© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

Γιώργη Παυλόπουλου, ΤΡΙΑΝΤΑΤΡΙΑ ΧΑΪΚΟΥ


«Αν πράγματι με θες, θα μ΄ έχεις»


1

Κρυφό μου σώμα
τα μυστικά σου μόνος
εγώ τα ξέρω.


2

Όταν χορεύει
σηκώνει τη φούστα της
να ιδώ την ελιά.


3

Πάλι το δρόμο
γυμνή στο παράθυρο
κρυφοκοιτάζει.


4

Κάπου στ΄ όνειρο
σ΄ άκουγα πουλάρι μου
να χλιμιντρίζεις.


5

Στις τρεις τη νύχτα
το γκαρσόνι μάς πήρε
τα δυο ποτήρια.


6

Πάνω στ' αμόνι
μενεξές το σίδερο
του μπαλκονιού της.


7

Δυο μάτια σπαθιά
σκίζαν τα βλέφαρά του
κι έμενε γυμνή.


8

Τρεις φίλοι παίζαν
στα ζάρια το φιλί της.
Κι άλλος το πήρε.


9

Κούμαρο μέλι
κι ο κότσυφας άπληστος
ο κερομύτης.


10

Όταν κοιτάζει
στου πηγαδιού το βάθος
βλέπει τον τράγο.


11

Δες! Δυο κουνούπια
στο καψούλι της βόμπας
κάνουν έρωτα.


12

Πέθαινα λέει
και πάνω στο σώμα μου
έφεγγε η αυλή.


13

Να θέλω κι άλλο
κι άλλο ακόμη. Κι εσύ
να μη μου δίνεις.


14

Μέρα και νύχτα
με σκοινί αόρατο
κάποιος μας δένει.


15

Σπουργίτης φονιάς
σκοτώνει τον τζίτζιρα
κι αυτός τραγουδάει.


16

Σταυροί στην πλαγιά
κι η θάλασσα πιο κάτω
λάμπει στον ήλιο.


17

Άκουγα κουπιά
χωρίς να βλέπω βάρκα
μέσα στο πούσι.


18

Θάλασσα χλωμή.
Με την ψόφια ουρά της
παίζουν τα παιδιά.


19

Βαθιά στη λάσπη
αυλακιές από ρόδες
και φύλλα ξερά.


20

Πίσω απ΄ τα βουνά
κάποιοι βγαίνουν τα βράδια
και μας κοιτάζουν.


21

Στον Ν.Δ.Τ.

Άχνα δε βγάζω
θαλασσινό μου αηδόνι
να σε ακούω.


22

Μικρό καράβι
στο μπουκάλι κλεισμένο
πού αρμενίζεις;


23

Νεκρός κι ο Έκτωρ.
Τρομάζει τον Όμηρο
η αναίρεσή του.


24

Ουρά παγωνιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος.


25

Ώχου κι απόψε
δε γλιτώνεις το ξύλο
Καραγκιόζη μου.


26

Είναι οι λέξεις
στο ψ της Ιλιάδας
ή τα τσεκούρια;


27

Είπε ο Ζήνων:
«Ουκ άρα έστιν ο τόπος».
Λες να ΄ναι αλήθεια;


28

Γελάει ο λύκος.
Κάτι τού ψιθύρισε
στ΄ αυτί το αρνάκι.


29

Άνθη μυγδαλιάς
πέφτουνε στον ύπνο μου.
Ποια με φίλησε;


30

Φτωχό κόκαλο
στην άμμο της ερήμου
με τόσο ύφος.


31

Το ένα σου μάτι
στο ποίημα˙ και τ΄ άλλο
να σε δικάζει.


32

Ακίνητοι. Σαν
να φωτογραφήθηκε
η Γη για πάντα.


