© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Νίκου Γράψα, ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ



Μαζεύτηκαν οι αμερικανοί
Να δουν της Μαύρης Ηπείρου τα παιδιά
Τον Μπάρακ και τους άλλους της οικογενείας
Που πρώτη φορά έβγαιναν έξω στο Λευκό Σπίτι,
Εκεί να τους κηρύξουν προέδρους βασιλείς,
Μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών.
Ο Μπάρακ στεκόταν πιο εμπροστά,
Ντυμένος σε μετάξι και μαλλί, ως ταίριαζε πολύ,
Στο στήθος του η βίβλος δερματόδετη του Ρούσβελτ,
Δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες κορδέλες
Κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αυτόν τον είπαν Πρόεδρο των προέδρων.
Οι αμερικανοί ένοιωθαν βέβαια
Που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.
Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
Ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό
Το Λευκό Σπίτι ένα
Θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
Των αξιωματικών η πολυτέλεια έκτακτη,
Ο Μπάρακ όλο χάρις κι ευμορφιά
(της Μαύρης Ηπείρου παιδί, αίμα Κενυατών)
κι οι αμερικανοί έτρεχαν πια στην εορτή
κι ενθουσιάζονταν κι επευφημούσαν
αμερικανικά, γερμανικά, και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με το ωραίο θέαμα-
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήσανε αυτές
οι προεδρίες.

Κ. Π. Καβάφης 1912
(Διασκευή επί το ευληπτότερον, Ν. Γράψας 2009)

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

Λενέτας Στράνη, ΔΙΕΘΝΗ ΥΔΑΤΑ [4 ποιήματα]


ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΝΕΡΟΥ

Πλάι σε ποτάμι
κοιμάται το σπίτι μου
Άστεγο δίχως
πορτοπαράθυρα και στρωσίδια

Κρώξιμο λαβωμένης αγριόχηνας
απ’ την υπόγεια μυστική κρύπτη στηρίζει
τα θεμέλια της επίγνωσης

Περιπλέοντα νούφαρα φρουρούν
μέσα στα ιστιοφόρα δωμάτια
την ποθητή αναζήτηση
παρεμποδίζοντας τις προθέσεις ένστολων
ανεμοκτόνων της όχθης

Μόνο η πανσέληνος με παραδίνει
σε λαθραίο περαματάρη
Ξαπλώνουμε γυμνοί στο νερό κι ως
το χάραμα μας καταπίνουν οι δίνες


ΚΕΝΟΤΑΦΙΑ ΜΝΗΜΗΣ

Ζουν οι νεκροί μέσα μας
όπως το σαράκι
στο παλιό ερμάρι του πόρτεγου

Με την έφοδο του φεγγαριού
οι ψυχρόαιμες μνήμες θερμαίνονται. Διψούν
οι φρυγμένες τους γλώσσες

Γυρεύουν τις φλέβες τις αρτηρίες
ιδιαίτερα εκείνη της καρδιάς
Με αίμα τρέφονται ως την ύστερη πρωινή

Όμοιοι βρυκόλακες
για να ξαναζήσουν το επόμενο βράδυ


ΤΟ ΑΛΛΟΥ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ

Λες πως υπάρχεις. Σε καταλαβαίνω
Ας κάλυψα για λόγους πένθους τον καθρέφτη μου
Μού το απέδειξε κι η πρόσφατη φωτογραφία
κάτω απ’ την πόρτα μου την έριξε η βεβαιότητα

Μια τούφα ανασηκωμένη στα μαλλιά
η γνώριμη βαθειά ανάσα σου τ’ αναστατώνει
Θροΐζει το πουκάμισο στ’ αριστερά σου
μαΐστρος πνέει από το μέρος της καρδιάς

Εγώ το βλέμμα σου επικαλέστηκα για μαρτυρία
Μ’ ένοχη ζωηράδα προσπερνώντας με
το είδα να ζυγίζεται στον ώμο
σαν αηδονάκι που οσμίζεται στην ακροποταμιά
ανάδεμα από φτερά πασχαλίτσας

