© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2007

Κάρολου Παπούλια: Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ: ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑΤΑ

[Ομιλία του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια κατά την τελετή αναγόρευσής του σε Επίτιμο Διδάκτορα Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Περούτζια Περούτζια, 26 Ιανουαρίου 2006]


Σας ευχαριστώ θερμά για την τιμή που μου κάνετε σήμερα να είμαι ομιλητής σ’ ένα από τα ιστορικότερα και αρχαιότερα Πανεπιστήμια της Ευρώπης. Με ειλικρινή συγκίνηση βρίσκομαι στο Πανεπιστήμιο της Περούτζια, ένα Πανεπιστήμιο με εξαιρετικά σημαντική επιστημονική, ανθρωπιστική και πολιτιστική προσφορά, και μάλιστα κατά την 700ή επέτειο από τη σύνταξη του Καταστατικού του.

Η σημερινή ημέρα είναι ιδιαίτερη για μένα και για προσωπικούς λόγους, καθώς ενθυμούμαι πάντα με συγκίνηση τις μεταπτυχιακές σπουδές μου στο Εμπορικό Δίκαιο στην Ιταλία, στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, στα δύσκολα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι πολιτικοί, πολιτιστικοί και επιστημονικοί δεσμοί που ενώνουν την Ιταλία με την Ελλάδα είναι ισχυροί και μακραίωνες. Εγγυώνται το κοινό μας μέλλον και την πολύπλευρη συνεργασία μας σ’ αυτό το νέο πλαίσιο που κατορθώσαμε να οικοδομήσουμε, την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι σήμερα η Ένωσή μας αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις. Το καθιστούν σαφές τόσο τα απορριπτικά αποτελέσματα των δύο δημοψηφισμάτων για την Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη όσο και η διάχυτη συλλογική ανησυχία, κυρίως για την οικονομική και κοινωνική της προοπτική. Ο Ευρωπαίος πολίτης αισθάνεται ανασφάλεια για το μέλλον του και πολλές φορές απόσταση από τα κέντρα των αποφάσεων.

Η διεύρυνση της Ένωσης και οι αλλαγές στο διεθνές γεωπολιτικό σύστημα είναι τα σημαντικότερα νέα δεδομένα που μας θέτουν αντιμέτωπους με προβλήματα, προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες.

Πριν όμως αναφερθώ ξεχωριστά στους παραπάνω τομείς και στη συνέχεια εκφέρω απόψεις για την μελλοντική πορεία μας, θα ήθελα να κάνω μια σύντομη αναφορά σε μερικά πολύ σημαντικά επιτεύγματα.

Βασική αρχή του δημοκρατικού μας πολιτισμού είναι η κριτική αντιμετώπιση του παρελθόντος. Τίποτα δεν θα ήταν όμως ανακριβέστερο αλλά και πολιτικά πιο άδικο από την μη αναγνώριση των πολλών επιτυχιών που έχει να επιδείξει η Ένωσή μας.

Η πορεία μας από την ίδρυση Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα μέχρι σήμερα αποτελεί μια από τις κορυφαίες διαδρομές της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας. Κατορθώσαμε να ξεφύγουμε από το καταστροφικό μέρος του παρελθόντος μας, αντικαθιστώντας παλαιές αντιπαλότητες με αδελφική συνεργασία στρατηγικής προοπτικής.

Ο δρόμος που άνοιξε ο Jean Monnet θεμελιώνοντας συγκεκριμένες μορφές πρακτικών συνεργασιών και αποφεύγοντας φιλόδοξα θεωρητικά σχήματα, δημιούργησε σήμερα μια Ένωση 460 εκατομμυρίων ατόμων, της οποίας το δημοκρατικό, κοινωνικό και αναπτυξιακό μοντέλο, παρά τις ελλείψεις του, έχει δίκαια κερδίσει τον παγκόσμιο θαυμασμό.

Μετά την ανθρώπινη ηθική και υλική ερήμωση του 1945 είμαστε σε οικονομικό μέγεθος η μεγαλύτερη ενιαία αγορά, ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος και ο σημαντικότερος παραγωγός υπηρεσιών παγκόσμια.

