηρος ο γέρος. Είπε με την βαθιά φωνή του:
«Ο Θεός είναι απρόσιτος και ο κόσμος του παράξενος. Οι αχανείς αυτοί τόποι του, η Τρώσις, το Έμελ, το Μαυροχιόνιον, το τερπνό Βλαττολιβάδι, το Κουκουλιθάριον, το Βαγδά, η Τεφρική, όλος αυτός ο αναρχικός σωρός από ερήμους, βουνά και βαθυρρέματους ποταμούς που εκτείνεται ως τη Βαβυλώνα και πέρα ακόμα, ως τους τόπους των Αραβιτών, ανήκει μοναχά στους άνδρες που στέκουν όρθιοι, ζωντανοί ανάμεσα στους πεθαμένους. Είμαστε απελάτες και ληστές. Όμως ποτέ δεν θα διανοούμασταν να τα βάλουμε με τον ίδιο τον αυτοκράτορα, την εικόνα του Κυρίου πάνω στη Γη, ούτε με τον δομέστικο των Σχολών, τα δάχτυλα και το σπαθί του βασιλιά. Αν ο Διγενής δεχτεί το αξίωμα, θα του παραδώσουμε την πανέμνοστη κόρη. Αν όχι, θα συνεχίσουμε τον πόλεμο ώσπου ο παράδεισος ή η κόλαση ν' αστράψουν στα μάτια του ή στα μάτια μας».
«Ανιστόρητη εξέλιξη αλλά ενδιαφέρουσα», ανήγγειλε ο μέγας μετρονόμος, προσπαθώντας να συμμαζέψει την κατάσταση. «Οχτώ στα δέκα Ανταμοιβή για τον Φιλοπαππού, πέντε στη Μαξιμώ, εννιά στον αυτοκρατορικό μανδάτορα».
«Άξιζα για δέκα!» διαμαρτυρήθηκα.
«Τελείωσε!» είπε απότομα εκείνος. Τα βλέμματα όλων στράφηκαν στον Διγενή, που έστεκε όλην αυτή την ώρα κατάφατσα στο ροδίζον φως, ροδίζων κι ο ίδιος μες στην επίχρυση πανοπλία με τις φολίδες από ντουραλουμίνιο, θαυμαστός όπως είναι όλοι οι τυχεροί που έχουν σημαδευτεί ανεξίτηλα από τη ροχάλα της μοίρας. Στεκόταν έτσι ακίνητος διότι δεν ήξερε να κινηθεί με χάρη, σκέφτηκα χαιρέκακα. Τον μισούσα με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου - μόνος εγώ, όλοι οι άλλοι τον θαύμαζαν, ακόμη κι οι εχθροί του. Ήταν καταδικασμένος να μου υποταχθεί. Δεν μπορούσε ν' αρνηθεί το αξίωμα που του πρόσφερα. Θα τον έσερνα σαν σκυλίτσα μπροστά στον σεβαστό μας αυτοκράτορα.
Το μοσχάρι, που περνιόταν για ταύρος, τεντώθηκε. Είπε απλά:
«Άρχειν μεν δεν αγαπώ, αλλά να είμαι μόνος».
«Δέκα στα δέκα», φώναξε ο Ανδρέας.
«A, όχι!» ούρλιαξα. «Τι σαχλαμάρες είναι αυτές. Είπαμε, πρέπει να υπάρχει ένα λογικό μέτρο, όχι να λέμε ό,τι μας κατέβει!».
«Ο στίχος αναφέρεται στο έπος», είπε γαλήνια ο μέγας μετρονόμος, ο απαραβίαστος κύριος του παιχνιδιού.
«Εσύ το λες αυτό;» άφρισα. «Μα εσύ ο ίδιος όρισες να μην μεταχειριζόμαστε στιχάκια από το έπος. H ελευθερία της φαντασίας...».