33

Όλοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ΄ ένα ποίημα.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

Οδυσσέα Ελύτη, ΣΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΝ


Από την έκδοση του ΕΡΜΕΙΑ, Αθήνα 1980
***

Ρήσεις από το ποιητικό έργο «Μαρία Νεφέλη»
***

Ο Νόμος που είμαι
δεν
θα
με υποτάξει

Ένα σώμα γυμνό είναι
η μοναδική προέκταση
της νοητής γραμμής
που μας ενώνει με το μυστήριο

Κάνε άλμα
πιο γρήγορο
από
τη
φθορά


Το άπειρο
υπάρχει για μάς
όπως η γλώσσα
για τον κωφάλαλο


Δεν εγεννήθηκεν ακόμη
ο Μαγγελάνος
ενός τριαντάφυλλου


Ο τρομοκράτης
είναι
ο άξεστος
των θαυμάτων

Το «κενό»
υπάρχει
όσο δεν
πέφτεις μέσα του


Θάλασσα
λανθασμένη
δεν γίνεται

Αν
κάτι αδημονεί
μέσα στην άγρια μέντα
είναι
της αγιοσύνης σου το λαγωνικό


Από τον στοχασμό σου
πήζει ο ήλιος
μες στο ρόδι
κι ευφραίνεται

Έτη φωτός
στους ουρανούς
έτη Αρετής
μες στον ασβέστη

Τέτοιαν εύστοχη
δείξε
αδεξιότητα
και να:
ο Θεός!


Δεν
έχει φτέρνες
η
τελειότητα


Όταν ακούς αέρα
είναι η Γαλήνη
που βρυκολάκιασε


Από φυσικού της
η μαυρίλα
πρέπει νά ‘ναι
και κλεπταποδόχος


Την αλήθεια
την «φτιάχνει» κανείς
ακριβώς
όπως
φτιάχνει και το ψέμα


Θε μου
τι μπλε ξοδεύεις
για
να
μη σε βλέπουμε!


Προσπάθησε
να οδηγήσεις
την τεχνική τελειότητα
στη φυσική της κατάσταση

Kι από την ανάποδη
φοριέται η φαντασία
και
σ' όλα τα μεγέθη της


Τρώγε την πρόοδο
και με τα φλούδια
και με τα κουκούτσια της

Δυστυχώς
και η Γη
με δικά μας έξοδα
γυρίζει


Στην κακή μοιρασιά
πάντοτε
ο Θεός ζημιώνεται


Χαράξου κάπου
με οποιονδήποτε τρόπο
και μετά πάλι
σβήσου
με γενναιοδωρία


Ψαρεύοντας
έρχεται
η θάλασσα


Κάπου
ανάμεσα
Τρίτη και Τετάρτη
πρέπει να παράπεσε
η αληθινή σου μέρα

Έχει
τη
μέση της
και
η
άκρη-άκρη

Παιδιά κι αγγόνια της απάρνησης
είναι
όλα τους
μπάσταρδα


Κείνο που
σού προσάπτουνε τα χελιδόνια
είναι η άνοιξη
που
δεν έφερες

Η λύπη
ομορφαίνει
επειδή της μοιάζουμε


Στο χωριό της γλώσσας μου
τη Λύπη
τήνε λένε
Λάμπουσα


Δίνε δωρεάν τον χρόνο
αν
θες
να σού μείνει λίγη αξιοπρέπεια


Είναι διγαμία
ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι

Αν δεν στηρίξεις
το ένα σου πόδι
έξω απ’ τη Γη
ποτέ σου δεν θα μπορέσεις
να σταθείς επάνω της


Φτασμένες
οι προλήψεις
σε μια καθαρότητα μαθηματική
θα μας βοηθούσανε
να κατανοήσουμε
τη βαθύτερη δομή του κόσμου

Είναι αγένεια
να κάνεις του Χάρου
χειροφιλήματα

Μακριά
μέσα στ’ απώτατα βάθη
του Αμνού
ο πόλεμος συνεχίζεται


Όταν
η συμφορά συμφέρει
λογάριαζέ την
για πόρνη


Θα πρέπει
να δημιουργούμε αντισώματα
και για την Ευθύνη


Όταν ακούς
«τάξη»
ανθρωπινό κρέας μυρίζει


Μια νομοθεσία
εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες
θα ‘τανε
αληθινή σωτηρία


Όταν
η ζωή μάχεται
οι νεκροί στον Άδη
Μηδίζουν


Από τον Θεό
τραβιέται
ο άνθρωπος
όπως
ο καρχαρίας
από το αίμα


Όποιος
μπορεί και φορτίζει την ερημιά
έχει ακόμη ανθρώπους μέσα του

Αν είναι να πεθάνεις
πέθανε
αλλά
κοίτα να γίνεις
ο πρώτος πετεινός μέσα στον Άδη

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2008

π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΕΓΑΣ ΧΟΡΗΓΟΣ (Κανών ωφελιμώτατος)



[Ωδή α΄]

Χάραμα των ήσκιων
της νύχτας πταίσματα
πλανώδια φώτα
σαν κυριακάτικα
στην κάμαρή μου αρμόζονται
του αργαλειού τα πρώτα πείσματα
δημοσίας κρίσεως
ο χτύπος νανουρίζει με.