Δημιουργήσαμε το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα και κατορθώσαμε, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, να του προσδώσουμε σταθερότητα και μακροοικονομική υγεία, ώστε η Ένωση να εξελιχθεί σ΄ έναν ισχυρό διεθνή νομισματικό πόλο.

Σήμερα, όχι μόνο ένας ενδοευρωπαϊκός πόλεμος είναι πια αδιανόητος αλλά, καθώς η Κίνα, η Ινδία, η Νότιος Αφρική, η Βραζιλία και άλλες χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου ανατάσσουν την οικονομία τους και εκφράζουν όλο και εντονότερα την παρουσία τους στο διεθνές σύστημα, η σημασία της Ένωσης για την πορεία των κοινωνιών θα γίνεται εντονότερη.

Η δύναμή μας δεν εκφράζεται με πίεση προς άλλες χώρες. Το αντίθετο, το ενδεχόμενο έλλειψης σχέσεων είναι το κέντρο βάρους της ισχύος μας. Περίπου ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σε 80 χώρες, στην πρώην Σοβιετική Ένωση, στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, στη Βόρειο Αφρική, στη Μέση Ανατολή και στην Υποσαχαρική Αφρική συναλλάσσονται κατά το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου τους, της χρηματοδότησης, των επενδύσεών τους και της αναπτυξιακής τους βοήθειας πρώτιστα με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι παραπάνω σκέψεις ήταν νομίζω απαραίτητες, ώστε τα θέματα που θα θίξω τώρα, στο δεύτερο κύκλο της ομιλίας μου, εξέταση αδυναμιών μας και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε, να τεθούν σε πραγματιστική βάση. Ζητούμενο είναι οι δυσκολίες να μη λειτουργήσουν ανασταλτικά και ως αιτίες απαισιοδοξίας και εσωστρέφειας, αλλά ως κινητήρια δύναμη για την υπερκέρασή τους.

Οι βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση πιστεύω ότι μπορούν να ομαδοποιηθούν ως εξής: Πρώτον, οικονομικά και κοινωνικά θέματα, δηλ. διασφάλιση σταθερής και δυναμικής ανάπτυξης, εξάλειψη της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού και προστασία του περιβάλλοντος. Δεύτερον, η θέση μας ως παγκόσμιας δύναμης στο διεθνές σύστημα και τρίτον, η θεσμική εξέλιξη της Ένωσης.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρώπης σήμερα είναι πώς θα διατηρήσει και θα ενισχύσει το κοινωνικό της κράτος στη σημερινή κατάσταση του παγκόσμιου περιβάλλοντος, στον ανταγωνισμό και στις γεωπολιτικές εξελίξεις.

Δικαίωμα στην εργασία, οικονομική πρόοδος, προστασία του περιβάλλοντος και ένα σοβαρό δίκτυο κοινωνικών παροχών είναι οι βασικές ανησυχίες του Ευρωπαίου πολίτη.

Και είναι επίσης αναμφίβολο ότι για τους Ευρωπαίους οι παραπάνω προκλήσεις εννοιοποιούνται σ’ αυτό που επεκράτησε πια να ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση. Ιδίως σ’ εκείνες τις εκφάνσεις της που αφορούν την μεταφορά θέσεων εργασίας σε χώρες με χαμηλότερο εργατικό κόστος και την κατάργηση επιδοτήσεων για ορισμένα προϊόντα ή τομείς της οικονομίας.

Ενώ όμως οι προβληματισμοί αυτοί έχουν τεθεί με σαφήνεια τόσο σε προγραμματικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο σχεδιασμού, υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν ικανοποιεί τους Ευρωπαίους πολίτες στον επιθυμητό και πολιτικά αποδεκτό βαθμό.

Η στρατηγική που διαμορφώθηκε στη Λισσαβόνα το 2000 αποσκοπεί στην κοινωνική συνοχή, την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την προστασία του περιβάλλοντος σ΄ έναν υψηλό βαθμό μέχρι το 2010. Στο μέσο του δρόμου τα αποτελέσματα δεν είναι ικανοποιητικά.

Και η πραγματικότητα αυτή έχει τεράστια σημασία τόσο στο πολιτικό, όσο και στο θεσμικό επίπεδο. Γιατί, ας μην αυταπατώμεθα, οικονομική, πολιτική και κοινωνική Ευρώπη είναι και θα εξακολουθήσουν να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.