«Είναι φορές που τα γραμμένα συνιστούν την μόνη δυνατή ελευθερία της φαντασίας», είπε ο Ανδρέας και μετά χάσαμε πάλι τον έλεγχο, που μόλις πριν λίγο τον είχαμε επανακτήσει μετά από τρεις μέρες αλληλοφάγωμα. H Μαξιμώ, με ένα ουρλιαχτό χαράς όρμησε στον Διγενή. Το δόρυ τινάχτηκε προς το στήθος του αλλά εκείνος, με τη σιγουριά ενός κτήνους προοικονομημένου από τους θεούς του φωτός, απέκρουσε δίχως να σαλέψει καν τα δερματοντυμένα ποδάρια του. H ομάδα των απελατών άνοιξε σαν βεντάλια. Βράχοι και άνυδρα φτωχοβοτάνια του βουνού σκοτείνιασαν καθώς η μάχη άστραφτε με τα νερά της φαντασίας να συμβολοποιούνται στις συνειδήσεις μας, όπως λεκιασμένο τραπεζομάντιλο που γίνεται σημαία. Οι πελώριοι γκρεμοί από λαμπρό πεντελίσιο μάρμαρο αντιλαλούσαν τις φωνές και τα χουγιαχτά στέλνοντας τους ιριδισμούς των κρυστάλλων τους, μικροσκοπικών, απειράριθμων, να κεντούν πισωβελονιά την εικόνα του καθενός μας. Μου έρχονταν δάκρυα λύσσας. Πράξη! Πράξη! Και είχα τόσο πασχίσει να τους σύρω στην επικράτεια του λόγου, όπου θα μπορούσα να κάνω τον Διγενή πιστό αρνάκι μου, όπου η Μαξιμώ θα μ' αγαπούσε. Πού το είχε θυμηθεί ο βλίτος εκείνο το τσιτάτο; Οι αιχμές των κονταριών ακινητούσαν χορευτικά μπρος στα πάνοπλα στήθη. Ο απόστεγνος κι εύθρυπτος αέρας του απόβραδου εδονείτο λάγνα από τις άυλες χορδές των τοξευμάτων, τα οποία είχαν για στόχο στη γλώσσα της πραγματικότητας τη σάρκα και στη γλώσσα των συμβόλων τον ουρανό. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες είχε διαρκέσει κιόλας αυτό το παιχνίδι, «H αρπαγή της αγαπημένης του Διγενή», εκείνης που ήταν απλά ένας κατάλευκος χιτώνας στερεωμένος με πέτρες στο χείλος του μαρμάρινου γκρεμού. Τρεις μέρες πολεμούσε ο Διγενής τους απελάτες και τη Μαξιμώ. Ο Ανδρέας, μετρονόμος του παιχνιδιού, ευρέτης του και εταστής του, ήταν σαφής από την αρχή: Όλα θα γίνουν σαν να ήταν αλήθεια, είπε. Τα ρούχα, τα όπλα, τα λόγια. Θα δινόμασταν στη γοητεία της πιθανότητας, κι έτσι δεν θα ξέραμε από πριν την εξέλιξη της ιστορίας.
Τρεις μέρες πολεμούσαμε στα αρχαία λατομεία της Πεντέλης, όπου ο ουρανός πρόβαλλε ανάμεσα στις κατακόρυφες πλαγιές σαν αποσιωπητικό σε απολιθωμένη πρόταση, όπου τα μισόξερα φυτά απελπίζονταν ίδια με τις καρδιές μας. Τα βράδια, διαλυμένοι από την πράξη της φαντασίας, τρώγαμε, πίναμε, τραγουδούσαμε και χορεύαμε στους ρυθμούς δολοφονικής χέβι-μέταλ στην κατασκήνωσή μας, στη σπηλιά του Νταβέλη.
Κάτω από τον μύθο που παίζαμε, είχε σηκώσει το φιδίσιο κεφάλι της η αλήθεια. Κάτω από την επίφαση του κερματισμένου τοπίου είχε προβάλλει αμείλικτη η τρομερή φύση του βουνού, το ιερό Πεντελικόν όρος, με τα πανάρχαια λατομεία, σχιστές τσεκουριές στο σώμα του λευκότατου μαρμάρου. H πέτρα καθοδηγούσε το αίμα, ο καιρός της νύχτας ιρίδιζε ποτίζοντάς μας ως τα φυλλοκάρδια με τη σκόνη των νεκρών. Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας, κατά κόσμον Κωστής, υδραυλικός, φοιτητής TEI, πολεμούσε με το δόρυ, το σπαθί και το δοξάρι όπως εναρμόνια πελώρια βαλανιδιά, τέλειος ισορροπιστής του κορμιού του και του βουνού - όλοι ήμασταν απόξενοι απέναντί του.
«Ρε παιδιά», ούρλιαξα απελπισμένα καταλαβαίνοντας ξάφνου ακέραιο το νόημα, «παίζουμε, είναι παιχνίδι, ένα παιχνίδι ρόλων είναι, μη σκοτωθούμε κιόλας, ο Ανδρέας το σχεδίασε ρε παιδιά, τα σπαθιά είναι αντίγραφα, είμαστε ψεύτικοι ρε, ο Διγενής είναι ο Κωστής, είναι ψεύτικος!».