Μάρτη να φορέσεις
κλωνά του φόβους σου
αλλότριοι στίχοι
της τάβλας του έρωτα
γυρεύουν αποστήθιση
της πατρίδος τα καμώματα
των θνητών τα σήματα
η αλήθεια τσουρουφλίζει με.


Να, πού μαθητεύω:
Του μύθου άμαθος
στο φρύδο της δύσης
αναστηλώνοντας
μικρών ηρώων θαύματα
της αγάπης τα τοξεύματα
με τον ήλιο χιόνι μου
τον βίο φως αβίωτο.


[Ωδή β΄]

[παραλείπεται συνήθως
δια το πένθιμον]



[Ωδή γ΄]

Ύδατα της αγάπης
ποιος νάξερε να τα χύνει στον δρόμο…
Κερώνονται οι λέξεις
κακοκαιριάζουν αιφνίδια.
Τώρα θα βρω τον αίτιο.
Πού σπάζει θάλασσα
να μαζέψω τα συντρίμμια της;


Με το άλλο αυτί ν’ ακούσεις
ποιος έφταιξε και φυραίνουν οι μέρες.
Τα πρώτα στα χαρίζω
μη μού ζητάς και τα δεύτερα.
Νόστο δεν είχες άλλοθι.
Πού ‘ναι το κράτος σου
να κηρύξω επανάσταση;


Μοιάζει φωνήεν τέλους
η άνοιξη που βουίζει στα δέντρα
ωμέγα τοσοδούλι
σαν την αλήθεια του ψέματος.
Άρα και ‘γω σαν άλλοτε
το πήρ’ απόφαση
να μοιράσω τα υπάρχοντα.


[Ωδή δ΄]

Ασβεστωμένοι στίχοι του συρμού
καταργούν την οργή
και τα περίλυπά της
μέχρι να δουν τα μάτια μου
νέο ποντισμό
το βάθος των ονείρων
σαββατοκύριακο.


Άκου, σφαδάζει γόης ουρανός
αψηφά τους καημούς
και τις μικρές ευθύνες
χάρες δεν έχει αύριο
φως απ’ τη σχισμή
τη ζήλια των αγγέλων
ανταποδίδοντας.


Των ασωμάτων πόλη νυκτική
ικριώματα θεών
πολυτελή σερβίτσια
ώσπου να δω χαιρέκακα
χόβολη ψυχών
το χώμα των σωμάτων
νεροαμμόσπιτα.


[Ωδή ε΄]

Σα να μιλώ γλώσσα νεκρή
θα σπαραχθώ απ’ τις γλώσσες του κόσμου.
Εσπερίζω ξένος αναλφάβητος
στην αυλή του πρώτου σχολείου μου
απελπίζοντας τα παιδιά
μην επουλώσουν τις ουλές των δακρύων
και πάντες λησμονηθούν στην πρώτη Ανάσταση.


Έξω σκουριάζουν τα νερά
ώσπου να βγεις απ’ το τσόφλι της λήθης
και ζηλεύω την ακτημοσύνη σου
που δεν έχω δραχμή ν’ ανταλλάξω˙
α, Παλαιέ των Ημερών,
πώς ευωδιάζει αναπόδραστα ο τόπος
στον Άδη λες κιθαρίζεται Απρίλιος.


Θρόισμα φέρνει την οργή
στρώνεις τραπέζι απουσιαζόντων
μα των ζώντων έρωτες ανώφελοι
νεφελώνουν στίχους του Ακαθίστου
αποδιώχνοντας τα πουλιά
να μη ραμφίζουν το ψωμί και το αίμα
πλην όμως στήνεις καρτέρι Άρχων Μάιος.


[Ωδή στ΄]

Αμπαρώνεις μα δεν ασφαλίζεις
χάνεις την πρόβα του φωτός
έτη νυκτός στον τάφο
να γλιστράς ως τη μέσα θυρίδα
για ν’ ανταλλάξεις τα λίγα σου κέρματα
ενώ τρίζει το κρυφό κατώι
σφοδρά γρυλίζουν από πάνω ουρανοί
άλφα ονομάζοντας τ’ ωμέγα τους.