Παρακολουθώ με ιδιαίτερη προσοχή τις προσπάθειες τόσο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωκοινοβουλίου καθώς και των εθνικών κυβερνήσεων και των άλλων φορέων, ώστε να πραγματοποιηθεί κατά το 2006 μια σωστή αποτίμηση του τι επιτεύχθηκε στο δρόμο προς το 2010 και τι δεν έγινε, ώστε να σχεδιασθούν οι απαιτούμενες, ρεαλιστικές - αυτή τη φορά - δράσεις.

Θα θίξω τώρα, σχηματικά έστω, ορισμένα θέματα που αναφέρονται στις εξωτερικές σχέσεις της Ένωσης.

Ας μου επιτραπεί κατ’ αρχήν η παρατήρηση ότι η εξέλιξη της Ευρώπης με προεξάρχοντα τον οικονομικό και κοινωνικό τομέα συνέβαλε, ώστε για πρώτη φορά στην ιστορία να αναδύεται μια νέα ισχυρή παγκόσμια δύναμη, χωρίς να δημιουργεί ανακλαστικά αντίπαλου συσχετισμού δυνάμεων και ισορροπιών.

Με την πάροδο του χρόνου κατέστη προφανής η ανάγκη να αναπτύξει η Ευρώπη και τον τομέα Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας. Η ανάπτυξη της ΚΕΠΠΑ ήταν μια διαδικασία όχι πάντα εύκολη, και η οποία ασφαλώς θα συνεχίζεται, απαραίτητη όμως, ώστε να προχωρήσει η ενιαία έκφραση της Ένωσης στα θέματα αυτά.

Εάν η σημασία της Ευρώπης ως παγκόσμιας οικονομικής δύναμης είναι αναμφισβήτητη, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την παρουσία της στις εξωτερικές σχέσεις. Χωρίς βέβαια να τίθεται σε αμφιβολία το κύρος της, η έλλειψη στρατιωτικής ισχύος σε βαθμό ισοδύναμο με αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών, θεωρείται από πολλούς βασική αδυναμία.

Δεν θα πρέπει όμως εδώ να παραβλέπονται ορισμένοι σημαντικοί παράγοντες: Πρώτον, η τραγική ιστορική συγκυρία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που είχε σαν επακόλουθο την αποστροφή των λαών της Ευρώπης από τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς: ευρωπαϊκή προτεραιότητα αποτέλεσε η αξιοποίηση οικονομικών πόρων για την ανάπτυξη και τον κοινωνικό τομέα.

Εξάλλου, η ύπαρξη του ΝΑΤΟ ασφαλώς και προβλημάτισε την Ένωση, για το κατά πόσον θα έπρεπε να αναπτύξει παράλληλο ρόλο, κάτι που ενδεχομένως θα δημιουργούσε προβλήματα στον διατλαντικό δεσμό.

Η ηπιότερη ανάπτυξη του αμυντικού τομέα προσέφερε πέραν των οικονομικών και σειρά άλλων πλεονεκτημάτων, όπως την ευρύτερη αποδοχή της Ευρώπης παγκόσμια ως παράγοντα ειρήνης και σταθερότητας.

Η διεύρυνση υπήρξε ασφαλώς πολύ σημαντική εξέλιξη στην Ένωση και από πλευράς εξωτερικών σχέσεων. Μετέβαλε σημαντικά το γεωπολιτικό και άρα και στρατηγικό της μέγεθος, προσδίδοντάς της βάθος στην Κεντρική Ευρώπη και φέρνοντάς την σε άμεση γειτνίαση με την κρίσιμη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Παρακολουθώ με ιδιαίτερη προσοχή τις εξελισσόμενες διεργασίες στους ευρωπαϊκούς λαούς και εν προκειμένω και τις διαπραγματεύσεις της Τουρκίας. Μόνο η υιοθέτηση απ’ αυτήν του κοινοτικού κεκτημένου και των πανανθρώπινων αρχών και αξιών του ευρωπαϊκού πολιτισμού, θα της επιτρέψει την ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.

Το πρόβλημα της Κύπρου θα πρέπει να βρει τη λύση του στη βάση των Ψηφισμάτων των Αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών και των αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ελπίζουμε σύντομα να επαναληφθεί η διαδικασία του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.