Το αλλού των ματιών δεν είναι εκείνο που
μέσας μας καθιερώνει
ενός θανάτου την επισημότητα;


ΕΝΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ

Η Κέρκυρα φεύγει
Φοράει στο κατάρτι τα όνειρά μου
πειρατικά πανιά

Η Κέρκυρα φεύγει
Ένα πρόσω ολοταχώς
στοχεύει τη γραμμή του ορίζοντα
Λάμνει η δύση να μαζέψει το αίμα

Από την άμορφη ακτή της λησμονιάς
αδειάζω το νερό με τις χούφτες
Ανεξάντλητος ωκεανός εγκατάλειψης

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Παύλου Φουρνογεράκη, ΠΟΛΥΜΕΡΙΣΜΟΣ (ποίημα)


Σφαιρών ωτασπίδες σε στέρεο
Οι ειδήσεις
Αιματωπός η οθόνη στους δείκτες
Της απανθρωπίας
Υψώνουν ράβδους επί τοις εκατό
Στην πτώση.
Μετα-πολιτική τεχνοκρατών η ύφεση
Της δημοκρατίας,
Η ελπίς στο μαυρό-λευκο χαμόγελο
Του οράματος

(23-1-2009)

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Παιδιά στους αποθέτες

Γράφει ο Νίκος Γράψας, ηλικιωμένος

Τι σκληροί οι αρχαίοι ελληνικοί πολιτισμοί.
Τα δύσμορφα και ανάπηρα παιδιά οι Λακεδαιμόνιοι και οι άλλοι τα απέθεταν στις ερημίες των βουνών να χαθούν.
Ας τα πάρουν οι θεοί, έτσι που μας τα 'στειλαν.
Οι άλλοι πολιτισμοί, ασιατικοί και αφρικανικοί, απέθεταν τα παιδιά στους αγρούς να βγάλουν το ψωμί τους. Κι όποιο ζήσει.
Αλλά και οι παλιοί χριστιανικοί πολιτισμοί την ίδια τακτική με τους Ασιάτες ακολούθησαν. Μόνη εξαίρεση τα παιδιά της αρχοντίας που σπούδαζαν το trivium και το quatrivium, να διαδεχτούν τη διαχείριση του πλούτου και των φτωχών ομηλίκων τους.
Οι νέοι και σπουδαίοι πολιτισμοί έχουν εφεύρει μοντέρνους αποθέτες.
Τους έχουν δώσει το παράδοξο όνομα ‘εκπαιδευτήρια’.
Εκεί τα αποθέτουν. Τα εγκαταλείπουν περιφραγμένα .
Εκεί εφαρμόζουν σχέδια περιορισμού του αντιληπτικού πεδίου τους που τα λένε εκπαιδευτικά συστήματα.
Εκεί τα εμποδίζουν να τραγουδήσουν, να τρέξουν, να αγαπήσουν παρά σε ολιγόλεπτες δόσεις που τις λένε διαλείμματα.
Εκεί περιορίζουν τη φαντασία τους, τη δημιουργικότητά τους .
Πίσω από θρανία και πάγκους φυλακίζουν τα πιο παραγωγικά χρόνια της ζωής τους.
Αν θες να εξοντώσεις ένα έθνος, να παρατείνεις το χρόνο των νέων του μέσα στα σχολεία. Το είπε ο Arnold J. Toynbee.
Κι αυτός ο νεκρός χρόνος παρατείνεται κι έξω από τα εκπαιδευτήρια, ιδιωτικά και δημόσια.
Στους απογευματινούς αποθέτες που τους ονομάζουν ‘φροντιστήρια’, ωδεία, γυμναστήρια. Όλα σε φρικτά δωμάτια χωρίς φυσικό φως, χωρίς αέρα, πάλι πίσω από θρανία, πάγκους και παλιοσίδερα.
Εκπαιδευτήρια, φροντιστήρια, σχολές, ωδεία, γυμναστήρια.
Οι μοντέρνοι αποθέτες.
Κι όχι μόνο για τα δύσμορφα. Χωρίς εξαιρέσεις.
Στρατόπεδα συμμόρφωσης. Ο ‘Άγιος Ευστράτιος’, ‘Η Ωραία Μακρόνησος’.
Εκφυλισμένα όντα. Ανίκανα να δράσουν μόνα, αυτόνομα.
Και χαίρονται μόνο όταν απουσιάζει ο ‘εκπαιδευτής’, ο
‘φροντιστής’
ή ο ‘εκπαιδευτικός’, όπως άθλια αυτοαποκαλείται.
Και μη μου πείτε πως υπάρχουν καλοί και κακοί αποθέτες, καλοί και κακοί εκπαιδευτές.
Δεν θα συμφωνήσω ποτέ . Οι νέοι γεννιούνται προορισμένοι να ζήσουν.
Και μπορούν να οργανώσουν τον προορισμό τους αυτόν καλύτερα από αυτούς τους ηλικιωμένους που ο μόνος τους προορισμός είναι ο θάνατος.
Ζάκυνθος 2009. Γενάρης