Επισκέψεις γλυπτών ονομάτων
έρχονται λένε τον καφέ
εύκολα παίρνουν λόγια
δωρεάν οι αισθήσεις εφέτος
κοινή συναινέσει θάβουν τις ώρες μου
τους ριψάσπιδες ανέμους πάλι
μπροστά στο λάκκο μαρμαρώνουν τις ευχές
φεύγοντας σφραγίζουν την εξώπορτα.


Αγκωνάρι καιρού αποσπόρι
λάμνει στο βέβαιο πρωί
τ’ άλλα πεθαίνουν πρώτα
κουρκουρίτσες εκπλήσσονται νάτες
ξερό Πηγάδι τα πρόσωπα στέρεψε
τα τζιτζίκια στορίζουν εξόδους۠˙۠۠
αχ, να υπήρχε νυχτοβάτης οφθαλμός
άριστα θ’ απέδιδε το δίκιο τους.


[Ωδή ζ΄]

Δάκρυα χάμου
κι ανατριχιάζουν τα χώματα
της αγάπης μέγας χορηγός
ελί-χρυσο θαύμα κρινάκι φύεται
για να μυρίζει ανόρθωση πενθούντων˙
Τη Χαρά
να φοράτε μη λυπάσθε.


Νήπιος λόγος
των ηφαιστείων αντίλογος
των ωραίων όροι και βουνά
σεμνότατο δίχτυ διασώζει κόκαλα
για να μυρίζει ανόρθωση πενθούντων˙
Τη Χαρά
να φοράτε μη λυπάσθε.


Φως επηρμένο
αποτεφρώνει τα έντομα
των αθώων πρώτη φυλακή
γυμνάζει αχόρταγο σώμα πύθωνα
για να μυρίζει ανόρθωση πενθούντων˙
Τη Χαρά
να φοράτε μη λυπάσθε.


[Ωδή η΄]

Μόλις βρεθούνε τα κλειδιά
να διαπλατώσετε τις πορτίτσες του παντός
αφού πριν απ’ το μέγα σκίρτημα
δημοπρατείσθε σχεδόν
ανάγκη λοιπόν νέων τραυμάτων˙
μα όσο θα μπορείτε
τις πνοές να οσφρανθείτε
ενώ θ’ ασθμαίνουν όλα
στο Κάλλος αφεθείτε.


Λάμψη μεγάφωνη παντού
κι αν λίγο σύρετε το καπάκι της γιορτής
λυγμοί βοούν πατροπαράδοτοι
των προγραμμένων φιλιά
κολόνες επειγόμενες να γύρουν˙
μα όσο θα μπορείτε
τις πνοές να οσφρανθείτε
ενώ θ’ ασθμαίνουν όλα
στο Κάλλος αφεθείτε.


Όψιμο Πάσχα και τυφλό
αποκλαδίζετε τις γαζίες της αυλής
το πάρε-δώθε παρατράβηξε
πανευλαβή πτηνά
ωραία εισοδεύετε στο Έαρ˙
μα όσο θα μπορείτε
τις πνοές να οσφρανθείτε
ενώ θ’ ασθμαίνουν όλα
στο Κάλλος αφεθείτε.


[Ωδή θ΄]

Λόγω των όντων υπάρχεις
υπομένεις ακόμη
αλαφιασμένες Κυριακές
ξανά στη διαπασών
κυλιόμενα μίση της γενέτειρας
καντηλήθρες εν καύσει
προπέτασμα λυγμού.
Κατά χρέος, Μητέρα, μη γράφεις Ποίηση.


Γλώσσα κρυπτή δασκαλεύεις
ποιο κλειδάκι θ’ ανοίξει
τα συρταράκια ιδεών
τ’ αρχεία της ψυχής
δια χειρός επωνύμου θεομόναχου
μιλημένου να στέλνω
μηνύματα γραπτά.
Για κανόνες εξαίρεσης δεν ευθύνεσαι.


Έχω δεν έχω σκοτάδι
κατοικίδια πένθη
ευθανασίες αντοχές
όσο έχω φωνή
συγκαλώ τα ευρύχωρα ονόματα
επισκέπτες ελέους
χειρόγραφα νερά
τον σωσία του Θάνατου οπωσδήποτε.

[Μάρτιος 2002]

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2008

Γιάννη Ρίτσου, Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ


Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email