Αποτελεί βασικό καθήκον της Ένωσης να συμβάλλει ουσιαστικά στον τερματισμό της παράνομης κατάστασης και της κατοχής από την Τουρκία κράτους μέλους της. Πρόκειται για μία πραγματικότητα που τραυματίζει τις βαθύτερες ευρωπαϊκές αξίες.

Ιδιαίτερη σημασία θα έχει η ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, καθώς και σε επόμενη φάση η προοπτική ολοκλήρωσης της Ένωσης στα Δυτικά Βαλκάνια. Χαιρετίζουμε την στρατηγική αυτή απόφαση, καθώς η χώρα μου και εγώ προσωπικά ως Υπουργός Εξωτερικών έχουμε πρωτοστατήσει στην επεξεργασία και την υιοθέτησή της.

Η ασταθής κατάσταση που επικρατεί στην περιοχή, αποτέλεσμα του ιστορικού παρελθόντος και διαπάλης συμφερόντων δυνάμεων, μας προβληματίζει όλους. Η λεπτή ισορροπία στην Βοσνία Ερζεγοβίνη, η ταχέως εξελισσόμενη κατάσταση στο Μαυροβούνιο και το Κόσσοβο, όπου η όποια λύση θα πρέπει να είναι συμφωνημένη και συμβατή με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, υπογραμμίζουν τη σημασία ενός συνεκτικού οικονομικού σχεδίου ανάπτυξης και άρα την επείγουσα ανάγκη πρακτικής εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας.

Για την ασφάλεια της Ευρώπης είναι πρωταρχική η σημασία της επίλυσης του Παλαιστινιακού προβλήματος. Μια τέτοια εξέλιξη θα έχει καταλυτικές συνέπειες σε όλη τη Μέση Ανατολή και αποτελεί πολιτική, ηθική και αναπτυξιακή υποχρέωσή μας.

Ευχόμαστε να υπάρξει σύντομα σταθερότητα στο Ιράκ, κάτι που έχει μεγάλη ανάγκη ο πολύπαθος ιρακινός λαός. Επίλυση του Παλαιστινιακού με συμβίωση ενός ασφαλούς Ισραήλ και μιας δημοκρατικής Παλαιστίνης και σταθερότητα στο Ιράκ θα αποκαταστήσουν και την πολιτική γεωγραφία του ενεργειακά κρισιμότατου αυτού χώρου, με τον οποίο η Ευρώπη έχει προνομιακές ιστορικές, πολιτικές, πολιτιστικές και εμπορικές σχέσεις.

Η τρομοκρατία έχει συνταράξει και την ευρωπαϊκή οικογένεια. Οι κοινωνίες μας είναι αποφασισμένες να αμυνθούν με αποτελεσματικότητα, χωρίς παράλληλα να θέσουν σε κίνδυνο τις συνταγματικές επιταγές τους και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Το θεσμικό μέλλον της Ευρώπης είναι η τρίτη μεγάλη πρόκληση που θέλω να θίξω.

Σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να καταλήξει συναινετικά σε μια συγκεκριμένη θεσμική ταυτότητα. Έχοντας ως αρχές τη διαφάνεια, τη δημοκρατικότητα και την αποτελεσματικότητα προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα υπάρχοντα θεσμικά ελλείμματα.

Η περίοδος περισυλλογής μετά τα απορριπτικά δημοψηφίσματα, η οποία και επίσημα έχει αναγγελθεί, θα επιτρέψει την ωρίμανση των συνθηκών, ώστε να ευρεθούν λύσεις στα μεγάλα θεσμικά προβλήματα της Ένωσης.

Ασφαλώς σημαντικά επηρεάζει το θεσμικό μέλλον της Ένωσης η πραγματικότητα των διευρύνσεων. Ζητούμενο είναι η Ευρώπη να έχει τα χαρακτηριστικά ενός ζωντανού οργανισμού, ικανού να λαμβάνει αποφάσεις, ενώ παράλληλα δεν θα λησμονείται ότι η νομιμοποίηση του κοινοτικού εγχειρήματος στηρίζεται στη βούληση των λαών.

Στο τελευταίο μέρος της ομιλίας μου επιτρέψτε μου να παρουσιάσω ορισμένες σκέψεις για την προσέγγιση και επίλυση των παραπάνω προβλημάτων.