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

Γιώργου Σαραντάρη (1908-1941), [ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ]


ΠΟΙΟΣ ΕΙΝ' ΤΡΕΛΛΟΣ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ

Ποιος είν' τρελλός από έρωτα;
Ας κάνει λάκκους στην αυγή
Να πάμε εκεί να πιούμε
Τη βροχή
Μια που εμείς σε όποια στέγη αράξουμε
Σε όποια αυλή
Ο άνεμος χαλνάει τον ουρανό
Τα δέντρα
Κι η στείρα γη
Μέσα σε μάς βουλιάζει.


ΒΛΕΠΩ

Βλέπω
Ώρα χαμηλή
Ανάστημα κόρης
Είμαι
Και χάνω
Το στόμα
Ξεχνάω
Την αφή
Φάσμα
Ο χτύπος
Η φλούδα
Της ακοής.


ΣΜΗΝΟΣ ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Σμήνος οι επιθυμίες
Οι ελπίδες οι κόρες των ματιών μας
Εστράγγιασαν τη λύπη
Επέρασαν τον ήλιο
Εφύλαξαν το φως τους
Το δέντρο με τις ρίζες
Με τους καρπούς με τ' άστρα

Σμιλεύοντας τα σπλάχνα της υγείας.


ΛΑΟΥΡΑ

Μυημένη στα νόστιμα του ύπνου
Ήρθες και σε φίλησα

Πες μου τη νάρκη των ματιών σου
Όταν αγκάλιασαν τη μοναξιά
Τη λυπημένη επίκληση στη σάρκα
Το σκίρτημα του κορμιού
Σαν μάδησε η ψυχή.


ΕΝΟΣ ΦΙΛΙΟΥ

Μια κοπιώδης ματιά
Η σκόνη ενός φιλιού
Η μνήμη του μεσημεριού
Που ακόμα καίει
Δεν έχει δροσιά
Μήτε ομίχλη
Το στόμα.


Η ΩΡΑΙΑ ΓΛΥΚΙΑ ΕΣΠΕΡΑ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ

Η ωραία γλυκιά εσπέρα των ματιών σου
Μου λέει Καλημέρα
Τα τριαντάφυλλα στην αυλή σε περιμένουν
Το αγιόκλημα σε θέλει
Σήκω ν' αρπάξεις απ' το στόμα του πρωιού
Το βιβλίο της άνοιξης
Μιας παντοτινής άνοιξης δικιάς σου.
[Τα ποιήματα προέρχονται από την έκδοση "ποιος είν' τρελλός από έρωτα. Ποιήματα του έρωτα από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη", (επιμέλεια Μάνου Λουκάκη), β΄ εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σ. 107-112]

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

Ανδρέου Α. Αβούρη, [Ο ΠΑΠΑ ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΛΚΟ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ]

[Μικρό απόσπασμα από το μικρό βιβλίο του «Τύποι Ιερέων», τύποις «Καθημερινής», Ζάκυνθος 1940, σσ. 14-16]

(…)

Την εποχήν εκείνην συνήθειζον -όπως και τώρα- εις τας εκκλησίας την ημέραν των Θεοφανείων να στήνουν εις την μέσην παράλληλα του αρχιεπισκοπικού θρόνου το λεγόμενον πάλκο επί του οποίου ετελείτο η Βάπτισις. Μεταξύ δε των κεντρικών ναών εγεννάτο η άμιλλα εφημερίων και επιτρόπων περί του καλυτέρου, πλουσιωτέρου και υψηλοτέρου πάλκου.