H Μαξιμώ, η ζόρικη Μαρία η γραφίστρια, που έκανε τόσο χαζά ρόδινα κόμικς, όλο γυναικείες μαλακιούλες, χούγιαξε και μου έριξε ένα πλαστικό βέλος φτερωμένο με πούπουλα κότας. Σφύριξε πάνω από το κεφάλι μου το φονικό παιχνίδι. Ο γερο-Φιλοπαππούς, ο τριανταπεντάχρονος, χοντρός και φαλακρός δικηγόρος, ούρλιαζε κραδαίνοντας το νικέλινο σπαθί του, με το στήθος ματωμένο, αν και υποτίθεται χτυπούσαμε τον γαλάζιο αέρα. Ο Ανδρέας σημείωνε σχολαστικά τους βαθμούς Ανταμοιβής σιωπηλός, σηκώνοντας κάθε τόσο τα καρτελάκια του. Τότε ακούστηκε η σειρήνα.
Το περιπολικό φρενάρισε τσιρίζοντας στον χωματόδρομο μπροστά στο αρχαίο νταμάρι. Ένας αστυνομικός με φαιοπράσινη στολή βγήκε, στυλώθηκε με ανοιχτά τα πόδια μες στις στερνές αχτές του ήλιου.
«Ρε κωλόπαιδα», κραύγασε, «έχετε αναστατώσει όλη την Πεντέλη, έχουμε κι Ολυμπιακούς, κι ανεβαίνουν οι τουρίστες για να δουν τα λατομεία... Για κατεβείτε, σκατοαλήτες, να πάμε στο τμήμα! Στη μάντρα του Ασπρόπυργου θα σας κλείσουν, γελοίοι. Άντε!».
Ο Ανδρέας κρυβόταν δίπλα μου. Σηκώθηκε, έριξε το ζάρι των Αποφάνσεων. Έφερε άσο.
«Διγενή!» φώναξε. «Έχεις πέντε. Μπορείς να δώσεις μια μπρούτα απάντηση».
Ο Διγενής, ο Κωστής ο υδραυλικός, ο καλύτερός μου φίλος, βγήκε από τους βράχους, σήκωσε ψηλά το τόξο δείχνοντάς το, είπε:
«Ταύτα γαρ εισίν όπλα δικαιοσύνης».
Το βέλος βρήκε τον αστυνομικό κατάστηθα. Έπεσε μονοκόμματα. «Δέκα στα δέκα», μουρμούρισε ο μέγας μετρονόμος, ο ποιητής κι αναρχικός Ανδρέας και σημείωσε τον βαθμό, ενώ η Μαξιμώ και οι απελάτες κομμάτιαζαν με τα σπαθιά τους τον άλλο αστυνομικό καθώς εκείνος προσπαθούσε να ξεμπερδέψει από τη θήκη το πιστόλι του.
Έτσι έγινε. Και τώρα κατέβαιναν το αρχαίο λιθόστρωτο αστραφτεροί, με τις αλουμινένιες πανοπλίες, τα σπαθιά - ρεπροντιξιόν, τα μπιχλιμπίδια αγορασμένα από το Μοναστηράκι. Κατέβαιναν προς τη μεγάλη πόλη που άναβε τα φώτα της. Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας μπροστά αγέρωχος, κοντά του η ωραία Μαξιμώ, η βασίλισσα των Αμαζόνων, πίσω οι απελάτες.
«Τι τα θες;... ακόμα κι ο πιο χαμένος του παιχνιδιού, όλα τα μπορεί», είπε ο Ανδρέας ρίχνοντάς μου στα πόδια το ζάρι των Αποφάνσεων. Μετά, ακολούθησε τους άλλους σημειώνοντας ολοένα τους βαθμούς Ανταμοιβής.
Έμεινα μόνος με τον λευκό χιτώνα, την αγαπημένη του Διγενή, στερεωμένον με πέτρες στο χείλος του γκρεμού. Δεν μπορούσα να τους ακολουθήσω. Αλίμονό μου, πίστευα πάντα στην πραγματικότητα κι όχι στην αλήθεια.

[Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 29.7.2004]

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Ανοιξιάτικες πολύχρωμες ομπρέλες

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

«Τώρα που κάθομαι άνεργος [1] και λογαριάζω», όπως έλεγε κι ο Σεφέρης, ανεξίτηλες εικόνες από το εκπαιδευτικό ταξίδι στην Ιταλία κατακλύζουν τη μνήμη.
Ανακατωμένες οι λέξεις, επίθετα και ουσιαστικά, ρήματα και προθέσεις, εγκλίσεις, χρόνοι κι αριθμοί, σαν τα φύλλα που σωριάζει ο Βοριάς στην άκρη του δρόμου. Βασανίζει ο χρόνος που περνά ατελέσφορα και σφίγγει τα μελίγγια όπως του μετανάστη το βήμα που τρέχει με την πολύχρωμη ομπρέλα και τις σπασμένες αντένες κάτω απ΄ τη βροχή. Πώς να πλέξω λόγο, να ζωγραφίσω τις εικόνες που ξεπρόβαλαν μπροστά μου, όταν τράβηξα τις κουρτίνες της καμπίνας πάνω στο μεγάλο πλοίο λίγο πριν λύσουν οι κάβοι. Πώς να κάμω το χορτασμένο να δακρύσει σαν την κληματαριά της αυλής που της κόβουν τις βέργες για να πετάξει καινούργιες. Και πώς να μην αδέξια ξεβάψω τα ροδαλά χαμόγελα απ΄ τα νεαρά βλαστάρια που κρατούσα το χέρι στα φανάρια των δρόμων…
Οι εργασίες των μαθητών παραδόθηκαν στην ώρα τους. Ήταν απαραίτητος όρος για να επιλεγούν οι καλύτεροι. Στις τελευταίες οδηγίες τονίσαμε να έχουν μαζί τους ζεστά ρούχα κι ομπρέλες κι ας ταξιδεύαμε ανήμερα στη γιορτή της Άνοιξης. Οι νέοι αρνούνται να κρατήσουν ομπρέλες, τις αφήνουν στους μεγάλους που κουβαλούν άγχη και φόβους.
Την παραμονή το νησί αποκλείστηκε από τον άγριο Πουνέντε που λυσσομανούσε κι έκανε τα κυπαρίσσια να μοιάζουν με λιγνόκορμες μαυροφορεμένες γριές που υποκλίνονται στο χρόνο και δέονται για του παραδείσου τη θέση. Πρωινές ακτίνες ξεπρόβαλαν ανάμεσα στα σύννεφα με την κομμένη ουρά και στο λιμάνι μια καινούργια μπόρα άνοιξε τις πολύχρωμες ομπρέλες μας σαν πινελιές ελπίδας σε γκρίζο φόντο.
Στην Πύλη 6 το γυάλινο κτίριο γέμιζε βιαστικούς ταξιδιώτες. Μεγάλες βαλίτζες άδειασαν ντουλάπες και συρτάρια στη σιγουριά της αφθονίας και τα πορτοφόλια γέμισαν χάρτινες αξίες. Κινητά τηλέφωνα φορτίστηκαν πανέτοιμα ν' απαλύνουν τον πρόσκαιρο απογαλακτισμό και ν΄ απαθανατίσουν πρωτόγνωρες εικόνες. Το μεγάλο κόκκινο πλοίο καθάριζε σαλόνια και καμπίνες, κι οι λευκοί μάγειροι έριχναν τα τελευταία καρυκεύματα σε πυρωμένα σκεύη.
Η ημέρα της άνοιξης έλαμπε στα πρόσωπα των δεκαεξάρηδων, αγοριών και κοριτσιών, που άρχιζε με το πρώτο ταξίδι έξω απ΄ τα σύνορα της χώρας. Οι πολύχρωμες ομπρέλες έκλεισαν για ν' ανοίξουν πολύχρωμα όνειρα σε ξένους κι άγνωστους τόπους. Καμαρότοι με παπιγιόν έδειξαν το δρόμο για τις καμπίνες, όλες εξωτερικές με μεγάλα φινιστρίνια!