Όσον αφορά τις εξωτερικές σχέσεις της Ένωσης, πιστεύω ότι η παγκόσμια τάξη του 21ου αιώνα πρέπει να βασίζεται σε μηχανισμούς συλλογικής επίλυσης, στην προτεραιότητα του Διεθνούς Δικαίου και τον ευρύ εκδημοκρατισμό των Διεθνών Σχέσεων και όχι στην στρατηγική των μονομερών επιλεκτικών δράσεων. Τα Ηνωμένα Έθνη θα πρέπει να παραμείνουν βασικός πόλος διακανονισμού και αυτό στο πλαίσιο του αυστηρού σεβασμού του Χάρτου των. Η ωρίμανση των συνθηκών για την αναδιάρθρωση και ενίσχυση του θεσμικού τους πλαισίου θα συμβάλλει στην όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη λειτουργία τους.

Θα πρέπει, επίσης, να ενισχύσουμε την προβολή των χαρακτηριστικών της Ένωσής μας που συνιστούν παγκόσμια πρότυπα, όπως η δημοκρατία, ο σεβασμός στην διαφορετικότητα, ο ευρωπαϊκός μας πολιτισμός.

Η δύναμη του πολιτισμού είναι ισχυρότατη και δρα σε πολλά επίπεδα, ενώ η ευρωπαϊκή ακτινοβολία συνιστά όχι μόνο αυθύπαρκτη αξία, αλλά και φορέα διεθνούς θετικής επιρροής.

Στο θεσμικό μέλλον, ο δημόσιος διάλογος πρέπει να αναδείξει πολιτικούς στόχους και να αναπτυχθεί όχι μόνο στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, αλλά και στα κράτη-μέλη, ανοιχτός σε όλους τους πολίτες.

Οποιαδήποτε προσπάθεια όμως είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αν δεν ληφθούν υπόψη οι Ευρωπαίοι πολίτες. Ο διάλογος για το μέλλον της Ευρώπης, που με τόση καθυστέρηση ξεκίνησε, αποτελεί έτσι αναγκαία προϋπόθεση για τις αποφάσεις που θα ακολουθήσουν.

Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ένωση σε αναπτυξιακά και κοινωνικά θέματα, τον πιο σημαντικό κύκλο για τον Ευρωπαίο πολίτη, δεν υπάρχουν εύκολες, αυτόματες ή ρητορικές επιλογές.

Στρατηγικός στόχος μας είναι η ισορροπία μακροοικονομικής σταθερότητας, ανάπτυξης και η ισχυροποίηση αυτού που καλείται ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Μόνο στο πλαίσιο μιας τέτοιας ισορροπίας μπορούμε να οικοδομήσουμε την Ευρώπη που επιθυμούν οι πολίτες της, αλλά και χρειάζεται το παγκόσμιο σύστημα.

Χωρίς μακροοικονομική σταθερότητα δεν μπορεί να επιτύχουμε την ανάπτυξη, χωρίς την ανάπτυξη δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε το κοινωνικό κράτος. Το κοινωνικό κράτος και η κοινωνική αλληλεγγύη, πέραν του ότι αποτελούν βασικές, υπαρξιακές θα έλεγα, συνισταμένες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, δεν μπορεί να συρρικνωθούν χωρίς αντίδραση των θιγομένων πολιτών. Η φυσική αυτή αντίδραση έχει βέβαια και σοβαρότατες πολιτικές επιδράσεις, όπως έδειξαν και τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος.

Οι μακροοικονομικές ανισορροπίες σωρεύουν χρέη και παίρνουν τελικά από τις κοινωνικά ασθενέστερες ομάδες με τα δύο χέρια αυτό που τους έχουν δώσει με το ένα. Καθώς, εξάλλου, στην Ένωση η εξωστρέφεια της οικονομίας της στηρίζει την ανάπτυξη, δεν μπορεί να υιοθετηθούν πολιτικές απομόνωσης.

Θα ήθελα εδώ όμως να υπενθυμίσω το πολύ σημαντικό Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2005 για την Ευρωπαϊκή Διάσταση της Παγκοσμιοποίησης. Στο ψήφισμα αυτό προωθείται μια παγκοσμιοποίηση, στην οποία η Ένωση θα δώσει την ιδιαίτερη μορφή που θα εμπεριέχει τις ευρωπαϊκές αξίες.