Πάντοτε όμως νικητής ανεδεικνύετο ο παπά Σαράντης με το πάλκο που κατεσκεύαζε εις τους αγίους Πάντας. Κάποια χρονιά όμως που η άμιλλα επρομηνύετο ζωηροτέρα και ελέγετο ότι το πάλκο της Μητροπόλεως θα ήτο το καλύτερο, εβάλθηκε ο παπά Σαράντης να κατασκευάση το πάλκο των αγίων Πάντων ασυναγώνιστο.


Και το κατεσκεύασεν ως εξής.


Εδανείσθη από την κάνεβα του Κομούτου δύο μεγάλα βουτσιά (κρασοβάρελα) και όρθια εστερέωσε εις αυτά ένα πανύψηλο πάλκο σχεδόν ως το ταβάνι της εκκλησίας. Εμπρός από αυτό εις τας δύο πλευράς ετοποθέτησε τα δύο ορειχάλκινα μανουάλια, και τους πέντε αμφιθεατρικούς πάτους του εγέμισε με άνω των ογδοήκοντα κεριών, με τους πολύχρωμους χάρτινους κρίνους. Εις την μέσην της κορυφής του πάλκου ελαμπύριζεν ο ασημένιος σταυρός του καπίτολου και υπ’ αυτόν η χρυσότευκτος εικών της Βαπτίσεως. Από το έδαφος έως το μέρος που θα ετελείτο η τελετή της βαπτίσεως ήσαν έξη σκαλοπάτια στρωμένα με βαρύτιμον τάπητα. Το όλον δε πάλκο ήτο στολισμένον με νεραντζόφυλλα και τσούφες πορτοκάλια. Εις ένα τέτοιο πάλκο χαρούμενος και υπερήφανος την ημέραν των Θεοφανείων ετέλεσε την Βάπτισιν με πάσαν μεγαλοπρέπειαν ο παπά Σαράντης και ήτο ενθουσιασμένος διότι κατά την κοινήν ομολογίαν το πάλκο της Μητροπόλεως ήτο κατώτερον από το πάλκο των Αγίων Πάντων. Όλην την ημέραν των Φώτων ο παπά Σαράντης, δεν είχε άλλη κουβέντα από το ωραίο πάλκο. Το βράδυ όμως παρά την συνήθεια του αργούσε να υπάγη σπίτι του. Όταν παρήλθεν η ώρα άρχισαν η παπαδιά και τά παιδιά του να ανησυχούν και επήγαν προς ανεύρεσίν του. Μάταια όμως τον ανεζήτησαν εις το σπετσαρίο του Καρακίτσου κι όπου αλλού εσύχναζε.


Τελευταία επήγανε και στο σπίτι του υπηρέτου (νόντσολου) των Αγίων Πάντων. Εκεί τους είπον ότι ο νόντσολος είνε στην εκκλησία με τον παπά. Έτρεξαν εις την εκκλησίαν η θύρα της οποίας ήτο κλεισμένη, αλλά εσωτερικώς κατέλαμπε από άπλετη φωταγωγία. Εκτύπησαν και όταν ο νόντσολος άνοιξε και εμπήκαν είδαν όλα τα κεριά του πάλκου αναμμένα και τον παπά Σαράντη να κάθεται ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα εμπρός από το πάλκο και να θαυμάζη τη φωταγώγησί του.


-Τι κάνεις εδώ και επήγαμε να βουρλιστούμε γυρεύοντάς σε; τού λέει η παπαδιά.


Και ο παπά Σαράντης χωρίς να παύση να κυττάζη το πάλκο τής λέγει.


-Την αυγή που έκανα τη Βάπτισι δε μπορούσα να γοδέρω ετούτο το ωραίο θέαμα και για δαύτο το καμαρώνω τώρα.

(…)

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email