Έξω από τους δεμένους κάβους οι πολύχρωμες ομπρέλες είχαν σπασμένες τις αντένες σαν τα όνειρα των μελαψών δακτύλων. Όταν βρέχει τρέχουν στους κάδους για να βρουν ομπρέλες και στα χέρια δεν κρατούν βαλίτζες, μόνο τρέχουν πάνω από τις ράγες και κάτω από τις ράγες, κάτω από παροπλισμένα βαγόνια και μέσα σε ξεχασμένους γέρικους συρμούς. Μετανάστες στο άνθος της νιότης σταματούν το χρόνο στα άδεια πορτοφόλια, ανάμεσα στις σκουριασμένες ράγιες με θέα τα φουγάρα των μεγάλων πλοίων που λύνουν και δένουν σε σιδηρόφρακτους κάβους. Όνειρα που γεννιούνται και πεθαίνουν σε κάθε σφύριγμα του πλοίου… Παρατάσεις ζωής με μαραγκιασμένο στομάχι και πληγωμένες αισθήσεις.
Στο πρυμναίο μπαρ οι μεγάλες τζαμαρίες αποκάλυψαν το θυμό του Ποσειδώνα που φούσκωνε και κύλαγε πελώρια κύματα πάνω στο μεγάλο καράβι. Κι εκείνο τα ΄σπαγε και τα ΄φριζε σαν ν΄ ανοίγουν μπουκάλια σαμπάνιας στο μεθυσμένο χορό. Στις βαθιές πολυθρόνες ο Όμηρος αοιδός συγκλονίζει τη σχεδία του Οδυσσέα που συντρίβεται στη δεινή θύελλα των μικτών ανέμων. Το πρώτο μάθημα ιστορίας του πελαγίσιου ταξιδιώτη σε νερά της Αδριατικής... Το καλοφτιαγμένο πλοίο χαρίζει την απόλαυση του κυματισμού και τα δάκτυλα της νιότης παίζουν στα τάστα της κιθάρας τραγούδια της θάλασσας
Στην επτάλοφη Αγκόνα καλωσορίζουν μουσικά κονσέρτα, και σχολικές οθόνες προβάλλουν την Ιόνια αλμύρα που κεντά τις ακτές του Τζάντε και φωλιάζουν μοναδική πανίδα. Την ώρα των αρχαίων ελληνικών στα ιταλικά θρανία ο πολύπαθος Οδυσσέας μονολογεί τις συμφορές του νόστου σε τροχαϊκό εξάμετρο. Αλλά τι κρίμα! Ο οργισμένος Σιρόκος έσπασε τις αντένες στις πολύχρωμες ομπρέλες της απογευματινής βόλτας…
Ολονυχτίς τα σύννεφα ταξιδεύουν στον κύκλο του θόλου και στην Αιώνια Πόλη γιαπωνέζοι τουρίστες ανοίγουν ανοιξιάτικες πολύχρωμες ομπρέλες, ασπίδες στου ήλιου την κάψα. Κολοσσαίο, αψίδες, εκκλησίες, μεγάλοι κίονες και σπασμένα τόξα απομεινάρια αλλοτινής αίγλης δεσπόζουν θεατές του κόσμου. Μα στο λιμάνι βρέχει κι ο νους καλπάζει λαθραία σε πολύχρωμες ομπρέλες με σπασμένες αντένες που σφίγγουν οι μελαψές παλάμες. Πολύχρωμα όνειρα σπασμένα απ΄ του ξενιτεμού τη μοίρα ασφυκτιούν στου γύψου το ψύχος.
Θάμβος για το αρχαίο κάλλος, αυτιά και μάτια που γεμίζουν σαν τις κυψέλες σε στεγνό σφουγγάρι. Σπινθηροβόλο βλέμμα, βαθύ λευκό σε μελαψή κορνίζα, πάνω στα κοφτερά κάγκελα, αγωνία και τρόμος η τόλμη του πρόσφυγα με τ΄ άδεια χέρια στις τρύπιες τσέπες.
- Γιατί, κύριε, τους εμποδίζουν να πλησιάσουν στο δικό μας κόσμο; Κοιτάξτε πώς σκαρφάλωσαν να μας φτάσουν! Κι οι μπάτσοι πώς τους κυνηγούν!
Πολύχρωμες ομπρέλες στου μεταξιού τη λάμψη, πολύχρωμες ομπρέλες με τσακισμένες αντένες. Δυο ξεχωριστοί κόσμοι στα δεσμά του νόμου κάτω απ΄ τον ίδιο ήλιο, στις ίδιες σταγόνες βροχής!

1. Η εξώπορτα του σχολείου αλυσοδεμένη στενάζει στα δεσμά της. Το 2ο Λύκειο βρίσκεται πάλι υπό κατάληψη ισχυρής μειοψηφίας μαθητών.

Ζάκυνθος 3-4-2009
[Στη φωτό: Ομπρέλες του Γιώργου Ζογγολόπουλου]
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email