Για την εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, θα πρέπει να υπάρξει ρεαλιστική υποστηρικτική προοπτική για τους ευάλωτους τομείς της Ένωσης. Όπως η νεολαία, που αντιμετωπίζει ιδιαίτερα αυξημένο το φάσμα της ανεργίας. Οι γυναίκες, που αισθάνονται ότι παρά τη σαφή βελτίωση της θέσης τους συνεχίζεται η έμπρακτη υποβάθμισή τους στη αγορά εργασίας και η μη πλήρης αναγνώριση του κοινωνικού τους ρόλου. Ο ευρωπαϊκός αγροτικός κόσμος. Τα εκατομμύρια μεταναστών που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Γενικά, όλοι αυτοί που διεκδικούν το δικαίωμα στην εργασία.

Βασικές προτεραιότητές μας θα πρέπει επίσης να παραμείνουν:
-Ο συνεχής αγώνας για τη συνειδητοποίηση της σημασίας του περιβάλλοντος και της αποτελεσματικής προστασίας του.
- Η ενίσχυση των προσπαθειών εξουδετέρωσης των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων κάθε επιπέδου, ΄Ενωσης, κρατικού, τοπικού. Αγκυλώσεων που όχι μόνο αποξενώνουν τον πολίτη από την κοινωνία, αλλά και συμπιέζουν τις παραγωγικές δυνατότητες τόσο των ατόμων όσο και των επιχειρήσεων.
- Η απελευθέρωση δημιουργικών δυνάμεων του εκπαιδευτικού μας συστήματος τόσο στα Πανεπιστήμια, όσο και στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η αναγνώριση του σημαντικότατου ρόλου των λειτουργών όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων στην πνευματική ολοκλήρωση του ατόμου, αλλά και στη δραστηριοποίηση του συνόλου των παραγωγικών του ικανοτήτων, καθώς και στη δυνατότητά του να αντιλαμβάνεται από την υποχρεωτική εκπαίδευση ήδη τις πολιτικές και οικονομικές πραγματικότητες, στις οποίες θα κληθεί να ζήσει.

Η ανάγκη σχετικών δράσεων φαίνεται, μεταξύ άλλων, και στο ότι από τα κορυφαία Πανεπιστήμια τα περισσότερα δεν είναι σήμερα ευρωπαϊκά. Από το ότι οι επενδύσεις σε έρευνα και τεχνολογία, τους τομείς που δημιουργούν τις περισσότερες θέσεις εργασίας στον ανεπτυγμένο κόσμο, υστερούν σε σχέση με άλλες περιοχές.

Καλώ τα πανεπιστήμια και τη νεολαία να πρωτοστατήσουν στην οικοδόμηση της Ευρώπης που θέλουμε και μπορούμε να κτίσουμε.

Το μεγάλο βάρος του Ευρωπαϊκού μέλλοντός μας βρίσκεται στους ώμους των Ευρωπαίων πολιτών και στην ουσιαστική συμμετοχή μας στα κοινά. Και αυτό είναι και αναγκαίο και ευκταίο σε μια Δημοκρατία. Ο Θουκυδίδης στον ‘Επιτάφιο’ του Περικλή περιγράφει με διαχρονική ακρίβεια τη σημασία του ενεργού πολίτη για τη Δημοκρατία: «Μόνοι γαρ τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα αλλ’αχρείον νομίζομεν». Γιατί μόνο εμείς αυτόν που δεν συμμετέχει στα κοινά τον θεωρούμε όχι μόνο τεμπέλη αλλά και αχρείο.

Πέρασαν αιώνες από τότε, όμως ο ενεργός πολίτης παραμένει η αρχή και το τέλος του ορισμού της πορείας μας για μια Ευρώπη με παγκόσμια αποστολή. Για μια Ευρώπη που θα είναι όχι μόνο προπύργιο της Δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και πρότυπο του δικαιώματος στην εργασία, της ανάπτυξης, της κοινωνικής συνοχής και της ουσιαστικής συμβολής της σε μια ανοδική πορεία της ανθρωπότητας.

Σας ευχαριστώ πολύ.-
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email